Δευτέρα 31 Ιουλίου 2023

Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω - Juan Gabriel Vásquez

Όταν στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς έκανα αφιέρωμα στα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '22, ανάμεσα σε άλλα, που για τον έναν ή τον άλλο λόγο βρέθηκαν εκεί, υπήρχε και το μυθιστόρημα του πολυαγαπημένου Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες, Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω. Ακόμα πιο αξιοπερίεργο είναι πως το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του '21. Μια ελπίδα και μια επιφύλαξη: η ελπίδα πως όταν ο έξω κόσμος θα σφίξει τον κλοιό τότε θα έχεις ένα σίγουρο και ασφαλές μπούνκερ καταφυγής, η επιφύλαξη πως η συγγραφική ιδιαιτερότητα μπορεί να αποδειχθεί μανιέρα. Όπως και αν έχει, σχεδόν δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του ήταν η στιγμή να τραβήξω το βιβλίο από τη στοίβα με τα αδιάβαστα.

Το μότο του βιβλίου, δια χειρός Φορντ Μάντοξ Φορντ, είναι καθοριστικό για τη συγγραφική επιδίωξη και την αναγνωστική πρόσληψη: «Οπότε, έτσι όπως εμείς βλέπουμε τα πράγματα, ένα μυθιστόρημα θα 'πρεπε να 'ναι η βιογραφία ενός ανθρώπου ή μιας σχέσης, και κάθε βιογραφία, είτε ενός ανθρώπου είτε μιας σχέσης, θα 'πρεπε να 'ναι ένα μυθιστόρημα». Είναι η ιστορία της οικογένειας του Σέρχιο Καμπρέρα, ενός Κολομβιανού σκηνοθέτη, δοσμένη με τρόπο μυθοπλαστικό χωρίς ωστόσο να περιέχει φανταστικά στοιχεία, απότοκη αρκετών ωρών συνέντευξης μεταξύ εκείνου και του Βάσκες. Η αφήγηση ξεκινάει τη στιγμή που ο σκηνοθέτης βρίσκεται στη Λισαβώνα, εκεί όπου πια ζει η δεύτερη σύζυγός του με το παιδί τους, ένας προορισμός σκαλοπάτι πριν βρεθεί στη Βαρκελώνη όπου πρόκειται να λάβει χώρα ένα αναδρομικό αφιέρωμα στο έργο του με τίτλο Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω. Στη Λισαβόνα, ενώ αναρωτιέται τι πήγε λάθος τελικά στον γάμο του, βλέποντας τους τρεις τους να περνάνε όμορφες στιγμές, ένα τηλεφώνημα από την Κολομβία θα τον ενημερώσει για τον θάνατο του πατέρα του. Παρότι αρχικά θα σκεφτεί να ακυρώσει την παρουσία του στη Βαρκελώνη και να επιστρέψει για την κηδεία, τελικά αποφασίζει να παραμείνει, παρά τις ενοχές και τις δεύτερες σκέψεις. Στη Βαρκελώνη θα συναντήσει τον δεκαεπτάχρονο γιο του, από τον πρώτο του γάμο, που πια ζει στην Ισπανία. Πατέρας και γιος θα περάσουν μαζί κάποιες μέρες, μέσα και έξω από την κινηματογραφική αίθουσα και ο Καμπρέρα θα έχει την ευκαιρία να αφηγηθεί στον γιο του την ιστορία της οικογένειας, ένας ιδιότυπος φόρος τιμής στη μνήμη του αποθανόντος πατέρα του.

Από τις πρώτες κιόλας γραμμές γίνεται εμφανής η καθησυχαστική γοητεία που η αφήγηση του Βάσκες διαθέτει, ο υπέροχος τρόπος με τον οποίο αναπτύσσει και προωθεί την πλοκή, η μαεστρία με την οποία διαπλέκει το παρελθόν με το παρόν, η ικανότητα στη μυθοπλασία της πραγματικότητας, η διαρκής παρουσία της κολομβιανής –κυρίως αυτής, αλλά και της παγκόσμιας– ιστορίας παράλληλα με την ατομική ιστορία των ηρώων του –επινοημένων ή πραγματικών. Και αυτό το καθησυχαστικό συναίσθημα περιγράφει εν πολλοίς με ακρίβεια το μπούνκερ στο οποίο παραπάνω αναφέρθηκα. Παρότι έχουμε να κάνουμε με ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, η γραφή του Βάσκες διαθέτει το στοιχείο της κοντοβελονιάς, λέξη τη λέξη, φράση τη φράση, από την αρχή μέχρι το τέλος, χαρακτηριστικό στοιχείο ενός απαράμιλλου στυλίστα. Όμως, επειδή μιλάμε για μυθιστόρημα, και μάλιστα πολυσέλιδο, τίποτα δεν θα ήταν αρκετό, ούτε η ομορφιά των λέξεων, για να διατηρήσει το βλέμμα του αναγνώστη, παρά μια περίτεχνη, καίτοι στο μάτι απλή, συνολική αφηγηματική κατασκευή όπως αυτή που πετυχαίνει ο συγγραφέας–ερευνητής, που αποφεύγει να πιαστεί αιχμάλωτος στα δεδομένα όρια της πραγματικότητας. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως, κατά δήλωση του ίδιου, τα γεγονότα που αναφέρονται είναι στο σύνολό τους πραγματικά. Και μπορεί μια τέτοια ζωή, όπως αυτή της οικογένειας Καμπρέρα, να μοιάζει από μόνη της μυθιστορηματική, όμως μια γραμμική αφήγηση και μια απομαγνητοφώνηση των τριάντα ωρών συνέντευξης δεν θα ήταν αρκετές για να την καταστήσουν μυθιστόρημα.

Ο Βάσκες προσθέτει την απαραίτητη παλέτα επί της οποίας θα οικοδομηθεί το μυθιστόρημα, δημιουργώντας αυτή την ελάχιστη μα τόσο απαραίτητη απόσταση από το έδαφος της πραγματικότητας. Στο Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω, ο Βάσκες φλερτάρει έντονα με το μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα, που τόσο σπουδαία στις μέρες μας εκπροσωπεί ο Χαβιέρ Θέρκας, αλλά δεν υποκύπτει στη γοητεία του, επιλέγοντας να αφήσει τον εαυτό του (τον ερευνητή–αφηγητή, αν προτιμάτε) αλλά και την ίδια τη συγγραφή του βιβλίου έξω από το αφηγηματικό πλαίσιο, επιθυμώντας να ακολουθήσει την προτροπή του Φορντ Μάντοξ Φορντ και να καταστήσει μυθιστόρημα τη βιογραφία της οικογένειας Καμπρέρα. Θεωρώ πως οι λάτρεις της ρεαλιστικής ακρίβειας, οι αναγνώστες που διαρκώς επισκέπτονται την ψηφιακή αναζήτηση για να επιβεβαιώσουν το ένα ή το άλλο στοιχείο της πλοκής, ίσως και να μην απολαύσουν το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, παρότι η αποτύπωση είναι πιστή, και αυτό γιατί μια τέτοια αντιμετώπιση άλλο δεν θα δείχνει παρά τη μη επιβίβασή τους στο μυθοπλαστικό όχημα της αφήγησης, συνθήκη απαραίτητη για την επίτευξη αναγνωστικής απόλαυσης. Στη μυθοπλασία του Βάσκες, η αλήθεια, παρότι παρούσα, κατέχει δευτερεύουσα θέση, η αναγνωστική απόλαυση δεν ικανοποιείται από την πιστότητα και την ακρίβεια, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή η πραγματικότητα μετατρέπεται σε μυθιστόρημα.

Και κάποιος, κακοπροαίρετα πάντα, θα μπορούσε να ρωτήσει: και σε τι διαφέρει ένα μυθιστόρημα όπως αυτό από μια αυτοβιογραφία γραμμένη από έναν συγγραφέα φάντασμα, όπως τόσες και τόσες κυκλοφορούν ευρέως; Οι κακοπροαίρετες ερωτήσεις, ακριβώς επειδή είναι κακοπροαίρετες, καλό είναι να μην απαντώνται, απλώς τις προσπερνά κανείς και συνεχίζει τον δρόμο του. Το Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω είναι το έκτο βιβλίο του Βάσκες που διαβάζω, όσα δηλαδή έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά, πάντοτε από τις εκδόσεις Ίκαρος και σε ισάξια του πρωτότυπου μετάφραση δια χειρός Αχιλλέα Κυριακίδη. Στον πρόλογο αναφέρθηκα στην επιφύλαξη σχετικά με τον κίνδυνο αναγνωστικής πρόσκρουσης με μια συγγραφική μανιέρα. Υπήρχε στο μυαλό μου αυτό. Η επιφύλαξη ωστόσο σύντομα, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, εξαφανίστηκε, η οικειότητα της αφήγησης επικράτησε, ο τρόπος με τον οποίο αφηγήθηκε την ιστορία αυτή αποδείχτηκε καθηλωτικός, ακόμα μια φορά. 

Και τώρα, τι κάνω χωρίς άλλο μεταφρασμένο βιβλίο του Βάσκες στη στοίβα με τα αδιάβαστα;

υγ. Σύνδεσμοι για τα υπόλοιπα έργα του Βάσκες: Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν (εδώ), Οι πληροφοριοδότες (εδώ), Η μορφή των λειψάνων (εδώ), Οι υπολήψεις (εδώ), Τραγούδια για την πυρκαγιά (εδώ). Τη λίστα με τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '22 τη βρίσκετε εδώ.

(Το ιστολόγιο, από αύριο, θα περάσει στην αυγουστιάτικη ανάπαυση, ραντεβού τον Σεπτέμβρη!)
 
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 27 Ιουλίου 2023

Ζήσε γρήγορα - Brigitte Giraud

Διάβαζα ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα και είχα κάπως βαλτώσει, οι σελίδες κολλούσαν και εγώ χρειαζόμουν επειγόντως μια ανάγνωση υψηλής έντασης. Είχα μπροστά μου ένα ανέφελο τετράωρο. Τράβηξα από τη στοίβα το Ζήσε γρήγορα, ένιωθα πως κάτι που –ανέμενα πως– θα έμοιαζε με το επίσης πρόσφατα μεταφρασμένο στα ελληνικά Love me tender (Constance Debré, εκδόσεις Πόλις) θα ήταν ό,τι χρειαζόμουν, μια ανάγνωση μια και έξω. Νεύρο και ένταση στην αφήγηση, αυτό ανέμενα, ο τίτλος και το εξώφυλλο συνηγορούσαν, το βραβείο Goncourt περισσότερο όξυνε την περιέργεια παρά συμμετείχε στις σχηματισμένες ήδη προσδοκίες. Έτσι μπήκα στην ανάγνωση αυτή.

Λίγες σελίδες αργότερα, ο αναγνωστικός ορίζοντας είχε τεθεί υπό έντονη αμφισβήτηση, η ολική κατάρρευσή του έμοιαζε πιθανή. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, κινούμενη στα όρια της αυτομυθοπλασίας, δεν διέθετε νεύρο και ένταση, αλλά ένα τραύμα από απόσταση χρόνων, μια απώλεια στα τελευταία της στάδια. Συνέχιζε ωστόσο να 'ναι μια αφήγηση που υπηρετούσε την ανάγκη μου για μια ανάγνωση υψηλής έντασης. Η αφήγηση της Ζιρό ξεκινά είκοσι χρόνια μετά το μοιραίο ατύχημα του Κλοντ, συζύγου και πατέρα του παιδιού της, όταν, ύστερα από αρκετή πίεση, θα δεχτεί να υπογράψει τα απαραίτητα έγγραφα για την πώληση του σπιτιού. Το συμβολικό αυτό συμβάν, η πώληση του σπιτιού που αγόρασαν μαζί και στο οποίο εκείνος δεν πρόλαβε να ζήσει, δημιουργεί ένα εμβαδόν πρόσφορο για την ανάληψη του παρελθόντος. Ωστόσο, παρότι ένα ικανό διάστημα ίασης από το τραύμα έχει μεσολαβήσει, οι τόκοι του πένθους ζητούν ακόμα την αποπληρωμή τους. Ένα γαϊτανάκι από αν ξεδιπλώνεται μπροστά της, ένα γαϊτανάκι που εδώ και χρόνια τριγυρνά στο μυαλό της.

Το κεντρικό αφηγηματικό εύρημα, όλα αυτά τα αν που αν είχαν συμβεί αλλιώς τότε ο Κλοντ θα ήταν ακόμα ζωντανός, δεν είναι τόσο τεχνικό όσο συναισθηματικό, ένας τόπος κοινός στον οποίο συνηθίζουμε να προσφεύγουμε, μια χαραμάδα ανορθολογική, μια ψευδαίσθηση ελέγχου και κατανόησης. Το παρελθόν, όσο σκληρό και αν αποδείχθηκε κάποτε, προσφέρει μια αίσθηση σταθερότητας, ένα μέρος στο οποίο εκ του ασφαλούς θα μπορούσαμε να αλλάξουμε μια και μόνη συνθήκη και να πιστεύουμε πως όλα θα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά, μια σίγουρα απλοϊκή, μα αναπόφευκτη μάλλον δοκιμασία, ιδιαίτερα εν μέσω πένθους. Η Ζιρό κινείται πέριξ του σημείου αυτού, αναμοχλεύει τα μικρογεγονότα που θεωρεί πως επηρέασαν την κρίσιμη στιγμή τη ζωή του Κλοντ, φροντίζοντας να δώσει μια εικόνα της ζωής τους μέχρι εκείνη τη μέρα. Δεν αναλώνεται σε ένα φαντασιακό κοινό μέλλον, που και αυτό ανήκει πια στο παρελθόν, διστάζει να αφεθεί σε όσα θα είχαν συμβεί αν εκείνη τη μέρα ο Κλοντ δεν είχε φύγει από τη ζωή της, αρκεί να ερευνήσει πώς θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί το μοιραίο ατύχημα, αυτό της είναι αρκετό. Η χρονική απόσταση της επιτρέπει να διατηρήσει μια ορθολογική αυτοκυριαρχία, να αντιμετωπίσει, μέσω της γραφής, τα φαντάσματα των διαφορετικών διαδρομών που για χρόνια την επισκέπτονται, έχοντας επίγνωση της αφέλειας τέτοιων διαδρομών παρατηρούμενων απέξω.

Αυτή η ιδιότυπη αποστασιοποίηση, που η συγγραφέας καταφέρνει να αποτυπώσει σε λέξεις, αποτελεί, τεχνικά μιλώντας, ένα μεγάλο αβαντάζ του βιβλίου αυτού, που του επιτρέπει μια ασφαλή πορεία μακριά από τα επικίνδυνα νερά της εκβίασης του συναισθήματος του αναγνώστη, που το απελευθερώνει από το βάρος της ίδιας του της αλήθειας. Η συγγραφέας-αφηγήτρια δεν ζητά την επιδοκιμασία ή τη λύπηση, ο σχετικός χρόνος έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Αναμετράται κυρίως με τον εαυτό της, αναγνωρίζει όλα εκείνα τα βαλτώδη ύδατα από τα οποία με τεράστια προσπάθεια διήλθε, τις πρώτες στιγμές, όταν το οριστικό τέλος του κόσμου έμοιαζε μια ευοίωνη εξέλιξη, αλλά και τις μετέπειτα δυσκολίες στις οποίες καθόλου δεν αναφέρεται. Δεν υποδύεται τον ρόλο της χαροκαμένης συζύγου που έμεινε μόνη με ένα μικρό παιδί, δεν ζητά χειροκρότημα επειδή, με τον τρόπο της, τα κατάφερε. Αυτό ουδόλως δεν σημαίνει πως δεν διαπραγματεύεται το πένθος της, πως στέκεται απλή παρατηρήτρια του παρελθόντος της, μια τέτοια απάτη δύσκολα θα λειτουργούσε. Ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται το υλικό της επιτρέπει σε αυτό να φύγει από το επίκεντρο της πραγματικής ιστορίας και να κινηθεί σε μέρη πιο μυθοπλαστικά, πιο δυνητικά, ακολουθώντας το βασικό εύρημα, όλα εκείνα τα αν.

Το Ζήσε γρήγορα δεν είναι ένα ωραίο βιβλίο για την αλήθεια που φέρει, παρότι η αλήθεια συνδράμει στη συγγραφή και σίγουρα παίζει καθοριστικό ρόλο σε αυτή, αλλά το μυθιστόρημα δεν αναλώνεται στο βίωμα και αυτό αποδεικνύεται καθοριστικό στην ανάγνωση και την πρόσληψή του. Μια πραγματική ιστορία ποτέ δεν είναι αρκετή για να προσφέρει μια αναγνωστική απόλαυση, παρά μόνο να γεμίσει με ενοχές το υποκείμενο της ανάγνωσης, να υποκύψει στον εκβιασμό και να αναφωνήσει: κοίτα την καημένη τι δύσκολα που πέρασε. Το μυθιστόρημα αυτό διαθέτει εμφανείς λογοτεχνικές αρετές, δεν περιορίζεται ούτε στη λογοτεχνία του τραύματος, ούτε στην υποκατηγορία της αυτομυθοπλασίας. Είναι το πρώτο βιβλίο της που διαβάζω και δεν μπορώ να έχω την απαραίτητη επάρκεια, όμως μπορώ σίγουρα να πω πως στο συγκεκριμένο η επιρροή της Ερνώ είναι κάτι παραπάνω από εμφανής.

Παρότι διαφορετικό από εκείνο που ανέμενα, το Ζήσε γρήγορα αποδείχτηκε το βιβλίο που είχα ανάγκη εκείνη τη στιγμή. Προσδοκίες και με το παραπάνω καλυμμένες. Ένα καλό μυθιστόρημα, μια ενδιαφέρουσα πρώτη γνωριμία με τη Ζιρό, που τα κατάφερε περίφημα σε μια δύσκολη πίστα.

υγ. Για το Love me tender περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Σοφία Αυγερινού
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 24 Ιουλίου 2023

Napoli mon amour - Alessio Forgione

Τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερα αξιόλογα ιταλόφωνα λογοτεχνικά έργα μεταφράζονται στη χώρα μας, αναγκάζοντας δικαίως το εγχώριο αναγνωστικό κοινό να στρέψει το βλέμμα του στη γείτονα χώρα. Πρόσφατα, από τις εκδόσεις Πόλις και σε καλή μετάφραση της Δέσποινας Γιαννοπούλου, κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Napoli mon amour, που αποτέλεσε το λογοτεχνικό ντεμπούτο του, γεννημένου το 1986 στη Νάπολι, Αλέσιο Φορτζόνε.

Αυτή είναι η ιστορία του τριαντάχρονου Αμορεζάνο, που ζει στη Νάπολι και αναζητά τη θέση του στον κόσμο. Μετά από κάποια χρόνια που δούλεψε στα καράβια, επέστρεψε στο πατρικό του σπίτι έχοντας στην άκρη κάποια χρήματα. Αναζητά εργασία, βγαίνει με φίλους, κοιμάται αργά, ανέχεται την ήπια γκρίνια των δικών του, παρακολουθεί συστηματικά ποδόσφαιρο υποστηρίζοντας τη Νάπολι, δοκιμάζει τις δυνάμεις του στη συγγραφή διηγημάτων, φλερτάρει με την ιδέα της μετανάστευσης στο Λονδίνο, βλέπει τις οικονομίες του ολοένα να λιγοστεύουν, ερωτεύεται. Πάνω και πέρα από όλα γυρεύει την αναγκαία νοηματοδότηση.

Ο Φορτζόνε, που έχει την ηλικία του πρωτοπρόσωπου αφηγητή της ιστορίας αυτής, γράφει ένα βιβλίο για τη γενιά του, που πρόλαβε να ζήσει κάποια χρόνια οικονομικής και κοινωνικής ευμάρειας, και που τώρα, σε αυτά που θα έπρεπε να είναι τα πλέον παραγωγικά της χρόνια, βρίσκεται να προσκρούει μετωπικά με την αβεβαιότητα, με τη μορφή κυρίως της εργασιακής ανασφάλειας, την ώρα που επιστρέφει να ζήσει στην πατρογονική εστία. Τα όνειρα και οι φιλοδοξίες βρίσκονται στον πάγο, ένα αβέβαιο και ελάχιστα υποσχόμενο μέλλον ανοίγεται εμπρός της. Μια ιστορία, δυστυχώς, γνώριμη.

Ο συγγραφέας καταφέρνει να αποτυπώσει γλωσσικά αυτό το συναίσθημα της απογοήτευσης, κάτι που αποτελεί το κεντρικό αφηγηματικό επίτευγμα σ' ένα βιβλίο που σκιαγραφεί με λεπτομέρεια τη συγχρονία. Το πάθος απουσιάζει, η ομορφιά του κόσμου περνά από το παράθυρο και χάνεται, παράθυρο που ανοίγει μόνο και μόνο για να ανανεώσει την αποπνικτική από τον καπνό του τσιγάρου ατμόσφαιρα. Ο πραγματισμός με τον οποίο ο Αμορεζάνο αντιμετωπίζει την κάθε μέρα αποδεικνύεται στείρος, δεν είναι μόνο το συναίσθημα που λείπει, είναι και η λογική που αποτυγχάνει. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η συνέντευξη που κάνει ο αφηγητής για μια θέση σε τηλεφωνικό κέντρο εξερχόμενων κλήσεων. Η καθημερινότητα του Αμορεζάνο δεν υστερεί σε ενδιαφέροντα αλλά χαρακτηρίζεται από την απουσία κινήτρου, όλα όσα κάνει αποδεικνύονται, ξανά και ξανά, λίγα, ανίκανα να του δημιουργήσουν την αναγκαία λαχτάρα για ζωή. Η ζαριά του έρωτα μοιάζει να είναι η τελευταία ζωοφόρος πιθανότητα.

Αφήγηση κοφτή που πατάει στέρεα στην παράδοση του ρεαλισμού, μεταφέρει το συναίσθημα του αδιεξόδου στο οποίο βρίσκεται ο αφηγητής, την ώρα που δημιουργεί το απαραίτητο εμβαδόν για την αναγνωστική ταύτιση ή ενσυναίσθηση, ιδιαίτερα στις εκλάμψεις ελπίδας που σποραδικά διαφαίνονται στον ορίζοντα. Σχετικά πρόσφατα κυκλοφόρησαν στα ελληνικά η Πικρή ζωή του Λουτσιάνο Μπιαντσάρντι και Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη, με αφηγητές συνομήλικους του Αμορεζάνο, που αναζητούσαν το νόημα σε παλιότερους χρόνους. Το Napoli mon amour συνομιλεί μαζί τους και αποτελεί μια εκδοχή των δύο αυτών μυθιστορημάτων στο σήμερα, όχι μόνο της Νότιας Ιταλίας, αλλά και μεγάλου μέρους του δυτικού κόσμου.

Στο μυθιστόρημα, όπως διατυπώνεται μια κάποια δόση ειρωνείας στον τίτλο, συμπρωταγωνιστεί και η Νάπολι, με τις έντονες αντιφάσεις της, με την ανισότητα σε σχέση με τον βορρά της χώρας, με τη λατρεία για το ποδόσφαιρο. Ο Φορτζόνε ωστόσο δεν γράφει έναν ταξιδιωτικό οδηγό, η πόλη εδώ είναι το σκηνικό μέσα στο οποίο κινείται ο Αμορεζάνο, ένα σκηνικό με ελάχιστες διεξόδους μα με πληθώρα εξόδων κινδύνου, που όμως παρότι με κάθε τρόπο τον διώχνει μακριά δεν παύει να είναι το μέρος στο οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε, το σπίτι του. Και είναι αυτή η εσωτερική αντιπαράθεση που εν πολλοίς διαμορφώνει τον αντιφατικό τρόπο με τον οποίο ο Αμορεζάνο σκέφτεται και πράττει.

Με δεδομένες λογοτεχνικές αρετές, το Napoli mon amour είναι ένα σύγχρονο ρεαλιστικό μυθιστόρημα που αποτυπώνει με ευκρίνεια τα αδιέξοδα και την απαισιοδοξία που το μέλλον απλόχερα υπόσχεται. Ένα καλό βιβλίο.

υγ. Για το Πικρή ζωή περισσότερα διαβάζεται εδώ, για Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη εδώ. Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ανοιχτό Βιβλίο (Η εφημερίδα των συντακτών, επιμ. Μισέλ Φάις) στις 20 Μαΐου 2022.
 
Μετάφραση Δέσποινα Γιαννοπούλου
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2023

Λάμπετε στο σκοτάδι - Liliana Colanzi

Η μικρή φόρμα δεν είναι ιδιαιτέρως του γούστου μου. Προφανώς και υπάρχουν εξαιρέσεις μέσα σε όλα αυτά τα αναγνωστικά χρόνια. Αυτές, άλλωστε, είναι που αραιά και πού με οδηγούν να τραβήξω μια ακόμα συλλογή διηγημάτων από το ράφι. Στην προκειμένη περίπτωση, αντίβαρο στη χλιαρή σχέση μου με το διήγημα στάθηκαν τρία στοιχεία ταυτότητας της συλλογής αυτής. Πρώτο, η καταγωγή της συγγραφέως από τη Βολιβία, μια από τις φτωχότερες, αν όχι τη φτωχότερη, χώρα της Λατινικής Αμερικής, και η «περιέργειά» μου για τη σύγχρονη ισπανόφωνη λογοτεχνία εν γένει και δη τη γυναικεία. Δεύτερο, η ειδολογική ένταξη της συλλογής στη λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας. Κάπου μέσα μου μια σύνδεση με την αξεπέραστη Ούρσουλα Λε Γκεν αναδύθηκε φέροντας τον μανδύα της προσδοκίας, αλλά και γιατί με αφορμή την ειδολογική κατάταξη η λιγότερο προνομιούχα λογοτεχνία πολλές φορές πετυχαίνει να θίξει πλήθος ζητημάτων χωρίς να εγκλωβίζεται σ' αυτά, αλλά και στην αυτοαναφορικότητά της. Τρίτο, οι ολοένα και πιο ενδιαφέρουσες επιλογές των εκδόσεων Δώμα, σε συνδυασμό με το όνομα της Αγγελικής Βασιλάκου στη μετάφραση. Έτσι μπήκα στην ανάγνωση αυτή.

Οι συλλογές διηγημάτων δημιουργούν ένα βασικό μεταναγνωστικό πρόβλημα, κατά την απόπειρα γραφής ενός σχετικού με αυτές κειμένου, όταν ο συντάκτης, εγώ στην προκειμένη περίπτωση, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα δίλημμα για τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειριστεί ενδοκειμενικά την υπόθεση των διηγημάτων. Παρότι θεωρητικά διαθέτω την ξεκάθαρη απάντηση σε αυτό το δίλημμα, δηλαδή τη μη αναφορά στην πλοκή, εκτός και αν κάποιο διήγημα προσφέρει την ευκαιρία για την εξαγωγή γενικότερων συμπερασμάτων επί της συλλογής, το δίλημμα δεν παύει να υπάρχει, η ευκολία στην προσθήκη λέξεων σχετικά με την υπόθεση καθενός από τα διηγήματα ηχεί γλυκά. Ωστόσο, τίποτα πιο βαρετό και ελάχιστα δημιουργικό δεν βρίσκω στην περίληψη, δεν νιώθω την απαραίτητη νοηματοδότηση, το γαργάλημα στην άκρη των δακτύλων. Επίσης, θεωρώ μια τέτοια απόφαση παραβιαστική ως προς τον υποψήφιο αναγνώστη. Αυτό, σε συνδυασμό και με την εν γένει σχέση μου με τη μικρή φόρμα, με οδηγεί συχνά πυκνά στην απόφαση να μη γράψω κάποιο κείμενο, εκτός και αν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, θεωρήσω το βιβλίο αυτό ξεχωριστό.

Το Λάμπετε στο σκοτάδι είναι ένα ξεχωριστό βιβλίο, το οποίο ανταποκρίθηκε στο μεγαλύτερο μέρος των προσδοκιών που είχα πριν την ανάγνωσή του και απάλυνε το συναίσθημα της ανικανοποίητης, λόγω μεγέθους, εμπειρίας, αυτό το θα ήθελα λίγες σελίδες ακόμα. Αυτή είναι η τέταρτη συλλογή διηγημάτων της Κολάνσι, με το πολύ ενδιαφέρον βιογραφικό, εκ του οποίου ωστόσο προκύπτουν μια σειρά από προνόμια, που καλό είναι να τα έχει κανείς στο πίσω μέρος του μυαλού του. Συγγραφέας μικρής φόρμας, που διαθέτει πλέον την αναγκαία εμπειρία στις απαιτήσεις του είδους, αλλά και την εμφανή κλίση στη διαχείριση των ιδιαιτεροτήτων που πηγάζουν από το συγκεκριμένο φορμάτ. Βασική πρόκληση εδώ είναι η οικονομία του λόγου, αυτό το τόσο όσο, που δεν πλατιάζει και δεν προκαλεί δυσφορία στον αναγνώστη με τη συνύπαρξη χαρακτηριστικών της μεγάλης φόρμας σε στενό σώμα. Η συγγραφέας, παρότι δεν επιδιώκει μια στυλιζαρισμένη γραφή ή τον πειραματισμό στα αφηγηματικά μέσα που χρησιμοποιεί, το πετυχαίνει. Η Κολάνσι, επίσης, δεν εγκλωβίζεται στην αρχική της ιδέα εκ της οποίας πιθανά πηγάζει το κάθε διήγημα, αλλά επενδύει χρόνο και κόπο στο χτίσιμο της κάθε ιστορίας, στην προσθήκη αρκετών επιπέδων, λιγότερο ή περισσότερο εμφανών. Ένα διήγημα οφείλει να είναι πολλά περισσότερα από μια, έστω και ενδιαφέρουσα ή πρωτότυπη, πρώτη ιδέα.

Με τον τρόπο αυτό, η Κολάνσι πετυχαίνει να δικαιολογήσει την επιλογή της, αλλά και να την υπερασπιστεί απέναντι στην αντανακλαστική κατηγορία της ευκολίας. Δεν είναι πιο εύκολο να γράψει κανείς ένα καλό διήγημα σε σχέση με το να γράψει ένα καλό μυθιστόρημα, η επιλογή δεν μπορεί να έχει να κάνει με μια τέτοια σκέψη/πρόθεση, που αυτόματα θα έσπρωχνε την απόπειρα προς την πλευρά της κακής/αδιάφορης λογοτεχνίας. Το αντίθετο, μάλλον, συμβαίνει. Όσο η φόρμα μικραίνει τόσο οι δυσκολίες της επιλογής της μεγαλώνουν, αφού απέναντι σε ένα διήγημα ο αναγνώστης νιώθει να έχει την πλήρη επάρκεια, που του επιτρέπει να είναι ιδιαίτερα πιο αυστηρός σε σχέση με ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα στο οποίο κάποιες αμήχανες/κακές/αχρείαστες σελίδες ή κομμάτια είναι πιο εύκολο να παραπέσουν της προσοχής του μέσα στο σύνολο του βιβλίου. Εδώ, κάθε ραφή, κάθε απόφαση είναι ορατή και υπό κρίση. Και οι αποφάσεις της συγγραφέως είναι λειτουργικές, χωρίς να επιδιώκουν απλώς τον εντυπωσιασμό, κενό και ανώφελο, αλλά ως στόχο έχουν την υπηρέτηση του κάθε διηγήματος.

Σημαντικό επίσης σε μια συλλογή διηγημάτων θεωρώ την ύπαρξη ενός νήματος που να ενώνει τα μέρη της, που να την καθιστά αυτό που υπόσχεται πως είναι, μια συλλογή διηγημάτων δηλαδή, και όχι σκόρπια κείμενα που συγκεντρώθηκαν για χάρη της έκδοσης. Το νήμα εδώ δεν είναι απλώς και μόνο ειδολογικό, δεν είναι η ομπρέλα της επιστημονικής φαντασίας που σκεπάζει το σύνολο των διηγημάτων και τα συνέχει, αλλά σε αυτή έρχονται να προστεθούν το αφηγηματικό στυλ, η παλέτα των θεμάτων που απασχολούν τη συγγραφέα, η χρήση του είδους ως αφορμή για να διαπραγματευτεί ζητήματα που φαινομενικά θα ανήκαν σε μια γραφή πιο ρεαλιστική, πιο βιωματική. Η Κολάνσι παίρνει απόσταση από το εδώ και το τώρα για να το κοιτάξει υπό ένα διαφορετικό πρίσμα άχρονο και άτοπο. Η απόφαση αυτή αποδεικνύεται ευφυής και εξυπηρετεί επίσης και τη λογοτεχνικότητα των διηγημάτων, με αυτή την αίσθηση του ανοίκειου πλην όμως γνώριμου περιβάλλοντος εντός του οποίου οι ιστορίες αυτές διαδραματίζονται, περιβάλλον απαραίτητο ώστε ο αναγνώστης να αισθανθεί πως αυτό είναι λογοτεχνία και όχι μια σειρά από κείμενα της επικαιρότητας, περιβάλλον στο οποίο η συγγραφέας μπορεί με άνεση να βρει την κατάλληλη κρυψώνα για το προσωπικό. Ωστόσο ταυτόχρονα, κάθε καλή ιστορία του φανταστικού ή της επιστημονικής φαντασίας, εκτός των άλλων, κρίνεται και για την ικανότητά της να λειτουργήσει ιδιότυπα παραβολικά ως προς τον γνωστό μας κόσμο. Τα πολλαπλά επίπεδα στα οποία παραπάνω αναφέρθηκα. Επιπλέον, η απόφαση αυτή, απαλλάσσει τα διηγήματα από τον εξωτισμό, απομακρύνοντας τον αναγνώστη από τα στενά όρια του βολιβιανού κράτους, επιτρέποντάς τους να λειτουργήσουν πιο οικουμενικά, χωρίς ωστόσο η συλλογή αυτή να φέρει τις παθογένειες μιας λογοτεχνίας στρατευμένης, χωρίς επίσης να θυσιάζεται η ανάγκη της συγγραφής προς χάρη μιας πρόθεσης λογοτεχνικού μεγαλείου.

Με αυτό το τελευταίο θέλω να πω πως η Κολάνσι, απόρροια των σπουδών και του ταλέντου της, μοιάζει να έχει επαρκή εποπτεία της παγκόσμιας λογοτεχνίας στο σύνολό της, και επίσης μοιάζει να ξέρει καλά πως αυτά τα διηγήματα δεν θα αλλάξουν το ρου της λογοτεχνικής ροής. Όμως, αλίμονο αν αυτός ήταν ο μοναδικός λόγος συγγραφής, η κατάκτηση της υψηλότερης κορυφής δηλαδή. Προφανώς και αν συγκρίνει κανείς τα διηγήματα της συλλογής αυτής με αντίστοιχα κορυφαίων συγγραφέων μικρής φόρμας, όπως η Λε Γκεν για παράδειγμα, θα εντοπίσει αδυναμίες και προβλήματα. Όμως, δεν διαβάζουμε και δεν κρίνουμε έχοντας διαρκώς στο μυαλό μας τέτοιου είδους συγκρίσεις ή, αν αναπόφευκτα αυτό αποτελεί μέρος της φύσης μας, τότε αποφεύγουμε να ασχολούμαστε με το σύνολο της λογοτεχνίας, ακόμα ακόμα και με την καλή λογοτεχνία, και επικεντρωνόμαστε μόνο στην υψηλή γραμματεία. Απόφαση σεβαστή, προφανώς, αλλά μάλλον προβληματική ως βάση κριτικής.

Το Λάμπετε στο σκοτάδι είναι μια αρκετά καλή συλλογή διηγημάτων, ικανή να προσφέρει απόλαυση αλλά και ψυχαγωγία στον αναγνώστη, ακόμα και αν, όπως στην περίπτωσή μου, δεν είναι ο μεγαλύτερος οπαδός της μικρής φόρμας. Και αυτό διόλου λίγο δεν είναι σε μια πραγματικότητα υπερπροσφοράς λογοτεχνίας.

Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 17 Ιουλίου 2023

Όνειρα τραίνων - Denis Johnson

Περίμενα με ανυπομονησία το βιβλίο αυτό, Η γενναιοδωρία της γοργόνας, λίγα χρόνια πριν, με είχε ενθουσιάσει. Στο τότε κείμενο, ένα μεγάλο μέρος είχε αφιερωθεί στην αίσθηση πως κάθε διήγημα έμοιαζε με ένα συμπυκνωμένο μυθιστόρημα. Είχα περιέργεια να δω πώς θα λειτουργούσε μια μεγαλύτερη αφήγηση, έστω και σε μέγεθος νουβέλας. Οι προσδοκίες ήταν ιδιαίτερα υψηλές.

Το καλοκαίρι του 1917 ο Ρόμπερτ Γκρέινιερ πήρε μέρος στην απόπειρα κατά της ζωής ενός Κινέζου εργάτη που τον έπιασαν να κλέβει, ή τουλάχιστον έτσι τον κατηγόρησαν, από ένα μαγαζί της σιδηροδρομικής εταιρείας Σποκέιν Ιντερνάσιοναλ στο βόρειο άκρο του Αϊντάχο.

Αν η θεωρία πως η πρώτη πρόταση είναι ενδεικτική του συνόλου είναι ορθή, τότε είχα κάθε λόγο να ελπίζω στη δικαίωση των προσδοκιών. Χωρίς χασομέρι, ο Τζόνσον εισάγει τον αναγνώστη στον χωροχρόνο της αφήγησης, ενώ, παράλληλα, του συστήνει τον ήρωά του, τον Ρόμπερτ Γκρέινιερ. Αυτό το έντονα κινηματογραφικό επεισόδιο, μια από τις πολλές υποϊστορίες που συνθέτουν τη νουβέλα, εκτός από το κλίμα της εποχής, εκεί που η ανθρώπινη ζωή ελάχιστη αξία έχει, ενώ έννοιες όπως η απόδοση δικαιοσύνης είναι ακόμα άγουρες, καθορίζει και τα όρια εντός των οποίων κινείται ο Γκρέινιερ, που χωρίς δεύτερη σκέψη και αιτιολόγηση βρίσκεται να συμμετέχει ενεργά στην απόπειρα δολοφονίας του φερόμενου ως κλέφτη Κινέζου.

Ο Γκρέινιερ, σε μικρή ηλικία, έφτασε ασυνόδευτος με το τραίνο στα μέρη εκείνα. Μεγάλωσε σε μια οικογένεια που ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκε με σαφήνεια αν όντως ήταν κάποιου βαθμού συγγενείς του ή όχι. Ένας άνθρωπος χωρίς παρελθόν. Ο Τζόνσον, στη νουβέλα αυτή, αφηγείται την ιστορία τού Γκρέινιερ, που ήταν εργάτης στην υλοτομία. Πιάνει την αφήγηση in media res, για να προχωρήσει σύντομα σε αναλήψεις και προλήψεις από τη ζωή ενός απλού ανθρώπου. Υπάρχουν δύο σημεία στα οποία διαφαίνεται η απλότητα της σκέψης του Γκρέινιερ· το πρώτο είναι όταν εκφράζει το συναίσθημα δέους που νιώθει μέσα στο δάσος ανάμεσα στα πανύψηλα δέντρα· ενώ το δεύτερο είναι η θεωρία, την οποία πιστά ακολουθεί, να μην τα βάζει με δέντρα των οποίων ο κορμός είναι πιο παχύς από το κεφάλι του. Ο Γκρέινιερ βρίσκεται στον αντίποδα του Θορώ στο Walden, αφού, αντίθετα με εκείνον, δεν διαθέτει μια ιδεολογία στέρεη ως βάση για τη λήψη αποφάσεων και διαπραγμάτευσης των ζητημάτων της ζωής μέσα στη φύση μακριά από την οργανωμένη κοινωνία.

Ο Γκρέινιερ, φαινομενικά, είναι ένας άνθρωπος που η μικρή ζωή του δεν απασχολεί συνήθως τη λογοτεχνία, παρότι του συμβαίνουν πράγματα σημαντικά, εκείνος τα διαχειρίζεται με έναν τρόπο απλό. Ωστόσο, ο Τζόνσον μετατρέπει τη μικρή αυτή ζωή σε σπουδαία λογοτεχνία. Διαβάζοντας την ιστορία αυτή, ένα από τα τελευταία έργα του Τζόνσον, είχα την αίσθηση πως μια από τις συγγραφικές επιδιώξεις ήταν να επιφέρει τη σύγκριση ανάμεσα σε έναν άνθρωπο του 1917 κάπου στις βορειοδυτικές πολιτείες της Αμερικής, χωρίς τεράστιο υπερεγώ, που μοιάζει να έχει αντίληψη της μηδαμινότητάς του σε σύγκριση με τον μεγάλο κόσμο, και τον σύγχρονο άνθρωπο που νιώθει συχνά πως είναι το κέντρο του κόσμου αυτού, πως όλα είναι στο χέρι του. Φαντάζομαι πως κάποιοι αναγνώστες, διαβάζοντας την ιστορία του Γκρέινιερ, θα δουν το ποτήρι μισογεμάτο, μια ζωή πιο απλή, μέσα στη φύση, χωρίς τον θόρυβο και την υψηλή ταχύτητα του σήμερα, κάποιοι άλλοι ωστόσο θα φτύσουν τον κόρφο τους που είχαν την τύχη να γεννηθούν τώρα και όχι τότε, εδώ και όχι εκεί.

Οι περιγραφές του κόσμου, κυρίως της φύσης, διαθέτουν πλούτο και λεπτομέρειες, δημιουργώντας μια αντίθεση με την απλότητα με την οποία ο Γκρέινιερ σκέφτεται και ενεργεί. Ο Τζόνσον δεν εγκαταλείπει στιγμή το πλαίσιο εντός του οποίου γεννήθηκε στην έμπνευσή του ο Γκρέινιερ, τα δεδομένα όρια στα οποία κινείται. Τα Όνειρα τραίνων είναι μια υποδειγματική νουβέλα. Και αν γι' αυτή τη δήλωση μεγάλο ρόλο παίζουν οι τεχνικές αρετές που τη διαπνέουν, θα ήταν άδικο να μείνει έξω το συναίσθημα το οποίο ο Τζόνσον καταφέρνει να εμφυσήσει στην ιστορία αυτή, τον τρόπο με τον οποίο παίρνει ζωή ο Γκρέινιερ. Το μέγεθος, αλλά και οι συγγραφικές αποφάσεις σχετικά με το ύφος, τη γλώσσα αλλά και τη διάρθρωση της πλοκής, επιτρέπουν στον αναγνώστη να μελετήσει και να κατανοήσει το γιατί αυτή η νουβέλα θεωρείται τόσο σημαντική στο σώμα της αμερικάνικης, και όχι μόνο, λογοτεχνίας, γιατί είναι μέρος της ύλης στη διδασκαλία δημιουργικής γραφής. Υπάρχει ωστόσο και μια παγίδα. Η πιθανότητα να θεωρήσει κάποιος εύκολη τη συγγραφή της, να σταθεί στον αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα της, να υποτιμήσει τη δυσκολία να δεθούν όλες αυτές οι υποϊστορίες, που άνετα θα μπορούσαν να είναι αυτόνομα διηγήματα, να μην αντιληφθεί τη διαφορά ανάμεσα στο απλό και το απλοϊκό.

Και αν η πρώτη πρόταση ήταν ενδεικτική της ποιότητας αυτού που θα ακολουθούσε, τι να πει κανείς για τις δυο τρεις τελευταίες σελίδες της νουβέλας, που με άνεση παίρνουν θέση ανάμεσα στις πλέον συγκλονιστικές λογοτεχνικές αποφωνήσεις. Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει και στην μετάφραση του Παναγιώτη Κεχαγιά, που κατάφερε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αντιμέτωπος με δυσκολίες, δυσδιάκριτες ίσως στα μάτια του απλού αναγνώστη. Τα Όνειρα τραίνων είναι μια σπουδαία νουβέλα.

υγ. Για τη Γενναιοδωρία της γοργόνας περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς
Εκδόσεις αντίποδες

Πέμπτη 13 Ιουλίου 2023

Ο δράκος δεν χορεύει - Earl Lovelace

Οι καλοί άνθρωποι δεν αρκούνται απλώς να σου μιλήσουν για ένα ωραίο βιβλίο που διάβασαν, κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να το διαβάσεις. Τέτοιος άνθρωπος η Ν. Διάβασα ένα τρομερό βιβλίο, είπε μια μέρα. Με μια στοίβα βιβλία για αναγνώσεις προσεχώς, δεν μπορούσα να πω άλλο παρά ένα άψυχο: αλήθεια λες; Ναι, σου λέω, είπε, θα σου το δανείσω, συμπλήρωσε, δεν με νοιάζει πότε θα το διαβάσεις, διευκρίνισε. Το έκανε με την κόρη του ματιού διεσταλμένη και εγώ βρέθηκα με ακόμα ένα βιβλίο στη στοίβα. Έχω επαναλάβει πολλές φορές πως τίποτα δεν συναγωνίζεται τον ενθουσιασμό στα μάτια κάποιου που διάβασε ένα τρομερό βιβλίο, καμία στρατηγική μάρκετινγκ, κανένα κείμενο παρουσίασης. Το μυθιστόρημα του Έρλ Λάβλεϊς ήταν ένα από εκείνα τα βιβλία που στην πλημμυρίδα των εκδόσεων χάθηκε, κάπου το πήρε το μάτι μου το ωραίο του εξώφυλλο αλλά ως εκεί.

Η διεσταλμένη κόρη εκείνου που προτείνει, από τη μια δημιουργεί επιθυμία, από την άλλη φορτώνει την ανάγνωση με προσδοκίες τέτοιες που συχνά βαραίνουν το επίμαχο βιβλίο τόσο που ο αυχένας σπάει. Ο ορίζοντας προσδοκιών σχεδιάζεται παντελώς υποκειμενικά χωρίς επαρκές έδαφος να το στηρίξει. Δίκοπο μαχαίρι οι προσδοκίες, όλων των ειδών, όχι μόνο της ανάγνωσης. Και δεν μπορεί να κάνει πολλά κανείς ενάντια στην αυτόνομη γιγάντωση των προσδοκιών, ανθίζουν και καρπίζουν σε χωράφια μακριά από την επικράτεια της λογικής. Κάπως έτσι μπήκα στην ανάγνωση του Ο δράκος δεν χορεύει, γεμάτος προσδοκίες αλλά και φόβο εξαιτίας τους. Και αυτός ο φόβος ήταν εκεί στις πρώτες σελίδες, ύστερα υποχώρησε και έδωσε τη θέση του στην καθάρια απόλαυση που ένα βιβλίο όπως αυτό μπορεί να προσφέρει.

Αυτός εδώ είναι ο λόφος του Γολγοθά, ο λόφος όπου ο ήλιος δύει στην πείνα και ανατέλλει στις λακκούβες των δρόμων, θρονιάζεται στα κάτισχνα πλευρά των αδέσποτων σκυλιών όπου μπορείς να παίξεις μπάντζο, αντανακλάται στις μύγες που βουίζουν σαν τορπίλες γύρω απ' τους σωρούς των σκουπιδιών που μοιάζουν με καμπαναριά καθεδρικού· εκεί που για να καταφέρεις να βγεις από την αυλή σου και να περάσεις στον απέναντι δρόμο πρέπει να πηδήξεις σαν αθλητής επί κοντώ πάνω από τους ξεχειλισμένους βόθρους κρατώντας την αναπνοή σου. Εδώ ο θόρυβος δεν σταματάει ποτέ. Το γέλιο δεν είναι γέλιο· είναι ένα βογκητό που βγαίνει από τα στήθη των σπιτιών –όχι, όχι των σπιτιών– των χαμόσπιτων που ξεφυτρώνουν μέσα απ' το κοκκινόχωμα και την πέτρα, λεπτά σαν καπνός, τσαλακωμένα σαν χαρταετοί, ισορροπώντας πάνω στα ξεχαρβαλωμένα υποστυλώματα σαν σκουπόξυλα στη μύτη ενός ζογκλέρ.

Παρά την εντυπωσιακή αυτή αρχή, με την απολαυστική γλώσσα και τις φοβερές παρομοιώσεις, που σε λίγες μόλις γραμμές έδωσαν με ακρίβεια το modus vivendi της γειτονιάς αυτής στα προάστια της πρωτεύουσας του Τρινιδάδ, Πορτ οφ Σπέιν, ο φόβος, ελέω προσδοκιών, παρέμενε εκεί να ψιθυρίζει: ακόμα μια ηθογραφία· να τι είναι το βιβλίο αυτό. Τον φόβο της ηθογραφίας σιγόνταρε και εκείνος του εξωτισμού. Ωστόσο, το γύρισμα των σελίδων έδιωχνε τον ψίθυρο όλο και πιο μακριά, μέχρι που έγινε μια ανάμνηση θολή. Ο Λάβλεϊς δεν αρκέστηκε στην αποτύπωση του λόφου και των κατοίκων του και δεν ήταν μόνο η γλώσσα που ξεκόλλησε το κάρο από τη λάσπη. Με άξονα περιστροφής την ετήσια καρναβαλική παρέλαση, μια γιορτή η οποία μέχρι κάποτε είχε έντονο το στοιχείο της κοινωνικοπολιτικής διεκδίκησης, ο συγγραφέας, διαμέσου ενός παντογνώστη αφηγητή, πετυχαίνει να δώσει υπέροχα το πέρασμα των χρόνων. Το εκάστοτε καρναβάλι προσφέρει την εικόνα μιας κοινωνίας σε μετάβαση, είμαστε άλλωστε λίγα χρόνια μετά την ανεξαρτησία του νησιού αυτού της Καραϊβικής, η μετάβαση είναι τεράστια. Ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται και συμπυκνώνει στο διήμερο του καρναβαλιού τις μεγάλες μεταβολές σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο είναι υψηλότατου επιπέδου, δείγμα ενός ταλέντου και μιας κοπιώδους σύνθεσης.

Δεν είναι εύκολο να δώσει κανείς σε λίγες γραμμές την υπόθεση της ιστορίας αυτής. Ανά κεφάλαιο είναι πολλά τα πρόσωπα που λαμβάνουν σημαντική θέση στη χωροχρονική τοιχογραφία, κάτοικοι μιας μικρής γωνιάς του προαστίου αυτού, που έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με τις προκλήσεις, την πίκρα, αλλά και τη χαρά της ζωής. Αν έπρεπε, ωστόσο, να επιλέξει κανείς ένα κυρίως πρόσωπο μέσω του οποίου προωθείται σε μεγάλο βαθμό η πλοκή και γίνονται διακριτές οι μεταβολές, τότε αυτός θα ήταν ο Άλντρικ, που προσπαθεί να ζήσει με τον δικό του τρόπο, ισορροπώντας ανάμεσα στην ιδεολογία και την αεργία. Κάθε χρόνο ο Άλντρικ, με μεράκι και υπομονή, φτιάχνει βελονιά τη βελονιά το κουστούμι του δράκου με το οποίο μεταμφιέζεται και περιδιαβαίνει τους γεμάτους από κόσμο δρόμους τις ημέρες του καρναβαλιού. Ο Λάβλεϊς με οξυδέρκεια κατασκευάζει έναν χαρακτήρα αρκετά σταθερό, ένα σημείο αναφοράς που αναδεικνύει την ταχύτητα και την επίδραση των αλλαγών, τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία μεταμορφώνεται σε κάτι άλλο, τον τρόπο με τον οποίο η πολιτικοποίηση ξεφουσκώνει και το καρναβάλι μετατρέπεται σε μια γιορτή εκτόνωσης από την σκληρή καθημερινότητα, μια βαλβίδα επιβίωσης και όχι πια πιθανής αλλαγής.

Η αφηγηματική άνεση του Λάβλεϊς δεν εξαντλείται στη γλωσσική καλλιέπεια, που υπό συνθήκες απλώς θα τη βαρυφόρτωνε. Ο συγγραφέας, που εξακολουθεί να μένει και να γράφει στη χώρα του, μιλάει για πράγματα που γνωρίζει καλά, όμως ούτε αυτό από μόνο του θα ήταν αρκετό, ίσως ικανοποιητικό για ένα δοκίμιο σε κάποιον εναλλακτικό τουριστικό οδηγό, αλλά σίγουρα όχι για ένα μυθιστόρημα. Πριν λίγα χρόνια, στη δεύτερη καραντίνα μάλλον, είχα δει μια ωραία σειρά που επίσης το καρναβάλι έπαιζε ρόλο κλειδί, το Treme, είχα έτσι μια κάποια εξοικείωση με τα διάφορα τελετουργικά, αλλά και την κοινωνική θέση της γιορτής αυτής και τον κίνδυνο αλλοίωσης του χαρακτήρα της που την απομακρύνει από τα πολιτικά χαρακτηριστικά της σε ένα ακόμα θέαμα, μια ατραξιόν. 

Το Ο δράκος δεν χορεύει είναι ένα εντυπωσιακό βιβλίο, τόσο εντυπωσιακό που θεωρώ πως δεν κινδυνεύει από τις προσδοκίες που ένας τέτοιος χαρακτηρισμός αυτομάτως γεννά. Μια τεράστια έκπληξη, μια αχόρταγη ανάγνωση, που σίγουρα διεκδικεί μια θέση στα βιβλία της χρονιάς μου.

υγ. Οι κακοί άνθρωποι λένε: καλά, δεν έχεις διαβάσει αυτό το βιβλίο. Και δεν κάνουν κάτι γι' αυτό και η κόρη τους είναι σχεδόν αόρατη.

Μετάφραση Ισιδώρα Στανιμεράκη
Εκδόσεις Oposito

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2023

Οι αθέατοι - Alain Damasio

Είχα καιρό να διαβάσω σύγχρονη επιστημονική φαντασία και αυτή η κυκλοφορία έμοιαζε να είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα αναγνωστική προοπτική. Οι αθέατοι, το πρώτο βιβλίο του Νταμαζιό που μεταφράζεται στα ελληνικά, διαδραματίζεται στο εγγύς –δυστοπικό– μέλλον, στη Γαλλία του 2040, όταν οι πόλεις έχουν ιδιωτικοποιηθεί πλήρως και η τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται στην υπηρεσία της εξουσίας, με τους κατοίκους να λαμβάνουν προνόμια ανάλογα με τη συνδρομή που καταβάλουν. Ο Λόρκα και η Σαχάρ δοκιμάζουν να ζουν στο περιθώριο της ζωής, μακριά από την υπερεικονική πραγματικότητα, θυσιάζοντας τα όποια προνόμια και αντιμετωπίζοντας τις καθημερινές δυσκολίες που γεννά η αντισυμβατική τους στάση. Είναι αρκετά γνωστοί στην κοινότητα των ανθρώπων που παλεύουν εντός ενός σκληρού, μετακαπιταλιστικού κόσμου, που δεν τα παρατούν και επιμένουν να διεκδικούν. Εκείνη έχει αφιερώσει τη ζωή της στην εναλλακτική διδασκαλία μη προνομιουχών ή ασυμβίβαστων κοινωνικών ομάδων. Ο Λόρκα, καθηγητής κοινωνιολογίας, παλεύει με τα εργαλεία που η επιστήμη του διέθετε, επιχειρώντας να τα καταστήσει εκ νέου επίκαιρα.

Σε αυτό το ήδη εφιαλτικό περιβάλλον, ο Λόρκα και η Σαχάρ θα βρεθούν αντιμέτωποι με την εξαφάνιση της κόρη τους, της τετράχρονης Τίσκα, από το υπνοδωμάτιό της χωρίς να υπάρχουν ίχνη διάρρηξης. Η ζωή τους, όπως την ήξεραν, θα ανατραπεί μέσα σε μια στιγμή. Η αντίδρασή τους θα είναι εκ διαμέτρου διαφορετική, τη στιγμή που η σχέση τους συγκρούεται με τον σκληρό τοίχο της πραγματικότητας. Εκείνη θα βυθιστεί στο πένθος, θα καταφύγει στην ψυχανάλυση και τη φαρμακολογία για να γιατρέψει το τραύμα. Εκείνος δεν παύει στιγμή να πιστεύει πως η κόρη του είναι κάπου εκεί έξω ζωντανή. Δεν διστάζει, μάλιστα, να καταταγεί στην ειδική μονάδα του στρατού που ασχολείται με τη μελέτη και το κυνήγι των αθέατων. Είναι διατεθειμένος να πιστέψει οποιαδήποτε θεωρία συντηρεί την πίστη του πως θα ξαναπάρει αγκαλιά την Τίσκα.

Οι αθέατοι είναι πλάσματα για τα οποία ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά, καμία επιστημονική προσέγγιση δεν έχει αποδώσει αποτελέσματα, παρά την τεράστια χρηματοδότηση και τη διαρκή εκπαίδευση στελεχών, πέρα από το γεγονός πως όταν πέσει πάνω τους το ανθρώπινο βλέμμα τότε κεραμοποιούνται και τα κεραμικά αυτά δεν έχουν κανένα οργανικό συστατικό. Αυτή η ιδιότυπη, ακαριαία αυτοκτονία είναι που τα προστατεύει. Το ενδιαφέρον του στρατού έχει ως στόχο την ανακάλυψη και ακολούθως την εκμετάλλευση αυτού του νέου, φαινομενικά πανίσχυρου όπλου για τις δικές του επιδιώξεις που η απόκτηση ενός τέτοιου στρατηγικού πλεονεκτήματος θα επιφέρει. Η ύπαρξη των αθέατων για χρόνια υπάγεται στο καθεστώς του αστικού μύθου και των θεωριών συνωμοσίας.

Αρχικά, ο Νταμαζιό, όπως το λογοτεχνικό είδος που υπηρετεί προτάσσει, υποδέχεται τον αναγνώστη στο κατώφλι και ακολούθως τον ξεναγεί σε αυτόν τον μελλοντικό κόσμο, φροντίζοντας να τον εξοικειώσει ομαλά στις ιδιαιτερότητες και τα χαρακτηριστικά του, όπως και με την ιδιόλεκτο και την ορολογία της καθημερινής ζωής. Αυτό είναι το πρώτο στοίχημα για τον συγγραφέα, πιο σημαντικό και από την ίδια την κατασκευή της μελλοντικής εκδοχής του πλανήτη γη, απαραίτητο ώστε ο αναγνώστης να μπορέσει να ακολουθήσει την προώθηση της πλοκής, να νιώσει πως βρίσκεται εκεί, όσο κάτι τέτοιο είναι δυνατό. Ο Νταμαζιό, αλλά και ο μεταφραστής Δημήτρης Δημακόπουλος, τα καταφέρνει περίφημα στην ένταξη του αναγνώστη, χωρίς να θυσιάσει σελίδες επί σελίδων μόνο και μόνο γι' αυτό σε βάρος της εξέλιξης της ιστορίας.

Η εξαφάνιση και η ακόλουθη αναζήτηση της Τίσκα αποτελεί το όχημα με το οποίο ο συγγραφέας θα περιδιαβεί αυτόν τον μελλοντικό κόσμο. Εύρημα απαραίτητο ώστε να λειτουργήσει ως ο απαραίτητος μίτος, χωρίς τον οποίο η έμπνευση και η κατασκευή της μελλοντικής αυτής εκδοχής θα έστεκε κενή ενδιαφέροντος. Επιπρόσθετα, το γεγονός αυτό πετυχαίνει να δημιουργήσει το κατάλληλο έδαφος σύνδεσης του σημερινού αναγνώστη με τον κόσμο του αύριο, έτσι όπως τον φαντάστηκε ο συγγραφέας. Η εξαφάνιση ενός μικρού παιδιού προκαλεί επίσης το απαραίτητο συναίσθημα, ένα συναίσθημα πανανθρώπινα κατανοητό, το οποίο δικαιολογεί την ένταση και την αγωνία του ζευγαριού που αποτελεί το κυρίως καύσιμο της πλοκής.

Έχοντας πετύχει τα παραπάνω δύο δεδομένα, ο Νταμαζιό βρίσκει τον κατάλληλο χώρο για να παρουσιάσει μια εκδοχή του κόσμου μας, μια εκδοχή διόλου απίθανη, μάλλον συμβατή με τη ροή της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας αλλά και των αλμάτων στην τεχνολογία και δη στο κομμάτι της τεχνητής νοημοσύνης. Ο, εντός πολλών εισαγωγικών, προφητικός χαρακτήρας ενός σύγχρονου μυθιστορήματος, που ανήκει στην επιστημονική φαντασία, έχει να αναμετρηθεί με την αληθοφάνεια και τον χαρακτήρα πιθανού, ώστε να παρουσιάζει ευρύτερο ενδιαφέρον, πέρα από το κομμάτι της συγγραφικής φαντασίας. Παρότι δεν γίνεται άμεση αναφορά στα στοιχεία πάνω στα οποία βασίζει ο συγγραφέας τη μελλοντική αυτή εξέλιξη, εκείνα οφείλουν να είναι εμφανή στον αναγνώστη έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια σχέση αιτίου αιτιατού που θα συμβάλει στην ελάττωση του ανοίκειου.

Άλλωστε, το μεγαλύτερο κομμάτι της επιστημονικής φαντασίας χρησιμοποιεί το εκάστοτε μελλοντολογικό εύρημα ως αφορμή για να θέσει και να εξετάσει μια κοινωνικοπολιτική συνθήκη, μια παράκαμψη ώστε να γίνει αναφορά στο σήμερα, ιδιαίτερα στο κομμάτι του σήμερα που θα γεννήσει τον νέο αυτό κόσμο. Ο Νταμαζιό, ακολουθώντας αυτή την παράδοση, θέτει, κυρίως με πλάγιο τρόπο, τους προβληματισμούς επί των κοινωνικοπολιτικών, οικονομικών αλλά και τεχνολογικών εξελίξεων. Αυτή η ιδιότυπη συγχρονία δίνει αρκετούς επιπλέον πόντους στο μυθιστόρημα παρότι, φαινομενικά και μόνο, βρίσκεται εκτός του κυρίου σώματος της πλοκής και της αφήγησης, ένα υπόβαθρο προβληματισμού, το οποίο πατάει στέρεα στη φιλοσοφική και κοινωνιολογική επιστήμη, τομείς που ο συγγραφέας φαίνεται να γνωρίζει καλά και να θέτει με άνεση στο μυθοπλαστικό περιβάλλον της ιστορίας του.

Λειτουργική επίσης αποδεικνύεται η επιλογή της εναλλασσόμενης, ανάμεσα στους κυρίως χαρακτήρες της πλοκής, πρωτοπρόσωπης αφήγησης, τόσο ως προς την ίδια την αφήγηση και τον ρυθμό της, που υπηρετεί ικανοποιητικά το κομμάτι της δράσης, όσο και ως προς το άνοιγμα της προσωπικής ματιάς επί των πεπραγμένων με τις διαφορετικές οπτικές θέασης ανάλογα με το ευρύτερο πλαίσιο σκέψης και δράσης των υποκειμένων. Οι χαρακτήρες δεν έχουν ιδιαίτερο βάθος, κάτι τέτοιο άλλωστε δεν είναι ένα από τα βασικά ζητούμενα του είδους, ωστόσο ανταποκρίνονται καλά στο σώμα της ιστορίας χωρίς να ξενίζουν τον αναγνώστη. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια στην επιστημονική φαντασία κατέχει η ποιητική, η λεξιπλασία για να ονομαστεί και να περιγραφεί το καινούργιο. Εδώ έγκειται και η μεταφραστική δυσκολία, η δημιουργία νέων όρων που ωστόσο να περιέχουν μεγάλο μέρος του νοήματος, να είναι, δηλαδή, κατανοητοί στον αναγνώστη χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Ο Νταμαζιό, αλλά και ο μεταφραστής, τα καταφέρνουν περίφημα. Η κατασκευή και η χρήση νέων λημμάτων στη γλώσσα ιντριγκάρουν, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με την αφήγηση που, όπως οφείλει ειδολογικά, είναι απλή, χωρίς ωστόσο να υστερεί σε λειτουργικότητα.

Πολυσέλιδο και πυκνογραμμένο, το μυθιστόρημα του Νταμαζιό αποδείχτηκε ιδιαιτέρως απολαυστικό στην ανάγνωσή του, ιδιαιτέρως φιλόδοξο στη σύλληψη και την κατασκευή του, πραγματικά θαυμαστό ως επίτευγμα, απόρροια ξεκάθαρου συγγραφικού ταλέντου και επίμονης εργασίας. Ακόμα μια απόδειξη πως η καλή επιστημονική φαντασία ανήκει στο κυρίως σώμα της καλής λογοτεχνίας.

Μετάφραση Δημήτρης Δημακόπουλος
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 6 Ιουλίου 2023

Διψαλέοι σκύλοι - Glen Emery

Πάνε πια χρόνια από τότε που μια στιγμιαία σύγχυση μου χάρισε μια παντελώς απρόσμενη αναγνωστική εμπειρία. Αρχές της προηγούμενης δεκαετίας και το παζάρι βιβλίου στην Κλαυθμώνος ήταν σε εξέλιξη. Ανάμεσα σε δεκάδες τίτλους με τους οποίους φλέρταρα, λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένα, ήταν και το Mini-passeport ενός Τυμπόρ Τάρντος, κάπου προς το τέλος των πάγκων, μέρος που ήδη καλυπτόταν από την πολυπληθή ουρά για το ταμείο. Βιαστικά και σε καθεστώς ζάλης μετά από τόση ώρα εκεί, διάβασα Τοπόρ και το μυαλό μου πήγε στον συγγραφέα-ζωγράφο, μέλος του Κινήματος του Πανικού, μαζί με τον Αρραμπάλ και τον Γιοντορόφσκι. Ενθουσιασμένος πρόσθεσα το ολιγοσέλιδο αυτό βιβλίο στη στοίβα που με μαεστρία επί ώρα ισορροπούσα. Όταν κατάλαβα το λάθος μου ήταν πια αργά, είχα ήδη απομακρυνθεί από το ταμείο. Διάβασα εκείνο το βιβλίο κυρίως (πιστεύω τώρα πια) για να με δικαιολογήσω για την επιλογή αλλά και για να έρθω αντιμέτωπος με μια παντελώς τυχαία ανάγνωση βιβλίου, μηδενικών ή ίσως και αρνητικών προσδοκιών. Κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα τότε.

Εκείνο το βιβλίο, που αποδείχτηκε τρομερά ενδιαφέρον πέραν πάσης προσδοκίας, ήταν ένα ιδιότυπο μυθιστόρημα περιπλάνησης, μια εκδοχή του διάσημου Στο δρόμο του Κέρουακ, που διαδραματιζόταν στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Μια ιστορία αλητείας σε ένα περιβάλλον ανοίκειο, εντελώς διαφορετικό απ' ό,τι είχα διαβάσει προερχόμενο από εκείνη τη μεριά του πλανήτη, μη στρατευμένο στη μια ή την άλλη πλευρά ανάγνωσης της ιστορίας. Ανακαλώ συχνά εκείνο το βιβλίο που εν πολλοίς πέρασε απαρατήρητο από τα περισσότερα αναγνωστικά ραντάρ. Το θυμήθηκα πάλι όταν ξεκίνησα να διαβάζω το Διψαλέοι σκύλοι του Γκλεν Έμερι, βιβλίο που οι ιστορίες του διαδραματίζονται στην Πράγα μετά την πτώση του καθεστώτος αλλά και τη διαίρεση της Τσεχοσλοβακίας στα δύο. Κάποτε, πάνε χρόνια, κάπου κάπως είχα διαβάσει την ιστορία του σε ένα αφιέρωμα, μάλλον σε κάποιο ένθετο κάποιας κυριακάτικης έκδοσης εφημερίδας. Τον θυμάμαι να λέει πως γνώριζε μόνο τη νυχτερινή εκδοχή της Πράγας αφού ως ιδιοκτήτης μπαρ περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας κοιμώμενος. Άγνωστο πώς, το ρεπορτάζ εκείνο έμεινε σε μεγάλο βαθμό ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη μου. Άγνωστες οι βουλές και οι διαδρομές της μνήμης.

Η πρόσφατη κυκλοφορία αυτού του βιβλίου από τις, σχετικά νεοσύστατες, εκδόσεις Periplaneta, ήταν μια έκπληξη για μένα, αφού δεν γνώριζα τίποτα σχετικά με το ενδεχόμενο έκδοσής του στα ελληνικά. Ανακατάταξη αναγνωστικού προγραμματισμού αριθμός τεράστιος πια για να προκαλεί την όποια εντύπωση. Το Διψαλέοι σκύλοι, όπως μεταφράστηκε το Thirsty dogs του πρωτότυπου τίτλου, προερχόμενο από την ονομασία ενός εκ των μαγαζιών που ο Έμερι είχε στην Πράγα, καταφέρνει να αποδώσει το πνεύμα του βιβλίου, επιλογή που παρότι αρχικά ξενίζει για την εκκεντρικότητά της σε σχέση με κάτι πιο αναμενόμενο, όπως το διψασμένοι για παράδειγμα, αποδεικνύεται άκρως λειτουργικός, ένα κρέντιτ που οφείλει να δοθεί στους συντελεστές της, ιδιαίτερα προσεγμένης και όμορφης, έκδοσης. Το βιβλίο αποτελείται από μια σειρά ολιγοσέλιδων ιστοριών, ένα κάποιου είδους μεμουάρ του τρόπου με τον οποίο ο Έμερι βίωσε τη δεκαετία του ενενήντα, κυρίως αυτή, στην Πράγα, μια περίοδος ιλιγγιώδους μετάβασης σε καπιταλιστικό περιβάλλον.

Πέρα από τη δεδομένη ιδιαιτερότητα της αφήγησης ενός ανθρώπου της νύχτας, σημαντικός παράγοντας στο ενδιαφέρον της αναδρομής σε εκείνη τη μακρινή πια δεκαετία είναι και η ξενότητα του παρατηρητή και υποκειμένου της αφήγησης. Η ματιά του ξένου, αρκετά διαφορετική από εκείνη κάποιου γηγενούς, πάντοτε θα έχει αναπόφευκτα κάτι από Μπόουλς αλλά και Τσάτγουιν, κάτι το ενδιαφέρον ως προς τις γενικότερες προσλαμβάνουσες αλλά και τα φίλτρα μέσω των οποίων ο ξένος παρατηρεί και βιώνει διάφορες καταστάσεις σε ένα περιβάλλον μη οικείο, φέροντας στις πλάτες του ένα δεδομένο πολιτισμικό σαμάρι. Η λογοτεχνική φιλοδοξία του Έμερι δεν υπερβαίνει την απλή αποτύπωση των ιστοριών αυτών, δεν αφήνει κανένα περιθώριο ώστε να χαρακτηριστούν ως διηγήματα τα κείμενα αυτά, στόχος του είναι να μοιραστεί κάποιες, κατά βάση, αστείες ιστορίες, ενδεικτικές εκείνης της περιόδου, όταν αρκετοί ξένοι πέρασαν, για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, από εκεί, πριν η Πράγα καθιερωθεί ως ναυαρχίδα του παγκόσμιου τουρισμού και μετατραπεί σε ένα ιδιότυπο θεματικό πάρκο, ομογενοποιημένο πια με τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, όταν πια τίποτα δεν θυμίζει εκείνα τα χρόνια ανάμεσα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την πτώση του καθεστώτος.

Ο Έμερι αποδεικνύεται ένας αξιοπρεπέστατος αφηγητής των ιστοριών του, που, με απλά μέσα και χωρίς να ρισκάρει με αφηγηματικές περιπλοκότητες, πετυχαίνει να αποδώσει το κλίμα της εποχής, χωρίς να υποκύπτει στη νοσταλγία ή στη γαματοσύνη των περασμένων, εκείνων που ως νέος έζησε αντίθετα με τους σημερινούς νέους τους καταδικασμένους σε ένα κακέκτυπο εκείνων των χρόνων της περιπέτειας και της ελευθερίας. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που ευτυχώς λείπει από τις ιστορίες αυτές, χαρακτηριστικό που η παρουσία του θα τους προσέδιδε ένα τόνο διδαχής και ύστερης μεσήλικης μιζέριας για το παρόν, γνώριμης και συχνής δυστυχώς εντός και εκτός λογοτεχνίας. Το Διψαλέοι σκύλοι διαβάζεται ευχάριστα και πετυχαίνει να υπερκεράσει τα ειδολογικά όρια του ντοκουμέντου. Καλώς ή κακώς φέρει ένα περιβάλλον που σε διάφορους τομείς σήμερα δεν γίνεται αποδεκτό, κυρίως ως φέρον έντονο το στοιχείο του ρεαλισμού της πραγματικότητας. Αρκετές αποστροφές του λόγου και κάποιες αντιδράσεις του αφηγητή-πρωταγωνιστή χτυπάνε τον συναγερμό της μη ορθότητας στον σημερινό αναγνώστη, κυρίως στη θέση της γυναίκας και της αντιμετώπισής της, αλλά και, σε μικρότερο βαθμό, κάποιων αποχρώσεων ρατσιστικού λόγου. Παρότι ίσως ξενίσουν, οι ιστορίες διαθέτουν κάτι από την αυθεντικότητα των περασμένων, καθιστώντας πιο ολοκληρωμένη την εικόνα για την εποχή εκείνη, τον τρόπο με τον οποίο γινόταν η διάκριση σε αποδεκτό και μη αποδεκτό λόγο, βοηθώντας έμμεσα στη μη άκριτη μυθοποίηση του παρελθόντος.

Το βιογραφικό του Έμερι είναι από μόνο του τρομερά ενδιαφέρον, ένας περιπλανημένος, πρακτικά άπατρις, γεννημένος στον Καναδά, που κάποια στιγμή εγκαταστάθηκε στην Πράγα και συμμετείχε με τον τρόπο του στη μετάβαση και την εξέλιξή της ως τη σημερινή εποχή. Ο συγγραφέας δεν προσπαθεί, όχι έντονα τουλάχιστον, να στηθεί στο μέσο του κάδρου, όσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό δεδομένης της προσωπικής φύσης των ιστοριών αυτών. Το κωμικό στοιχείο είναι έντονο χωρίς να υποκύπτει στην προσποίηση, χωρίς να τραβά τα σκηνικά από τα μαλλιά, διατηρώντας στον μεγαλύτερο αριθμό των ιστοριών αλώβητη τη σύμβαση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς να ενδιαφέρει ωστόσο τον αναγνώστη, όχι εμένα τουλάχιστον, μια ενδεχόμενη μυθοπλαστική μεταποίηση κατά τη μεταφορά τους στο χαρτί. Μια ευχάριστη και απροσδόκητη αναγνωστική έκπληξη ήταν το βιβλίο αυτό, που μεταξύ άλλων μου θύμισε πόσο είχα απολαύσει το Μεθυσμένο ημερολόγιο του Τόμσον.

υγ. Πλήθος διακειμενικών αναφορών στο κείμενο αυτό και ας τα πάρουμε με τη σειρά: Για το Mini passeport του Τυμπόρ Τάρντος περισσότερα θα βρείτε εδώ, για τον Ένοικο του Τοπόρ εδώ, για το Ψηλά πάνω από τον κόσμο του Μπόουλς εδώ, για το Ουτς του Μπάλντγουιν εδώ και για το Hell's Angels του Τόμπσον εδώ.

Μετάφραση Βασιλίνα Βαλλίνα Παπανικολάου
Εκδόσεις Periplaneta

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2023

Τα εφτά φεγγάρια του Μάαλι Αλμέιντα - Shehan Karunatilaka

Τα εφτά φεγγάρια του Μάαλι Αλμέιντα ήταν ένα από τα βιβλία εκείνα της τρέχουσας εκδοτικής χρονιάς που περίμενα με σχετική ανυπομονησία. Ο συνδυασμός της ένταξής του στην τρομερά ενδιαφέρουσα σειρά ξένης λογοτεχνίας Aldina των εκδόσεων Gutenberg, αλλά και το βραβείο Booker, ένα από τα πλέον αξιόπιστα βραβεία σε μια εποχή γεμάτη από δαύτα, ήταν ικανός να δικαιολογήσει αυτό το συναίσθημα προσμονής. Δεν είχα ωστόσο μόνο προσδοκίες αλλά και επιφυλάξεις, οι οποίες είχαν να κάνουν τόσο με τον τρόπο με τον οποίο ο Καρουνατίλακα θα διαχειριζόταν την εξωτικότητα του εμφυλίου της Σρι Λάνκα, ενός πολέμου ελάχιστα γνωστού στον δυτικό κόσμο, που για χρόνια ζούσε με την —προφανώς εσφαλμένη, αλλά βολική— βεβαιότητα πως το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα αποτέλεσε μια μακρά και συνεχή περίοδο παγκόσμιας ειρήνης, όσο και με το πώς θα λειτουργούσε το μεταφυσικό στοιχείο του οποίου δεν είμαι ιδιαίτερος θαυμαστής. Κάπως έτσι ξεκίνησε η αναγνωστική μου σχέση με το βιβλίο αυτό.

Σρι Λάνκα, 1980. Ο εμφύλιος πόλεμος μαίνεται. Ο Μάαλι Αλμέιντα, πολεμικός φωτογράφος, συνειδητοποιεί πως είναι νεκρός και βρίσκεται σε έναν προθάλαμο, κάτι ανάμεσα σε καθαρτήριο και γραφειοκρατικό χάος κάποιας υπηρεσίας. Από τους υπεύθυνους του παράξενου αυτού μέρους θα πληροφορηθεί πως έχει στη διάθεσή του εφτά φεγγάρια μέχρι να αποφασίσει αν θα ενωθεί με το φως ή αν θα επιλέξει μια άλλη οδό. Καμία από τις δύο επιλογές δεν βγάζει ικανό νόημα. Ο Μάαλι είναι μαθημένος στα παιχνίδια που το μυαλό του συνηθίζει να του παίζει, δείχνει έντονη επιφύλαξη στην αποδοχή αυτής της νέας, ανοίκειας συνθήκης, έχει δεκάδες ερωτήσεις, ελάχιστες απαντήσεις βρίσκει και αυτές αρκετά αντικρουόμενες μεταξύ τους. Αφού το πολλάκις διατυπωμένο ερώτημα σχετικά με τη μεταθάνατο ζωή παίρνει μια κάποια έστω και ασαφή απάντηση, ο ήρωας της ιστορίας αυτής μένει να αναρωτιέται πώς έχασε τη ζωή του, αφού η κοντινή του μνήμη είναι θολή, τη στιγμή που το επαγγελματικό καθήκον συνεχίζει να τον καλεί. Οι φωτογραφίες του, πιστεύει, έχουν τη δύναμη να αποκαλύψουν τη φρικαλεότητα του πολέμου, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της πολύπαθης αυτής χώρας, και αυτό είναι που καθιστά επιτακτικό το να πέσουν στα σωστά χέρια.

Πρώτη «δουλειά» τού συγγραφέα είναι να ξεναγήσει τον αναγνώστη στο μεταθανάτιο αυτόν προθάλαμο, που εκείνος συνέθεσε ως περιβάλλον αυτής της ιδιότυπα ρεαλιστικής δράσης, του παράδοξου τρόπου με τον οποίο επέλεξε να αφηγηθεί αυτήν την προσχηματικά αστυνομική ιστορία, που φιλοδοξεί μέσω της ατομικής ιστορίας του Μάαλι να δώσει μια, κατά το δυνατό, πλήρη εικόνα του μεγάλου κάδρου μιας ιδιαιτέρως ταραγμένης περιόδου για τη χώρα και τους κατοίκους της. Η φιλοδοξία είναι παρούσα και ζητά εξ αρχής εκπλήρωση καθώς ο συγγραφέας επιλέγει έναν δρόμο ελάχιστα χαραγμένο ώστε να αφηγηθεί μια ιστορία με πολλά κοινά στοιχεία, παρά τις ιδιαιτερότητές της, με την ιστορία κάθε χώρας σχεδόν, επιχειρώντας να συνδυάσει το μεταφυσικό με το ρεαλιστικό. Το ταξίδι αυτό λαμβάνει χώρα στο πλευρό του ήρωα, η δική του εμπειρία αποτελεί τον πλοηγό. Ο αναγνώστης ξεκινάει την περιδιάβαση στο ανοίκειο αυτό περιβάλλον από την ίδια αφετηρία με τον Μάαλι. Αυτό αποδεικνύεται καθοριστικό για την αναγνωστική πρόσληψη καθώς η επιμονή του ήρωα για απαντήσεις, οι αμφιβολίες του, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αποφασίζει να κινηθεί επιτρέπουν στον αναγνώστη να ακολουθήσει την προώθηση της πλοκής. Η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση του παντογνώστη αφηγητή προς τον Μάαλι συντελεί επίσης καθοριστικά σε αυτή την κατεύθυνση, προσφέροντας ταυτόχρονα και μια αποστασιοποίηση του ήρωα από τον εαυτό του, κάτι που μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, παρότι πιο εύκολη ίσως στην εκτέλεση, δεν θα απέδιδε με τον ίδιο τρόπο, αποτελώντας μια βασική συγγραφική απόφαση για τον Καρουνατίλακα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα αφηγηθεί αυτή την ιστορία. Απόφαση άκρως λειτουργική και επιπλέον απολαυστική, που δείχνει την ικανότητα του συγγραφέα στη σύνθεση και την υλοποίηση του οράματός του, χωρίς να αρκείται σε μια συμβατική εξιστόρηση.

Η προσχηματική αστυνομική πλοκή, ο νεκρός που γυρεύει στοιχεία για τον ίδιο του τον θάνατο, λειτουργεί σε παραπάνω από ένα επίπεδα. Δεν είναι μόνο πως προσφέρει ένα αφηγηματικό όχημα στον συγγραφέα, αλλά προσδίδει και έναν χαρακτήρα επείγοντος στη μάχη του ήρωα με τον χρόνο που μετρά κιόλας αντίστροφα, αφού το φεγγάρι είναι διαρκώς εκεί ανεξάρτητα από το πόσο ορατό είναι από τη γη. Επιλογή αρκετά παράδοξη και μη αναμενόμενη ώστε με ελαφριά καρδιά να χαρακτηριστεί ως ευκολία της γραφής, μια απόφαση με αρκετή δόση ρίσκου που ωστόσο δικαιώνει εν τέλει τον Καρουνατίλικα. Αλλά και η επιλογή και η σταδιακή αποκάλυψη του χαρακτήρα του Μάαλι είναι επίσης σημαντική για τον τρόπο με τον οποίο διασταυρώνεται με την κυρίως ιστορία. Το επάγγελμα του πολεμικού φωτογράφου, ο ελεύθερος επαγγελματίας που συνεργάζεται με διάφορους, συνήθως αντικρουόμενους, εργοδότες, ο θολός του ρόλος, ο απαραίτητος μανδύας ηθικής υποστήριξης, ένας ιδιότυπος μηχανισμός δικαιολόγησης διαφόρων αποφάσεων, που απέξω μοιάζουν προβληματικές και διφορούμενες, επιτρέπει την αβίαστη ανάδυση της αδυναμίας μιας ξεκάθαρα ηθικής στάσης σε μια συνθήκη όπως ένας πόλεμος, και δη εμφύλιος, εκεί που όλοι, λιγότερο ή περισσότερο έχουν τα χέρια τους λερωμένα, ακόμα και, ή κυρίως, όσοι επιλέγουν να συνεχίσουν να ζουν μέσα σε μια φούσκα κανονικότητας, συγγραφική πεποίθηση που διαπνέει το έργο αυτό από άκρη σε άκρη.

Σημαντικό ρόλο παίζουν στο μυθιστόρημα αυτό και τα δευτερεύοντα πρόσωπα της πλοκής, η απαραίτητη ποικιλομορφία θέσης και στάσης απέναντι στα πράγματα, φωνές που η αφήγηση τους δίνει χώρο και τους επιτρέπει να ακουστούν καθαρά. Ο Καρουνατίλακα διαχειρίζεται με ευφυή τρόπο το τεράστιο υλικό μιας αρκετά μεγάλης ιστορικής περιόδου χωρίς να παρασύρεται σε δύσβατες ατραπούς για τον ελάχιστα μυημένο αναγνώστη σε αυτό το επεισόδιο της παγκόσμιας υποϊστορίας. Άλλωστε, όπως είπαμε, η γενική εικόνα ενός εμφυλίου πολέμου είναι γνώριμη σε κάθε χώρα. Ο συγγραφέας αποφεύγει επίσης την κατάχρηση της εξωτικότητας, παρότι το γεγονός πως η ιστορία διαδραματίζεται στη Σρι Λάνκα προϋποθέτει την αναφορά σε διάφορα γνωρίσματα και ιδιαιτερότητες κοινωνικοπολιτικές, αλλά και ευρύτερα πολιτισμικές και ανθρωπολογικές. Αυτό δεν σημαίνει πως ο Καρουνατίλακα προβαίνει σε εκπτώσεις, ακόμα και στην κάπως διαφορετική εκδοχή του βιβλίου στα αγγλικά, την οποία ο συγγραφέας επέλεξε να καταστήσει πιο προσβάσιμη στον δυτικό αναγνώστη και από την οποία έγινε και η μετάφραση της πολύπειρης Ρένας Χατχούτ.

Παρότι το μυθιστόρημα του Καρουνατίλακα είναι αρκετά διαφορετικό ως προς τη δομή και την εκτέλεση, αρκετές φορές θυμήθηκα τον Συνοδοιπόρο του Viet Thanh Nguyen, με επίκεντρο έναν πόλεμο αρκετά πιο γνωστό, εκείνον του Βιετνάμ, αλλά και τον Ταϊλανδό κινηματογραφιστή Apichatpong Weerasethakul, κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο ενσωματώνει το μεταφυσικό. Παρά το μέγεθός του, αλλά και τις απαιτήσεις της ανάγνωσης, Τα εφτά φεγγάρια του Μάαλι Αλμέιντα υπήρξαν ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, που δεν εγκλωβίζεται στην ιστορική και την μεταφυσική όψη του, αλλά πετυχαίνει να λειτουργήσει ως ένα μεγάλο, σύγχρονο μυθιστόρημα. Ένας συγγραφέας που θεωρώ πως θα μας απασχολήσει ξανά στο μέλλον.

υγ. Για τον Συνοδοιπόρο περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Μετάφραση Ρένα Χατχούτ
Εκδόσεις Gutenberg