Δευτέρα 22 Απριλίου 2024

Ω! Τι υπέροχη εκδρομή!

Από το 1982, όταν και κυκλοφόρησε το Όλτσμομπιλ, ο Άρης Μαραγκόπουλος έχει μια σταθερή και πολυσχιδή παρουσία στα εκδοτικά πράγματα, υπηρετώντας τη λογοτεχνία από διάφορα μετερίζια –του συγγραφέα, του δοκιμιογράφου, του μεταφραστή αλλά και του εκδότη– πετυχαίνοντας να δημιουργήσει ένα προσωπικό σύμπαν με έντονο το πολιτικό και αισθητικό στοιχείο. Στο Ω! Τι υπέροχη εκδρομή! συναντά τους ήρωες από το προηγούμενο μυθιστόρημά του, το φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ.

Οι τρεις Θωμάδες, παρέα με τον Φώντα, έχουν αραιώσει τις επισκέψεις τους στην, πρώην έρημη και νυν ποθητή για το κεφάλαιο υπό τη σκέπη της αθηναϊκής ριβιέρας, ακτή της Βάρκιζας, στο μέρος που χαλυβδώθηκε η φιλία τους και που τα γεγονότα που ακολούθησαν τη γνωριμία τους με τον Νώντα και την Ινέθ πυροδότησαν την πλοκή της ιστορίας. Κανονίζουν μια εκδρομή ως εκεί για να τελέσουν ένα μνημόσυνο με τον δικό τους τρόπο. Αν και μυθιστορηματική συνέχεια, το Ω! Τι υπέροχη εκδοχή! διαθέτει αναγνωστική αυτονομία, αφού ο Μαραγκόπουλος προβαίνει στις απαραίτητες αναλήψεις. Και το κάνει αυτό με τρόπο εξόχως λειτουργικό και όχι απλώς διεκπεραιωτικό, αφού, εκτός της συνέχειας, πετυχαίνει την προσθήκη του απαραίτητου υπεδάφους, επί του οποίου πατά το κάθε πρόσωπο της δράσης, προσδίδοντας μ' αυτόν τον τρόπο την απαραίτητη σχέση αιτίας-αιτιατού στη στάση και τις αποφάσεις του.

Στην κατεύθυνση αυτή υπάγεται και η επιλογή μιας μη γραμμικής αφήγησης, που ωστόσο δεν παρεμποδίζει τον αναγνώστη, αλλά αντίθετα συνεισφέρει στη συνοχή και τη λειτουργία της κατασκευής. Σε αυτό συμβάλλει καθοριστικά και η γνώριμη αφηγηματική άνεση του συγγραφέα, αλλά και η ευρύτητα των γνώσεων και των ενδιαφερόντων του. Ο τριτοπρόσωπος, παντογνώστης αφηγητής μένει εδώ περισσότερο στο παρασκήνιο, με ελάχιστα μόνο περάσματα από τη σκηνική δράση. Το πολυπληθές καστ της ιστορίας, όχι μόνο δεν βαραίνει ή δεν διασπά το μυθιστόρημα, αλλά, τόσο τα πρόσωπα όσο και οι υποϊστορίες τους υπηρετούν το συγγραφικό όραμα για μια πολύπτυχη, αντίστοιχη της πραγματικότητας, αφήγηση. Το όραμα, που τόσο λείπει από την εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή, εδώ διατρέχει το μυθιστόρημα από άκρη σε άκρη, και παρότι ο πήχης τίθεται ιδιαιτέρως ψηλά, ο Μαραγκόπουλος καταφέρνει με χαρακτηριστική άνεση να τον περάσει, παραδίδοντας ένα ακόμα σπουδαίο βιβλίο.

Η πολιτική, γνώριμο χαρακτηριστικό του έργου τού Μαραγκόπουλου, αναμετράται σε μια πίστα απαιτητική όπως αυτή της συγχρονίας. Η ιστορία διαδραματίζεται στο ελληνικό παρόν, γεγονός που αναγκάζει τον αφηγητή να πάρει ξεκάθαρη θέση απέναντι στα πράγματα, να επιλέξει να αναδείξει εκείνα που θεωρεί καθοριστικά και σημαντικά ο ίδιος. Και το πετυχαίνει αυτό χωρίς η στράτευση να παρασιτεί εις βάρος της λογοτεχνικής αξίας του μυθιστορήματος, κάτι το οποίο είναι ιδιαιτέρως σπάνιο στην ιστορία της λογοτεχνίας. Ο πλουραλισμός των προσώπων και άρα και των θέσεων αυτών στην κοινωνικοπολιτική σκακιέρα αυξάνει τον βαθμό δυσκολίας, αφού ελλοχεύει το βεβιασμένο καπέλωμα της μιας έναντι της άλλης θέσης. Η ιδεολογική αυτοπεποίθηση και η απουσία διδακτισμού διαπνέουν την αφηγηματική φωνή, η πίστη στο σωστό και το δίκαιο νοηματοδοτεί τα λόγια και τις πράξεις, τη στιγμή που αφήνει τις μικροδιαφορές να παραμερίσουν ώστε να αποκαλυφθεί το κοινό έδαφος μεταξύ των προσώπων της ιστορίας. Σε μια περίοδο που, περισσότερο ίσως από ποτέ, η αριστερή ταυτότητα μοιάζει σύμφυτη με την απολογία και την ενοχή, αφηγήσεις όπως αυτή επανατοποθετούν το τρένο στις ράγες, δίνοντας του μια στέρεη και δυναμική πορεία προς τα εμπρός χωρίς ωραιοποιήσεις και μεγάλα λόγια, το Κι ας μην νικήσουμε ποτέ, θα πολεμάμε πάντα, αρκεί ως καύσιμη ύλη.

Κλείνοντας, θα σταθώ στην ηλικία του συγγραφέα. Ο Μαραγκόπουλος είναι γεννημένος το 1948. Δεν θα αναφερθώ στην ενέργεια και τη δημιουργική του δίψα, αλλά σε κάτι άλλο, πιο σημαντικό, όπως στη φρεσκάδα που αναβλύζουν τα γραπτά του, αλλά και η δημόσια παρουσία του, φρεσκάδα που μοιάζει να αντιβαίνει στην παρατηρούμενη συντηρητικοποίηση με την πάροδο της ηλικίας, έχοντας χαρακτηριστικά μονόδρομης πορείας. Αλλά και αυτό, στο πολιτικό έγκειται τελικά.

Το Ω! Τι υπέροχη εκδρομή! αποτελεί τη δικαίωση ενός αρκετά φιλόδοξου εγχειρήματος, γραμμένο σήμερα και για το σήμερα, μακριά από την όποια ασφάλεια προσφέρει η απόσταση από το παρελθόν και η ωραιοποίησή του, το οποίο καταφέρνει να επανανοηματοδοτήσει την ταλαιπωρημένη έννοια της αισιοδοξίας.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών. Το 2021 έγραφα για το Φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ αυτό, ενώ το 2017 για το Πολ και Λόρα, ζωγραφική εκ του φυσικου αυτό.

Εκδόσεις Τόπος

Πέμπτη 18 Απριλίου 2024

Τύχη - Joseph Conrad

Ούτε που θυμάμαι πια, πόσα χρόνια πέρασαν από την τελευταία φορά που διάβασα κάποιο βιβλίο του Τζόζεφ Κόνραντ, ίσως τόσο παλιά, όταν τον μπέρδευα διαρκώς με τον Γουίλιαμ Φόκνερ. Σκέφτομαι πως ο Κόνραντ αδίκως ανήκει σε μια μακρά λίστα συγγραφέων του ενός βιβλίου. Τουλάχιστον στα μέρη μας. Αυτό προκύπτει τόσο από τις πάμπολλες εκδόσεις τού Η καρδιά του σκότους, όσο και από την, στα όρια της εμμονής, προτίμηση του αναγνωστικού κοινού σ' αυτό το βιβλίο. Ο Κόνραντ είναι ένας από τους συγγραφείς εκείνους που ο μέσος αναγνώστης νιώθει την ανάγκη να βάλει τικ στην υποχρέωση και με βάση αυτή τη μοναδική ανάγνωση να τοποθετήσει τον σπουδαίο και ποικιλοτρόπως επιδραστικό συγγραφέα όπου αυτός κρίνει, μη διστάζοντας να αναφερθεί με ύφος πολλών καρδιναλίων στο σύνολο του έργου του, παρά τη δεδομένη άγνοιά του. Ας μη βγάλω την ουρά μου απέξω. Τα χρόνια που μεσολάβησαν κάτι δείχνουν, άλλωστε. Η Τύχη απ' όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω μεταφράστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά, δια χειρός Μιχάλη Παπαντωνόπουλου, και βρήκε τη θέση της ανάμεσα σε σημαντικά λογοτεχνικά έργα στη σειρά Orbis Literæ των εκδόσεων Gutenberg. Ήταν μια καλή αφορμή να διαβάσω Κόνραντ ξανά, αφήνοντας για το μέλλον την επιστροφή στην Καρδιά του σκότους.

Το πολυσέλιδο αυτό μυθιστόρημα εκδόθηκε αρχικά σε συνέχειες στο κυριακάτικο ένθετο της εφημερίδας New York Herald, από τις 21 Ιανουαρίου ως τις 30 Ιουνίου του 1912, ενώ με τη μορφή μυθιστορήματος κυκλοφόρησε στις αρχές του 1914. Ο Κόνραντ διαισθανόταν πως ίσως να επρόκειτο για το βιβλίο εκείνο που επιτέλους θα του χάριζε εκτός από δόξα και χρήμα. Η εκδοτική επιτυχία που σημείωσε και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού τον δικαίωσε. Είναι η ιστορία της Φλόρα, που έμεινε νωρίς ορφανή από μητέρα. Ο πατέρας της αγόρασε ένα μεγάλο σπίτι στην επαρχία και την εγκατέστησε εκεί με μια γκουβερνάντα, την ώρα που εκείνος έμεινε για δουλειές στο Λονδίνο, κάποιος που διέκρινε περιθώριο κέρδους στη φύλαξη χρημάτων μετά τόκου, αλλά και στην επένδυση υψηλού ρίσκου. Όταν η τράπεζα ανακοίνωσε αδυναμία στην ανταπόκριση έναντι των υποχρεώσεών της, λοιδορήθηκε και σύρθηκε σε δίκη όπου και καταδικάστηκε για απάτη σε ποινή φυλάκισης. Η Φλόρα, ανήλικη ακόμα, έμεινε μετέωρη στις καλοπροαίρετες και κακοπροαίρετες βουλές συγγενών και γειτόνων.

Ο ρόλος της τύχης δεν εξαντλείται στην οδοποιία της ζωής της Φλόρα, αλλά και στο πώς η ιστορία της έφτασε στα αυτιά του αφηγητή. Ένας φίλος του, ναυτικός επίσης, θα του αφηγηθεί την ιστορία αυτή, μεγάλο μέρος της οποίας έμαθε από έναν τρίτο ναυτικό που σε κάποια δεδομένη στιγμή έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή της Φλόρα. Το κυρίως μέρος του μυθιστορήματος αποτελείται από ευθύ λόγο, σαν μια ιδιότυπη απομαγνητοφώνηση των αφηγήσεων που το συνθέτουν. Ο λόγος δίνεται κυρίως σε αντρικούς χαρακτήρες, μέσα από τα μάτια τους γίνεται η αφήγηση αλλά και ο σχολιασμός της ζωής της σχεδόν βουβής ηρωίδας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα κάποια σημεία που η στερεοτυπία και η αντρική πρόσληψη επί των γυναικών κυριαρχούν, σε τέτοιο βαθμό που καθιστά λογική τη σκέψη πως στις μέρες μας κάτι τέτοιο θα είχε περάσει κατά πολύ την κόκκινη γραμμή της πολιτικής ορθότητας. Θα ήταν ωστόσο βιαστικό και άστοχο να χρεώσει κανείς άμεσα στον ίδιο τον συγγραφέα κάτι τέτοιο. Και αυτό γιατί ο Κόνραντ, ακόμα ακόμα και ο ίδιος ο αφηγητής που μεταφέρει την ιστορία αυτή, διατηρούν διακριτή απόσταση από τις απόψεις και τις ιδέες των κυρίως φορέων της αφήγησης αυτής.

Ο συγγραφέας δεν διστάζει να τους καταστήσει αναξιόπιστους, με τρόπο έμμεσο, καθώς συχνά πυκνά αναδεικνύει πως ένα μεγάλο μέρος της αφήγησής τους είναι αποτέλεσμα δικής τους αυθαίρετης κάλυψης των κενών. Αναφέρομαι σε εκείνα τα περιστατικά στα οποία δεν υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες, αλλά και στις εσωτερικές, αναμολόγητες σκέψεις, κυρίως της Φλόρα. Στην Τύχη, ο Κόνραντ μοιάζει, χωρίς να το ομολογεί ευθέως, να αποτυπώνει το παιδικό παιχνίδι του χαλασμένου τηλεφώνου, τον τρόπο με τον οποίο ετεροκαθορίζεται η περιγραφή μιας ζωής από εξωτερικούς παρατηρητές, μια συνθήκη που η έλευση του παντογνώστη αφηγητή στη λογοτεχνία επίλυσε άπαξ και δια παντός, αλλά στην πραγματική ζωή συνεχίζει κατά κόρον να συμβαίνει. Κάποιες, διασκορπισμένες κατά μήκος του μυθιστορήματος, στιγμές τους βάζει να αμφισβητούν μια κάποια ελάχιστη λεπτομέρεια, αν ήταν Δευτέρα ή Τρίτη για παράδειγμα, την ίδια στιγμή που από άκρη σε άκρη της αφήγησης διέπονται από μια επίγνωση κυρίαρχης αυτοπεποίθησης. Μια μικρή σκανταλιά που σκαρώνει ο συγγραφέας στα πρόσωπα της αφήγησης, ανεπαίσθητη ίσως, μα καθοριστική για τη γενικότερη αναγνωστική πρόσληψη.

Πιστεύω πως αντιμέτωπος κανείς με συγγραφείς του διαμετρήματος ενός Κόνραντ είναι μάλλον αδύνατο να προχωρήσει σε μια κριτική ανάγνωση ενός έργου τους, να αποπειραθεί να εντοπίσει θετικά ή αρνητικά, χωρίς να επαναλάβει ήδη διατυπωμένες προσεγγίσεις. Ίσως όμως αυτό να έχει να κάνει και με το εμβαδόν του επίδοξου κριτικού, αλλά και του δέους που (δεν) νιώθει απέναντι σε ένα ιερό τέρας της λογοτεχνίας. Εκείνο που μπορεί κανείς να κάνει, πιο εύκολα σχετικά, είναι να αναφερθεί σε όσα κοινά διακρίνει σε σχέση με το υπόλοιπο έργο του, ξεπερνώντας ωστόσο κάπως βιαστικά το κομμάτι της θαλασσινής ζωής, που μάλλον περιορίζει την πρόσληψη παρά τη διαφωτίζει, μην καταφέρνοντας επίσης να πει κάτι πρωτότυπο. Αναπόφευκτα η Τύχη, όπως και κάθε ένα από τα πολλά βιβλία που έγραψε ο Κόνραντ, θα έρθει αντιμέτωπο με την αμείλικτη ενδοεργογραφική σύγκριση. Με την υπογραφή κάποιου άλλου ονόματος δεν θα υπήρχε πρόβλημα, θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε να αναφερθεί σε ένα μυθιστόρημα στα όρια του αριστουργήματος. Όμως εγώ έχω χρόνια να διαβάσω κάτι άλλο δικό του, έτσι η Τύχη και η ανάγνωσή της είχαν τον χαρακτήρα μιας (σχεδόν) πρώτης επαφής.

Εκείνο που ωστόσο εντόπισα, με τη σχετική βεβαιότητα που η λογοτεχνία επιτρέπει, υπήρξε η επιρροή που άσκησε ο Κόνραντ σε έναν πολυαγαπημένο και πολυδιαβασμένο σύγχρονο συγγραφέα. Αναφέρομαι στον Χαβιέρ Μαρίας. Το γεγονός πως ο Κόνραντ υπήρξε ένας από τους συγγραφείς που ο Μαρίας μετέφρασε στα ισπανικά, πιστοποιεί το παραπάνω, επίσης κοινότοπο, σχόλιο. Ήταν, ωστόσο, ένα συναίσθημα έντονο, ιδιαίτερα με το πιο αγαπημένο μου βιβλίο του, το Καρδιά τόσο άσπρη, και ειδικά με την εναρκτήρια φράση: Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα [...]. Ακόμα ακόμα και στην ονοματοποιία των χαρακτήρων, στη διάθεση για στοχασμό, την εμμονή με τη λεπτομέρεια, την αφήγηση των συγκοινωνούντων δοχείων, το γενικότερο ύφος. Η αναγνώριση μιας επιρροής, που ξεπερνά τα όρια της θεωρίας και περνά στο βασίλειο της πρακτικής της ανάγνωσης, είναι μια σπουδαία εμπειρία, που ξεκαθαρίζει ακόμα περισσότερο το βάθος πεδίου έτσι όπως κοιτά κανείς τον μεγάλο, ορμητικό ποταμό της λογοτεχνίας.

Πολλά από εκείνα που συνθέτουν τη συγκεκριμένη αναγνωστική εμπειρία μετά το γύρισμα της τελευταίας σελίδας, εκτός από τη δεδομένη απόλαυση κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, έχουν να κάνουν περισσότερο με την κατάρρευση προσδοκιών παρά με την επιβεβαίωσή τους. Εδώ το στοιχείο της έκπληξης απουσίαζε εξ αρχής, δεν ήταν η περίπτωση ενός φιλόδοξου αναγνωστικού τζογαρίσματος σ' ένα μέχρι πρότινος άγνωστο όνομα. Πίστευα, ή φοβόμουν για να είμαι ακριβής, πως κινδύνευα να βρεθώ καταμεσής του πελάγους μιας παρωχημένης αφήγησης κάποιας θαλασσινής ιστορίας, των οποίων ιδιαίτερος οπαδός σε καμία περίπτωση δεν είμαι. Το παρωχημένος, πριν να κουνήσετε με ενόχληση το κεφάλι σας, ας διευκρινίσω πως περισσότερο είχε να κάνει με εκείνο στο οποίο παραπάνω αναφέρθηκα, στην πρόσληψη και περιγραφή του κόσμου μέσα από τα μάτια ενός προνομιούχου υποκειμένου, παρά στη δεδομένη λογοτεχνική αρτιότητα. Αντίκρισα ωστόσο, και παρότι η φοβία μου επιβεβαιώθηκε, μια οξυδέρκεια στη διαχείριση μιας στάσης αποδεκτής και επικρατούσας κατά την περίοδο εκείνη, μια απάντηση ενδοκειμενική, πως ο κόσμος προχωρά και οι παρωχημένες και βίαιες απόψεις και συμπεριφορές αργά ή γρήγορα θα ξεμείνουν στο χρονοντούλαπο, και αυτό ώθησε σε κατάρρευση την φοβική προσδοκία, για να δώσω ένα μόνο παράδειγμα.

Η ανάγνωση, πράξη ενεργητική και ακραία υποκειμενική, δεν υπάγεται ευτυχώς σε κανόνες και νόρμες, που μόνο ασφυξία θα μπορούσαν να προκαλέσουν. Ξεκίνησα με φοβία και συγκράτηση την ανάγνωση αυτή, είχα ήδη διαπραγματευτεί το ενδεχόμενο μιας πρόωρης αποχώρησης, παρότι είχα έναν από τους σπουδαιότερους απέναντί μου. Η φρεσκάδα που διαθέτει η κλασική, υψηλής αξίας, λογοτεχνία είναι κάτι που χρειάζεται διαρκή επαναδιαβεβαίωση και αυτό είναι κάτι που δεν μου κοστίζει να το παραδεχτώ και να μην το κρύψω πίσω από έναν γενικευμένο και κενό θαυμασμό απέναντι σε ένα όνομα των διαστάσεων του Κόνραντ.

Η μετάφραση και κυκλοφορία της Τύχης στα ελληνικά είναι μια καλή αφορμή για επιστροφή σε έναν συγγραφέα όπως ο Κόνραντ, που, στους περισσότερους από εμάς, συνδέθηκε με την αναγνωστική μας παιδική, βαριά εφηβική, ηλικία.

υγ. Πάνω από δέκα χρόνια πριν, χωρίς να το περιμένω, βίωσα ένα από τα εντονότερα και πλέον επιδραστικά αναγνωστικά σοκ, διαβάζοντας το Καρδιά τόσο άσπρη, η πρώτη επαφή με τον σπουδαίο Χαβιέρ Μαρίας, έγραφα αυτό.

Μετάφραση Μιχάλης Παπαντωνόπουλος
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 15 Απριλίου 2024

Έλα να παίξουμε - Δημήτρης Χριστόπουλος

Πριν από τρία χρόνια είχα διαβάσει το Τζίντιλι και το είχα βρει εξαιρετικό ως προς τη σύλληψη, τη σύνθεση και την εκτέλεση, πετυχημένο παρότι η συγγραφική φιλοδοξία του Χριστόπουλου έθεσε τον πήχη αρκετά ψηλά, ένα μυθιστόρημα που ανήκει στο υποείδος της οικολογοτεχνίας και διαδραματίζεται στα φανταστικά Σόθιψα, χωριό της Εορδαίας, με το υπέδαφός του,  γεμάτο από λιγνίτη, να υποχωρεί. Περίμενα, λοιπόν, με ενδιαφέρον το επόμενο βιβλίο του, που τελικώς κυκλοφόρησε στις αρχές της χρονιάς, πάντοτε με τη φροντίδα και την καλαισθησία των εκδόσεων Το Ροδακιό. Έλα να παίξουμε.

Όλα αυτά συνέβησαν πριν από χρόνια, κι όμως δεν πρόκειται να τα ξεχάσω. Σκόπευα να τα κρατήσω για πάντα στο συρτάρι μου. Τελικά, αποδεχόμενος την πρόταση ενός εκδότη, είπα να τα τυλίξω σε ένα βιβλίο, τώρα που ο χρόνος άμβλυνε τη δραματικότητά τους και μπορώ να τα δω πιο ψύχραιμα· να επικεντρωθώ στην απόσταση που πήρα, να γίνω ορατός και να δώσω τέλος στην προηγούμενη ζωή μου, αν και ακόμα μουδιασμένος από το τραύμα. Μην ανησυχείτε, δε σκόπευα να αυτοκτονήσω και να τους κάνω τη χάρη. Τις νύχτες αφήνομαι στη σιωπή μου, δεν τη φοβάμαι πια, την εξημέρωσα Να μιλήσω ήθελα για το γλυκόπικρο φίλεμα που μας επιφυλάσσει η ίδια η ζωή όταν απεγνωσμένα διεκδικούμε την αλήθεια που απελευθερώνει, κι ας είναι επώδυνη η ρουφιάνα. Να πω αυτή την ιστορία, που δεν είναι μόνο δική μου και χρόνια τώρα επαναλαμβάνεται.

Ο αφηγητής χρησιμοποιεί ένα σύντομο εισαγωγικό σημείωμα στο κατώφλι της αφήγησής του, νιώθοντας την ανάγκη να εξηγήσει στον υποψήφιο αναγνώστη το γιατί και το πρέπει της αφήγησης αυτής. Ο θάνατος του πατέρα του, κατά κάποιο τρόπο τον απελευθέρωσε, επιτρέποντας στο φάντασμά του να τριγυρίζει στις σελίδες αυτές, χωρίς να έχει τη δύναμη της δράσης πια. Ένας παράδοξος επικήδειος που δεν εκφωνήθηκε πάνω από το μνήμα. Εγκαταλείποντας το πρώτο πρόσωπο, το γεμάτο συναίσθημα και ανάγκη για εξηγήσεις και επισημάνσεις, θα βρει καταφύγιο στο τρίτο πρόσωπο ενός παντογνώστη αφηγητή που απολαμβάνει την αποστασιοποίηση από τα δυσβάσταχτα για τον επίδοξο συγγραφέα γεγονότα που καθόρισαν μεγάλο μέρος της ζωής και του χαρακτήρα του.

Ο τίτλος, αντιστικτικός του περιεχομένου, αναπόφευκτα αναλαμβάνει και φέρει κάτι από το παρελθόν, από τα παιδικά χρόνια, όταν όλα ετούτα ξεκίνησαν να έχουν ως πρόσωπο της πλοκής τον Στέργιο Σιδέρη, αποδεικνύεται ιδιαιτέρως λειτουργικός και εύστοχος, εκτός από απλά εμπνευσμένος. Η αφήγηση ξεκινάει μια γκρίζα αυγή του Φλεβάρη του '92 στην πύλη Ε9 του λιμανιού τον Πειραιά, απ' όπου το καράβι της γραμμής ετοιμάζεται να αναχωρήσει με προορισμό, μεταξύ άλλων, τη Σίφνο, τόπο καταγωγής της μητέρας του, εκεί που ο Σιδέρης πρόκειται να αναλάβει αγροτικός γιατρός. Μια διπλή αφήγηση ξεκινάει, μια στο αφηγηματικό παρόν, η καθημερινότητα ενός αγροτικού γιατρού στο νησί, μια στάλα γης καταμεσής του Αιγαίου, και μια από το παρελθόν, γεμάτο από σιωπές και μυστικά, που αναπόφευκτα, κάποια στιγμή ξαφνικά και αναπάντεχα, θα χτυπήσουν με επιμονή την πόρτα, απαιτώντας να περάσουν στο εσωτερικό και να θρονιαστούν γυρεύοντας την αμοιβή τους.

Αυτό το πάντρεμα, η αλληλουχία των δύο αφηγήσεων, είναι το πρώτο στοίχημα που αργά και σταθερά οικειοποιείται ο Χριστόπουλος, καθιστώντας το λειτουργικό, έχοντας τον ρόλο της σκαλωσιάς επί της οποίας θα τοποθετηθούν κομμάτι το κομμάτι τα μέρη, μικρά, μεγάλα, σημαντικά και ασήμαντα, της ιστορίας. Ο αναγνώστης σταδιακά εξοικειώνεται, μέχρι που κάποια στιγμή οι δύο αφηγήσεις διασταυρώνονται πυκνά και γίνονται μία, χωρίς αυτό να συσκοτίζει και να μπερδεύει. Και η ιστορία που έχει να αφηγηθεί ο συγγραφέας, η ιστορία του Σιδέρη, είναι μια δυνατή ιστορία, που δεν είναι μόνο δική του αλλά επαναλαμβάνεται. Κρατήστε το αυτό το τελευταίο. Για την πρόοδο και την ολοκλήρωση της κατασκευής αυτής, ο Χριστόπουλος χρησιμοποιεί δύο βασικά χαρακτηριστικά της γραφής του, όπως αυτά φανερώθηκαν σε πλήρη έκταση ήδη από το Τζίντιλι, την αφηγηματική άνεση και τη γλωσσική φροντίδα, απαραίτητα και καθοριστικά συστατικά για την παραγωγή καλής λογοτεχνίας.

Και αν η αφηγηματική άνεση είναι a priori ένα λογοτεχνικό στοιχείο που επιζητώ, η γλωσσική φροντίδα, ως ενδεχόμενο, με γεμίζει με αμφιβολίες και ενστάσεις, πριν διαβώ το κείμενο και εξακριβώσω ιδίοις όμμασι το εύρος της, γνωρίζοντας πως η υπερβολή στην ποιητικότητα είναι κάτι που συχνά μου προκαλεί δυσανεξία, εξοβελίζοντάς με από την αναγνωστική συνθήκη. Ο Χριστόπουλος κινήθηκε στο λεπτό αυτό όριο χωρίς να χάσει την ισορροπία του, παρότι κάποιες στιγμές κάτι τέτοιο έδειχνε επικίνδυνα επίφοβο να συμβεί. Αυτή η τελική ισορροπία αποτελεί για μένα το πλέον κερδισμένο κομμάτι της συγγραφικής φιλοδοξίας, αφού πετυχαίνει να περιποιηθεί γλωσσικά την αφήγησή του χωρίς να τη βαρυφορτώσει με αχρείαστα και περιττά στολίδια, εν είδει επίδειξης μιας ικανότητας που η –φιλολογική του– σκευή αναμφίβολα διαθέτει. Το ίδιο συμβαίνει και με το συναίσθημα. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση επιτρέπει την αβίαστη αναπνοή του κειμένου, αποφεύγοντας τους σκοπέλους του εκβιασμού και του εξαναγκασμού του αναγνώστη, απομακρύνοντάς τον από τον πυρήνα της ιστορίας, κουράζοντάς τον και προδίδοντας την ίδια την εισαγωγική εξομολόγηση/δέσμευση του ίδιου του Σιδέρη.

Το τραύμα και η εγγύτητα με το κακό, η βίωση και η επεξεργασία τους για την ακρίβεια, έτσι όπως ανεβαίνουν, παρά το βάρος τους, στην επιφάνεια, αποτελούν το ισχυρό δίπολο που διατρέχει τις σελίδες αυτού του μικρού σε έκταση μυθιστορήματος, η ανάγκη του Σιδέρη, έστω και με δεκανίκι έναν τριτοπρόσωπο αποστασιοποιημένο αφηγητή, να βάλει τα κομμάτια στη θέση τους, να σταθεί απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό, να κατανοήσει και να συμφιλιωθεί, να φροντίσει την πληγή, να αναμετρηθεί με το πλέον οδυνηρό και δύσκολο στην αποδοχή σκέλος πως αυτή η ιστορία, παρότι αναμφίβολα υποκειμενική στην πρόσληψη και τη διέλευση, τίποτα το διαφορετικό δεν έχει από αντίστοιχες άλλες, πως όλα αυτά δεν τον καθιστούν έναν λαμπερό και συνάμα τραγικό πρωταγωνιστή ενός πρωτοφανούς δράματος, παρά έναν ακόμα κρίκο στην αλυσίδα του παιδικού και ενήλικου τραύματος της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης, της διαρκούς αναμέτρησης με ένα παρελθόν σκοτεινό, γεμάτο από μυστικά και ψέματα, ενσωματωμένα από καιρό, μέρος της ίδιας μας της ταυτότητας, βαρύ φορτίο στις πλάτες, που καθιστούν τελικώς ελλειμματική και υπό αίρεση την περιβόητη γαματοσύνη που με μια ντουντούκα ανά χείρας διατυμπανίζαμε αφελώς και ανεφελώς άλλοτε.

Κλείνοντας θέλω να προσθέσω πως ο Χριστόπουλος, πέραν των λοιπών δεξιοτήτων, προεξάρχουσας ίσως της λογοτεχνικής φιλοδοξίας, στις οποίες αναφέρθηκα ήδη παραπάνω, διαθέτει, ή δείχνει να διαθέτει, την απαραίτητη επιμονή και υπομονή, την όρεξη και τη θέληση να σκύψει προσεχτικά ξανά και ξανά πάνω από την ιστορία του, να μη βιαστεί, μέχρι να νιώσει πως είναι έτοιμη να εξέλθει των ορίων του γραφείου εργασίας και να συναντήσει τον αναγνώστη. Και αυτό είναι κάτι που χαρακτηρίζει –και– το Έλα να παίξουμε.

υγ. Για το Τζίντιλι έγραφα εδώ.

Εκδόσεις Το Ροδακιό

Πέμπτη 11 Απριλίου 2024

MANIAC - Benjamín Labatut

Με το Όταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο, ο Μπενχαμίν Λαμπατούτ έπαψε να αποτελεί ένα ανατέλλον αστέρι της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας και είδε το έργο του, αν και ειδολογικά δύσκολα κατατάξιμο, να αναγνωρίζεται, να μεταφράζεται και να εκδίδεται σε πολλές χώρες σε όλον τον κόσμο, με την κριτική και τους αναγνώστες να το υποδέχονται θερμά. Τη σύσταση με το ελληνικό κοινό ανέλαβαν οι εκδόσεις Δώμα, σε μετάφραση της Αγγελικής Βασιλάκου. Πρόσφατα, σχεδόν ταυτόχρονα με την έκδοσή του στην ισπανόφωνη αγορά, κυκλοφόρησε το MANIAC, που μοιάζει να είναι το πλέον φιλόδοξο, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, έργο τού Λαμπατούτ.

Το MANIAC αποτελείται από τρία μέρη με θεματική και μάλλον χαλαρή σύνδεση, μια συλλογή τριών εκτενών διηγημάτων με μια σχετική αυτονομία, που ως πρωταγωνιστές έχουν τρία σπουδαία και σπάνια μυαλά· τον Αυστριακό φυσικό Πάουλ Έρενφεστ, τον Ούγγρο πολυεπιστήμονα Τζώννυ φον Νόυμαν, και τον Νοτιοκορεάτη Λη Σεντόλ, παίχτη του γκο. Τα διηγήματα τα συνέχει και μια χρονική διαδοχή. Η πρώτη ιστορία φτάνει ως τα ζοφερά χρόνια της έκρηξης του ναζισμού, όταν η κβαντομηχανική ήρθε να ανατρέψει τις ισορροπίες εντός της κοινότητας των φυσικών, ενώ η Αμερική λειτουργούσε ως καταφύγιο για τα λαμπρά επιστημονικά μυαλά. Η ιστορία του φον Νόυμαν κορυφώνεται εν μέσω ψυχρού πολέμου και πυρηνικής φρενίτιδας, όταν τα πρώτα ωάρια υπολογιστικών μηχανών αρχίζουν να γονιμοποιούνται. Για να φτάσουμε κοντά στο σήμερα με την τεχνητή νοημοσύνη να βρίσκεται στο επιστημονικό επίκεντρο και η εξέλιξή της, με τα ερωτήματα για τη χρήση της, να ξεπερνά ακόμα και τις πιο πρόσφατες λογοτεχνικές εικασίες.

Η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, δοκιμάζει από το δικό της μετερίζι την απόπειρα κατανόησης και νοηματοδότησης. Αυτό το κοινό έδαφος με την επιστήμη, που δύσκολα εντοπίζεται με μια πρόχειρη ματιά, επιχειρεί να χαρτογραφήσει ο Λαμπατούτ, αυτά είναι τα μέρη που προκαλούν τη σκέψη του. Εγχείρημα φιλόδοξο, κυρίως λογοτεχνικά, γιατί ενώ ο Λαμπατούτ ακολουθεί παρόμοιο βηματισμό, ένα υβριδικό, δηλαδή, κατασκεύασμα μυθοπλαστικής σύνθεσης που αντλεί έμπνευση από την επιστήμη και πατάει πάνω της, έχοντας καλιμπράρει με ακρίβεια την πυξίδα του, επιχειρεί να βαδίσει σε πιο απαιτητικά μονοπάτια, επιθυμώντας να εξελίξει τον μηχανισμό και να μην εγκλωβιστεί σε μια μανιέρα. Δεν επαναπαύεται στην αυτόφωτη γοητεία της πραγματικότητας της επιστήμης, της οριακής αυτής απόπειρας ερμηνείας του κόσμου, αλλά δίνει ιδιαίτερη φροντίδα στην αφήγηση και τη μυθοπλαστική σύνθεση, επιτρέποντάς τους να ελευθερωθούν από την εγκεφαλικότητα και τη συναισθηματική στειρότητα, με αποτέλεσμα το MANIAC να φλερτάρει ταυτόχρονα με τη λογοτεχνία και την επιστήμη, ισορροπώντας και στις δυο και παραμερίζοντας την όποια αναγνωστική αμηχανία. Η ήδη γνώριμη πρόκληση ενός μυαλού που κατανοεί και μεταπλάθει την υψηλή επιστημονική γνώση, συναντά εδώ, περισσότερο από ποτέ στο έργο τού Λαμπατούτ, την έλξη που γεννά η καλή πρόζα, ενώ επιπρόσθετα υπερκεράζει τον περιορισμό της απεύθυνσης σ' ένα εξειδικευμένο κοινό, χωρίς να υποκύπτει στις σειρήνες της εκλαΐκευσης.

Ο τίτλος της συλλογής φέρει το όνομα ενός από τους πρώτους υπολογιστές που κατασκευάστηκαν ποτέ, και που, καθόλου αναπάντεχα, χρησιμοποιήθηκε κυρίως για στρατιωτικούς σκοπούς, όταν ο κόσμος πλησιάσε κοντύτερα από ποτέ ως τώρα στον πυρηνικό όλεθρο. Το συγκεκριμένο διήγημα, Τζων ή Τα τρελά όνειρα του Λόγου, συνομιλεί με την τελευταία ταινία του Νόλαν για μία ακόμα αμφιλεγόμενη προσωπικότητα όπως ο Οπενχάιμερ. Ο Λαμπατούτ, μέσα από την εξιστόρηση της ζωής τού φον Νόυμαν, αναδεικνύει μια δυσδιάκριτη, μα καθοριστικής σημασίας, όψη, εκείνη της ηθικής της επιστήμης, που φανερώνει και τον αμφίσημο χαρακτήρα της, καθώς τη στιγμή που προάγει τη γνώση και υπόσχεται ένα καλύτερο μέλλον, ταυτόχρονα, το υπονομεύει και το θέτει σε κίνδυνο. Ο αναχωρητισμός δεν αποτελεί ίδιον μόνο του καλλιτέχνη αλλά και του επιστήμονα. Στο διήγημα αυτό, ο Λαμπατούτ δοκιμάζει μια πολυφωνική αφήγηση προσώπων που βρίσκονταν στον στενό περίγυρο του φον Νόυμαν, αφηγηματική επιλογή που αποδεικνύεται ιδιαιτέρως λειτουργική στη σύνθεση του κεντρικού χαρακτήρα, επιτρέποντας, πέραν της επιστημονικής όψης, να διαφανούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των συναισθηματικών του δεσμών· μια συνήθως παραγνωρισμένη πλευρά των επιστημόνων φωτίζεται.

Το MANIAC μοιάζει να εισάγει ένα νέο υποείδος, αυτό του επιστημονικού ρεαλισμού, σ' ένα αποτέλεσμα αναπάντεχα γοητευτικό, που προκαλεί ίλιγγο, ανοίγοντας στον αναγνώστη νέα παράθυρα αναζήτησης, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει απόλαυση όπως κάνει η καλή λογοτεχνία.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών.

 
Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 8 Απριλίου 2024

Διακοπές στην Αβησσυνία - Ελίζα Παναγιωτάτου

Δύο χρόνια μετά το Αεροδρόμιο, η Ελίζα Παναγιωτάτου επιστρέφει λογοτεχνικά, αυτή τη φορά μ' ένα μυθιστόρημα και πάλι στις εκδόσεις Αντίποδες. Θέτω εξ αρχής το ειδολογικό ανήκειν γιατί η ως τώρα πορεία της ανήκε στη μικρή φόρμα, και τη χαρακτήριζε μια γραφή αρκετά προσωπική και εν πολλοίς θραυσματική και αφαιρετική. Το Διακοπές στην Αβησσυνία είναι ένα βήμα πιο φιλόδοξο.

Πρωταγωνίστρια είναι η Τέσση, ένα εν δυνάμει ή αυθαίρετα άλτερ έγκο της συγγραφέως, γεννημένη στα μέσα της δεκαετίας του '80, που δουλεύει σε ένα τηλεφωνικό κέντρο εξυπηρέτησης πελατών, παλεύοντας να επιβιώσει στην καθημερινότητα τόσο πρακτικά όσο και συναισθηματικά. Της αρέσουν κυρίως οι γυναίκες, αλλά όχι αποκλειστικά. Ο θάνατος του πατέρα της, ξαφνικός και άμεσος, εκτός της απώλειας την φορτώνει και με το βάρος της γραφειοκρατίας καθώς είναι αποφασισμένη, αντίθετα με τον αδερφό και τη μητέρα της, να τολμήσει το ρίσκο της αποδοχής μιας κληρονομιάς μπλεγμένης και χρεωμένης. Σκαλίζοντας τα διάφορα χαρτιά και γυρεύοντας το κλειδί μιας τραπεζικής θυρίδας, που ίσως να κρύβει κάποια έκπληξη, ανακαλύπτει άγνωστες πτυχές της ζωής του, τον γνωρίζει λίγο καλύτερα, τα κομμάτια ενός ακατανόητου παζλ μπαίνουν σιγά σιγά στη θέση τους. Η ιστορία διαδραματίζεται τα τελευταία χρόνια, όταν σ' όλα τα δεινά προστίθεται και ο κορωνοϊός, οι απαγορεύσεις και ο φόβος.

Στο πρώτο μέρος, ένας παντογνώστης αφηγητής ακολουθεί την Τέσση στις διαδρομές της στην Αθήνα, με την Παναγιωτάτου να καταφεύγει σε διαρκή μπρος πίσω στην ιστορία με βασικό άξονα το πριν και το μετά του θανάτου του πατέρα της. Στο δεύτερο μέρος, στις «διακοπές στην Αβησσυνία», ο παντογνώστης αφηγητής μένει πίσω και η Τέσση αναλαμβάνει η ίδια σε πρώτο πρόσωπο την αφήγηση της εκεί περιπέτειάς της. Η συγγραφέας με διάφορα αφηγηματικά μέσα –διαλόγους, μηνύματα, αποκόμματα εφημερίδων και αλληλογραφίας– περιστοιχίζει λειτουργικά το κυρίως αφηγηματικό όχημα. Η πρόζα είναι αρκετά σφιχτοδεμένη, το νήμα της αφήγησης είναι ορατό και γερό, ούτε θραυσματικό, ούτε αφαιρετικό. Η Παναγιωτάτου τα καταφέρνει πολύ καλά, χωρίς να καταφεύγει σε τεχνάσματα και ακροβασίες στείρου εντυπωσιασμού. 

Η Τέσση είναι ένας χαρακτήρας αληθοφανής και ζωντανός, μια κοπέλα με την οποία ο αναγνώστης έχει ταξιδέψει στον ίδιο συρμό. Τα συναισθήματα και τα προβλήματα της καθημερινότητας είναι οικεία και γνώριμα. Ο τόπος, η Αθήνα και η Αβησσυνία, έχει επίσης καθοριστική λειτουργία στο μυθιστόρημα. Και αν η Αθήνα, αποτυπωμένη με την αληθοφάνεια κάποιου που την περπατά, αναμενόμενα δεν προσιδιάζει σε εκείνη των τουριστικών οδηγών, η Αβησσυνία, με τη σκιά του Ρεμπό διακριτή, παρουσιάζεται επίσης ως αυτό που είναι, το σκηνικό της δράσης δηλαδή, χωρίς να τη βαραίνει η εξωτικότητα μιας άγνωστης και μακρινής γης. Η αλλαγή τοπίου, ακόμα και τόσο αντιθετική, δεν μεταμορφώνει την Τέσση σε ένα άλλο πρόσωπο, και αυτό αποδεικνύεται καθοριστικό για τη γενικότερη πρόσληψη του μυθιστορήματος.

Η Παναγιωτάτου δεν διστάζει να γράψει για το σήμερα, όχι με όρους επικαιρότητας, αλλά συγχρονίας. Πετυχαίνει να αποδώσει το κοινωνικό βαρομετρικό, τις ριπές του ανέμου και την αισθητή θερμοκρασία που επικρατεί, με ακρίβεια στην παρατήρηση και την καταγραφή, να μιλήσει για τη γενιά των σημερινών νεαρών μεσήλικων. Οι πτυχές τής αγωνίας της Τέσσης δεν είναι επίπλαστες και κενές υπόβαθρου χάριν εντυπωσιασμού και (θεματικής) συμπερίληψης. Το γυναικείο ζήτημα, η σεξουαλικότητα, η ερωτική αναζήτηση, η καταφυγή στο παρελθόν, οι εργασιακές προοπτικές, οι οικογενειακές σχέσεις, η φιλία, η ψηφιακή πραγματικότητα, η ανάγκη για καλλιτεχνική έκφραση, οι παρενέργειες της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ανάμεσα σε άλλα, αποτελούν βασικούς πυλώνες της καθημερινής διαδρομής. Καθίσταται σαφές εξ αρχής πως οι αγωνίες και οι επιθυμίες της Τέσσης είναι προσωπικές και δεν τοποθετούνται σε μια βιτρίνα προς πώληση. Θέλω να πω με αυτό πως η Παναγιωτάτου δεν επιζητά τη συναισθηματική καθοδήγηση του αναγνώστη, ούτε σε επίπεδο ενσυναίσθησης, ούτε ταύτισης. Αυτό είναι κάτι που προκύπτει, αν προκύπτει, αβίαστα.

Το Διακοπές στην Αβησσυνία, χαμηλόφωνο και σύγχρονο, ανήκει στο σώμα μιας διακριτής ελληνόφωνης γυναικείας λογοτεχνίας, γεγονός που το καθιστά, εκτός από αναγνωστικά απολαυστικό, αναγκαίο, έτσι όπως αποτυπώνει τον χωροχρόνο και τις κινήσεις των (θηλυκών) υποκειμένων εντός του. Η Παναγιωτάτου, με το μυθιστόρημα αυτό, παγιώνει τη θέση της ανάμεσα στις ενδιαφέρουσες φωνές της εποχής μας.

υγ. Για το Αεροδρόμιο περισσότερα εδώ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών. 

Εκδόσεις Αντίποδες

Πέμπτη 4 Απριλίου 2024

Ανοιχτή θάλασσα - Caleb Azumah Nelson

Για πολλούς λόγους είχα την ανάγκη/επιθυμία να διαβάσω κάτι σύγχρονο, τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς τη μορφή. Η Ανοιχτή θάλασσα, το λογοτεχνικό ντεμπούτο του Νέλσον, έμοιαζε να είναι το κατάλληλο βιβλίο. Έμενε να αποδειχτεί.

Αυτή είναι η ιστορία μιας αγάπης, μιας σχέσης που δεν άντεξε, ακόμα μια ιστορία αγάπης, μιας σχέσης που δεν άντεξε. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ένας νεαρός μαύρος που ασχολείται με τη φωτογραφία, στοιχεία ταυτότητας που δημιουργούν υπόνοιες συσχετισμού με τον ίδιο τον συγγραφέα, λέει την ιστορία του απευθυνόμενος σε δεύτερο πρόσωπο στον ίδιο του τον εαυτό. Βγαίνει από το σώμα του για να πάρει απόσταση, για να μπορέσει να πει την ιστορία αυτή. Όταν γνωρίστηκαν, εκείνη ήταν σύντροφος ενός φίλου του, εκείνος ήταν που ανέλαβε να τους συστήσει ένα βράδυ ανάμεσα σε ποτά και νότες. Πρώτα ήρθε η φιλία, μέσα της κρύφτηκε και άνθισε ο έρωτας, το τέλος του παρέσυρε τα πάντα στο διάβα του. Η αφήγηση ξεκινάει in medias res, σ' ένα κουρείο, όπου εκείνη μπαίνει αποφασισμένη να απαλλαγεί από το μακρύ της μαλλί, ζητώντας από τον κουρέα να της τα πάρει όλα. Ο κουρέας αντιλαμβάνεται το συναίσθημα που αιωρείται ανάμεσα στους δύο νεαρούς, το σχολιάζει, κάτι όμορφο υπάρχει εδώ, λέει. Ύστερα, ο αφηγητής θα πιάσει το νήμα από την αρχή, από το βράδυ εκείνο που γνωρίστηκαν.

Ο αφηγητής ξεδιπλώνει το ρολό από την καταγραφή στο μαύρο κουτί της σχέσης, εκείνα που προηγήθηκαν και όσα ακολούθησαν, εκείνα που έκαναν τη φιλία έρωτα, εκείνα που υποχώρησαν και άφησαν πίσω τους ένα κενό, όλα τα μικρά, καλά κρυμμένα, συστατικά αυτής της αντίδρασης, την έλξη και την αποκόλληση, εκείνον να αφηγείται την ιστορία αυτή. Το τέλος μιας σχέσης αναδύεται ως ενδεχόμενο μόνο εξαιτίας της δημιουργίας της ίδιας της σχέσης, χωρίς τη σχέση δεν υπάρχει χωρισμός. Κοινοτοπίες, θα πείτε, ίσως και να έχετε δίκιο, θα πω, κοινοτοπίες που ωστόσο ακόμα γεμίζουν με γράμματα άδειες σελίδες. Μεγάλο μέρος των όσων καταφέρνει ο Νέλσον σχετίζεται με το αφηγηματικό εύρημα, με τον τρόπο που κρύβει το εγώ στο εσύ, παρότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, εύρημα άκρως λειτουργικό, απαλλαγμένο από προθέσεις στείρου εντυπωσιασμού, που ταυτόχρονα απλώνει μια σκιά στην οποία στέκεται εκείνη, που με τον τρόπο αυτό τονίζεται η απουσία της από τη ζωή του αφηγητή. Τώρα, εκείνος αποτελεί τον μοναδικό αυτόπτη μάρτυρα με τον οποίο μοιράζεται την επιθυμία για αναπόληση, για ανασύσταση μιας ιστορίας που ανήκει πια στο παρελθόν. Η επιτακτικότητα της δευτεροπρόσωπης απεύθυνσης διαθέτει μια έντονη δυναμική, ικανή να εμπλέξει τον αναγνώστη στην ιστορία αυτή, να προσφέρει απλόχερα ένα εμβαδό ταύτισης, πετυχαίνοντας να διατηρήσει την ένταση του συναισθήματος καθ' όλη τη διάρκεια της αφηγηματικής πορείας. Μια εις εαυτόν ανάκληση των περασμένων, μια απόπειρα επισήμανσης όλων εκείνων των λεπτομερειών που την ώρα της καύσης πέρασαν ίσως απαρατήρητες, περί αυτού πρόκειται η Ανοιχτή θάλασσα.

Η ιστορία, παρά τα όποια ιδιαίτερα πραγματολογικά στοιχεία, δεν διαθέτει πρωτοτυπία, είπαμε: ακόμα μία ιστορία αγάπης, ακόμα μια σχέση που δεν άντεξε. Αλλά, όπως κάθε ιστορία αγάπης, διαθέτει μια μοναδικότητα, όχι μόνο για εκείνους που την έζησαν, αλλά και για μας που τη διαβάζουμε, αυτή τη μοναδικότητα φροντίζει να εκφράσει ο Νέλσον, τις λεπτές της αποχρώσεις που κάτι οικείο μας θυμίζουν, που κάτι δικό μας έχουν. Και αυτό το διαρκές εσύ στην απεύθυνση διατηρεί τον αναγνώστη σε συναισθηματική εγρήγορση, τουλάχιστον τον αναγνώστη που θέλησε να διαβάσει μια ακόμα ιστορία αγάπης, τον αναγνώστη που δεν θα πει: και τι με νοιάζει εμένα. Και ο συγγραφέας, αφού βρήκε το κατάλληλο αφηγηματικό όχημα, σχεδίασε τις λεπτομέρειες της σχέσης με λελογισμένη χρήση της ποιητικότητας και της λυρικότητας, διατηρώντας, όσο μπορούσε, το βλέμμα στον σκληρό και επώδυνο ρεαλισμό μιας κατάστασης μεταφυσικής όπως αυτή μιας ερωτικής ιστορίας που έληξε. Πέρα από τα δύο πρόσωπα της ιστορίας, υπάρχουν και συμπρωταγωνιστές, το Λονδίνο, η μαύρη πραγματικότητα, η μουσική και η λογοτεχνία. Συμπρωταγωνιστές που ωστόσο δεν βαραίνουν άνισα την ιστορία, αλλά αποτελούν το απαραίτητο περιτύλιγμα, το σκηνικό εντός του οποίου τοποθετείται η δράση, επιτυγχάνοντας τη συγχρονία, χωρίς κάτι τέτοιο να αποτελεί αυτοσκοπό.

Τα όσα γνώριζα για το βιβλίο αυτό, πριν το πιάσω στα χέρια μου ένα πρωί και το τελειώσω χωρίς να σηκωθώ από τον καναπέ, εκτός από προσδοκίες συγχρονίας, είχαν εγείρει μέσα μου και επιφυλάξεις. Επιφυλάξεις που δεν είχαν τόσο να κάνουν με το πρωτόλειο ενός νεαρού συγγραφέα και την πιθανή όσμωση στο σωλήνα των εργαστηρίων δημιουργικής γραφής και επιμέλειας, εκεί που οι γωνίες λειαίνονται και η συγχρονία επιβάλλεται, σε μια διαδικασία παραγωγής κειμένων φασόν, όσο με το γεγονός μιας πιθανής συγγένειας με το έργο συγγραφέων όπως ο Λουί ή ο Βουόνγκ, ανάμεσα σε άλλους, ο φόβος για μια απόπειρα αντιγραφής μιας επιτυχημένης συνταγής. Επιφύλαξη η οποία με κρότο έπεσε στο πάτωμα. Γιατί ναι, υπάρχει συγγένεια, αλλά ο Νέλσον καταφέρνει να καταστήσει τη δική του φωνή διακριτή, όχι μόνο εξαιτίας του ευρήματος της αφήγησης, αλλά και γιατί κατάφερε να μπολιάσει με την απαραίτητη συναισθηματική πειστικότητα την ιστορία του, να της προσδώσει έναν χαρακτήρα κατεπείγοντος.

Ένα ωραίο βιβλίο.

υγ. Περισσότερα για το βιβλίο του Βουόνγκ μπορείτε να βρείτε εδώ, ενώ για το έργο του Λουί εδώ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών.

Μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 1 Απριλίου 2024

Ο δράκος της Πρέσπας - Ιωάννα Μπουραζοπούλου

Ο καιρός πέρασε, ο καιρός ήρθε. Ο δράκος της Πρέσπας, η τριλογία της Ιωάννας Μπουραζοπούλου, ολοκληρώθηκε, επιτέλους και ευτυχώς. Το πρώτο μέρος, Η κοιλάδα της λάσπης, εκδόθηκε το 2014, το δεύτερο μέρος, Κεχριμπαρένια έρημος, το 2019, Η μνήμη του πάγου, λίγο πριν ολοκληρωθεί το 2023. Η ολοκλήρωση ήταν αρκετή για να τοποθετήσει τον Δράκο της Πρέσπας στα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '23, και πώς αλλιώς ύστερα από τέτοια υπομονή και αναμονή. Δεν κρύβω πως στην άκρη του μυαλού μου κρυβόταν ο φόβος του ανολοκλήρωτου, δεν ήταν κάτι, θέλω να πω, που το θεωρούσα δεδομένο, δεν είμαστε συνηθισμένοι εδώ σε τέτοια φιλόδοξα πρότζεκτ. Η φιλοδοξία είναι μια λέξη κλειδί για την αναγνωστική εμπειρία, η υπομονή και η αναμονή ανταμείφθηκαν.

Ας ξεκαθαρίσω κάτι ακόμα. Η λογοτεχνία του φανταστικού, την οποία η Μπουραζοπούλου υπηρετεί, δεν είναι ακριβώς του γούστου μου. Έχοντας ωστόσο διαβάσει το Τι είδε η γυναίκα του Λοτ και την Ενοχή της αθωότητας, με βεβαιότητα μπορούσα να πω πως η περίπτωση της Μπουραζοπούλου αποτελούσε την ξεχωριστή και καλοδεχούμενη εξαίρεση ενός κανόνα υποκειμενικού, ικανή να τοποθετήσει ένα μεγάλο θέλω στην αναμονή της τριλογίας αυτής. Η πρόθεση ήταν να βυθιστώ στις χίλιες πεντακόσιες περίπου σελίδες του έργου αυτού, να βυθιστώ στον κόσμο που η συγγραφέας έστησε πέριξ της λίμνης της Πρέσπας μετά την εμφάνιση του δράκου στα νερά της και έτσι έκανα.

Η συνθήκη αυτή, η εμφάνιση του δράκου και τα παρελκόμενά της, αποτελεί στην ουσία το μοναδικό ανοίκειο συστατικό του χωροχρονικού σκηνικού. Οι χώρες της βαλκανικής χερσονήσου ταλανίζονται από οικονομικές δυσκολίες, η ανάγκη για επαναδιαπραγμάτευση του υπέρογκου εξωτερικού τους χρέους είναι απαραίτητη και οδυνηρή για τη ζωή των κατοίκων της. Η Τράπεζα, εξέλιξη διαφόρων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων με σκοπό την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη με κάθε κόστος, χωρίς κοινωνικοπολιτικές ευαισθησίες, θα διακρίνει πίσω από την εμφάνιση του μυστηριώδους αυτού πλάσματος μια οικονομική ευκαιρία. Θα ωθήσει στην έξοδο τους κατοίκους των χωριών στα περίχωρα της λίμνης και θα αποκτήσει τον αποκλειστικό έλεγχο της ζώνης ενδιαφέροντος. Σε κάθε μια από τις τρεις όχθες θα αναπτυχθούν οικισμοί δρακολόγων, με στόχο τη μελέτη και την κατανόηση του δράκου. Μεταξύ τους θα αναπτυχθεί ανταγωνισμός, βούτυρο στο ψωμί της Τράπεζας και του αδυσώπητου επιτρόπου της στην περιοχή.

Την εμφάνιση του δράκου ακολούθησαν μια σειρά από φυσικά φαινόμενα, οι δύο λίμνες ενώθηκαν και έγιναν μία, ενώ ο καιρός σε κάθε μια από τις ακτές είναι διαφορετικός, ακατάπαυστη βροχή στη νότια, ξηρασία στην ανατολική και δριμύ ψύχος στη δυτική. Ο τρόπος προσέγγισης του φαινομένου είναι επίσης διαφορετικός: «Η νότια όχθη και η συνακόλουθη αγορά της υποστήριζαν πως ο δράκος είναι ένα προϊστορικό τέρας με κεφάλι βονάσου και φτερά νυχτερίδας, που η επανεμφάνισή του προκάλεσε διαρκή βροχή, ανεβάζοντας τη στάθμη του νερού στη λίμνη και μετατρέποντας την περιβάλλουσα ξηρά σε βάλτο. Η ανατολική όχθη και οι οπαδοί της πάλι, επέμεναν πως ο δράκος είναι ένας εξωγήινος εισβολέας, που έχει τη μορφή κεχριμπαρένιας άμμου, έφερε ξηρασία και μετέτρεψε την Πρέσπα σε καυτή έρημο. Ήταν αδύνατο οι υποστηρικτές της δυτικής όχθης να πάρουν στα σοβαρά τους παραπάνω ισχυρισμούς και να μην τους αντιμετωπίζουν με καχυποψία». Καχυποψία και ανταγωνισμός, ποιος καλύτερος συνδυασμός για να ελέγχει κανείς πλήρως τρεις γείτονες πληθυσμούς.

Κάθε βιβλίο διαδραματίζεται και σε μία από τις όχθες, με την Μπουραζοπούλου με μαεστρία να απλώνει τα νήματα που θα κινήσουν την παράλληλη ιστορία, τα γεγονότα και τις ανατροπές που θα επηρεάσουν και τις τρεις πλευρές. Καθοριστική αφηγηματικά είναι η ικανότητα της συγγραφέως να ελέγχει και να διαχειρίζεται τον χρόνο. Έτσι, σε κάθε βιβλίο πετυχαίνει να προβεί στις απαραίτητες αναλήψεις από το παρελθόν, ώστε ο αναγνώστης να εξοικειωθεί με τις ιδιάζουσες συνισταμένες της κάθε όχθης, τα όσα προηγήθηκαν και οδήγησαν στο αφηγηματικό σήμερα, ενώ ταυτόχρονα προωθεί την πλοκή ώστε να φτάσει εγκαίρως στο σημείο τομής, στο παρόν της αφήγησης, με τρόπο συντεταγμένο και δικαιολογημένο ως αλληλουχία των γεγονότων. Ο αφηγηματικός αυτός τρόπος είναι που ταυτόχρονα επιτρέπει στον αναγνώστη να εισέλθει από όποια πλευρά της λίμνης προτιμά, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει τη σειρά των βιβλίων. Βέβαια, εγώ, κάπως συντηρητικά ίσως, θα επέμενα στη σειρά που η συγγραφέας όρισε.

Σε αντιστοιχία με τη διαχείριση του χρόνου, έτσι και ως προς το περιεχόμενο της πλοκής, η Μπουραζοπούλου ικανοποιεί ταυτόχρονα δύο απαιτήσεις. Η μια έχει να κάνει με το ιδεολογικό, κοινωνικό, επιστημονικό, ανθρωπολογικό περιεχόμενο της κάθε ακτής, τη σύνθεση των δρακολογικών ομάδων, τα χαρακτηριστικά όσων τις αποτελούν, τους στόχους και τις φιλοδοξίες τους κατά τη στράτευσή τους, η άλλη με διάφορα γεγονότα, λιγότερο ή περισσότερο σύγχρονα, που αποδίδονται στον δράκο, εγκλήματα, οικονομικές ατασθαλίες, υπόγειες και παρασκηνιακές συμφωνίες. Με τον τρόπο αυτό κατορθώνει να κατασκευάσει και να κινήσει μια σύνθετη και πολύπτυχη πλοκή, η οποία πατάει στέρεα σε διάφορες αρχές που γνωστοποιήθηκαν έγκαιρα στον αναγνώστη, χωρίς να μοιάζουν και να είναι παράταιρες, ενώ ταυτόχρονα η δράση επιταχύνει δημιουργώντας την επιθυμία να διαβάσεις τι θα συμβεί παρακάτω.

Η φιλοδοξία χαρακτηρίζει από άκρη σε άκρη τη συνολική κατασκευή, η φαντασία σε σημεία είναι οργιαστική, η επιμονή στη λεπτομέρεια καθοριστική, η σύνδεση των γεγονότων μεταξύ τους απαραίτητη για να διατηρηθεί αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον, ευρήματα λειτουργικά, με κύριο εκείνο του εγκιβωτισμένου θεατρικού έργου, αλλά και τους μικροκόσμους της κάθε όχθης. Η Μπουραζοπούλου συνθέτει ένα παραμύθι ενηλίκων, που λειτουργεί ως παραβολή, αλλά δεν εγκλωβίζεται ούτε περιορίζεται στο σώμα της. Η ιστορία, θέλω να πω, στέκει ενδιαφέρουσα και αυτάρκης, παρότι ταυτόχρονα φέρει ευκρινώς αναλογίες με τη δική μας, μακριά από τον δράκο της Πρέσπας, οικονομική και κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, αλλά και σε άλλα φλέγοντα ζητήματα γειτνίασης. Ο δράκος, θέλω να πω, υπήρχε και θα υπάρχει, σε διάφορες μορφές και εκφάνσεις, η Μπουραζοπούλου, με τον τρόπο της, σχολιάζει την πραγματικότητα, με όχημα τη φαντασία, χωρίς ωστόσο να επιθυμεί να παράξει άνευρη, προφανή και διδακτική πολιτική, αλλά λογοτεχνία αξιώσεων, παρά τους όποιους αναπόφευκτους ειδολογικούς περιορισμούς.

Επιτυχής υπήρξε και ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας έβαλε την τελευταία τελεία, απόδειξη πως εξαρχής γνώριζε που θα την οδηγήσει ο δρόμος της συγγραφής, όποιες και όσες παρακαμπτηρίους οδούς και αν πήρε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αυτού. Ο δράκος της Πρέσπας επιβεβαίωσε πως η Μπουραζοπούλου αποτελεί για μένα μια συγγραφική εξαίρεση, καθ' υπερβολή θα έλεγα πως είναι η καθ' ημάς Τοκάρτσουκ, μια γεννήτρια παραγωγής ιστοριών που ίπταται με χάρη πάνω από τον ατόφιο ρεαλισμό, τον γεμάτο απομάγευση και ενοχλητικά όρια. Η καταβύθιση στο σύμπαν που κατασκεύασε και έθεσε σε λειτουργία σίγουρα αποτελεί ένα χάι λάιτ της αναγνωστικής μου πραγματικότητας. Η υπομονή και η αναμονή επιβραβεύτηκαν και με το παραπάνω.

υγ. Για το Τι είδε η γυναίκα του Λοτ περισσότερα εδώ, για την Ενοχή της αθωότητας εδώ. Για Τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '23 εδώ.

Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024

Κορίτσι - Camille Laurens

Ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε η ελληνική έκδοση του μυθιστορήματος Κορίτσι της Καμίγ Λωράνς δημιούργησε προσδοκίες και επιφυλάξεις έτσι όπως συνδέθηκε με τη σπουδαία, νομπελίστρια πια, Αννί Ερνώ. Και αν οι προσδοκίες είναι μάλλον προφανείς –γυναικεία γραφή, αυτοβιογραφικό υλικό, φεμινισμός και κοινωνικοπολιτικό περίβλημα–, οι επιφυλάξεις είχαν μάλλον να κάνουν με μια κακώς εννοούμενη μανιέρα. Όσο και αν μοιάζει απλό να γράψει κάποια όπως η Ερνώ, καθόλου δεν είναι, ας διευκρινιστεί αυτό, πριν απ' ό,τι άλλο ειπωθεί.

Η Λωράνς πιάνει την ιστορία της από την αρχή, όταν γεννήθηκε και ο προγεννητικός έλεγχος ελάχιστα ανεπτυγμένος ήταν, με αποτέλεσμα μέχρι και την τελευταία στιγμή, την έξοδο δηλαδή του εμβρύου από τη μήτρα, ο πατέρας της, γιατρός σε μια μικρή πόλη κοντά στο Παρίσι, να ελπίζει πως το δεύτερο παιδί θα ήταν επιτέλους το αγόρι που τόσο προσδοκούσε και ήθελε. Είναι κορίτσι, η φωνή της μαίας ακούστηκε, λίγο πριν από το κλάμα που επέτρεψε στο βρέφος να πάρει την πρώτη του ανάσα. Το πρώτο εκείνο κομμάτι της ζωής της, από το οποίο η ίδια καμία ανάμνηση δεν διαθέτει, θα δοθεί μέσα από τις αφηγήσεις των τρίτων, γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο, σαν να μιλάει η συγγραφέας σε κάποια που δεν γνώρισε παρά μόνο εξ αντανακλάσεως, για να πάρει στη συνέχεια τη σκυτάλη το μνημονικό, ολοένα και πιο λεπτομερές, καθώς η αφήγηση προχωρά μέσα στα χρόνια σε πρώτο πρόσωπο, μέχρι να συγχρονιστεί το παρόν της αφήγησης και της ζωής.

Ο αφηγηματικός τρόπος καθορίζει εν πολλοίς την αναγνωστική πρόσληψη. Ισορροπημένα στακάτος και απολογιστικός, χωρίς υπερβολικό φόρτωμα ποιητικού και γλυκερού ή νοσταλγικού λόγου, με μια εμφανή απόπειρα να σταθεί και να παρατηρήσει από απόσταση τον ίδιο της τον εαυτό, ο τρόπος της Λωράνς είναι επαρκώς καθηλωτικός, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να διατρέχει εξ αρχής τις σελίδες αβίαστα, παρακολουθώντας μια ιστορία, σε πρώτο επίπεδο, αυστηρά προσωπική, με ένα φαινομενικά δυσανάλογο του περιεχομένου ενδιαφέρον. Αυτό κρίνεται σημαντικό ώστε η αφήγηση να μπορέσει να κουβαλήσει στις πλάτες της το προσωπικό βίωμα, καταρρίπτοντας την προαναγνωστική επιφύλαξη: και τι με ενδιαφέρει εμένα η ιστορία της;

Το ύφος ωστόσο από μόνο του δεν είναι επαρκές συστατικό κατασκευής και κυρίως λειτουργίας για ένα μυθιστόρημα, όπως το Κορίτσι προσδοκά να χαρακτηριστεί. Το περιεχόμενο, στην προκειμένη περίπτωση, επίσης δεν είναι αρκετό. Θέλω να πω πως σε μια εποχή που η μυθοπλασία έχει εξερευνήσει πλείστες γωνιές της ύπαρξης, δύσκολα μια προσωπική ιστορία μπορεί να φέρει κάτι το ρηξικέλευθα πρωτότυπο και καινούργιο, ικανό να κεντρίσει και να διατηρήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Δεν είναι, λοιπόν, η ιστορία της Λωράνς, ασχέτως αν είναι ή όχι πιστή στα πραγματολογικά της συστατικά, από μόνη της συνθήκη ικανή ώστε να καταστήσει αξιανάγνωστο το μυθιστόρημα αυτό. Τότε, τι είναι αυτό που καθιστά ωραίο το Κορίτσι;

Η απόσταση από την οποία επιχειρεί την αναδρομή η συγγραφέας. Αυτή είναι που της επιτρέπει να τοποθετήσει τον εαυτό της και την ιστορία της εντός ενός ευρύτερου πλαισίου, εκεί είναι που ο αναγνώστης αντικρίζει ένα πρόσφορο κοινό παρελθόν, πάντοτε ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες και τα δικά του ενδιαφέροντα. Μέσα από μια ατομική εξιστόρηση ξεπηδά η θέση της γυναίκας στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα. Η απόσταση, επίσης, διαχωρίζει τις συγγραφικές προθέσεις, αφήνοντας εκτός τον συναισθηματικό εκβιασμό, το βιβλίο αυτό δεν έχει ως στόχο την (αυτο)λύπηση, το κούνημα του κεφαλιού με κατανόηση, το χτύπημα στην πλάτη. Διαφαίνεται, όμως, η ανάγκη της συγγραφέως να στρέψει το βλέμμα πίσω στον χρόνο και μέσα στον εαυτό της, να παρατηρήσει το περίβλημα, τις εξωτερικές συνθήκες που αναπόφευκτα καθόρισαν και σχημάτισαν αυτό που σήμερα νιώθει/πιστεύει/ελπίζει/φοβάται πως είναι.

Μια απόπειρα κατανόησης και διάκρισης του αυτοπροσδιορισμού και του απέξω αντίστοιχου. Τι απ' όλα επέλεξε η ίδια και τι της φορέθηκε. Αυτό είναι το Κορίτσι. Πιθανολογώ πως σε μια σκληρά ατομική εποχή όπως η σημερινή ίσως να μη βρεθούν αρκετοί αναγνώστες με υπομονή και διάθεση να αφήσουν αρχικά τον εαυτό τους έξω από το βιβλίο, για να τον ξαναβρούν ίσως αργότερα, να μη σκεφτούν πως και εκείνοι, ή η μητέρα τους μάλλον, θα μπορούσαν να γράψουν τη δική τους ιστορία, πως αυτό το μυθιστόρημα δεν τους ενδιαφέρει εξαιτίας του αυτοβιογραφικού του χαρακτήρα, αναγνώστες που θα βιαστούν να το εντάξουν σε μια τρέχουσα λογοτεχνική μόδα, της οποίας αρκετοί με λαχτάρα θα ήθελαν να αποτελέσουν μέρος.

Είναι μια γνώριμη αντιδραστική φωνή που ακούγεται καθάρια παρότι από το βάθος: τα είπατε αυτά ξανά και ξανά, μας έχετε ζαλίσει με τον φεμινισμό, τη ζωή σας και όλα αυτά. Ακριβώς αυτή η αντιδραστική φωνή είναι που δικαιώνει την ανάγκη για βιβλία όπως αυτό. Προσοχή, δεν λέω πως δεν υπάρχουν ευκαιριακές γραφές, απόπειρες επιβίβασης σε ένα όχημα που διασχίζει με προτεραιότητα την τρέχουσα εκδοτική πραγματικότητα. Υπάρχουν και βαραίνουν το σώμα μιας λογοτεχνίας που για χρόνια βρέθηκε στο περιθώριο της λευκής αντρικής λογοτεχνίας, εκείνης που κατασκεύαζε και έφερνε στα μέτρα της τον κόσμο. Ταυτόχρονα, όμως, λειτουργούν και συγκριτικά, και στη σύγκριση αυτή βιβλία όπως το Κορίτσι αναδεικνύονται, δεν μπορούμε όλοι να γράψουμε με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο γιατί η ζωή μας είναι πιο βαρετή και εύκολη, ενδεχομένως οπλισμένη με διάφορα προνόμια, αλλά γιατί δεν διαθέτουμε τη ματιά και την ικανότητα μεταφοράς της στο χαρτί.

Βιβλία όπως αυτό της Λωράνς δεν στοχεύουν να αναταράξουν το λογοτεχνικό γίγνεσθαι, λειτουργούν στο μεταίχμιο κοινωνίας και λογοτεχνίας, αναδεικνύουν και επισημαίνουν τον πάντοτε επίκαιρο χαρακτήρα τους, προσφέρουν χώρο επιβίβασης σε όποιο αναγνώστη το έχει ανάγκη, αμφισβητούν ευθέως το καλώς καμωμένο του πράγματος, η συντήρηση και το μάκρος του δρόμους που απομένει αναδύονται. Αναφέρθηκα προηγουμένως στην έλλειψη του στοιχείου της λύπησης, έλλειψη καθοριστική, όπως επίσης και η αντίθετή της, η αυτοηρωοποίηση, το τεράστιο εγώ της γαματοσύνης, το πόσο σπουδαία στάθηκα απέναντι σε όλο αυτό τον ζόφο, την άρνηση της όποιας υποψίας ατομικής ευθύνης. Άλλωστε, ένα, για κάποιους μεγάλο, ποσοστό των γυναικών αποδεικνύονται σε κάθε ευκαιρία οι πλέον φανατικές αντιφεμινίστριες, ο ύπουλος εσωτερικός εχθρός. 

Το Κορίτσι, ωστόσο, πρέπει να διευκρινιστεί πως είναι λογοτεχνία, και μάλιστα καλή, και όχι ένα εγχειρίδιο αυτοβοήθειας, αυτά και αν έχουν κατακλύσει την αγορά του βιβλίου, λογοτεχνία σίγουρα πολιτική αλλά όχι ευνουχισμένη και αποκομμένη από τη ζωή υπό το βάρος και τις παρωπίδες του στρατευμένου λόγου. Ο αφηγηματικός τρόπος της Λωράνς είναι αναγνωστικά καθοριστικός, το περιεχόμενο της προσωπικής της ιστορίας αναγνωστικά ενδιαφέρον, αλλά είναι εκείνος ο χώρος που αφήνει για τον αναγνώστη ανάμεσα στα επεισόδια της δικής της ζωής εκείνος που καθιστά λειτουργικό και πολυεπίπεδο το τελικό αποτέλεσμα, που ξεχωρίζει το βιβλίο από τον σωρό και προσφέρει μια δυνατή ανάγνωση.

Μετάφραση Στέλα Ζουμπουλάκη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024

Καθώς ψυχορραγώ - William Faulkner

Τα έφερε έτσι η αναγνωστική συγκυρία που διάβασα το Καθώς ψυχορραγώ αμέσως μετά το Τέκνο του Θεού του Κόρμακ ΜακΚάρθυ. Το πρόσφατο μονοπάτι καθορίζει, αναπόφευκτα, τα επόμενα βήματα, περιγράφει με επαρκή ακρίβεια τις χωροχρονικές συντεταγμένες, διαμορφώνει συνθήκες και τάσεις, υποθάλπει προσδοκίες. Σίγουρα είχε ενδιαφέρον η εκ του σύνεγγυς παρατήρηση του τρόπου με τον οποίο ο Φόκνερ επηρέασε –πώς όχι– έναν συγγραφέα που επέλεξε την κατάδυση στην ανθρώπινη άβυσσο, με διάθεση για παρατήρηση και όχι άμεση εμπλοκή. Ήταν ωστόσο ένα δίδυμο βιβλίων που επέβαλλαν τη ζοφερή πραγματικότητα, ήταν τέτοια η αποπνικτική ατμόσφαιρα στο Τέκνο του Θεού, χωρίς μήτε μια χαραμάδα φωτός ή ελπίδας, που έδωσε όντως ένα χαρακτήρα εκδρομής στην ταφική πομπή των φοκνερικών προσώπων προς το Τζέφερσον, εκεί που η νεκρή μητέρα επιθυμούσε να ταφεί.

Για βιβλία, όπως το Καθώς ψυχορραγώ, που εδώ και χρόνια έχουν τοποθετηθεί σε θέση περίοπτη στον υπό διαρκή διαμόρφωση χώρο λατρείας της λογοτεχνίας, αλλά και συγγραφείς, όπως ο Φόκνερ, ενοίκους στο πάνθεον των πλέον σπουδαίων, έχουν ειπωθεί και γραφεί πολλά. Τι απομένει άραγε να λεχθεί; Όσο τα έργα και οι δημιουργοί απομακρύνονται από το σήμερα, τόσο πληθαίνουν οι σχετικές μελέτες, στις οποίες με ευκολία έχει κανείς πρόσβαση και στις οποίες, ενθουσιασμένος αλλά και γεμάτος δέος, προσφεύγει ο αναγνώστης για να γυρέψει απαντήσεις σε όσα, με τη δική του σκευή αλλά κυρίως με το δικό του ένστικτο, υποψιάζεται. Μια πιο συγκεκριμένη και αιτιολογημένη απάντηση στο γιατί βιβλία όπως αυτό θεωρούνται αριστουργήματα και γιατί συγγραφείς όπως ο Φόκνερ κατέχουν θέση χοντρού κόμπου στο υφαντό της λογοτεχνικής παράδοσης.

Καταφεύγοντας στα παραφερνάλια του Καθώς ψυχορραγώ ελοχεύει ο κίνδυνος ο αναγνώστης να υιοθετήσει, εκούσια ή ακούσια, τις φωνές αυτές, να τις παπαγαλίσει ακόμα και αν αδυνατεί να τις επεξεργαστεί, φωνές για τις οποίες το φιλολογικό υπόβαθρο δεν αρκεί, αλλά χρειάζεται ταλέντο και έμπνευση σχεδόν –αν είναι ποτέ δυνατόν– ισάξια του κρινόμενου έργου. Η καταξίωση και η αντοχή στον χρόνο, βιβλίων και συγγραφέων, λειτουργεί καθησυχαστικά στον σημερινό αναγνώστη, ερασιτέχνη ή επαγγελματία, η ετυμηγορία έχει τελεσίδικο χαρακτήρα, δεν χρειάζεται να ρισκάρει. Έχει τεράστιο ενδιαφέρον, όπως εγώ το βλέπω, η αναζήτηση σύγχρονων της κυκλοφορίας κριτικών και παρουσιάσεων. Εκεί ίσως διακρίνει την αμηχανία και την ανημπόρια της κατανόησης του υπό κρίση μεγέθους, αλλά και την διορατική οξυδέρκεια μιας συνήθως ισχνής μειοψηφίας. Δεν αποτελεί άλλωστε καμιά πρωτότυπη θέση πως αρκετά από εκείνα τα έργα που πια θεωρούνται αριστουργήματα καθοριστικής σημασίας δεν βρήκαν σε πρώτο χρόνο την αποδοχή και τον θαυμασμό.

Με τέτοια αρχετυπικά βιβλία συμβαίνει επίσης το εξής: είναι τόσα αυτά που διαβάζει κανείς κατά καιρούς που είναι πιθανό να παραπλανήσουν την, ούτως ή άλλως, αδύναμη μνήμη, να οδηγήσουν στην αμφιβολία σχετικά με την ανάγνωση ή όχι του ίδιου του βιβλίου κατά το παρελθόν. Ας μην το ανάγω σε γενίκευση, σε μένα αυτό συμβαίνει. Αν όντως διάβασα το βιβλίο αυτό, τότε αυτό συνέβη ένα πέμπτο του αιώνα πίσω. Ίσως όμως και να μην χρήζει περαιτέρω επεξεργασίας και αμφιβολίας η ανάγνωση ή μη του Καθώς ψυχορραγώ. Ακόμα και αν το διάβασα, δεν ήμουν έτοιμος. Βέβαια, δεν απέχει πολύ ένα αναπόδεικτο αξίωμα που ισχυρίζεται πως, για την πλειοψηφία των αναγνωστών, ποτέ δεν θα υπάρξει αυτό το επίπεδο ετοιμότητας. Γι' αυτό η αναγνωστική επιστροφή κρίνεται σημαντική και αναγκαία, καθώς επαναπροσδιορίζει τους όρους μιας απόλαυσης συνυφασμένης με την επάρκεια. Σ' έναν πεπερασμένο κόσμο, μια αστείρευτη πηγή είναι μια ανακούφιση.

Έγραψα κιόλας πολλά χωρίς να αναφερθώ στο βιβλίο παρά μόνο περιφερειακά.  Και τι να πεις που δεν έχει ήδη ειπωθεί, επαρκέστερα και ακριβέστερα, να μιλήσεις, για παράδειγμα, για την αφηγηματική τεχνική της πολυφωνίας, τον τρόπο με τον οποίο ο Φόκνερ καθιστά αριστούργημα ένα απλό υλικό που θα ήταν, σε άλλα χέρια, ένα ακόμα λαϊκό μυθιστόρημα, τέκνο του ρεαλισμού ή/και του νατουραλισμού, στην καλύτερη περίπτωση, παραλογοτεχνία στη χειρότερη. Και ακόμα παραπέρα, το αφηγηματικό αυτό εύρημα, έστω και αν αρχικά απαιτεί την τριβή και την προσοχή του αναγνώστη, δεν λειτουργεί ως ανάχωμα, αλλά ως ευρύχωρο όχημα, που απορροφά του όποιους κραδασμούς και τοποθετεί τον αναγνώστη εν μέσω του σκηνικού δράσης, σαν κάποιος που έφτασε καθυστερημένα σε μια συνάντηση και σιγά σιγά καλύπτει τα κενά, διακρίνει τα πρόσωπα, μπαίνει στην ιστορία αυτή ακούγοντας την κάθε ξεχωριστή οπτική γωνία, υποκειμενική εκ φύσεως και θέσης, και νιώθει ταυτόχρονα το προνόμιο αλλά και τη δυσκολία της παρουσίας του εκεί, σε εκείνον το περασμένο χωροχρόνο που όμως, διάολε, τόσα κοινά έχει με το βίωμα τού αναγνώστη, όπως για παράδειγμα η δυσχερής θέση της γυναίκας, η θεώρησή της ως αναπαραγωγικό δοχείο, τη στιγμή που η συντηρητικότητα στο θέμα των αμβλώσεων επανακάμπτει πανηγυρικά.

Εκείνο ίσως που περισσότερο απ' όλα μου έκανε εντύπωση, ανάμεσα σε πλήθος άλλων όπως μπορεί κανείς εύκολα να υποθέσει, είναι η συναισθηματική ανομβρία (ακόμα και) στις μύχιες σκέψεις των προσώπων. Ακόμα δεν έχω απάντηση στο γιατί ο πατέρας, κυρίως αυτός και δευτερευόντως τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, αποφάσισαν, παρά τις τεράστιες δυσκολίες, να φέρουν εις πέρας της επιθυμία της νεκρής να ταφεί στον τόπο της, υπόσχεση που μάλιστα δόθηκε χρόνια πριν βρεθεί στο νεκροκρέβατο εποπτεύοντας την κατασκευή της κάσας που προοριζόταν να υποδεχτεί το άψυχο κορμί της. Όσο και αν σκέφτομαι την κοινή γνώμη, την ανάγκη να φαίνεται πως κάνουμε το σωστό και πρέπον, όσο και αν ανακαλώ τις βαθύτερες επιθυμίες καθενός από τα μέλη της νεκροπομπής ή ακόμα και δίνοντας μια διάσταση μεταφυσική, έναν θεϊκής σύστασης φόβο, αδυνατώ να εντοπίσω το συναίσθημα, τη θλίψη και την οδύνη της απώλειας, το συναίσθημα εκείνο που θα όπλιζε με επιμονή και υπομονή τους εναπομείναντες εν ζωή.

Το κωμικό στοιχείο του μυθιστορήματος, που αυτοδύναμα δεν είναι καθόλου κωμικό, αλλά στον συσχετισμό των δυνάμεων δοκιμάζει τις αντοχές του αναγνώστη, αλλά και των προσώπων της ιστορίας, αυτό το χιούμορ είναι όταν παρ' όλ' αυτά γελάς, γεμάτο από άμεσο δάγκωμα των χειλιών και ενοχή, την ώρα που τα όρνεα πυκνώνουν κάνοντας γύρους πάνω από την άμαξα. Για παράδειγμα, δεν ξέρω πόσο αστείο μπορεί σε κάποιον να φανεί το γεγονός πως ο πατέρας μαζεύει από χρόνια λεφτά ώστε να βάλει μασέλα και έτσι να μπορέσει να απολαύσει την τροφή εκείνη την κατάλληλη για άντρες. Ο Φόκνερ δεν σκοπεύει επ' ουδενί να κρίνει ή να δικαιολογήσει, ακόμα μία διάσταση που επιβεβαιώνει την οξυδέρκεια στην επιλογή της αφηγηματικής τεχνικής, αδιαφορώντας να πάρει προφανή θέση καθιστώντας εαυτόν κύριο των πάντων. Είναι ο αναγνώστης εκείνος που έχει την ανάγκη να ταυτιστεί ή να εξοβελίσει κάποια από τα πρόσωπα, να αναζητήσει το καλό και το κακό, το σωστό και το λάθος, το ηθικό και το ανήθικο και όχι πρόθεση του συγγραφέα. Και αυτό, μεταξύ άλλων, επιτρέπει στο σκηνικό να κυριαρχήσει, η φύση και τα ανθρώπινα παράγωγα (κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά) επισημαίνουν την ασημαντότητα του ατόμου, έτσι όπως ορίζουν τη ζωή και την πραγματικότητά του, προσθέτοντας απαραίτητα και το θρησκευτικό κομμάτι, μια ταυτόχρονη πηγή φόβου και ελπίδας.

Για το τέλος άφησα τα σχετικά με την ανάγκη για μια καινούρια έκδοση, σε νέα, δια χειρός Παναγιώτη Κεχαγιά, μετάφραση, τη στιγμή που ήδη, εδώ και χρόνια, κυκλοφορεί η εκδοχή κατά Μένη Κουμανταρέα. Στο κομμάτι της μετάφρασης δεν θα εισέλθω λόγω άγνοιας, ακούω διάφορες απόψεις, υπέρ και κατά, με κάποιες, όπως η ανάγκη για γλωσσική επαναπροσέγγιση, να με βρίσκουν διαισθητικά και μόνο σύμφωνο. Ας μην ξεχνάμε πως η μετάφραση είναι μια ολόκληρη επιστήμη, πριν βιαστούμε να κρίνουμε για μια λέξη μια ολόκληρη σκληρή προσπάθεια, χωρίς να διαθέτουμε καν τα απαραίτητα τεχνικά εφόδια. Εκείνο που κρίνω ως το πλέον σημαντικό είναι η επαναφορά, μέσω των εκδόσεων Gutenberg, ενός συγγραφέα όπως ο Φόκνερ στην επικαιρότητα, ως μια απάντηση στην ανάγκη για ανανέωση του αναγνωστικού κοινού, αλλά και ως μια ανοιχτή πρόσκληση εκ νέου επίσκεψης.

Όσο διάβαζα το βιβλίο αυτό, τόσο το μυαλό μου επανερχόταν όλο και συχνότερα σε ένα άλλο αριστούργημα, το Πέδρο Πάραμο, γραμμένο είκοσι χρόνια αργότερα, όχι ως εμφανή διακειμενικότητα, αλλά περισσότερο ως ένα ακόμα σημαντικό οστό της λογοτεχνικής ραχοκοκαλιάς που διασχίζει από βορρά προς νότο την αμερικανική ήπειρο.

υγ. Για το μακαρθικό Τέκνο του Θεού περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Πέδρο Πάραμο εδώ.

Μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς
Εκδόσεις Gutenberg

Σάββατο 23 Μαρτίου 2024

Δεκατέσσερα

Δεκατέσσερα, λοιπόν, τα χρόνια του ιστολογίου αυτού, που μοιάζουν πολλά περισσότερα, σαν από πάντα να είχα αυτή τη διαδικτυακή γωνιά, αυτό το ψηφιακό αποθετήριο για ό,τι είδα, διάβασα και άκουσα, και έκτοτε συνέβησαν τόσα που ούτε που θα μπορούσα έστω να τα φανταστώ όταν δημοσίευα εκείνη την πρώτη ανάρτηση με το ποίημα Βιογραφία του Λειβαδίτη. Πάνω από χίλια πεντακόσια κείμενα, μια επίμονη αφοσίωση παρά τις όποιες εξωτερικές συνθήκες, δύο με τρία κείμενα την εβδομάδα, κυρίως για βιβλία που διάβασα και θέλησα κάτι να σημειώσω, ένα ημερολόγιο σε κοινή θέα.

Συνηθίζω κάθε χρόνο να ανεβάζω ένα κείμενο επετειακό, γενέθλιο, λιγότερο ή περισσότερο εορταστικό, με κοινή συνισταμένη το ερώτημα: πότε πέρασαν τόσα χρόνια; Δεκατέσσερα, λοιπόν, τα χρόνια του ιστολογίου αυτού, και φέτος, με αφορμή την επέτειο αυτή, θέλω να πω δυο λόγια για την ανάγνωση. Καθόλου πρωτότυπο, θα σκεφτείτε και με το δίκιο σας, γι' αυτή κυρίως γράφω εδώ, άλλωστε.

Η ανάγνωση, παρά την επικρατούσα άποψη, είναι μια πράξη ενεργητική ή ως τέτοια, τέλος πάντων, θα έπρεπε να εκλαμβάνεται και να βιώνεται. Ένα μονοπάτι που χαράσσεται σελίδα τη σελίδα, βιβλίο το βιβλίο, βήμα το βήμα. Κάποτε έγραφα: δεν ξεπέρασα ποτέ το γεγονός πως κάποια στιγμή σταμάτησαν να μου διαβάζουν ιστορίες και τότε κάτι έπρεπε να κάνω γι' αυτό. Η ανάγκη μας για ιστορίες φέρνει το βιβλίο στα χέρια μας. Το ίδιο συμβαίνει και με τις άλλες αφηγηματικές τέχνες, άλλωστε. Η ανάγνωση φέρει ένα βαρύ φορτίο. Στα ελληνικά, πλούσια γλώσσα κατά τα λοιπά, χρησιμοποιούμε για όλες τις εκφάνσεις το ρήμα διαβάζω. Διαβάζω λογοτεχνία, διαβάζω μαθηματικά, διαβάζω τα ζώδια, διαβάζω έναν χάρτη, διαβάζω την παλάμη, διαβάζω κυρίως για εξετάσεις, από υποχρέωση και χωρίς ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Αλλά και πιο συγκεκριμένα, διαβάζω λογοτεχνία και διαβάζω για τη λογοτεχνία. Ποιος λέει μελετώ, ποιος λέει αναγιγνώσκω; Κανείς, θα έλεγα.

Μια ενοχή υπερίπταται. Δεν διαβάζω. Μυριάδες δικαιολογίες ακολουθούν. Φταίει το ένα και φταίει το άλλο. Η ψυχαγωγία και η απόλαυση παραμερίζονται χωρίς δεύτερη σκέψη, σαν να μην περνάνε καν ως ενδεχόμενο από τον νου, η ιδία βούληση απουσιάζει. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στην παρεξηγημένη έννοια του να αναφέρεται κανείς στο αποτέλεσμα και την εμπειρία της ανάγνωσης. Το ουσιαστικό αναγνώστης δεν αρκεί, το κριτικός φέρει ένα ιδιαίτερα βαρύ βάρος, συνυφασμένο με την παρατήρηση, τη διόρθωση, την επίπληξη, αλλά και τη δυσκοιλιότητα, θα πρόσθετα. Ακόμα δεν έχω μια ξεκάθαρη απάντηση όταν με ρωτάνε πώς να με προσδιορίσουν, τι να προσθέσουν δίπλα από το όνομά μου, τι είναι ακριβώς αυτό που κάνω, δεν τολμώ να πω: ψηφιακό ημερολόγιο ανάγνωσης, μεταξύ άλλων. Δεν νιώθω κριτικός, αλλά ούτε και το επαγγελματίας αναγνώστης με ικανοποιεί.

Ζούμε, εδώ και χρόνια, σε μια εποχή άποψης. Ο καθένας την εκφράζει με όρους απόλυτους, μου άρεσε δεν μου άρεσε. Έχει απενοχοποιηθεί ακόμα και η προϋπόθεση της επαφής με το υπό κρίση καλλιτεχνικό παράγωγο, δεν έχω διαβάσει, δει, ακούσει, αλλά έχω να πω πως. Συμβαίνει όλο και πιο συχνά, έτσι όπως η ταχύτητα αυξάνει διαρκώς, έτσι όπως μοιάζει με υποχρέωση κάθε ψηφιακού λογαριασμού να αποφανθεί οριστικά και τελεσίδικα. Μια από τις πιο αναληθείς απόψεις σχετικά με τούτο το μπλογκ, αλλά και σε μένα προσωπικά, είναι πως μόνο καλά πράγματα γράφω. Δεν θα είχε νόημα μια λίστα με κείμενα για βιβλία που δεν μου άρεσαν. Δεν θα είχε επίσης νόημα μια ένσταση περί διαβάθμισης μεταξύ μου άρεσε και μου άρεσε, ο ενθουσιασμός, βλέπετε, είναι συχνά δύσκολος στην αναγνώριση. Δεν θα είχε επίσης νόημα μια λίστα με βιβλία που παράτησα αργά ή γρήγορα καθώς η λοξή ματιά στη στοίβα με τα προσεχώς με δελέασε, ο χρόνος δεν είναι αρκετός, ποτέ δεν θα είναι αρκετός για όλα όσα θέλει κανείς να γνωρίσει.

Αυτό είναι, αναπόφευκτα, ένα κείμενο περιαυτολογίας, περισσότερο από κάθε άλλο μέσα στην κάθε χρονιά. Γιατί δίνεις εξηγήσεις, θα αναρωτηθεί κανείς. Γιατί αυτό είναι μέρος ενός συστήματος μπούνκερ απέναντι στην πραγματικότητα, μια υπό διαρκή κατασκευή άρθρωση από στοές και αίθουσες, ένα καταφύγιο αποσύνδεσης και ανάπαυσης, και θέλω να το υπερασπιστώ, είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας για μένα. Αν θα έπρεπε με μία και μόνη λέξη να απαντήσω στην ερώτηση τι είναι για μένα η ανάγνωση θα έλεγα: μπούνκερ· και δεν θα χρειαζόμουν να συμπληρώσω κάτι.

Έλεγα όμως πως η ανάγνωση είναι πράξη ενεργητική, ένα απέραντο λιβάδι με λογιών λογιών φυτά, πολύχρωμα λουλούδια, βότανα και βάτα. Κάθε αναγνώστης χαράζει το δικό του μονοπάτι, επιλέγοντας να σταθεί ή να προσπεράσει, να μυρίσει ή να φτύσει. Η ανάγνωση, επίσης, είναι παράλληλη της ζήσης, οι εξωτερικές συνθήκες την επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό. Είναι ένα μονοπάτι αυτογνωσίας, η ανακάλυψη του ίδιου μας του εαυτού, τι μας αρέσει και τι δεν μας αρέσει, τι μας συγκινεί και τι μας θλίβει ή μας εξοργίζει, τι έχουμε ανάγκη τη δεδομένη στιγμή, με ποιους μοιραζόμαστε το ταξίδι αυτό και με ποιους όχι. Η ανάγνωση δεν περιορίζεται στη φιλολογία, αλίμονο αν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Πόσο βαρετή θα ήταν τότε η ζωή ολάκερη; Τι φρίκη!

Προφανώς η ανάγνωση διαθέτει χαρακτήρα ιδιαιτέρως υποκειμενικό, ενώ κατά περίπτωση διέπεται από διαφορετικές αφετηρίες και προσωπικές αναζητήσεις. Δεν διαβάζουμε όλοι οι άνθρωποι για τους ίδιους λόγους. Η απόπειρα ακριβούς χαρτογράφησης και αυστηρής θεωρητικοποίησης περισσότερο συνάδει με καμπύλες κατανάλωσης, παρά με μια πράξη, όπως προείπα, ενεργητικού και υποκειμενικού χαρακτήρα. Να το θέσω απλά με ένα ερώτημα: Πόσες φορές ένα βιβλίο, παρότι τεχνικά άρτιο, δεν σας ενθουσίασε; Πόσες φορές συνέβη το αντίθετο, επίσης; Η φιλολογία και η κριτική προφανώς και είναι σημαντικές και για την ίδια τη λογοτεχνία, αλλά δεν είναι αρκετές για να καλύψουν όλο το εύρος της εμπειρίας, είπαμε: καθένας διαβάζει για τους δικούς του λόγους, συχνά ποικίλης έκφανσης ανάλογα με τις συνθήκες. Παρατηρώ δεξιά και αριστερά ανθρώπους να απογοητεύονται οικτρά επειδή δεν τους άρεσε ένα βιβλίο που από άλλους, ειδικούς ή μη, υμνήθηκε. Τίποτα το παράξενο δεν διακρίνω σε μια τέτοια συνθήκη. Εκείνο που θα μπορούσε όντως να εξαγριώσει κάποιον θα ήταν η τεχνική αποθέωση ενός κακογραμμένου βιβλίου. Και όμως, δεν υπάρχουν πολλά κακογραμμένα βιβλία, υπάρχουν όμως πολλά αδιάφορα για εμάς βιβλία, και η αδιαφορία είναι χειρότερη.

Και στη συγγραφή ισχύει κάτι ανάλογο. Η έμπνευση και η τυχαιότητα, ναι η τυχαιότητα, είναι σημαντικές συνισταμένες που η θεωρία που τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής επινοούν διαρκώς ώστε να την πουλήσουν σε επίδοξους γραφιάδες ως συνταγή επιτυχίας αδυνατεί να ονοματίσει. Είπαμε: πολλά βιβλία είναι τεχνικά άρτια και όμως κάτι τους λείπει, αυτό το κάτι είναι που η θεωρία δεν μπορεί να εντοπίσει. Ευτυχώς, θα πω. Ακόμα πιο ευτυχώς σήμερα που η τεχνητή νοημοσύνη συγγράφει πατώντας στη θεωρία και τα δεδομένα, όσο πιο πολλή τροφή της δώσεις τόσο πιο πολύ τη βοηθάς. Αν υπάρχει μια ελπίδα η δημιουργία τέχνης να παραμείνει ένα ανθρώπινο γνώρισμα, ανοιχτό στην έκπληξη και στο μη αναμενόμενο, είναι αυτό το άγνωστο, το ταλέντο, η έμπνευση, οι συνθήκες, το τυχαίο, η απόπειρα σε σκοτεινά νερά, η επιθυμία για έκφραση, η αναμέτρηση με το άγνωστο κόντρα στη λογική, ο πειραματισμός, η προσωπική ικανοποίηση, ακόμα και η ματαιοδοξία του υποκειμένου. Δεν υπάρχει συνταγή, ευτυχώς. Υπάρχει θεωρία, υπάρχουν αρχές, υπάρχει η αναμέτρηση του υποκειμένου ως δέκτης της τέχνης του, αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα, κάτι που δεν μπορεί να περιγραφεί και να κωδικοποιηθεί επακριβώς. 

Η μονοσήμαντη ερμηνεία, απαραίτητη για την επιτυχία στις σχολικές εξετάσεις, η φυλακή της φαντασίας, η αυτοπεποίθηση πως είναι εφικτό να γνωρίζουμε επακριβώς την κάθε συγγραφική πρόθεση και επιλογή, πως μία και μόνη ανάγνωση υπάρχει, ό,τι άλλο, λένε, είναι για τα σκουπίδια. Επαναλαμβάνω: υπάρχει θεωρία, υπάρχουν και κανόνες, υπάρχουν όλα αυτά αλλά δεν είναι τα μόνα, δεν αρκούν. Ευτυχώς οι αναγνώστες δεν έχουν το άγχος του μελετητή ακαδημαϊκού, ή δεν θα έπρεπε να το έχουν ή να δέχονται να τους το φορτώσουν οι διάφοροι μέντορες που επιδιώκουν να ανέλθουν στο βάθρο του απόλυτου κριτή των πάντων, που ισχυρίζονται πως μόνο μία αλήθεια υπάρχει, και εκείνοι την κατέχουν στον απόλυτο βαθμό, πως εκείνοι ξέρουν τι πρέπει, ναι, αυτό το ρήμα χρησιμοποιούν, και τι δεν πρέπει να διαβάσει κανείς, πότε είναι αργά και πότε νωρίς, με ένα δάκτυλο συνεχώς προτεταμένο. Καμία απόλαυση, μόνο υποχρέωση. Κανένα θέλω, μόνο πρέπει. Κάθε ανάγνωση περιέχει κάτι το δικό μας. Κάποιος, κάπου, κάποτε, χωρίς να μας γνωρίζει, δημιούργησε κάτι για εμάς, και εμείς αυτό το φέρνουμε στα δικά μας μέτρα. Ευγνωμοσύνη.

Η ανάγνωση είναι πράξη ενεργητική, ένας σωρός που με τον χρόνο μεγαλώνει. Ένας σωρός που σιγά σιγά παίρνει κάτι από το σχήμα και τη μορφή μας, γίνεται ένας καθρέφτης, έτσι όπως οι ίδιοι επιχειρούμε να απαντήσουμε στο γιατί μας άρεσε ή όχι ένα βιβλίο, γιατί μας ενθουσίασε· εκεί, στην απροσδιόριστη και αχαρτογράφητη αυτή περιοχή είναι πιθανό να βρούμε απαντήσεις καθοριστικές· γι' αυτό επιμένω να γράφω εδώ για ό,τι διάβασα, είδα και άκουσα, εμένα πρωτίστως αναζητώ και ακολούθως την επικοινωνία, η ματαιοδοξία, προείπα, δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να εξαιρεθεί των απαντήσεων στο ερώτημα: τι σε κρατάει ακόμα εδώ; 

Για το τέλος, το ποίημα εκείνο του Λειβαδίτη:

Βιογραφία

«Πρέπει, οπωσδήποτε, ν'αλλάξω ζωή, αλλιώς
είμαι χαμένος. Βέβαια, έχω καιρό μπροστά μου, είμαι ακόμα
νέος. Αν μπορούσα να ξεφύγω αυτήν την άθλια καθημερινότητα,
υποχρεώσεις και συνήθειες και συμβιβασμοί, αν σταθώ
λιγότερο εύκολος
στις διάφορες προφάσεις - μα ιδιαίτερα
αν βάλω πια ένα τέλος σε τούτες τις αιώνιες αναβολές.
Τότε, αλήθεια, ίσως φτιάξω κάτι, ίσως μάλιστα και κάτι το
μεγάλο
όπως ονειρευόμουν από παιδί...»

Έτσι έγραφε κάποιος ένα βράδυ με χέρια που τρέμανε.
Κι έκλαιγε. Ύστερα νύσταξε κι αποκοιμήθηκε.
Το πρωί, μόλις θυμόταν κάτι αόριστα. Και σε μερικά χρόνια
πέθανε.

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2024

Τέκνο του Θεού - Cormac McCarthy

Η κυκλοφορία στα τέλη της περασμένης χρονιάς, μετά από δεκαέξι χρόνια αναμονής, του μυθιστορηματικού δίπτυχου Ο επιβάτης/Stella Maris, αλλά κυρίως ο θάνατος του Κόρμακ ΜακΚάρθυ στις 13 Ιουνίου, ανακίνησαν το ενδιαφέρον της κριτικής γύρω από τη ζωή και το έργο ενός από τους σπουδαιότερους συγγραφείς της αμερικανικής, και όχι μόνο, λογοτεχνίας. Ωστόσο, ο αναγνώστης, όσα υμνητικά και να διαβάσει σχετικά με το έργο ενός συγγραφέα, πάντα θα έχει την ανάγκη ανάγνωσης του ίδιου τού έργου, ώστε να κατανοήσει, πάντοτε με τα δικά του μέτρα και σταθμά, τη σημασία και την επιρροή του στο λογοτεχνικό ποτάμι. Πρόσφατα, από τις εκδόσεις Gutenberg και σε μεταφραστική φροντίδα Παναγιώτη Κεχαγιά, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα ελληνικά το Τέκνο του Θεού, μυθιστόρημα που ανήκει στην πρώτη συγγραφική περίοδο του ΜακΚάρθυ, πριν δηλαδή εκείνος πατήσει τις υψηλότερες κορυφές.

Ο Κεχαγιάς, στην εμπνευσμένη εισαγωγή του, συνοψίζει απλά και με σαφήνεια πώς έχουν τα πράγματα στο μακαρθικό σύμπαν: «[...] ελάχιστες φορές σ' έναν αιώνα, εμφανίζεται ένας συγγραφέας ο οποίος κατεβαίνει στα έγκατα όχι για να τα φωτίσει ή ακόμα χειρότερα να τα συλήσει, αλλά για να περιγράψει το ίδιο το σκοτάδι, να μάθει από τι είναι φτιαγμένο, και χωρίς καμιά διάθεση επιστροφής να εξερευνήσει κάθε γωνιά του πλέγματος των διαδρόμων που εκτείνονται ατελείωτοι προς κάθε κατεύθυνση». Ας ξεκαθαριστεί ήδη από την αρχή πως το Τέκνο του Θεού είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, πειστικός προφήτης όσων έμελλαν να ακολουθήσουν, όχι ένα απλό συμπλήρωμα επαρκούς πρόσληψης του έργου του, αλλά μια κατάλληλη πύλη εισόδου. Και ας προστεθεί· η σπουδαία λογοτεχνία φτιάχνεται με τα πλέον απλά υλικά.

Ο Μπάλαρντ χάνει το υποθηκευμένο σπίτι του. Το γεγονός αυτό τον εξορίζει οριστικά και αμετάκλητα από την ανθρώπινη κοινωνία, σημαίνεται η κάθοδός του στα έγκατα της ύπαρξης. Παλεύει με τον τρόπο που ένας αποσυνάγωγος δύναται απέναντι στις απαιτήσεις που το ένστικτο της επιβίωσης εγείρει, γυρεύει να ικανοποιήσει τις ανάγκες που συχνά, χωρίς δεύτερη σκέψη, αποκαλούμε ζωώδεις, αναζητά στέγη και τροφή, γίνεται έρμαιο των σωματικών του ορμών, για τις οποίες ο ΜακΚάρθυ δεν ράβει ένα όμορφο πέπλο που θα τις καλλωπίσει στα μάτια του αναγνώστη, η ηθική και το δίκαιο δεν ανατέλλουν στα βάθη αυτά. Ο Μπάλαρντ είναι ένας τυπικός μακαρθικός κακός, είναι όμως ταυτόχρονα, όπως από τις πρώτες σελίδες ο συγγραφέας διευκρινίζει, ένα τέκνο του Θεού, σαν και σένα και μένα, αναγνώστη, μην το ξεχνάς στιγμή αυτό.

Ο αφηγητής της ιστορίας αυτής μοιάζει, αλλά δεν είναι, παντογνώστης, αλλά ένας αυτόπτης μάρτυρας που περιγράφει την κάθοδο του Μπάλαρντ στα ερεβώδη βάθη, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Στην αφήγηση των πεπραγμένων παρεμβάλλονται πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις θεατών, που παρατηρούν και εικάζουν, παρεμβολές που ολοένα και φθίνουν όσο ο Μπάλαρντ εξαφανίζεται από το οπτικό τους πεδίο, αφήνοντας ωστόσο πίσω του σημάδια της παρουσίας του. Ο αφηγητής στέκεται σε απόσταση από τον Μπάλαρντ, σε απόσταση ικανή για να τον παρατηρήσει. Δεν επιθυμεί να τον κατανοήσει ή να τον κρίνει, απλώς στέκεται και τον παρατηρεί, δεν σκοπεύει να αραιώσει το σκοτάδι, να εφησυχάσει ή να κινητοποιήσει τον αναγνώστη, έτσι έχουν τα πράγματα, μοιάζει να λέει. Αν και οι χωροχρονικές συντεταγμένες δίνονται, έστω και με πλάγιο τρόπο, το Τέκνο του Θεού διαδραματίζεται στο παντού και το πάντα, από όταν και για όσο οι άνθρωποι πατούν σ' αυτή τη γη, και αυτό είναι που εντείνει τον τρόμο και πυκνώνει τον ζόφο. Ο ρεαλισμός έχει αρκετές αποχρώσεις. Γιατί, αν και οι μελετητές εντοπίζουν ένα πραγματικό περιστατικό πίσω από την πλοκή, αυτό άλλο δεν είναι παρά μια εκδοχή του κακού, ένα σημείο εκκίνησης για τον ΜακΚάρθυ.

Η επιρροή του Φόκνερ είναι ποικιλοτρόπως ορατή, όπως και άλλων σημαντικών που προηγήθηκαν. Ο ΜακΚάρθυ, σε μια εποχή που εμφανίστηκε ο μεταμοντερνισμός για να ορίσει εκ νέου τα λογοτεχνικά πράγματα, επέλεξε έναν δρόμο πιο προσωπικό, με ορισμένο σημείο αφετηρίας μα με αρκούντως φιλόδοξο σημείο άφιξης. Αυτό μοιάζει να είναι το μονοπάτι, πάντοτε ιδιαίτερο και ατομικό, κάθε σπουδαίου δημιουργού, η καλή και στέρεη γνώση του παρελθόντος, η φιλοδοξία και το όραμα. Πρόσφατα, επίσης, κυκλοφόρησε στα ελληνικά και η νουβέλα του Ντένις Τζόνσον, Όνειρα τραίνων (μτφρ. Παναγιώτης Κεχαγιάς, εκδόσεις αντίποδες). Έχει ενδιαφέρον να γίνει παράλληλη ανάγνωση και να παρατηρηθεί η πορεία των δύο περιθωριακών, του Μπάλαρντ και του Γκρέινιερ, που εν απουσία σχεδίου βαδίζουν σε διαφορετικά μονοπάτια, απόρροια της τύχης και της συγκυρίας. 

Το Τέκνο του Θεού έλκει και απωθεί τον αναγνώστη και αυτής της δυναμικής αναβλύζει αναθεωρημένη η έννοια της αναγνωστικής απόλαυσης.

υγ. Για το δίπτυχο Ο επιβάτης/Stella Maris περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ για τα Όνειρα τραίνων εδώ.


(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)
 
Μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2024

Λαβίνια Σουλτς - Γεωργία Διάκου

Ο Θ. ξέρει. Ανάμεσα σε άλλα και πώς να σου προτείνει ένα βιβλίο, πώς, για την ακρίβεια, να το φέρνει ξάφνου ψηλά, ψηλότερα απ' όλα, στη στοίβα σου χωρίς να παρακάμπτει την (ψευδ)αίσθηση πως αυτό αποτελεί προϊόν της δικής σου ελεύθερης βούλησης, ιερής για τον αναγνώστη. Ξέρει, επίσης, πως η λάμψη στα μάτια αρκεί. Διάβασα ένα πολύ ωραίο βιβλίο, λέει, τα μάτια του προσθέτουν επιπλέον θαυμαστικά, δεν αναλώνεται σε λεπτομέρειες ικανές να αποπροσανατολίσουν και να γεννήσουν προσδοκίες ή επιφυλάξεις, αδιαφορεί να επιδείξει τη δική του ανάγνωση, όσα λιγότερα ξέρεις, τόσο το καλύτερο, το βιβλίο το ίδιο θα απαντήσει, αν απαντήσει, η ανάγνωση θα καλύψει τα όποια κενά, αν τα καλύψει, δεν ασκεί πίεση, δεν γίνεται φορτικός και ανυπόμονος, μοιράζεται και έτσι εκπληρώνει το καθήκον του, η μπάλα, τότε, περνάει στα δικά σου χέρια. Έτσι έγινε και ετούτη τη φορά.

Μόνο τυχαία θα διάβαζα το βιβλίο αυτό. Η υπερπαραγωγή είναι τέτοια που αναπόφευκτα κάποια βιβλία χάνονται, όσο γρηγορότερα το αποδεχτεί κανείς, τόσο το καλύτερο. Επιπλέον, πίστευα πως οι εκδόσεις Θράκα ασχολούνται αποκλειστικά και μόνο με την ποίηση, γεγονός που για χρόνια τις κρατούσε εκτός του προσωπικού μου ραντάρ. Ας είμαι ειλικρινής, δεν κοστίζει και τόσο αυτή η ρωγμή στη γαματοσύνη και την εικόνα του δυνατού αναγνώστη, αν δεν ήταν εκείνος ίσως να μη διάβαζα ποτέ το βιβλίο αυτό, και θα ήταν ένα μεγάλο κρίμα, παρότι δεν θα το γνώριζα. Αφιερωμένο στον Θ. το κείμενο αυτό, πώς αλλιώς;

Η Διάκου προέρχεται από το μετερίζι της ποίησης, στις αποσκευές της έχει δύο ποιητικές συλλογές. Αυτό είναι εμφανές από την πρώτη κιόλας παράγραφο του μικρού αυτού μυθιστορήματος, όταν συστήνει στον αναγνώστη τη Λαβίνια Σουλτς: «Εγώ είμαι αυτή, ο χορός του ζευγαριού, ένα μεγάλο λευκό κεφάλι με κορδέλες να κρέμονται στα αφτιά. Γεννήθηκα στο Λούμπεν, μεγάλωσα μέσα σε αυτό που δεν είχα. Βουνά γεμάτα χιόνι και μια πείνα που κάνει τα κόκαλά μου να τρίβονται όταν σηκώνω τα χέρια μου και ζωγραφίζω τον Βάλτερ και το μωρό». Η Λαβίνια Σουλτς υπήρξε ένα πραγματικό πρόσωπο, γεννήθηκε στο Λούμπεν το 1896, σπούδασε μουσική, χορό και ζωγραφική. Δεν τη γνώριζα, για μεγάλο μέρος της ανάγνωσης πίστευα πως είναι ένα μυθοπλαστικό αποκύημα, με αφηγηματική υπόδειξη τσέκαρα το όνομά της στο διαδίκτυο.

Ο αφηγηματικός τρόπος της εξιστόρησης είναι καθηλωτικός, το ποιητικό στοιχείο αναδεικνύει και δεν βαραίνει αυτή τη μεταμοντέρνα βιογράφηση, που στον πυρήνα της είναι ένας διάλογος της συγγραφέως με την από χρόνια νεκρή Σουλτς. Μια απόπειρα κατανόησης και ένωσης των νημάτων που η χρονική απόσταση με φειδώ προσφέρει, μια σειρά από ερωτήματα που γυρεύουν απάντηση σχετικά με τη θηλυκότητα, τη μητρότητα, τον έρωτα, την απομάγευση και τη δημιουργία. Πώς είναι να είσαι η Λαβίνια Σουλτς; Η Διάκου, ωστόσο, πετυχαίνει κάτι σημαντικό, δεν εγκλωβίζεται στο στενό σώμα της βιογραφίας, το πραγματολογικό αλληλοσυμπληρώνεται με το φανταστικό, η μυθοπλασία με τον ρεαλισμό, η ποίηση με το ντοκουμέντο, σ' ένα αποτέλεσμα εμπνευσμένο, εντός του οποίου υπάρχει και ο απαραίτητος χώρος για το προσωπικό, χωρίς να περισσεύει και να βιάζεται η παρουσία του.

Η Λαβίνια αγγίζει, αλλάζει, διαστρεβλώνει, μπερδεύει, σκίζει, εγκολπώνει, αφηγείται, καταστρέφει, δημιουργεί, χορεύει, ρεύεται, κρυώνει, πεινάει, περπατάει, πέφτει, φωνάζει, σημειώνει, κλαίει, ράβει, ξυπνάει, μαγειρεύει, χάνεται, διορθώνει, ανεβαίνει, κλείνει, ζωγραφίζει, πονάει, παρακαλεί, κοιμάται, ανακαλύπτει, κατασκευάζει, πληγώνεται, θυμάται. Βάζε στη σειρά τα ονόματα των φίλων της και κολλάει ένα λουλούδι από τα μυστικά που ζούνε κάτω από την επιφάνεια του χιονιού. Ζούνε μια ολόκληρη ζωή στον πάγο και όταν λιώνει έχουν ήδη διαλυθεί στο χορτάρι και τη λάσπη του Μαρτίου.

Μια βιογράφηση, έστω και λοξή, μυθοπλαστικά παιγνιώδης όπως αυτή, θα παρέμενε εξίσου λειψή αν έλειπε το περιβάλλον εντός του οποίου διανύθηκαν τα μέτρα της ζωής. Η Διάκου το ξέρει και συμπληρώνει την εικόνα της Σουλτς με όσα συνέβαιναν στον κόσμο τότε, δίνει τις συντεταγμένες από τις οποίες αντλούν οι απαντήσεις στα ερωτήματα, τις συνθήκες που θέτουν τον πήχη της ύπαρξης και της τριβής με το περίβλημα, που διαμορφώνουν το ατομικό, περιορισμοί που η ασφυξία που προκαλούν μεγαλώνει τα πνευμόνια, καλέμι και σφυρί που πληγώνουν για να αναδείξουν την ομορφιά. Και αυτός ο έξω κόσμος αναδεικνύει τη συντήρηση παρά την όποια πρόοδο στο σήμερα, εκατό και βάλε χρόνια μετά το πέρασμα της Σουλτς από τον κόσμο τούτο.

Με διάφορα επίπεδα και πλείστες γωνίες θέασης, το μυθιστόρημα αυτό δεν υποκύπτει στην όποια υπόνοια μιας στρατευμένης γυναικείας γραφής, δεν υποτάσσεται στις ευκολίες της καταγγελίας, δεν είναι ένα μανιφέστο άψυχο και άνευρο, αλλά λογοτεχνία πολύ υψηλής στάθμης. Η φιλοδοξία είναι εμφανής και σε μεγάλο βαθμό εκπληρωμένη, η μετάπλαση ενός ψυχρού βιογραφικού υλικού σε πρόζα που κοχλάζει σε υψηλές θερμοκρασίες πετυχημένη και με το παραπάνω. Η οδός μέσω της οποίας η αρχική έμπνευση μετατρέπεται σε μυθιστόρημα προσφέρει στον αναγνώστη ένα ιδιότυπο κοίταγμα στο εργαστήρι της συγγραφέως, στο πώς γεννήθηκε και πώς μεγάλωσε αυτή η αφήγηση, ποιες ανάγκες κάλυψε και ποιες αποφάσεις την καθόρισαν, ποιος είναι ο τρόπος της να κοιτάζει και να ερμηνεύει τον κόσμο, ποια είναι η σχέση της συγγραφέως με την τέχνη και τους δημιουργούς, μια σχέση γεμάτη από ευγνωμοσύνη και ανάγκη για ανταπόδοση του δώρου.

Επανέρχομαι, κλείνοντας, στην ικανότητα της Διάκου, στον αφηγηματικό της τρόπο που παραμένει σε εντυπωσιακά ύψη καθ' όλη τη διάρκεια, σαν όλο αυτό να βγήκε με μια και μόνη ανάσα, χωρίς να ξεμένει από καύσιμη ύλη, χωρίς να υποφέρει από μανιέρα και εγκεφαλικότητα, χωρίς να βιάζει το συναίσθημα, χωρίς να χρησιμοποιεί το ποιητικό για να λιγώσει τον αναγνώστη και να θολώσει τα νερά, χωρίς τον ναρκισσισμό ενός εγώ, αλλά με διάθεση να παραχωρήσει τη σκηνή στην ηρωίδα της. Βιβλίο που διαβάζεται ξανά και ξανά. Αναπάντεχα εντυπωσιακό.

υγ. Από τις πρώτες σελίδες ένιωθα μια ευκρινή διακειμενική σύνδεση με την σπουδαία Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, όχι μόνο στον αφηγηματικό τρόπο αλλά και με την ίδια τη Λαβίνια Σουλτς. Περισσότερα για τη Μπάχμαν θα βρείτε εδώ. Επίσης, από τα βάθη της μνήμης αναδύθηκε ένα βιβλίο που όταν το είχα διαβάσει ενθουσιάστηκα: Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον του Χρήστου Χρυσόπουλου, πίσω στο 2010, έγραφα αυτό.  

Εκδόσεις Θράκα

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2024

Αρμάν - Emmanuel Bove

Ήταν δώδεκα η ώρα. Λόγω του ψύχους ο ήλιος έμοιαζε μικρότερος. Τα τζάμια και οι βιτρίνες δεν αντανακλούσαν τις αχτίδες του. Την προσοχή μου, όπως των παιδιών, τραβούσε ό,τι κινούνταν. Πού και πού χάιδευα το κεφάλι κάποιου αλόγου, στο μέτωπο, για να μη με δαγκώσει. Περπατούσα σε έναν δρόμο τόσο στενό, που τα μαστίγια των αμαξών με ακουμπούσαν στο πέρασμά τους, όταν ένα χέρι με άγγιξε στον ώμο. Το κοίταξα για μια στιγμή κι έπειτα γύρισα. Ήταν ο Λουσιέν.

Έτσι ξεκινά αυτό το μικρό σε έκταση μυθιστόρημα του Εμμανουέλ Μποβ, που κυκλοφόρησε στα τέλη της περασμένης χρονιάς από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Φοίβου Μπότση. Το μακρινό πια 1988 είχε εκδοθεί –μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδόσεις Όμβρος– το πρωτόλειο έργο του, Οι φίλοι μου, το οποίο, σύμφωνα με τη βιβλιονέτ κυκλοφορεί! Το Αρμάν είναι ένα βιβλίο που τηρουμένων των αναλογιών συζητήθηκε αρκετά και μάλιστα με λόγια επαινετικά, ένα ακόμα βιβλίο που για καιρό βρέθηκε στη στοίβα με τα προσεχώς, για να εξέλθει ένα πρωί που είχα διάθεση να διαβάσω ένα βιβλίο μια και έξω.

Στις πρώτες αυτές γραμμές, δεν περιλαμβάνεται μόνο η αναφορά στο περιστατικό που θα πυροδοτήσει την πλοκή, τη συνάντηση, δηλαδή, του πρωτοπρόσωπου αφηγητή Αρμάν με έναν φίλο από τα παλιά, αλλά δίνεται και ένα πρώτο σκαρίφημα του τρόπου με τον οποίο ο Αρμάν ζει και άρα και του χαρακτήρα του, ένας αργόσχολος τύπος που κινείται νωχελικά μέσα στα στενά της πόλης και την προσοχή του, όπως των παιδιών, έλκει ό,τι κινείται, ενώ καθίσταται σαφής και ο χωροχρόνος, μια χειμωνιάτικη μέρα με αδύναμο φως, μια πόλη χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πέρα από την κίνηση των δρόμων. Ο Μποβ δεν καθυστερεί, όχι μόνο ως προς την προώθηση της πλοκής, αφού πιάνει να ξετυλίγει το νήμα από την πρώτη κιόλας στιγμή, αλλά και ως προς το φανέρωμα του αφηγηματικού ύφους, ο κοφτός και λιτός λόγος, η αποφυγή της όποιας λογοτεχνίζουσας φιοριτούρας. Αργότερα, η απουσία εκτεταμένων διαλογικών μερών θα έρθει σε ευθεία σύγκρουση με την αίσθηση θεατρικού κειμένου που η ανάγνωση γεννά. 

Η συνάντηση των δύο παλιών φίλων αναδεικνύει τα διαφορετικά μονοπάτια που ακολούθησαν. Εδώ και έναν χρόνο, ο Αρμάν συζεί με τη Ζαν, μεγαλύτερή του και όχι ιδιαίτερα όμορφη, όχι στα μάτια του τουλάχιστον, και αυτό το γεγονός τον απάλλαξε από μια καθημερινότητα γεμάτη στερήσεις και φτώχεια. Καμία μαγεία, κανένα πάθος, πρακτικός οπορτουνισμός, ένα ενστικτώδες εγχειρίδιο επιβίωσης σ' έναν κόσμο με τα προνόμια άνισα μοιρασμένα, καμία ισχυρή θεωρία και ιδεολογία για υπόστρωμα. Ο Λουσιέν, αντίθετα, δεν στάθηκε το ίδιο τυχερός(;). Η συνάντησή τους θα προκαλέσει στον Αρμάν μια ενοχή φιλανθρωπικής υφής, θα νιώσει πως κάτι πρέπει να κάνει για τον παλιό του φίλο, θα τον καλέσει στο σπίτι για γεύμα, θα σκεφτεί πώς θα μπορούσε να τον βοηθήσει να βρει μια δουλειά, να ξεφύγει από τη μίζερη πραγματικότητά του που ο πιθανός καρπός  της υπεραξίας της θα εντείνει, ας μη γελιόμαστε, τη θέση ισχύος του. Έτσι ξεκινά η ιστορία αυτή, που διαδραματίζεται αρκετά συνοπτικά και σε διάστημα έξι ημερών, μέσα στις οποίες θα συμβούν κάποια γεγονότα τα οποία θα εκτροχιάσουν την πρόσφατα τοποθετημένη σε ράγες πορεία της ζωής του Αρμάν.

Το Αρμάν είναι ένα από τα πολλά εκείνα μυθιστορήματα που το ενδιαφέρον τους δεν εντοπίζεται στο περιεχόμενο της ιστορίας, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή κατασκευάζεται και παρουσιάζεται. Θα αρκούσαν ελάχιστες γραμμές για να συνθέσει κανείς μια πλήρη περίληψη της υπόθεσης, ωστόσο, και παρά τον αναπόφευκτο σκεπτικισμό, η ανάγνωση δεν θα υπέφερε έντονα από αυτή την πρότερη γνώση. Ο Μποβ δεν κάνει κάτι το εντυπωσιακό στο μάτι, ειδικά για τον σημερινό αναγνώστη, αυτή η διαπίστωση είναι, όπως φαντάζεστε, μάλλον φαινομενική και επιφανειακή. Η καταγωγή τού συγγραφέα είναι ρωσική, παρότι γεννήθηκε και έζησε στη Γαλλία, και αυτό είναι κάτι το οποίο περνάει και στην πρόζα του, στον τρόπο με τον οποίο κινεί τον αντιήρωα και αφηγητή του στην σκακιέρα της πεζής καθημερινότητας, γεμάτης από μικρογεγονότα ελάχιστης πρωτοτυπίας και επ' ουδενί συγκλονιστικών, με την ανία και τον ντετερμινισμό να κυριαρχούν, πετυχαίνοντας, ωστόσο, να αποδειχτεί ένας σπουδαίος, στυλίστας, παρότι χαμηλόφωνος, χωρίς ανάγκη για κενοφανή και πρόσκαιρο εντυπωσιασμό.

Και είναι αυτός ο τρόπος του Μποβ που ασκεί την απαραίτητη γοητεία στον αναγνώστη ώστε στιγμή να μη σκοντάψει στην κοινότοπη και αδιάφορη ιστορία του Αρμάν, να μη δυσφορήσει παρά με τον ίδιο τον Αρμάν και την απάθεια με την οποία πορεύεται, ένας εν αγνοία του πρόδρομος του υπαρξισμού, αναπόφευκτα διαμορφωμένος από τις μεσοπολεμικές συνθήκες, ένας ιδιότυπος ρεαλισμός χωρίς αγωνία υψηλών ιδεών και παθών. Εκείνο που, περισσότερο και από την πρόζα του Μποβ, με εξέπληξε ήταν η επιλογή του τίτλου. Εξηγούμαι: μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση που περιλαμβάνει και καθιστά διακριτή την απόσταση συγγραφέα και αφηγητή δεν έχει κάτι το αυτοδύναμα ενδιαφέρον, καθώς αποτελεί ένα συχνότατο λογοτεχνικό εύρημα. Η επιλογή όμως του συγγραφέα να δώσει στο μυθιστόρημά του για τίτλο το όνομα του αφηγητή αποτέλεσε μια ιδιαιτέρως λειτουργική επιλογή, καθώς επέτεινε το αίσθημα του κενού ανάμεσα στα δύο πρόσωπα, καθιστώντας τον Αρμάν ακόμα πιο εγωκεντρικό, τονίζοντας περαιτέρω την αντίφαση με τον απαθή χαρακτήρα του, που ελάχιστα κινητοποιείται από τα γεγονότα της ζωής, όντας ανά πάση στιγμή έτοιμος να βολευτεί στην πιο προσιτή ευκολία. Ο Αρμάν είναι ένας πολύ ιδιαίτερος χαρακτήρας παρά το ελάχιστο εμφανές βάθος του, ένας αντιήρωας στιγμές στιγμές εκνευριστικά αδιάφορος και ελάχιστα, ως καθόλου, λογοτεχνικός.

Δεν ξέρω με ποια εργαλεία θα μπορούσε κανείς να υπεραμυνθεί της αναγνωστικής αίσθησης πως το Αρμάν ανήκει στο σώμα της καλής λογοτεχνίας σε πείσμα των μάλλον αντιλογοτεχνικών, κατά κάποιο τρόπο, συστατικών του μυθιστορήματος· η εξειδικευμένη γνώση εκείνης της λογοτεχνικής εποχής αλλά και του κοινωνικοπολιτικού της περιβάλλοντος σίγουρα θα πρόσφερε κάποια πρώτα νήματα περιήγησης. Και είναι αυτή η άγνωστη γη που επέτεινε μέσα μου το έντονο αναγνωστικό συναίσθημα, η αδυναμία αιτιολόγησης και εντοπισμού μιας ευδιάκριτης σχέσης αιτίου αιτιατού. Ακόμα και μετά την ανάγνωση του πλουσιοπάροχου επίμετρου, που περιλαμβάνει σύγχρονες με το έργο κριτικές προσεγγίσεις, το ερώτημα παραμένει: τι ήταν εκείνο που ανάμεσα στις λέξεις και στα παρασκήνια της κατασκευής χάριζε αναγνωστική απόλαυση και έτρεφε την προσοχή και το ενδιαφέρον σε κάτι που –τελικά– φαινομενικά –και μόνο– έμοιαζε να είναι λογοτεχνικά απλό και ίσως παρωχημένο;

Εκτός από την απόλαυση που η καλή λογοτεχνία απλόχερα προσφέρει, αυτή η ανάγνωση συνοδεύτηκε και από μια διαρκώς παρούσα όχληση, πέρα από την προφανή που σχετίζεται με την απάθεια του Αρμάν, επίσης μάλλον αδύνατο να διευκρινιστεί και να αποκοπεί με χειρουργική ακρίβεια. Όχληση που στα μάτια μου δικαιολογεί και δικαιολογείται μόνο από την παράδοξη αίσθηση συγχρονίας, παρά τη χρονική απόσταση του τότε με το σήμερα, αφού ο Αρμάν και ο κόσμος του έχουν κάτι το –αν και αδιευκρίνιστο– οικείο, γεμάτο από απομάγευση και μη προφανή λογοτεχνικότητα, που, παρότι ισχυριζόμαστε πως είναι κάτι που το γνωρίζουμε καλά και το ζούμε καθημερινά στο πετσί μας, η ρεαλιστική αναφορά σε αυτό δεν παύει να μας ενεργοποιεί αμυντικά αντανακλαστικά άρνησης και απόρριψης, κρυμμένα καλά πίσω από μια δήθεν άτεγκτη λογοτεχνική αισθητική και θεωρία. 

Μια ιδιόμορφη και πολυεπίπεδη δήλωση ήττας και αποδοχής ενός κόσμου ελάχιστα λογοτεχνικού, αυτό νιώθω πως ήταν το μυθιστόρημα αυτό για μένα, με τον Μποβ απρόθυμο να ποτίσει το ξερό και άγονο έδαφος, να μακιγιάρει και να ρετουσάρει, να παραπλανήσει με όμορφα και ηρωικά λόγια και κατορθώματα τον εαυτό του και τον αναγνώστη. Η αναγνωστική επίγευση είχε κάτι από το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας.

υγ. Για το μυθιστόρημα του Σελίν περισσότερα εδώ, θυμήθηκα και τον Αρμάντ Β. του Νταγκ Σούλστα εδώ.

Μετάφραση Φοίβος Μπότσης
Εκδόσεις Καστανιώτη