Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2020

Μέχρι την επόμενη φορά




Παππούδες και γιαγιάδες αντικρίζουν για πρώτη φορά τα εγγόνια τους. Με τον καιρό μαθαίνεις να τους αναγνωρίζεις μέσα στο πλήθος που περιμένει. Κοιτάζουν διαφορετικά την πόρτα που ανοιγοκλείνει αυτόματα. Χαρούμενοι, συγκινημένοι, φοβισμένοι, αμήχανοι. Έχουνε φτάσει ώρες πριν. Η συναισθηματική έκρηξη σε αυτόν τον μη τόπο ακολουθεί. Ένα ψιθυριστό  αντάμωμα, ένα ελάχιστο πάγωμα του χρόνου στον ναό της αδιάκοπης κίνησης, ενώ η ροή αδιαφορεί και απλώς τους παρακάμπτει. Ο παππούς φεύγει για να φέρει το αμάξι κοντά στην έξοδο, φεύγει και κοιτάζει πίσω του. Η γιαγιά διστάζει να ζητήσει να κρατήσει το μωρό στην αγκαλιά. Είναι το ίδιο αεροδρόμιο όπου θα αποχαιρετιστούν λίγες μέρες μετά. Μέχρι την επόμενη φορά.

Αυτή ήταν για μένα η πιο δυνατή εικόνα του 2019.

Κινδυνεύω, εκμυστηρεύτηκα σ' έναν φίλο, να γίνω ευαγγελιστής της θετικής σκέψης. Εκείνος γέλασε. Δεν είπε: όχι, δεν κινδυνεύεις. Αναπόφευκτα, ένα απολογιστικό κείμενο αποτυπώνει άνισα το παρελθόν. Η λήθη λειαίνει τις γωνίες. Τη σκέψη διαμορφώνει ο καιρός έξω από το παράθυρο. Δεν είναι κάποια σοφία αυτή. Το ένστικτο της επιβίωσης είναι το πλέον δυνατό. Ποικίλει από ον σε ον. Θέλω να πω απλώς πως ο καθένας βρίσκει τον τρόπο του. Ή, τουλάχιστον, ελπίζει να τον βρει πριν να είναι αργά. Αυτές τις μέρες δεν διαβάζω πολύ. Αυτό οφείλεται σ' ένα πλήθος παραγόντων, ισορροπεί κάπου ανάμεσα στη μη επιθυμία και την ανάγκη, στις προτεραιότητες και τους περιορισμούς. Διαβάζω αργά τα διηγήματα του Ντένις Τζόνσον, Η γενναιοδωρία της γοργόνας (μτφρ. Κώστας Σπαθαράκης, εκδόσεις αντίποδες). Ταιριάζει ο τρόπος του Τζόνσον στις ημέρες αυτές. Η αποσπασματικότητα, οι αφηγήσεις που ανοίγουν για να κλείσουν αργότερα, η τοποθέτηση του δημιουργού στο κέντρο όλων σχεδόν των ιστοριών. Ο καρβερικός τρόπος να κοιτάζει κανείς τα πράγματα. Πάντα κάτι λείπει. Πότε ασχολείσαι με αυτό και πότε με ό,τι απέμεινε.

Τις ημέρες αυτές ξεφυλλίζω τις αναρτήσεις του μπλογκ. Ανοίγω συρτάρια και βρίσκω σημειωματάρια. Διατρέχω τις σημειώσεις στο κινητό. Είναι ο τρόπος μου να αποχαιρετώ. Είναι όμως κι ο τρόπος μου να προσμένω. Αυτή την κουκκίδα φοβάμαι, μήπως τη δω να στέκει ακίνητη. Τις τελευταίες μέρες έμαθα πως πρέπει να δικαιολογούμε όσα νιώθουμε, πως δεν αρκεί απλώς να τα νιώθουμε. Στον διάολο, σκέφτηκα. Όσο και αν νιώθουμε οικεία, η ψηφιακή εγγύτητα μας ζορίζει όλους. Να το θυμάμαι αυτό. Έφυγα και γύρισα αρκετές φορές στην πόλη όπου έζησα την ενήλικη ζωή μου. Τρόμαξα κάπως. Περιβάλλον ανοίκειο, λογοτεχνικό. Ένιωσα να μικραίνω όσο ο κόσμος γύρω μου μ(εγ)άλωνε. Η καθημερινότητα σε εξοπλίζει με φίλτρα, δεν βλέπεις έτσι τα πάντα, δεν ακούς τα πάντα, δεν νιώθεις τα πάντα. Αλλιώς θα έστεκες ακίνητος γυρεύοντας κουράγιο να κλάψεις με λυγμούς. Στην απόσταση τα φίλτρα επαναρυθμίζονται, άλλοι τόποι, άλλοι κίνδυνοι. Τα φίλτρα τρέφονται από τη ρουτίνα. 

Συνάντησα αρκετούς φίλους τις μέρες αυτές. Με κάποιους ήταν μαγικά. Με κάποιους παράξενα. Συνειδητοποίησα πως έχω αγαπημένο καναπέ, εκεί νιώθω πάντα οικεία. Έχω απάντηση στην ερώτηση: με ποιον θες να πας για παπούτσια; Η παρουσία των φίλων καταστέλλει τον φόβο, ακόμα και στην απόσταση. Γίνομαι λίγο κακός πεθερός με τους συντρόφους εκείνων που αγαπώ. Απέκτησα τρία ανίψια φέτος, έτσι τα νιώθω. Οι φίλοι μας χωρίζουν, η ζωή όμως προχωρά. Στον ψηφιακό ζόφο καταφέρνουμε να μυριζόμαστε μεταξύ μας, είναι κι αυτή μια ικανότητα, όπως και να το κάνεις. Νιώθω τυχερός που μπορώ ακόμα να ονομάζω κάποιον φίλο. Η απώλεια παραμονεύει στη γωνία. Όποιος δεν το βουλώνει μπροστά στον θάνατο δεν θα έχει τον σεβασμό μου.
  
Το 2019 συνειδητοποίησα πως το αγαπημένο μου χρώμα είναι το πράσινο. Κυριαρχεί γύρω μου, το αναζητώ όταν λείπει, εκπλήσσομαι διαρκώς από τις αποχρώσεις του. Τριάντα επτά γίνομαι σε λίγες εβδομάδες και να που απέκτησα αγαπημένο χρώμα. Αυτό και αν είναι παράδοξο. Δεν είναι όμως μικρό πράγμα να έχει κανείς αγαπημένο χρώμα. Διάβασα αρκετά βιβλία ελληνικής λογοτεχνίας φέτος, εκ των υστέρων συνειδητοποιώ πως το είχα ανάγκη, όχι τόσο για τη γλώσσα, όσο για εκείνα τα μικρά, ελάχιστα πράγματα που αποτελούν μέρος της πραγματικότητάς μου, εκείνα τα μικρά εξ αποστάσεως μοιράσματα ανάμεσα σε συγγραφέα και αναγνώστη, τα κοινά βιώματα. Την ατάκα του Σπετσιώτη για τη Μποφίλιου, την καθημερινότητα του Βαγγέλη στο παγωμένο Γκντανσκ και την Τίνα κάπου στην Αθήνα, ανάμεσα σε άλλα. Τέτοια πράγματα είχα ανάγκη. Είχα ανάγκη και από επιστροφές. Η Μάγα στο Παρίσι, η επιθυμία για μάτε στο Μπουένος Άιρες. Τον Βακαλόπουλο τον μετέθεσα τελικά για την αρχή της νέας δεκαετίας. Το καλύτερο βιβλίο που διάβασα -και δεν μπορώ να δικαιολογήσω γιατί πιστεύω πως ήταν το καλύτερο- ήταν το Ο άλλος μέσα του (Sam Shepard, μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδόσεις Πατάκης). Αναγνωστική εμπειρία ήταν οι μέρες που πέρασα διαβάζοντας το Ζωή, οδηγίες χρήσεως (Georges Perec, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Ύψιλον). Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, νιώθω πως δεν διάβασα όσο θα ήθελα. Δεν είναι θέμα σελίδων. Είναι θέμα αίσθησης, κάποιος πυρήνας άγχους. Άγχος για τα όσα κάνει κανείς, άγχος και για το τέλος. 

Δεν είχα κάτι συγκεκριμένο κατά νου ξεκινώντας το κείμενο αυτό. Μια περιστροφή γύρω από τον ήλιο ολοκληρώθηκε. Ο χρόνος περνάει. Τέτοια κλισέ σκεφτόμουν.
   

1 σχόλιο:

  1. "Μια περιστροφή γύρω από τον ήλιο ολοκληρώθηκε"... Σπάνια διακιώνεται αυτή η φράση στο βαθμό που της επιτρέπει αυτό το κείμενο :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή