Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2022

Πρόσωπα σε απόγνωση - Paula Fox

Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος που το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε στα ελληνικά, με την άκρως υμνητική εισαγωγή του Τζόναθαν Φράνζεν να το συνοδεύει. Αφού ανεβοκατέβηκε στη στοίβα με τα προς ανάγνωση, έφτασε η στιγμή του, διόλου τυχαία σε μια εποχή που γυροφέρνω την ιδέα να επανέλθω, μετά από χρόνια ολόκληρα, στη φιλμογραφία του Μπέργκμαν. Άργησε γιατί δεν είναι απλό να νιώσει κανείς συναισθηματικά έτοιμος για μια ιστορία όπως αυτή που το οπισθόφυλλο περιγράφει και ο τίτλος υπογραμμίζει, ένα δράμα με ένα ζευγάρι σε κρίση παρότι —φαινομενικά— όλα μοιάζουν να βαίνουν καλώς, μια ιστορία γνώριμη, όχι μόνο λογοτεχνικά. Και δεν είναι απλό, γιατί ο κίνδυνος να αντικρίσεις κάποια ρωγμή στη δική σου ζωή παραμονεύει στη γωνία του δωματίου των Μπέντγουντ.

Δεκαετία τού εξήντα, ο Ότο και η Σόφη Μπέντγουντ ζουν στο Μπρούκλιν, είναι μορφωμένοι και ευκατάστατοι, έχουν μόλις ανακαινίσει το σπίτι τους. Η εποχή που σκέφτονταν να αποκτήσουν παιδί έχει παρέλθει προ πολλού. Εκείνος δουλεύει ως δικηγόρος, έχει τη δική του εταιρεία, εκείνη σποραδικά μεταφράζει από τα γαλλικά. Κάνουν μια καλή ζωή, έντονα κοινωνική, χωρίς στερήσεις και άγχη, απολαμβάνουν τα προνόμια τους. Ένα —φαινομενικά— απλό συμβάν έρχεται να ταρακουνήσει την ήρεμη επιφάνεια των πραγμάτων. Μια αδέσποτη γάτα, που συχνάζει στην κοινόχρηστη πίσω αυλή και η Σόφη με αγάπη φροντίζει, τη δαγκώνει. Καθυστερεί να πει στον Ότο τι συνέβη, νιώθει μια ενοχή, έναν φόβο παιδικό. Έτσι ξεκινάει η ιστορία αυτή, από αυτό το μικρό, ελάχιστο γεγονός. Μια ανεπαίσθητη δόνηση έρχεται να ταρακουνήσει συθέμελα ένα ολόκληρο οικοδόμημα.

Η ιστορία λαμβάνει χώρα σε ένα διάστημα λίγων ημερών. Το δάγκωμα της γάτας, ο φόβος για μια πιθανή μόλυνση, η αμφιθυμία της Σόφη σχετικά με το αν χρειάζεται ή όχι ιατρική φροντίδα, η εναλλαγή των συναισθημάτων του Ότο από την αυστηρότητα στη φροντίδα και πάλι πίσω, μαζί με μια σειρά από μικροσυμβάντα της καθημερινότητας συνθέτουν τον καμβά της ζωής των Μπέντγουντ. Η επιμονή της Φοξ στο ελάχιστο έρχεται να αναδείξει τη σπουδαιότητα της λεπτομέρειας, των μικρών πραγμάτων. Το ελάχιστο ρήγμα που προσφέρει απλόχερα διέξοδο στο υγρό που κοχλάζει κάτω από την επιφάνεια. Δεν είναι τυχαία η επιλογή ενός επιτυχημένου ζευγαριού, που η ζωή του κυλάει άκοπα, που ο αγώνας για τα πιο απλά πράγματα δεν μακιγιάρει τις πιο μύχιες σκέψεις και δεν βαραίνει τα βλέφαρα. Και όμως το συναίσθημα δεν υπακούει στη θετική αποτίμηση των πραγμάτων με βάση τη λογική, η αποτυχία δεν αποτυπώνεται πάντοτε με νούμερα και λόγια.

Η Φοξ, με οξυδέρκεια και υπομονή, πλησιάζει και παρατηρεί τους Μπέντγουντ, ενώ χρησιμοποιεί έναν παντογνώστη αφηγητή που προσέρχεται χωρίς διάθεση να κρίνει, ούτε όμως και να κατανοήσει. Διατηρεί την απαραίτητη απόσταση, επιχειρώντας να ισορροπήσει με αμεροληψία απέναντι στα δύο πρόσωπα, να αποφύγει τις ταμπέλες σωστό-λάθος, δίκιο-άδικο, ενοχή-αθωότητα. Κανείς δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Ωστόσο, η Φοξ επιλέγει να εστιάσει περισσότερο στον εσωτερικό κόσμο της Σόφη, στις σκέψεις και τα συναισθήματά της, ο αναγνώστης λίγα πράγματα μαθαίνει για τον Ότο και αυτά ως απλός εξωτερικός παρατηρητής των αντιδράσεων του, των σκέψεων και των συναισθημάτων της Σόφη γι' αυτόν. Αυτό αποτελεί ένα μειονέκτημα της αφήγησης, καθώς η ισορροπία τελικά δεν αποτυπώνεται, η Σόφη μοιάζει να βρίσκεται σε μεγαλύτερη απόγνωση από τον Ότο, με εκείνον να λαμβάνει μεγαλύτερο μέρος ενοχής γι' αυτό απ' όσο του αναλογεί με βάση την ίδια την αφήγηση των γεγονότων.

Η συγγραφέας, παρότι εστιάζει στο ζευγάρι, πετυχαίνει να αποτυπώσει ικανοποιητικά και το χωροχρονικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν, την πόλη και τους ανθρώπους της, με προσεγμένους δεύτερους ρόλους, κυρίως αυτόν του συνεταίρου του Ότο, αλλά και λεπτομέρειες από τον έξω κόσμο, όπως η οικιστική αναδιαμόρφωση της πόλης, τα υψηλά ενοίκια και η βρώμα στους δρόμους. Το περιβάλλον παίζει άλλωστε καθοριστικό ρόλο. Τα διαλογικά μέρη του μυθιστορήματος είναι υποδειγματικά, χωρίς να είναι υπερβολικά θεατρικά, προωθούν την πλοκή ενώ ταυτόχρονα ολοκληρώνουν τα πρόσωπα. Η χρήση παρομοιώσεων είναι καθοριστικής σημασίας στην αφήγηση, καθώς, πέραν του στολισμού της, μέσω αυτών γίνεται απόπειρα να γίνει συγκεκριμένο το αόριστο, να δοθεί απάντηση στο πώς νιώθει η Σόφη, μια γέφυρα, όχι πάντοτε στέρεη, με τον απτό κόσμο. Εκείνο στο οποίο η Φοξ αποδεικνύεται άριστη μαστόρισσα είναι η μαεστρία με την οποία διατηρεί την ένταση, που δεν την εκτονώνει, που αρνείται τις ευκολίες των κορυφώσεων και το δέλεαρ των δήθεν λύσεων. Η χαμηλότονη αφήγηση επιτείνει το αίσθημα ασφυξίας, το εύρημα με το δάγκωμα της γάτας λειτουργεί θεσπέσια και όχι μόνο σε επίπεδο συμβολικό.

Η Φοξ παίρνει το ρίσκο να τοποθετήσει το ζευγάρι απέναντι σ' έναν αναγνώστη που θα σκεφτεί ειρωνικά: έχουν και οι πλούσιοι τα προβλήματά τους· έναν αναγνώστη που καμία ενσυναίσθηση δεν θα νιώσει για τον Ότο και τη Σόφη, έναν αναγνώστη για τον οποίο ίσως να αποτελεί πολυτέλεια η ενασχόληση με τον ίδιο του τον εαυτό. Και είναι ένα ρίσκο ελιτισμού, μια λογοτεχνία που δεν αφορά το σύνολο του κόσμου εκεί έξω, ούτε κατά τη δεκαετία του εξήντα, αλλά ούτε και σήμερα. Δεν μπορώ να ξέρω πώς το ρίσκο αυτό λειτουργεί στο σύνολο του αναγνωστικού κοινού, εκείνο που ξέρω είναι πως η ανάγνωση του, λογοτεχνικά άρτιου, Πρόσωπα σε απόγνωση με αναστάτωσε συναισθηματικά, λειτουργώντας υποβλητικά, ένιωσα το συναίσθημα του πνιγμού, το κοινό έδαφος, που καθιστά την ιστορία των Μπέντγουντ ανθρώπινη και στον πυρήνα της οικουμενική, παρά τις κοινωνικοπολιτικές της ιδιαιτερότητες, την αδυναμία υπόταξης του συναισθήματος στη λογική, τη σκληρή απουσία ενός εγχειριδίου επιτυχούς πλοήγησης.

Μετάφραση Ρένα Χατχούτ
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2022

Kuessipan - Naomi Fontaine

Στη γλώσσα των Ιννού, kuessipan θα πει είναι η σειρά σου. Η Ναομί Φονταίν γεννήθηκε στο Uashat, προστατευόμενη οικιστική περιοχή των Ιννού στον Καναδά, το 1987. Αυτό είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. Το Kuessipan ανήκει στη λογοτεχνία των Πρώτων Εθνών. Η ιδιαίτερη καταγωγή του βιβλίου αποτέλεσε ταυτόχρονα πόλο έλξης και προβληματισμού, γέννησε την περιέργεια αλλά ταυτόχρονα καλλιέργησε και τον σκεπτικισμό. Να εξηγήσω: ο λογοτεχνικός εξωτισμός δεν είναι ιδιαίτερα του γούστου μου, γεγονός που με κρατάει μακριά από ένα αρκετά μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής, στερώντας μου, πέραν πάσης αμφιβολίας, την επαφή με σημαντικά βιβλία. Το τίμημα της προκατάληψης είναι πάντοτε υψηλό· η ασφάλεια δεν προστατεύει μόνο. Ωστόσο, εδώ, δεν ήταν αρκετό για να με κρατήσει ολότελα σε απόσταση, η περιέργειά μου ενεργοποιήθηκε, ίσως το ένστικτο του αναγνώστη να απαίτησε τον χώρο του για να ακουστεί. Έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου και διάβασα τις πρώτες γραμμές:

Επινόησα ζωές. Ο άνδρας με το ταμπούρλο δεν μου μίλησε ποτέ για τον εαυτό του. Ύφανα την ιστορία παρατηρώντας τα ταλαιπωρημένα χέρια του και την κυρτή του πλάτη. Μουρμούριζε σε μια γλώσσα παλιά, μακρινή. Ισχυρίστηκα πως γνώριζα τα πάντα γι' αυτόν. Τον άνδρα που επινόησα, τον αγαπούσα. Και τις ζωές, τις άλλες, τις έκανα όμορφες. Ήθελα να δω την ομορφιά, ήθελα να τη φτιάξω. Να αναμορφώσω τα πράγματα —δεν θέλω να τα ονομάσω— για να κρατήσω μόνο το κάρβουνο που καίει ακόμα στην καρδιά των πρώτων κατοίκων. Η περηφάνια είναι ένα σύμβολο, ο πόνος είναι το τίμημα που δεν θέλω να πληρώσω. Κι όμως επινόησα. Δημιούργησα έναν κόσμο ψεύτικο. Έναν καινούργιο καταυλισμό, όπου τα παιδιά παίζουν έξω, οι μάνες γεννούν παιδιά για να τ' αγαπήσουν και κρατάμε ζωντανή τη γλώσσα. Θα προτιμούσα τα πράγματα να λέγονταν πιο εύκολα, να τα διηγούμουν, να τα κατέγραφα, χωρίς να ελπίζω σε τίποτα, παρά μόνο στην κατανόηση. Αλλά ποιος θέλει να διαβάζει λέξεις όπως ναρκωτικά, αιμομιξία, αλκοόλ, μοναξιά, αυτοκτονία, πέτσινες επιταγές, βιασμός; Πονάω κι ακόμα δεν έχω πει τίποτα. Δεν μίλησα για κανέναν. Δεν τολμάω.

Ένιωσα έλξη, την άκρατη επιθυμία να συνεχίσω παρακάτω. Το εναρκτήριο απόσπασμα έμοιαζε με μια δήλωση συγγραφικών προθέσεων. Η αγωνία της αφηγηματικής φωνής αναδυόταν ανεπιτήδευτη, καμία διάθεση για πώληση εξωτισμού δεν διαφαινόταν στον ορίζοντα. Ο κοφτός, ποιητικός λόγος της Φονταίν υποστήριζε το αίτημα της αφηγήτριας, «ήθελα να δω την ομορφιά, ήθελα να τη φτιάξω», χωρίς να επιτρέπει ωστόσο στην ωραιοποίηση να εισβάλλει. Η ειλικρίνεια της πρόθεσης, η παραδοχή της αφηγηματικής κατασκευής, η ικανοποίηση της ανάγκης, όλα αυτά ήταν εξ αρχής παρόντα, δοσμένα με έναν ιδιαίτερα θελκτικό λογοτεχνικό τρόπο. Το Kuessipan θα μπορούσε να είναι μια πολυσέλιδη σάγκα, η συγγραφέας επέλεξε ωστόσο κάτι πιο αφαιρετικό, ένα ιδιότυπο κολάζ από στιγμιότυπα, επιλογή άκρως λειτουργική τόσο σε επίπεδο κατασκευής όσο και απόλαυσης. Η θραυσματική αφήγηση, χωρισμένη σε μικρά κεφάλαια, πολλά εκ των οποίων με έκταση μικρότερη της μιας σελίδας, υπηρετεί τις συγγραφικές προθέσεις. Το βιβλίο, από τις πρώτες γραμμές, στήνεται πάνω σε ζεύγη αντιθετικά. Το ατομικό και το συλλογικό, το πραγματικό και το μυθοπλαστικό, το ρεαλιστικό και το ευκτικό, το χτες και το σήμερα, μεταξύ άλλων. Τα ζεύγη αυτά ωστόσο δεν συγκρούονται αλλά αλληλοσυμπληρώνονται.

Μιλώντας για αντιθετικά ζεύγη, αξίζει να σταθεί κανείς στη γλώσσα. Η αφηγήτρια, αναγκαστικά, καταφεύγει στα γαλλικά για να αφηγηθεί την ιστορία αυτή, η γλώσσα των Ιννού είναι μια γλώσσα προφορική άλλωστε. Αυτή η επιλογή αποτελεί μια αντίφαση στα θεμέλια του βιβλίου, μια αντίφαση που ωστόσο λειτουργεί και δεν υπονομεύει. Η γλώσσα είναι καθοριστική στην πρόσληψη και την αποτύπωση του συναισθήματος, του μέσα και του έξω κόσμου, του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται κανείς τα πράγματα, που επικοινωνεί και ονειρεύεται. Ο μηχανισμός λειτουργίας της γλώσσας αποτελεί ένα πολιτισμικό στοιχείο στο οποίο αναγράφεται μεγάλο μέρος των κοινωνικοπολιτικών ιδιαιτεροτήτων. Η εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας από τους Ιννού είναι η βασικότερη επιδίωξη της καναδικής κυβέρνησης, η περιβόητη ενσωμάτωση, μια έννοια έμπλεη αντιφάσεων, όπως καθετί που κατασκευάζεται με όρους μονόδρομου, ή προσαρμόζεσαι ή χάνεσαι. Μια γέφυρα που ταυτόχρονα απομακρύνει και συνδέει. Η ίδια η συγγραφέας διδάσκει γαλλικά στην προστατευόμενη οικιστική περιοχή όπου γεννήθηκε και ζει. Αυτές οι προστατευόμενες οικιστικές περιοχές, η σταθερή βάση ενός λαού νομαδικού, διέπονται επίσης από αντιφάσεις, χώρος προστασίας και ταυτόχρονης ασφυξίας. Υψηλά ποσοστά αυτοκτονιών και χρήσης αλκοόλ και ναρκωτικών, αλλά και καθημερινοί αγώνες διεκδικήσεων για τη γη και την ελευθερία.

Επανέρχομαι στην αγωνία που η αφηγηματική φωνή διαθέτει και που πάνω της στήνεται ολόκληρη η κατασκευή, που πυροδοτεί αβίαστα το συναίσθημα και δικαιολογεί μια σειρά από συγγραφικές αποφάσεις και επιλογές. Μια κρυψώνα του προσωπικού που ωστόσο βρίσκει τις χαραμάδες για να αναδυθεί στην επιφάνεια, χωρίς να φωνάζει και να ωρύεται για να τραβήξει την προσοχή, χωρίς να μιλάει εξ ονόματος όλων των Ιννού, χωρίς να ισχυρίζεται πως κατέχει την απόλυτη αλήθεια, αλλά απλώς νιώθει την ανάγκη να αναμορφώσει τα πράγματα, να κρατήσει μόνο το κάρβουνο που ακόμα καίει στην καρδιά των πρώτων κατοίκων, στην καρδιά της αφηγήτριας. Η Φονταίν, χωρίς να παρασυρθεί ή να επενδύσει υπερβολικά στον εξωτισμό και το στυλιζάρισμα, στήνει μια γοητευτική και ισχυρής έλξης αφήγηση. Το Kuessipan παρά το μικρό του μέγεθος και τον αφαιρετικό του χαρακτήρα καταφέρνει να αφήσει αποτύπωμα που, συνήθως, σφιχτοδεμένες πολυσέλιδες αφηγήσεις πετυχαίνουν, και αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να δείξει την αξία του βιβλίου αυτού, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις νεοσύστατες εκδόσεις Πλήθος, σε μετάφραση Πατρίσιας Μπόνου.

υγ. Ο αφηγηματικός τρόπος της Φονταίν μου θύμισε εκείνον της Οφίλ στο Καιρός (μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδόσεις Στερέωμα), βιβλίο για το οποίο περισσότερα θα βρείτε εδώ.

Μετάφραση Πατρίσια Μπόνου
Εκδόσεις Πλήθος

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2022

Το όνομά σου - Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης

Πέρασε σχεδόν μια δεκαετία χωρίς να διαβάσω κάτι του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη. Η επαφή με το έργο του υπήρξε καταλυτική στη μεταστροφή της γνώμης μου ως νεαρού αναγνώστη τότε για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία εν γένει. Έκτοτε, αναζητούσα, μεταξύ άλλων, το όνομά του σε κάθε αφιέρωμα με προσεχείς κυκλοφορίες, μάταια ωστόσο, μέχρι που πριν από κάποιες μέρες αντίκρισα με χαρά τη νέα του νουβέλα, Το όνομά σου, στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, πάντα από τις εκδόσεις Ροδακιό. Κάθε προτεραιότητα παραμέρισε στην άφιξη του βιβλίου αυτού στο σπίτι, η σειρά με τα προς ανάγνωση αναπροσαρμόστηκε πάραυτα, πώς αλλιώς;

Ο ανώνυμος αφηγητής πέρασε οχτώμισι χρόνια στη φυλακή. Στο αφηγηματικό σήμερα, βρίσκεται στο χωρίς ρεύμα και νερό σπίτι του. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για εκείνον όλα αυτά τα χρόνια, κανείς δεν τον υποδέχτηκε έξω από την πύλη, κανείς δεν φρόντισε να καταστήσει βιώσιμο το διαμέρισμά του, κανείς και κυρίως ο πατέρας του, το όνομα του οποίου κηλίδωσε με την αποτρόπαια πράξη του. Καθισμένος σε μια καρέκλα, με το πράσινο φωτισμό από τα μαγαζιά της γειτονιάς που άνοιξαν κατά την απουσία του να τον συντροφεύει, συνθέτει μια νοερή επιστολή προς τον πατέρα, μια επιστολή που ίσως δεν βρει ποτέ τη δύναμη ή το νόημα να γράψει και να στείλει, εξιστορώντας όσα έγιναν, μια άτυπη ομολογία σε εκείνον, τη μόνη έδρα που τον ενδιαφέρει να πείσει για τις προθέσεις του και να κερδίσει τη συγχώρεση.

Η πρωτοπρόσωπη αυτή αφήγηση διαθέτει μια συγκεκριμένη απεύθυνση, που δικαιολογεί τη συγγραφική επιλογή. Η ανάγκη του αφηγητή να μιλήσει σ' εκείνον, έστω και εν τη απουσία του, για όσα τον βαραίνουν, είναι δεδομένη, ανάγκη η οποία προσδίδει την απαραίτητη ένταση και νεύρο στα λόγια του. Ο αναγνώστης καθίσταται κατά αυτόν τον τρόπο ένας αυτήκοος μάρτυρας μιας εξομολόγησης ενός γιου προς τον πατέρα του. Ο Χατζηγιαννίδης, συνεπικουρούμενος από το έγκλημα και την ακόλουθη τιμωρία του αφηγητή, προσέρχεται προσκυνητής σ' έναν γνώριμο λογοτεχνικό, και όχι μόνο, τόπο, διαπραγματεύεται την αρχέγονη σχέση πατέρα γιου. Ο πατέρας, πανταχού παρών και εκκωφαντικά απών, ρίχνει τη σκιά του βαριά από την αρχή ως το τέλος της νουβέλας. Η νοερή επιστολή διαθέτει την αναμενόμενη παιδικότητα, δεν αποτελεί τον άτυπο διάλογο δύο ενηλίκων, πόσο μάλλον δύο ισοδύναμων μερών. Προς αυτή την κατεύθυνση, ο συγγραφέας λειτουργικά, και όχι μόνο συμβολικά, ανασύρει την παιδική ζημιά του αφηγητή με το πέταλο που βρήκε στο διπλανό χωράφι και το έφερε στο εξοχικό ποντάροντας στην καλοτυχία που εκείνο θα έφερνε, όμως, το μόνο που προκάλεσε ήταν ένα σημάδι σκουριάς που, παρά τη χρήση καθαριστικών, άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του στο πάτωμα του σπιτιού.

Με κλιμακούμενη ένταση και αποκαλύπτοντας σταδιακά τις λεπτομέρειες του εγκλήματος, ο Χατζηγιαννίδης με μαεστρία εγκλωβίζει τον αναγνώστη στο σασπένς που δημιουργεί. Με τον τρόπο αυτό τον παραπλανά, αποσπώντας αρχικά τη συνειδητή προσοχή του από τα παρασκήνια της ιστορίας, από τον αρχετυπικό χαρακτήρα της και πετυχαίνει, χωρίς εκπτώσεις στην ιστορία του, να καταστήσει τη νοερή αυτή επιστολή ένα μέρος στο οποίο κάθε αναγνώστης, αργά ή γρήγορα, αναγνωρίζει —και— κάτι δικό του, τοποθετώντας στο κέντρο της σύλληψής του το βάρος της κληρονομιάς, χωρίς ωστόσο να καθιστά την κεντρική ιστορία προσχηματική, χωρίς να έχει ανάγκη να φωνάξει τον πολυεπίπεδο χαρακτήρα των συγγραφικών του επιδιώξεων. Επιτρέπει, έτσι, στον κάθε αναγνώστη να διαβάσει τη νουβέλα κινώντας από τα δικά του βιώματα, τη δική του στάση απέναντι στα πράγματα, να δικαιολογήσει ή να κατηγορήσει, να συναισθανθεί ή όχι τον αφηγητή, να συμπορευτεί μαζί του ή να απομείνει να τον κοιτάζει από απόσταση σαν να πρόκειται για ένα τέρας.

Σφιχτοδεμένη, όπως οφείλει να είναι η μικρή φόρμα, η νουβέλα τού Χατζηγιαννίδη διαφεύγει με άνεση το όποιο κλισέ, χωρίς ωστόσο να επιζητά την πρωτοτυπία ως καταφύγιο. Οι εκλεκτές συγγένειες είναι επίσης διακριτές, όχι όμως πασπαλισμένες με επιτήδευση.  Οι θεατρικές καταβολές τού συγγραφέα του εξασφαλίζουν τα απαραίτητα εφόδια, ιδιαίτερα ως προς την κατασκευή του χαρακτήρα του αφηγητή μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, αλλά και ως προς τον ζητούμενο αφηγηματικό ρυθμό. Το όνομά σου σηματοδοτεί την πεζογραφική επιστροφή του Χατζηγιαννίδη, δικαιολογώντας την προσμονή που τα προηγούμενα έργα του δημιούργησαν.

υγ. Κάποτε, πάνε πολλά χρόνια πια, ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος έφτιαξε το Bookstand. Το εγχείρημα, στο οποίο συμμετείχα, για διάφορους λόγους δεν μακροημέρευσε. Ωστόσο, το αρχείο του είναι ακόμα ψηφιακά διαθέσιμο. Το κείμενο που είχα γράψει τότε για Το ελάχιστο ίχνος μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Εκδόσει Το Ροδακιό

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2022

Όλα γίνονται - Elizabeth Strout

Σε μια παρατεταμένα άνυδρη αναγνωστική περίοδο είναι σύνηθες να αναζητεί κανείς καταφύγιο σε κάτι που ο ορίζοντας προσδοκιών του γι' αυτό διαθέτει κάτι το οικείο.  Οι προσδοκίες τρέφονται —και— από την οικειότητα. Το Όλα γίνονται θα ήταν το τρίτο βιβλίο της Ελίζαμπεθ Στράουτ που θα διάβαζα. Τα προηγούμενα δύο και ειδικά Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον, με το οποίο το Όλα γίνονται συνθέτει μια διλογία, μου άρεσαν πάρα πολύ, γεγονός ικανό ώστε να ανυπομονώ αρκετά για την κυκλοφορία κάποιου επόμενου βιβλίου της Αμερικανίδας συγγραφέως στα ελληνικά. Να γιατί επέλεξα να διαβάσω τώρα το βιβλίο αυτό.

Αξίζει να ξεκαθαρίσει κανείς ήδη από την αρχή πως το Όλα γίνονται στέκει αυτόνομο, δεν απαιτείται, δηλαδή, να έχει προηγηθεί η ανάγνωση του Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον, όχι όσον αφορά την κατανόηση τουλάχιστον. Στο δεύτερο αυτό μέρος της ιστορίας, η Στράουτ εγκαταλείπει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ένας παντογνώστης αφηγητής αναλαμβάνει δράση. Το αφηγηματικό εύρημα ωστόσο είναι εν πολλοίς κοινό. Στο Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον, που φαινομενικά τουλάχιστον ανήκει στο είδος της αυτομυθοπλασίας, η Λούσυ βρίσκεται στο κρεβάτι του νοσοκομείου όπου την επισκέπτεται η μητέρα της, πολλά χρόνια μετά την τελευταία φορά που ειδώθηκαν οι δυο τους, και η επίδοξη συγγραφέας τής ζητάει να της αφηγηθεί ιστορίες από την μικρή πόλη στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε, ένα περιβάλλον αποπνιχτικό από το οποίο κατάφερε να γλιτώσει εξαιτίας της υποτροφίας που έλαβε για να σπουδάσει. Από τότε μένει στη Νέα Υόρκη, και τώρα, χρόνια μετά, είναι μια αρκετά γνωστή συγγραφέας, που μόλις κυκλοφόρησε το τελευταίο της βιβλίο, στο οποίο πρωταγωνιστεί η μικρή εκείνη πόλη και οι κάτοικοί της. 

Στο Όλα γίνονται, η Στράουτ, με το γνώριμο αφηγηματικό της στυλ, συνθέτει ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, αφηγούμενη τις ιστορίες των ανθρώπων εκείνων, χρόνια μετά την εποχή της νοσηλείας τής Λούσυ. Η σύνδεση μεταξύ των ιστοριών είναι αρκετά χαλαρή, το βιβλίο της Λούσυ Μπάρτον αποτελεί τον βασικό ιστό, παρότι ελάχιστα μαθαίνει κανείς για το ίδιο το βιβλίο, πέρα από την παρουσία του στο τοπικό βιβλιοπωλείο, βιβλίο το οποίο ο αναγνώστης υποθέτει πως είναι Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον. Ωστόσο, το εύρημα της Στράουτ εδώ είναι περισσότερο τεχνικό και λειτουργικό κυρίως ως προς τη συγγραφή και όχι τόσο ως προς την αναγνωστική απόλαυση. Η απουσία της αφηγήτριας-μητέρας και η σχέση μάνας και κόρης που υφαίνεται μέσα από αυτό το μάλλον αμήχανο αίτημα της Λούσυ για «κουτσομπολιό» ώστε να καλυφτεί το κενό που τα χρόνια της απουσίας έχουν επιφέρει στη σχέση τους εδώ δεν αναπληρώνεται παρά την τεχνική αρτιότητα που χαρακτηρίζει και αυτό το βιβλίο της Στράουτ. Όπως επίσης δεν υπάρχει ο ισχυρός παρότι απών χαρακτήρας της Όλιβ Κίττριτζ στο ομώνυμο μυθιστόρημα, η παρουσία απουσία της Λούσυ και του βιβλίου της δεν καταφέρνουν να καλύψουν το κενό αυτό, να γεμίσουν το δωμάτιο.

Εντούτοις, οι ιστορίες που αποτελούν το μυθιστόρημα διαθέτουν τη γοητεία που η κλασικότροπη γραφή της Στράουτ προσφέρει, μαζί με την ικανότητά της στο χτίσιμο των χαρακτήρων, αλλά και την αγάπη της για συγγραφείς όπως ο Κάρβερ ή η Μπερλίν, μια κάπως παράδοξη αγάπη στη μικρή φόρμα από μια συγγραφέα μυθιστορημάτων. Οι ιστορίες διαθέτουν αρκετό βάθος παρά τις λίγες σελίδες εντός των οποίων διαδραματίζονται, κάτι το οποίο σίγουρα αποτελεί συγγραφική επιτυχία, αλλά και περαιτέρω συνεκτικό ιστό στην ειδολογική κατάταξη του βιβλίου αυτού ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Η αμερικανική επαρχία και οι άνθρωποί της είναι οι πρωταγωνιστές εδώ, τα ασφυκτικά όρια παρά τις απέραντες εκτάσεις και τον ανοιχτό ορίζοντα, τα μυστικά και τα συμβάντα της ζωής, η φτώχεια και η συναισθηματική δυστυχία, η αποτυχία που βαραίνει τους ώμους των ανθρώπων, το παρελθόν από το οποίο κανείς δεν μπορεί να απαλλαγεί, ακόμα και αν ταξιδέψει χιλιόμετρα μακριά. Η απόσταση της Λούσυ που κατάφερε να ξεφύγει από τις συγκεκριμένες δυσκολίες, ίσως για να συναντήσει άλλες στη μεγάλη πόλη, δυσκολίες οι οποίες δεν αναφέρονται εδώ, τονίζει αυτή την αδυναμία απαλλαγής από το βίωμα, τη στιγμή που προσφέρει ένα αόρατο μα αισθητό σημείο παρατήρησης εκ του μακρόθεν, γεγονός το οποίο μετατρέπει σε λογοτεχνικό υλικό τις ιστορίες αυτές.

Το Όλα γίνονται είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο που καταφέρνει να διατηρήσει σε υψηλό βαθμό την αναγνωστική εγρήγορση, ένα βιβλίο βαθιά ανθρώπινο, που πετυχαίνει να υπερκεράσει τα γεωγραφικά όρια της βορειοαμερικανικής πραγματικότητας. Ωστόσο, σε σύγκριση με τα άλλα δύο βιβλία της Στράουτ, σύγκριση ίσως άδικη αλλά αναπόφευκτη, στέκει κάπως αδύναμο τουλάχιστον για τα δικά μου γούστα, παρότι τεχνικά διόλου δεν υστερεί. Η Στράουτ είναι μια γοητευτική συγγραφέας που αξίζει να γνωρίσει κανείς.

υγ. Περισσότερα για Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον θα βρείτε εδώ, ενώ για το Όλιβ Κίττριτζ εδώ.

Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Άγρα

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2022

Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη - Gianfranco Calligarich

 

Η μη ανάγνωση, για όσους η ανάγνωση αποτελεί σημείο περιστροφής, είναι ένδειξη πως κάτι δεν πάει καλά, πως κάτι έχει διαφύγει του ελέγχου. Όσο μεγαλώνει η στοίβα με τα παρατημένα μετά από λίγες σελίδες βιβλία τόσο η πίεση αυξάνει, τόσο η απόσταση αποκτά χαρακτηριστικά αβύσσου. Η επιλογή του βιβλίου που θα σε τραβήξει μακριά από τον βούρκο της ανηδονίας —γιατί, παρά το βάρος της λέξης, περί αυτού πρόκειται— πρέπει να γίνεται με τη μέγιστη φροντίδα. Με τα χρόνια, ο αναγνώστης αναπτύσσει διάφορες τεχνικές επιστροφής στις ράγες, δεν είναι άλλωστε κάτι που συμβαίνει σπάνια, κάθε άλλο. Όμως, ας μη γελιόμαστε, παρά την ψευδαίσθηση ελέγχου, η τύχη και η συγκυρία παίζουν τον πρωτεύοντα ρόλο και εδώ.

Το μυθιστόρημα του Καλίγκαριτς το είχα για καιρό ψηλά στη λίστα με τα προς ανάγνωση βιβλία. Ωστόσο, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, δεν έπαιρνα την απόφαση, κάποιο άλλο έκοβε πρώτο το νήμα. Τώρα, που το παράξενο αυτό καλοκαίρι πνέει τα λοίσθια, που μια εποχή έλαβε τέλος, έστω και προσωρινό, ο τίτλος απέκτησε, θαρρείς, ένα νόημα συμβολικό· το τελευταίο καλοκαίρι, και ας μην ήταν στη Ρώμη το δικό μου. Αυτό το βιβλίο έπρεπε να είναι καλό, είχα ανάγκη να παρασυρθώ, λαχταρούσα την αποκοπή από τον έξω κόσμο, την  εκ νέου διάνοιξη της σήραγγας με τον μέσα εαυτό και το βιβλίο έπρεπε να αποτελέσει το απαραίτητο δεκανίκι, την αναγκαία συνθήκη επαναφοράς, και οι, πάντα τεράστιας σημασίας, πρώτες γραμμές με γέμισαν αισιοδοξία:

Εξάλλου πάντα έτσι γίνεται. Κάνεις ό,τι μπορείς για να μένεις απομονωμένος, ώσπου μια ωραία πρωία, άγνωστο πώς, βρίσκεσαι στη δίνη μιας ιστορίας που σε παρασύρει μέχρις εσχάτων. Όσο για μένα, θα ήμουν ευτυχής αν έμενα αμέτοχος.

Αυτή είναι η ιστορία του τριαντάρη Λέο Γκατζάρα, που εγκατέλειψε πριν λίγα χρόνια το Μιλάνο για τη Ρώμη, ακολουθώντας μια παρόρμηση.Ένιωσε τη δύναμη που ο αντικομφορμισμός γεννά, την άρνηση διάσχισης ενός από τα πριν χαρτογραφημένου μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια μονοπατιού, όπως εκείνου που οι αδερφές του πίσω στο Μιλάνο ακολούθησαν. Ήταν νέος και η δύναμη του περίσσευε. Έκανε δουλειές του ποδαριού, ζούσε στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, συναναστρεφόταν άλλους σαν εκείνον, έβρισκε καταφύγιο στο αλκοόλ και στην αγκαλιά εφήμερων σχέσεων, οδηγούσε μέχρι την παραλία όπου διάβαζε λογοτεχνία. Παρασύρθηκε στον ρυθμό τής Αιώνιας Πόλης, γνώρισε τις φωτεινές και σκοτεινές πλευρές της. Ωστόσο, η υπαρξιακή αγωνία παραμόνευε στη γωνία περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να ορμήσει. Και τη βρήκε, και τον διέλυσε. Τώρα αφηγείται την ιστορία αυτή, την ιστορία του.

Ο Καλίγκαριτς συνθέτει έναν αντιήρωα που γεννά ανάμεικτα συναισθήματα στον αναγνώστη και του παραδίδει τα σκήπτρα της αφήγησης. Η συγγραφική απόφαση δικαιολογείται πλήρως ήδη από τις πρώτες γραμμές, καθώς η αφήγηση διαθέτει την απαραίτητη αγωνία και νεύρο, η ανάγκη του Γκατζάρα να αφηγηθεί την ιστορία του είναι πανταχού παρούσα. Δεν επιθυμεί απλώς να πει την ιστορία του, αλλά είναι κατά κάποιο τρόπο αναγκασμένος να το κάνει και αυτό αποτελεί κάτι παραπάνω από μια απλή λεπτομέρεια στη σύνθεση του μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας απαλλάσσει με αυτόν τον τρόπο τον αφηγητή του από την ωραιοπάθεια, του επιτρέπει να σταθεί ειλικρινής απέναντι στον αναγνώστη, έτσι όπως ο εντυπωσιασμός ή ακόμα και η λύπηση δεν αποτελούν εμφανή στόχευση, καθώς πρώτα και κύρια η αφήγηση αυτή έχει έναν χαρακτήρα απολογιστικό απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό.

Ο χαρακτήρας του Γκατζάρα χτίζεται σταδιακά μέσα από την αφήγηση, μαζί με αυτόν η πόλη και η εποχή. Ο αναγνώστης, όπως προείπα, στέκεται σχετικά αμήχανος απέναντί του, τα αντικρουόμενα συναισθήματα διαδέχονται το ένα το άλλο, διαδικασία η οποία ωστόσο υφαίνει τον απαραίτητο δεσμό μεταξύ των δύο μερών, ενώ γεννά και μια παράδοξη γοητεία. Ο Μαστρογιάννι για τους πιο παλιούς σινεφίλ, στο 8 1/2 του Φελίνι ή στη Νύχτα του Αντονιόνι για παράδειγμα, ή οι άντρες πρωταγωνιστές του Σορεντίνο για τους νεότερους έρχονται συχνά στο μυαλό του αναγνώστη καθώς επιχειρεί να εικονοποιήσει τον Γκατζάρα. Η γραφή του Καλίγκαριτς διαθέτει κάτι το καλώς εννοούμενο κινηματογραφικό. Ο συγγραφέας πετυχαίνει έναν διπλό στόχο. Χωρίς να καταφύγει σ' έναν προσχηματικό χαρακτήρα-όχημα, μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση καταφέρνει να αποδώσει το κλίμα της πόλης και της εποχής, αποφεύγοντας ταυτόχρονα να απομονώσει τον Γκατζάρα από το ευρύτερο πλαίσιο, γεγονός που προσδίδει στο μυθιστόρημα επιπλέον διαστάσεις και ενδιαφέρον, χωρίς να υπονομεύει τον ζητούμενο προσωποκεντρικό χαρακτήρα της αφήγησης.

Ωστόσο, Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη, δεν αποτελεί, ευτυχώς, έναν ταξιδιωτικό οδηγό της πόλης. Ο Καλίγκαριτς αποφεύγει με άνεση τον σκόπελο του εξωτισμού, δεν καταφεύγει στην ευκολία τού ατμοσφαιρικού. Η Ρώμη δεν πρωταγωνιστεί παρότι είναι πανταχού παρούσα και καθοριστική, όπως, αναπόφευκτα, κάθε πόλη σαν αυτή. Επιπλέον, ο συγγραφέας δίνει τον απαραίτητο χώρο και στα δεύτερα πρόσωπα της πλοκής με προεξέχουσα την Αριάννα, ένα αποπροσανατολισμένο αερικό, που εμφανίζεται στη ζωή του Γκατζάρα ανήμερα των τριακοστών γενεθλίων του, ένας χαρακτήρας καταλύτης, μια ερωτική ιστορία, της οποίας την όποια ευκολία ο συγγραφέας επίσης αρνείται να καρπωθεί, γεγονός που την καθιστά κάτι πολύ παραπάνω από λειτουργική.    

Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη αποδείχτηκε ένα ωραίο βιβλίο, που ήρθε την κατάλληλη στιγμή. Το μυθιστόρημα, γραμμένο το 1973 και ύστερα μάλλον ξεχασμένο, γνωρίζει τα τελευταία χρόνια μια δεύτερη περίοδο ενδιαφέροντος, τόσο στην Ιταλία όσο και στο εξωτερικό όπου και μεταφράζεται.

Μετάφραση Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2022

Ο μικρός Γκοντάρ - Μαρία Γαβαλά

 

Ο μικρός Γκοντάρ, το πλέον πρόσφατο μυθιστόρημα της πολυγραφότατης Μαρίας Γαβαλά (Κορωπί, 1947), αποτελεί ταυτόχρονα έναν ύμνο και μια απόπειρα κατανόησης μιας εποχής που παρά τη σκοτεινότητά της επέτρεπε να ακουστεί ο αντίλαλος μιας ελπίδας ερχόμενης από το μέλλον.

Παρίσι, άνοιξη 1969. Η Λουκία Βακάρη αφήνει πίσω της μια χώρα στον γύψο για να σπουδάσει κινηματογράφο. Η μητέρα της έχει από χρόνια εγκαταλείψει τη συζυγική σκέπη για να ακολουθήσει τον Δανό εραστή της στη χώρα του. Ο πατέρας της, οδοντίατρος στο επάγγελμα, αμφιβάλλει διαρκώς για τη χρονική συγκυρία υπό την οποία η κόρη του βρέθηκε για σπουδές στο Παρίσι, έναν χρόνο μετά τα γεγονότα του Μάη. Η Λουκία θα γνωρίσει, και θα ερωτευτεί, τον σχεδόν συνομήλικό της Γκασπάρ Φρενέλ, αγνώστου πατρός, έναν ερασιτέχνη κινηματογραφιστή, που με μια 16άρα κάμερα στον ώμο τριγυρνάει και καταγράφει όσα συμβαίνουν γύρω του. Η αβεβαιότητα του έρωτα, με τις εξαφανίσεις τού Γκασπάρ και τα δυσερμήνευτα σημάδια, και η είδηση της φυλάκισης του θείου της από τη χούντα, δίδυμου αδερφού του πατέρα της, με τον οποίο διατηρούσε ανέκαθεν μια ιδιαίτερη σχέση, θα πυροδοτήσουν την ανάγκη της Λουκίας να κατανοήσει, θα γεννήσουν μέσα της συναισθήματα ακραία που δεν γνώριζε πως ήταν ικανή να βιώσει, θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κινηματογράφο, τη λειτουργία και τη δυναμική του.  

Ο μικρός Γκοντάρ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, με την οποία η Γαβαλά επιλέγει να αφηγηθεί αυτή την ιστορία, αποτυπώνει ευκρινώς τη στενωπό την οποία η Λουκία διέρχεται, οι εσκεμμένες επαναλήψεις και εμμονές σε συγκεκριμένα γεγονότα λειτουργούν και επιτείνουν την αληθοφάνεια της αφήγησης. Η συγγραφέας τοποθετεί σε πρώτο πλάνο την προσωπική αφήγηση της ιστορίας, το συναίσθημα και την υποκειμενικότητα της ματιάς στα πρόσωπα και τα γεγονότα, αφού επιθυμία της είναι η μυθοπλασία, και όχι το ιστορικό ντοκουμέντο ή το δοκίμιο γύρω από το σινεμά. Η κατασκευή της αφήγησης είναι τέτοια που λειτουργεί ως ένα κουκούλι του προσωπικού, είναι η ιστορία της Λουκίας αυτή με το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο να λειτουργεί ως τέτοιο, χωρίς να πρωταγωνιστεί περισσότερο απ' όσο του αναλογεί. Αυτή είναι η πλέον κομβική απόφαση που η συγγραφέας παίρνει, απόφαση που απαλλάσσει το μυθιστόρημα από την αναμάσηση γνώριμων κλισέ. Η Γαβαλά πετυχαίνει να ενσωματώσει την ιστορία στην εποχή της, αλλά και την εποχή στην ιστορία της.

Η Γαβαλά έχει μια ωραία ιστορία να αφηγηθεί και τα καταφέρνει περίφημα χωρίς να παρασύρεται από την εξωτικότητα της εποχής, ενώ αποτυπώνει αρκετά πειστικά τους παρισινούς δρόμους, αποφεύγοντας τις κακοτοπιές. Ο μικρός Γκοντάρ στον πυρήνα του φέρει ευκρινώς την αγάπη της συγγραφέως για τον κινηματογράφο, την πίστη της πως η μαρτυρία και η καταγραφή συμβάλλουν στην εξέλιξη της ιστορίας και στη διάσωση της συλλογικής μνήμης, της α-λήθειας. Η ιστορία αυτή δεν διέπεται μόνο από νοσταλγία, αλλά διαθέτει και κάτι το επίκαιρο. Και ο επίκαιρος αυτός χαρακτήρας της δεν έχει να κάνει μόνο με τις αναλογίες της ζωής κάθε νεαρής κοπέλας σε κάθε εποχή, αλλά με την αποστροφή της κάθε εξουσίας με την καταγραφή των πεπραγμένων της, τη λογοκρισία της μαρτυρίας.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 26 Μαρτίου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2022

Ένας μακρύς Αύγουστος

 

Ήταν ένας μακρύς Αύγουστος αυτός, δύσκολος, παρότι όλα έμοιαζαν να γίνονται για καλό. Αυτό τουλάχιστον υπαγόρευε η λογική, υπομονετικά και επίμονα, προσπαθώντας να κερδίσει στην άτυπη μονομαχία το ανάστατο συναίσθημα, προσκομίζοντας διαρκώς νέα επιχειρήματα. Το γύρω περιβάλλον επικοινωνούσε τη χαρά, εγώ δεν τη διέκρινα, τουλάχιστον όχι σε βαθμό παρηγορητικό. Όσα χάνει κανείς λάμπουν περισσότερο σε σχέση με εκείνα που μοιάζει να κερδίζει, το γνώριμο υπερισχύει της αλλαγής και της προσδοκίας, η διατήρηση του κεκτημένου φαντάζει πιο εύκολη από τη διεκδίκηση του καινούργιου. Οι δυνατότητες δεν απελευθέρωναν αλλά στοιβάζονταν η μια πάνω στην άλλη με μένα από κάτω. Έτσι, ο μικρόκοσμος αποκτούσε ολοένα και ψηλότερα τείχη, το συναίσθημα οχυρωνόταν στην πολιορκία της λογικής και εγώ ένιωθα ηλίθιος που δεν μπορούσα να αισθανθώ τη σαγήνη της. Οι μέρες περνούσαν, η ποθητή ρουτίνα κατέρρεε, η μετάβαση υπερίσχυε.

Τον Αύγουστο αυτόν δεν διάβασα ούτε ένα βιβλίο, δεν τα κατάφερα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που κάτι τέτοιο συνέβη, άλλωστε το καλοκαίρι παραδοσιακά διαβάζω λιγότερο από τον χειμώνα. Εκείνο που ήταν διαφορετικό ήταν πως αυτή τη φορά αιτία δεν ήταν οι σειρήνες της καλοπέρασης, η θάλασσα και οι φίλοι, οι νέες εικόνες, δεν ήταν η ανάγκη για επανεφεύρεση της χαράς της ρουτίνας της οποίας η ανάγνωση αποτελεί σημαντικό πυλώνα, δεν ήταν η απουσία συγκέντρωσης αλλά η ανηδονία και η απομόνωση εντός των τειχών. Θυμήθηκα τους πρώτους μήνες της στρατιωτικής μου θητείας, παρότι κάτι τέτοιο από μόνο του αποτελεί μια ύβρη απέναντι στη ζωή, η σύγκριση δηλαδή μιας περιόδου υποχρεωτικού εγκλεισμού με μια αλλαγή, όσο δύσκολη και αν μοιάζει. Τότε, τους πρώτους μήνες δεν διάβαζα καθόλου παρότι είχα φροντίσει να κρύψω επιμελώς στον σάκο μου κάποια βιβλία. Ανηδονία και τείχη τριγύρω. Στο τρίμηνο συνειδητοποίησα πως δεν έβλεπα πια όνειρα, πως τίποτα έξω από τα κάγκελα δεν με ενδιέφερε. Αδυνατούσα να επικοινωνήσω με τον έξω κόσμο, με απασχολούσε μόνο η χακί καθημερινότητα, οι σκοπιές και οι υπηρεσίες, ο χρόνος που είχε κολλήσει. Πίεσα τον εαυτό μου σκληρά, έστω δυο γραμμές πριν κοιμηθώ, αποφάσισα. Δεν ήξερα άλλο τρόπο για να επιβιώσω συναισθηματικά, το σώμα το είχα εγκαταλείψει στο ένστικτο της επιβίωσης. Ναι, η ανάγνωση σώζει.

Ήδη σήμερα, που ο Αύγουστος, έστω και μόνο ημερολογιακά έχει παρέλθει, νιώθω καλύτερα. Η προσαρμογή είναι άλλωστε μία από τις ιδιότητες του ανθρώπινου εγκεφάλου. Δεν κρίνω το συναίσθημά μου, τουλάχιστον προσπαθώ να μην το κάνω. Δοκιμάζω να του δώσω χώρο, να του επιτρέψω να εκτονώνεται, να αναζητήσω τα όρια της ελαστικότητάς του. Γυρεύω καταφύγιο στη λογική, από εκεί αντλώ μικρότερες ή μεγαλύτερες συμμαχίες. Δεν είναι πάντοτε εφικτό. Ωστόσο, τα πρακτικά ζητήματα απαιτούν άμεσες λύσεις, συνθήκη δύσκολη αλλά ταυτόχρονα σωτήρια, και σε μια μετάβαση τα πρακτικά ζητήματα είναι αρκετά. Η επίλυσή τους λειτουργεί ως μια ιδιότυπη μαγνητική έλξη περιστροφής που σώζει από την απώλεια της τροχιάς και την περιδίνηση στο χάος, προσφέροντας μια ικανοποίηση επιτυχίας, που, παρότι δεν διαθέτει τίποτα το ηδονικό, λειτουργεί θεραπευτικά. Η ζωή αναλαμβάνει τα υπόλοιπα, οι κοντινοί άνθρωποι επίσης. Οι άνθρωποι εκείνοι που με υπομονή ανέχτηκαν το παραλήρημα χωρίς να πουν μην στεναχωριέσαι και μην αγχώνεσαι, χωρίς να πουν πως όλα καλά θα πάνε και πως όλα για καλό γίνονται, οι άνθρωποι εκείνοι που συνεισέφεραν μόνο τη χαρά και την αγάπη τους την ώρα που η δική τους ζωή είχε τις δικές της ανηφόρες. Έτσι, το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο σε εκείνους τους ανθρώπους.

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2022

Το πλοίο εκείνο


 
Αναρωτιέμαι πώς θα έμοιαζε ένα ποίημα
για το πλοίο εκείνο
που διασχίζει τον ορίζοντα
του μικρού αυτού κόλπου
των βράχων, των δέντρων
και των θερινών ενοίκων
κάθε μέρα στις τέσσερις και δύο
με μια ακρίβεια ανησυχητική
σκορπίζοντας πίσω του κύματα 
και υποσχέσεις
για κάποιο επόμενο λιμάνι.

Ίσως αρκούσε να πω
πως το πλοίο εκείνο
σου μοιάζει
τα κύματα και οι υποσχέσεις
επίσης.
 

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2022

Apollokalypse - Gerhard Falkner

Ο Γκέρχαρντ Φάλκνερ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους γερμανόφωνους ποιητές και ίσως αυτό, διαβάζοντας το άνω των εξακοσίων σελίδων Apollokalypse, να μην αποτελεί κάτι το παράδοξο. Και αυτό γιατί ίσως μόνο ένας ποιητής θα μπορούσε να αποτυπώσει το Βερολίνο πριν και μετά την πτώση του τείχους με τρόπο ιδιοσυγκρασιακό και όχι, ως είθισται, πολιτικό, αδιαφορώντας συνειδητά για την ερμηνεία και την ευθύγραμμη εξιστόρηση των γεγονότων, αρνούμενος να ταχθεί στη μία ή την άλλη πλευρά της Ιστορίας, προσαρμόζοντας την αφήγησή του στις δοθείσες προδιαγραφές.

«Έτσι πήγαινε η κουβέντα όλο το βράδυ. Το θέμα μ' ενδιέφερε, φυσικά. Τότε έπεσε στο τραπέζι η λέξη Apollokalypse: Απόλλων, το σύμβολο της ομορφιάς, Καλυψώ, το σύμβολο της αποπλάνησης, και Αποκάλυψη, το σύμβολο της καταστροφής».

Το μυθιστόρημα αποτελεί την κάπως λοξή προσωπογραφία του αφηγητή Γκέοργκ Άουτενριτ, μέσω της οποίας διαθλάται η εικόνα μιας ολόκληρης γενιάς. Δεν υπάρχουν και πολλά περισσότερα να αναφέρει κανείς σχετικά με την υπόθεση και την πλοκή, το χωροχρονικό πλαίσιο είναι αρκετό. Ο Φάλκνερ, που δούλευε είκοσι χρόνια τις σελίδες αυτές, εμπνέεται, καθοδηγείται και αντιμάχεται με τα ιερά τέρατα του μοντερνισμού, παρότι με μέθοδο που μάλλον φαινομενικά προσιδιάζει στο μεταμοντέρνο μυθιστόρημα. Το Apollokalypse βαδίζει στα χνάρια του Τζόις (Η αγρύπνια των Φίννεγκαν) και του Μπροχ (Βιργιλίου θάνατος), όχι ως απλή φιλοδοξία μίμησης, αλλά με διάθεση συνομιλίας. Ο όρος ποιητικό μυθιστόρημα είναι στενός για να το χωρέσει. Και αν ο χρόνος μόνο θα αναδείξει τη θέση του Apollocalypse στον κανόνα του μέλλοντος, έχει ενδιαφέρον να σταθεί κανείς και να σχολιάσει πως παρότι το όραμα του Φάλκνερ κοιτάζει προς τις πλέον υψηλές λογοτεχνικές κορυφές, αποφεύγει την απώλεια της επαφής με τον σύγχρονο κόσμο, μιλώντας για ανθρώπους και γεγονότα της εποχής του, δεν προδίδει έτσι τις πηγές του μυθιστορήματος ως λαϊκού είδους.

Στις σελίδες του, ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει πλείστα ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα, θα βρεθεί και από τις δύο πλευρές του τείχους, θα γίνει μάρτυρας της δράσης κατασκόπων και ένοπλων ομάδων, θα γευτεί τη γλυκόπικρη γεύση του αμερικάνικου ονείρου, θα είναι παρών στην ανάδυση μιας νέας μητρόπολης. Παρά το βάρος της Ιστορίας η ζωή προσαρμόζεται και προχωρά, η τέχνη αποτελεί καταφύγιο και εφαλτήριο, οι σεξουαλικές ορμές ζητούν ικανοποίηση. Στο πρόσωπο του Γκέοργκ Άουτενριτ καθρεφτίζεται αυτή η διαρκής δίνη περιστροφής, χαρακτηριστική μιας περιόδου που διέθετε μαγεία, η άφιξη της επόμενης μέρας και η πίστη σ' ένα καλύτερο αύριο, σε πείσμα της απομάγευσης της νεωτερικότητας και πριν κάποιοι σημάνουν το τέλος της Ιστορίας. Η γραφή του Φάλκνερ μοιάζει να στρέφεται ενάντια στη μονοσήμαντη πρόσληψη του κόσμου και της Ιστορίας. Τα πράγματα δεν είναι είτε έτσι είτε αλλιώς, αλλά και έτσι και αλλιώς, ενίοτε δε και ταυτόχρονα, και οι άνθρωποι ευτυχείς και χαμένοι έξω από μια συνετή και μέση ζωή. Δεν είναι τυχαία η παράδοση της αφήγησης σ' ένα πρόσωπο αφερέγγυο που σταδιακά απολύει οποιαδήποτε εμπιστοσύνη από πλευράς αναγνώστη, ιδιαίτερα καθώς επιχειρεί να φιλοτεχνήσει την αυτοπροσωπογραφία του. Ο Άουτενριτ προκαλεί μια γοητευτική αντιπάθεια, σαν να έχει ξεπηδήσει από τις σελίδες ενός μυθιστορήματος του Μπάλλαρντ.

Ο Φάλκνερ κατασκευάζει λογοτεχνία χρησιμοποιώντας πρωτίστως υλικά της ποίησης, με κυρίαρχη τη γλώσσα, την επιλογή και την τοποθέτηση των λέξεων. Φλερτάρει με τον βερμπαλισμό, που αποτελεί ίδιο γνώρισμα μιας αφήγησης του εγώ, εντυπωσιακή στη σύνθεση και αβέβαιη ως προς το περιεχόμενο, αλλά δεν υποκύπτει άνευ όρων, δεν αποπροσανατολίζεται. Ποιητής, άλλωστε, ίσως τελικά και να είναι εκείνος που αντιστέκεται στη γοητεία των λέξεων μέχρι να βρει εκείνη που γυρεύει, όσες και αν είναι αυτές που απαιτούνται για να υψωθεί το οικοδόμημα. Το Apollocalypse διαβάζεται με όρους ποίησης, η κάθε λέξη σημαίνει κάτι, το συναίσθημα αποτελεί τον οδηγό εδώ, η πλοκή έπεται. Αναπόφευκτα, υπάρχουν κομμάτια ερμητικά κλειστά, αρνούμενα κάθε απόπειρα αναγνωστικής εισόδου. Η μετάφραση της Αγαθαγγελίδου αποτελεί έναν γλωσσικό άθλο, που εξασφαλίζει τη διατήρηση της ποιητικής πρόσληψης του έργου κατά τη μεταφορά του στην ελληνική. Δεν είναι η πρώτη φορά που η Αγαθαγγελίδου αναμετράται με το σύμπαν του ποιητή, είχε προηγηθεί το σπονδυλωτό ποίημα Πόλη αμφίδρομης επικοινωνίας - Ground Zero (εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2015), στο οποίο ο απόηχος του τρομοκρατικού χτυπήματος της 11ης Σεπτέμβρη στη Νέα Υόρκη περιστρέφεται γύρω από το Βερολίνο των τελευταίων δεκαετιών.

Λογοτεχνικά έργα, όπως το Apollocalypse, δεν απαιτούν μονάχα την επάρκεια του αναγνώστη, αλλά γυρεύουν την επιμονή και την παράδοσή του. Μόνο έτσι μπορούν να λειτουργήσουν και να τον ανταμείψουν. Για αυτά τα βιβλία υπάρχει η φράση αναγνωστική εμπειρία.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 11 Ιουνίου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Μετάφραση Μαρίνα Αγαθαγγελίδου
Εκδόσεις Loggia

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2022

Το όνειρο της Ζέλμα - Mariana Leky

Όταν είπε η Ζέλμα πως τη νύχτα είχε δει οκάπι* στον ύπνο της, αμέσως σκεφτήκαμε ότι κάποιος από όλους μας θα πέθαινε, και μάλιστα μέσα στις επόμενες είκοσι τέσσερις ώρες. Ήμασταν σίγουροι. Και πράγματι έτσι έγινε. Σχεδόν έτσι. Κάποιος πέθανε, σε είκοσι εννέα ώρες. [...] Τρεις φορές στη ζωή της είχε ονειρευτεί οκάπι η Ζέλμα. Και τις τρεις φορές κάποιος είχε πεθάνει μετά· γι' αυτό κι ήμασταν τόσο σίγουροι ότι το όνειρο με το οκάπι και ο θάνατος συνδέονταν οπωσδήποτε μεταξύ τους. Έτσι λειτουργεί το μυαλό του ανθρώπου. Καταφέρνει μέσα σε χρόνο μηδέν να συσχετίσει τα πιο άσχετα μεταξύ τους πράγματα.

Η Ζέλμα, η γιαγιά της δεκάχρονης τότε αφηγήτριας, ξυπνάει αναστατωμένη, όπως είναι φυσικό, από το όνειρο αυτό. Το εμπιστεύεται σε δύο τρία άτομα, αλλά μέσα σε λίγη μόλις ώρα το μικρό χωριό κυριεύεται από ανησυχία, αφού ο καθένας έχει τους δικούς του λόγους να θεωρεί πως το οκάπι εμφανίστηκε για εκείνον ή για κάποιον αγαπημένο του. Μέτρα προφύλαξης λαμβάνονται, οι γείτονες της Ζέλμα γίνονται πιο προσεκτικοί στις απλές κινήσεις της καθημερινότητας, δεν παίρνουν αχρείαστα ρίσκα. Ακόμα και εκείνοι που δεν πιστεύουν σε αυτά, στις προλήψεις και τα όνειρα, δοκιμάζουν επίσης να κλείσουν τους ανοιχτούς λογαριασμούς, να μην πάρουν μαζί τους μυστικά και ψέματα, γράφουν επιστολές και αφήνουν σημειώματα για παν ενδεχόμενο. Για κάποιες ώρες, και επ' απειλή θανάτου, η ζωή γίνεται πιο γλυκιά, πιο ανθρώπινη. Έτσι ξεκινά αυτή η ιστορία.

Την αφήγηση της ιστορίας η Λέκι την εμπιστεύεται στη Λουίζε, την οποία και προικίζει με τις δυνάμεις μια παντογνώστριας αφηγήτριας. Η επιλογή μιας πρωτοπρόσωπης και ταυτόχρονα παντογνώστριας αφηγήτριας παρότι σε κάποια σημεία ξενίζει, στο σύνολο του μυθιστορήματος λειτουργεί, καθώς προσδίδει τον απαραίτητα υποκειμενικό και άρα συναισθηματικό χαρακτήρα που η συγκεκριμένη ιστορία χρειάζεται, ενώ ταυτόχρονα δικαιολογείται στο ευρύτερο ειδολογικό πλαίσιο του μαγικού ρεαλισμού στο οποίο Το όνειρο της Ζέλμα εντάσσεται. Το εύρημα με τα οκάπι που εμφανίζονται και σηματοδοτούν κάποιον επερχόμενο θάνατο προβάλλεται υπερβολικά τόσο στην επιλογή του ελληνικού τίτλου (ο πρωτότυπος τίτλος είναι: Τι μπορείς να δεις από εδώ) όσο και στο οπισθόφυλλο. Ωστόσο, το μυθιστόρημα ευτυχώς δεν αναλώνεται στο συγκεκριμένο εύρημα και τα εύπεπτα φιλοσοφικά ερωτήματα περί βίου που προκύπτουν από αυτό. Τα όρια σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν ασφυκτικά και η μεταφυσική διάσταση θα κινδύνευε αντί για στοιχείο μαγικού ρεαλισμού να προσληφθεί ως απλή δεισιδαιμονία.

Η Λέκι χρησιμοποιεί το εύρημα του ονείρου, πρώτα και κύρια, για να εισάγει τον αναγνώστη στην ιστορία της, για να του συστήσει τα πρόσωπα και να τον ξεναγήσει στο μικρό χωριό που θα χρησιμοποιήσει ως ένα ιδιότυπο εργαστήριο. Η προθανάτια αγωνία δικαιολογεί την ανάδυση στην επιφάνεια αρκετών στοιχείων του χαρακτήρα, που υπό άλλες συνθήκες θα απαιτούσαν αφηγηματικό χρόνο και κόπο. Ταυτόχρονα, η συγγραφέας φανερώνει εξ αρχής τα χαρτιά της, αυτή η ιστορία θα έχει κάτι το ανοίκειο, το μαγικό, δεν θα είναι μια αυστηρά ρεαλιστική και μονοσήμαντη εκδοχή του κόσμου. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, παρότι γίνεται εκ των υστέρων, όταν η Λουίζε είναι μεγαλύτερη σε ηλικία, αναπόφευκτα διαθέτει κάτι από την παιδικότητα της ματιάς του δεκάχρονου κοριτσιού, που ο κόσμος του εκτείνεται στα λίγα σπίτια του χωριού που μένει και τριγυρνά με τον φίλο της τον Μάρτιν όλη μέρα. Η αφήγηση αποκαλύπτει πολλά για τον χαρακτήρα της Λουίζε, αλλά και το αντίστροφο, ο χαρακτήρας της Λουίζε εν πολλοίς καθορίζει την αφήγηση αλλά και την ίδια την ιστορία, καθώς η οπτική της καθορίζει εν πολλοίς την πρόσληψη του περιβάλλοντος κόσμου. Η Λέκι καταφέρνει να καταστήσει πειστική μια ιδιαίτερη φωνή και αυτό της πιστώνεται.

Σε πρώτο επίπεδο, Το όνειρο της Ζέλμα είναι ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Ωστόσο, η Λέκι δεν αρκείται σε αυτό. Μαζί με τη Λουίζε μεγαλώνει και ο κόσμος της. Η συγγραφέας το δίνει αυτό περίφημα. Ξεκινά, συνεχίζει και ολοκληρώνει αρκετές υποϊστορίες, στις οποίες προσδίδει το απαραίτητο βάρος και βάθος ώστε να σταθούν και να λειτουργήσουν εντός του κυρίως σώματος της αφήγησης, ενώ ταυτόχρονα διευκολύνουν την προώθηση της κεντρικής πλοκής. Ξοδεύει συνετά τις απαραίτητες λέξεις ώστε να δώσει διαστάσεις στα πρόσωπα και στις καταστάσεις, δεν αρκείται στην ευκολία του παραμυθιού, αναζητά σχέσεις αιτιοκρατίας για τις συμπεριφορές και τα γεγονότα, καθώς δεν επιθυμεί να διαρρήξει πλήρως τους δεσμούς με τον πραγματικό κόσμο. Ο τρόπος με τον οποίο η Λέκι χτίζει το αφηγηματικό της σύμπαν επιτρέπει την παρουσία μιας ποικιλόμορφης συναισθηματικής παλέτας, που δεν βαραίνει, δεν ξενίζει και δεν απειλεί τον αναγνώστη, αντίθετα του προκαλεί αβίαστα τη συγκίνηση και το γέλιο. 

Η αθωότητα στη ματιά της Λουίζε, αποτυπωμένη, όπως είπαμε και παραπάνω, πειστικά στις λέξεις της Λέκι, προσδίδει μια παιδικότητα στο μυθιστόρημα. Ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνει τον κόσμο γύρω της και διαχειρίζεται τα συναισθήματά της, επίσης. Αυτή η αθωότητα απαλλάσσει το μυθιστόρημα από κάθε υποψία σοβαροφάνειας και ψευδοκουλτουριάρικης φιλοσοφικής αναζήτησης.  Η Ζέλμα και ο Οπτικός είναι δύο πρόσωπα που δύσκολα θα ξεχάσει κανείς, δύο πρόσωπα που ο καθένας θα λαχταρούσε να έχει στη ζωή του μεγαλώνοντας, ενώ η ιστορία τους είναι ένας ύμνος στη συντροφικότητα, ένα ξόρκι ενάντια στη μοναξιά που το πέρας της ηλικίας επιφυλάσσει. Το όνειρο της Ζέλμα μοιάζει να έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τον κόσμο γύρω μας, με τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε και αξιολογούμε την κάθε μέρα, και αυτό το κάνει αβίαστα και διόλου επιτηδευμένα, όσο οξύμωρο και αν μοιάζει ένα τέτοιο σχόλιο. Το μυθιστόρημα θα μπορούσε να ενταχθεί στη σύγχρονη νεανική λογοτεχνία, εκεί που ο πήχης είναι πια σε μεγάλα ύψη, όμως, ακόμα και εκεί, η αθωότητα στη ματιά της Λουίζε θα μαγνήτιζε τον αναγνώστη. Καμία εντύπωση δεν θα μου έκανε αν ανάμεσα στους αγαπημένους συγγραφείς της Λέκι συναντούσα τον Μίτσελ, τον Ρόμπινς και τον Μουρακάμι. Η επίγευση της ανάγνωσης μου έφερε στον νου το μυθιστόρημα Αρκαδία της Εμμανυέλ Μπαγιαμάκ-Ταμ, τη στιγμή που καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης τσέκαρα το βιογραφικό της συγγραφέως για να επιβεβαιώσω πως δεν είναι Γαλλίδα, ίσως γιατί ανήκω σε μια γενιά που η Αμελί απέκτησε χαρακτήρα αρχέτυπου.

Το όνειρο της Ζέλμα είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, που διαθέτει όλες τις αρετές ενός ευπώλητου ποιοτικού βιβλίου, κάτι το οποίο ήδη αποτυπώνεται στις διάφορες λίστες. Δεν ενδείκνυται ωστόσο για αναγνώστες που παίρνουν υπέρμετρα σοβαρά τον ενήλικα εαυτό τους.


*Το οκάπι είναι ένα αρτιοδάκτυλο θηλαστικό της οικογένειας των Καμηλοπαρδαλιδών, που απαντά αποκλειστικά στα δάση βροχής της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Η επιστημονική ονομασία του είναι Okapia johnstoni, δεν περιλαμβάνει υποείδη και παρέμενε άγνωστο στον δυτικό κόσμο μέχρι τον εικοστό αιώνα.

υγ. Περισσότερα για το Αρκαδία θα βρείτε εδώ.

Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2022

Η εποχή των τυφώνων - Fernanda Melchor

Στη Λα Ματόσα, πέντε παιδιά θα αντικρίσουν μια μέρα ένα θέαμα φρικτό· το σάπιο πρόσωπο ενός πτώματος που είχε ξεβράσει το νερό στον κίτρινο αφρό του, ανάμεσα στα ζαχαροκάλαμα και τις πλαστικές σακούλες, μια σκοτεινή μάσκα που εξείχε ανάμεσα σε μυριάδες μαύρα φίδια και χαμογελούσε. Την έλεγαν Μάγισσα. Γύρω από το πτώμα της, η Μελτσόρ θα στήσει ένα πολυφωνικό γαϊτανάκι, αποτελούμενο από πρόσωπα που εμπλέκονται στη δολοφονία. Εραστές, πελάτες, γείτονες, περαστικοί. Ο αφηγητής της ιστορίας αυτής δεν είναι παντογνώστης. Κανείς δεν γνώριζε πραγματικά τη Μάγισσα και τώρα πια είναι οριστικά αργά. Ρόλος του αφηγητή είναι να αθροίσει τις λέξεις, να ενώσει τα διάφορα κομμάτια. Κάθε πρόσωπο που εισέρχεται στη σκηνή παρουσιάζει τη δική του εκδοχή, που θα τον αθωώσει, που θα τον απαλλάξει από τύψεις και ενοχές, που θα πάρει τα μάτια της δικαιοσύνης από πάνω του, που θα του επιτρέψει να εκμεταλλευτεί την περίσταση. Ελάχιστα πράγματα μαθαίνουμε για εκείνη, κι εκείνα σκόρπια, ένα σωρό φήμες, ούτε ένας καλός λόγος. Κάθε εκδοχή συνδαυλίζει τη φρίκη, την εντείνει, την καθιστά ανυπόφορη. Η σιωπή της νεκρής εκκωφαντική. Η εποχή των τυφώνων σε ορισμένα μέρη δεν τελειώνει ποτέ. Κανείς πια δεν θυμάται πότε άρχισε.

Η εποχή των τυφώνων είναι ένα νουάρ μυθιστόρημα. Υπάρχει ένα έγκλημα και η αναζήτηση των δολοφόνων, ενώ το ρεαλιστικό στοιχείο επικρατεί. Η Μελτσόρ, γεννημένη το 1982 στη Βερακρούς του Μεξικού, δεν είναι παιδί του Μπολάνιο, όπως ίσως κάποιος βιαστεί να ισχυριστεί για τον τρόπο της να πραγματεύεται τη φρίκη. Το κεφάλαιο με τις δολοφονίες στο 2666 σ' εκείνη θυμίζει την ανάγνωση του τοπικού τύπου και όχι κάποια μυθοπλαστική υπερβολή, που κάποιους αναγνώστες, σε μέρη μακρινά, τους προκάλεσε έως και ανία. Η μυθοπλασία αποτελεί ένα καταφύγιο από την πραγματικότητα, ισχύει και για τους δημιουργούς αυτό, η ομορφιά δεν είναι μια στυλιζαρισμένη παραμόρφωση του κόσμου, αλλά μονόδρομος εξόδου απ' αυτόν. Η σύγχρονη γυναικεία λογοτεχνία από τη Λατινική Αμερική το φωνάζει. Στις ευχαριστίες της συγγραφέως, ανάμεσα σε άλλους, αναφέρει κι εκείνον που τη σωστή στιγμή της πρότεινε Το φθινόπωρο του πατριάρχη, ανάγνωση που εκ του αποτελέσματος αποδείχτηκε καθοριστική για τον τρόπο με τον οποίο η Μελτσόρ κατασκεύασε την αφήγησή της.

Επιλέγει τον μακροπερίοδο λόγο, μια επιλογή απαιτητική, όχι μόνο ως προς τις τεχνικές δυσκολίες, αλλά και γιατί είναι μια συγγραφική απόφαση που, για να σταθεί, οφείλει να δικαιολογείται, ειδάλλως πρόκειται για κενή επίδειξη. Στην υλοποίηση η Μελτσόρ τα καταφέρνει περίφημα. Λεπτοδουλειά και ταλέντο συνδυάζονται μοναδικά. Πετυχαίνει να δημιουργήσει το εφέ του τυφώνα, μια λεκτική δίνη που εγκλωβίζει τον αναγνώστη και τον παρασέρνει στο πέρασμά της. Μια αφήγηση που περιστρέφεται διαρκώς, όπως οι μύγες, γύρω από το πτώμα τής Μάγισσας, απ' όπου κρέμονται οι υποϊστορίες των κατοίκων της Λα Ματόρα. Η χειμαρρώδης αφήγηση έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την εκκωφαντική σιωπή της νεκρής, καθιστώντας έτσι τον μακροπερίοδο λόγο οργανικό μέρος της πλοκής. Επιβάλλει τον αναγνωστικό ρυθμό, επιτείνει την ενόχληση, το αίσθημα της ζάλης, αυτή η ιστορία δεν θα τελειώσει ποτέ, ούτε με τον θάνατο της Μάγισσας, δεν υπάρχει έξοδος κινδύνου, κάποια επόμενη περιμένει στη σειρά, κανείς να μη μπορεί να κλείσει τα μάτια μπροστά στη φρίκη, η τελεία αργεί. Όμως, ταυτόχρονα, η αφήγηση αυτή ασκεί έντονη αναγνωστική γοητεία, η ακρίβεια των λέξεων, η συνύπαρξη πεζού και πλάγιου λόγου, οι εναλλαγές στην απεύθυνση, η συνάρμοση των επιμέρους κομματιών· γοητεία που αφήνει μια ανάμεικτη γεύση.

Η εποχή των τυφώνων είναι ένα σκληρό βιβλίο, στεγνό από συναίσθημα, χωρίς καμία διάθεση για καθοδήγηση και εκβιασμό, γι' αυτό και συγκλονιστικό ως αναγνωστική εμπειρία. Η μετάφραση της Αγγελικής Βασιλάκου συμβάλλει αποφασιστικά. Πώς να πεις μου άρεσε για μια τέτοια ιστορία, που διαβάζοντάς την νιώθεις λερωμένος, μέρος αυτής της ανθρωπότητας καθώς είσαι. Και όμως, η Μελτσόρ στύβει τον ζόφο και ας είναι να στάξουν δύο σταγόνες μονάχα.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών την Παρασκευή 29 Απριλίου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ

Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2022

Ο άνθρωπος που τα είδε όλα - Deborah Levy

Το κείμενο αυτό αναβλήθηκε αρκετές φορές ως σήμερα. Τόσο κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, όσο και μετά το τέλος της, αμφιταλαντευόμουν έντονα μήπως είχα πέσει θύμα απάτης, μήπως το κριτήριο μου λέπτυνε. Η σκέψη αυτή υπονόμευε το αίσθημα αναγνωστικής απόλαυσης, παρότι ούτε μια στιγμή δεν σκέφτηκα να εναποθέσω το βιβλίο στη στοίβα με τα παρατημένα, καθώς η έλξη που μου ασκούσε ήταν έντονη, μου άρεσε, θέλω να πω, αυτό που διάβαζα, ανησυχούσα ωστόσο μήπως η ανάγνωση αποδειχτεί αντίστοιχη μιας επίσκεψης στην Ιδιωτική πινακοθήκη του Περέκ. Παρέδωσα στον χρόνο το χρίσμα. Και η ανάγνωση άντεξε, δεν έχασε τη λάμψη της. Ό,τι και αν έκανε η Λίβι, το έκανε καλά.

Να πώς έχουν τα πράγματα, Σαούλ Άντλερ: Ήμουν είκοσι τριών, λάτρευα το άγγιγμά σου, αλλά όταν πλησίαζε η δύση του ηλίου, εσύ είχες ήδη απομακρυνθεί από μένα και άρχιζες να ψάχνεις για κάτι άλλο. Όχι, να πώς έχουν τα πράγματα, Τζένιφερ Μορό: Σε λάτρευα νυχθημερόν, αλλά εσύ φοβόσουν την αγάπη μου, όμως κι εγώ φοβόμουν την αγάπη μου. Όχι, είπε εκείνη, φοβόμουν τη ζήλια σου, που ήταν μεγαλύτερη από την αγάπη σου. Προσοχή, Σαούλ Άντλερ. Προσοχή! Κοίτα αριστερά, κοίτα δεξιά, διάσχισε τον δρόμο και πέρνα στην απέναντι πλευρά.

Λονδίνο, 1988. Η Τζένιφερ θα φωτογραφίσει τον Σαούλ να διασχίζει, ως άλλο σκαθάρι, την Abbey Road κοντά στα στούντιο της EMI. Εκείνος, καθηγητής ιστορίας, πρόκειται να ταξιδέψει στο Ανατολικό Βερολίνο για έρευνα. Τη φωτογραφία την προόριζε για δώρο στην αδερφή του μεταφραστή του εκεί· εκείνη του είχε ζητήσει μια κονσέρβα ανανά. Ο Σαούλ, στον δρόμο για τη φωτογράφιση, άυπνος και αφηρημένος στις σκέψεις του σχετικά με ένα άρθρο που έγραφε για το πώς ο Στάλιν φλέρταρε γυναίκες πετώντας τους στο τραπέζι μπαλάκια από ψωμί, θα δείξει αναποφάσιστος σε μια κοντινή, άσημη διάβαση πεζών, το ανέβα κατέβα στο πεζοδρόμιο θα μπερδέψει τον επερχόμενο οδηγό με αποτέλεσμα μια μικρή αμυχή και έναν ελάχιστο λεκέ από αίμα. Σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα, ο Σαούλ θα επιχειρήσει να διασχίσει τη διάσημη ριγέ επιφάνεια, ένα αυτοκίνητο θα τον παρασύρει. Καθώς συνέρχεται από το κώμα, το παρελθόν θα διαρραγεί και θα πλημμυρίσει άτακτα το παρόν.

Η σύγχυση αυτή αποτελεί το κεντρικό εύρημα της συγγραφέως, τον άξονα περιστροφής. Η ιδέα από μόνη της δεν είναι πρωτότυπη, η εξασθένιση της μνήμης, είτε από κάποιο ατύχημα, είτε εξαιτίας του εκφυλισμού της από το γήρας, και η απόπειρα ανασύνθεσης του παρελθόντος συναντώνται συχνά. Η πλέον κρίσιμη και καθοριστική απόφαση που παίρνει η Λίβι είναι η επιλογή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, η απόρριψη της επιλογής ενός παντογνώστη αφηγητή. Ο Σαούλ, λοιπόν, αφηγείται την ιστορία αυτή, είναι άλλωστε ο άνθρωπος που τα είδε όλα, ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας του συνόλου της ζωής του, μάρτυρας που ωστόσο αποδεικνύεται αναξιόπιστος απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Η επιλογή αυτή, σε συνδυασμό με τη σύγχυση της μνήμης, δικαιολογεί και επιβάλλει εν πολλοίς τον μεταμοντέρνο χαρακτήρα της κατασκευής. Επιτρέπει επίσης στη συγγραφέα να επενδύσει στην ονειρική ατμόσφαιρα και στον αποσπασματικό χαρακτήρα της αφήγησης, το υποκείμενο (και η κατάσταση στην οποία βρίσκεται) της προσδίδει την απαιτούμενη αληθοφάνεια και πειστικότητα, μην αφήνοντας άψυχη την εγκεφαλική κατασκευή.

Ταυτόχρονα όμως, η επιλογή αυτή είναι που φέρνει την ανάγνωση απέναντι στην υποψία εξαπάτησης. Παρότι αποδεικνύεται λειτουργική και απαραίτητη για το τελικό αποτέλεσμα, δεν μοιάζει να δικαιολογείται επαρκώς η ανάγκη του αφηγητή να πει κατά αυτό τον τρόπο την ιστορία του. Δεν έχει έναν επιτακτικό χαρακτήρα η απόφασή του, που θα βοηθήσει στην υποδοχή της σύμβασης από την πλευρά του αναγνώστη. Ο αφηγητής μοιάζει με πιόνι στα χέρια της δημιουργού του, εκείνη του βάζει τις λέξεις στο στόμα. Έτσι, ένας φαύλος κύκλος δημιουργείται, στον οποίο το αφηγηματικό πρόσωπο εξυπηρετεί αλλά δεν δικαιολογείται, με αποτέλεσμα η εγκεφαλική κατασκευή που με μαεστρία, η αλήθεια είναι, εμψυχώνεται από την αφήγηση, ταυτόχρονα να αποκαλύπτεται ως τέτοια. Η συγγραφή έχει πολλά κοινά με την ταχυδακτυλουργική, λειτουργεί όσο και η σύμβαση της μαγείας, όταν η τεχνική υπερισχύσει, το συναίσθημα υποχωρεί.

Η αφήγηση του Σαούλ διαθέτει μια ψυχρότητα που έρχεται σε αντίστιξη με τον υποκειμενικό χαρακτήρα της. Αυτή η συναισθηματική στεγνότητα, η λεκτική αποτύπωση της αδυναμίας του μηχανισμού της μνήμης, αυτού του κενού που η σύγχυση γεννά, αποδεικνύεται καθοριστική, ίσως και σωτήρια για τη συνολική πρόσληψη του μυθιστορήματος. Η Λίβι δεν κατασκευάζει έναν θάλαμο συναισθηματικής υποδοχής για τον Σαούλ, εκεί που το θαύμα της ανάκαμψης θα λειτουργούσε ως ο μοναδικός καταλύτης και θα τον μετέτρεπε στο επίκεντρο του σύμπαντος, που άπαντες θα έσπευδαν να τον παρηγορήσουν και να τον εμψυχώσουν. Η συγγραφέας τον αφήνει μόνο του απέναντι στην πλημμύρα και τη σύγχυση, την ενδιαφέρει να αντικρίσει τα παιχνίδια του μυαλού, τις υποσυνείδητες επιθυμίες και τα ανικανοποίητα απωθημένα μιας ζωής, και αυτός είναι τελικά ο υποκειμενικός χαρακτήρας της αφήγησης και όχι το συναίσθημα ή η νοσταλγία, αλλά η αγωνία για το πώς έγιναν εν τέλει τα πράγματα, αγωνία κρυμμένη καλά πίσω από την επιθυμία για το πώς θα ήθελε να έχουν γίνει τα πράγματα, κρυμμένη με τη μορφή της βεβαιότητας, τώρα που αυτά τα τριάντα χρόνια δεν βαραίνουν όπως συνήθιζαν να κάνουν, τώρα που ο χρόνος έγινε ακόμα πιο σχετικός. Και σε αυτή την απόπειρα του Σαούλ να αποκτήσει σταθερές, να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά, η Λίβι συνεισφέρει με την ευφυή χρήση του λάιτ μοτίφ.

Η Λίβι πετυχαίνει να αποδώσει μια ολόκληρη εποχή, με τις αντιφάσεις και τη μυθολογία της, χωρίς να βαρύνει το μυθιστόρημά της, χωρίς να αποπροσανατολιστεί. Γράφει για τις κατασκευές της μνήμης, για την εκ φύσεως αδυναμία μας, για την ανάγκη μας στην αγάπη και τις παραλλαγές της, για τις άπειρες εκδοχές. Καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης δεν έπαψα να εικονοποιώ με βάση την φωτογραφία από το Blow up του Αντονιόνι, στο τέλος δε αυτής σκέφτηκα πως το μυθιστόρημα της Λίβι κάνει ένα ενδιαφέρον ζευγάρι με το πολύ πιο φιλόδοξο Apollokalypse του Φάλκνερ. Τελικά, και παρ' όλες τις επιφυλάξεις, η γραφή της Λίβι διαθέτει την ικανή γοητεία να εντυπώσει στον αναγνώστη την ιστορία του Σαούλ και της Τζένιφερ.

Μετάφραση Αργυρώ Μαντογλου
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2022

Η υπόσχεση - Damon Galgut

Ο θάνατος της μητέρας συγκεντρώνει τους Σουάρτ στην οικογενειακή φάρμα έξω από την Πρετόρια. Η αρχιτεκτονική της οικίας, με την άναρχη στο πέρασμα των χρόνων προσθήκη δωματίων, αντανακλά τις σχέσεις μεταξύ των Σουάρτ, τον ανομοιόμορφο χαρακτήρα, την οριακή λειτουργικότητα και την επίφοβη συνοχή της οικογένειας, αλλά και της Νότιας Αφρικής της δεκαετίας του '80, μιας χώρας σε διαρκή μετάβαση και αναβρασμό, που το κοινό αφήγημα συνεχώς αναδιατυπώνεται σε μια απόπειρα να ενσωματώσει κάθε κοινωνική και πολιτική μεταβολή. Η Αμόρ, η τρίτη και μικρότερη κόρη, που όταν ήταν παιδί χτυπήθηκε από κεραυνό, στην εφηβεία της πια, δίπλα στο κρεβάτι της άρρωστης μητέρας, θα γίνει αυτήκοος μάρτυρας της πατρικής υπόσχεσης: πως το σπίτι όπου μένει η μαύρη υπηρέτρια, που τόσο στάθηκε στη μητέρα της, θα περάσει στο όνομά της.

Γύρω από την υπόσχεση αυτή ο Ντέιμον Γκάλγκουτ θα ξετυλίξει το κουβάρι των Σουάρτ. Η υπόσχεση, που απέσπασε το βραβείο Booker 2021, είναι μια οικογενειακή σάγκα που διαρθρώνεται σε τέσσερα κεφάλαια μέσα στο πέρασμα του χρόνου, σε μια πορεία παράλληλη με εκείνη της χώρας. Ο συγγραφέας, με τρόπο ευφυή, καθιστά το ατομικό οικουμενικό, αποτυπώνει με λεπτομέρεια και από πλήθος διαφορετικών οπτικών την ιστορία της χώρας του κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών. Η υπόσχεση του πατέρα εμπεριέχει έντονο το στοιχείο του συμβολισμού, όπως και η επιμονή της Αμόρ, ο ιδεαλισμός ενάντια στην οχύρωση πίσω από τα προνόμια. Η υπόσχεση και ο αγώνας για την απόδοση κοινωνικής δικαιοσύνης, για το τέλος των διακρίσεων με βάση το φύλο, το χρώμα και τη φυλή, για τα ανθρώπινα δικαιώματα συνοψίζουν άλλωστε την ιστορία κάθε χώρας.

Το εύρημα δεν θα ήταν αρκετό χωρίς την αφηγηματική φωνή να προσδίδει συνοχή και να προωθεί την πλοκή. Ο Γκάλγκουτ οπλίζει τον παντογνώστη αφηγητή του με μια ικανότητα μεταφυσική, η τριτοπρόσωπη αφήγησή του διέρχεται μέσα από τους χαρακτήρες του δράματος, που λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, πρωτεύοντες και δευτερεύοντες, χωρίς στιγμή να σταματά, φανερώνοντας τις πιο μύχιες σκέψεις τους, την ηθική και τη ματιά τους, μια ροή διαρκής, η αίσθηση ενός κινηματογραφικού μονοπλάνου που προσδίδει μια τεράστια ορμή στην αφήγηση, που κανένα σημείο στίξης ή αλλαγή παραγράφου δεν μπορεί να ανακόψει. Αυτό είναι το σημείο υπεροχής του μυθιστορήματος αυτού, που το κάνει να ξεχωρίζει ανάμεσα σε πολλά καλογραμμένα έργα, και η Κλαίρη Παπαμιχαήλ πετυχαίνει να το αποδώσει εξαιρετικά στη γλώσσα μας με τη μετάφρασή της.

Σημαντικό συστατικό της πλοκής αποτελούν η πίστη και η θρησκεία. Οι επιθυμίες των θανόντων και η στάση των διαχειριστών απέναντί τους. Ο μετασχηματισμός και η δημιουργία μιας κοινής εθνικής ταυτότητας εμπεριέχουν και τη θρησκευτική διάσταση, την επικράτηση ενός δόγματος έναντι κάποιου άλλου. Ο Γκάλγκουτ αποδεικνύεται ιδιαίτερα οξυδερκής και δεν διστάζει να επιτρέψει στον αφηγητή του, στον χώρο που αναλογεί στην πλοκή, να ασκήσει κριτική και να καταθέσει τις δικές του απόψεις. Ωθούμενος κυρίως από τη μεταβλητότητα των πραγμάτων, όπως, για παράδειγμα, όταν από τη μια στιγμή στην άλλη ο άλλοτε ήρωας της πολιτικής σκηνής σέρνεται ως κατηγορούμενος για εγκλήματα κατά της χώρας και των κατοίκων της. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η ιστορία γράφεται διαρκώς υπό την κοινωνική πίεση, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι ισχυροί υποχωρούν πραγματικά, απλώς ανασυντάσσονται και προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες.

Όπως σωστά επισημαίνει η Σταυρινή Ιωαννίδου στο άρθρο της «Το annus mirabilis της αφρικανικής λογοτεχνίας», στο Ανοιχτό Βιβλίο τον περασμένο Νοέμβριο, το 2021 υπήρξε αναμφίβολα μια χρονιά-ορόσημο για την αφρικανική λογοτεχνία. Δεν ήταν μόνο Η υπόσχεση του Γκάλγκουτ που τιμήθηκε. Άλλα τρία σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία, με προεξέχον το Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Αμπντουλραζάκ Γκούρνα, δόθηκαν σε Αφρικανούς συγγραφείς· το βραβείο Goncourt κέρδισε ο Μοχάμεντ Σαρρ και το International Booker ο Νταβίντ Ντιόπ. Η συγκυρία αυτή ενίσχυσε τη διαχρονική συζήτηση γύρω από τα βραβεία και τη λειτουργία τους, την πολιτική διάσταση και τον στοχευμένο χαρακτήρα που συχνά αποκτούν.  

Η υπόσχεση, γραμμένη στα αγγλικά, είναι ένα βιβλίο που πέρα από κάθε επιφύλαξη υπερβαίνει τα όρια της εθνικής λογοτεχνίας στην οποία ανήκει. Ο Γκάλγκουτ δεν γράφει για τη Νότιο Αφρική, αλλά αφηγείται μια ιστορία που συνέβη εκεί. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κακή χρήση του εξωτισμού προς εντυπωσιασμό του ξένου αναγνωστικού κοινού. Ο συγγραφέας έχει μια τρομερά ενδιαφέρουσα ιστορία να αφηγηθεί και τη χρησιμοποιεί ως όχημα για να πει πολλά περισσότερα και μάλιστα με τρόπο που χαράσσεται βαθιά στη μνήμη.  

Η υπόσχεση είναι ο ορισμός του ποιοτικού μπεστ σέλερ, το ιδανικό βιβλίο για να προτείνει κανείς σε κάθε αναγνώστη.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 15 Μαΐου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Μετάφραση Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Εκδόσεις Διόπτρα

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

Όταν έρθει η μέρα που ξέρεις - Άγης Πετάλας/ Κώστας Καλφόπουλος

Μου αρέσουν τα λογοτεχνικά παιχνίδια, με ιντριγκάρουν. Ιδιαίτερα εκείνα που προκύπτουν από τη συνεργασία δύο ή περισσότερων συγγραφέων. Τότε το γράψιμο, μια διεργασία εκ φύσεως μοναχική, μετατρέπεται σε διάλογο, η συνδιαμόρφωση απαιτεί υποχωρήσεις και γεφύρωμα των διαφωνιών σε βαθμό μεγαλύτερο από εκείνο που απαιτεί η ισορροπία μεταξύ συγγραφέα και επιμελητή, όταν υπάρχει επιμελητής και όχι απλώς ένας κακοπληρωμένος διορθωτής δηλαδή. Κατά την ανάγνωση το παιχνίδι συνεχίζεται, υποθέσεις σχετικά με το ποιος κρύβεται πίσω από κάποια ιδέα ή αν το τουίστ που οδήγησε στην κύρια ανατροπή ήταν αποτέλεσμα ανταγωνισμού μεταξύ των συγγραφέων. Επιχειρώ διαρκώς να διακρίνω τις ραφές ανάμεσα στα δύο πληκτρολόγια, πού σταματάνε οι λέξεις του ενός και πού αρχίζουν του άλλου, προσπαθώ να φανταστώ τους κανόνες που έθεσαν, τις υποχωρήσεις που έγιναν, τις στιγμές που μια ιδέα εμφανίστηκε, τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούσαν κατά τη διάρκεια του εγχειρήματος, έγραφαν, για παράδειγμα, στο ίδιο δωμάτιο κάποιες φορές ή δεν συναντήθηκαν ποτέ από κοντά· τέτοια πράγματα σκέφτομαι. Αλλά κάποιες φορές το αποτέλεσμα απογοητεύει, το παιχνίδι δεν λειτουργεί σε λογοτεχνικό επίπεδο.

Το Όταν έρθει η μέρα που ξέρεις κυκλοφόρησε το 2020· άργησα αλλά το διάβασα.

Η ιστορία του βιβλίου αυτού ξεκινάει το καλοκαίρι του 2019, όταν ο Μισέλ Φάις ζήτησε από τον Καλφόπουλο ένα αστυνομικό διήγημα 800 λέξεων για την Εφημερίδα των Συντακτών. Παρά τη δυσκολία του περιορισμού των λέξεων, ο Καλφόπουλος παρέδωσε το διήγημα Η κίτρινη εσάρπα. Ακολούθως, αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα. Εκεί το διάβασε ο Πετάλας. Λίγες μέρες αργότερα έστειλε ένα μέηλ στον Καλφόπουλο επισυνάπτοντας μια πιθανή συνέχεια της ιστορίας. Κάπως έτσι γεννήθηκε το βιβλίο αυτό, που πήρε τον τίτλο του από το τραγούδι «Quando arriverá» ένα χιτ της δεκαετίας του '60, δεκαετία κατά την οποία διαδραματίζεται το διήγημα, και τραγουδούσε ο Τόνυ Πινέλλι στην ταινία Μοντέρνα Σταχτοπούτα (1965). Στο βιβλίο περιλαμβάνεται η αρχική εκδοχή του διηγήματος. Για τις ανάγκες της έκδοσης Η κίτρινη εσάρπα μεγάλωσε, παίρνοντας τη μορφή ολοκληρωμένου διηγήματος, πάνω στο οποίο πάτησε τελικά το όλο εγχείρημα.

Το καλοκαίρι του 1968, ο αφηγητής, μαθητής λυκείου που έμεινε μετεξεταστέος στα λατινικά, ακολουθεί τους γονείς του στις καλοκαιρινές διακοπές στο διαμέρισμα που νοικιάζουν χρόνια στη Βούλα. Διακοπές συντομότερες του συνηθισμένου εξαιτίας της οικτρής αποτυχίας του που επιβάλλει την επιστροφή εν όψει της τελικής κρίσης. Τη στιγμή που η Ελλάδα είναι στον γύψο, διάφορα γεγονότα συνταράσσουν τον κόσμο: η δολοφονία του Κέννεντυ, η Άνοιξη της Πράγας και οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο Μεξικό, μεταξύ άλλων, γεγονότα που ωστόσο τον νεαρό αφηγητή τον αφήνουν αδιάφορο, όπως κάθε τι έξω και μακριά από τον μικρόκοσμό του, δηλαδή, χαρακτηριστικό γνώρισμα της εφηβείας, συχνά δε όχι μόνο αυτής. Για καλή του τύχη, οι γονικοί περιορισμοί, απότοκοι της αποτυχίας του, δεν περιλαμβάνουν τα κιάλια με τα οποία ξεχνιέται χαζεύοντας τα αεροπλάνα να απογειώνονται και να προσγειώνονται στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Μια μέρα, το υποβοηθούμενο βλέμμα του θα πέσει στο απέναντι σπίτι, εκεί όπου μια γυναίκα εκθαμβωτικής ομορφιάς, τυλιγμένη μόνο με μια κίτρινη εσάρπα, περιφέρεται τραγουδώντας στα δωμάτια. Την επόμενη μέρα θα επιστρέψουν πίσω στην Αθήνα. Η εικόνα της γυναίκας θα χαραχτεί βαθιά στη μνήμη του άβγαλτου εφήβου και για χρόνια θα αναρωτιέται τι πραγματικά έγινε εκείνο το βράδυ όταν η κραυγή ακούστηκε και τα φώτα έσβησαν. Είκοσι χρόνια μετά, ο κατ' όνομα ανιψιός του αφηγητή, φιλοξενούμενός του στη Βούλα, θα βοηθήσει στη λύση του μυστηρίου.

Η αστυνομική υπόθεση αποτελεί, ως είθισται δηλαδή να συμβαίνει, την αφορμή. Ο Καλφόπουλος και ο Πετάλας, που θα μπορούσαν να είναι ο θείος και ο ανιψιός της ιστορίας, που τους χωρίζουν είκοσι χρόνια, μια περίοδος καθοριστική για την εμφάνιση του χάσματος, στήνουν μια ιστορία απομάγευσης της παιδικής ηλικίας ή μια ιστορία ενηλικίωσης αν προτιμάτε. Τα καλοκαίρια είναι η εποχή της νεότητας, όσο απομακρύνεται κανείς από αυτή τόσο απολύουν τη δύναμή τους. Εκεί, στα καλοκαίρια εκείνα, φωλιάζει η πρώτη ύλη, οι αναμνήσεις, τα πάθη, οι απογοητεύσεις, η βαρεμάρα του μεσημεριού και η μυρωδιά της θάλασσας. Όταν έρθει η μέρα που ξέρεις τίποτα δεν θα είναι όπως πριν, η αλήθεια θα αποδειχτεί υποδεέστερη της φαντασίας, η απομάγευση θα κατακλύσει τον χώρο. Κάπως έτσι είναι κάθε ιστορία ενηλικίωσης, ο μύθος καταρρέει και τα τρικ του ταχυδακτυλουργού αποκαλύπτονται ένα ένα.

Σε εγχειρήματα όπως αυτό, είναι κρίσιμο το τελικό αποτέλεσμα να είναι λειτουργικό και να μην αποδειχτεί απλώς ένα τζαμάρισμα. Οι δύο συγγραφείς σε αυτό τα καταφέρνουν μια χαρά καθώς το οικοδόμημα, παρά την ιδιαιτερότητά του, στέκει στέρεο ξεπερνώντας τους ειδολογικούς περιορισμούς και τον πειραματικό χαρακτήρα του. Χρησιμοποιούν δε το μεταμοντέρνο καλούπι με τρόπο χρηστικό, ώστε, μεταξύ άλλων, να συμπεριλάβουν και το πολιτικό στοιχείο στην ιστορία, καθώς η επιλογή του καλοκαιριού του '68 δεν θα μπορούσε να είναι τυχαία, ή ακόμα και αν αρχικά ήταν, δύσκολα θα έμενε ανεκμετάλλευτη. Το πολιτικό αυτό στοιχείο δίνει περαιτέρω διαστάσεις στη νουβέλα αυτή, που έχουν να κάνουν με τη σύγχρονη πρόσληψη της πραγματικότητας, την ατομική και συλλογική πρόσληψη και αξιολόγηση, την υποκειμενική κανονικότητα και τον στενό μικρόκοσμο, όλα όσα η μελέτη εν μέσω χούντας σημειολογικά φέρει. Η νουβέλα ξεχωρίζει επίσης και για τη χρήση πραγματολογικών στοιχείων, τα συστατικά της ποπ κουλτούρας και μυθολογίας της κάθε γενιάς, με τρόπο νοσταλγικά κριτικό. Η απόσταση, για παράδειγμα, ανάμεσα στον ακροατή των Beatles και εκείνο των Joy Division και όσα αυτή η απόσταση φανερώνει για την κάθε εποχή. Οι συγγραφείς, στο πλαίσιο της παιγνιώδους διαδικασίας, χρησιμοποιούν αρκετά και το προσωπικό στοιχείο, λιγότερο ή περισσότερο εμφανές, αλλά και τη διακειμενικότητα με το πρότερο έργο τους, όπως η εμφάνιση του κυρίου Δ* ή η αγάπη για τα φλίπερ.

Το Όταν έρθει η μέρα που ξέρεις δεν εξαντλείται στο ενδιαφέρον του πειράματος της συνεργατικής γραφής, με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της, αλλά διαθέτει ξεκάθαρη λογοτεχνική αξία και λειτουργεί αναγνωστικά. Είναι μια αστυνομική νουβέλα στην οποία η πολυπόθητη και ζητούμενη λύση του μυστηρίου δεν επενεργεί με τον συνηθισμένο τρόπο, ούτε στον αφηγητή ούτε στον αναγνώστη, και αυτή η υπονόμευση του είδους επιτείνει την ιδιαιτερότητά της.

Εσύ, θα ήθελες να βρεθείς στο εργαστήριο του ταχυδακτυλουργού;

υγ. Για το απολαυστικό Η δύναμη του Κύριου Δ* περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, ενώ για το νοσταλγικό Φλίπερ εδώ.

Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2022

Είμαι το τέρας που σας μιλά - Paul B. Preciado

Στις 17 Νοεμβρίου 2019, με κάλεσαν στο Παλέ ντε Κονγκρέ του Παρισιού για να μιλήσω μπροστά σε 3.500 ψυχαναλυτές στο πλαίσιο του συνεδρίου της Σχολής του φροϋδικού αιτίου με θέμα «Γυναίκες στην ψυχανάλυση».

Ο Πολ Μπ. Πρεθιάδο, φιλόσοφος, συγγραφέας και εικαστικός επιμελητής, γεννήθηκε το 1970 στο Μπούργκος της Ισπανίας ως Μπεατρίς Πρεθιάδο. Αυτοπροσδιοριζόταν ως γυναίκα μέχρι το 2014, που ανακοίνωσε ότι ξεκινάει τη φυλομετάβαση και άλλαξε το όνομά του σε Πωλ.

Η κατάμεστη αίθουσα εκείνη τη μέρα έμοιαζε με ρωμαϊκή αρένα, ο καλοντυμένος όχλος διψούσε για αίμα, όταν το τέρας ανέβηκε στο βήμα. Είχαν κιόλας έτοιμη τη διάγνωση, γραμμένη και σφραγισμένη, η παρουσία του στην αίθουσα ήταν τυπική. Όμως το τέρας δεν ήταν διατεθειμένο να αφήσει τους ψυχαναλυτές να μυρίσουν τον φόβο του, παρά τα φώτα, δοκίμασε να τους κοιτάξει έναν έναν στα μάτια, θα έλεγε αυτά που ήθελε να πει σε εκείνους που έχουν καλλιεργήσει την ικανότητα να ακούν. Τους είπε πως νιώθει όπως ο πίθηκος στο διήγημα του Κάφκα, Αναφορά σε μια Ακαδημία, που στάθηκε μπροστά στις ψηλότερες επιστημονικές αυθεντίες για να τους εξηγήσει τι σημαίνει για εκείνον η ανθρώπινη εξέλιξη· ο Κόκκινος Πήτερ, που αιχμαλωτίστηκε από ένα τσίρκο και κατάφερε να γίνει άνθρωπος. Σύντομα θα αφήσει στην άκρη τους συμβολισμούς και τις αναλογίες. Ο όχλος δεν αργεί να δείξει τη δυσαρέσκειά του ζητώντας από έναν αόρατο αυτοκράτορα να στρέψει τον αντίχειρα καταδικαστικά. Η οργή κρύφτηκε πίσω από γέλια και χάχανα.

Αμφιταλαντεύτηκα έντονα για το αν θα έγραφα λίγα λόγια για το βιβλίο αυτό. Δεν έχω τη σκευή για κάτι τέτοιο, σκεφτόμουν, ούτε την επιστημονική ούτε τη βιωματική. Πρόσφατα διάβασα το Περί αυτοκτονίας (Λάγιος, Θ. & Λέκκα Β., 2020, futura). Η αυτοκτονία είναι κάτι που με απασχολεί έντονα, η πρόσληψή της ιδίως, ο μεταιχμιακός χαρακτήρας της, επίσης. Στο βιβλίο αυτό γινόταν μια κριτική προσέγγιση στο πώς αντιμετωπίζεται η αυτοκτονία, σε πλαίσιο ιστορικό αλλά και κοινωνικοπολιτικό, τον τρόπο με τον οποίο η ψυχιατρική, διαδεχόμενη την εκκλησία, έχει αναλάβει την αποκλειστική εργολαβία ως προς τη διερεύνηση των συνθηκών υπό τις οποίες ένα άτομο αποφασίζει να αυτοκτονήσει· την πρόληψη και την τιμωρία, επίσης. Όταν διάβασα την ομιλία του Πρεθιάδο, παρότι αδυνατούσα να ακολουθήσω το σύνολο του στοχασμού και της κριτικής του, ένιωθα έναν θυμό αντίστοιχο με εκείνον που νιώθω όταν διαβάζω δοκίμια σχετικά με την αυτοχειρία, αλλά και την κάλυψη ενός κενού που η περί αυτοκτονίας βιβλιογραφία έχει, καθώς πέρα από το αυτοκτονικό σημείωμα, ο αυτόχειρας στέκει σιωπηλός, ανίκανος πια να υπερασπιστεί τον εαυτό του σε αυτή την ιδιότυπη δίκη προθέσεων και εξηγήσεων που λαμβάνει χώρα εκ των υστέρων. Εδώ το τέρας πήρε τον λόγο.

Σε αρκετά σημεία της ομιλίας του, που δεν κατάφερε τελικά να ολοκληρώσει, ο Πρεθιάδο υποθέτει τι σκέφτονται οι ψυχαναλυτές και μοιράζεται μαζί τους τις διαγνώσεις και τις βεβαιότητές τους, τα συμπλέγματα και τους φθόνους που κατά εκείνους εξηγούν τα πάντα. Ένα και ένα κάνουν δύο. Δεν είναι έτσι, δεν είναι πια έτσι, μοιάζει να τους λέει, η θεωρία σας πια δεν φτάνει, δεν είναι αρκετή, πρέπει να ανοίξει προς νέες κατευθύνσεις, να ξεφύγει από τη συντήρηση, να συναντήσει το μεταποικιακό περιβάλλον και τα πολιτικά κινήματα, να εγκαταλείψει τη δυαδικότητα ως υπέρτατη και μοναδική αλήθεια. Εκείνος, έχοντας περάσει χρόνια σε ντιβάνια και καρέκλες ψυχολόγων και ψυχιάτρων διαφόρων σχολών, άλλοτε από επιλογή και άλλοτε ως μέρος της διαδικασίας μετάβασης, και έχοντας παράλληλα μελετήσει σε βάθος τη θεωρία, φέρνει ενώπιον τους το βίωμα, με έναν λόγο επιστημονικά συγκροτημένο αλλά όχι στεγνό, έναν λόγο διάχυτο από θυμό. Η επιστήμη όταν παύει να είναι ρηξικέλευθη, λιμνάζει. Όταν φοβάται την αποκαθήλωση, υψώνει τείχη. Η εξέλιξη ωστόσο είναι αναπόφευκτη, το αύριο θα έρθει. Ο Πρεθιάδο δεν παραγνωρίζει τα δικά του προνόμια, το γεγονός πως αποτελεί μάλλον την εξαίρεση παρά τον κανόνα, πως για εκείνον κάποια πράγματα είναι πιο εύκολα. Με την ταυτότητα του άντρα στην τσέπη, με το κύρος του ακαδημαϊκού και του αναγνωρίσιμου εικαστικού επιμελητή, οι πόρτες ανοίγουν, οι δρόμοι είναι ασφαλείς. Παραμερίζει για να φανερώσει τα καθημερινά θύματα στα σκοτεινά σοκάκια σε όλο τον κόσμο, υψώνει τη φωνή του για να ακουστεί και πέρα από τα όρια της αίθουσας αυτής, να μιλήσει για εκείνα αλλά όχι εξ ονόματός τους. Φέρνει το πολιτικό στην ψυχολογία, κάτι το οποίο επιμελώς αγνοείται.

Κατά τη διάρκεια της ομιλίας ο όχλος γιούχαρε, τον αποκάλεσε ναζί, γελούσε μαζί του. Ο Πρεθιάδο πέτυχε κάτι σπουδαίο στην αίθουσα αυτή, έφερε μέρος των συνέδρων στη θέση του τέρατος, τους έκανε να νιώσουν πώς μπορεί να μοιάζει να είσαι διαφορετικός σε ένα περιβάλλον ομοιομορφίας. Αναφέρομαι σε εκείνους τους λίγους ή πολλούς που σιώπησαν, που δεν τόλμησαν να υψώσουν ανάστημα στους συναδέλφους τους, να τους ζητήσουν να σταματήσουν, να σεβαστούν και να ακούσουν. Σε εκείνους που δίστασαν να σηκώσουν το χέρι στην ερώτηση αν στην αίθουσα υπάρχει κάποιος, κάποια ή κάποιο ομοφυλόφιλος/-η, διεμφυλικός/-ή ή μη δυαδικός/-ή ψυχαναλυτής/-τρια, αφήνοντας μια σιωπή με διάσπαρτα χάχανα να κυριαρχήσει. Σε εκείνους που την επόμενη μέρα αποφάσισαν να συγκρουστούν και να προκαλέσουν τη διάσπαση της Σχολής του φροϋδικού αιτίου. Σε εκείνη τη σιωπηλή μάζα εκεί έξω που δεν σηκώνει το ανάστημά της επιτρέποντας σε θλιβερές μειοψηφίες να μιλούν για λογαριασμό μας προσμετρώντας μας στις δυνάμεις τους. Και δεν έχει να κάνει μόνο με ζητήματα φύλου και ταυτότητας αυτό.

Το ελάχιστο που κάνουν κείμενα όπως αυτό είναι να συμβάλλουν στη συζήτηση, να δημιουργούν ρήγματα και να ανοίγουν δρόμους στη σκέψη. Δεν είναι κείμενα ενιαίας πρόσληψης, κάθε αναγνώστης προσέρχεται με τις δικές του εμπειρίες και προσλαμβάνουσες. Εξέρχεται πάντως διαφορετικός.

Μετάφραση Αναστασία Μελία Ελευθερίου
Εκδόσεις αντίποδες

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2022

Ακουαρέλα - Μαριαλένα Σεμιτέκολου

Σήμερα πηγαίνει τον μικρό στο σχολείο ο Παύλος. Σήμερα δεν πηγαίνεις εσύ τον μικρό στο σχολείο. Σήμερα με πηγαίνει στο σχολείο ο μπαμπάς. Τρεις ιστορίες με κοινή αφετηρία μα διαφορετική οπτική. Μία οικογένεια: ο Παύλος, η Κάτια και το παιδί. Ένα πρωινό μιας μέρας καθημερινής. Σήμερα ο Παύλος θα περπατήσει με το παιδί μέχρι το σχολείο. Φυσάει ένας ανυπόφορος νοτιάς, που στον διάβα του αναστατώνει τα συναισθήματα και ανακατώνει τη μνήμη.

Η Μαριαλένα Σεμιτέκολου (Πειραιάς, 1973) τέσσερα χρόνια μετά τη νουβέλα Οι Κυριακές το καλοκαίρι (Ίκαρος, 2018) κάνει την επανεμφάνισή της με την Ακουαρέλα, ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα χωρισμένο σε τρία μέρη (Σουρτίνα, Πυρηνέλαιο, Ακουαρέλα). Τρεις ιστορίες που συνθέτουν μια εικόνα μεγαλύτερη, εκείνη του κοινού βίου μιας πυρηνικής οικογένειας, που το εμβαδό του δείχνει μεγαλύτερο απ' όσο πραγματικά είναι, αφήνοντας χώρο στη συχνά καταχωνιασμένη ατομικότητα να φανεί. Το σημείο εκκίνησης δεν θα μπορούσε παρά να είναι μια μέρα φαινομενικά πανομοιότυπη με όλες τις άλλες. Ένα πρωινό που ο Παύλος με το παιδί ξεκινούν για το σχολείο και η Κάτια τους παρακολουθεί ενώ ξεμακραίνουν. Τα ρήγματα, άλλωστε, συνηθισμένες μέρες εμφανίζονται.

Η συγγραφέας με τρόπο λειτουργικό και έξυπνο σπάει την αφήγηση στα τρία. Για τον σιωπηλό Παύλο επιλέγει έναν τριτοπρόσωπο, παντογνώστη αφηγητή, που τον ακολουθεί στη διαδρομή για το σχολείο και μετά για τη δουλειά, μάρτυρα των μικρών ιεροτελεστιών της καθημερινότητας, των αθώων μυστικών, των αναλήψεων και των προλήψεων, των παιχνιδιών της μνήμης. Για την Κάτια, που δείχνει όλα να τα έχει υπό έλεγχο, η συγγραφέας επιλέγει μια δευτεροπρόσωπη αφήγηση καθρεπτική, ένα ιδιότυπο εις εαυτόν με εκείνη καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού να κρατά ένα λερωμένο παντελόνι στον ρόλο του μεταβατικού αντικειμένου, ακίνητη, ενώ τόσα έχουν να γίνουν. Για το παιδί, που είναι παιδί, τι άλλο παρά μια αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, γεμάτη από τις μεγάλες περιπέτειες της μέρας, που σπάει στα δύο, μισή στο σπίτι και μισή στο σχολείο, και την προσοχή του που στιγμή δεν ξεκουράζεται και ολοένα φεύγει και ξεμακραίνει.

Στην Ακουαρέλα, το κυρίως στοίχημα είναι η αποτύπωση των ευδιάκριτων φωνών. Το εύρημα με τη διαδοχή διαφορετικών αφηγηματικών προσώπων είναι έξυπνο, αλλά από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό. Η Σεμιτέκολου επενδύει πολλά σ' αυτό και ανταμείβεται για τον κόπο της, καθώς πετυχαίνει να αποτυπώσει πειστικά και γοητευτικά τους τρεις χαρακτήρες της, να φέρει στην επιφάνεια την αλήθεια του καθενός, αφήνοντας τις φωνές, τις σκέψεις, τις αναμνήσεις και τα συναισθήματά τους να ακουστούν καθαρά. Ξεχωριστής αναφοράς χρήζει η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του παιδιού. Η συγγραφέας υπερπηδά με άνεση το, αν και γνώριμο, συνήθως ανυπέρβλητο εμπόδιο της αποτύπωσης της παιδικής ομιλίας με τρόπο πειστικό και σύμφωνο της ηλικίας του, πετυχαίνοντας να προκαλέσει αβίαστα συγκίνηση και γέλιο, κυρίως στο κομμάτι που εκείνο αναρωτιέται πώς ζωγραφίζουμε το χιόνι στη λευκή σελίδα.

Αφού βρήκε το πώς θα ειπωθεί η κάθε ιστορία, ακολούθως η συγγραφέας όφειλε να ασχοληθεί με το περιεχόμενο. Τα μικρά, χρηστικά ευρήματα και οι επισκέψεις στο παρελθόν καθιστούν την αφήγηση σφιχτή, προσδίδοντας δυναμική και αυτονομία στην κάθε ιστορία, αλλά ταυτόχρονα και την απαραίτητη συνοχή που απαιτεί ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Παρότι οι ιστορίες των τριών δεν φέρουν κάποια εντυπωσιακή πρωτοτυπία, η Σεμιτέκολου πετυχαίνει να μετατρέψει την έλλειψη αυτή σε πλεονέκτημα, καθώς επιτρέπει στον αναγνώστη να αναγνωρίσει κάτι οικείο στη διαχείριση της καθημερινότητας, να διακρίνει κάτι από το δικό του παρελθόν και παρόν, κάτι από το ανθρώπινο υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένος.

Η Σεμιτέκολου, ψυχολόγος στο επάγγελμα, δεν επιτρέπει στην ιδιότητά της αυτή να πάρει εξ ολοκλήρου τα γκέμια και να την ξεστρατίσει από το λογοτεχνικό μονοπάτι που με φροντίδα χάραξε. Η Ακουαρέλα είναι ένα χαμηλών τόνων σπονδυλωτό μυθιστόρημα, μια λεπτοδουλεμένη αφήγηση, που καταφέρνει να εντυπωσιάσει χωρίς να το επιζητά, σε μια εποχή που κυριαρχούν άναρθρες κραυγές.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 16 Απριλίου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Εκδόσεις Ίκαρος