Πέμπτη 26 Μαΐου 2022

Για να μην αποτύχουμε όπως οι Μπιόρλινγκ και Καλστένιους - Δημήτρης Καρακίτσος

Ο Δημήτρης Καρακίτσος είναι ένα μυαλό που διαρκώς γεννά ιστορίες. Στο έβδομο πεζογραφικό του βήμα, αμέσως μετά τον πολυμήχανο Δον Υπαστυνόμο, μας μεταφέρει στη Σουηδία, στα τέλη του 19ου αιώνα, για να μας αφηγηθεί το ταξίδι δύο νεαρών σπουδαστών. Στα έργα του Καρακίτσου, ωστόσο, τίποτα δεν πρέπει να προλαμβάνεται ως δεδομένο, εκτός από την αναγνωστική απόλαυση.

Το καλοκαίρι του 1893, ο Γιαν Άντερς Βίλεμαρκ, τριτοετής σπουδαστής ιατρικής, και ο Ούλοφ Άλμκβιστ, φοιτητής φιλολογίας και εκκολαπτόμενος συγγραφέας, ξεκινούν ένα ταξίδι για τον σουηδικό βορρά με δυο «σιδερένια αλόγατα», ποδήλατα προφανούς δονκιχωτικής προέλευσης, φαινομενικά χωρίς σκοπό ή με «τον σκοπό όλων των νεανικών ταξιδιών: την περιπλάνηση, την άσκοπη και ρομαντική αγυρτεία». Και είναι αυτή η έλλειψη φιλοδοξίας που ίσως τους επιτρέψει να μην αποτύχουν όπως οι Μπιόρλινγκ και Καλστένιους, οι οποίοι έναν χρόνο νωρίτερα είχαν σαλπάρει με σκοπό να είναι οι πρώτοι που θα πατήσουν τον αιώνιο πάγο του Βόρειου Πόλου και τον Ιούνιο του 1893 το φαλαινοθηρικό Aurora εντόπισε το εγκαταλελειμμένο σκάφος τους και μεταξύ άλλων ευρημάτων τις σημειώσεις του Μπιόρλινγκ.

Ο Καρακίτσος διατηρεί τον έλεγχο, όλα είναι υπολογισμένα με ακρίβεια έτσι ώστε να μοιάζουν έρμαια του γύρω κόσμου. Αυτή η κάπως πεζή παρατήρηση αποτελεί την αναγκαία συνθήκη πλήρωσης των προθέσεων. Ο συγγραφέας λειαίνει τις αιχμηρές γωνίες ώστε να καλύψει με επιμέλεια την άρμοση της κατασκευής κι αφού έχει εξασφαλίσει τη συνοχή και τη στιβαρότητα πάνω σε μια ρεαλιστική βάση, υψώνει τα πανιά του. Η ειδολογική κατάταξη των έργων του Καρακίτσου είναι παρακινδυνευμένη, αν όχι αδύνατη. Το Για να μην αποτύχουμε όπως οι Μπιόρλινγκ και Καλστένιους εξωτερικά και φαινομενικά προσιδιάζει σ' ένα road novel με στοιχεία από το δονκιχωτικό σύμπαν, σύντομα όμως μετατρέπεται σ' ένα πανηγυρικό μυθοπλαστικό γαϊτανάκι αντικατοπτρισμών με επίκεντρο, τι άλλο, την ίδια τη λογοτεχνία και την πρώτη ύλη της, τις ιστορίες. Και διόλου εντύπωση δεν προκαλεί το γεγονός πως το κυρίως διακύβευμα, ο κεντρικός μύλος γύρω από τον οποίο ο Ούλοφ στρέφει το δόρυ του, είναι λογοτεχνικό. Είναι η μέχρις εσχάτων μάχη που ο φιλόδοξος συγγραφέας είναι διατεθειμένος να δώσει απέναντι στον νατουραλισμό και προσέρχεται οπλισμένος με το πάθος του και το σημειωματάριο του που δεν αποχωρίζεται ποτέ. Ο αγώνας αυτός δεν περιορίζεται στα λογοτεχνικά χαρακώματα, δεν είναι, θέλω να πω, άσχετος με τη ζωή εκεί έξω, ούτε τότε, ούτε και τώρα.

Το συγγραφικό σημειωματάριο αποτελεί το κεντρικό εύρημα περιστροφής. Εκτός από την ενδοκειμενική λειτουργία του αποτελεί και μια ωδή για τον τόπο στον οποίο η λογοτεχνία γεννιέται, ακόμα και εκείνα τα βιβλία που δεν θα γραφτούν και δεν θα διαβαστούν ποτέ, ωδή για το πεδίο της μάχης του κάθε συγγραφέα με τον κόσμο όλο, για το καταφύγιο και το ορμητήριό του, για εκείνο που μένει πίσω. Ο Καρακίτσος γράφει ένα βιβλίο που σε κάθε γύρισμα της σελίδας ξεπηδά μια διαφορετική εκδοχή του κόσμου. Γράφει για αναγνώστες και συγγραφείς που μαγεύονται από τις ιστορίες, που ασφυκτιούν από την πραγματικότητα και αναζητούν εξόδους και διασκευές. Ο Γιαν, που το όνειρο του πατέρα του είναι να ακολουθήσει τα επαγγελματικά του βήματα στην ιατρική, να δρέψει τους καρπούς της φήμης και να διαιωνίσει το όνομά του, είναι ένας τέτοιος αναγνώστης, ένας Σάντσο Πάντσα πρόθυμος να ακολουθήσει παρά τους ενδοιασμούς. Και ο Ούλοφ, που δεν ξέρει πώς να τελειώσει τις ιστορίες του, που νιώθει αμφιβολία και ανασφάλεια, δυσανασχετεί απέναντι στην ακριβή μεταφορά της πραγματικότητας στη λογοτεχνία, δυσπιστεί απέναντι σε κάθε λογοτεχνική απόπειρα την ώρα που περισσότερο απ' όλους έχει ανάγκη να διαβάσει ένα σπουδαίο βιβλίο, ένα βιβλίο που επιτέλους θα ελευθερώσει τη λογοτεχνία από τις ράγες της και ας μην το γράψει ο ίδιος.

Για τον Καρακίτσο η λογοτεχνία είναι ένα παιχνίδι, παιχνίδι με τον τρόπο των παιδιών, του Περέκ ή του Καλβίνο.

υγ. Για τον έξοχο Δον Υπαστυνόμο περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

υγ.2 Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδα των Συντακτών το Σάββατο 7 Μαΐου 2022 και η ψηφιακή εκδοχή του οποίου βρίσκεται εδώ.

Εκδόσεις Ποταμός

Δευτέρα 23 Μαΐου 2022

Αγώνες και μεταμορφώσεις μιας γυναίκας - Édouard Louis

Είχε προηγηθεί η Επιστροφή στη Ρενς του Ντιντιέ Εριμπόν. Αυτό ήταν το νήμα για το επόμενο βιβλίο. Άλλωστε και ο Λουί μια ερώτηση του Εριμπόν δανείζεται πριν μας αφηγηθεί την ιστορία της μητέρας του: Μπορεί η θεωρία να κλαίει; Έμοιαζε να είναι η κατάλληλη ευκαιρία να παρακάμψω τις επιφυλάξεις μου. Μίνι παρέκβαση-αναδρομή στο αναγνωστικό μου παρελθόν με τον Λουί: Το Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ έσκασε από το πουθενά και με διέλυσε με την αλήθεια του. Τότε ξεκίνησαν οι επιφυλάξεις περί ενδεχόμενης μανιέρας: Η Ιστορία της βίας τις διέλυσε με το έξοχο αφηγηματικό εύρημα των δύο φωνών. Επανήλθαν ωστόσο στη θέα τού Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου: εδώ ήταν το πολιτικό που ήρθε να συναντήσει το βίωμα. Και τώρα το Αγώνες και μεταμορφώσεις μιας γυναίκας. Τρίτη και φαρμακερή;

Όλα άρχισαν με μια φωτογραφία. Δεν γνώριζα την ύπαρξη αυτής της φωτογραφίας, ούτε καν ότι την είχα εγώ ‒ ποιος μου την έδωσε; Και πότε;

Είναι μια φωτογραφία της μητέρας του όταν εκείνη ήταν είκοσι χρονών, από μια εποχή μακρινή, πριν τη γέννηση του αφηγητή. Μια φωτογραφία που εκείνη είχε βγάλει μόνη της, στρέφοντας την κάμερα προς το πρόσωπό της, πριν ο όρος σέλφι επινοηθεί. Είναι μια φωτογραφία που η μητέρα του είναι όμορφη και γοητευτική, έτοιμη για όσα επρόκειτο να 'ρθουν, έτοιμη για ένα μέλλον λαμπρό, γεμάτο υποσχέσεις. Τι απέγινε εκείνο το μέλλον; Αυτό είναι που κινητοποιεί τον αφηγητή στη θέα της φωτογραφίας. Τι απέγινε εκείνο το κορίτσι; Είναι μια σκέψη προκλητική, η ζωή των γονιών μας πριν από τη γέννησή μας, συχνά ξεχνάμε, ή αφηνόμαστε να ξεχάσουμε, πως δεν είχαν πάντοτε τη γονεϊκή ιδιότητα, πως δεν κινείτο η ζωή τους γύρω από τη δική μας. Ο αφηγητής θυμάται πάντοτε τη μητέρα του να είναι κουρασμένη, να παλεύει με τις δουλειές του σπιτιού, τα λεφτά να μην φτάνουν, η σχέση και με τον δεύτερο άντρα της να είναι τουλάχιστον προβληματική. Το πρόσωπο στη φωτογραφία του μοιάζει οικείο μα ξένο.

Η γνώριμη αφηγηματική φωνή είναι εδώ, με την ποιητική-νοσταλγική διάθεση, με μια γλυκύτητα για να σπάσει η έντονη γεύση του ζόφου, με έντονο τον βιωματικό χαρακτήρα. Ο αφηγητής κοιτάζει τη φωτογραφία και συνθέτει τα κομμάτια της ζωής της μητέρας του, κάποιες στιγμές ωστόσο συνομιλεί μαζί της, της απευθύνεται για να της πει πως θυμάται, για να τη ρωτήσει, για να τη μαλώσει, για να τη συγχωρήσει. Το κοινωνικοπολιτικό κατηγορώ υπάρχει κι εδώ, αν και όχι τόσο έντονο, η σκιά του πατέρα του στη ζωή της πέφτει επίσης βαριά. Η αφήγηση είναι που καθιστά το κείμενο αυτό προσωπικό, περισσότερο και από το περιεχόμενό της, ακόμα και αν εκείνο είναι λέξη προς λέξη πραγματικό. Η αφήγηση είναι επίσης εκείνη που απομακρύνει τα βιβλία του Λουί από το νεοσύστατο είδος της αυτομυθοπλασίας. Ο Λουί δεν επιχειρεί να πάρει αποστάσεις από τον αφηγητή του, να αποστασιοποιηθεί, να κάνει εαυτόν χαρακτήρα της πλοκής, να προβάλει την κατασκευή ενός βιβλίου με υλικά μιας πραγματικής ζωής. Εδώ το πρώτο πρόσωπο δεν είναι αφηγηματικό εύρημα, είναι τρόπος έκφρασης, μονόδρομος για την ακρίβεια. Η φωνή είναι εκείνη που θα καθηλώσει ή θα εκδιώξει τον αναγνώστη, το εγώ άλλωστε πάντοτε τραβάει στα άκρα τις καταστάσεις.

Η αφηγηματική φωνή, στα τελευταία δύο βιβλία του Λουί, διαθέτει μια οργή πέρα από την προφανή και ευδιάκριτη κοινωνικοπολιτική, μια οργή απέναντι στους γονείς του, όχι πια για τον τρόπο τους απέναντί του αλλά για τη συνολική στάση τους απέναντι στη ζωή τους την ίδια, μια οργή που λειτουργεί ως ένας συνδετικός ιστός με τα πρώτα δύο βιβλία και την αμιγώς προσωπική ιστορία του Λουί, μια οργή γεμάτη από αγάπη και θυμό, μια οργή που πίσω από κάθε μια λέξη αντηχεί: γιατί δεν αντέδρασες; Είναι η ερώτηση κάποιου που αντέδρασε και πήρε το παιχνίδι στα χέρια του, κάποιου που ωστόσο κάποιες στιγμές ξεχνάει ή επιλέγει να ξεχάσει πόσο δύσκολη ήταν η αντίδραση αυτή, πόσο χρονοβόρα και επίπονη, και τότε κυριαρχεί ο θυμός στην οργή του αυτή και δυσκολεύεται να δικαιολογήσει και να αποδεχτεί την αδυναμία, μετατρέπεται σε αυστηρότητα και κινείται στο όριο της αποστροφής. Μια οργή σκληρή κάποιου που εν πολλοίς κρίνει εξ ιδίων τα αλλότρια, που ωστόσο όταν θυμάται γλυκαίνει. Και η αναγνώριση αυτής της οργής, παρά τον συχνά αποκρουστικό της χαρακτήρα, λειτούργησε, παράδοξα ίσως, ενισχυτικά ως προς την προσωπική αλήθεια που τα βιβλία του Λουί φέρουν.

Στο Αγώνες και μεταμορφώσεις μιας γυναίκας δεν έχω κάποιο επιχείρημα ενάντια στην πιθανότητα ύπαρξης μιας συγγραφικής μανιέρας εκ μέρους του Λουί. Συνειδητοποιώ πως και τα επιχειρήματα τις προηγούμενες φορές ήταν τελικά σαθρά. Παρά τις λογοτεχνικές αρετές του Ιστορία της βίας ή τον έντονο πολιτικό χαρακτήρα του Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου εκείνο που με ελκύει στη λογοτεχνία του Λουί είναι η αφηγηματική φωνή. Εκείνη είναι που παραμένει στη μνήμη, που διεγείρει το συναίσθημα, που υποστηρίζει την αλήθεια που φέρει, που καθιστά λογοτεχνικό και όχι κλειδαροτρυπικό το προσωπικό. Εδώ ήταν ξεκάθαρο. Η φεμινιστική κατεύθυνση δεν ήταν αρκετή να ξεγελάσει, το μοτίβο υπάρχει, η μανιέρα υφίσταται. Και ξέρετε κάτι; Δεν έχει καμία σημασία. Για τον Λουί ισχύει πως κάποιοι συγγραφείς γράφουν διαρκώς το ίδιο βιβλίο, και μερικοί το κάνουν καλά, ο Λουί ως τώρα, επίσης. Και τελικά η επιφύλαξη περισσότερο με φόβο αποκαθήλωσης μοιάζει. Άτιμο πράγμα οι προσδοκίες και η ασφάλεια που χαρίζουν. Ασφάλεια ναι. Γιατί τι άλλο παρά ασφάλεια είναι να ξέρεις πως την κρίσιμη στιγμή θα υπάρχει μια γνώριμη καινούργια αφήγηση για σένα;

υγ. Σύνδεσμοι για τα προηγούμενα βιβλία του Λουί: Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ (εδώ), Ιστορία της βίας (εδώ) και Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου; (εδώ).

Μετάφραση Στέλα Ζουμπουλάκη
Εκδόσεις αντίποδες

Πέμπτη 19 Μαΐου 2022

Καταστασιακή Δίνη - Μάνος Ραγιάδης

Στο τετράδιό μου είχα από καιρό σημειώσει να διαβάσω το Αγόρι του Μάνου Ραγιάδη, μυθιστόρημα το οποίο σε ορισμένους κύκλους συζητήθηκε αρκετά και με τον καιρό απέκτησε μια κάποια φήμη. Όταν πήρα την απόφαση να πάω στο βιβλιοπωλείο, είχε κυκλοφορήσει μόλις το τελευταίο του μυθιστόρημα με τίτλο Καταστασιακή Δίνη, διαθέσιμο μάλιστα σε δύο εξώφυλλα, ένα μαυροκόκκινο και ένα μαυροπράσινο. Το αγόρι, με τα ροζ αυτιά, έμεινε να καπνίζει, περιμένοντας καρτερικά τη σειρά του.

Δεν είχα ιδιαίτερες προσδοκίες και το οπισθόφυλλο δεν με έκανε σοφότερο. «Μια κασέτα, ένα ατύχημα, μία αγοραπωλησία, ένας Βαγγέλης. Οι λόγοι που αναγκάζουν τους ανθρώπους να συγκρουστούν στον αγώνα επικράτησης της δημιουργίας απέναντι στην ανυπαρξία. Η συμπόρευση ως έναυσμα για την εδραίωση μιας ανάμνησης ως σημείο αναφοράς. Ο ήχος, η παρουσία, η απεικόνιση του ιδιαίτερου, η αμφισβητήσιμη αξία του απερίγραπτου, η συνειδητοποίηση του καινούργιου, του διαφορετικού. Ο θόρυβος, η τοξική επιχειρηματικότητα, η αποτυχία, ο Βαγγέλης. Τα πάντα και τίποτα, αυτός ο Βαγγέλης». Βαγγέλη ωστόσο λένε τον αδερφό μου και αυτό θεωρώ πως έπαιξε τον ρόλο του.

Η Καταστασιακή Δίνη είναι ένα σπονδυλωτό, πολυφωνικό μυθιστόρημα, χωρισμένο σε τρία μέρη· Αρχή, Μέση και Τέλος. Ο Ραγιάδης ακολουθεί μια γραμμική, παράλληλη αφήγηση των ιστοριών των τεσσάρων χαρακτήρων σε πρώτο πρόσωπο, θέτοντας τον χρόνο ως μια σταθερά σ' ένα περιβάλλον με αρκετά στοιχεία σουρεαλισμού και συμβολισμού, μια κίνηση έξυπνη που επιτρέπει στο μυθιστόρημα να λειτουργήσει· επίσης, να αντέξει και να εξυπηρετήσει τις συγγραφικές ιδέες και προθέσεις. Τα τέσσερα πρόσωπα είναι η Μανταλένα, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος του Χριστόφορου και της Μαρίας, ο Ιλ Κωστίνο και ο Αχούρα Μάζντα. Η Μανταλένα, που δουλεύει ως φρι λάνσερ μεταφράστρια, περνά πολλές ώρες στο σπίτι. Έχει να δει τη μάνα της χρόνια, από τότε που εκείνη τους εγκατέλειψε, και νιώθει υπεύθυνη για τον αδερφό της που στο πρόσφατο παρελθόν έχει να επιδείξει βίαιες συμπεριφορές απέναντι στις εκάστοτε κοπέλες του. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος του Χριστόφορου και της Μαρίας, είναι ένα φιλόδοξο στέλεχος, ένας απλός υποδιευθυντής πωλήσεων προς το παρόν. Πηγαίνοντας στο πάρτι της εταιρείας θα παρασύρει με το αυτοκίνητό του μια κοπέλα την οποία θα ερωτευτεί. Ο Ιλ Κωστίνο, γιος ενός επιτυχημένου, αυτοδημιούργητου, πλούσιου πατέρα, κινείται στον αντίποδα όλης αυτής της λάμψης, σ' ένα κόσμο παραισθήσεων. Θα μπλεχτεί σε μια διαμάχη μεταξύ του φίλου του και του ναρκέμπορα. Ο Αχούρα Μάζντα, απροσδιορίστου ηλικίας, ένας ανάπηρος επαίτης φαινομενικά, είναι το θύμα μιας προαιώνιας θεϊκής διαμάχης. Αναζητά την ευκαιρία να ανακάμψει στη συνείδηση των ανθρώπων. Οι ιστορίες θα μπλεχτούν μεταξύ τους, οι πορείες των τεσσάρων θα διασταυρωθούν καθώς η εξέλιξη των πραγμάτων θα επιταχύνεται διαρκώς με κατεύθυνση το χάος και την παράνοια, την ευθεία σύγκρουση των δυνάμεων που θα διεκδικήσουν τον έλεγχο της επόμενης μέρας.

Ο τίτλος του μυθιστορήματος είναι εξόχως αντιπροσωπευτικός του περιεχομένου. Ο τρόπος με τον οποίο συναντώνται η τέχνη, η πολιτική, η φιλοσοφία, η θεολογία και η γνώριμη τρέχουσα ζωή εντός του μυθιστορήματος αυτού δημιουργεί μια δίνη που συνομιλεί, χωρίς να εγκλωβίζεται ωστόσο, με τη δεκαετία του '50, και ειδικά τα τέλη της, όχι με χαρακτήρα αραχνιασμένης νοσταλγίας αλλά συνέχειας ενός νήματος που ποτέ δεν κόπηκε εντελώς. Ο Ραγιάδης κινείται με τρόπο έξυπνο και λειτουργικό στο όριο ρεαλισμού και υπερρεαλισμού, διατηρώντας διαρκώς τον έλεγχο της δίνης αυτής, χωρίς να την αφήνει να εκτοξεύσει τους αναγνώστες στο χάος και το άπειρο. Έχει μια συγκεκριμένη ιστορία, αρκετά τρελή η αλήθεια, να πει και το κάνει υποδειγματικά. Ο Ραγιάδης στήνει ένα πολυπρισματικό κατασκεύασμα και δίνει τον λόγο στα τέσσερα πρόσωπα. Φωνές μεταξύ τους ευδιάκριτες που αποτελούν ιδανική προέκταση και συμπλήρωμα στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων, που παρά την προσχηματικότητα που τους διακρίνει δεν στέκουν στεγνοί και επίπεδοι. Το μεγαλύτερο ατού του μυθιστορήματος είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Ραγιάδης αποτυπώνει τον κόσμο εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η πλοκή, που, παρότι είναι τόσο γνώριμος, γεννά και αναπτύσσει στον αναγνώστη το ανοίκειο, κάτι που τονίζει το ενδεχόμενο ύπαρξής του, μετατοπίζοντας το βάρος από τον υπερρεαλισμό στον ρεαλισμό. Με τον τρόπο αυτό πετυχαίνει όχι μόνο να εγκλωβίσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον αλλά και να επιτρέψει στον τρόμο να παρεισφρήσει ανάμεσα στις γραμμές, να δημιουργήσει την ισχυρή αμφιβολία πως όλα αυτά δεν είναι γέννημα ενός άρρωστου μυαλού αλλά η περιρρέουσα πραγματικότητα, σε πείσμα της λογικής φωνής.

Ο Ραγιάδης αναμειγνύει πλείστα είδη και συνομιλεί με διάφορες παραδόσεις, προβάλλοντας ωστόσο την αγάπη του για το παλπ και τη λογοτεχνία του Μπάλλαρντ. Αυτή η μίξη, συχνά ετερόκλητων μεταξύ τους συστατικών, αποτελεί και μια κειμενική αποτύπωση της συγχρονίας του μυθιστορήματος με την εποχή του. Το αποτέλεσμα θεωρώ πως δικαιώνει σε μεγάλο βαθμό τις συγγραφικές προθέσεις αποφεύγοντας, θαυμαστό πώς, την υπερβολή. Ο συγγραφέας δεν υποχωρεί από το βάρος της ίδιας του της φαντασίας. Πιστός στους προγόνους του, δεν διστάζει να υπονομεύσει το ίδιο του το κατασκεύασμα και να απολύσει την όποια σοβαροφάνεια προκύπτει στην πορεία. Η Καταστασιακή Δίνη, πίσω από όλο το γλέντι εικόνων και συμβάντων δράσης, αποτέλεσμα πλούσιας φαντασίας και σφιχτής διαχείρισης, είναι ένα κοινωνικοπολιτικό μυθιστόρημα που κρούει διάφορα καμπανάκια χωρίς να στρατεύεται εμφανώς, όχι από διάθεση ίσων αποστάσεων αλλά εξαιτίας ενός διάχυτου σκεπτικισμού. Αποπνέει μια μελαγχολική διάθεση και βρίσκει καταφύγιο στο χιούμορ, το παράλογο και την καταιγιστική δράση, καταφύγιο ανασυγκρότησης ωστόσο και όχι κρυψώνα αναχωρητισμού. Στο μυθιστόρημα κυριαρχεί ένας υπόγειος αναβρασμός, η ανάγκη των μαζών να πιστέψουν σε κάτι, η άνοδος του συντηρητισμού, η τέχνη ως φαινόμενο δυναμικό καίτοι ορισμένες φορές ακατανόητο, αλλά και πιο συνηθισμένα και καθημερινά πράγματα όπως η διαστρέβλωση του έρωτα και της φιλοδοξίας, η διαχρονική ανάγκη για αγάπη, συντροφικότητα και φιλία.

Παρά την υπερπροσφορά εγχώριας λογοτεχνίας, η Καταστασιακή Δίνη καταφέρνει να ξεχωρίσει, τόσο σε επίπεδο συγγραφικών επιδιώξεων όσο και σε εκτέλεση. Αν και η μνήμη συνήθως δεν είναι αξιόπιστος σύμμαχός μου, νομίζω πως από το Ο άντρας με τη μεγάλη ιδέα (Αστεριάδης, εκδόσεις Χαραμάδα) είχα να διαβάσω κάτι αντίστοιχο σε ελληνική λογοτεχνία. Δεν θα ήταν κομπλιμέντο να αναφερθώ σε κάλυψη προσδοκιών, γιατί προσδοκίες δεν είχα, αλλά το μυθιστόρημα του Ραγιάδη το απόλαυσα ιδιαιτέρως.

υγ. Για το βιβλίο του Αστέρη Αστεριάδη, Ο άντρας με τη μεγάλη ιδέα, περισσότερα εδώ.

Εκδόσεις Bibliothéque

Δευτέρα 16 Μαΐου 2022

Επιστροφή στη Ρενς - Didier Eribon

Το βιβλίο του Ντιντιέ Εριμπόν το είχα στα υπόψη, αλλά, ας μη γελιόμαστε η εκδοτική πλημμυρίδα θα το παρέσερνε εν τέλει μακριά. Η Μ. μου μίλησε γι' αυτό με ενθουσιασμό. Θα αρκούσε άραγε αυτό; Ίσως ναι, ίσως όχι. Δεν το ρίσκαρε στιγμή· μου το δάνεισε.

Για χρόνια ήταν για μένα μόνο ένα όνομα· τίποτα παραπάνω. Οι γονείς μου μετακόμισαν σ' εκείνο το χωριό την εποχή που δεν πήγαινα πλέον να τους δω. Πού και πού, όταν βρισκόμουν στο εξωτερικό, τους έστελνα μια καρτ ποστάλ ‒ ύστατη προσπάθεια να συντηρήσω μια επαφή που ήθελα να είναι όσο πιο χαλαρή γίνεται. Γράφοντας τη διεύθυνση, αναρωτιόμουν πώς να είναι το μέρος που μένουν. Η περιέργειά μου δεν πήγαινε παραπέρα. Η μητέρα μου, όταν μιλούσαμε στο τηλέφωνο, μια-δυο φορές κάθε τρεις μήνες, συχνά και λιγότερο, με ρωτούσε: «Πότε θα έρθεις να μας δεις;». Ξεγλιστρούσα με το πρόσχημα πως είμαι πολύ απασχολημένος και της υποσχόμουν ότι θα πάω σύντομα· δεν είχα όμως την παραμικρή πρόθεση. Είχα αφήσει τους δικούς μου πίσω μου και δεν είχα καμιά διάθεση να τους ξαναδώ.

Ο θάνατος του πατέρα του αίρει εν μέρει την απροθυμία του. Επισκέπτεται εκείνο το προάστιο της Ρενς στο οποίο είχαν μετακομίσει τα τελευταία χρόνια οι γονείς του. Το κάνει ωστόσο μόνο για τη μητέρα του, με τα αδέρφια του όχι, εξακολουθεί να τα αποφεύγει, στην κηδεία δεν πήγε. Ίσως στον επόμενο θάνατο, σκέφτομαι. Η επιστροφή είναι ταξίδι σύνθετο, οι ρωγμές στην περιχαράκωση του εαυτού αγνώστου βάθους και κινδύνου για παρεπόμενη κατάρρευση του οικοδομήματος. Ο Ντιντιέ Εριμπόν υπήρξε ένας από τους λίγους που διέφυγε της προκαθορισμένης πορείας, που συνέχισε το σχολείο, που πέρασε στο πανεπιστήμιο, που έφυγε από τη Ρενς για το Παρίσι και τον κόσμο, που δεν έγινε εργάτης, που δεν παντρεύτηκε λίγο μετά τα είκοσι και τα λοιπά και τα λοιπά καθ' όλα ρεαλιστικά κλισέ. Όταν έφυγε, η ομοφυλοφιλία του έμοιαζε να είναι το κυρίως πιάτο στο οικογενειακό τραπέζι, η διάχυτη ομοφοβία εντός και εκτός οικίας, έφευγε για να βρει τον εαυτό του, για να μπορεί να είναι ο εαυτός του. Φτάνοντας στο Παρίσι τον περίμενε μια άλλη ντουλάπα, εξίσου ασφυκτική και σκοτεινή στο εσωτερικό της, η καταγωγή, ο κόσμος από τον οποίο προερχόταν έπρεπε να μείνει κρυφός. Γκέι μπορούσε να είναι, παιδί λαϊκής οικογένειας όχι.

Δεν ήταν ωστόσο κάτι που βρέθηκε εξ αρχής στο συνειδητό φάσμα, παρότι ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία και την κοινωνιολογία, ήταν μπροστά του και δεν το έβλεπε, κρυβόταν, θαρρείς, πίσω από τη σεξουαλικότητα του, εκείνη θεωρούσε πως βάραινε στα στοιχεία ταυτότητας. Είναι μια ιδιαίτερη αποκάλυψη η αδυναμία μας να είμαστε πλήρως αποδεκτοί σε κάποιο δωμάτιο. Πάντα θα πρέπει να φροντίζουμε για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο ερμάριο, όσο ευάερο και ευήλιο μοιάζει το κάθε επόμενο δωμάτιο, όσο καθησυχαστικός και αν είναι ο θόρυβος μιας πόρτας που κλείνει πίσω μας. Ο Εριμπόν ήρθε κάποια στιγμή αντιμέτωπος και με τη γαματοσύνη του, μελέτησε και κατανόησε διάφορα σχετικά με τον άνθρωπο, έγινε κάποιος σημαντικός σε κάποιους κύκλους, ένιωθε αυτοπεποίθηση. Τότε, κοιτάζοντας, πάντοτε από μακριά, προς τη μεριά της Ρενς, οι κατηγορίες απέναντι σε όλους και όλα, άλλοτε στιβαρές και αμετακίνητες, έχασκαν πια λειψές. Το μίσος ξέβαφε. Λέει κάπου πως αν πάψεις να μισείς κάποιον είναι ο εαυτός σου με τον οποίο οφείλεις να αναμετρηθείς, αυτό είναι που κάνει περίπλοκη την παύση του μίσους ακόμα και όταν όσα συνέθεταν το μίσος πια δεν υπάρχουν. Και πια ο Εριμπόν δεν μπορούσε απλώς να αρκείται ως κατήγορος στη στροφή του άλλοτε ψηφοφόρου του κομμουνιστικού κόμματος στην ακροδεξιά, όπως συνέβη σε πολλούς, ανάμεσά τους και στον πατέρα του, αλλά έπρεπε πια να δοκιμάσει να απαντήσει στο γιατί συνέβη αυτό. Και όταν τεθεί το πρώτο γιατί, το χαλί αρχίζει να ξηλώνεται, από τον θρόνο σου οφείλεις να παραδεχτείς πως δεν είχαν όλοι οι άνθρωποι τις ίδιες ευκαιρίες να γίνουν εξίσου υπέροχοι και αρεστοί στα γούστα σου. Και εσύ το μόνο που έκανες ήταν να τρέξεις μακριά τους και να μιλάς εξ ονόματός τους, χωρίς να τους ξέρεις, χωρίς να σε ενδιαφέρει να τους γνωρίσεις.

Και πια η καρέκλα στέκει άδεια. Ο πατέρας δεν κάθεται εκεί. Οι φωτογραφίες του στο σαλόνι αποτυπώνουν ένα πρόσωπο οικείο αλλά άγνωστο. Η Επιστροφή στη Ρενς είναι ένα αυτοδοκίμιο, ένας συνδυασμός αυτοβιογραφίας και θεωρίας. Ο δρόμος της επιστροφής είναι έντονα περιστοιχισμένος από τη θεωρία, το πρίσμα μέσα από το οποίο παρατηρεί τα πράγματα επίσης. Είναι ο τρόπος του συγγραφέα να αντιμετωπίζει τον κόσμο, την καθημερινότητα και δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά με το παρελθόν. Το συναίσθημα παραμονεύει ωστόσο, πώς αλλιώς. Το ζήτημα που αποτελεί τον πυρήνα της αφήγησης, η σχέση πατέρα γιου δηλαδή, δεν συνοδεύεται από πρωτοτυπία, αυτό είναι σίγουρο. Αν προσθέσουμε και τα έργα στα οποία η σχέση αυτή κρύβεται πίσω από ένα μυθοπλαστικό παραβάν τότε ίσως και να μιλάμε για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης γραμματείας. Η Επιστροφή στη Ρενς διαφέρει. Ο Εριμπόν πετυχαίνει κάτι σπουδαίο. Να γράψει κάτι απόλυτα προσωπικό με τρόπο που να απευθύνεται στο συλλογικό, χωρίς διάθεση για διδαχή και νουθεσία. Και καταφέρνει κάτι ακόμα: να απλώσει μέσω της θεωρίας το κοινό συναισθηματικό εμβαδόν με τον αναγνώστη. Και αυτό γίνεται γιατί το κατηγορώ γίνεται διερευνώ, επιχειρώ να εξηγήσω, να κατανοήσω, δίνω μια ευκαιρία να συγχωρήσω, να αποτινάξω ένα βάρος από τις πλάτες μου. Και όλο αυτό γίνεται μέσω της θεωρίας και της γνώσης από μια θέση πλεονεκτική. Η γαματοσύνη που ο καθένας λίγο πολύ νιώθει για τον εαυτό του συνοδεύεται και από κάποιες υποχρεώσεις που συχνά παραβλέπουμε.

Η Επιστροφή στη Ρενς κυκλοφόρησε το 2009. Είχα διαρκώς στο μυαλό μου τη λογοτεχνία του Εντουάρ Λουί, που πέντε χρόνια αργότερα θα έκανε το ντεμπούτο του. Το δύσκολο παρελθόν, η φυγή από την επαρχία, το ζήτημα της σεξουαλικότητας, το πολιτικό, το σύγχρονο, αυτός ο ιδιότυπος νατουραλισμός του προσωπικού, το βίωμα ως συστατικό της λογοτεχνίας. Κυρίως σκεφτόμουν το Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου, το πλέον πολιτικό του βιβλίο. Το νήμα έστεκε απλωμένο, δεν είχα παρά να τραβήξω από το ράφι το Αγώνες και μεταμορφώσεις μιας γυναίκας. Γυρίζω την πρώτη σελίδα: Μπορεί η θεωρία να κλαίει;, Ντιντιέ Εριμπόν.

υγ. Για το Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Γιάννης Στεφάνου
Εκδόσεις Νήσος

Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

οι Υπέροχοι νεκροί - Αντριάνα Μίνου

Διάβασα την πρώτη ιστορία ενδεδυμένος τον μανδύα της δυσπιστίας. Είμαι ειλικρινής. Ήταν μια πράξη εκπορευόμενη από τη νοσταλγία για εκείνο το μακρινό πια παρελθόν των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Τότε που ανταλλάσσαμε μουσικές, βιβλία και ταινίες. Τότε που δεν στρατολογούμασταν με την πρώτη ευκαιρία με εκείνους απέναντι στους άλλους, αγαπημένοι σύντροφοι λίγες μόλις μάχες πριν, ορκισμένοι εχθροί πια και μέχρι η λήθη να μοιράσει φύλλα πορείας ξανά. Η Ν. πρότεινε αυτό το βιβλίο με περισσό ενθουσιασμό, σπάνιο για εκείνη και σίγουρα αυθεντικά βιωματικό· της άρεσε, το πρότεινε· ιστορία τέλος. Δεν έφερα εξαρχής τον μανδύα της δυσπιστίας. Πρώτα ένιωσα μια σχεδόν παιδική χαρά επιβεβαιώνοντας πως το βιβλίο αυτό ήταν ήδη εδώ. Ύστερα επανασχεδίασα το αναγνωστικό μονοπάτι. Τότε διάβασα το οπισθόφυλλο. Η προσμονή δημιουργήθηκε αλλά έπεσε πάνω στη δυσπιστία. Κενολογίες και υπερβολές, φοβήθηκα, δηθενιά και πόζα. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά άλλωστε.

Αυτές τις μέρες δοκιμάζω να γράψω ένα κείμενο για τις προσδοκίες, ένα κείμενο που θα θέτει ως βασικό ερώτημα το γιατί επέλεξες να διαβάσεις αυτό το βιβλίο, επιχειρώντας ίσως να μεταφέρει λίγη από την ευθύνη αυτή στις καλομαθημένες πλάτες του αναγνώστη. Γιατί αν το ερώτημα απαντηθεί, τότε, ως δια μαγείας θαρρείς, θα εμφανιστεί μια λίστα με προσδοκίες. Γιατί είναι κάπως διαφορετικό να επιλέξεις ένα βιβλίο πιστεύοντας πως θα διαβάσεις το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο και διαφορετικό επειδή πίστεψες το «Αριστούργημα!» στο όμορφο εξώφυλλο. Επέλεξα να διαβάσω τη συλλογή διηγημάτων οι Υπέροχοι νεκροί της Αντριάνας Μίνου επειδή ενθουσίασε τη Ν. Πάνω σε αυτόν τον ενθουσιασμό υψώθηκαν οι προσδοκίες μου, για τις οποίες η ίδια η Ν. ουδεμία ευθύνη φέρει. Διαβάζοντας την πρώτη ιστορία, παρά τη δεδομένη ανοικειότητα που φέρει η γραφή της Μίνου, ένιωσα έλξη και αδημονία για τη συνέχεια, ο μανδύας είχε κιόλας παραπέσει κάπου πίσω στο σκονισμένο πάτωμα. Κάτι ιδιαίτερο συνέβαινε εδώ, έμεναν να φανούν τα όρια του.

Ζω τη ζωή μιας άλλης. Στο Μοτέλ Φήμες, είμαι ντυμένη βασίλισσα ουρανοξύστης, στους ώμους μου πέφτει μια εσάρπα από αστέρια και πάχνη, ενώ με το μικρό μου νυχάκι ξύνω την άκρη του νυχτερινού ουρανού κρυφοκοιτάζοντας· σηκώνω τη μύτη προς τα πάνω ψάχνοντας τη μυρωδιά πλασμάτων που δε θα δω ποτέ. Ανάμεσά τους κι εγώ ‒ που ζω τη ζωή μιας άλλης.

Οι υπέροχοι νεκροί είναι σαν τη σκόνη. Τρυπώνουν παντού. Κι όσο τους ξεσκονίζεις τόσο απλώνονται, ανακατεύονται μεταξύ τους, αλλάζουν σχήματα, καλύπτουν τα πάντα, μπαίνουν στο ρουθούνι σου, αποκεί στο πνευμόνι κι ύστερα στο αίμα, στο δέρμα, ώσπου οι καθρέφτες δείχνουν μόνο το πρόσωπό τους.

Η συλλογή θα μπορούσε να ονομάζεται Μοτέλ Φήμες, η Μίνου όμως προτιμάει να αποδώσει τιμή στους επισκέπτες έναντι του οικήματος. Το πρώτο διήγημα λειτουργεί ως πύλη εισόδου, ως μια ρεσεψιόν. Η συγγραφέας/αφηγήτρια συστήνεται. Θέτει εξ αρχής το πλαίσιο· Ζω τη ζωή μιας άλλης. Για να συνεχίσει παρακάτω: 

Στο Μοτέλ Φήμες απόψε είμαι ντυμένη βασίλισσα ουρανοξύστης. Χτες ήμουν βλάσφημος αστρονόμος· μεθαύριο θα είμαι καλλίφωνος καπνοδοκαθαριστής· την περασμένη βδομάδα ήμουν φλύαρος ταξιτζής, αυτοκτονικός συγγραφέας, καλόκαρδη στριπτιτζού· τον άλλο μήνα θα ήμουν θλιμμένη νοικοκυρά, διεφθαρμένος επίσκοπος, αυτιστικό σουπερήρωας. Είναι τόσο ανακουφιστικό να μη χρειάζεται να ζεις τη δική σου ζωή κι απλώς να αφήνεσαι στις επιλογές κάποιου άλλου. Νιώθω τόσο ξέγνοιαστη όταν διανυκτερεύω εδώ, μια ανεύθυνη μαριονέτα στα χέρια κάποιου που επινόησα για να με επινοήσει.

Το νήμα που συνδέει τα διηγήματα του βιβλίου και τα διαρθρώνει σε συλλογή δίνεται στον αναγνώστη εξ αρχής. Τα υλικά, η μεθοδολογία, η γλώσσα, η θεωρία, η αφηγήτρια-συμπρωταγωνίστρια είναι επίσης εδώ. Κάθε διήγημα και ένα δωμάτιο στο Μοτέλ Φήμες με επισκέπτη κάποιον υπέροχο νεκρό. Το υπέροχοι ως επιθετικός προσδιορισμός στο νεκροί και με φόντο τα Τρία κοράκια στην ανατολή του ήλιου στο εξώφυλλο δημιουργεί ένα συσχετισμό αντίρροπων δυνάμεων. Είναι άραγε ειρωνικό, ερχόμενο σε ευθεία σύγκρουση με τη δικαίωση του νεκρού; Ή μήπως είναι σεβαστικό και τα δωμάτια του μοτέλ λειτουργούν ως μη τόποι συνάντησης της αφηγήτριας με τους μεγάλους του παρελθόντος της; Η Μίνου κινείται κατά μήκος μιας λεπτής γραμμής και ισορροπεί θαυμαστά ανάμεσα στις αντίθετες αυτές δυνάμεις, πότε αγκαλιάζοντας και πότε αποφεύγοντας τη βλασφημία, το γκροτέσκο, την ειρωνεία, τη λατρεία και το πάθος, πότε χαϊδεύοντας και πότε χαράσσοντας το είδωλο.   

Γραφή κόνσεπτ θα σκεφτεί κανείς και ίσως η σκέψη να έχει μια χροιά αρνητική. Σίγουρα πρόκειται για ένα κόνσεπτ, που, ωστόσο, δεν στηρίζεται αδύναμα και μονόμπαντα μόνο στη σύλληψη, αλλά δικαιώνεται και σταθεροποιείται κατά την εκτέλεση. Τα διηγήματα είναι μικρά, ελάχιστα περνούν τις τρεις σελίδες σε έκταση. Με μικροευρήματα άκρως λειτουργικά, η Μίνου πετυχαίνει να αποφύγει τη μανιέρα, να στήσει την κάθε ιστορία με τρόπο αρκετά πρωτότυπο αλλά πάντοτε οργανικό, δουλεύοντας αρκετά στην πύκνωση και την αφαίρεση του περιττού, επιστρατεύοντας τον συμβολισμό, τον υπερρεαλισμό, το ντοκουμέντο, τη διακειμενικότητα και το βίωμα,  χωρίς ούτε να υπερφορτώνει αλλά ούτε και να αποστειρώνει το συναίσθημα. Η συγγραφέας ξεπερνά με αρκετή άνεση και το εμπόδιο του κλεισίματος των ιστοριών, αποφεύγοντας τη ‒για μένα‒ παρωχημένη και απομαγευτική επεξηγηματική/ανακεφαλαιωτική κατακλείδα, την κατ' επίφαση ολοκλήρωση της ιστορίας, τη μάστιγα του ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, το δεν ξέρω τι να κάνω αυτή την κατά τα άλλα ωραία ιδέα που είχα.

Η έμπνευση ωστόσο δεν αρκεί ποτέ. Κάθε ιστορία στηρίζεται πάνω σε αρκετή γνώση και έρευνα, αφού η Μίνου χρησιμοποιεί τις πραγματολογικές λεπτομέρειες από τη ζωή των διάσημων νεκρών ως ευρήματα περιστροφής των ιστοριών. Και αυτή η επιμονή στην ελάχιστη πολλές φορές λεπτομέρεια από τη ζωή κάποιου διάσημου, στο όριο του μύθου και ίσως εξ αυτού υπέροχου, εμπεριέχει κάτι το συγκινητικό. Οι σημειώσεις, που βρίσκονται στο τέλος του βιβλίου, δεν σηματοδοτούνται εντός των διηγημάτων, επιτρέποντας στο παιχνίδι ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία να λειτουργήσει περίφημα παραπλανητικά. Στη λίστα επισκεπτών ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει λαμπερές προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών, όπως ο Μπραμς και η Βιρτζίνια Γουλφ, αλλά και της πολιτικής, όπως ο Ιούλιος Καίσαρας και η πριγκίπισσα Αλεξάνδρα της Βαυαρίας, για να σταχυολογήσω ενδεικτικά κάποια λίγα μόνο.   

Η Μίνου πείθει πως υλοποιεί όσα εξαρχής έθεσε ως στόχους συγγραφής και παραδίδει μια ολοκληρωμένη συλλογή διηγημάτων, πράγμα ιδιαίτερα σπάνιο στην κατά τα άλλα πλούσια σε παραγωγή εγχώρια λογοτεχνία της μικρής φόρμας. Τα διηγήματα εδώ λειτουργούν ως σύνολο ενιαίο, μέρος μιας δεδομένης πρόθεσης και εντός ενός συγκεκριμένου πλαισίου, και όχι ατάκτως ερριμμένα και από σύμπτωση γειτονεύοντα σαν παιδιά σε τάξη και ενοίκους σε πολυκατοικία. Η έκδοση είναι ένα μικρό κόσμημα, που υπερπηδά με άνεση τον υψηλό ποιοτικό πήχη που οι εκδόσεις Στιγμός έχουν θέσει από την πρώτη στιγμή της σύντομης ιστορίας τους. Οι Υπέροχοι νεκροί αξίζουν της προσοχής σας κι εγώ οφείλω ένα ευχαριστώ στη Ν.

Εκδόσεις Στιγμός

Δευτέρα 9 Μαΐου 2022

Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη - Kevin Barry

Το Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη εμφανίστηκε στον αναγνωστικό μου ορίζοντα χωρίς ιδιαίτερα λεπτομερή στοιχεία νηολόγησης. Πέρα από τη χώρα ναυπήγησης (Ιρλανδία) και μια περιρρέουσα αχλή θετικών σχολίων, η επιλογή βασίστηκε κυρίως στο ένστικτο. Η θεωρία λέει πως τα λιμάνια ως μυθιστορηματικοί τόποι δεν είναι του γούστου μου, αν και η μπεκετική αναλογία αναπόφευκτα ιντρίγκαρε παρά τις επιφυλάξεις που γεννούσε. Λίγες σελίδες ήταν αρκετές ωστόσο. Το Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη είναι με διαφορά το βιβλίο-έκπληξη της χρονιάς ως τώρα.

Βλέπεις κάποιο τέλος στον ορίζοντα, Τσάρλι;

Θα 'λεγα ότι ήδη, σχεδόν, έχεις μια απάντηση σ' αυτό το ερώτημα, Μόρις.

Δύο Ιρλανδοί, που φαίνονται μελαγχολικοί μέσα στο δυσάρεστα υγρό φως του επιβατικού σταθμού, κάνουν χειρονομίες μακροχρόνιας καρτερίας και πόνου - είναι γεννημένοι για τέτοιες χειρονομίες και τις προσφέρουν αβίαστα.

Είναι νύχτα στο παλιό ισπανικό λιμάνι της Αλχεθίρας.

Ο Τσάρλι Ρέντμοντ και ο Μόρις Χερν, ως άλλοι Βλαντιμίρ και Εστραγκόν, αναμένουν την άφιξη του επόμενου πλοίου από την Ταγγέρη, παραφυλάνε στην αίθουσα αναμονής του λιμανιού μήπως και ανάμεσα στους ταξιδευτές διακρίνουν τη Ντίλι, την κόρη του Μόρις που έχει τρία χρόνια να τη δει. Αυτή είναι η υπόθεση του μυθιστορήματος του Κέβιν Μπάρυ· ένας πατέρας, παρέα με τον φίλο του, αναζητά την κόρη του.

Ο Ιρλανδός συγγραφέας με δεξιοτεχνία σχηματίζει τα μονοπάτια που τους οδήγησαν ως εκείνο το ανδαλουσιανό λιμάνι, ξηλώνει τα νήματα του παρελθόντος, ακολουθεί τις λάθος στροφές και τις φρενοβλαβείς κατηφόρες. Μια ιστορία κοινότοπη, ένας πατέρας που απέτυχε ανάμεσα σε άλλα και στη σχέση με την κόρη του, τώρα ζητά εξιλέωση, μια πολλοστή ευκαιρία να υποσχεθεί πως ποτέ ξανά, μια ιστορία που στα χέρια του Μπάρυ γίνεται ένα συγκλονιστικό νέο-νουάρ μυθιστόρημα. Όλα τα συστατικά μιας νουάρ ιστορίας είναι εδώ και κυρίως η ατμόσφαιρα. Η υγρασία του λιμανιού είναι διάχυτη στις σελίδες. Κολλώδης ατμόσφαιρα ακατάλληλη για βαθιές αναπνοές, ακόμα και για έναν συνηθισμένο σ' αυτά Ιρλανδό. Η αίθουσα αναμονής ενός λιμανιού, αυτός ο μη τόπος, που βρωμάει κουρασμένα σώματα και φόβο, με τις αστυνομικές περιπολίες και τα φώτα που ποτέ δεν χαμηλώνουν, γίνεται το κατάλληλο σκηνικό για να ξεδιπλωθεί το κουβάρι της αφήγησης. Όλες οι αφηγήσεις συγχωνεύονται σ' ένα σώμα· οι μονόλογοι, οι διάλογοι, οι σκέψεις, οι αναδρομές, οι ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα, οι παρεμβάσεις του παντογνώστη αφηγητή, όλα· γίνονται ένα σύνολο ενιαίο με εμφανείς ωστόσο τις συνδέσεις και τους αρμούς. Μαστοριά στην κατασκευή με περίσσευμα χώρου για την απόθεση συναισθήματος ανάμεσα σε ορόφους όπου συχνάζουν έμποροι ναρκωτικών και σωμάτων, αποτυχημένοι γονείς και εραστές, η ιρλανδική ομίχλη και ο ανδαλουσιανός ήλιος, όλα εκείνα που θα μπορούσαν να έχουν γίνει αλλιώς αλλά δεν έγιναν.

Το Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη, όμως, δεν εξαντλείται στο στυλιζάρισμα της φόρμας και στις αβάντες του είδους. Ο Μπάρυ γράφει ένα μυθιστόρημα σύγχρονο, που δεν εγκλωβίζεται στην ιρλανδική πραγματικότητα. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή τοποθετεί τη δράση μακριά από την Ιρλανδία, δεν θα αρκούσε κάτι τέτοιο. Οι διαδρομές των ναρκωτικών και των σωμάτων, οι αρχές και οι ενδιάμεσοι κρίκοι της αλυσίδας, οι παράπλευρες απώλειες. Η παγκόσμια σταθερά της αποτυχίας και της θλίψης δεν γνωρίζει σύνορα, είναι τόπος κοινός, παρά την όποια ιρλανδική κλίση στη μελαγχολία. Το κακό επίσης. Η Ταγγέρη ως τόπος λογοτεχνικός συνδέεται με έναν σπουδαίο, τον Πολ Μπόουλς, σ' εκείνον οφείλει μεγάλο μέρος του μύθου της. Οι βόρειες ακτές της Αφρικής δεν έπαψαν να αποτελούν καταφύγιο φυγής, το πέρασμα στο εξωτικό, σ' έναν τόπο που ίσως γλίτωσε από τη διάχυτη απομάγευση, έστω σε κάποιες ελάχιστες γωνιές του. Ο Μπάρυ τοποθετεί τη δράση στην απέναντι ακτή, τη μη δράση για την ακρίβεια, την αναμονή. Τίποτε το κοσμοπολίτικο, τίποτε το μαγικό, τίποτε το αρχέγονο εδώ.

Η γλώσσα του Μπάρυ, όπως τη μεταμορφώνει ο Ορφέας Απέργης στα ελληνικά, είναι συγκλονιστική, καθώς συνδυάζει όλη τη βρωμιά και όλη την ομορφιά του κόσμου σε μια διαρκή αντιπαράθεση. Ένας θρήνος αντιηρωικός είναι το Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη, μια ιδιότυπη ελεγεία για όσα έχουν χαθεί. Οι αναλήψεις από το παρελθόν έρχονται να ξύσουν πληγές, να θυμίσουν πως δεν ήταν τα πράγματα πάντοτε σε αδιέξοδο, πως πάρθηκαν αποφάσεις κάποιες δεδομένες στιγμές, εκεί υψώθηκαν οι τύμβοι της ήττας. Το τίμημα της μνήμης. Με ελάχιστες γραμμές ο Μπάρυ σκιαγραφεί τους δυο τους και τον κόσμο τους και όμως ο αναγνώστης νιώθεις πως τα γνωρίζει όλα, κάθε μια χαρακιά του προσώπου, κάθε μια πτυχή του. Τα (κυριολεκτικά) λειψά πρόσωπα της πλοκής εγείρουν μια συμπάθεια που δεν την αξίζουν, που δεν τους πρέπει, συμπάθεια που εκπορεύεται από την αύρα της αποτυχίας που φέρουν. Ο Τσάρλι και ο Μόρις δεν τα κατάφεραν, απέτυχαν οικτρά, βρίσκονται εδώ, σε αυτό το μέρος και σε αυτή την κατάσταση, σε μια απόπειρα να κάνουν κάτι που να βγάζει κάποιο νόημα. Γυρεύουν κάποιον, τη Ντίλι συγκεκριμένα, για να απολογηθούν, να δώσουν τη δική τους εκδοχή των γεγονότων, να ζητήσουν επιείκεια, αλλά ταυτόχρονα τη γυρεύουν για να καθησυχαστούν πως δεν πήγαν όλα μάταια, όλα χαμένα, πως κάτι άξιζε σε όλο αυτό.

Ο Μπάρυ, ανάμεσα στις τόσες φωνές που διακρίνονται στο μυθιστόρημα, πετυχαίνει να υψώσει ευδιάκριτη και δυνατή τη δική του. Τα δάνεια, οι προσλαμβάνουσες, οι φόροι τιμής· όλα είναι εδώ, χωνεμένα και λειτουργικά, η συνέχεια μιας παράδοσης ζωντανής, ενός φαινομένου δυναμικού, όπως είναι η λογοτεχνία από τη φύση της. Είναι από τα βιβλία εκείνα που προαναγγέλουν τη λογοτεχνία που έρχεται, που βρίσκεται καθ' οδόν. Κάτι παρόμοιο ένιωσα για τον Ντυκροζέ, τον περσινό νικητή της κατηγορίας «Έκπληξη της χρονιάς» και το βιβλίο του Η ανακάλυψη των σωμάτων.

Αν ήταν ταινία, σκηνοθέτης θα ήταν ο Νιλ Τζόρνταν και διευθυντής φωτογραφίας ο Κρίστοφερ Ντόιλ, με τον τρόπο που συνεργάστηκαν στο Ondine (2009).

υγ. Για τη λογοτεχνία του Πολ Μπόουλς περισσότερα εδώ. Για το Η ανακάλυψη των σωμάτων εδώ. Για το Ondine εδώ, πίσω στο μακρινό 2011.

υγ.2 Εκλεκτικές συγγένειες: Κόκκαλα από ήλιο (εδώ), Ταξίδι σε ξένη γη (εδώ) και Γη χωρίς τέλος (εδώ).

 

Μετάφραση Ορφέας Απέργης
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 5 Μαΐου 2022

Βέρα - Γιάννης Ζελιαναίος

Κάποια Βέρα και κάποια Βέρα, εγώ είμαι η Βέρα και δεν αγκαλιάζω κανέναν. Έτσι ξεκινά η απομαγνητοφώνηση αυτή. Η Βέρα στη θέση του οδηγού ενός Φορντ Έσκορντ Τζι Ελ, ένα θερμός κονιάκ με ζωγραφισμένα πάνω του πέντε αστέρια και ένα μαγνητόφωνο στο οποίο ηχογραφεί τη φυγή. Κάποιες φορές η απάντηση βρίσκεται στον δρόμο, στο ξετύλιγμα της λευκής γραμμής κάτω από το τιμόνι, στο τοπίο που φεύγει προς τα πίσω θολό, στα βενζινάδικα και στις τουαλέτες, στις εξόδους και στα φώτα των σπιτιών δεξιά και αριστερά, που όλα περνάν και σβήνουν, στο βάθος του ορίζοντα μετά από κάθε στροφή. Εκεί καταφεύγει η Βέρα. Έχωσε τέσσερα δάχτυλα μέσα απ' την κιλότα της και περίοδος δεν της είχε έρθει ακόμη. Ο παντογνώστης αφηγητής δεν λογοκρίνει, μεταφέρει αυτούσια τα λόγια που η Βέρα φτύνει οδηγώντας, τοποθετεί τα εισαγωγικά και φροντίζει να συμπληρώσει τα κενά, όσα δεν καταγράφονται στην κασέτα, τις σκέψεις και τις εικόνες, μεταξύ άλλων. Τα λόγια της Βέρας γεμάτα συναίσθημα, ένταση και νεύρο, ο κινητήρας του παλιάμαξου στρώνει το απαραίτητο χαλί.

Η Βέρα απευθύνεται στον Φάνη, στον πατέρα της, στη μάνα της, στον εαυτό της, στο αυτοκίνητο, στο παιδί στο βενζινάδικο, στον θεό, στην τύχη, στο θερμός. Ξεσπάσματα θυμού και θλίψης, μια μόνιμη απογοήτευση απ' όλους και απ' όλα σημαίνει στο βάθος. Το βιβλίο του Ζελιαναίου μοιάζει με ντουέτο μουσικό, η Βέρα τη φωνή, ο αφηγητής την κονσόλα με τα κουμπάκια, τις λούπες και τις παραμορφώσεις. Ο λόγος της Βέρας παραληρηματικός, μια κυρίαρχη σκηνική παρουσία καθάριου συναισθήματος, όπου οι λέξεις φωνάζονται, αφήνονται, φτύνονται, δραπετεύουν πίσω από σφιγμένα δόντια, επανέρχονται και χάνονται ξανά και ξανά. Ο λόγος του αφηγητή πιο στυλιζαρισμένος, ποιητικός και βρώμικος, ο κόσμος μέσα στον οποίο κατοικεί η Βέρα, εκείνα που την αποτελούν, εκείνα που έκλεισαν την πόρτα του Φορντ πίσω της, οι στίχοι από τα τραγούδια που ακούει και τα ποιήματα που με ένα ποτήρι στο χέρι διαβάζει σε κάποια μπάρα. Ο συγγραφέας πετυχαίνει να αποτυπώσει τις δύο φωνές με ευκρίνεια, να συνθέσει και να αντιθέσει το προφορικό και το γραπτό, σε μια ενορχήστρωση λειτουργική. Γνωρίζει πως οι φωνές αποτελούν τη βάση για τη νουβέλα, στην επιτυχία τους θα κριθεί η αυθεντικότητα στο συναίσθημα. Και τα καταφέρνει.

Είχα καιρό να διαβάσω λογοτεχνία αλήτικη, από τότε ίσως που ο Κέρουακ και ο Μπουκόφσκι έκαναν σκάντζα βάρδιες στο κομοδίνο. Διαβάζοντας τη Βέρα ένιωσα κάτι από το παρελθόν, από συναυλίες στο Πολυτεχνείο και στη Βίλλα, βραδιές στη Μαβίλη στον άβολο εξαερισμό του μετρό. Αλήτικη πειστικά και όχι δήθεν. Η Βέρα έχει κάτι από το παρελθόν, κάτι ρετρό στο συναίσθημα και τη στάση απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις, στον τρόπο που βιώνει το συναίσθημα, που (δεν) το διαχειρίζεται, στο νεύρο με το οποίο γυρίζει το κλειδί της Φορντ. Ο μικρόκοσμος της Βέρας αποπνέει μια αυθεντικότητα, όχι ιδεολογική αλλά συναισθηματική, θα επιμείνω στο συναίσθημα, αυτό προσφέρει έδαφος στον αναγνώστη να σταθεί και να παρατηρήσει τη φυγή της. Δεν υπάρχει κάποια κοσμοθεωρία εδώ προς πώληση. Η Βέρα διαθέτει κάτι το ποιητικό, της εμμονής και της κατάρας, το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη είναι τέτοιο που μπορεί να εμπνεύσει, παρότι εκείνη δεν την ενδιαφέρει, ίσως και γι' αυτό. Ο αφηγητής στέκει γοητευμένος, όχι χαζορομαντικά, απέναντι στη Βέρα, την παρακολουθεί στο Φορντ, τη φαντασιώνεται, την κατασκευάζει, τη σμιλεύει, της χαρίζει τα πιο ωραία του κουρέλια, τη φοβάται ωστόσο, η Βέρα θα του πετούσε το βιβλίο στα μούτρα, το ξέρει αυτό, το ξέρει καλά αλλά δεν μπορεί και να κάνει αλλιώς, κάπου πρέπει να αποθέσει τις λέξεις.

Ο Γιάννης Ζελιαναίος, με την αγάπη για το περιθώριο, όχι μόνο το λογοτεχνικό, τα φανζίν και τη μουσική, γράφει μια νουβέλα με το γκάζι πατημένο. Η Βέρα στέκει δυσπρόσιτη, αισθητικά και συναισθηματικά· δεν την ενδιαφέρει καθόλου. Για κάποιους ίσως παρωχημένη και για κάποιους σαφώς επιτηδευμένη· δεν την ενδιαφέρει καθόλου. Αυτό δεν είναι ποίηση και αυτό δεν είναι λογοτεχνία, οι ειδήμονες εκ βάθρου αποφαίνονται· δεν την ενδιαφέρει καθόλου. Εμένα μου άρεσε, αν και με ζόρισε· δεν την ενδιαφέρει καθόλου. Υπήρξε ξεκάθαρη εξαρχής, Κάποια Βέρα και κάποια Βέρα, εγώ είμαι η Βέρα και δεν αγκαλιάζω κανέναν.

Εκδόσεις Bibliothéque

Δευτέρα 2 Μαΐου 2022

Daisy Jones & The Six - Taylor Jenkins Reid

Σύμφωνα με τον ορίζοντα προσδοκιών που είχα εξ αρχής σπεύσει να σκιαγραφήσω για το βιβλίο της Τέιλορ Τζένκινς Ριντ, το Daisy Jones & The Six επρόκειτο να είναι ένα ανάλαφρο ποπ μυθιστόρημα, ένα μουσικό ντοκουμέντο με έντονη οσμή από τη δεκαετία του '70. Με την πεποίθηση αυτή το έβαλα στη χειραποσκευή, αφού έμοιαζε να είναι ένα βιβλίο κατάλληλο για ταξίδι και για τα ταξίδια συνήθως επιλέγω βιβλία που θα έχουν ρόλο συνοδευτικό και όχι κυρίαρχο, συχνά από την κατηγορία του μη μυθοπλαστικού. Το όνομα του συγκροτήματος δεν μου έλεγε κάτι. Αυτό δεν με έβαλε σε υποψίες αφού οι μουσικές μου γνώσεις για τη δεκαετία του '70 είναι περιορισμένες. Η αμφιβολία δεν άργησε να εμφανιστεί και κάπου στη σελίδα τριάντα ήθελα να γκουγκλάρω. Ωστόσο, σε μια ταπεινή πτήση εσωτερικού δεν παρέχεται πρόσβαση στο διαδίκτυο. Έμαθα την «αλήθεια» στην αποβάθρα, περιμένοντας το μετρό, ήμουν κιόλας στη σελίδα εκατό.

Το Daisy Jones & The Six είναι ένα απολαυστικό βιβλίο. Είναι η ιστορία μιας μπάντας μέχρι τη διάλυσή της, τη στιγμή που γνώριζε τεράστια επιτυχία. Η Ριντ εμπνέεται από την ιστορία των Fleetwood Mac και μυθοπλάττει τους The Six, μια μπάντα που δημιούργησαν δύο αδέρφια που η μουσική αποτέλεσε τη μοναδική τους διέξοδο κατά τη δύσκολη παιδική και εφηβική ηλικία, και που στην πορεία συνεργάστηκε με την καθηλωτικά όμορφη και ταλαντούχα Daisy Jones. Η Ριντ χρησιμοποιεί όλα τα συστατικά της ροκ μυθολογίας· έρωτες, ναρκωτικά, ίντριγκες και πάθη, κατάθλιψη στη σκιά της δόξας, παρασκήνια και συνεντεύξεις, φωτογραφίσεις, ηχογραφήσεις και περιοδείες, και κυρίως την ιλιγγιώδη άνοδο και την αναπόφευκτη πτώση. Κανένα κλισέ δεν φαντάζει υπερβολικό όταν έχουμε να κάνουμε με μια μπάντα που γνώρισε τη δόξα τη δεκαετία του '70, η Ριντ το ξέρει και κινείται στα όρια.

Και αν το μέρος της σύλληψης του μυθιστορήματος είναι σημαντικό, καταλυτική είναι η εκτέλεση. Ο τρόπος με τον οποίο η Ριντ αποφασίζει να αφηγηθεί την ιστορία της μπάντας είναι που απογειώνει το μυθιστόρημα. Χρόνια μετά τη διάλυση του συγκροτήματος, μια συγγραφέας θα πάρει συνεντεύξεις από τα μέλη του συγκροτήματος αλλά και από άτομα που κινήθηκαν κοντά στον πυρήνα της μπάντας. Με μια τεχνική κυρίως κινηματογραφική, η συγγραφέας θα συνθέσει σε διαδοχή τις απαντήσεις, παραδίδοντας έναν πολυφωνικό κορμό παράλληλων μονολόγων που συνομιλούν με άξονα τις ερωτήσεις της συγγραφέως που παραμένει αθέατη και σιωπηλή. Με τον τρόπο αυτό ακολουθεί την ιστορία της μπάντας από την ανατολή μέχρι τη δύση της, δίνει σε όλα τα πρόσωπα της πλοκής την ευκαιρία να εκφράσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, φωτίζει την ιστορία από όλες τις πλευρές και χαράσσει με λεπτομέρεια το μονοπάτι που οδηγεί μέχρι την τελευταία συναυλία του γκρουπ στο Σικάγο, στις 12 Ιουλίου του 1979.

Η Ριντ δεν περιορίζεται στη λειτουργικότητα της αφήγησης ωστόσο. Επιφυλάσσει μια ανατροπή που δικαιολογεί και εξηγεί, επεκτείνοντας τα όρια της αληθοφανούς μυθοπλασίας και καθιστώντας συνολικά πιο στέρεη την όλη κατασκευή. Το Daisy Jones & The Six είναι ένα μυθοπλαστικό ντοκουμέντο. Η Ριντ κατασκευάζει έναν μυθιστορηματικό κόσμο μέσα στον πραγματικό κόσμο. Ο πραγματικός κόσμος ωστόσο είναι σχεδόν μυθιστορηματικός, μέρος μιας μυθολογίας πια, ιδιαίτερα ιδωμένος από το σήμερα. Αυτός ο συνδυασμός κάνει το τελικό αποτέλεσμα εκρηκτικό. Η συγγραφέας προσδίδει διαρκώς περαιτέρω λεπτομέρειες στο δημιούργημά της -στίχοι και μελωδίες, διαφωνίες στην ηχογράφηση και ανατροπές κατά την τελική μίξη- γεγονός που επιτείνει το αίσθημα της αληθοφάνειας, επί της οποίας και στηρίζεται το μυθιστόρημα. Το αφηγηματικό τρικ της Ριντ λειτουργεί άψογα. Το μυθιστόρημα διαβάζεται σε καταιγιστικούς ρυθμούς. Είναι ένα ανάλαφρο ποπ μυθιστόρημα, στον δρόμο που έδειξε το High Fidelity, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται λογοτεχνική εκποίηση. Η συγγραφέας ελέγχει πλήρως το υλικό της, γνωρίζει μέχρι τελευταία λεπτομέρεια το βιογραφικό του κάθε χαρακτήρα, κάνει ορθή και λειτουργική χρήση των κλισέ και των ανατροπών, κατευθύνει με μαεστρία την πλοκή, ελέγχοντας τις άρσεις και τις υφέσεις της, και πετυχαίνει να δημιουργήσει το αίσθημα της αγωνίας σε μια ιστορία που το τέλος της είναι εξαρχής γνωστό και δεδομένο.

Καθόλου δεν με ένοιαξε που όλο αυτό δεν είναι ένα ντοκουμέντο αλήθειας αλλά μια εν πολλοίς μυθιστορηματική κατασκευή. Το αντίθετο, μάλλον, συνέβη. Εκτός από την εν γένει γοητεία του, ο μύθος διαλύει και το αίσθημα του κοιτάγματος από την κλειδαρότρυπα. Όσο και αν η Ριντ πατάει ως ένα βαθμό σε «αληθινά» γεγονότα, το μυθοπλαστικό πέπλο τα καλύπτει. Η αλήθεια είναι πάντοτε σχετική και κρύβει διαρκώς τον κίνδυνο της απομάγευσης. Εδώ τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται, η αναγνωστική απόλαυση είναι εγγυημένη στο βιβλίο αυτό, για το οποίο δεν μπορώ να σκεφτώ πιο ιδανική μεταφράστρια από τη Βάσια Τζανακάρη.

Τι και αν ο αρχικός ορίζοντας προσδοκιών εν πολλοίς κατέρρευσε, το Daisy Jones & The Six αποδείχτηκε μια ευχάριστη έκπληξη.  
 
Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Αίολος 

 

Πέμπτη 28 Απριλίου 2022

Caput mortuum (1392) - Μισέλ Φάις

Φάρσα αφανισμού, έτσι υποτιτλίζει ο Μισέλ Φάις την τελευταία του νουβέλα, Caput mortuum (1392), με την οποία και ολοκληρώνεται η άτυπη τετραλογία, η αυτοπροσωπογραφία ενός άλλου. Προηγήθηκαν: Το μέλι και η στάχτη του θεού (εκδόσεις Πατάκη, 2002), Ελληνική αϋπνία (εκδόσεις Πατάκη, 2004), Η Ερευνήτρια (εκδόσεις Πατάκη, 2020). Caput mortuum σημαίνει νεκρό κεφάλι ή άχρηστα υπολείμματα οξείδωσης μετάλλων, ουσία που χρησιμοποιήθηκε τόσο στην αλχημεία όσο και στη ζωγραφική· η αυτοϋπονόμευση είναι εμφανής, το παιχνίδι της αντίστιξης αρχίζει. 1392 είναι ο αριθμός των στίχων της τελευταίας τραγωδίας του Ευριπίδη, Βάκχες, η οποία και παρουσιάστηκε στην Αθήνα το 405 π.Χ., έναν χρόνο μετά τον θάνατο του εξόριστου ποιητή. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Φάις αναμετράται δημιουργικά με τις Βάκχες. Είχε προηγηθεί το μυθιστόρημα Πορφυρά γέλια (εκδόσεις Πατάκη, 2010), εκεί όπου ένα στοιχείο της πλοκής, ο παππούς της οικογένειας, αντισταλινικός κομμουνιστής, μεταφράζει τις Βάκχες, φέρνει στο φως τις υπόγειες αναλογίες με την τραγωδία, το κλίμα στη λήξη ενός εμφυλίου πολέμου, τα πάθη και τις ανθρωποθυσίες. 

Στο Caput mortuum (1392), που κυκλοφόρησε στα τέλη της χρονιάς που μας πέρασε, η θέση της αρχαίας τραγωδίας αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα μιας ποικιλότροπης αφηγηματικής κατασκευής, αποτέλεσμα μοναδικής έμπνευσης, ενδελεχούς έρευνας και εργατικής επιμονής. Η κειμενική σύνθεση αποτελείται από τέσσερα εναλλασσόμενα μέρη, από τέσσερις τρόπους, αν προτιμάτε.

α) Ο Ψευδο-Αγέλαστος ή καθ' ύπνον σημειώσεις. Αγέλαστος είναι ένα από τα κυρίαρχα επίθετα με τα οποία αποδίδεται ο χαρακτήρας του Ευριπίδη. Ο Ψευδο-Αγέλαστος είναι ένας παράδοξος μελετητής του Ευριπίδη, το πρόσωπο ίσως της πλοκής που περισσότερο προσιδιάζει σε άλτερ έγκο του συγγραφέα-ερευνητή, σε μια αναλογία με την Ερευνήτρια στο ομώνυμο μυθιστόρημα. Ο ακριβολόγος Φάις διόλου τυχαία δεν πρόσθεσε το Ψευδό και το καθ' ύπνον· η αμφισημία, ενίοτε και η πολυσημία, άλλωστε, είναι συστατικά γνώριμα στο έργο του. Ο Φάις, ορθώς, δεν θεωρεί τον αναγνώστη a priori βαθύ γνώστη του αρχαίου κειμένου· έτσι, οι σημειώσεις αυτές, πέραν των υπολοίπων ενδοκειμενικών λειτουργιών, αποτελούν το νήμα μιας ανάγνωσης, έκκεντρης και προσωπικής, της τραγωδίας, μια πύλη εισόδου, έναν συνδυασμό πραγματολογικών και ερμηνευτικών ψηφίδων, αλλά και υποκειμενικής θεώρησης ενός ερευνητή που πότε δείχνει να ενδύεται τη στολή του φιλολόγου και πότε του σκηνοθέτη.

β) Οικογενειακά βίντεο. Ο Δραματοθεραπευτής, σε ρόλο σκηνοθέτη, μοιράζει τους ρόλους στην ομάδα, καθοδηγεί τα πρόσωπα του δράματος, ορίζει το πλαίσιο, επεμβαίνει και σωπαίνει κατά βούληση, δίνει ελευθερία κινήσεων ή αυστηρές οδηγίες. Οι Βάκχες αποτελούν το κουκούλι εντός του οποίου θα συντελεστεί η όποια θεραπευτική μεταμόρφωση, το παιχνίδι, η παράλληλη της ατομικής συνεδρίας κοινωνικοποίηση, το πεδίο για την υιοθέτηση ρόλων, την εναλλαγή οπτικής γωνίας, την ενσυναίσθηση και την κατανόηση. Ο λόγος είναι καθημερινός, συχνά φαρσικός, το εκφραστικό εύρος εκτείνεται από την ατολμία μέχρι την ακραία υπόδηση του ρόλου, η οργή και ο θυμός δεν αργούν να εμφανιστούν και να ξεπηδήσουν από τα βάθη όπου ασφυκτιούσαν. Τα Οικογενειακά βίντεο έρχονται να γεφυρώσουν τις εποχές, να αποτυπώσουν τη διαχρονικότητα όσων με ενάργεια διέκρινε ο Ευριπίδης ως συστατικά του ανθρώπινου.

γ) Τραγούδια για ραμμένο στόμα. Τραγούδια για την Ήπειρο, μοιρολόγια για την πενθούσα αδερφή του Πενθέα, που απουσιάζει από την τραγωδία του Ευριπίδη και ο συγγραφέας μοιάζει να νιώθει υποχρεωμένος να αποκαταστήσει εκείνη, η οποία σύμφωνα με τον μύθο ακολούθησε τους παππούδες της, τον Κάδμο και την Αρμονία, εγκαταλείποντας μαζί τους τη Θήβα για τον βορρά, έχοντας αποσκευή την τέφρα από το διαμελισμένο κορμί του νεκρού. «Συγγνώμη, Πενθέα,/μονάκριβέ μου,/αλλά δεν άκουσα ποια λέξη ακριβώς/ ψιθύρισες χτες στον ύπνο μου,/όταν μου έλεγες πώς περνάς τον καιρό σου».

δ) Project P. Ο μονόλογος μιας ηθοποιού, που ανασυστήνει, απευθυνόμενη στον ίδιο της τον εαυτό σε δεύτερο πρόσωπο, τις συναντήσεις της με έναν σκηνοθέτη, προσθέτοντας τα αισθήματα, τις ελπίδες και τους φόβους της δίπλα στα λόγια και τις σιωπές εκείνου, που νιώθει άνετα μόνο κατά τη διάρκεια των προβών· το τέλος τους και η πρεμιέρα είναι για εκείνον συνώνυμα του θανάτου, σίγαση της δυναμικής που ανύψωσε η προετοιμασία, στοιχείο απαραίτητο ωστόσο για τη βιωσιμότητα του θιάσου, τίμημα οδυνηρό πλην όμως απαραίτητο, θυσία.

Οι λέξεις δεν θα ήταν αρκετές για να αποδείξουν τη θαυμαστή συνοχή που διαθέτει μια κατακερματισμένη αφήγηση, όπως αυτή, τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας τοποθέτησε αριστοτεχνικά στην κατασκευή του τις ψηφίδες και ενορχήστρωσε το σύνολο. Μόνο η αναγνωστική αυτοψία. Δεν είναι απλό να κατατάξει κανείς τα έργα του Φάις, εξαιτίας κυρίως του υβριδικού και άκρως προσωπικού τους χαρακτήρα· άλλωστε, με τον όρο μεταμοντέρνο ελάχιστα δύναται να διευκρινιστούν. Συναντάει και εδώ ο αναγνώστης στοιχεία γνώριμα του φαϊσικού σύμπαντος. Προκύπτει πιθανόν, στο σημείο αυτό, μια διερώτηση, εν είδει ένστασης, σχετικά με την ύπαρξη μιας μανιέρας, μιας κενής μορφικής επαναληπτικότητας, ίδιον μέρους της μεταμοντέρνας αφήγησης, που αναζητά περισσότερο στη μορφή παρά στο περιεχόμενο. Όχι. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Ο ιστός που ενώνει, και εν πολλοίς αποτελεί, το σύνολο της εργογραφίας του Φάις, δεν έχει τον χαρακτήρα μανιέρας, όχι τουλάχιστον εκείνον με τη συνακόλουθη αρνητική χροιά της φασόν κατασκευής, αλλά εκείνον του οχήματος διερεύνησης δυνατοτήτων της γραφής και της αφήγησης, της κατανόησης του μέσα και του γύρω κόσμου, αλλά και της διαπλοκής της τέχνης εντός των μηχανισμών αυτών. Το Caput mortuum (1392) είναι ένας ύμνος τού δημιουργού προς την τέχνη, που συχνά μας σώζει από τον κόσμο, που πάντοτε μας βοηθάει να ορίσουμε τη θέση μας εντός του, να τον κατανοήσουμε. Η νουβέλα αυτή αποτελεί και μια επίδειξη του πώς η έμπνευση μεταμορφώνεται σε δημιουργία, χωρίς να αφήνει απέξω τις δυσκολίες της αναμέτρησης με ένα εγχείρημα όπως αυτό.

Η ενασχόληση με το έργο του Φάις, κάθε καινούργιο βιβλίο και κάθε επιστροφή σε κάποιο παλιότερο, εκείνο που περισσότερο αναδεικνύει, πέρα της δεδομένα ευδιάκριτης προσωπικής σφραγίδας και της τεχνικής αρτιότητας, είναι ο αδιόρατος τρόπος με τον οποίο πετυχαίνει να ενσταλάξει σε κατασκευές, φαινομενικά και μόνο, εγκεφαλικές, όπως το Caput mortuum (1392), εύθραυστες παγίδες στις οποίες αναπόφευκτα πέφτει ο αναγνώστης, παγίδες που λειτουργούν ως ανακλαστήρες του προσωπικού, ενοχλώντας και αφυπνίζοντας διάφορα σημεία πυροδότησης. Και αυτή είναι η σημαντικότερη και πλέον χαρακτηριστική αντίστιξη σε κάθε εκδοχή της εργογραφίας του Φάις. Στη σελίδα 35, η ηθοποιός, αναφερόμενη στον σκηνοθέτη του Project P., λέει: «Μ' άλλα λόγια, όσο περισσότερο συμπληρωνόταν το παζλ τού πώς δούλευε, πώς σκεφτόταν, πώς λειτουργούσε, τόσο περισσότερο χανόσουν. Καθώς ο κόσμος του ήταν ο κόσμος της συγκεκριμένης ασάφειας, της οργανικής αντίφασης, της μεθοδευμένης ασυνέχειας». Το συγκεκριμένο απόσπασμα φέρει προφανείς αναλογίες, ως προς τον τρόπο σύνθεσης της νουβέλας αυτής, αλλά και ως προς τα αντιστικτικά ζεύγη που την αποτελούν, συνυπάρχοντας σε ανησυχαστική αρμονία, και θα μπορούσε έτσι στη θέση της ηθοποιού να σταθεί ο αναγνώστης, που αναρωτιέται: πώς συνάντησα πάλι εμένα εδώ;

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Διάστιχο, ο σύνδεσμος εδώ.

Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 18 Απριλίου 2022

Η βερμούδα

Το ξυπνητήρι χτύπησε οχτώ. Εγώ όμως το χτύπησα πιο δυνατά. Εκείνο βρέθηκε τέσσερα κομμάτια στο πάτωμα κι εγώ στο ταμείο ανεργίας. Είναι ένα από τα πλέον πετυχημένα μου αστεία, άλλωστε οι Γερμανοί λένε πως χιούμορ είναι όταν δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο κι εγώ κάπως πρέπει να ορθώσω ανάστημα απέναντι στην κοινωνική χλεύη της μη δεξιότητας. Δεν το κόβω εδώ το αστείο. Συνεχίζω ακάθεκτος ρωτώντας ρητορικά: φαντάζεσαι να χρησιμοποιούσα για ξυπνητήρι το κινητό μου τηλέφωνο. Εκτός από αστείο μού φαίνεται και έξυπνη ατάκα για καμάκι, αν και μέχρι σήμερα δεν έχω καταφέρει να τη φτάσω ως το τέλος συμπληρώνοντας: και τώρα να μην είχα πού να σημειώσω το νουμεράκι σου;

Η μάνα μου αποφάσισε πως εκείνο που μου χρειαζόταν για να ξεπεράσω το σοκ της ανεργίας ήταν ένας ψυχολόγος. Στο πρώτο κιόλας ραντεβού θέλησε να μάθει τους λόγους που τον επισκέφθηκα, ντράπηκα και δεν είπα πως ήταν ιδέα της μάνας μου, αν και ξέρω πως στον ψυχολόγο καλό είναι να μη λέμε ψέματα, αντίθετα του είπα πως ένιωθα χαμηλή αυτοπεποίθηση εξαιτίας της απώλειας της δουλειάς μου. Θέλησε τότε να μάθει περισσότερα σχετικά και εγώ σαν έτοιμος από καιρό του είπα την ατάκα μου. Έμεινε ανέκφραστος, όμως δεν το εξέλαβα ως απόρριψη αφού ξέρω επίσης πως γενικά οι ψυχολόγοι μένουν ανέκφραστοι ό,τι και αν ακούσουν, το χειρότερο ακροατήριο που λέει και ένας φίλος μου, επαγγελματίας κωμικός εκείνος, όχι μόνο γιατί δεν γελάνε με τα αστεία σου αλλά γιατί επιπλέον ξέρουν πως γουστάρεις τη μάνα σου.

Ο ψυχολόγος επέμενε να κάνει άβολες ερωτήσεις, πώς νιώθεις για το ένα και πώς νιώθεις για το άλλο, κι εγώ ένιωθα εκνευρισμό, κι όσο εκείνος μύριζε τον εκνευρισμό μου τόσο επέμενε. Και μια μέρα δεν άντεξα. Να σας ρωτήσω κάτι, του είπα με θάρρος. Με μία κίνηση του χεριού καλωσόρισε το αίτημά μου. Συμφωνείτε πως το μεγαλύτερο πρόβλημά μου είναι πως δεν δουλεύω; τον ρώτησα, εκείνος δεν απάντησε, δεν πτοήθηκα και συνέχισα, νομίζω πως έχω τη λύση, νομίζω πως ξέρω πώς μπορείτε να με βοηθήσετε, εκείνος αναθάρρησε αλλά δεν απάντησε, εγώ είπα: θα μπορούσατε να με προσλάβετε ως γραμματέα· το ανέκφραστο πέπλο έμοιαζε να έχει αποκτήσει κάποια ρήγματα, πώς νιώθετε μ' αυτό, τον ρώτησα και κάθισα αναπαυτικά στην καρέκλα μου.

Αρνήθηκε. Δεν πιστεύω πως αυτός είναι ο κατάλληλος τρόπος να προσεγγίζετε τα προβλήματά σας, δεν είναι όλα αστεία, είπε. Έμεινα να τον κοιτάζω ατάραχος, πλήρωσα την επίσκεψη, κλείσαμε το επόμενο ραντεβού, έφυγα. Στον δρόμο ένιωθα μια βαθιά ικανοποίηση, σφύριζα με πάθος τον ύμνο της τριφυλλάρας, εγώ την προσπάθειά μου την έκανα, σκεφτόμουν, ασχέτως αποτελέσματος, άλλωστε μόνο όσοι δεν προσπαθούν δεν αποτυγχάνουν ποτέ, αν δεν σπάσεις αυγά δεν κάνεις ομελέτα και ποδήλατο δεν μαθαίνεις αν δεν πέσεις. Και συνεχίζω να το πιστεύω αυτό παρότι η μάνα μου μου έβαλε τις φωνές όταν της διηγήθηκα το περιστατικό γυρίζοντας σπίτι, είσαι τρελός; με ρώτησε, τι του είπες του ανθρώπου! Με ρώτησε αν είμαι τρελός εγώ που ζήτησα δουλειά και όχι εκείνη που δεν με αφήνει ακόμα, Απρίλη μήνα, να φορέσω βερμούδα γιατί θα κρυώσω...

 

Πέμπτη 14 Απριλίου 2022

Τέρρα Άλτα - Javier Cercas

Ενθουσιασμός και προσδοκίες. Άρση οποιουδήποτε αναγνωστικού προγραμματισμού, επίσης. Καινούριο βιβλίο του υπεραγαπημένου Χαβιέρ Θέρκας έφτασε άλλωστε, πώς αλλιώς; Η ανάρτηση για το Ο μονάρχης των σκιών, το τελευταίο βιβλίο του που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, έκλεινε ως εξής: «Ο Θέρκας, σε κάθε βιβλίο του, απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από την τυπική μυθοπλασία, δυσκολεύοντας την αυστηρή ειδολογική κατάταξή των έργων του, χαράσσοντας ένα αρκετά ευδιάκριτο προσωπικό μονοπάτι, περισσότερο μεταλογοτεχνικό παρά μεταμοντέρνο, και μαζί με τον Μαρίας και τον Βίλα Μάτας αποτελούν τις σημαντικότερες σύγχρονες λογοτεχνικές φωνές της Ισπανίας».

Ο Μελτσόρ βρίσκεται ακόμη στο γραφείο του και κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα, ανυπομονώντας να τελειώσει η νυχτερινή βάρδια, όταν χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ο συνάδελφός του που εκτελεί χρέη φρουρού στην είσοδο του αστυνομικού τμήματος. Έχουμε δύο νεκρούς στην αγροτική έπαυλη των Αδέλ, του ανακοινώνει.

Οι Αδέλ, των Γραφικών Τεχνών Αδέλ, είναι πασίγνωστοι στην περιοχή. Η στυγερή δολοφονία του ηλικιωμένου ζευγαριού αναμενόμενα θα συγκλονίσει την κοινή γνώμη και θα κινητοποιήσει τις αστυνομικές αρχές. Η Τέρρα Άλτα, μια φτωχή και αραιοκατοικημένη επαρχία της Καταλονίας, δεν φημίζεται για εγκλήματα όπως αυτό, κάθε άλλο, η ζωή ενός αστυνομικού εδώ, επαγγελματικά μιλώντας, χαρακτηρίζεται από γραφειοκρατική ρουτίνα. Ο Μελτσόρ, που ακόμα δεν έχει κλείσει τα τριάντα, δεν είναι από αυτά τα μέρη, όπως συμβαίνει με την πλειοψηφία των συναδέλφων του. Βρέθηκε εδώ με προσωρινή απόσπαση μετά την εμπλοκή του σε μια αντιτρομοκρατική επιχείρηση στη Βαρκελώνη για να αποφύγει ενδεχόμενη στοχοποίησή του από τυχόν εναπομείναντες θύλακες. Τις πρώτες μέρες δεν μπορούσε να κοιμηθεί εξαιτίας της ησυχίας που επικρατούσε, του έλειπε ο θόρυβος της πόλης, παιδί της γαρ. Πάλεψε με διάφορα σκευάσματα αλλά δεν χόρτασε ύπνο παρά μόνο όταν άρχισε να κοιμάται με την Όλγα. Γνωρίστηκαν στην τοπική βιβλιοθήκη, εκείνη εργαζόταν εκεί, εκείνος έψαχνε μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, αν και ήξερε πως κανένα δεν θα του προκαλούσε παρόμοια συναισθήματα με τους Άθλιους, στους οποίους επέστρεφε διαρκώς ξανά και ξανά.

Η αφηγηματική άνεση του Θέρκας είναι παρούσα από τις πρώτες σελίδες, αν και η απουσία ενός αφηγητή, άλτερ έγκο του συγγραφέα, μου έκανε εξ αρχής εντύπωση, αφού μια συμβατική τριτοπρόσωπη αφήγηση δεν χαρακτηρίζει το ύστερο έργο του. Επίσης, μου έκανε εντύπωση η κλασικότροπη δομή αστυνομικού μυθιστορήματος που έδειχνε να έχει το Τέρρα Άλτα· αυτό και αν απουσιάζει από το θερκικό κόρπους. Ο συγγραφέας σπάει την αφήγηση σε δύο χρόνους. Έτσι, παράλληλα με το αφηγηματικό παρόν της διαλεύκανσης της έρευνας, υπάρχει και η αφήγηση της ζωής του Μελτσόρ μέχρι το βράδυ της δολοφονίας. Τα δύο παρακλάδια κάποια στιγμή συναντώνται χρονικά για να μας οδηγήσουν στη λύση και την κάθαρση. Το μυθιστόρημα διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά του είδους και στηρίζεται αρκετά στις κορυφώσεις, τις ανατροπές και τα ευρήματα που προάγουν την πλοκή, αλλά και στα αναπόφευκτα, και ως ένα βαθμό καλοδεχούμενα, κλισέ. Ο Θέρκας δεν εγκλωβίζει την ιστορία του στο ποιος το έκανε, έχει τη δεδομένη ικανότητα να την απλώσει αρκετά περισσότερο ώστε να χωρέσει επιπλέον πράγματα, όπως ο τόπος, το καταλανικό ζήτημα, ο εμφύλιος, Οι άθλιοι, το παρελθόν, η σχέση του Μελτσόρ με τη μητέρα του, η αγάπη, η ανάγκη για δικαιοσύνη και δικαίωση, μεταξύ άλλων.

Με τοποθετημένη την πλοκή στο πρόσφατο παρελθόν και σε έδαφος καταλανικό, θα ήταν μάλλον περίεργο ένας πολιτικός συγγραφέας όπως ο Θέρκας να χάσει την ευκαιρία να αναφερθεί στο ζήτημα της ανεξαρτησίας. Η ευρύτερη περιοχή της Τέρρα Άλτα ιστορικά είναι γνωστή για τη μάχη του Έβρου, της πλέον σκληρής σύγκρουσης του ισπανικού εμφυλίου. Τα πάθη στην περιοχή εντείνονται για ακόμα μια φορά. Στα καφενεία της περιοχής ακόμα μπορεί κανείς να γίνει μάρτυρας συζητήσεων σχετικά με εκείνα τα γεγονότα, σαν μην πέρασαν τόσα χρόνια από τότε. Ο Θέρκας, στο παρασκήνιο της πλοκής, θέτει ερωτήματα σχετικά με τα μαθήματα και τους κύκλους της Ιστορίας, προβαίνοντας σε αναλογίες του τότε και του τώρα, κάπως επιδερμικά ωστόσο, καθώς απουσιάζει η ομαλή και οργανική ένταξη του πολιτικού στην πλοκή, προσιδιάζοντας περισσότερο σε μια γνώριμη συγγραφική μανιέρα. Τα όρια της αστυνομικής λογοτεχνίας αποδείχτηκαν τελικά αρκετά στενά για τον Θέρκας. Παρ' όλα αυτά, το εύρημα με τους Άθλιους αποδείχτηκε γοητευτικά λειτουργικό και όχι ένα απλό βιβλιοφιλικό φτιασίδι.

Οποιοδήποτε κομπλιμέντο και αν κάνω σχετικά με τα τεχνικά μέρη του μυθιστορήματος αυτού θα είναι χωρίς πραγματικό αντίκρυσμα. Είναι κάπως προφανές, να μην πω χαζό, να συζητάμε για την ικανότητα ενός συγγραφέα του διαμετρήματος του Θέρκας να γράψει ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα. Το Τέρρα Άλτα είναι ένα αρκετά ενδιαφέρον αστυνομικό μυθιστόρημα, που διαβάζεται αχόρταγα και καταφέρνει να σταθεί με άνεση σε μια απαιτητική λογοτεχνική κατηγορία όπως αυτή του αστυνομικού. Έχει όμως ένα μεγάλο μειονέκτημα να το βαραίνει, το όνομα του συγγραφέα και τις προσδοκίες που αυτό γεννά. Ο πιστός πυρήνας των αναγνωστών του θεωρώ πως απογοητεύτηκε από το Τέρρα Άλτα αν και δεν αποκλείω οι πωλήσεις ως νούμερα να αποδεικνύουν μια τεράστια εμπορική επιτυχία, που δύσκολα θα έκανε με τα πιο μεταλογοτεχνικά εγχειρήματά του.

Άτιμο πράγμα οι προσδοκίες. Διαθέτουν μια αυστηρότητα και αδιαφορούν για ό,τι συμβαίνει έξω από αυτές, κλείνοντας τα αυτιά τους απέναντι σε δικαιολογίες και ερμηνείες. Δεν διακρίνονται για την ανοχή ή την ενσυναίσθησή τους. Ακόμα  χειρότερες οι προσδοκίες από αυτούς που αγαπάμε. Μέχρι ενός σημείου τελούσα σε επιφυλακή αναμένοντας την αφηγηματική ανατροπή, να διακρίνω έγκαιρα τη μετατροπή της διαλεύκανσης της υπόθεσης σε πρόφαση, σε όχημα που θα οδηγούσε προς μια διαφορετική κατεύθυνση το μυθιστόρημα, σε αφηγηματικά εδάφη που είχα φανταστεί και επιθυμήσει. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Προφανώς και το βιβλίο δεν είναι κακό, απλά δεν είναι τυπικό της εργογραφίας τού Θέρκας, και σε αυτό οφείλεται η πλήρης κατάρρευση των αναγνωστικών προσδοκιών που έσπευσα να υψώσω και εν συνεχεία μετ' επιτάσεως να απαιτήσω.

υγ. Σύνδεσμοι για πιο αντιπροσωπευτικά έργα του σπουδαίου αυτού συγγραφέα που αξίζει να διαβάσει κανείς: Ο μονάρχης των σκιών (εδώ), Ο απατεώνας (εδώ), Οι νόμοι των συνόρων (εδώ) και οι Στρατιώτες της Σαλαμίνας (εδώ).

Μετάφραση Γεωργία Ζακοπούλου
Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 11 Απριλίου 2022

Το τραγούδι του Αχιλλέα - Madeline Miller

Πριν από κάποιο καιρό είχε προηγηθεί η ιστορία της Κίρκης. Βιβλίο που αποδείχτηκε μια τεράστια αναγνωστική έκπληξη παρά τις όποιες αρχικές επιφυλάξεις εξαιτίας του θέματος. Το τραγούδι του Αχιλλέα είχε μπει από τότε στη λίστα με τα προσεχώς. Και η στιγμή έφτασε. Η ανάμνηση του παραμυθένιου τρόπου αφήγησης της Μίλερ ξύπνησε την επιθυμία για επιστροφή στις αρχές του μύθου. Οι τότε επιφυλάξεις μετατράπηκαν σε προσδοκίες.

Το τραγούδι του Αχιλλέα άλλος δεν θα μπορούσε να το συνθέσει πέρα από τον Πάτροκλο.

Ο πατέρας μου ήταν βασιλιάς και απόγονος βασιλέων. Ήταν άνθρωπος βραχύσωμος, όπως οι περισσότεροι από εμάς, κι η κοψιά του θύμιζε ταύρο· ήταν όλος πλάτες. Παντρεύτηκε τη μητέρα μου όταν εκείνη ήταν δεκατεσσάρων χρόνων κι αφού είχε ορκιστεί στην ιέρεια ότι μπορούσε να κάνει παιδιά. Ως γάμος συνέφερε, ήταν αποδοτικός: η μητέρα μου ήταν μοναχοπαίδι, και η περιουσία του πατέρα της θα πήγαινε στον σύζυγό της.

Όταν με ξεγέννησαν, αγόρι, ο πατέρας  μου με τράβηξε απότομα απ' την αγκαλιά της και με έβαλε στα χέρια μιας τροφού. Γεμάτη συμπόνια, η μαμή έδωσε στη μητέρα μου ένα μαξιλάρι να κρατήσει, αφού εμένα με είχαν πάρει. Η μητέρα μου αγκάλιασε το μαξιλάρι.

Σύντομα εξελίχτηκα σε σκέτη απογοήτευση: μικροκαμωμένος, λεπτεπίλεπτος. Δεν ήμουν σφιχτοδεμένος. Δεν ήμουν ρωμαλέος και εύρωστος. Δεν μπορούσα να τραγουδήσω. Το καλύτερο που θα μπορούσε να πει κανείς για μένα ήταν ότι δεν ήμουν αρρωστιάρης.

Το αποδοκιμαστικό βλέμμα του πατέρα πάνω του έκανε το σώμα του να τρέμει. Ο Πάτροκλος μεγάλωνε προσπαθώντας να μην τραβάει την προσοχή, να μην επιδεινώσει τη θέση του. Η αφορμή ωστόσο βρέθηκε, ο πατέρας να ξεφορτωθεί την ντροπή, από τον γιο του προτίμησε τους ευγενείς, να τα έχει καλά μαζί τους. Κάπως έτσι ο Πάτροκλος βρέθηκε εξόριστος, συνοδεία του βάρους του σε χρυσό, στο βασίλειο της Φθίας, εκεί όπου ο διάδοχος του θρόνου Αχιλλέας, γιος Θεάς, ετοιμαζόταν από μικρός για να γίνει μια μέρα ο άριστος των Ελλήνων. Ο διαλεκτός από τη μοίρα, ανάμεσα σε τόσους συνομήλικούς του, που προορίζονταν να αποτελέσουν την επίλεκτη φρουρά του, ξεχώρισε τον Πάτροκλο. Από τότε οι δυο τους υπήρξαν αχώριστοι, μέχρι το τέλος. Αυτή είναι η ιστορία τους.

Η Μίλερ δίνει τον λόγο στον Πάτροκλο, τον καταφρονεμένο γιο, που έμεινε στην ιστορία ως ο σύντροφος του άριστου μεταξύ των Ελλήνων. Αλλά, ακόμα και αυτό, αρκετοί θέλησαν να του το στερήσουν. Μίλησαν για φιλία και άφησαν τον έρωτα απέξω. Είναι ένα τραγούδι αγάπης αυτό, μια ιστορία ερωτική, γεμάτη από αγάπη και πάθος, παρότι ειπωμένη σε πρώτο πρόσωπο, με ένα εγώ πριν από κάθε ρήμα. Ο Πάτροκλος λέει την ιστορία του. Και η ιστορία του ήταν ο Αχιλλέας. Το πρώτο πρόσωπο δεν στερεί αλλά προσθέτει. Ωστόσο, μια ιστορία αγάπης δεν είναι μια ανέφελη ιστορία, στον πόνο φυτρώνει και με τα δάκρυα ποτίζεται να μεγαλώσει.

Η Μίλερ, που έχει σπουδάσει αρχαία ελληνικά και έχει πάθος με τη μυθολογία, γνωρίζει καλά τι είναι εκείνο που την ενέπλεξε σε αυτά τα μυθοπλαστικά μονοπάτια, από πού εκπορεύεται η αγάπη και το πάθος για αυτές τις παλιές ιστορίες, τις κάπως παρωχημένες για κάποιους. Και αν στην κορυφή της λίστας βάλει κανείς τις λογοτεχνικές αρετές των αρχαίων μύθων, τον τρόπο με τον οποίο συμπορεύεται το ανθρώπινο και το θεϊκό, τις ανατροπές και το θάρρος, την οργιώδη φαντασία και τις άρρηκτες συνδέσεις τής κάθε υποϊστορίας με το κυρίως σώμα του μύθου, μια ζωντανή παράδοση αιώνων, κάπου εκεί κοντά θα βρεθεί και η διαχρονικότητα των μηνυμάτων, τα κοινά βάσανα των ανθρώπων, το κακό που επιβιώνει και κληροδοτείται από γενιά σε γενιά, η ανάγκη μας για αγάπη, η ιστορία που επαναλαμβάνεται. Η Μίλερ διακρίνει μια από τις αρετές του μύθου, του κάθε μύθου, την οικουμενικότητά του παρότι φαινομενικά διαπραγματεύεται την ιστορία κάποιων συγκεκριμένων ανθρώπων, κάποιων ξεχωριστών ανθρώπων, βασιλιάδων και ηρώων, θεών και ευγενών. Τέτοια είναι και η ιστορία του Πάτροκλου, τέτοια και του Αχιλλέα.

Δεν είναι τυχαίο πως το βιβλίο αυτό είναι τόσο δημοφιλές ανάμεσα στους εφήβους, ούτε εντύπωση θα έπρεπε να προκαλεί το κοινό συναισθηματικό εμβαδό που εμφανίζεται και γεφυρώνει χιλιάδες χρόνων ανθρώπινης πορείας. Η Μίλερ, με πολλή έρευνα και μέγα πάθος, καταφέρνει να αφηγηθεί μια ιστορία σε μεγάλα κομμάτια της γνωστή από μια άλλη οπτική γωνία, πετυχαίνοντας έτσι εκτός του να διατηρήσει αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον να αναδείξει επιπλέον πτυχές του μύθου, να φανερώσει τα κοινά μονοπάτια στα οποία οι νεαροί άνθρωποι βαδίζουν καθώς μεγαλώνουν. Ο νεαρός Πάτροκλος που εξορίζεται μακριά από το σπίτι του στο οποίο ποτέ δεν ένιωσε αγάπη και αποδοχή και ο νεαρός Αχιλλέας που αγκομαχά κάτω από το βάρος μιας αγάπης γεμάτης προσδοκίες και απαιτήσεις, συνθέτουν ένα ζευγάρι γνώριμο και οικείο, με τη μεταξύ τους σχέση να λειτουργεί ως μια νησίδα καταφυγής από έναν κόσμο ανοίκειο και ακατανόητο. Σε μια ιστορία τόσο σύνθετη όπως αυτή, υπάρχουν διάφορες πύλες εισόδου. Ο αναγνώστης, ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες και τα βιώματά του, διακρίνει και ξεχωρίζει τις πλέον οικείες. Έτσι, δεύτερα πρόσωπα της πλοκής και υποϊστορίες έρχονται στο προσκήνιο. Καθώς η ιστορία προχωράει προς τον Τρωικό Πόλεμο, περαιτέρω αξίες τίθενται υπό διαπραγμάτευση. Οι σκοτεινές όψεις του ανθρώπου, η φιλοδοξία και ο εγωισμός, κυριαρχούν. Όχι όμως ολοκληρωτικά. Για κάθε Αγαμέμνονα θα υπάρχει μια Βρισηίδα, για να αναφερθώ κι εγώ σε μια παράλληλη της κεντρικής αφήγησης ιστορία.

Το τραγούδι του Αχιλλέα ικανοποίησε πλήρως την αναγνωστική μου ανάγκη κατά τη στιγμή που τράβηξα το βιβλίο από το ράφι. Μια εμπειρία με τον τρόπο της νοσταλγική, μια επιστροφή στο αναγνωστικό παρελθόν, τότε που το στοιχείο του μύθου κυριαρχούσε και η σύνδεση με τον «πραγματικό» κόσμο δεν ήταν προφανής, μια ματιά πιο αθώα, πιο αφελής. Το τραγούδι του Αχιλλέα υπενθυμίζει πως και οι διασκευές είναι δημιουργία, αρκεί να τις πλησιάσει κανείς απαλλαγμένος από διάθεση για ανούσιες συγκρίσεις. Υπενθυμίζει, όμως, και κάτι ακόμα, πως ο μύθος, καμιά φορά, κρύβει περισσότερη αληθινή ζωή, ακόμα και από μια μαρτυρία, έτσι όπως στέκει πιο ανοιχτός, επιτρέποντας, αν το θες, να βρεις κι εσύ τον δικό σου χώρο μέσα του. Η Μίλερ μοιάζει να έγραψε το βιβλίο αυτό και γιατί ίσως έτσι, κάποια στιγμή στο μέλλον, ιστορίες όπως αυτές του Πάτροκλου και του Αχιλλέα πάψουν να είναι επίκαιρες και αφεθούν επιτέλους να ξεκουραστούν στο παρελθόν τους.

υγ. Είχε προηγηθεί η ιστορία της Κίρκης, περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Αναστασία Καλλιοντζή
Εκδόσεις Διόπτρα

Πέμπτη 7 Απριλίου 2022

Ο δεύτερος κύκλος του 8 - βα. αλ.

Περίμενε μοιρολατρικά στην ουρά. Οι μπροστινοί αργούσαν. Οι πίσω τον άγχωναν. Όλοι όμως ήξεραν ότι δεν εξαρτιόταν απ' αυτόν, ή από οποιονδήποτε άλλον, η ταχύτητα με την οποία θα σημείωνε πρόοδο η ουρά. Οριακά έπιανε στο οπτικό του πεδίο, εκεί που κατάφερνε να ξεθολώνει από τη νύστα, κάποια σώματα ομοιόμορφα ντυμένα να πατάνε κουμπιά, να κατεβάζουν μοχλούς και να γυρνάνε στρόφιγγες που πέταγαν ατμούς και ξεφυσούσαν σκουρόχρωμα υγρά.

Ο Μάνος Κεντάκης είναι ένα ιδιωτικός ερευνητής με αλλεργία στους μπάτσους. Είναι κάτι που σπεύδει να επισημάνει σε όποιον κάνει το λάθος να τον αποκαλέσει ιδιωτικό αστυνομικό, ακόμα και αν πρόκειται για κάποιον ανυπεράσπιστο πρόσφυγα που εκδιώχθηκε από την πατρίδα του λόγω της σεξουαλικότητάς του και στον δρόμο προς την πολιτισμένη δύση έπεσε θύμα μιας εγκληματικής σπείρας προεξάρχοντος ενός υψηλόβαθμου ιερέα. Όταν ο Μάνος ήταν νεαρός, ο πατέρας του πίστευε πως είναι ένα ρεμάλι, κάτι που δεν απείχε πολύ από την πραγματικότητα, και πως τέτοιο θα παρέμενε, σενάριο που παραδόξως ανατράπηκε εξαιτίας ενός φίλου του πατέρα του που τον πήρε για βοηθό στο γραφείο ερευνών που διατηρούσε κάπου στην Ομόνοια. Παιδί της σκοτεινής πλευράς του κέντρου, την οποία οι ένοικοί της πρώτα εγκατέλειψαν, αγοράζοντας σπίτια στα προάστια και ανοίγοντας γραφεία σε πιο γκλάμορους περιοχές, και ύστερα κατηγόρησαν για κατάληψη όσους ήρθαν. Νεαρός μεσήλικας πια, ποτέ δεν εγκατέλειψε τη γειτονιά, θεωρώντας τη Γ' Σεπτεμβρίου ό,τι πιο ευρωπαϊκό μπορεί να περπατήσει ένας κάτοικος μιας πόλης λαμπερά άσχημης όπως η Αθήνα.

Ο ενθουσιασμός δεν είναι από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του Κεντάκη, ακόμα και το πάθος που είχε κάποτε για τις μηχανές τελεί υπό εξαφάνιση. Η σχέση του με το άλλο φύλο είναι προβληματική, όχι ανύπαρκτη, όχι και ιδιαίτερη. Στο πρόσωπό του, θα λέγαμε με διάθεση ποιητική, αντιφέγγει η όψη της μητρόπολης που αντιστοιχεί στους διαμένοντες στα συγκεκριμένα γεωγραφικά μήκη και πλάτη. Τα πρωινά, κάπως δύσκολα, φτάνει μέχρι το γραφείο του, ένας κακός καφές και μια λιγδερή κασερόπιτα βοηθούν. Μεγάλο μέρος της εργασιακής του ημέρας καταλαμβάνει η ενατένιση της λίστας με όσους του χρωστάνε λεφτά. Όταν εμφανίστηκε ο Σκώκος, μεγαλοεπιχειρηματίας κατά δήλωσή του, ζητώντας του να παρακολουθήσει τη γυναίκα και συνέταιρό του, τίποτα δεν προμήνυε όσα θα ακολουθούσαν. Όμως, αυτό αποτελεί ίσως τον νούμερο ένα κανόνα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, που χαρακτηρίζει τη δουλειά ενός ιδιωτικού ερευνητή, τίποτα δεν είναι αυτό που μοιάζει να είναι, γιατί, άλλωστε, αν ήταν, δεν θα υπήρχε και πολλή δουλειά στην πιάτσα.

Ο βα. αλ., έξι χρόνια μετά Το ένα δέκατο του 8, επιστρέφει με τον Δεύτερο κύκλο του 8, που κινείται στο ίδιο λογοτεχνικό μήκος κύματος, σε αυτό που ειδολογικά είναι ένα σκληρό αστυνομικό μυθιστόρημα, με πρωταγωνίστρια την Αθήνα και το κακόφημο κέντρο της. Ο Κεντάκης είναι αρκούντως αντιηρωικός, με αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία στον χαρακτήρα, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνει συναισθηματικά και αξιακά τον κόσμο γύρω του. Σε βιβλία όπως αυτό δεν δίνω ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο που η πλοκή οδηγείται στη λύση της, παρά μόνο όταν φτάσει η στιγμή εκείνη. Δεν θα δίσταζα, θέλω να πω, να παρατήσω ένα κακό βιβλίο χωρίς να υποκύψω στον εκβιασμό του τι θα γίνει στο τέλος. Ο Δεύτερος κύκλος του 8 είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, πιστό στις αρχές του είδους που ανήκει, με μια πλοκή λειτουργική και χωρίς κατάχρηση εξυπνακίστικων ευρημάτων από πλευράς συγγραφέα, αρκετά σκληρό, με έντονη δράση και ευδιάκριτο κοινωνικοπολιτικό πυρήνα, χωρίς ωστόσο να πουλάει ιδεολογία.

Το μυθιστόρημα πετυχαίνει να αποτυπώσει ικανοποιητικά την κακόφημη πλευρά του αθηναϊκού κέντρου και αυτό είναι σημαντικό ως προς την ατμόσφαιρα που περιβάλλει και συνέχει την ιστορία. Πάντοτε είναι σημαντικό να νιώθεις πως ο συγγραφέας έχει περπατήσει τους δρόμους για τους οποίους γράφει και ο βα. αλ. έχει λιώσει πολλές σόλες, είναι εμφανές αυτό. Ο ρυθμός, χωρίς ο συγγραφέας να αφήνει το γκάζι, δεν είναι χαοτικός και αυτό δείχνει αρκετή δουλειά. Είναι επίσης ένα μυθιστόρημα για τους αόρατους αυτής της πόλης, αλλά και για εκείνους που θέλουν να παραμείνουν αόρατοι, για τους κατοίκους του κέντρου και για τους μετανάστες αλλά και για διάφορους επιχειρηματίες που και τα εισαγωγικά τους αποφεύγουν. Ο βα. αλ. γράφει ένα σκληρό αστυνομικό που διαδραματίζεται σε γειτονιές που ο ήλιος δεν φτάνει, με αποτέλεσμα σκοτεινές γωνιές και υγρασία. Γράφει επίσης για έναν τόπο στον οποίο η εκκλησία διαθέτει μια δύναμη ιλιγγιώδη και ένα ισχυρό αποτύπωμα στην παρανομία. Έτσι, στα αναμενόμενα και πάντοτε καλοδεχούμενα κλισέ, όμορφες γυναίκες, σκληροί μπράβοι, σκιώδεις επιχειρηματίες και λοιπά γνωστά πρόσωπα από το βεστιάριο του είδους, προσθέτει και έναν παπά στην πλευρά των κακών, προσδίδοντας μια επιπλέον χρήσιμη αληθοφάνεια στην ιστορία του.

Η εξέλιξη από το προηγούμενο βιβλίο είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού. Ο βα. αλ. εδώ δεν βιάζεται, δεν αφήνει την ιστορία να τον παρασύρει, φροντίζει να εντάξει και διάφορες υποϊστορίες, σχεδόν αδιόρατες, όπως της υπαλλήλου στο καφέ που αφιερώνει στον κάθε πελάτη τον χρόνο που του αναλογεί, σημαντικές ωστόσο στην οικονομία της κεντρικής ιστορίας. Δεν αφήνει ούτε τη γλώσσα να τον παρασύρει, αλλά κάνει ορθή χρήση αυτής, γιατί το αβίαστο δεν συνεπάγεται πρόχειρο, ενώ και οι διάλογοι είναι αρκετά δουλεμένοι και κυρίως πειστικοί. Η γραφή είναι έντονα εικονοποιητική και όχι μη λογοτεχνικά κινηματογραφική. Μου έλειψε, επειδή την περίμενα, η μουσική, όχι πως δεν υπήρχε αλλά δεν κυριαρχούσε, όπως στο προηγούμενο βιβλίο, αν και πιστεύω πως μπορώ να φανταστώ τη δισκοθήκη του Κεντάκη. Η ιστορία είναι αρκετά σύνθετη, ικανή για ένα μυθιστόρημα ακόμα και διπλάσιο σε μέγεθος. Ο βα. αλ. επιλέγει μια πιο δωρική εκδοχή, όχι πολλές κουβέντες, μόνο εκείνες που κρίνει απαραίτητες και το αποτέλεσμα τάσσεται με το μέρος του. Ο Κεντάκης λειτουργεί θαυμάσια και ως παρατηρητής του γύρω κόσμου, βοηθώντας το μυθιστόρημα ως προς τη συγχρονία, με τις παρατηρήσεις του πάνω σε λεπτομέρειες, σχεδόν ελάχιστες, της πόλης και των κατοίκων της, και αυτό είναι που κάνει το Δεύτερο κύκλο του 8 να μην παραμένει εγκλωβισμένο στα ειδολογικά του όρια.

Ιδανικό εξώφυλλο, ολοένα και πιο τρομακτικό όσο προχωρούσε η ανάγνωση.

υγ. Για Το ένα δέκατο του 8 είχα γράψει αυτό εδώ.


Εκδόσεις Red n' Noir

Δευτέρα 4 Απριλίου 2022

Κυριακή της Μητέρας - Graham Swift

Ήταν 30 Μαρτίου. Ήταν Κυριακή. Ήταν η μέρα που κατά παράδοση ήταν γνωστή ως Κυριακή της Μητέρας.

Η τέταρτη Κυριακή της Σαρακοστής εορταζόταν στη Μεγάλη Βρετανία, μια γιορτή με τις απαρχές της στον Μεσαίωνα, γνωστή ως η Κυριακή της Μητέρας, μια οικογενειακή γιορτή και ημέρα αργίας για το υπηρετικό προσωπικό. Μια τέτοια μέρα, 30 Μαρτίου 1924, με καιρό τόσο καλό που θύμιζε Ιούνιο, η εικοσιδυάχρονη Τζέιν, καμαριέρα σε μια εξοχική έπαυλη, θα πάρει το ποδήλατό της, εκμεταλλευόμενη το ρεπό, όχι για να πάει σπίτι της, αλλά για να συναντήσει τον κρυφό εραστή της. Θα ακολουθήσει κατά γράμμα τις οδηγίες του· δεν θα μπει από την πίσω πόρτα αλλά από την κεντρική, αφήνοντας το ποδήλατό της στην είσοδο σε θέα κοινή. Ήταν η πρώτη φορά που της ζητούσε κάτι τέτοιο τα έξι χρόνια που διατηρούσαν τη σχέση αυτή. Ο Πολ, κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας, ένα χρόνο μεγαλύτερός της, επρόκειτο σύντομα να παντρευτεί μια γυναίκα ταιριαστή της θέσης του. Εκείνη η μέρα θα αποδειχτεί καθοριστική για τη Τζέιν, που τώρα, κοιτάζοντας πίσω της, εξήντα τόσα χρόνια μετά, ξέρει πως εκείνη ήταν η μέρα που έγινε συγγραφέας.

Αν είχα διαβάσει το οπισθόφυλλο και δεν γνώριζα τον συγγραφέα, δύσκολα θα είχα διαβάσει το βιβλίο αυτό, που τόσο μοιάζει να είναι ένα ρομάντζο εποχής, παρότι τελικά μόνο κατά επίφαση είναι κάτι τέτοιο και σίγουρα με τρόπο λειτουργικό και δικαιολογημένο, γι' αυτό και δεν είναι βαρετό και ναυαγισμένο στο κλισέ και τη στερεοτυπία. Όμως αυτό δεν θα το διαπίστωνα αν δεν διάβαζα το μυθιστόρημα του Σουίφτ. Και είναι φοβερό, πάντα μου φαίνεται φοβερό, ο τρόπος που κάποιοι συγγραφείς φέρνουν στα μέτρα τους ιστορίες που μοιάζουν τόσο έξω από τα εδάφη στα οποία συνηθίζουν να κινούνται, και έτσι μετακινούν και τις δικές μας αναγνωστικές προκαταλήψεις και βεβαιότητες, γκρεμίζοντας τους ορίζοντες προσδοκιών που με ελάχιστα δεδομένα σπεύδουμε να υψώσουμε. Η Κυριακή της Μητέρας είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μια φτωχή καμαριέρα διατηρεί σχέση με έναν πλούσιο νεαρό που πρόκειται σύντομα να παντρευτεί κάποια της τάξης του. Ένα από τα πλέον επαναλαμβανόμενα λογοτεχνικά κλισέ παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις και ανατροπές στην έκβαση, και όμως ο Σουίφτ το μετατρέπει σ' ένα κομψοτέχνημα, σε κάτι άλλο από αυτό που φαινομενικά είναι, σε μια επίδειξη έμπνευσης και τεχνικής αρτιότητας.

Το μυθιστόρημα ως πλοκή διαδραματίζεται στο παρελθόν, αποτελεί την ανάληψη μιας ημέρας, της καθοριστικής εκείνης ημέρας, καθοριστικής όχι μόνο για όσα έλαβαν χώρα εκείνη την ημέρα αλλά και όσα τέθηκαν σε τροχιά κίνησης. Ο τρόπος με τον οποίο ο Σουίφτ, μέσα από τον τριτοπρόσωπο αφηγητή, ξεδιπλώνει την ημέρα εκείνη είναι μοναδικός. Με τις μικροαναλήψεις και τις μικροπαρεκβάσεις, αυτό που έγινε λίγο αργότερα και αυτό που είχε μόλις προηγηθεί, πετυχαίνει να πλαισιώσει την ημέρα εκείνη, να της δώσει βάρος, να τη νοηματοδοτήσει, να της προσδώσει συναίσθημα και να τη συνδέσει με το σήμερα. Πετυχαίνει σε ελάχιστες σελίδες και με οικονομία λέξεων να γνωρίσει στον αναγνώστη πρόσωπα και καταστάσεις, κάνοντας επιπλέον ορθή χρήση του κλισέ ως έναν κοινό εμβαδό γνώσης μεταξύ πομπού και δέκτη της ιστορίας αυτής. Παρότι η αφηγηματική δεξιοτεχνία τού Σουίφτ είναι κάτι παραπάνω από εμφανής, γεγονός που καθιστά την ανάγνωση της ιστορίας μια πράξη απολαυστική, η ιστορία από μόνη της δεν θα ήταν αρκετή για να ξεπεράσει τους ειδολογικούς της περιορισμούς. Εκείνο που καθιστά το μυθιστόρημα αυτό σπουδαίο είναι η ανάδειξη της κυρίως πλοκής σε υποπλοκή στο τέλος της ανάγνωσης. Ένα τρικ με το οποίο ο συγγραφέας χωρίς να αναφέρεται παρά κατ' ελάχιστο στην ενενηντάχρονη πια Τζέιν, καταφέρνει να αφήσει την αίσθηση στον αναγνώστη πως του αφηγήθηκε όλη της τη ζωή, με κάθε παραμικρή λεπτομέρεια, και αυτό δείχνει την μαστοριά με την οποία απέδωσε αφηγηματικά εκείνη τη μέρα.

Ο τριτοπρόσωπος αφηγητής δείχνει να είναι παντογνώστης μεν αλλά με έναν τρόπο κάπως ύποπτο δε, καθώς μοιάζει να γνωρίζει όσα γνωρίζει και η ηρωίδα-συγγραφέας. Σαν να του έχει ανατεθεί από εκείνη η αφήγηση αυτής της ιστορίας, σαν να μιλά εξ ονόματός της, σαν ένα προσωπείο ίσως. Ένα ακόμα εύρημα του Σουίφτ που προσδίδει δυναμική στην αφήγηση, ένα τέχνασμα για να κρύψει το προσωπικό καθιστώντας το ορατό, εύρημα που υποστηρίζεται από τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο αφηγητής, παρεμβάλλοντας επισημάνσεις σχετικές με τις λέξεις που τότε δεν γνώριζε και δεν θα χρησιμοποιούσε η ηρωίδα, λέξεις που ήρθαν να προστεθούν αργότερα, μέσα στα χρόνια, αποτέλεσμα της τριβής και της ωρίμανσης. Είναι μια απόφαση που δίνει πρωτοτυπία στο μυθιστόρημα αυτό, καθώς αν και συγγενεύει ως είδος με το μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα, εδώ δεν έχουμε την ιστορία γέννησης ενός βιβλίου αλλά την ιστορία γέννησης μιας συγγραφέως. Και αυτό προσδίδει επιπλέον ενδιαφέρον στο μυθιστόρημα, ενδιαφέρον που είθισται να το αποκαλούμε βιβλιοφιλικό. Ο Σουίφτ, έμπειρος γραφιάς, δεν παρασύρεται από το υλικό του παραστρατώντας από το μονοπάτι που έχει σχεδιάσει με λεπτομέρεια, δεν παρασύρεται ούτε προς τη φεμινιστική, ούτε προς την ταξική υπερβολή, δεν παραδίδεται στο μελόδραμα και τη συναισθηματική καθοδήγηση, αλλά γράφει την ιστορία της Τζέιν, την ιστορία μιας καθοριστικής στη ζωή της Τζέιν ημέρας.

Από την ημέρα εκείνη δεν άλλαξαν πολλά μόνο στη ζωή της Τζέιν και στον κόσμο, άλλαξαν εξίσου πολλά και στην ίδια τη λογοτεχνία· ο μοντερνισμός του τότε πέρασε στο παρασκήνιο. Ο Σουίφτ πατάει καλά και στις δύο όχθες, όσα συνέβησαν τότε και γίνονται αφήγηση τώρα, μια ευδιάκριτη απόσταση. Ίσως μια υπενθύμιση πως η λογοτεχνία πορεύεται παράλληλα με την ανθρώπινη ιστορία και πως οι αναμνήσεις μας έχουν τα χρώματα εκείνων των ημερών μα την αφήγηση των σημερινών. Η αναπόληση διαθέτει μια γοητεία παρά τη σκληρότητα που κρύβει. Ο Σουίφτ δεν καλλωπίζει ερείπια και δεν ανασύρει φαντάσματα από το λογοτεχνικό παρελθόν. Είχα καιρό να διαβάσω ένα βιβλίο δικό του. Ήταν καιρός. Η Κυριακή της Μητέρας είναι ένα μικρό κομψοτέχνημα, δείγμα ικανότητας και έμπνευσης. Ο Σουίφτ αξίζει μεγαλύτερης προσοχής στα μέρη μας.

υγ. Είχαν προηγηθεί: ο Τελευταίος γύρος (περισσότερα εδώ) και το Αύριο (περισσότερα εδώ).

Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Μίνωας