Δευτέρα 22 Ιουλίου 2024

Νικήτρια σκόνη - Κώστας Καλτσάς

Ανέμενα αυτό το βιβλίο με προσδοκίες και επιφυλάξεις. Υπήρξε για καιρό ένα κοινό και ευρέως διαδεδομένο στη βιβλιοφιλική κοινότητα μυστικό, η Νικήτρια σκόνη, ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε στα αγγλικά ως διδακτορική διατριβή στη Δημιουργική Γραφή και αναζητούσε τον δρόμο της έκδοσης, από έναν συγγραφέα συνώνυμο του τρομερού (ανα-)γνώστη της λογοτεχνίας και της θεωρίας της, που μεταξύ άλλων έχει αναλάβει και τη μετάφραση του magnus opus του τεράστιου Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Infinite jest. Ο λόγος φυσικά για τον Κώστα Καλτσά.

Και αν οι προσδοκίες με συνέπεια απορρέουν από τα στοιχεία ταυτότητας του συγγραφέα, οι επιφυλάξεις είχαν να κάνουν με δύο σκέλη. Πρώτο εκείνο της ακαδημαϊκής κατασκευής, αν δηλαδή μπορεί να σταθεί λογοτεχνικά ένα μυθιστόρημα που υποβλήθηκε ως πρόταση για την εκπόνηση μιας διατριβής, αν η αναπόφευκτη εγκεφαλικότητα θα σημάδευε την αναγνωστική εμπειρία. Δεύτερο, εκείνο του περιεχομένου. Ακόμα ένα βιβλίο για τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο, τι θα μπορούσε άραγε να προσθέσει στην ήδη πλούσια λογοτεχνική βιβλιογραφία, αλλά και η πρόσφατη ιστορία, το καλοκαίρι του δημοψηφίσματος, πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει η ελάχιστη περίοδος που μεσολάβησε έκτοτε, πόσο καλά χωνεμένη θα αποδεικνυόταν.

Ο Καλτσάς πετυχαίνει να αντιστρέψει τον προβληματισμό σε αναγνωστικό θαυμασμό, υπενθυμίζοντας έμμεσα πως ακόμα και το πιο κοινότοπο θέμα μιας εθνικής λογοτεχνίας στα χέρια ενός ικανού γραφιά δύναται να μετατραπεί σε απόλαυση. Ο τίτλος, δάνειο από το ανυπέρβλητο Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ του Φόκνερ, εκτός από εμπνευσμένος αποδεικνύεται άκρως ταιριαστός έτσι όπως αποτυπώνει το πνεύμα που διαπνέει το σύνολο των σελίδων αυτού του ολοκληρωμένου μυθιστορήματος. Ο Καλτσάς χρησιμοποιεί ένα σύνηθες αφηγηματικό εργαλείο, επικεντρώνεται στην ατομική ιστορία μιας οικογένειας για να συνθέσει παράλληλα και ταυτόχρονα τη μεγάλη εικόνα. Το τραύμα, οι ήττες και η σιωπή κυριαρχούν, πώς αλλιώς, όταν μιλάμε για τη νεότερη ελληνική ιστορία, ενώ ταυτόχρονα δοκιμάζονται από την άρνηση των επόμενων γενιών να εμπλακούν προσωπικά, να θεωρήσουν την ιστορία των προγόνων τους δική τους ιστορία, αναζητώντας εαυτούς σε αυτή.

Χωρισμένο ευφυώς σε τρία κεφάλαια –τα Δεκεμβριανά, το καλοκαίρι του 1995 και την παραμονή του δημοψηφίσματος– το μυθιστόρημα διατρέχει μια περίοδο εβδομήντα χρόνων. Είναι η απόπειρα του Μιχάλη Ξενίδη να συνθέσει και να αφηγηθεί την ιστορία του πατέρα του, απόπειρα που κληροδοτείται, ως προθανάτια επιθυμία,  στον γιο του, Αντρέα. Ένα τεράστιο και υπό διαμόρφωση αρχείο έρευνας ενός ερασιτέχνη που, με έντονη την αγωνία, επιχειρεί να μπει στα παπούτσια του ιστορικού, μεταβιβάζεται στον επαγγελματία ερευνητή γιο, που εδώ και χρόνια ζει στο εξωτερικό. Και στις δύο απόπειρες, οι επίδοξοι συγγραφείς επιδιώκουν την άπιαστη αντικειμενικότητα, την όσο το δυνατόν πληρέστερη τεκμηρίωση, που ελπίζουν να δώσει φωνή και περιεχόμενο σε όσα διαδραματίστηκαν, προσδοκώντας, έστω και ασυνείδητα, να λάβουν απαντήσεις για το ποιοι είναι οι ίδιοι, από τι υλικό και συνθήκες είναι φτιαγμένοι.

Ο Καλτσάς έχει την απαραίτητη οξυδέρκεια να υπηρετήσει αφηγηματικά την ιστορία του, αποφεύγοντας να καταφύγει με βουλιμία στην υπερεπαρκή θεωρητική σκευή και διαφεύγει πλήρως του ορατού ενδεχομένου να αποπειραθεί να εντυπωσιάσει τεχνικά με τρόπο αταίριαστο και εις βάρος του ίδιου του μυθιστορήματος. Αυτό δεν σημαίνει πως ακολουθεί το πλέον συμβατό αφηγηματικό μονοπάτι, θέτοντας εξ αρχής τον πήχη ιδιαιτέρως ψηλά, με έντονα παρούσα τη συγγραφική φιλοδοξία, πήχη που καταφέρνει με άνεση να υπερκεράσει προς ενθουσιώδη ικανοποίηση του αναγνώστη. Η αφηγηματική σύνθεση του μυθιστορήματος προσιδιάζει, αν και κάπως λοξά, στην κατασκευή μιας ακαδημαϊκής εργασίας, όχι μόνο επειδή στηρίζεται κατά ένα μεγάλο της μέρος στην έρευνα και τις πηγές, αλλά και ως προς την ίδια της τη φύση, τον εκρηκτικό συνδυασμό προσωπικής και επιστημονικής εμμονής. Ωστόσο, εκείνο που την καθιστά λογοτεχνία είναι το συναίσθημα αγωνίας και υποχρέωσης που διαπνέει τους δυο τους, καθώς επιχειρούν να αφηγηθούν μια προσωπική ιστορία αφαιρώντας τον αναπόφευκτο υποκειμενισμό, εκκινώντας από μια μεταχρονολογημένη αφετηρία, αυτή η ιστορία πρέπει να ειπωθεί για όλους τους λόγους του κόσμου τους.

Στη Νικήτρια σκόνη υπάρχουν κάποιες –αρκετές– σελίδες πολύ υψηλής λογοτεχνικής στάθμης, με αποκορύφωμα όσες αφιερώνονται στην Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου του 1944, και το αιματοκύλισμα της συγκέντρωσης στην πλατεία Συντάγματος. Αυτό δεν είναι ένα ακόμα μυθιστόρημα για την περίοδο εκείνη, ο Καλτσάς, με την αγαστή συνεργασία του Γιώργου Μαραγκού στη μετάφραση, υπογράφει ένα εκκωφαντικής αρτιότητας και απόλαυσης λογοτεχνικό έργο.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ανοιχτό βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών.

Μετάφραση Γιώργος Μαραγκός
Εκδόσεις Ψυχογιός

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2024

Καιρός - Jenny Erpenbeck

Η Τζέννυ Έρπενμπεκ, γεννημένη το 1967 στην Ανατολική Γερμανία, είναι ιδιαιτέρως αγαπητή στη χώρα μας και το όνομά της συχνά ψιθυρίζεται ως ευχή κάθε που η απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας πλησιάζει. Στις 21 Μαΐου 2024 το μυθιστόρημά της Καιρός και η αγγλική του μετάφραση τιμήθηκαν με το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ. Λίγο αργότερα, πάντοτε σε μεταφραστική φροντίδα του Αλέξανδρου Κυπριώτη, κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Αυτή είναι μια ερωτική ιστορία. Βερολίνο, Ιούλιος 1986. Μια ξαφνική μπόρα και μια σειρά από λοιπές, εν πολλοίς αδιόρατες, μικροσυμπτώσεις θα φέρουν τη δεκαεννιάχρονη Καταρίνα και τον πενηντατριάχρονο συγγραφέα Χανς στο ίδιο λεωφορείο. Έτσι θα ξεκινήσει η σχέση τους. Όταν εκείνος θα πεθάνει, χρόνια μετά, η Καταρίνα θα είναι χιλιόμετρα μακριά, δεν θα τηρήσει την υπόσχεσή της να παραβρεθεί στην κηδεία του. Έξι μήνες μετά μια γυναίκα θα παραδώσει στο σπίτι της Καταρίνα δύο κούτες, δύο μαύρα κουτιά της σχέσης τους, εκείνη, μαζί με δικά της αναμνηστικά φυλαγμένα σε μια βαλίτσα, θα τα ανασύρει, ο τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής θα μεσολαβήσει στην ανασύσταση της ιστορίας τους.

Ένα βασικό, αν όχι το κυρίαρχο, συστατικό της εργογραφίας της Έρπενμπεκ είναι ο πολιτικός και ιστορικός χαρακτήρας ως περιβάλλον εντός του οποίου διαδραματίζεται η εκάστοτε πλοκή, σχηματίζοντας ένα σφιχτοδεμένο ζευγάρι. Έτσι κι εδώ. Η ερωτική ιστορία, με όλες τις ιδιαιτερότητές της, εξελίσσεται όταν η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας πνέει τα λοίσθια, όταν το Τείχος, τι και αν ακόμα δεν έχει υποχωρήσει, θρυμματίζεται κιόλας.

Την ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Αυτή είναι μια από τις ελάχιστες αρχές της ανθρώπινης ιστορίας που δεν διαθέτει εξαιρέσεις. Και νικητές ήταν οι Δυτικοί, καμία ισονομία στη μετάβαση δεν υπήρξε, και έτσι έγραψαν την ιστορία κατά το δικό τους δοκούν, παρουσιάζοντας την απέναντι όχθη σαν ένα άθροισμα τεράτων εντός ενός διάχυτου ζόφου. Το μηδέν ένα είναι που περισσότερο απ' όλα ενοχλεί, αυτή η απλοϊκή διάκριση την οποία ενστερνίζονται επιστήμονες και μελετητές, οι άκρες του δόρατος της προπαγάνδας, όταν ήδη η συζήτηση για το τέλος της ιστορίας ολοένα και περισσότερο έδαφος κέρδιζε.

Τα προηγούμενα μυθοπλαστικά έργα αλλά και οι δημόσιες τοποθετήσεις της Έρπενμπεκ χαρακτηρίζονται από θυμό για την επικρατούσα στρέβλωση. Δυτικά όλα ήταν καλά, ανατολικά όλα άσχημα, τελεία και παύλα, ναι καλά. Αν επιχειρούσε κανείς να προσδιορίσει συνοπτικά την κύρια συγγραφική φιλοδοξία εδώ, αυτή θα ήταν η απόπειρα να δειχτεί πως η καθημερινότητα εκεί δεν περιοριζόταν στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν, πως οι άνθρωποι ζούσαν. Ονειρεύονταν, ερωτεύονταν, γλεντούσαν, έκλαιγαν και τα λοιπά και τα λοιπά ανθρώπινα πάθη τούς χαρακτήριζαν.

Η Έρπενμπεκ συνεχίζει τη σημαντική λογοτεχνία της μη λήθης, που ως κύριο εκφραστή της είχε τον σπουδαίο Χάινριχ Μπελ, χωρίς απλοϊκές και ψευδείς ωραιοποιήσεις, μια απόπειρα αποτύπωσης των αποχρώσεων μεταξύ λευκού και μαύρου, μια υψηλής στάθμης πολιτική λογοτεχνία, διαχρονικής και οικουμενικής, που στον πυρήνα της φέρει την υποκρισία με την οποία το παρελθόν αντιμετωπίστηκε και αντιμετωπίζεται, τη γραμμή εκείνη που διέκρινε το ναζιστικό προηγούμενο, τη συνέχεια του κράτους και της πατρίδας, μιας εκ θαύματος μετάβασης και ήττας του τέρατος, για το οποίο κανείς δεν μιλάει, αντίθετα με ό,τι συνέβη, και καλώς συνέβη ως ένα βαθμό, μετά την πτώση του Τείχους, όταν όλα τα αρχεία ήρθαν στο φως.

Ο Καιρός δεν είναι το αποτέλεσμα μιας στρατευμένης λογοτεχνίας, όσο και αν κάποιοι επωφελούνται αντιμετωπίζοντάς το, όπως και την ευρύτερη λογοτεχνική παρουσία της Έρπενμπεκ, ως τέτοιο, παρακάμπτοντας την απάντηση σε πλήθος ερωτημάτων και αμελώντας να αναφερθούν στη δεδομένη λογοτεχνική αξία του έργου της. Η υψηλή λογοτεχνία πάντοτε θα αντιμετωπίζεται και ως ένα ενοχλητικό πετραδάκι που δυσκολεύει το αγέρωχο βάδισμά των εκάστοτε νικητών, θέτοντας τη βεβαιότητα εν αμφιβόλω.

Ο πολιτικός χαρακτήρας του έργου διόλου δεν υποτάσσει τη λογοτεχνική αξία, την αφηγηματική ικανότητα της Έρπενμπεκ στο χτίσιμο και τη λειτουργία του μυθιστορήματος. Ο τρόπος με τον οποίο μπλέκει τις ιστορίες των δύο εραστών, αλλά και αυτές με την Ιστορία, κυρίως, και η ομοιόμορφη από άκρη σε άκρη αφηγηματική φωνή, επίσης. Ιδιαίτερα στο καταιγιστικό τελευταίο τρίτο του μυθιστορήματος, μετά την πτώση του Τείχους, όταν για κάποιους το να αγοράσουν ένα παντελόνι τζιν δεν ήταν η απάντηση σε όλα τα ερωτήματα, όταν η Κρίστα Βολφ πίστευε πως ακόμα υπήρχε η καύσιμη ύλη για να οικοδομηθεί μια σοσιαλιστική κοινωνία, δίκαιη και όχι υποταγμένη στην ατομική κατανάλωση και ιδιοκτησία.

Ο Καιρός αποτελεί μαζί με την Ιστορία του γερασμένου παιδιού και τη Δοκιμασία τις ψηλότερες κορυφές μιας σπουδαίας συγγραφέως, μιας από τις σπουδαιότερες της εποχής μας, της Τζέννυ Έρπενμπεκ.

υγ. Για τα προηγούμενα έργα της Έρπενμπεκ: Ιστορία ενός γερασμένου παιδιού (εδώ), Σκύβαλα (εδώ), Παιχνίδι με τις λέξεις (εδώ), Δοκιμασία (εδώ), Περαστικοί (εδώ), Η συντέλεια του κόσμου (εδώ).

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

Η δική μας πλευρά της νύχτας - Mariana Enriquez

Η Μαριάνα Ενρίκες, γεννημένη στο Μπουένος Άιρες το 1973, συστήθηκε στο ελληνικό κοινό μέσα από δύο συλλογές διηγημάτων, το Όσα χάσαμε στις φλόγες και το Οι κίνδυνοι του να καπνίζεις στο κρεβάτι. Και οι δυο αυτές συλλογές έκαναν μια κάποια εντύπωση, διαβάστηκαν και αγαπήθηκαν, το όνομά της καταγράφηκε στις σημειώσεις των αναγνωστών ως υπενθύμιση παρακολούθησης κάθε επόμενου βιβλίου της. Και να που το επόμενο βήμα πραγματοποιήθηκε με την κυκλοφορία στα ελληνικά του σχεδόν οχτακοσίων σελίδων μυθιστορήματος Η δική μας πλευρά της νύχτας σε μετάφραση Χριστίνας Θεοδωροπούλου.

Είχα διαβάσει κι εγώ τις δύο εκείνες συλλογές διηγημάτων σημειώνοντας το όνομά της περιμένοντας ακριβώς αυτό, ένα μυθιστόρημα. Πολλάκις έχω επαναλάβει στις ψηφιακές αυτές σελίδες την αναγνωστική προτίμησή μου στη μεγάλη φόρμα. Δεν είχα καταγράψει την αναγνωστική εμπειρία εκείνων των δύο συλλογών, όχι γιατί δεν μου άρεσαν, το αντίθετο μάλλον συνέβη, αλλά γιατί δεν ήξερα πώς να πιάσω το νήμα, πώς να μιλήσω γι' αυτές. Ωστόσο, η πρότερη αυτή γεύση του έργου της συνετέλεσε τα μέγιστα τόσο στη σκιαγράφηση του ορίζοντα προσδοκιών που αναπόφευκτα σκιαγράφησα με το που έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου όσο και στην αίσθηση οικειότητας που ένιωσα ήδη από τις πρώτες σελίδες. Έμενε, ανάμεσα σε άλλα, να εξακριβώσω πώς θα λειτουργούσε η κατασκευαστική μηχανική τής Ενρίκες στην πολύ μεγάλη φόρμα.

Η αφήγηση ξεκινά με το ταξίδι ενός πατέρα, του Χουάν, και του μοναχογιού του, του Γκασπάρ, μακριά από το Μπουένος Άιρες, με προορισμό το σπίτι τής οικογένειας της νεκρής από ατύχημα μητέρας του αγοριού. Εκείνη καταγόταν από μια πλούσια οικογένεια, μια από τις πλέον πλούσιες οικογένειες της Αργεντινής, που στην κατοχή της είχε χιλιάδες στρέμματα καλλιεργήσιμης γης, μεταξύ άλλων υπαρχόντων, όπως καταθέσεων σε σκληρό νόμισμα και μετοχών σε επιχειρήσεις. Όμως, ακόμα και οι πιο πλούσιοι του κόσμου αυτού έρχονται από νωρίς αντιμέτωποι με την προοπτική του θανάτου, παρότι θεωρούν δεδομένα τα προνόμιά τους, σκιάζονται από την αντιμετώπιση της μοναδικής φιλοσοφικής βεβαιότητας, εκεί που ακόμα και οι καλύτεροι μεταξύ των γιατρών στέκουν ανήμποροι.

Κάποτε, στόχος της αλχημείας ήταν ο χρυσός, για κάποιους, τους περισσότερους ακόμα είναι. Για τους πάμπλουτους, όμως, που μοιάζει να έχουν από γενεές ανακαλύψει τη φόρμουλα του πλουτισμού, της ολοένα αύξησης του πλούτου τους, το διακύβευμα άλλο δεν είναι παρά η αθανασία, η υλική αθανασία και όχι η απλή ανάμνηση του περάσματός τους από τη γη. Μια σέκτα προνομιούχων γυρεύει τη νίκη επί του θανάτου, πρόθυμη για οποιαδήποτε θυσία, ακόμα και των πλέον προσφιλών τους προσώπων. Η δίψα για την αθανασία απανθρωποιεί τον καθένα, δεν είναι δύσκολο να το φανταστεί αυτό κανείς, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για ανθρώπους που θεωρούν δεδομένα τα προνόμια τους, την αδικία στο μοίρασμα των χαρτιών της παρτίδας αυτής.

Λανθασμένα, κατά τη γνώμη μου, κάποιοι, μάλλον βιαστικά και επιφανειακά, εντάσσουν τη λογοτεχνία της Ενρίκες στους παραπόταμους του μαγικού ρεαλισμού, την ώρα που, χωρίς αντικειμενική δυσκολία, η συγγένεια με το γοτθικό μυθιστόρημα είναι πρόδηλη ή, σε πιο γενικές γραμμές, με τη λογοτεχνία του τρόμου.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει τη διάχυτη φιλοδοξία στην πένα της Ενρίκες, φιλοδοξία που δεν έγκειται αποκλειστικά και μόνο στην κατασκευή ενός τεράστιου σε έκταση μυθιστορήματος, αλλά, στον τρόπο που αυτό θα λειτουργήσει συνολικά, τόσο ως προς τη λογοτεχνία, όσο και ως προς το κοινωνικοπολιτικό κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας της Αργεντινής. Η σκοτεινή ατμόσφαιρα, παρούσα επίσης από την αρχή, δεν περιορίζεται στην πρόκληση τρόμου και ούτε, σε καμία περίπτωση, στο ανοίκειο. Εδώ έγκειται η μαστοριά και το όραμα της συγγραφέως, στην αφήγηση μιας ιστορίας με διάχυτο το μεταφυσικό στοιχείο, ωστόσο, ταυτόχρονα άρρηκτα συνδεδεμένης με το ρεαλιστικό πλαίσιο εντός του οποίου λαμβάνει χώρα.

Μέσα στη χρονιά είχε προηγηθεί η ανάγνωση της τριλογίας της Μπουραζοπούλου, επίσης μια πολιτική αλληγορία ντυμένη με τον μανδύα του φανταστικού.

Το Η δική μας πλευρά της νύχτας, με τον τόσο ταιριαστό και περιληπτικό χαρακτήρα του τίτλου, μπορεί να ιδωθεί από αρκετές πλευρές, για παράδειγμα ως μια ιστορία ενηλικίωσης ή της σχέσης πατέρα γιου ή μιας οικογενειακής σάγκας ή, όπως προείπα, μια λοξή και ως ένα βαθμό υπαινικτική αφήγηση της σύγχρονης ιστορίας της Αργεντινής.

Μια από τις επιφυλάξεις που πάντοτε έχω όταν πρόκειται να διαβάσω ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα όπως αυτό, επιφυλάξεις που εμπεριέχουν ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο μέρος των προσδοκιών ή των ελπίδων μου, έχει να κάνει με το αν η ανάγνωση θα μπορέσει να λειτουργήσει ως μια παράλληλη πραγματικότητα, ως ένα μπούνκερ διαφυγής από το πραγματικό. Αυτό αποτελεί το κυρίως ζητούμενο για μένα. Και η Ενρίκες αποδείχθηκε μαστόρισσα ικανή και πρόσφερε αυτή την καταφυγή, δημιουργώντας έναν κόσμο σκοτεινό, μάγευσης και απομάγευσης ταυτόχρονα, εκεί που οι διαστάσεις και τα όρια διαστέλλονται και συστέλλονται κατά βούληση, πέρα από τις ανθρώπινες αισθήσεις και την πρόσληψη του περιβάλλοντος κόσμου. Αυτό επιβεβαιωνόταν κάθε φορά που λαχταρούσα να επιστρέψω στην ανάγνωση.

Καθόλου δεν νιώθω την επιθυμία να αναλωθώ στην περίληψη της υπόθεσης, είναι κάτι που το θεωρώ άσκοπο και βαρετό συνάμα.

Είναι μάλλον αδύνατο, απέναντι σε ένα έντονα πολιτικό πολυσέλιδο μυθιστόρημα προερχόμενο από τη νέα γενιά λατινοαμερικάνων συγγραφέων, το μυαλό να μην επισκεφθεί η αναζήτηση σχέσης με τον σπουδαιότερο ύστερο εκπρόσωπό της, τον Ρομπέρτο Μπολάνιο φυσικά. Είναι επίσης αδύνατον να μην υπάρχει έστω και η υποψία επιρροής του. Και εδώ, επιστρέφοντας στην άστοχη μάλλον συσχέτιση με τον μαγικό ρεαλισμό, γίνεται εμφανής η ανάγκη εύρεσης ενός τρόπου πλεύσης απέναντι στο ζοφερό κοινωνικοπολιτικό σκηνικό των χωρών της Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής, και η αναζήτηση αυτή αναζωπυρώνει διαρκώς την εκεί λογοτεχνική παραγωγή.

Κάποιος άλλος συγγραφέας, άλλης σχολής και άλλων προνομίων, θα επέλεγε ίσως το όχημα του κωμικού, κάποιος άλλος, πιο στρατευμένος, ή επιθυμώντας να φανεί ως τέτοιος, τον σκληρό ρεαλισμό, κάποιος άλλος την ποιητική αλληγορία, τη χωροχρονική μετατόπιση, κάποιος άλλος, κακώς, θα κατέφευγε στον εξωτισμό, η Ενρίκες επιλέγει τον τρόμο ως το κυρίως όχημα, ίσως γιατί αυτό το συναίσθημα την καταβάλλει απέναντι στην πραγματικότητα, μέσα στην οποία παλεύει να δημιουργήσει και να μην παραδοθεί.

Και το κάνει αυτό με έναν τρόπο υπέροχο, υποβλητικό και ταυτόχρονα καταβλητικό, εγκλωβίζοντας τον αναγνώστη στον περίτεχνο ιστό που επί σελίδες υφαίνει. Ένα από τα βιβλία της χρονιάς μου.

Μετάφραση Χριστίνα Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2024

Ελσίνκι - Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Η Ελλάδα αποτελεί, για τη μεγάλη πλειοψηφία μεταναστών και προσφύγων, ένα αναγκαστικό πέρασμα, ένα απαραίτητο χωρικό κομμάτι του δρόμου που ελπίζουν να διανύσουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, μέχρι κάποια πλούσια ευρωπαϊκή χώρα αναζητώντας και ελπίζοντας σ' ένα καλύτερο αύριο. Συχνά, σχεδόν πάντα, αποδεικνύεται για εκείνους ένας μη τόπος εγκλωβισμού. Κάτι παράδοξο συμβαίνει τότε, με κάθε τρόπο, είτε από την κεντρική διοίκηση είτε από τα μεμονωμένα άτομα, τους γίνεται κατανοητό πως δεν είναι καλοδεχούμενοι σε έναν τόπο που, εδώ έγκειται το παράδοξο, οι ίδιοι οι μετανάστες και πρόσφυγες διόλου δεν επιθυμούν να εγκατασταθούν και να κατοικήσουν, δηλαδή, όσο δεν τους θέλουν εδώ τόσο κι εκείνοι δεν θέλουν αυτό το εδώ, ένα πέρασμα είναι γι' αυτούς η Ελλάδα, ένα πέρασμα προσδοκούν να είναι και τίποτα παραπάνω. Και αν η κεντρική διοίκηση φέρει ακέραια την ευθύνη για τις διακρατικές συμφωνίες που έχει συνάψει, οι οργισμένοι κάτοικοι διεκδικούν τη μη παραμονή των ξένων εδώ και εμπλέκονται σε μια σύγκρουση, καθίστανται, έτσι, το μακρύ χέρι της εξωτερικής πολιτικής τρίτων χωρών. Πολλοί από «εμάς» δεν τους θέλουν, οι περισσότεροι από εκείνους δεν μας θέλουν.

Το «προσφυγικό», ένα σύνθετο από κάθε άποψη ζήτημα που δεν επιδέχεται εύκολες και μονοσήμαντες ερμηνείες, ονομάστηκε έτσι το καλοκαίρι του '15, όταν ο πόλεμος στη Συρία συνέβαινε και είχε ως αποτέλεσμα μεγάλα μέρη του πληθυσμού να εξαναγκαστούν σε μια βίαιη φυγή προς τη σωτηρία. Η μετακίνηση πληθυσμών είναι, ωστόσο, τόσο παλιά όσο και η ανθρώπινη ιστορία, μια από τις μήτρες του πολιτισμού, μια διαδικασία που δεν πρόκειται να σταματήσει να λαμβάνει χώρα, ιδιαίτερα όσο οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες θα θεριεύουν την αδικία και την πείνα, όσο η κλιματική αλλαγή θα καθιστά ακατοίκητα ολοένα και περισσότερα εδάφη. Όσο και αν η διαχρονική μετακίνηση πληθυσμών διαθέτει κάποια κοινά στοιχεία και χαρακτηριστικά, δεν παύει να αποτελεί τη σύνθεση εκατοντάδων χιλιάδων ατομικών συμβάντων και ιστοριών.

Μια από αυτές τις ιστορίες είναι και εκείνη του Αβίρ, ενός Κούρδου που ξεκίνησε από το Ιράκ αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο. Βρέθηκε στην Ελλάδα, εγκλωβίστηκε εδώ, είδε τα μεροκάματα να πέφτουν και τις δουλειές να μειώνονται, τη γραφειοκρατία να τον κρατά δέσμιο, το όνειρο για ένα καλύτερο αύριο να ξεφτίζει μέρα με τη μέρα. Γνώρισε τον Αντώνη, έναν μεσήλικα συγγραφέα, που είχε πια αποδεχτεί τη μοναχικότητα του βίου, εκείνος του πρόσφερε το σπίτι του και την ελεύθερη από πάντα θαρρείς μεριά του κρεβατιού του. Τον άκουγε να ονειρεύεται ένα καλύτερο αύριο μακριά από την Ελλάδα και μακριά από εκείνον άρα, η αγάπη του γι' αυτόν τον όπλιζε με συναισθηματική αντοχή, όσο περισσότερο αγαπάς κάποιον, τόσο λιγότερο σκέφτεσαι τον ίδιο σου τον εαυτό, ακόμα και αν αυτό σημαίνει μια βουτιά στην παγωμένη θάλασσα της μοναξιάς και της στενοχώριας που η απώλεια επιφέρει καίρια και σκληρά.

Το Ελσίνκι είναι η ιστορία του Αβίρ πρωτίστως, αλλά και του Αντώνη δευτερευόντως, ο πρώτος ρόλος είναι του Αβίρ, του συγγραφέα ο δεύτερος, ο συμπληρωματικός. Ο Γρηγοριάδης αφηγείται μια πολύ ωραία ιστορία αγάπης και πάντα θα υπάρχει χώρος για μια ακόμα καλή ιστορία αγάπης χωρίς κανείς, ή σχεδόν κανείς, να νοιάζεται για την έξωθεν πρωτοτυπία της, μην ξεχνώντας πως κάθε ερωτική ιστορία είναι από τη φύση της μοναδική και ανεπανάληπτη, ή τουλάχιστον ως τέτοια βιώνεται από τα εμπλεκόμενα μέρη. Με διαρκή μπρος πίσω στον χρόνο, από την άφιξη του Αβίρ στην Ελλάδα και τη γνωριμία του με τον Αντώνη, μέχρι και το αφηγηματικό παρόν, μετά την επιστροφή του συγγραφέα από το ταξίδι του στο Ελσίνκι, εκεί όπου πια ζούσε ο Αβίρ, έχοντας καταφέρει να ξεπεράσει τις δυσκολίες που συνάντησε στον δρόμο του, όταν πια η ιστορία αυτή είχε με κάποιο τρόπο ολοκληρωθεί, όταν ο Αντώνης μπορούσε πια να κάτσει μπροστά από την άδεια σελίδα και να πληκτρολογήσει όλα όσα συνέβησαν.

Μικρή, κατά τη γνώμη μου, σημασία έχει εάν η ιστορία αυτή διαθέτει κάτι το αυτοβιογραφικό. Η δύναμή της δεν εδράζεται διόλου στην όποια φαινομενική αλήθεια της, στο αν συνέβη στην πραγματικότητα ή όχι δηλαδή. Ο Γρηγοριάδης εξοπλίζει τον αφηγητή-συγγραφέα με το απαραίτητο συναίσθημα ώστε η ανάγκη για την αφήγηση αυτή να είναι απόλυτη και καθηλωτική, από την πρώτη μέχρι την τελευταία της λέξη, αυτό κάνει την ιστορία αυτή αληθινή στο συναίσθημά της, στον τρόπο με τον οποίο πέρασε από τους όποιους μυθοπλαστικούς μύλους για να βρεθεί αποτυπωμένη στο χαρτί. Ωστόσο, η συναισθηματική αυτή αλήθεια δεν σπάει τον αυχένα της κατασκευής, παρότι διαπερνά κάθε σημείο της έκτασής της. Ο Γρηγοριάδης, έμπειρος και ικανός γραφιάς, καταφέρνει να σταθεί έστω και μισό εκατοστό έξω από την ιστορία αυτή, η αποστασιοποίηση, πλήρης και αποστειρωμένη, είναι αδύνατη, αυτό το μισό εκατοστό ωστόσο είναι απαραίτητο ώστε να αναμετρηθεί με το συναίσθημα του αφηγητή του, όχι να το μετριάσει, ούτε να το χειριστεί, αλλά να αναμετρηθεί μαζί του και να μαζέψει τις λέξεις, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και να τα εντάξει σ' αυτή την ιστορία αγάπης.

Εκτός από το να περιπέσει το μυθιστόρημα αύτανδρο στον βούρκο του μελοδραματικού, ένας ακόμα κίνδυνος υπήρχε στο Ελσίνκι και αυτός άλλος δεν ήταν παρά η διαχείριση του «προσφυγικού». Συμβαίνει σε μεγάλο μέρος της σύγχρονης κάθε εποχής λογοτεχνίας ο εκάστοτε δημιουργός να νιώθει την ανάγκη να αφηγηθεί μια ιστορία του παρόντος, οδηγημένος από πλήθος ετερόκλητων επιθυμιών και επιδιώξεων. Εδώ ελοχεύει ο κίνδυνος το τικ στο κουτάκι να μπει αλλά αυτό να μην σημαίνει ταυτόχρονα και καλή λογοτεχνία, αλλά να ξενίζει τον σύγχρονο αναγνώστη, να μοιάζει ψεύτικο και τοποθετημένο επί τούτου, όχι γιατί εξυπηρετεί την ίδια την ιστορία, αλλά γιατί ο συγγραφέας, για τους δικούς του λόγους, επέλεξε να το εντάξει. Το «προσφυγικό» είναι ένα από τα σύγχρονα ζητήματα που συμβαίνουν και απασχολούν, ένα μέρος στο οποίο συναντούνται υπέρμαχοι και πολέμιοι, ανθρωπιστές και μισάνθρωποι, και στην αρένα του πολλοί νιώθουν, από την ασφάλεια που το προνόμιό τους τους χαρίζει, την ευκαιρία να φανούν ανθρωπιστές και να βιάσουν το συναίσθημα. Πόσο γαμάτος, μοιάζει να λένε, είμαι που ασχολούμαι με τους κολασμένους της γης.

Ο Γρηγοριάδης όχι μόνο δεν πέφτει στην παγίδα της γενίκευσης και του στερεότυπου, αλλά δείχνει να γνωρίζει καλά τα τεχνικά κομμάτια της μετανάστευσης, το πώς λειτουργεί αυτή η εμπορία ανθρώπινων ψυχών, και πάνω σε αυτό μπολιάζει, τόσο πετυχημένα, το συναίσθημα της ατομικής ιστορίας του Αβίρ, χωρίς να το απαλλάσσει από το ανθρώπινο σε άγρα ενός απάνθρωπου ιδεαλισμού. Το ίδιο ακριβώς επιχειρεί και κατορθώνει και με τον Αντώνη. Ασχέτως αν η ιστορία αυτή συνέβη ή όχι, θα μπορούσε να έχει συμβεί και αυτό είναι το καθοριστικό κατά τη διάρκεια της αναγνωστικής διαδικασίας, εκείνο που δίνει ένα ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα σε αυτή την ιστορία αγάπης σε σχέση με δεκάδες άλλες παρόμοιες. Και είπαμε, πάντα θα υπάρχει χώρος, αλλά και επιθυμία, για μια ακόμη καλή ιστορία αγάπης, και ο Γρηγοριάδης με το Ελσίνκι μας χαρίζει μια πραγματικά καλή ιστορία αγάπης, χωρίς να δημιουργεί την ανάγκη αυτή να διαχωριστεί από το ίδιο το μυθιστόρημα. Το Ελσίνκι είναι, πρωτίστως, ένα πολύ καλό μυθιστόρημα. 

Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2024

Χωλ - Κατερίνα Χανδρινού

Το σπίτι αυτό,  παρότι μικρό στο μέγεθος, είχε κάποτε χωλ. Όταν το είπα σπίτι μου, το χωλ, η κουζίνα, το σαλόνι είχαν ήδη γίνει ένα, μόνο το υπνοδωμάτιο διατήρησε την ανεξαρτησία του. Είχε, βέβαια, από καιρό απλοποιηθεί ορθογραφικά, ακόμα πιο πριν είχε καταδικαστεί ως αρχιτεκτονικά παρωχημένο, ένα ενοχλητικό κατάλοιπο άλλων δεκαετιών, οι επόμενες γενιές έσπευδαν να ρίξουν τοίχους και να ενώσουν χώρους, χωρίς δεύτερη σκέψη, ρωτώντας απλώς: πόσο θα κοστίσει όλο αυτό το παίδεμα, ποιος θα σκουπίσει τη σκόνη του σοβά. Στο σπίτι αυτό, χωρίς χωλ —ο ορθογράφος επιμένει να υπογραμμίζει την ανορθόγραφη πια λέξη—, διάβασα την Κόρκυρα, πριν το θεωρήσω ακόμα σπίτι μου, αυτό έγινε μήνες αργότερα, και, μόλις μια σελίδα μετά, αυτό που μέχρι πριν λίγο ήταν ένα όμορφο κόκκινο μικρό βιβλίο με όνομα παράξενο που δεν ήξερα πού να το τονίσω, έγινε κάτι που αχόρταγα, σχεδόν απεγνωσμένα, ήθελα να διαβάσω, ελπίζοντας πως θα έχω τον απαραίτητα ποθητό χώρο και χρόνο να επιστρέψω με υπομονή, το ίδιο κιόλας βράδυ, αχόρταγα αλλά και αυστηρά, γιατί όποιος υπόσχεται πρέπει να κρατά τον λόγο του, και εκείνη η μόλις μια σελίδα είχε ήδη υποσχεθεί πολλά, εκείνη η συγγραφέας, που συστήθηκε ως ποιήτρια, είχε ήδη υποσχεθεί πολλά.

Και τήρησε μέχρι τέλους την υπόσχεση εκείνη, που δεν ξέρω αν έδωσε ποτέ ευθέως ή αν επέστρεψε αργότερα για να την υλοποιήσει, όταν πια το βασίλειο των ζώντων είχε μείνει, παρότι ιδιαιτέρως πολυπληθές, λειψό, την ανακαίνιση σε εκείνο το σπίτι στο νησί, κάνοντας όλα εκείνα που δεν πίστευε ποτέ πως θα μπορούσε, δεν χωράει αμφιβολία πως δεν ήθελε, να κάνει, τις συνεννοήσεις με τους μαστόρους, τις αθετημένες διαβεβαιώσεις, τα απρόοπτα, τη γραφειοκρατία που συναντά το χειρωνακτικό. Και όλα αυτά, βαρετά και ιδιαιτέρως εν γένει ενοχλητικά, να αποτυπωθούν στο χαρτί με τρόπο τέτοιο που κάθε σελίδα να μυρίζει χώμα και σκόνη, που κάθε λεπτομέρεια να φουσκώνει και να σκάει ως άλλη στερεοσκοπική εικόνα, εκείνη που συστήθηκε ως ποιήτρια και με τους όρους της έκανε το πέρασμα σε λόγο πιο πεζό, με ένα θέμα άκρως πεζό, την ανακαίνιση ενός σπιτιού με έωλους συναισθηματικούς και πρακτικούς δεσμούς να την ενώνουν μαζί του. 

Από τότε πέρασαν κάτι λιγότερο από πέντε χρόνια, οι εκδόσεις Κείμενα, που με εκείνο το βιβλίο επανασυστήθηκαν μετά από χρόνια σιωπής, εν τω μεταξύ έβγαλαν και άλλα καλά βιβλία, η Χανδρινού επανεμφανίστηκε με το παλιομοδίτικα —για τους ρομαντικούς— ορθογραφημένο Χωλ και εγώ —πώς αλλιώς— ήμουν πολύ χαρούμενος γι' αυτή την κυκλοφορία.

Δεν υπάρχει πια χωλ. Τα παπούτσια των καλεσμένων βρίσκονται σε παράταξη στον κοινόχρηστο χώρο. Κάποιες φορές μάλιστα φτάνουν και ως τα πρώτα σκαλοπάτια. Έτσι η διαδικασία της προσέλευσης, αλλά και, κυρίως, το κατευόδιο κρατάνε πολύ·

Στο οπισθόφυλλο, με ακρίβεια, αναγράφεται: Το Χωλ, ιδιότυπο θρίλερ δωματίου, συνεχίζει να πραγματεύεται το θέμα του οίκου που άνοιξε με το αφήγημα, Κόρκυρα. Η Χανδρινού, πάντοτε με την οξυδέρκεια και το ποιητικό ένστικτο παρά πόδας, "επιστρέφει" στο σπίτι που ζει, μοιάζει με αντίφαση αυτό, αλλά αυτό συμβαίνει, κάπου στην Καλλιθέα, με τις υποσχέσεις του εργολάβου πως τίποτα δεν θα κρύψει την πρόσβαση σε μια φλούδα θάλασσας από καιρό παραβιασμένες, επιστρέφει στην αδιέξοδη εκείνη πάροδο, κοιτάζει τα κουδούνια, ελπίζει να αποφύγει το βλέμμα του διαχειριστή, παρίσταται υποχρεωτικά στις συνελεύσεις για όσα πρέπει να γίνουν και για εκείνους που παρκάρουν όπως θέλουν, στέκεται στο χωλ, εκεί που κάποτε, σε ελάχιστο χώρο, τόσα πράγματα συνέβαιναν και χωρούσαν, ενώ από τον φωταγωγό φτάνουν φωνές και μουσικές, ρουτίνες επαναλαμβανόμενες και κραυγές που χαράσσουν ξάφνου τη νύχτα. 

Ο χώρος, πρώτα, και ο χρόνος, ακολούθως, προΐστανται της επιστροφής αυτής, τα δεύτερα και τρίτα πρόσωπα της πλοκής, ύστερα. Η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, σπιθαμή παραπάνω απ' όσα ο ρόλος της παρατήρησης και της καταγραφής της επιτρέπει δεν καταλαμβάνει, σχεδόν δεν ανασαίνει, παρατηρεί, σκέφτεται και καταγράφει, χωρίς να ανοίγει την πόρτα, παρά μια χαραμάδα μόνο, στο από καιρό στριμωγμένο στο κλιμακοστάσιο συναίσθημα, σφιχταγκαλιασμένο με τα υφάδια της μνήμης, αναπόφευκτα στο μεγαλύτερο βαθμό της επινοημένης. Αυτή η απουσία χαμηλώνει το φως στο κάδρο, η σκόνη που αιωρείται γίνεται ορατή, ο χώρος, μοιάζει να λέει η Χανδρινού, συνεχίζει να υπάρχει και χωρίς εμάς, ακόμα και όταν εμείς είμαστε εκεί, παρόντες και με αυτοπεποίθηση πως αυτός ο χώρος μάς ανήκει, πως είναι το βασίλειό μας, έστω και από πάντα, θαρρείς, γυμνοί.

Δεν είναι απλό και ακριβές να εντάξει κανείς το Χωλ ειδολογικά ή μορφολογικά, ίσως λέγοντας πως πρόκειται για μια ιδιότυπη σύνθεση από εικόνες σε λεπτό χαρτί, τοποθετημένες η μια πάνω στην άλλη, πεζοποιήματα και μικρά θεατρικά, που ο χώρος τα συνέχει, όπως το τσιγαρόχαρτο τον καπνό, ίσως να είχε, λέγοντας κάτι τέτοιο, μια ελπίδα ευστοχίας, μια υποψία ακρίβειας. Δεν είναι ζήτημα πρωτοπορίας ή πρωτοτυπίας κυνήγι. Η Χανδρινού ελέγχει απόλυτα ένα υλικό ανομοιογενές και σε σημεία ετερόκλητο, και όμως, κάθε ψηφίδα είναι τοποθετημένη στην κατάλληλη θέση, παρότι ο αναγνώστης δυσκολεύεται και μάλλον αδυνατεί να εντοπίσει τον ακριβή μηχανισμό, στην έμπνευση, ναι στην έμπνευση, στην υψηλή έμπνευση που χαρακτηρίζει τη σπουδαία ποίηση μπορεί να εναποθέσει ο αναγνώστης την όποια απόπειρα να ξεδιψάσει την απορία του πώς το κάνει. Και αυτό το αίσθημα, πως σε ένα άναρχο περιβάλλον, ελάχιστα ελεγχόμενο όχι μόνο δημιουργικά αλλά και σε επίπεδο καθημερινής διαβίωσης, όλα μοιάζουν γεμάτα από νόημα και πρόθεση, αποπνέει μια ηρεμία, ακόμα και όταν οι κραυγές χαράσσουν τη νύχτα ξάφνου, ακόμα και όταν το βάρος της μνήμης και του συναισθήματος, παρότι στο κλιμακοστάσιο στοιβαγμένα, κόβει την ανάσα.

Η ποιήτρια παραχωρεί τη θέση της στον αναγνώστη, τον καλωσορίζει, του επιτρέπει να αφήσει τα πράγματά του, ιδανικά και τα παπούτσια του, στο χωλ, και ας μην υπάρχει πια, να κλείσει την πόρτα πίσω του, να δοκιμάσει να αναπαυτεί στον καναπέ, βλέποντας μια ταινία ή πηγαινοερχόμενος διαρκώς στο ψυγείο, να γίνεται μάρτυρας, και ας μην το θέλει και ας τον ενοχλεί ίσως, των μικρών σκηνών που διαδραματίζονται γύρω τριγύρω και από τους αεραγωγούς φτάνουν ως εκείνον. Η ποιήτρια γνωρίζει καλά πως οι λέξεις, και δη οι επιτηδευμένες, εκείνες που χαρακτηρίζονται χωρίς σκέψη ποιητικές, δεν κάνουν την ποίηση, πως είναι άλλα πράγματα εκείνα που κάνουν την ποίηση, τα περισσότερα εκ των οποίων βρίσκονται στα σκοτεινά, ανάμεσα στις λέξεις και τα σημεία στίξης, πίσω από τον τίτλο μιας ταινίας που δίνεται ως υποσημείωση. Και αυτή η ελευθερία, όσο φαινομενική ή στρατηγικά υλοποιημένη ως αίσθηση και αν είναι, επιτρέπει στον αναγνώστη να περάσει στο εσωτερικό του σπιτιού, με τις αντηχήσεις της έξω ζωής, της εργασίας και της τριβής με την καθημερινότητα, να περιμένουν, σαν φαντάσματα, την ευκαιρία τους να τρυπώσουν μέσα.

Η Χανδρινού δεν βιάζει, δεν χειραγωγεί, δεν επιζητά το επιφώνημα θαυμασμού, δεν σηματοδοτεί το μονοπάτι. Πρόσφατα, σε μια παρουσίαση ποιητικής συλλογής, άκουσα την ποιήτρια να λέει πως θα ευγνωμονεί στο διηνεκές εκείνους τους ανθρώπους που δεν της έβαλαν εμπόδια, όχι εκείνους που της άνοιξαν δρόμους, σκέφτομαι εγώ, γιατί εκείνοι άλλοι από τους δικούς τους δρόμους δεν θα ήταν, αλλά, επιστρέφω στην ποιήτρια, εκείνους που δεν έβαλαν εμπόδια. Και η Χανδρινού κάνει αυτό ακριβώς, δεν τοποθετεί εμπόδια ή αυστηρή οδική σήμανση στο μονοπάτι, γιατί δεν υπάρχει ένα και μόνο μονοπάτι, ούτε καν για εκείνη την ίδια, τη δημιουργό, πόσο μάλλον για τον υποψήφιο ένοικο αυτού του βιβλίου.

Πάνω από χίλιες λέξεις, ενώ θα μπορούσα απλώς να πω: τι βιβλίο!

υγ. Για την Κόρκυρα είχα γράψει αυτό.

Εκδόσεις Κείμενα

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2024

Στόμα γεμάτο χώμα - Μπράνιμιρ Στσεπάνοβιτς

Ένα από τα βιβλία που σημάδεψαν την αναγνωστική μου εφηβεία, τότε που στις φοιτητικές παρέες εκείνα γύριζαν από χέρι σε χέρι, με αποτέλεσμα τα περισσότερα εξ αυτών να μην πέρασαν ποτέ στην ιδιωτική βιβλιοθήκη, ήταν το Στόμα γεμάτο χώμα. Παρά την ελάχιστη εμπειρία που διέθετα με μια, ίσως ακατανόητη και πιθανά αδικαιολόγητη, βεβαιότητα το είχα θεωρήσει αριστούργημα, έτσι, σκεφτόμουν, θα ήθελα να γράφω. Δεν θυμόμουν πολλά από εκείνη την ανάγνωση, πέρα από τον ξέφρενο χαρακτήρα της και τη βεβαιότητα περί αριστουργήματος, ίσως και πως ανήκε στο σώμα της υπαρξιακής λογοτεχνίας που κάποια χρόνια αργότερα τόσο με γοήτευσε και με καθόρισε, όχι μόνο αναγνωστικά. Πριν από λίγο καιρό, οι εκδόσεις Κυψέλη ανακοίνωσαν την επικείμενη επανακυκλοφορία του βιβλίου αυτού σε νέα μάλιστα μετάφραση. Προσδοκίες και φόβος απομάγευσης στα ύψη.

Και αν οι προσδοκίες μοιάζουν μάλλον δικαιολογημένες, η αναγνωστική επιστροφή σε ένα λογοτεχνικό νησί που επισκέφτηκα μικρός με γέμιζε από τον φόβο της κατάρρευσης του βωμού επί του οποίου είχα τοποθετήσει το Στόμα γεμάτο χώμα, η εμπειρία και το διαμορφωμένο μέσα στα χρόνια αισθητικό κριτήριο ακόνιζαν τα νύχια τους. Η επιστροφή είναι ταξίδι ολόκληρο, φορτωμένο αναπόφευκτα με το σαμάρι της προηγούμενης εμπειρίας, που μέσα στα χρόνια ο μύλος της αφήγησης του παρελθόντος σμίλεψε, χωρίς να νιώθει την παραμικρή υποχρέωση να υπακούσει απέναντι στην αλήθεια —ποια αλήθεια ακριβώς, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Κάθε αφήγηση του παρελθόντος, ακόμα και η πλέον μύχια ή ανείπωτη, διέπεται από αναπόφευκτη μυθοπλασία.

Ένας άντρας μαθαίνει από τον γιατρό πως του απομένουν μόλις λίγοι μήνες ζωής, τρεις λατινικές λέξεις, η αρρώστια, τιτλοφορούν το ελάχιστο μέλλον του. Βγαίνοντας από το ιατρείο θα βαδίσει προς τον σταθμό του τρένου, θα επιβιβαστεί και θα κατέβει νύχτα σε έναν έρημο σταθμό. Δυο άλλοι άντρες, επιθυμώντας να ξεφύγουν για λίγο από την καθημερινή ρουτίνα του άστεως ανεβαίνουν στο ίδιο εκείνο βουνό να κυνηγήσουν και να ψαρέψουν. Όταν τον αντικρίσουν θα αρχίσουν, χωρίς δεύτερη, ούτε καν πρώτη, σκέψη, να τον κυνηγούν, στην παρέα τους θα προστεθούν σιγά σιγά και άλλοι άντρες, ένας δασοφύλακας και ένας βοσκός, μεταξύ άλλων.

Αυτή είναι η υπόθεση της ιστορίας αυτής που διαδραματίζεται στα παρθένα βουνά του Μαυροβουνίου της τότε ενωμένης Γιουγκοσλαβίας. Μια απλή σε σύλληψη ιδέα, διαποτισμένη σε μεγάλο βαθμό από το παράλογο, που όμως στα χέρια του Στσεπάνοβιτς αποδεικνύεται αρκετή ως καύσιμη ύλη για τη νουβέλα αυτή, όχι απλώς για να ειπωθεί η ιστορία, αλλά για να λειτουργήσει ως η κορυφή ενός παγόβουνου, που κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και του ορατού κρύβεται το μεγαλύτερο μέρος του.

Είναι ένα από τα κύρια γνωρίσματα της καλής λογοτεχνίας αυτό, όσα υπονοούνται και δεν λέγονται ευθέως να την καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό, χωρίς αυτό να συνεπάγεται, όχι όσο αφορά την καλή λογοτεχνία, μια προσποιητή κρυπτικότητα ή μια επιτήδευση ψευδοφιλοσοφικού ύφους.

Ο Στσεπάνοβιτς χρησιμοποιεί δύο αφηγητές, έναν παντογνώστη τριτοπρόσωπο που αφηγείται τις σκέψεις του κυνηγημένου και έναν πρωτοπρόσωπο στο πρόσωπο του ενός εκ των δύο αρχικών κυνηγών. Αυτή η αφηγηματική διαδοχή αποδεικνύεται υψηλά λειτουργική, καθοριστική για τη συνάρθρωση της νουβέλας, και όχι ένα απλό και στείρο εύρημα εντυπωσιασμού. Τα ερωτήματα, με κύριο εκείνο του γιατί κυνηγούν αυτόν τον άντρα, μένουν αναπάντητα, παρότι φαινομενικά είναι απλά στην απάντησή τους, απλά ωστόσο λόγω της απόστασης που χωρίζει τον αναγνώστη από τους διώκτες, από το πλήθος που βρίσκεται στο κατόπι του κυνηγημένου άντρα, η εκ του ασφαλούς θέαση της παράλογης αυτής πράξης. Είναι, θα λέγαμε, ο τρόπος με τον οποίο ο όχλος λειτουργεί, χωρίς να εκκινεί από μια στέρεα σκέψη, αλλεργικός στο διαφορετικό, σε εκείνο που στέκει έξω από την αντιληπτική του ικανότητα, εκείνη που τον καθησυχάζει και τον βεβαιώνει, μην επιτρέποντάς του να πέσει στο πηγάδια της ματαιότητας, της έλλειψης ξεκάθαρου νοήματος που χαρακτηρίζει την ύπαρξη.

Το ζήτημα της αυτοκτονίας, της ζωοφόρου αυτής προοπτικής, παρά την εν γένει αντίφαση που προκύπτει, αποτελεί ίσως τη μοναδική υπερδύναμη με την οποία είναι οπλισμένος ο άνθρωπος, που νιώθει πως μπορεί να πάρει τη ζωή στα χέρια του αφαιρώντας την. Αλλά και εκείνη η άλλη, η αντίρροπη, η επιθυμία για ζωή που απορρέει από το ένστικτο της επιβίωσης, όταν το τέλος πλησιάζει δεν αποτελεί πια λύση αλλά συνθήκη προς αποφυγή.

Μπορεί η νουβέλα αυτή να μοιάζει απλή ως προς τα ερωτήματα και τα ζητήματα που θέτει, όμως η ποιότητα αυτών των ερωτημάτων και ζητημάτων είναι που την κάνει ταυτόχρονα σύνθετη και βαθιά φιλοσοφική, ακριβώς γιατί η απλότητα παύει πάραυτα όταν αρχίζει η διαπραγμάτευση. Θα επαναλάβω: η φιλοσοφική διάσταση της νουβέλας ούτε ψευδής είναι ούτε επισκιάζει τη λογοτεχνικότητα του κειμένου, αλλά, όπως της αρμόζει, διέπει τα κενά και τις ρωγμές τής αφήγησης, συνδιαμορφώνει το περιβάλλον εντός του οποίου το ανθρωποκυνηγητό λαμβάνει χώρα, και στο τέλος, ακόμα και όταν η μνήμη γύρω από την ακριβή υπόθεση φθαρεί ή χαθεί ολοκληρωτικά, εκείνη η αίσθηση της αγωνίας και της αγέλης ενάντια στο διαφορετικό θα επιζήσει στη μνήμη του αναγνώστη, επιτρέποντάς του, κατά ικανότητα ή βούληση, να την προσαρμόσει στα δικά του φίλτρα πρόσληψης και κατανόησης του φαινομένου της ζωής, ίσως και στη διαμόρφωση ενός οδηγού πλοήγησης από τον κόσμο αυτό. Μπορεί, βέβαια, πάντοτε μπορεί, να περάσει και να μην τον αγγίξει, είθισται αυτό να συμβαίνει.

Πανηγυρική υπήρξε η επιστροφή αυτή, ξέφρενη και ενισχυτική του τότε εναπομείναντος στη μνήμη συναισθήματος, αυτό είναι ένα πάρα πολύ σπουδαίο βιβλίο.

Μετάφραση Ισμήνη Ραντούλοβιτς
Εκδόσεις Κυψέλη

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

Όταν ήμασταν μικροί - Oliver Lovrenski

Η επιλογή ενός βιβλίου, του επόμενου βιβλίου, και ακολούθως η διαδικασία της ανάγνωσής του έχει πλήθος από ρίζες ορατές ή μη σε υπόβαθρο γνωστό ή όχι. Οι μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς, η ζωή τους, οι προσλαμβάνουσες, το γλωσσικό, κοινωνικό ή θρησκευτικό περιβάλλον εντός και επί του οποίου διαμορφώνονται, η εν γένει ταυτότητα, το πώς αυτοπροσδιορίζονται και το πώς νιώθουν, αποτελούν μια άγνωστη, παρότι μοιρασμένη, γη. Παρεπόμενος, ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονται, οι ζυμώσεις που λαμβάνουν χώρα, τα κανάλια μέσω των οποίων ρέουν. Ένα μόνο παράδειγμα είναι η λογοτεχνία. Να μια από τις ρίζες της επιλογής του Όταν ήμασταν μικροί ως επόμενου βιβλίου.

Ο Όλιβερ Λοβρένσκι γεννήθηκε το 2003 στην Κροατία και μεγάλωσε στη Νορβηγία όπου και ζει. Το Όταν ήμασταν μικροί, σε μετάφραση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη, είναι το πρώτο του βιβλίο. Γνώρισε θερμή υποδοχή, αποτυπωμένη σε πωλήσεις και βραβεία.

χτες το βράδυ ξύπνησα γιατί πήρε ο μάρκο κι έκλαιγε κι έλεγε πέθανε, ίβορ, πέθανε, και δεν χρειαζόταν να ρωτήσω ποιος, γιατί ήξερα, έκλεισα απλώς το τηλέφωνο

Έτσι αρχίζει η αφήγηση αυτής της ιστορίας, με έναν θάνατο που φτάνει σαν μαντάτο στη μέση μιας νύχτας, ένας φόβος που πραγματώνεται. Σε αυτό το ελάχιστο δείγμα, ο αναγνώστης διακρίνει ήδη διάφορα γλωσσικά και αφηγηματικά χαρακτηριστικά όπως την απουσία κεφαλαίων γραμμάτων, τον κοφτό λόγο, την ένταση του βιώματος του αφηγητή, αργότερα θα εμφανιστεί το έντονο χαρακτηριστικό της καινούργιας γλώσσας, αποτέλεσμα συνύπαρξης πολλών διαφορετικών καναλιών επικοινωνίας, η ανάγκη να ονομαστεί το καινούριο και η Γλυνιαδάκη αντιμετώπισε αρκετά πετυχημένα τη στενωπό αυτή, την ώρα που τα λεξικά στέκουν άχρηστα στο σκονισμένο ράφι. Το χρονικό κουβάρι τυλίγεται για να ξετυλιχτεί ξανά, από την αρχή, όταν εκείνος ακόμα ζούσε, όταν όλοι τους ήταν μικρότεροι, όταν η περιπέτεια και η περιέργεια τάιζε την καθημερινότητά τους, όταν ο φόβος δεν κατοικούσε μέσα και γύρω τους.

Το νεύρο είναι διάχυτο, στακάτο και λακωνικό, χωρίς φιοριτούρες, χωρίς ποιητικότητα, χωρίς απόπειρα καλλωπισμού και ωραιοποίησης, χωρίς διάθεση ηρωοποίησης ή θυματοποίησης, χωρίς απόπειρα χρήσης κοινωνιολογικών ή ανθρωπολογικών ή όποιων άλλων θεωρητικών εργαλείων, άχρηστων και ανεπαρκών στην καθημερινή ζωή. Ένας ρεαλισμός στεγνός, στον οποίο δύσκολα ανιχνεύονται ξεκάθαρες και διακριτές λογοτεχνικές επιρροές, μια έντονη προφορικότητα ή, αν προτιμάτε, μια αποτύπωση της εμπειρίας με περιορισμούς διαφόρων ειδών, περιορισμοί οι οποίοι περιγράφουν ως ένα βαθμό την πραγματικότητα του Ίβορ και των φίλων του, του συγγραφέα και της γενιάς του, όπως τουλάχιστον εμείς από απόσταση τη διακρίνουμε και την εξηγούμε, ικανοποιώντας την ανάγκη μας για θεωρία και κουτάκια.

Συμβαίνει σε βιβλία όπως αυτό, η ανάγνωση να πατάει σε δύο, τουλάχιστον, πλευρές, στην αναζήτηση της αλήθειας και της λογοτεχνικής αξίας. Και οι δυο αυτές πλευρές είναι εν πολλοίς και κύρια διαμορφωμένες από τους έχοντες το προνόμιο, την άνεση για τη θεωρητικοποίηση, ακόμα και σε ακαδημαϊκό επίπεδο, για το κυνήγι πολιτικοκοινωνικής αλλά και λογοτεχνικής ερμηνείας. Γιατί, είναι προφανές αλλά συχνά λησμονείται, πως η τέχνη, σε οποιαδήποτε μορφή της είναι η έκφραση μιας ανάγκης για δημιουργία, μια βαλβίδα εκτόνωσης, ένας δίαυλος επικοινωνίας. Επιστρέφουμε, λοιπόν, στις δύο πλευρές στις οποίες η ανάγνωση πατάει: είναι αυθεντικό το περιεχόμενο; είναι αυτό λογοτεχνία;

Και αν για τη μια πλευρά δεν μας πέφτει και τόσος λόγος, ή δεν θα έπρεπε να μας πέφτει λόγος για το πώς ο καθένας βιώνει και εκφράζει τα της ζωής του, ως προς τη λογοτεχνική αξία, κρυμμένοι πίσω από το αναφαίρετο δικαίωμά μας για ένα μου αρέσει ή δεν μου αρέσει, δημιουργείται ένας χώρος κριτικής, που εναντιώνεται, μεταξύ άλλων, στον δυναμικό και ανήσυχο χαρακτήρα της τέχνης εν γένει, στην ανάγκη ή υποχρέωση η λάβα να παγώσει πριν δοκιμάσουμε να τη μελετήσουμε και να την εντάξουμε ή όχι στο κυρίως σώμα του ηφαιστείου που ανά περιόδους εκρήγνυται. Όμως, ταυτόχρονα, δεν μπορούμε να κάνουμε πως οι εκρήξεις αυτές δεν συμβαίνουν, πως η λάβα δεν κυλά στους δρόμους των πόλεων.

Τι νόημα θα είχε άραγε, παρά μόνο φιλολογικό, να σταθεί κανείς στην απουσία ή τη λάθος χρήση των κανόνων, αντικειμενικών ή υποκειμενικών, που σύμφωνα με τη θεωρία διέπουν ή θα έπρεπε να διέπουν τη λογοτεχνία. Όπως η πιστή και τυφλή τήρηση των κανόνων δεν παράγει αυτόματα λογοτεχνικό αποτέλεσμα, χιλιάδες τα παραδείγματα, έτσι και το αντίθετο δεν αποκλείει βιβλία όπως αυτό, ή δεν θα έπρεπε να το κάνει, όχι πριν ο χρόνος δώσει τις απαντήσεις του. Είναι, ωστόσο, υπαρκτή μια αναγνωστική προσέγγιση κατά την οποία ο αναγνώστης επιθυμεί την ασφάλεια του παλαιού, του γνωστού και του ασφαλούς, την απόσταση από το εδώ και το τώρα. Ο Λοβρένσκι δεν είναι γι' αυτούς. Ξεκάθαρα, όχι.

Δεν είναι απλό να απαντήσω στο ερώτημα μου άρεσε δεν μου άρεσε το βιβλίο αυτό. Και δεν είναι εύκολο γιατί από αυτό απουσιάζει η κάπως παγιωμένη άποψη περί απόλαυσης. Το βιβλίο αυτό δεν έχει τίποτα το απολαυστικό, δεν έχει ήρωες, δεν έχει έρωτες, δεν έχει ελπίδα, δεν έχει καλό τέλος, δεν έχει πλατφόρμα εκτόξευσης μακριά από την απομαγευμένη πραγματικότητα, έχει ζόφο, μισανθρωπία, απογοήτευση, ακόμα και φόβο για το εκεί έξω. Όχι μόνο λόγω του περιεχομένου, το μυθιστόρημα αυτό έχει διάφορα στοιχεία που ενοχλούν, κυρίως γιατί δεν δίνονται μεταμφιεσμένα με τον μανδύα μιας ιδιότυπης εξωτικότητας, αλλά με έναν τρόπο ευθύ και απότομο, έτσι είναι, έτσι είναι στα μάτια μου και άλλα μάτια δεν έχω, δεν απολογούμαι γι' αυτό, ώχου και δεν με νοιάζει η γνώμη σου.

Αποτελούμενο από μικρά κεφάλαια, το Όταν ήμασταν μικροί αφήνει μια πικρή γεύση στον ουρανίσκο, κυρίως γιατί αντίθετα με την ωραιοποιημένη, κυρίως κινηματογραφικά, συνθήκη πως ο κόσμος είναι γεμάτος από ευκαιρίες τις οποίες αρκεί κανείς να εκμεταλλευτεί, εδώ κυριαρχεί η μη ελπίδα και η μη πίστη.

Ούτε είναι εύκολο και ασφαλές να κρίνω την αλήθεια που φέρει η ιστορία αυτή, παρότι μοιάζει οργανικά ενταγμένη, μήτρα από την οποία η αφήγηση απορρέει, ακριβώς γιατί δεν ξέρω πώς πραγματικά είναι η ζωή κάποιου που ζει στο περιθώριο μιας κοινωνίας όπως η νορβηγική, που αποτελεί λαμπρό παράδειγμα ανάμεσα στις χώρες της γης, για τους υψηλούς δείκτες, ποιοτικούς και ποσοτικούς, που τις αποδίδονται και τη φέρνουν στην κορυφή από λίστες και διαγράμματα. Και ο Ίβορ ουδόλως επιθυμεί να πείσει.

Βιβλία όπως αυτό αναδεικνύουν το κοινωνικοπολιτικό κενό που ολοένα και μεγαλώνει απέναντι στην πρόσληψη της τέχνης, στον τρόπο με τον οποίο κάθε καινούργια και από τα κάτω απόπειρα αυτομάτως οικειοποιείται από ένα δεδομένο κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό σύστημα, που την αγκαλιάζει με σκοπό να την αφομοιώσει και να την καταστήσει ακίνδυνη, να την εντάξει στην κυρίαρχη αφήγηση, να την πασπαλίσει ταυτόχρονα με μυθοπλαστική εξωτικότητα, αχ τι ωραία ιστορία, αλλά ταυτόχρονα και με τον σπόρο της αμφισβήτησης της όποιας αλήθειας φέρει, τι ευφάνταστη ιστορία, να την καταστήσει θέαμα, να την απολυμάνει, να θέσει τη φλόγα υπό απόλυτο έλεγχο.

Η απουσία του πολιτικού είναι εκείνη που περισσότερο απ' όλα ενέτεινε την πίκρα της ανάγνωσης αυτής, αλλά, τι άλλο από επίδειξη προνομίου είναι μια θέση όπως αυτή, να ζητά κανείς από παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στον βόθρο των λημμάτων μας να οραματιστούν έναν καλύτερο κόσμο και να παλέψουν επιπλέον γι' αυτό και όχι την επιβίωση με τους όρους που το παιχνίδι παίζεται.

Το Όταν ήμασταν παιδιά, παρότι στέκει εκτός του σώματος της λογοτεχνίας που αποζητώ και απολαμβάνω, είναι ένα σημαντικό βιβλίο γιατί ζόρισε και τελικά έτρεψε, ελπίζω, σε φυγή την απενοχοποίηση της εκ του ασφαλούς απόστασης απ' όσα περιγράφει, που πάγωσε αυτό το φρικτό συγκαταβατικό κούνημα του κεφαλιού, που φώτισε την τάφρο που με χωρίζει από αυτή την πλευρά, που προπηλάκισε την όποια ενστικτώδη απόπειρα κατανόησης και ερμηνείας, που άλλο δεν στόχευαν από ένα νοητό πατ πατ στην πλάτη του Ίβορ και της παρέας του.

Μετάφραση Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2024

Η τέχνη της φυγής - Sergio Pitol

Αυτή η κατηγορία βιβλιοφιλικών βιβλίων, όπως συνηθίζουμε να τα αποκαλούμε καλώς (γιατί χαρακτηρίζονται από την αγάπη για τη λογοτεχνία) ή κακώς (γιατί δεν υπάρχει, μάλλον, βιβλιοεθχρική λογοτεχνία), είναι η δική μου αναγνωστική ανάπαυση, ένα συχνό καταλυτικό του εκάστοτε μπλοκαρίσματος ή της πρότερης υψηλής αναγνωστικής στάθμης ή της πάσης φύσεως απελπισίας. Τέτοια βιβλία, όπως αυτό, στο όριο ανάμεσα στο δοκίμιο και την αυτοβιογραφία με τη λογοτεχνία στον πυρήνα, με ξεκουράζουν, αλλά κυρίως αναθερμαίνουν το πάθος και την εξάρτησή μου από την ανάγνωση, μου υπενθυμίζουν πως (και) εκεί βρίσκεται η διέξοδος. Στα παραπάνω συμπυκνώνονται οι προσδοκίες και το μικροκλίμα όταν έπιασα στα χέρια μου το Η τέχνη της φυγής, το πρώτο μέρος της Τριλογίας της μνήμης του Μεξικανού Σέρχιο Πιτόλ.

Κάποια χρόνια πριν, εν μέσω έρωτα κεραυνοβόλου με τον γοητευτικό Ενρίκε Βίλα Μάτας και το σύμπαν του, ακολούθησα πιστά το νήμα που μου άπλωσε, πώς αλλιώς, και διάβασα το μυθιστόρημα του Πιτόλ,  Η συζυγική ζωή. Απογοητεύτηκα. Δεν θυμάμαι πολλά από εκείνη την ανάγνωση παρά εκείνα που το τότε κείμενο περιλαμβάνει. Η ανάγνωση είναι πάντοτε ένα παιχνίδι έρμαιο στον χρόνο και τον καιρό, τη στιγμή και τη συγκυρία, την ετοιμότητα και τις προσλαμβάνουσες, και εγώ τότε δεν μπόρεσα, παρά τις όποιες αρετές της γραφής του, κάτι που για παράδειγμα αργότερα με τη Λισπέκτορ συνέβη, να αντλήσω απόλαυση από μια ιστορία που θύμιζε, περισσότερο απ' όσο είναι του γούστου μου, σαπουνόπερα, καλογραμμένη και με διάθεση υπονόμευσης, πλην όμως σαπουνόπερα. Άλλο βιβλίο του δεν διάβασα.

Και μια μέρα ξαφνικά, όπως οι εκδόσεις Δώμα συνηθίζουν να κάνουν, εμφανίστηκε στο βιβλιοπωλείο Η τέχνη της φυγής. Έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου να το ξεφυλλίσω, να δω περί τίνος πρόκειται, να διατρέξω κάποια τυχαία αποσπάσματα, να πάρω μια γεύση, να αναζητήσω το γιατί ο εκδότης επέλεξε να βγάλει αυτό το βιβλίο· μια ακόμα μέρα στη δουλειά, δηλαδή. Με ανακούφιση, εντάξει, ίσως και να είμαι υπερβολικός, αντιλήφθηκα γρήγορα πως δεν ήταν ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, αλλά κάποιου είδους, λιγότερο ή περισσότερο, σύντομα θα αποδεικνυόταν, ιδιότυπο μεμουάρ, εκεί που το βίωμα και η λογοτεχνία συναντιούνται στα φανερά έξω από την κρυψώνα της μυθοπλαστικής συνθήκης, σε πλήρη θέα κάτω από το φως, εκεί που η περασμένη ζωή ανασκαλεύεται αναπόφευκτα, αφού πρόκειται για τη ζωή ενός ανθρώπου της γραφής, με όρους λογοτεχνίας, ανάγνωσης και συγγραφής.

Μου αρέσει να με χαρακτηρίζω αναγνώστη, περισσότερο από κάθε άλλη πιθανή ή απίθανη ιδιότητα. Και όταν αντικρίζω έναν αναγνώστη και συνομιλώ μαζί του, συνήθως περνάω καλά, ανάλογα, βέβαια, και με το πάθος και την ηθική που εκείνος φέρει. Η μοναχική εμπειρία της ανάγνωσης, και πόσο μάλλον της συγγραφής, παρότι στις μέρες μας, λόγω του ψηφιακού, έχει ως ένα βαθμό μεταλλαχθεί, στον πυρήνα της αναντίρρητα διατηρεί την ιδιότητά της αυτή, εκ της οποίας πηγάζει συχνά η ανάγκη για συνάντηση με κάποιο άλλο εξαρτημένο επίσης στη λογοτεχνία πρόσωπο. Έχοντας πιθανότατα μεγάλη ιδέα για όσα αφήνω σε ετούτη την ψηφιακή γωνιά, συχνά σκέφτομαι την ενασχόληση αυτή με όρους αναγνωστικού ημερολογίου, μέσω του οποίου μια εμπειρική και προσωπική λογοτεχνική θεωρία προκύπτει, μια αναγνωστική αισθητική διαμορφώνεται, το αόριστο γίνεται τότε λίγο πιο συγκεκριμένο, οι λέξεις για τις λέξεις εμφανίζονται, ίσως για να καταπέσουν με πάταγο λίγο αργότερα, αλλά όπως και να έχει, προκύπτουν για να οδηγήσουν λίγο πιο βαθιά στη σήραγγα του εαυτού πυρήνα.

Συγγραφικές απόπειρες, όπως αυτή του Πιτόλ εδώ, υποδεικνύουν και υπενθυμίζουν πως η ανάγνωση είναι μια πράξη δυναμική, όχι παθητική και όχι απόλυτα κατανοητή και επεξηγήσιμη, όχι, τουλάχιστον, με τον τρόπο που οι θετικές επιστήμες λειτουργούν. Καλή η φιλολογία και η δοκιμιακή θεωρία, δύσκολα ωστόσο καταφέρνουν να εξηγήσουν το γιατί της ανάγνωσης, την ανάγκη μας να κατανοήσουμε το παράλογο της ύπαρξης μέσα από τις ιστορίες, την ευγνωμοσύνη για εκείνον που ικανοποιώντας μια δική του ανάγκη μας πρόσφερε, σε ανύποπτη στιγμή και χωρίς εκούσια πρόθεση, το απαραίτητο δεκανίκι για ακόμα μια νύχτα, την άρση του συναισθήματος της μοναξιάς στον ακατανόητο ετούτο κόσμο. Μέσα από τις ιστορίες και την αφήγηση των άλλων ελπίζουμε να κατανοήσουμε λίγο ακόμα τον εαυτό μας, να ικανοποιήσουμε τη διαρκώς παρούσα ανησυχία μας, την ακόρεστη δίψα, την απαλοιφή του χρόνιου άλγους που το καθημερινό πεζό προκαλεί.

Και η υπενθύμιση αυτή είναι άκρως σημαντική και απαραίτητη, όταν η διέξοδος μοιάζει δεδομένη και δεν εκτιμάται δεόντως, όταν έχουμε αμελήσει την τύχη, ναι την τύχη, να έχουμε δημιουργήσει ένα μπούνκερ που συνεχώς διευρύνεται έστω και όχι ανάλογα με την επέκταση του περιρρέοντος ζόφου. Είναι, για να κάνω μια αντιστοιχία, όταν λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από την πόλη και την εκεί ρουτίνα, σωτήρια μεν ρουτίνα δε, θυμάσαι πόσο ανάγκη είχες τη φυγή. Το λογοπαίγνιο προκύπτει μάλλον εύκολα: ο Πιτόλ κατέχει την τέχνη της φυγής.

Ας πω, παρότι το θεωρώ προφανές, πως δεν έχουμε να κάνουμε με ένα εγχειρίδιο αυτοβοήθειας, κάτι του στυλ πώς να δραπετεύετε μέσα από τη λογοτεχνία, τέτοια βιβλία κυκλοφορούν αρκετά τον τελευταίο καιρό, ούτε, επίσης, ένα άθροισμα λέξεων διδακτικών και βαρυφορτωμένων με ένα σπουδαίο εγώ που όλα τα έκανε σωστά και με σύστημα. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Η απόπειρα του συγγραφέα να ανασυνθέσει και να επισκεφτεί συνειδητά τα περασμένα χρόνια τον ρίχνει ξανά και ξανά στα βράχια της τυχαιότητας και του ακατανόητου, ένα πώς τα κατάφερα ιδέα δεν έχω αιωρείται από σελίδα σε σελίδα. Η ευγνωμοσύνη, που μάλλον διαισθητικά αναδύεται, προς τη λογοτεχνία, αλλά και την τέχνη εν γένει, αλλά και στις παρέες, στη φιλία κυρίως, για να μη μιλήσουμε για την τυχαιότητα και την τύχη, και όλες τις υπόλοιπες ραγισματιές και χαραμάδες που θέτουν σε σωτήρια αστάθεια την όποια ορθολογική απόπειρα ερμηνείας και κατανόησης.

Αυτό το πάθος, με τον σεβασμό που το ανεξήγητο γεννά, ο αναγνώστης ως ένα βαθμό το μοιράζεται με τον συγγραφέα, αυτά τα κρακ που κατά καιρούς ακούγονται από το εσωτερικό του κρανίου, όλα όσα πέφτουν από το ίδιο τους το βάρος με το άγγιγμα μιας φράσης απλής, αμελητέας ποσοτικά και ποιοτικά. Και έτσι, ο αναγνώστης αναγνωρίζει δικά του βιώματα, και ας μη συμφωνεί με την κρίση για το ένα ή το άλλο βιβλίο, ποιος νοιάζεται άραγε, δεν είναι αυτό το νόημα, όχι αν δεν είσαι φιλόλογος ή αν ήθελες να είσαι ή αν έτσι έχεις στήσει τη ζωή σου, με αναχώματα ισχυρογνωμοσύνης που αργά ή γρήγορα θα ισοπεδωθούν από το πέρασμα του παράλογου, του ανερμήνευτου, όταν παρότι όλα θα τα έχεις κάνει σωστά το αποτέλεσμα θα είναι αποτυχημένο.

Βιβλία όπως αυτό του Πιτόλ, τα έχουμε ανάγκη περισσότερο ίσως από όσο τα έχει ανάγκη ο ίδιος ο συγγραφέας τους, είναι παράδοξη μια τέτοια σκέψη, το ξέρω, αλλά αυτό νιώθω.

υγ. Για το Η συζυγική ζωή έγραφα πριν από έντεκα χρόνια αυτό.

Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2024

Grand Hotel Europa - Ilja Leonard Pfeijffer

Μετά πολλών επαίνων κυκλοφόρησε το βιβλίο αυτό, το πρώτο έργο του Ολλανδού Ίλια Λέοναρντ Πφέιφερ που μεταφράζεται στα ελληνικά, δια χειρός Μαργαρίτας Μπονάτσου και σε φροντίδα των εκδόσεων Ίκαρος. Στο οπισθόφυλλο ο αναγνώστης διαβάζει και διαμορφώνει προσδοκίες και επιφυλάξεις: «Ένα χειμαρρώδες, ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα για τις πολλαπλές αντιφάσεις της ευρωπαϊκής ταυτότητας, με επίκεντρο ένα παλιό ξενοδοχείο που πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα στο σήμερα και το χθες». Εγώ ήθελα ένα πολυσέλιδο, σύγχρονο μυθιστόρημα, μια παράλληλη πραγματικότητα, στην οποία να επιστρέφω κατά βούληση.

Πρωτοπρόσωπος αφηγητής της ιστορίας είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Έφτασε στο πάλαι ποτέ περιζήτητο και γεμάτο λάμψη ξενοδοχείο Grand Hotel Europa, πλέον σε παρακμή και σε μετάβαση καθώς ένας βαθύπλουτος Κινέζος το αγόρασε μόλις πρόσφατα, γυρεύοντας καταφύγιο μετά το άδοξο και θλιμμένο τέλος μιας ερωτικής σχέσης, με σκοπό να αναστοχαστεί και να αναζητήσει θαλπωρή στη γραφή, σε έναν μη τόπο όπως είναι ένα ξενοδοχείο και δη σε μετάβαση. Η ακριβής τοποθεσία του ξενοδοχείου δεν κατονομάζεται, παρά μόνο η αίσθηση πως βρίσκεται κάπου στην καρδιά της Ευρώπης. Η αρχή έθρεψε περαιτέρω τις αναγνωστικές προσδοκίες μου, καθώς τα βιβλία με ήρωα-αφηγητή τον ίδιο τον συγγραφέα και τη διαδικασία της συγγραφής στο επίκεντρο είναι ιδιαιτέρως του γούστου μου, η αναγνωστική ζώνη άνεσης που συχνά έχω ανάγκη.

Η συναισθηματική ένταση της αφήγησης προσφέρει το απαραίτητο καύσιμο για την εκκίνηση. Με διαρκείς χρονικές εναλλαγές, τα όσα προηγήθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν και εκείνα που διαδραματίζονται στην καθημερινότητα του συγγραφέα στο ξενοδοχείο, ο Πφέιφερ δημιουργεί ένα ιδανικό περιβάλλον επώασης και ανάπτυξης της ιστορίας, η οποία θα καταλήξει, στο ένα της σκέλος, στο τέλος της σχέσης τού συγγραφέα με την ειδικό στην ιστορία της τέχνης Κλιό, που πίστευε πως είναι ο έρωτας της ζωής του. Είναι στην ουσία ένα ημερολόγιο γραφής, το ξεδίπλωμα ενός πλάνου που καλείται να ικανοποιήσει δύο στοχεύσεις, την επανεξέταση, και ει δυνατόν την επούλωση, της ερωτικής ιστορίας, αλλά και τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος σχετικά με τη ζωή ενός εκπατρισμένου Ολλανδού που τα τελευταία χρόνια ζει στην Ιταλία, πρώτα στη Γένοβα και ύστερα στη Μέκκα του τουρισμού Βενετία, με θέμα την ακραία τουριστικοποίηση των τελευταίων χρόνων, ένα μυθιστόρημα ικανό επιπλέον να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του εκδοτικού οίκου αλλά και του αναγνωστικού κοινού.

Το Grand Hotel Europa δεν είναι ένα μυθιστόρημα, αλλά το προσχέδιο συγγραφής ενός μυθιστορήματος, σελίδες ημερολογίου, σκέψεων και σημειώσεων σχετικά με την επικείμενη συγγραφή. Αυτό είναι το σημείο κλειδί στο βιβλίο, το προτέρημα και το μειονέκτημα, ανάλογα την οπτική γωνία που ο αναγνώστης θα επιλέξει. Δυο ή τρεις φορές, σκέφτηκα να το εγκαταλείψω και μόνο η λοξή σκέψη πως ο συγγραφέας υπονομεύει το ίδιο του το βιβλίο με κράτησε στην ανάγνωση ως το τέλος. Αντιλαμβάνομαι πλήρως πως η σκέψη αυτή δεν μπορεί να καταστήσει ευπώλητο ένα βιβλίο μέσα από μια ευρεία αναγνωστική υποδοχή και αυτό καθιστά ακόμα πιο έντονο του στοιχείο της συνειδητής υπονόμευσης από πλευράς συγγραφέα. Η αναμειγμένη γλώσσα, κομμάτια που δεν θα περιλαμβάνονταν στην τελική εκδοχή, αλλά και άλλα που διακρίνονται για τις λογοτεχνικές τους αρετές, ξενίζει και πετάει διαρκώς έξω τον πιθανά απογοητευμένο αναγνώστη, που στο οπισθόφυλλο αντίκρισε υποσχέσεις για αναλογίες με υψηλές λογοτεχνικές κορυφές.

Το προσχέδιο της μυθιστορηματικής κατασκευής υπερισχύει του όποιου αυτοβιογραφικού ενδιαφέροντος σε μια εποχή που η αυτομυθοπλασία κυριαρχεί, αντίθετα, αποδεικνύεται ιδανικό για να συμπεριλάβει τις σκέψεις του συγγραφέα για διάφορα ζητήματα όπως η μυθοπλαστική διαδικασία, το καταφύγιο με προσδοκία ίασης στη γραφή, την υπερτουριστικοποίηση της σύγχρονης εποχής και το προσφυγικό, στοιχεία που υπό άλλες συνθήκες δύσκολα θα μπορούσαν να συνυπάρξουν χωρίς να βαραίνουν το τελικό αποτέλεσμα. Και είναι αυτή η λοξή, και κάπως παράδοξη, αναγνωστική ματιά που επιτρέπει στις αρετές του Grand Hotel Europa να διαφανούν και έτσι να σιγήσουν οι όποιες σκέψεις μιας γεμάτης απογοήτευση εγκατάλειψης. Ο υπονομευτικός χαρακτήρας του βιβλίου αυτού εκβάλλει κυρίως από την τοποθέτηση του ίδιου του συγγραφέα ανάμεσα στα πρόσωπα της πλοκής, μια πρόθεση αυτοσαρκασμού αναβλύζει, καθώς, πώς αλλιώς, ο ίδιος είναι αναπόσπαστο μέρος πολλών αντιφάσεων, στο όριο του κωμικού, που κυριαρχούν στις μέρες μας. Τα κωμικά μέρη του βιβλίου, και είναι αρκετά αυτά, μετεωρίζονται στο χείλος της τραγικής πραγματικότητας, αστείες αλλά ταυτόχρονα θλιβερές όψεις της ευρωπαϊκής, και όχι μόνο, σύγχρονης συνθήκης.

Η ανεμπόδιστη θέα στην, έστω και κατασκευασμένη, διαδικασία συγγραφής, οι συγγραφικές προθέσεις που δεν χαρακτηρίζονται από μια, προφανώς επίσης κατασκευασμένη, αγνή ανάγκη, αλλά απαρτίζονται από φιλοδοξίες και την κυρίαρχη επιθυμία για δόξα και χρήμα, η απεγνωσμένη προσπάθεια του συγγραφέα να επιβιβαστεί στο άρμα της συγχρονίας, αλλά και η βαθιά ανάγκη για τη διατήρηση και φροντίδα της αυτοεικόνας του, όχι μόνο στον εξωτερικό παρατηρητή αλλά και στα μάτια του ίδιου του αφηγηματικού υποκειμένου, τα παρελκόμενα της συγγραφής λογοτεχνίας, όπως τα επί πληρωμή άρθρα στον τύπο και το κυνήγι επιχορηγήσεων και υποτροφιών, η ματαιοδοξία, η ταυτόχρονη συνύπαρξη του παρελθόντος και του παρόντος ως πρώτες ύλες ενός υπό κατασκευή μυθιστορήματος, όλα αυτά συστατικά ενός πολυσέλιδου βιβλίου, που δεν δοκιμάζει στιγμή να καμουφλάρει τον βερμπαλισμό και τον ανοικονόμητο χαρακτήρα του.

Μια μεταμοντέρνα συνθήκη, έντονα επίπλαστη, είναι το βιβλίο αυτό, ένας σαρκασμός επί του περιβάλλοντος κόσμου, μέρος του οποίου αναπόφευκτα είναι και η λογοτεχνία. Ο Πφέιφερ –κρίνοντας εντελώς υποκειμενικά και πιθανώς λανθασμένα– πετυχαίνει μια παράδοξη σύνθεση, όχι λογοτεχνική με μια αυστηρή θεωρητική ομαδοποίηση, παραδίδει ένα υβριδικό λογοτέχνημα που πιθανώς να ενοχλήσει και να απογοητεύσει, εκτός και αν, όπως προείπα, ιδωθεί από μια διαφορετική γωνία θέασης, άλλωστε, τις σελίδες μοιάζει να τις διαπνέει το ερώτημα: πώς αναμένει κανείς να γραφτεί λογοτεχνία αξιώσεων στη σημερινή εποχή και με τις υπάρχουσες συνθήκες, πώς αναμένει κανείς να διαβάσει ένα Μαγικό βουνό, την εμφανέστερη ίσως διακειμενικότητα του βιβλίου, σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον όπου το οικείο και η απομάγευση διατηρούν σφιχτά τα σκήπτρα, ή, για να μείνουμε στον Τόμας Μαν, πώς να γραφτεί ένα μυθιστόρημα που να διαδραματίζεται στη σημερινή Βενετία; Και ίσως, ιδωμένο υπό αυτό το πρίσμα, το βιβλίο αυτό όντως φέρει με ιδιαίτερη οξυδέρκεια μια ματιά στη συγχρονία, πετυχαίνοντας να αποτυπώσει με λογοτεχνική επίφαση τον κόσμο γύρω μας. Και ίσως τότε, το απογοητευτικό δεν είναι το ίδιο το βιβλίο αλλά η ρεαλιστική αποτύπωση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας.

Καιρό είχα να διαβάσω ένα βιβλίο που να μου προκαλεί ταυτόχρονα τόσο αντιφατικά συναισθήματα, που ενώ σκέφτομαι να το εγκαταλείψω να συνεχίζω με βουλιμία την ανάγνωση, και σήμερα, μέρες μετά το πέρας της ανάγνωσης, ακόμα να μην μπορώ με βεβαιότητα να αποφανθώ, ενώ η σκέψη μου επιστρέφει διαρκώς στις σελίδες του. Και αυτό λίγο δεν το λες.

Μετάφραση Μαργαρίτα Μπονάτσου
Εκδόσεις Ίκαρος 

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2024

Deepfake - Μάκης Μαλαφέκας

Αν έχεις, σκέφτομαι, έναν ήρωα όπως τον Μιχάλη Κρόκο, τότε δεν μπορεί παρά να επιστρέφεις ανά τακτά χρονικά διαστήματα στη θέση μπροστά στη λευκή σελίδα. Ο Κρόκος, στο άκουσμα του χαρακτηρισμού ήρωας, ίσως και να ξεκαρδιζόταν στα γέλια, σίγουρα θα ξεκαρδιζόταν στα γέλια, έστω και άηχα, σίγουρα μειλίχια, κουρασμένος, άυπνος και έρμαιο της υψηλής ζέστης του αθηναϊκού καλοκαιριού. Τέσσερα χρόνια μετά τη Μεσακτή, ο Κρό..., συγγνώμη, ο Μαλαφέκας επέστρεψε. Και αυτό το βιβλίο το περίμενα.

Τρίτο βιβλίο, λοιπόν, με πρωταγωνιστή –το αστείο με τον ήρωα παρατράβηξε– τον Μιχάλη Κρόκο. Είχαν προηγηθεί το Δεν λες κουβέντα, με την αθηναϊκή βερσιόν της Ντοκουμέντα στο επίκεντρο ενός ανελέητου γλεντιού σάτιρας, και η Μεσακτή, με το Νήσος Μύκονος, που πιάνει διαδοχικά Μύκονο και Ικαρία, να προσφέρει ένα μοναδικό, πλην όμως επαναλαμβανόμενο μέσα στα χρόνια, κοινωνιολογικό πείραμα καταμεσής του Αιγαίου. Διευκρινίζω πως και τα τρία βιβλία διαβάζονται ανεξάρτητα και εν μέρει αυτόνομα, παρότι παράπλευρα της κεντρικής κάθε φορά ιστορίας προωθείται και η πλοκή της ζωής του Κρόκου.

Κάτοικος Εξαρχείων, συγγραφέας κάποιων βιβλίων, λάτρης της τζαζ, οξυδερκής παρατηρητής του γύρω κόσμου, ευαίσθητος στις μεταβολές του, περιπατητής και γνώστης της βαθιάς νύχτας, αλλεργικός στην κατ' ευφημισμό πρόοδο και την τουριστική επέλαση στο κορμί της Αθήνας που αγαπά να σιχτιρίζει, σίγουρα όχι πρότυπο, ίσως μάλιστα και αντιπαράδειγμα για μεγάλο μέρος του γονεϊκού πληθυσμού, γοητευτικός ακριβώς γιατί δεν το πολυπιστεύει, επιρρεπής σε διαφόρων ειδών μπλεξίματα, χαρακτηριστικό δείγμα του πρώτα ζούμε και ύστερα γράφουμε, αυτός είναι εν ολίγοις ο Κρόκος, ένας τύπος που βλέπει τον κόσμο γύρω του να τρέχει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και εκείνος, χωρίς κανένα σοβαρό θεωρητικό οπλοστάσιο, απλώς σταματάει σε ένα τυροπιτάδικο για να παραγγείλει έναν ακόμα καφέ. 

Συχνά γίνεται η ταύτιση συγγραφέα και πρωτοπρόσωπου αφηγητή, ειδικά όταν αυτός περνάει από βιβλίο σε βιβλίο, συνηθίζεται να αποκαλείται συγγραφικό άλτερ έγκο, εδώ όμως, νιώθω, πως ο Μαλαφέκας είναι ένας θερμός θαυμαστής του Κρόκου, κάποιος σαν τον οποίο θα ήθελε να είναι, κάποιος τη ζωή του οποίου θα ήθελε να ζει, έτσι όπως είναι ανοιχτή στο αναπάντεχο και το τυχαίο, που πια, ίσως και πάντοτε, βέβαια, κάτι τέτοιο μόνο μέσα στις σελίδες ενός μυθιστορήματος μπορεί να συμβεί.

Μια εισαγγελέας θα πλευρίσει τον Κρόκο, θα τον παραπλανήσει και θα τον μπλέξει σε μια ιστορία με έντονη εσάνς θεωριών συνωμοσίας και τεχνολογικής υπεραιχμής, με καστ από ογκώδη, πλην ανθρωπόμορφα, πλάσματα, χωρίς σβέρκο, καλλίγραμμες νεαρές και μεσήλικες γυναίκες, αδίστακτους πλούσιους που επιθυμούν την περαιτέρω ανέλιξη στην κοινωνικοπολιτική επιρροή. Συμβάντα από απόσταση ευτράπελα μα από μέσα ιδιαιτέρως επικίνδυνα, για μια ακόμα φορά εκείνος θα βάλει το κεφάλι του στον ντορβά, θα τα παίξει όλα για όλα, είναι άλλωστε τέσσερα χρόνια που δεν έχει βγάλει κάποιο βιβλίο, ίσως αυτή να είναι μια καλή ιστορία για να αφηγηθεί εκ των υστέρων, αν έχει καταφέρει, βέβαια, να τη σκαπουλάρει τελικά.

Ο Μαλαφέκας είναι χαρακτηριστικός θιασώτης μιας όχι και τόσο ιδιαίτερα αναπτυγμένης στα καθ' ημάς λογοτεχνικής σκηνής, εκείνης της παλπ λογοτεχνίας που οι Γάλλοι, κυρίως αυτοί, τόσο υπέροχα δείγματα μέσα στα χρόνια μας δίνουν. Ένας αντιήρωας –εντάξει, τέτοιος είναι όντως ο Κρόκος– μπλεγμένος άσχημα στη μητρόπολη που μας αναλογεί στο σύνορο δύσης και ανατολής, εδώ που ούτε ο καπιταλισμός δεν μοιάζει να λειτουργεί σωστά, ποτέ δεν το έκανε, γιατί να το κάνει τώρα. Το είδος, συμπεριλαμβανομένου του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, είναι το ιδανικό όχημα για μια αστική, με όρους πολεοδομικούς και σε καμία περίπτωση ταξικούς, λογοτεχνία. 

Ο Μαλαφέκας δεν παραμελεί την πλοκή του, παρότι είναι το εμφανές πρόσχημα ώστε να συμπεριληφθούν διάφορες ιδιαιτερότητες και κακώς κείμενα της τωρινής Αθήνας. Και αυτό, δευτερευόντως μετά τον Κρόκο, το σουλατσάρισμα στην καυτή Αθήνα είναι το κυρίως δυνατό χαρτί του Deepfake, που του επιτρέπει να υπερβεί τους ειδολογικούς περιορισμούς και να προσελκύσει, ίσως και να γοητεύσει, ένα ετερογενές αναγνωστικό κοινό, αρκεί αυτό να μην πάσχει από μια διάχυτη σοβαροφάνεια.

Το κέντρο των πόλεων πολύ συχνά γίνεται σκηνικό αφηγηματικής πλοκής. Εκείνο που δυστυχώς δεν συμβαίνει συχνά είναι ο συγγραφέας, ή ο αφηγητής τέλος πάντων, να πείθει πως το γνωρίζει καλά και με αυτό το γνωρίζει καλά δεν αναφέρομαι στη γνώση των ονομάτων των οδών ή κάποιων μαγαζιών. Ο Κρόκος το γνωρίζει το κέντρο καλά και αυτό επιτρέπει στο όλο κατασκεύασμα να λειτουργήσει και να μην περιπέσει στην καρικατούρα, αλλά να ισορροπήσει, έστω και καμιά φορά από το ποτό και την κούραση τρεκλίζοντας, στο περβάζι της. Και εδώ έγκειται η παραπάνω αναφορά στην οξυδέρκεια που χαρακτηρίζει τη ματιά του Κρόκου, ένας ιδιότυπος φλανέρ σε μια εποχή απομάγευσης και διάχυτου ζόφου, όχι στον κοελικό ρόλο του παντού κανείς μπορεί να εντοπίσει την ομορφιά, αλλά στον αντίθετο, στον ρόλο εκείνου που νιώθει κομμάτι της πόλης και της εποχής, ή, τουλάχιστον, ως τέτοιος λειτουργεί και πορεύεται.

Γρήγορος ρυθμός, αμείωτη δράση, αγωνία και ανατροπές, με διάχυτο χιούμορ, πότε κατάμαυρο πότε πιο ανοιχτόχρωμο, το μυθιστόρημα διαβάζεται σε ρυθμούς αυτοσχεδιαστικής τζαζ. Η αγάπη για τη λογοτεχνία δεν απουσιάζει, το κλειδί του μυστηρίου, άλλωστε, σε αυτή θα βρεθεί τελικά, και αυτή η αγάπη είναι ένα παράπλευρο αντίδωρο της πλοκής. Το Deepfake είναι ένα άξιο τρίτο μέρος, ξεπερνώντας και αυτό τον συνήθη σκόπελο όπου ενός υποσχόμενου πρώτου μέρους ακολουθούν κακέκτυπα μανιέρας και απόπειρα κεφαλαιοποίησης μιας προηγηθείσας επιτυχίας εν τη απουσία επιθυμίας και έμπνευσης.

Αναμφίβολα, ένα από τα βιβλία του καλοκαιριού (μου).

υγ. Περισσότερα για τη Μεσακτή θα βρείτε εδώ, για το Δεν λες κουβέντα εδώ.

Εκδόσεις Αντίποδες

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024

Μοντεβιδέο - Enrique Vila-Matas

Αν θεωρήσουμε πως όντως υπάρχει μια λογοτεχνική υποκατηγορία που αποκαλείται βιβλιοφιλική, τότε ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας μετά βεβαιότητας είναι ο πλέον επιφανής εκφραστής της. Μια λογοτεχνία για τη λογοτεχνία, συχνά αμφιλεγόμενη ως προς τα κίνητρα, τους σκοπούς και τα γεννήματά της, αυτοτροφοδοτούμενη και στην καλή της εκδοχή, όπως στην περίπτωση του Μοντεβιδέο, άκρως γοητευτική αναγνωστικά. Γεννημένος το 1948 στη Βαρκελώνη, ο πολυγραφότατος Βίλα-Μάτας αντλεί έμπνευση από τη μυθοπλασία και αποτίει φόρο τιμής σ' αυτήν και τους εκφραστές της, υπενθυμίζοντάς μας κάτι που συχνά αφηνόμαστε να ξεχάσουμε: οι συγγραφείς είναι φανατικοί αναγνώστες, πιστοί της λογοτεχνίας, που ζουν μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς τους τριγυρνώντας στα σοκάκια και τις λεωφόρους της.

Ο Βίλα-Μάτας, παρέα με τον Θέρκας και τον εκλιπόντα Μαρίας, αποτελεί κορυφή της σύγχρονης οροσειράς της ισπανικής λογοτεχνίας. Αφηγηματική άνεση, αχαλίνωτη φαντασία, αιχμηρό χιούμορ, αγάπη για τη λογοτεχνία και παιγνιώδης διάθεση· αυτά είναι τα πλέον αναγνωρίσιμα συστατικά του λογοτεχνικού του σύμπαντος, του τρόπου με τον οποίο περιδιαβαίνει, εμπνέεται και δημιουργεί ανάμεσα στις γραμμές της λογοτεχνίας που με πάθος αγαπά.

Σε πρώτο πρόσωπο, ο αφηγητής πιάνει το νήμα από τότε που αποφάσισε, όπως τόσοι και τόσοι, να εγκατασταθεί στο Παρίσι με την πρόθεση να γίνει συγγραφέας της δεκαετίας του '20. Ωστόσο σύντομα καταλήφθηκε από μια υπέρμετρη τεμπελιά, μνημειακών διαστάσεων, μια ρέκλα τεράστια. Όχι μόνο εγκατέλειψε κάθε πρόθεση συγγραφής, ζώντας στο περιθώριο και κάνοντας ύποπτες συναλλαγές στα σκοτεινά, αλλά σε κάθε ευκαιρία φρόντιζε να διατυμπανίζει: «Το ξέρετε ότι σταμάτησα να γράφω, ε;». Έτσι κύλησαν εκείνα τα δύο χρόνια. Ο αφηγητής-συγγραφέας καταφεύγει στη συγγραφή για να αφηγηθεί μια ιστορία εγκατάλειψης της συγγραφής, θέτοντας έτσι τις βάσεις της κατασκευής, τον καταστατικά υπονομευτικό χαρακτήρα της. Με μια υπόνοια αυτομυθοπλασίας στο επίκεντρο, συχνά στόχος ενός βιτριολικού σαρκασμού, θεωρητικοποιεί με φαινομενική ελαφρότητα και διάθεση σάτιρας την πράξη της συγγραφής, συνοψίζει πέντε κυρίαρχες τάσεις στις οποίες μπορούν να χωριστούν οι συγγραφείς, σίγουρος ωστόσο πως ξεχνά και μια έκτη.

Με πλήθος διακειμενικών αναφορών, ο αφηγητής κατατοπίζει με ακρίβεια τον αναγνώστη στον προσωπικό του χάρτη, εντός του οποίου κινείται, αναζητώντας τη δική του θέση. Θα δεχτεί με χαρά και προθυμία μια πρόσκληση για να παραβρεθεί στο Μοντεβιδέο. Εκεί μετά μανίας ζητά να επισκεφτεί το δωμάτιο του ξενοδοχείου που έμεινε ο Κορτάσαρ κάποτε και έγραψε το διήγημα Η κρυμμένη μεσόπορτα, που ανήκει τόσο στον κόσμο της πραγματικότητας όσο και της φαντασίας. Η μεσόπορτα, κρυμμένη πίσω από μια ντουλάπα, είναι εκείνη που διαχωρίζει και συνδέει τους δύο αυτούς κόσμους. Η αναζήτησή της είναι εκείνη που θα πυροδοτήσει την κυρίως πλοκή της αφήγησης, εκεί που η φαινομενική πραγματικότητα θα συναντηθεί με τη μυθοπλασία και κάπως έτσι ο αφηγητής της ιστορίας θα μετατραπεί σε πρωταγωνιστή της.

Όλα τα προαναφερθέντα συστατικά του συγγραφικού σύμπαντος του Βίλα-Μάτας είναι παρόντα σε ζυγισμένη με ακρίβεια αναλογία. Εκείνο που, και εδώ, ξεχωρίζει είναι η ικανότητα του συγγραφέα να προσαρμόζει την ενδοκειμενική ατμόσφαιρα στις συνθήκες του υπό εξέταση έργου ή δημιουργού. Το αφήγημα, άπαξ και αναδυθεί το νήμα που το ενώνει με το διήγημα του Κορτάσαρ, μεταμορφώνεται και προσομοιάζει σε αυτό. Για τον Βίλα-Μάτας, το διήγημα του Κορτάσαρ δεν είναι απλώς μια πρώτη ύλη ή μια αφορμή, αλλά μια σύμβαση που αναδεικνύει την αναγνωστική του δεινότητα και καθρεφτίζει την εμμονή με την οποία ο αφηγητής μπλέκεται στην αναζήτηση του δωματίου με τη μεσόπορτα, του τρόπου με τον οποίο πραγματικότητα και λογοτεχνία αλληλοκαλύπτονται.

Η αναγνωστική απόλαυση στα βιβλία του Βίλα-Μάτας δεν περιορίζεται ποτέ στα όρια της αφήγησης, αλλά επεκτείνεται στην ανάγκη, στη λαχτάρα καλύτερα, του αναγνώστη να διαβάσει ξανά και με άλλο μάτι το διήγημα του Κορτάσαρ, να συντάξει μια λίστα με συγγραφείς και έργα. Το πάθος για τη λογοτεχνία, που τόσο λείπει από την καθημερινότητα, στα βιβλία του Βίλα-Μάτας βρίσκεται σε γενναιόδωρη περίσσεια. Το Μοντεβιδέο είναι χαρακτηριστικό δείγμα γραφής ενός σπουδαίου συγγραφέα που δεν διστάζει να φανερώσει τις εμμονές και τα πάθη του, αναμετράται μαζί τους και, έτσι, παίζοντας το λογοτεχνικό παιχνίδι με την προσήλωση παιδιού επιφέρει καίριο πλήγμα στην πλήξη και τη σοβαροφάνεια.

υγ. Πριν επτά χρόνια είχα διαβάσει το Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική, περισσότερα εδώ.
υγ.2 Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών.
 
Μετάφραση Ναννά Παπανικολάου
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2024

Οι Νετανιάχου - Joshua Cohen

Κάποιους μήνες πριν, είχα διαβάσει τις Μεταφορές του Βασιλιά του Τζόσουα Κόεν, σε μια περίοδο που επιθυμούσα σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία, φρέσκια και ενδεικτική του εκεί κλίματος. Το βιβλίο, παρά το βιαστικό και κάπως αμήχανο κλείσιμό του, ικανοποίησε την επιθυμία εκείνη, διαθέτοντας μια σκηνή που θέτει σοβαρή υποψηφιότητα για την πλέον κωμική που έχω αντικρίσει, σκηνή που ακόμα και σήμερα η ανάμνησή της με κάνει να γελάω. Δεν βρήκε όμως το κοινό του, όχι στον βαθμό που του άξιζε. Στο δεύτερο εξάμηνο της περασμένης χρονιάς κυκλοφόρησε το τελευταίο μυθιστόρημα του Κόεν, Οι Νετανιάχου, και φτιάχνοντας τη λίστα με τα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '23 το συμπεριέλαβα.

Η συγκυρία παίζει καθημερινά τον ρόλο της, σε βαθμό τέτοιο που να θέτει εν αμφιβόλω την ορθολογική στάση απέναντι στα πράγματα. Η ιστορία του βιβλίου αυτού είναι ενδεικτική: Ο Κόεν έλαβε γύρω στις είκοσι απορριπτικές απαντήσεις στην αναζήτηση εκδοτικού οίκου. Όταν τελικά Οι Νετανιάχου κυκλοφόρησαν δεν σημείωσαν κάποια αξιοσημείωτη επιτυχία περνώντας κάτω από τα αναγνωστικά ραντάρ, ώσπου η βράβευσή τους με το Πούλιτζερ έστρεψε πάνω τους το αναγνωστικό και κριτικό ενδιαφέρον εκτοξεύοντας τις πωλήσεις και τις αναφορές σε αυτό. Η ελληνική έκδοση είχε μια αντίστοιχη συγκυρία, έστω και άσχημη, αυτή του πολέμου στη Γάζα, που ξεκίνησε σχεδόν ταυτόχρονα με την κυκλοφορία του βιβλίου. Έτσι, παρότι το προηγούμενο βιβλίο του Κόεν πέρασε μάλλον απαρατήρητο, Οι Νετανιάχου για καιρό υπήρξαν ένα από τα πλέον ευπώλητα βιβλία μεταφρασμένης λογοτεχνίας.

Παρότι είχα προσδοκίες και επιθυμίες σχετικά με το βιβλίο αυτό, είχα και επιφυλάξεις, που είχαν να κάνουν με την ιστορία πίσω από τη συγγραφή, πληροφορίες που δεν επιθυμούσα να μάθω και όμως άκουσα. Ο Κόεν ανέπτυξε με τον υπερήλικα Χάρολντ Μπλουμ μια σχέση φιλική ή μαθησιακή αν προτιμάτε, ανάμεσα στις λογοτεχνικές συζητήσεις τους, που αναπόφευκτα είχαν και το σκέλος του κουτσομπολιού, ο επιφανής κριτικός μοιράστηκε μαζί του και την ιστορία σχετικά με την γνωριμία του με τον πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού του Ισραήλ, όταν εκείνος παρουσιάστηκε στο πανεπιστήμιο που ο Μπλουμ δίδαξε διεκδικώντας τη θέση του καθηγητή. Μια ιστορία με έντονο τον χαρακτήρα του ευτράπελου. Παρά τη θετική προδιάθεση της πρότερης επαφής με το έργο του Κόεν, δυσκολευόμουν να σκεφτώ πώς θα μπορούσε να είναι ένα βιβλίο σάτιρας, που σε καμία περίπτωση δεν είναι το αγαπημένο μου είδος πρόζας και λογοτεχνίας εν γένει.

Οι πρώτες γραμμές του βιβλίου αυτού είναι, από τις πλέον ευφυείς. Εκεί, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, Ρούμπεν Μπλουμ, άλτερ έγκο του Χάρολντ Μπλουμ, εξηγεί πώς οι ιστορικοί, όπως ο ίδιος, έχουν την τύχη πεθαίνοντας να γίνουν ιστορία, αντίθετα με άλλες περισπούδαστες επιστημονικές εκδοχές που δεν λαμβάνουν το αντίδωρο αυτό, οι γιατροί δεν γίνονται πεθαίνοντας ιατρική, οι δικηγόροι δίκαιο κ.ο.κ. Μου πήρε αρκετές σελίδες για να καταλάβω πως ο Ρούμπεν Μπλουμ αποτελούσε τη μυθοπλαστική εκδοχή του πλέον ίσως διάσημου κριτικού λογοτεχνίας, εξαιτίας της σκιάς της αληθινής ιστορίας που έπεφτε εξαρχής στο μυθιστόρημα αυτό. Ο Κόεν, καταρρίπτοντας τους φόβους και τις επιφυλάξεις μου, διαχειρίζεται έξυπνα το επίμαχο επεισόδιο, επιτρέποντας στο μυθιστόρημά του να το ενσωματώσει και να μη συμβεί το αντίθετο, να αποτελέσει δηλαδή ένα αδιάφορο περιτύλιγμα μιας αστείας ιστορίας.

Έτσι έχουμε ένα ωραίο και απολαυστικό εβραϊκό campus novel με μυθοπλαστικούς χαρακτήρες καλοσχηματισμένους, με ιδιότητες και γωνίες, ανθρώπινους και άρα ατελείς και αντιηρωικούς, που προετοιμάζουν το έδαφος για την άφιξη των Νετανιάχου στη σκηνή. Τελειώνοντας την απολαυστική και φρενήρη ανάγνωση αναρωτήθηκα το εξής παράδοξο: θα μπορούσε το μυθιστόρημα Οι Νετανιάχου να λειτουργήσει χωρίς τους Νετανιάχου; Και η απάντηση είναι σαφέστατα και ανεπιφύλακτα ναι. Αυτό είναι για μένα το πιο λαμπερό παράσημο στο συγγραφικό πέτο. Ο Κόεν χρησιμοποίησε ένα επεισόδιο, αστείο ή ενδιαφέρον, με κοντά ωστόσο πόδια, παρά την πραγματολογικό και επίκαιρο χαρακτήρα του, για να συνθέσει ένα ωραίο μυθιστόρημα, με διάφορα επίπεδα, δικαιωματικά τοποθετημένο στην ισχυρή παράδοση της αμερικανοεβραϊκής λογοτεχνίας, αυτού του σημαντικού παραπόταμου της αμερικανικής αλλά και της παγκόσμιας γραμματείας.

Το κατατοπιστικό επίμετρο του συγγραφέα, τοποθετημένο προφανώς στο τέλος του μυθιστορήματος, καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στην απομάγευση και την επεξήγηση, να φωτίσει κάποιες καθοριστικές πτυχές της συγγραφής, επιτελώντας τον μεταμυθοπλαστικό ρόλο του. Σε αυτό, ο Κόεν αφηγείται τη σχέση του με τον Μπλουμ, προσφέρει διάφορα ντεσού, αλλά και την ιστορία του βιβλίου, πώς από μια απλή αφήγηση ενός περιστατικού έγινε μυθιστόρημα, τις περιπέτειες που πέρασε και την αντίδραση της οικογένειας Νετανιάχου.

Ο Κόεν δεν υποκύπτει στην αυτοϊκανοποίηση της σάτιρας, χωρίς να την παραμελεί, χρησιμοποιώντας την με τρόπο τέτοιο που αναδεικνύει τα σκοτεινά κομμάτια του ακαδημαϊκού χώρου, τις διακλαδώσεις του με την πολιτική και την ελίτ, το πώς η ψευδοεπιστήμη βρίσκει τον χώρο να αναπτυχθεί και να χρησιμοποιηθεί ως θεωρία όταν οι ιστορικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες γίνουν πρόσφορες, το πώς η οικογενειοκρατία λειτουργεί και επιβάλλεται και, παρότι η ιστορία μοιάζει και είναι αρκετά συγκεκριμένη, επικεντρωμένη στο κράτος του Ισραήλ και την οικογένεια Νετανιάχου, διατηρεί τον χαρακτήρα του οικουμενικού καθώς ο αναγνώστης, ανάλογα με τον τόπο στον οποίο γεννήθηκε, σίγουρα θα κάνει συνειρμούς με δικά του γνώριμα πρόσωπα και καταστάσεις. Όμως, όπως ήδη είπα, το σημαντικό στο μυθιστόρημα αυτό είναι πως μπορεί να λειτουργήσει αυτόνομα από το κεντρικό επεισόδιο πέριξ του οποίου κινείται και δεν υποκύπτει σε ένα σεφερλικό χιούμορ.

Σε σχέση με το αμήχανο και ίσως βιαστικό τέλος στις Μεταφορές του Βασιλιά, η ολοκλήρωση εδώ αποτελεί την κορύφωση η οποία περίτεχνα και υπομονετικά οικοδομήθηκε στις σελίδες που προηγήθηκαν. Ο Κόεν διαθέτει μια απαράμιλλη αφηγηματική ικανότητα και ο αναγνώστης με προθυμία υποτάσσεται σε αυτή. Οι Νετανιάχου είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα.

υγ. Για τις Μεταφορές του Βασιλιά περισσότερα θα βρείτε εδώ, ενώ για Τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '23 εδώ.

Μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024

Οι αλεπούδες του Περ-Λασαίζ - Ρένα Λούνα

 
Γαλλία, λίγα χρόνια μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο κύριος Λουντμίλος, κεντρικό πρόσωπο της πλοκής, από χρόνια χωρισμένος, διάγει μοναχικό βίο στη γαλλική επαρχία, επιθυμώντας μια ζωή μακριά από επίφοβες εκπλήξεις και επώδυνες αλλαγές, κάτι που έχει καταφέρει σε ικανοποιητικό βαθμό, ακολουθώντας απαρέγκλιτα μια ιερά δομημένη καθημερινή ρουτίνα. Τη γαλήνη αυτή έρχεται να διαταράξει το τηλεφώνημα ενός συμβολαιογράφου. Από εκείνον ενημερώνεται πως η κυρία Λουντμίλα, η πρώην σύζυγός του, απεβίωσε και η κηδεία της κιόλας τελέστηκε. Του ζητείται να παραβρεθεί στην ανάγνωση της διαθήκης της εκλιπούσας καθώς γίνεται αναφορά στο όνομά του. Γεμάτος από όχληση αλλά και μια αντανακλαστική περιέργεια, ο κύριος Λουντμίλος θα αφήσει το φιλήσυχο χωριό των λίγων κατοίκων, ελπίζοντας πως αυτή η ανωμαλία θα αποδειχθεί σύντομη, παροδική και κυρίως ανώδυνη. Φευ!

Η Λούνα λαμβάνει τρεις καθοριστικές συγγραφικές επιλογές: α) τοποθετεί την πλοκή σ' ένα σχετικά μακρινό παρελθόν, β) η επιλογή του χρόνου ακολουθείται και από μια γλωσσικά παλιακή αφήγηση, ενώ γ) η δράση διαδραματίζεται στη Γαλλία. Και οι τρεις αυτές επιλογές λειτουργούν αντιστικτικά σε σχέση με την ηλικία και την εμπειρία της, καθώς αποδεικνύονται άκρως βοηθητικές στη σύνθεση και την εκτέλεση της γραφής, διάχυτες από μια αναπάντεχη και καλοδεχούμενη ωριμότητα. Ιδιαίτερης αναφοράς χρήζει η αληθοφάνεια και η πειστικότητα της τότε γαλλικής πραγματικότητας, με πλήθος πραγματολογικών στοιχείων που δείχνουν ικανή γνώση και συγγραφική έρευνα. Μέσω αυτών των επιλογών, δεν μοιάζει να επιζητά την πρωτοτυπία, δεν είναι, άλλωστε, λίγα τα σύγχρονα ελληνικά έργα που διαδραματίζονται εκτός Ελλάδος, αλλά το κατάλληλο περιβάλλον εντός του οποίου θα ευδοκιμήσει η ιστορία της και όχι έναν εξεζητημένο εξωτισμό ή μια βεβιασμένη χωρική εξωστρέφεια.

Ούτε η σύλληψη της ιστορίας διακρίνεται για την πρωτοτυπία της, ούτε η πλοκή στενάζει υπό το βάρος της. Ο θάνατος της πρώην συζύγου του, ενός άλλοτε αγαπημένου προσώπου, έρχεται να πυροδοτήσει ένα ταξίδι στο παρελθόν για τον κύριο Λουντμίλο, έτσι όπως αναμετράται με το πέρασμα του χρόνου, ποιος ήταν τότε και πώς η ζωή κύλησε εντωμεταξύ, τι στόχευσε και τι πέτυχε, ποιες ήταν οι προσδοκίες και ποιες οι εκπλήξεις του βίου του, ποιες υποσχέσεις δόθηκαν με πάθος και εν τέλει προδόθηκαν φτηνά, ένα βότσαλο που αναταράζει την από χρόνια ήσυχη επιφάνεια της λίμνης της ύπαρξής του. Η αναμέτρηση αυτή δεν περιορίζεται σε έναν αόριστο και νεφελώδη συναισθηματικό στίβο, αλλά εμπεριέχει και το απαραίτητο πρακτικό σκέλος της, όχι μόνο για την αληθοφάνεια της ιστορίας εν γένει, όπως είναι η αποδοχή ή όχι της κληρονομιάς, για παράδειγμα, που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με το πώς εκείνος φαντάζεται την καθημερινότητά του.

Η παλιακή αφήγηση του παντογνώστη αφηγητή δημιουργεί, εκτός από την απαιτούμενη απόσταση με τα πρόσωπα της ιστορίας, και δη τον κύριο Λουντμίλο, μια παιγνιώδη συνθήκη, χωρίς ωστόσο να εκπίπτει και να αναλώνεται σε στείρα και εύκολη κοροϊδία. Επίσης, ο εντοπισμός του ημερολογίου της νεκρής, ως εύρημα, προσφέρει μια πρωτοπρόσωπη και έντονα προσωπική εγκιβωτισμένη αναχρονιστική αφήγηση, που λειτουργεί συμπληρωματικά στην κεντρική πλοκή και της προσδίδει μια αναγκαία πολύπλευρη διάσταση, επιτρέποντας στην κυρία Λουντμίλα να καταθέσει και τη δική της οπτική γωνία για το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα, αλλά και στον πρώην άντρα της να δει την εικόνα ως εξωτερικός παρατηρητής. Τέλος, παρά τον πολυσέλιδο χαρακτήρα τους, Οι αλεπούδες του Πιερ-Λασαίζ, διακρίνονται για την απαραίτητη σφιχτή δομή τους, με τις παρεκβάσεις και τις αναλήψεις της πλοκής να μοιάζουν απαραίτητες και τα διάφορα μικροευρήματα να ανατροφοδοτούν διαρκώς τη συντεταγμένη και καλοσχεδιασμένη πορεία της ιστορίας προς την ομαλή ολοκλήρωσή της με μια επιτυχή ρίψη του τίτλου τέλους.

Αυτό είναι ένα πρωτόλειο που δεν υπόσχεται απλώς, όπως συνηθίζεται να λέγεται, ένα λαμπρό και πολλά υποσχόμενο λογοτεχνικό μέλλον, αλλά που προσφέρει μια άρτια απόλαυση και συνιστά μια αναγνωστική έκπληξη, πέρα από προσδοκίες και επιφυλάξεις, μια ιδιαίτερη περίπτωση ανάμεσα στην υπερπροσφορά εγχώριας λογοτεχνίας. Το μυθιστόρημα της γεννημένης το 1992 Ρένας Λούνα, Οι αλεπούδες του Περ-Λασαίζ, είναι από τα έργα εκείνα που επιφέρουν καίριο και καθοριστικό πλήγμα στον σκεπτικισμό και την όποια απογοήτευση σχετικά με την ποιοτική στάθμη της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών.

Εκδόσεις Ο μωβ σκίουρος

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2024

Επικράτειες - Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης

Δεν είναι λίγες οι φορές που σε αυτή τη γωνιά έχω εκφράσει την έλξη που μου γεννά η, έστω και, υποψία συγγραφικής φιλοδοξίας. Με άλλα λόγια θέλω να πω πως προτιμώ έναν συγγραφέα που θέτει ψηλά τον πήχη ακόμα και αν τελικά δεν καταφέρει εν τέλει να τον υπερπηδήσει χωρίς να τον ρίξει, από μία μέτριας ή χαμηλής φιλοδοξίας επιτυχημένη απόπειρα. Η έλξη εντείνεται περαιτέρω όταν έχω μπροστά μου ένα βιβλίο γραμμένο στην ελληνική, εκεί που η πεπατημένη είναι ακόμα πιο οικεία και με τα χρόνια ενοχλητική, εντούτοις, και παρά την περιρρέουσα γκρίνια, ολοένα και πιο φιλόδοξες συγγραφικές απόπειρες επιχειρούνται.

Ούτε, επίσης, είναι λίγες οι φορές που έχω γράψει, έχοντας αποδεχτεί και συμφιλιωθεί από καιρό με, την αδυναμία της πλήρους εποπτείας της λογοτεχνικής παραγωγής, ακόμα και της εγχώριας, ακόμα και ως υπάλληλος βιβλιοπωλείου τώρα πια. Η απόδοση του κρέντιτ στην πηγή είναι μια πράξη ευγνωμοσύνης, πρωτίστως. Κάποιος που σου προτείνει ένα καλό βιβλίο είναι ένας καλός άνθρωπος που σου κάνει ένα σπουδαίο δώρο.

Και τα δύο παραπάνω συναντώνται στο έργο του Βλαχογιάννη, του οποίου τα Είδωλα δεν θα είχα εντοπίσει αν δεν υπήρχε η σύσταση του Α., για να ακολουθήσει, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, η υποψία μιας υψηλής φιλοδοξίας. Κάπως έτσι, ανέμενα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την κυκλοφορία του τελευταίου του βιβλίου με τίτλο Επικράτειες, επαναπρογραμματίζοντας με την εμφάνισή του  τον όποιο αναγνωστικό σχεδιασμό.

Το βιβλίο, που ειδολογικά δεν μου είναι ξεκάθαρο να το κατατάξω ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα ή ως συλλογή εκτεταμένων νουβελών και διηγημάτων με ευδιάκριτη τη μεταξύ τους επικοινωνία και σύνδεση, αποτελείται από δύο μέρη. Το μέρος πρώτο ή φωτιά/αέρας συγκροτείται από τις Επικράτειες και τη Μουσική για αεροδρόμια, το μέρος δεύτερο ή νερό/γη από Το νησί στον χάρτη και τη Μαχαιρωμένη διάρκεια. Τα τέσσερα αυτά στοιχεία της φύσης απεικονίζονται στο ανάγλυφο του εξωφύλλου μιας συνολικά ιδιαιτέρως καλαίσθητης έκδοσης.

Ο κύριος άξονας που διέπει τα συστατικά μέρη του βιβλίου αυτού είναι η ύπαρξη ενός επινοημένου γερμανόφωνου συγγραφέα, ονόματι Μέτσγκερ, που στα γερμανικά σημαίνει χασάπης, και του βιβλίου του Επικράτειες, το οποίο σε κάποια δεδομένη στιγμή σκίζεται και χωρίζεται στα δύο, βιβλίο που αποτελεί ένα μεταμοντέρνο και κυρίως λειτουργικό εύρημα, ένα βιβλίο μέσα σε ένα βιβλίο, το οποίο λειτουργεί ως παράλληλη πραγματικότητα ή, αν προτιμάτε, ως αντίπαλο δέος απέναντι στην πεζή καθημερινότητα των προσώπων του βιβλίου, αυτό το εκκρεμές ανάμεσα στη δημιουργία και την έλξη για ζωή, το μέσα και το έξω που διέπει εν γένει το έργο τού Τόμας Μαν και πιο χαρακτηριστικά τη νουβέλα του Τόνιο Κρέγκερ. Η ύπαρξη του επινοημένου βιβλίου που αλλάζει αναγνωστικά χέρια, από ιστορία σε ιστορία, θυμίζει αρκετά το εύρημα του Μίτσελ στο Cloud Atlas, επιρροή γόνιμη και όχι εγκλωβισμένη στην αντιγραφή, εν τη γενέσει της δείγμα της φιλοδοξίας του συγγραφέα.

Η αντιμετώπιση της πραγματικότητας και η επινόησή της, τα ασαφή όρια ανάμεσα στις δύο αυτές επικράτειες, οι κρυψώνες του προσωπικού, η εμμονή με τη σπουδαία λογοτεχνία και η ανομολόγητη πίστη του ενός και μοναδικού αποδέκτη αυτής. Ο Βλαχογιάννης, μέσα από την αποτύπωση αυτής της αντιθετικής συνύπαρξης, αποτίει έναν φόρο τιμής προς τη σπουδαία λογοτεχνία, το αποκούμπι και το μικρόβιο που καταλαμβάνει το μυαλό ενός επίδοξου γραφιά, που επιθυμεί να αποτυπώσει με λέξεις τις ιδέες και τα συναισθήματά του, ερχόμενος σε διαρκή σύγκρουση με τους δεδομένους περιορισμούς. Οι Επικράτειες είναι, μεταξύ άλλων, ένα βιβλιοφιλικό έργο, με την αγάπη για τη λογοτεχνία να βρίσκεται παντού κατά μήκος του.

Η επιρροή της γερμανόφωνης λογοτεχνίας, είπα για τον Μαν, θα πρόσθετα και τον Μπότο Στράους, είναι εμφανής και δεν περιορίζεται στο βιογραφικό του Βλαχογιάννη που μας πληροφορεί πως είναι καθηγητής γερμανικών. Η ένταξη της επιρροής αυτής προσθέτει επιπλέον ύψος στον πήχη της φιλοδοξίας, με τον κίνδυνο μιας καρικατούρας να ελοχεύει, παγίδα στην οποία ωστόσο ο συγγραφέας όχι μόνο δεν παρασύρεται, αλλά, αντίθετα, τη μεταποιεί σε αρετή του τελικού αποτελέσματος. Αυτή η επιρροή είναι που επιτείνει τον εγκεφαλικό χαρακτήρα, στοιχείο υποβοηθητικό στην περαιτέρω ανάδειξη της αντίθεσης ανάμεσα στις δύο μπάντες, τη ζωή και τη δημιουργία, τον μη έλεγχο της πραγματικής ζωής και την –ψευδαίσθηση– του ελέγχου της επινοημένης μυθοπλασίας.

Επιστρέφοντας στο κομμάτι της φιλοδοξίας, ο Βλαχογιάννης μοιάζει να έχει δουλέψει αρκετά πάνω στο τελικό αποτέλεσμα και να μην έχει μείνει στις ευκολίες και τη βιάση μιας αρχικής κεντρικής ιδέας. Η επιμονή στο χτένισμα του κειμένου είναι πάντοτε κάτι το βοηθητικό, απαλλάσσοντάς το από το περιττό και το αχρείαστο, από τα πυροτεχνήματα που γρήγορα χάνουν την αρχική τους λάμψη. Η διακειμενικότητα, που στο τέλος της έκδοσης δίνεται αναλυτικά, εντείνει με τη σειρά της τον διάλογο ανάμεσα στην πραγματική έξω ζωή και την επινοημένη αντίστοιχή της. Έτσι, δημιουργείται και ένα τρίτο επίπεδο. Ο συγγραφέας, σε ρόλο αφηγητή που επεμβαίνει μέσω υποσημειώσεων, η δική του πάλη ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη, την επιρροή και τη δημιουργία, συναντά τα πρόσωπα του έργου, επίσης ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη, με πρώτη ύλη το βιβλίο Επικράτειες και το βιογραφικό του επινοημένου Μέτσγκερ.

Οι Επικράτειες είναι ένα από τα βιβλία εκείνα για τα οποία ελοχεύει ο κίνδυνος ένα κείμενο αναγνωστικής προσέγγισης, όπως αυτό εδώ εν προκειμένω, να το παρουσιάσουν ως κάτι δύστροπο και απροσπέλαστο, αποτρέποντας αντί παρακινώντας τον επίδοξο αναγνώστη. Οπότε μια σχετική διευκρίνηση κρίνεται απαραίτητη. Οι Επικράτειες παρά τη διάχυτη φιλοδοξία και την εγκεφαλικότητα που τις χαρακτηρίζει είναι ένα βιβλίο που καλωσορίζει και σύντομα, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ανταμείβει τον αναγνώστη, που γρήγορα νιώθει την οικειότητα αυτής της ενδοκειμενικής πάλης. Η δημιουργία, η πρόθεση ή ανάγκη για δημιουργία, αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα της σύνθεσης, μαζί με όσα έπονται αυτής, όπως η ανάγκη για έκφραση, η αγωνία για επικοινωνία, η αναμέτρηση με το συναίσθημα πως είναι κανείς μόνος σε αυτό. Θυμήθηκα τη νουβέλα της Παρούση, Λίγα λόγια για μένα, και την ανάγκη/επιθυμία του ήρωα να κειμενοποιηθεί. Θεωρώ πως τα δύο αυτά πρόσφατα έργα αναπτύσσουν έναν διάλογο, έστω και χωρίς την πρόθεση των συγγραφέων.

Οι Επικράτειες μου άρεσαν πολύ, όχι μόνο για τη φιλοδοξία ή τη διαφορετικότητά τους ως προς το κυρίως σώμα της –ελληνικής– λογοτεχνίας, όχι, θέλω να πω, για όλα όσα σκέφτηκα και υπέθεσα, αλλά ως αυτόνομη αναγνωστική εμπειρία.

υγ. Περισσότερα για τα Είδωλα θα βρείτε εδώ, ενώ για το Λίγα λόγια για μένα εδώ.

Εκδόσεις Περικείμενο