Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις periplaneta. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις periplaneta. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2025

Φιλία - Αλ Τερ

Η φιλία με απασχολεί περισσότερο από τον έρωτα [κάποιο άτομο (μάλλον) κάποιο βράδυ, σχετικά πρόσφατα (μάλλον)]. Κάπου τότε διάβαζα/διάβασα το Βλέπω τα κτίρια να πέφτουν σαν αστραπές (Keiran Goddard, μτφρ. Νατάσα Σίδερη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια), ο τίτλος ήταν αυτός που πυροδότησε την επιθυμία, γέννησε μια διαίσθηση αναγνωστικής επιθυμίας, ούτε το βιβλίο ούτε τον συγγραφέα γνώριζα άλλωστε, αργότερα θα έγραφα, ίσως και επηρεασμένος από την αρχική αποστροφή λόγου: «Γιατί αν υποθέσουμε, με φόβο και παίζοντας ένα τελευταίο χαρτί, πως ο έρωτας κάπως σώζεται με τη συντροφικότητα, με το μοίρασμα της καθημερινότητας, ένα εμείς που κάπως αντιστέκεται, έστω και όχι έτσι όπως το ονειρευτήκαμε διαβάζοντας ποίηση ή τραγουδώντας με τα μάτια κλειστά καπνίζοντας και πίνοντας, ίσως θα μπορούσαμε να πούμε πως ο έρωτας, έστω και ως μια κοινωνικοοικονομική συμμαχία, κάπως σώζεται, η φιλία, δυστυχώς, δυστυχέστατα, γαμώτο, δεν σώζεται, μαζί με εκείνη και η συλλογικότητα του βίου, μύριες ατομικότητες που το βράδυ δυσκολεύονται να κοιμηθούν. Και δεν είναι τυχαίο που οι πλέον δημοφιλείς τηλεοπτικές σειρές τη φιλία είχαν στο επίκεντρο, άνθρωποι που ό,τι και αν συνέβαινε στον μικρό ή μεγάλο κόσμο είχαν κάπου να γυρίσουν, να πιουν μια μπύρα, να γελάσουν και να κλάψουν, εκείνο που μας λείπει περισσότερο λαχταράμε, εκείνο γυρεύουμε, και πια τέτοιες σειρές δεν γυρίζονται ή δεν γίνονται επιτυχία, και αυτό κάτι θα σημαίνει». Τώρα αναρωτιέμαι αν είναι επιτακτικά σημαντικό να θυμηθώ το υποκείμενο εκείνης της δήλωσης, θα ενσωματωνόταν άραγε στο φίλιο κόρπους;

Όταν έπιασα στα χέρια μου το λεπτό αυτό βιβλίο διπλής εισόδου, μία στην ελληνική και μία στην αγγλική, στάθηκα λίγο στη λέξη φιλία που υπερίπταται ταπεινότερη του έντονα κεφαλαίου υπότιτλου ΕΝΑ ΛΗΜΜΑ ΣΕ Θ Ρ Α Υ Σ Μ Α Τ Α, λες και αυτό είναι το σημαντικό, το καθοριστικό, ένα ζήτημα ταυτότητας προθέσεων, μια ιδιότυπη δέσμευση, μια επιτέλεση κάτι συγκεκριμένου, πριν συνεχίσω με το όνομα του δημιουργού, Αλ Τερ.

Από τα δεδομένα του εξωφύλλου, εκείνο με το οποίο απασχόλησα τη σκέψη μου κατά την προαναγνωστική περίοδο ήταν το ζήτημα της ανωνυμίας, της χρήσης ενός ψευδώνυμου, σκέψη που συχνά πυκνά με απασχολεί και με ιντριγκάρει, και τα πράγματα που μας απασχολούν και μας ιντριγκάρουν, όσο και αν κάνουμε πως δεν το καταλαβαίνουμε, είναι πράγματα που μας απασχολούν προσωπικά, ας πούμε, στην περίπτωσή μας/μου, πώς θα είχε ξετυλιχτεί το κουβάρι των χρόνων, αν με κάθε κόστος δεν οικοδομούσα τη γέφυρα ανάμεσα στο όνομα χρήστη της google και στο όνομα ληξιαρχικής πράξης, αν δεν ήμουν εγώ αυτός αλλά κάποιο άγνωστο ψηφιακό υποκείμενο γραφής και ανάγνωσης, ύστερα αναπόφευκτα σκέφτηκα τον Πεσσόα στη σημερινή εποχή, πόσο θα το γλεντούσε, κατέληξα σε τετριμμένες σκέψεις, ύστερα, η ανωνυμία σε μια εποχή όπως η σημερινή κ.τ.λ. βαρετά και όμοια πάντα.

Μπαίνοντας στην αναγνωστική διαδικασία σύντομα επέστρεψα στην ψευδώνυμη υπογραφή, το λογοπαίγνιο εμφανίστηκε, μήπως Αλ Τερ Έγκο; Αλλά και ένα ερώτημα πιο καίριο, τι κάνουμε με τις αντωνυμίες;

Το πρώτο θραύσμα, δάνειο του Ντεριντά, «Μεταξύ του να τους μιλάς και να μιλάς γι' αυτούς υπάρχει ένας κόσμος από διαφορές». Ένα απλό, δωρικό, ευθύ, παιγνιώδες, του δε πόιντ, εισαγωγικό, κατατοπιστικά περιγραφικό καλωσόρισμα.

Σκέφτομαι, περισσότερο το σκέφτομαι παρά το πιστεύω, πως ζούμε σε μια διττής προσπέλασης πραγματικότητα. Από τη μια, κάποια άτομα, μάλλον όχι από επιλογή θα ισχυριζόταν η απέναντι όχθη, πλατσουρίζουν στην επιφάνεια των πραγμάτων και το πλατσούρισμά τους έχει ένα επιπρόσθετο ενδιαφέρον καθώς παρουσιάζεται σαν ένα απόσταγμα στιβαρής φιλοσοφίας, διακρίνεται για την υπερβεβαιότητα, δεν αυτοαμφισβητείται, έτσι, λένε, είναι τα πράγματα και διαφορετικά δεν μπορείς να κάνεις. Από την άλλη πλευρά, όσα άτομα δοκιμάζουν να κατεβούν σε πιο σκοτεινά βάθη, καθένα ως εκεί που μπορεί/θέλει/επιλέγει να κατέλθει, το φαινόμενο της βεβαιότητας εμφανίζεται και εδώ, όμως δεν είναι παράλογο, πλατσούρισμα συντελείται και σε υδάτινα βάθη και όχι μόνο στην επιφάνεια. Το σκέφτηκα ξανά λόγω αυτής της φαινομενικά επιφανειακής και εύκολης αποστροφής του Ντεριντά, αυτό το λεκτικό παιχνίδι, το τόσο μισητό από την πλειοψηφική πτέρυγα, όφου, τι τα σκαλίζεις, τι μου τα πρήζεις.

Πιστεύοντας πως έχω αποκτήσει μια ικανή επαφή με την αυτομυθοπλασία ως νεοεισεχθέν υποείδος, ομολογώ πως τα χρειάστηκα όταν έπεσαν στα χέρια μου Οι αργοναύτες (Maggie Nelson, μτφρ. Μαρία Φακίνου, εκδόσεις Αντίποδες), κυρίως, αλλά και το Στο σπίτι των ονείρων (Carmen Maria Machado, μτφρ. Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου, εκδόσεις Αντίποδες), δευτερευόντως, δεν είχα ποτέ σκεφτεί/διανοηθεί ως εκδοχή το αυτοδοκίμιο ως καταγραφή του εαυτού, του βιώματος, της καθημερινότητας, λέγοντας τα χρειάστηκα εννοώ μάλλον πως θαμπώθηκα, πως τα κριτήρια ποιότητος κατέρρευσαν μονομιάς, μόνο αργότερα, καιρό μετά την ανάγνωση κάπως ανασυγκροτήθηκαν και ψέλλισαν κάποιες ενστάσεις, με τον καιρό, επίσης, με τον τρόπο τους ισχυρές, τελικά. Παρέκβαση, λες και κάνω κάτι άλλο: η τήρηση αναγνωστικού ημερολογίου, βλέπε το παρόν ιστολόγιο, είναι σημαντική και γι' αυτό το χάσμα που ανακύπτει στην επιστροφή πίσω στον χρόνο, όντας οπλισμένος με όπλα νέας τεχνολογίας, ποιος ήμουν και ποιος είμαι, τι έλεγα και τι λέω, σκέφτομαι, ακόμα σε παρέκβαση, μια αδιάλειπτη και συστηματική επιστροφή και μάχη, ένα επαναλαμβανόμενα επαναπροσδιορίσιμο τι έλεγα και τι λέω, μια κειμενική διαμάχη, ένας συνεχής αναθεωρητισμός.

Αναπόφευκτα, μιλώντας άκρως υποκειμενικά, λες και γίνεται και αλλιώς δηλαδή αλλά τέλος πάντων, κείμενα όπως αυτό φλερτάρουν (ίσως και να ερωτοτροπούν με πάθος) με την επιτήδευση ή την εγκεφαλικότητα ή το εγώ του γράφοντος υποκειμένου, ίσως, σκέφτομαι τώρα, αυτό να συμβαίνει γιατί υπάρχει ως ανοιχτό επίδικο μια συγκρουσιακή συνθήκη, το δοκιμιακό υπερισχύει του εαυτού και σκοπό (ίσως) έχει να πείσει για την ορθότητά του. Νιώθω πως κάθε τι που με κάνει να σκέφτομαι με όρους μηδέν ένα, σωστό λάθος, είναι κατάλοιπο μιας μονοσήμαντης κατανόησης του κόσμου, μιας δυαδικότητας που προσπαθώ να ξεφορτωθώ βήμα το βήμα, αυτό είναι κάτι που ελπίζω να προσεταιριστώ μέσα από την ανάγνωση, την ανοιχτότητα στην εμπειρία, τη δυνατότητα ύπαρξης μιας άλλης γωνίας θέασης, τον πλουραλισμό της ανθρώπινης εμπειρίας. Το υποκείμενο που εισάγει το δικό του λήμμα για τη φιλία φλέγεται. Διατηρώ ανοιχτό το για τι/από τι φλέγεται. Σκόρπιες υποθέσεις: να κατανοήσει, να νιώσει, να αξιολογήσει, να δει, να δικαιολογήσει, να υπερβεί, να θεωρητικοποιήσει, να απολαύσει, να απαλλαγεί από τη μοναξιά ή να την επιλέξει. Όλα τα θεωρώ πιθανά, ως το τέλος, ενάντια σε κάθε μονοσημία.

Τώρα, διαβάζω το I love Dick. Το αναφέρω γιατί κάπως τα νήματα υπάρχουν, όχι άμεσα ίσως, αλλά υπάρχουν, και κυρίως έχουν να κάνουν με την επιστολική μορφή, και όσα εκείνη φέρει μαζί της από τις απαρχές της αλληλογραφίας και των πάσης φύσεως σημειωμάτων με έναν συγκεκριμένο αποδέκτη, αλλά και για την εκτεταμένη δοκιμιακή διακειμενικότητα, για την πυρετώδη αναζήτηση στη θεωρία, για την απόπειρα κατανόησης, κάπου αναφέρεται το εξής, πιστεύω αντιπροσωπευτικό και αποκαλυπτικό: «Νομίζω ότι είμαι η ιδανική σου αναγνώστρια - ή ότι, η ιδανική αναγνώστρια είναι αυτή που είναι ερωτευμένη με τον συγγραφέα και ξεψαχνίζει το κείμενο ψάχνοντας να βρει στοιχεία γι' αυτόν τον άνθρωπο και τον τρόπο που σκέφτεται». Θα μπορούσε, κάνοντας παιχνίδι με τις λέξεις, να ειπωθεί και ως: Νομίζω πως είσαι η ιδανική μου αναγνώστρια - ή ότι ιδανική αναγνώστρια είσαι εσύ που είσαι ερωτευμένη με τον συγγραφέα και ξεψαχνίζεις το κείμενο ψάχνοντας να βρεις στοιχεία γι' αυτόν τον άνθρωπο και τον τρόπο που σκέφτεται/αισθάνεται για σένα. Τι λέτε;

Η παρούσα, τελικά, θα είναι η ύστατη ανάρτηση πριν τη θερινή ανάπαυση, το αποφάσισα στα μισά του κειμένου αυτού, αρχικά σκεφτόμουν πως θα ήταν η προτελευταία, αφήνοντας για το τέλος μια πιο απολογιστική, πιο προγραμματική, πιο προσωπική, γεμάτη ευχές, ευχαριστίες και αποφάσεις εν όψει της νέας χρονιάς, όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή. Διάβασα δύο φορές το λήμμα αυτό, όχι δεν τόλμησα την αγγλική εκδοχή του, και η τομή ανάμεσα στο συναίσθημα και τη σκέψη υπήρξε μια χαράδρα τρομακτικής ομορφιάς, οριακής επίσης ίσως. Και κάποιες στιγμές ψάχνουμε ή είμαστε έτοιμοι να διαβάσουμε κάτι που θα συμπυκνώνει με τον δικό του τρόπο κάτι πιο χαοτικά διάχυτο εντός μας. Και εδώ αυτό ήταν η χαράδρα αυτή ανάμεσα στο συναίσθημα, για το οποίο λίγα (πιστεύουμε πως) μπορούμε να κάνουμε, μια διαδρομή (αμιγώς) βιωματική, και τη γνώση για την οποία πολλά (πιστεύουμε πως) μπορούμε να κάνουμε, μια διαδρομή (αμιγώς) συνειδητή. Κάθε χαράδρα τείνει στα βάθη της να καταλύει το ενδιάμεσο κενό.

Με το καλό να τα πούμε τον Σεπτέμβρη.

Εκδόσεις Periplaneta

Πέμπτη 6 Ιουλίου 2023

Διψαλέοι σκύλοι - Glen Emery

Πάνε πια χρόνια από τότε που μια στιγμιαία σύγχυση μου χάρισε μια παντελώς απρόσμενη αναγνωστική εμπειρία. Αρχές της προηγούμενης δεκαετίας και το παζάρι βιβλίου στην Κλαυθμώνος ήταν σε εξέλιξη. Ανάμεσα σε δεκάδες τίτλους με τους οποίους φλέρταρα, λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένα, ήταν και το Mini-passeport ενός Τυμπόρ Τάρντος, κάπου προς το τέλος των πάγκων, μέρος που ήδη καλυπτόταν από την πολυπληθή ουρά για το ταμείο. Βιαστικά και σε καθεστώς ζάλης μετά από τόση ώρα εκεί, διάβασα Τοπόρ και το μυαλό μου πήγε στον συγγραφέα-ζωγράφο, μέλος του Κινήματος του Πανικού, μαζί με τον Αρραμπάλ και τον Γιοντορόφσκι. Ενθουσιασμένος πρόσθεσα το ολιγοσέλιδο αυτό βιβλίο στη στοίβα που με μαεστρία επί ώρα ισορροπούσα. Όταν κατάλαβα το λάθος μου ήταν πια αργά, είχα ήδη απομακρυνθεί από το ταμείο. Διάβασα εκείνο το βιβλίο κυρίως (πιστεύω τώρα πια) για να με δικαιολογήσω για την επιλογή αλλά και για να έρθω αντιμέτωπος με μια παντελώς τυχαία ανάγνωση βιβλίου, μηδενικών ή ίσως και αρνητικών προσδοκιών. Κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα τότε.

Εκείνο το βιβλίο, που αποδείχτηκε τρομερά ενδιαφέρον πέραν πάσης προσδοκίας, ήταν ένα ιδιότυπο μυθιστόρημα περιπλάνησης, μια εκδοχή του διάσημου Στο δρόμο του Κέρουακ, που διαδραματιζόταν στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Μια ιστορία αλητείας σε ένα περιβάλλον ανοίκειο, εντελώς διαφορετικό απ' ό,τι είχα διαβάσει προερχόμενο από εκείνη τη μεριά του πλανήτη, μη στρατευμένο στη μια ή την άλλη πλευρά ανάγνωσης της ιστορίας. Ανακαλώ συχνά εκείνο το βιβλίο που εν πολλοίς πέρασε απαρατήρητο από τα περισσότερα αναγνωστικά ραντάρ. Το θυμήθηκα πάλι όταν ξεκίνησα να διαβάζω το Διψαλέοι σκύλοι του Γκλεν Έμερι, βιβλίο που οι ιστορίες του διαδραματίζονται στην Πράγα μετά την πτώση του καθεστώτος αλλά και τη διαίρεση της Τσεχοσλοβακίας στα δύο. Κάποτε, πάνε χρόνια, κάπου κάπως είχα διαβάσει την ιστορία του σε ένα αφιέρωμα, μάλλον σε κάποιο ένθετο κάποιας κυριακάτικης έκδοσης εφημερίδας. Τον θυμάμαι να λέει πως γνώριζε μόνο τη νυχτερινή εκδοχή της Πράγας αφού ως ιδιοκτήτης μπαρ περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας κοιμώμενος. Άγνωστο πώς, το ρεπορτάζ εκείνο έμεινε σε μεγάλο βαθμό ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη μου. Άγνωστες οι βουλές και οι διαδρομές της μνήμης.

Η πρόσφατη κυκλοφορία αυτού του βιβλίου από τις, σχετικά νεοσύστατες, εκδόσεις Periplaneta, ήταν μια έκπληξη για μένα, αφού δεν γνώριζα τίποτα σχετικά με το ενδεχόμενο έκδοσής του στα ελληνικά. Ανακατάταξη αναγνωστικού προγραμματισμού αριθμός τεράστιος πια για να προκαλεί την όποια εντύπωση. Το Διψαλέοι σκύλοι, όπως μεταφράστηκε το Thirsty dogs του πρωτότυπου τίτλου, προερχόμενο από την ονομασία ενός εκ των μαγαζιών που ο Έμερι είχε στην Πράγα, καταφέρνει να αποδώσει το πνεύμα του βιβλίου, επιλογή που παρότι αρχικά ξενίζει για την εκκεντρικότητά της σε σχέση με κάτι πιο αναμενόμενο, όπως το διψασμένοι για παράδειγμα, αποδεικνύεται άκρως λειτουργικός, ένα κρέντιτ που οφείλει να δοθεί στους συντελεστές της, ιδιαίτερα προσεγμένης και όμορφης, έκδοσης. Το βιβλίο αποτελείται από μια σειρά ολιγοσέλιδων ιστοριών, ένα κάποιου είδους μεμουάρ του τρόπου με τον οποίο ο Έμερι βίωσε τη δεκαετία του ενενήντα, κυρίως αυτή, στην Πράγα, μια περίοδος ιλιγγιώδους μετάβασης σε καπιταλιστικό περιβάλλον.

Πέρα από τη δεδομένη ιδιαιτερότητα της αφήγησης ενός ανθρώπου της νύχτας, σημαντικός παράγοντας στο ενδιαφέρον της αναδρομής σε εκείνη τη μακρινή πια δεκαετία είναι και η ξενότητα του παρατηρητή και υποκειμένου της αφήγησης. Η ματιά του ξένου, αρκετά διαφορετική από εκείνη κάποιου γηγενούς, πάντοτε θα έχει αναπόφευκτα κάτι από Μπόουλς αλλά και Τσάτγουιν, κάτι το ενδιαφέρον ως προς τις γενικότερες προσλαμβάνουσες αλλά και τα φίλτρα μέσω των οποίων ο ξένος παρατηρεί και βιώνει διάφορες καταστάσεις σε ένα περιβάλλον μη οικείο, φέροντας στις πλάτες του ένα δεδομένο πολιτισμικό σαμάρι. Η λογοτεχνική φιλοδοξία του Έμερι δεν υπερβαίνει την απλή αποτύπωση των ιστοριών αυτών, δεν αφήνει κανένα περιθώριο ώστε να χαρακτηριστούν ως διηγήματα τα κείμενα αυτά, στόχος του είναι να μοιραστεί κάποιες, κατά βάση, αστείες ιστορίες, ενδεικτικές εκείνης της περιόδου, όταν αρκετοί ξένοι πέρασαν, για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, από εκεί, πριν η Πράγα καθιερωθεί ως ναυαρχίδα του παγκόσμιου τουρισμού και μετατραπεί σε ένα ιδιότυπο θεματικό πάρκο, ομογενοποιημένο πια με τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, όταν πια τίποτα δεν θυμίζει εκείνα τα χρόνια ανάμεσα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την πτώση του καθεστώτος.

Ο Έμερι αποδεικνύεται ένας αξιοπρεπέστατος αφηγητής των ιστοριών του, που, με απλά μέσα και χωρίς να ρισκάρει με αφηγηματικές περιπλοκότητες, πετυχαίνει να αποδώσει το κλίμα της εποχής, χωρίς να υποκύπτει στη νοσταλγία ή στη γαματοσύνη των περασμένων, εκείνων που ως νέος έζησε αντίθετα με τους σημερινούς νέους τους καταδικασμένους σε ένα κακέκτυπο εκείνων των χρόνων της περιπέτειας και της ελευθερίας. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που ευτυχώς λείπει από τις ιστορίες αυτές, χαρακτηριστικό που η παρουσία του θα τους προσέδιδε ένα τόνο διδαχής και ύστερης μεσήλικης μιζέριας για το παρόν, γνώριμης και συχνής δυστυχώς εντός και εκτός λογοτεχνίας. Το Διψαλέοι σκύλοι διαβάζεται ευχάριστα και πετυχαίνει να υπερκεράσει τα ειδολογικά όρια του ντοκουμέντου. Καλώς ή κακώς φέρει ένα περιβάλλον που σε διάφορους τομείς σήμερα δεν γίνεται αποδεκτό, κυρίως ως φέρον έντονο το στοιχείο του ρεαλισμού της πραγματικότητας. Αρκετές αποστροφές του λόγου και κάποιες αντιδράσεις του αφηγητή-πρωταγωνιστή χτυπάνε τον συναγερμό της μη ορθότητας στον σημερινό αναγνώστη, κυρίως στη θέση της γυναίκας και της αντιμετώπισής της, αλλά και, σε μικρότερο βαθμό, κάποιων αποχρώσεων ρατσιστικού λόγου. Παρότι ίσως ξενίσουν, οι ιστορίες διαθέτουν κάτι από την αυθεντικότητα των περασμένων, καθιστώντας πιο ολοκληρωμένη την εικόνα για την εποχή εκείνη, τον τρόπο με τον οποίο γινόταν η διάκριση σε αποδεκτό και μη αποδεκτό λόγο, βοηθώντας έμμεσα στη μη άκριτη μυθοποίηση του παρελθόντος.

Το βιογραφικό του Έμερι είναι από μόνο του τρομερά ενδιαφέρον, ένας περιπλανημένος, πρακτικά άπατρις, γεννημένος στον Καναδά, που κάποια στιγμή εγκαταστάθηκε στην Πράγα και συμμετείχε με τον τρόπο του στη μετάβαση και την εξέλιξή της ως τη σημερινή εποχή. Ο συγγραφέας δεν προσπαθεί, όχι έντονα τουλάχιστον, να στηθεί στο μέσο του κάδρου, όσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό δεδομένης της προσωπικής φύσης των ιστοριών αυτών. Το κωμικό στοιχείο είναι έντονο χωρίς να υποκύπτει στην προσποίηση, χωρίς να τραβά τα σκηνικά από τα μαλλιά, διατηρώντας στον μεγαλύτερο αριθμό των ιστοριών αλώβητη τη σύμβαση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς να ενδιαφέρει ωστόσο τον αναγνώστη, όχι εμένα τουλάχιστον, μια ενδεχόμενη μυθοπλαστική μεταποίηση κατά τη μεταφορά τους στο χαρτί. Μια ευχάριστη και απροσδόκητη αναγνωστική έκπληξη ήταν το βιβλίο αυτό, που μεταξύ άλλων μου θύμισε πόσο είχα απολαύσει το Μεθυσμένο ημερολόγιο του Τόμσον.

υγ. Πλήθος διακειμενικών αναφορών στο κείμενο αυτό και ας τα πάρουμε με τη σειρά: Για το Mini passeport του Τυμπόρ Τάρντος περισσότερα θα βρείτε εδώ, για τον Ένοικο του Τοπόρ εδώ, για το Ψηλά πάνω από τον κόσμο του Μπόουλς εδώ, για το Ουτς του Μπάλντγουιν εδώ και για το Hell's Angels του Τόμπσον εδώ.

Μετάφραση Βασιλίνα Βαλλίνα Παπανικολάου
Εκδόσεις Periplaneta