Μια από τις πρώτες «δεσμεύσεις» κατά την αλλαγή του '24 σε '25, που αντίθετα με αρκετές άλλες υλοποιήθηκε, ήταν η αναγνωστική επιστροφή στο Ο χάρτης και η επικράτεια του Μισέλ Ουελμπέκ. Είχα διαβάσει το βιβλίο αυτό χρόνια πριν, μπορεί και πάνω από δέκα, και, εκτός της δεδομένης τότε αναγνωστικής απόλαυσης, είχε αποτυπωθεί μέσα μου ως η υψηλότερη λογοτεχνική κορυφή που πάτησε, τουλάχιστον ως σήμερα, ο αμφιλεγόμενος συγγραφέας, ίσως μαζί με το Η δυνατότητα ενός νησιού, στο οποίο επίσης έχω στο πρόγραμμα κάποια στιγμή να επιστρέψω. Η αίσθηση επιβεβαιώθηκε. Ο χάρτης και η επικράτεια είναι ένα εν γένει σημαντικό βιβλίο, επιβεβλημένη επιλογή σε κάθε σύνταξη λίστας με τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί ως τώρα στον 21ο αιώνα.
Η εισαγωγή, που μοιάζει κάπως εκτός θέματος, έγινε για να αρχειοθετηθεί το νήμα που οδήγησε στην ανάγνωση του μυθιστορήματος Ο γέρος μου. Στο μυθιστόρημα του συγγραφέα Ουελμπέκ, σε μια αποστροφή του μυθιστορηματικού ήρωα Ουελμπέκ γίνεται αναφορά στον Τιερύ Ζονκέ με τρόπο ιδιαίτερα κολακευτικό και αναμενόμενα αφοριστικό, κάτι του στυλ: ο Ζονκέ είναι ο καλύτερος συγγραφέας αστυνομικού μυθιστορήματος· δεν θυμάμαι ακριβώς τη διατύπωση, αλλά ως πνεύμα αυτή ήταν η δήλωση που άμεσα με οδήγησε στην αναζήτηση για τυχόν ελληνικές μεταφράσεις του έργου του, ανάμεσα στις οποίες και το βιβλίο Μυγαλή, η δηλητηριώδης αράχνη, στο οποίο βασίστηκε η (μέτρια) ταινία του Αλμοδόβαρ Το δέρμα που κατοικώ. Κάπως έτσι έπιασα να διαβάσω το Ο γέρος μου, λοιπόν.
Ακόμα μια παράκαμψη. Είναι ο δεύτερος ή τρίτος χρόνος που αμελώ μια παλιότερη ετήσια αναγνωστική δέσμευση, την ανάγνωση ενός Σιμενόν κατά έτος, του παρεξηγημένου και υποτιμημένου από το κονκλάβιο των συγχρόνων του κριτικών συγγραφέα, που, παρότι ευπώλητος, ποτέ δεν έγινε δεκτός στα σαλόνια της λογοτεχνικής ελίτ, βιβλία του τρένου, τα αγοράζεις κατά την αναχώρηση και τα πετάς κατά την άφιξη, τέτοια βιβλία έλεγαν οι ειδικοί πως γράφει αυτός ο σπουδαίος τύπος που με προκάλυμμα την αστυνομική πλοκή έμπηξε το νυστέρι βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή, δοκιμάζοντας όρια και αντοχές. Η αναφορά στον Σιμενόν, που μοιάζει κάπως εκτός θέματος, γίνεται για να αρχειοθετηθεί η διάχυτη επιρροή του στο βιβλίο αυτό. Μια περίληψη της υπόθεσης θα δώσει κάποια πρώτα στοιχεία επί αυτού:
Ο Ντανιέλ Τεσαντιέ υπήρξε τυχερός μέχρι που έπαψε να είναι. Κατάφερνε για καιρό να ζει συντεταγμένα με το επίδομα ανεργίας εξαιτίας ενός εξωφρενικά φτηνού ενοικίου. Όταν όμως η σπιτονοικοκυρά του ζήτησε να αδειάσει το δωμάτιο ώστε μια ανιψιά της να έρθει και να το κάνει γραφείο, η επικράτεια της αστεγίας ως προοπτική απλώθηκε εμπρός του, η επιστροφή στην επαιτεία ήταν μια κάποια λύση, αλλά πρόσκαιρη και όχι ιδιαιτέρως αποδοτική, η κλοπή τον δελέασε, αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε αυτό. Ο Αλίν Κολμόν υπήρξε τυχερός μέχρι που έπαψε να είναι. Κατάφερε να εγκαταλείψει το επάγγελμα του εκπαιδευτικού, το βιβλίο που έγραψε έγινε μπεστ σέλερ, οι προτάσεις και οι προκαταβολές του επέτρεψαν να αλλάξει οικονομικό στάτους. Η έμπνευση όμως δεν κρατά για πάντα, δεν γίνεται κατά παραγγελία, ο επαγγελματικός στίβος μάχης είναι σκληρός, αμείλικτος, η πραγματική ζωή ακόμα περισσότερο. Η ζωή των δύο θα διασταυρωθεί.
Έτσι και αλλιώς οι περιλήψεις πλοκής δεν είναι η αδυναμία μου, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα, έστω και κατ' επίφαση, αστυνομικό μυθιστόρημα, εκεί που η κάθε αποκάλυψη μπορεί να διαλύσει το απαραίτητο στοιχείο αιφνιδιασμού. Ο εγκλωβισμός του ατόμου, από τη μια στιγμή στην άλλη, σε ένα δωμάτιο παρανομίας, όταν οι συνέπειες αρχίζουν να σκεπάζουν τον μέχρι πρότινος γαλανό ουρανό κάτω από τον οποίο η απόφαση έμοιαζε απλή και εύκολη, μια συνθήκη μη γυρισμού που συναντάται κατά κόρον στο σύμπαν του Σιμενόν.
Εκείνο που είχε ενδιαφέρον και εξ αρχής ήταν σημειωμένο στο καρνέ της ανάγνωσής μου ήταν ο εντοπισμός του γιατί άρεσε στον Ουελμπέκ που δεν φημίζεται για τη γενναιοδωρία του απ' όσο έχω υπόψη μου. Ο Αλίν Κολμόν θα μπορούσε να είναι ουελμπεκικός ήρωας, με αρκετή δόση προνομίου, στις υψηλές παρυφές της μεσαίας τάξης, σε μια γενικότερη κρίση μέσης ηλικίας, οικογενειακή, επαγγελματική, σεξουαλική, σε μια Γαλλία γεμάτη από μετανάστες και λούμπεν πληθυσμούς που απομυζούν τα δημόσια ταμεία μέσα από το σύστημα των πάσης φύσεως επιδομάτων, σε πολιτισμική παρακμή, σε απώλεια ταυτότητας. Βέβαια, τα περισσότερα αντιδραστικά σχόλια τα εκφέρει ο Ντανιέλ Τεσαντιέ που νιώθει διαφορετικός από τις αγέλες αστέγων, διαφορετικός γιατί θεωρεί πως του αξίζει μια καλύτερη ζωή από αυτή που μοιάζει να του αναλογεί, και αυτή η φαινομενική αντίφαση, είναι καίρια και άκρως ρεαλιστική, εκτενώς διαδεδομένη σε κάθε τάξη, αυτό το εγώ δεν είμαι σαν αυτούς, χωρίς ηθικό ή γενικότερο αξιακό υπόβαθρο. Η ατμόσφαιρα του βιβλίου, που δεν υπάγεται σε όρους και δεσμεύσεις πολιτικής ορθότητας, είναι του γούστου του Ουελμπέκ, ας το θέσω έτσι γενικά και ας το κλείσω εδώ.
Ο γέρος μου είναι από εκείνα τα μυθιστορήματα που ειδολογικά ανήκουν στην αστυνομική λογοτεχνία αλλά δεν περιορίζονται στο ποιος το έκανε, αλλά χρησιμοποιούν ως σκηνικό το έγκλημα ώστε να αποτυπώσουν μια γενικότερη κοινωνικοπολιτική συνθήκη. Το πρόβλημα της στέγης, για παράδειγμα, ή η επέλαση του εξευγενισμού σε γειτονιές άλλοτε λαϊκές και οικονομικά προσβάσιμες, η κατάρρευση του κράτους πρόνοιας, το σύστημα υγείας που πια έχει αδιαμφισβήτητο ταξικό πρόσημο, ανάμεσα σε άλλα. Αλλά και πιο ατομικά και την ίδια ώρα οικουμενικά ζητήματα όπως οι διάφορες οικογενειακές σχέσεις, παιδιά που γίνονται γονείς αποφασισμένα να μην κάνουν τα ίδια καθοριστικά λάθη. Όλα αυτά, ωστόσο, με έναν τρόπο αρκετά προκλητικό, χωρίς λείανση στις γωνίες και τις επιφάνειές του.
Ένα απαραίτητο συστατικό του είδους είναι η χωρίς φρένα ανάγνωση, αλλά χωρίς αυτό να γίνεται εις βάρος του στυλ, όχι με διαρκή και αμετροεπή χρήση ανατροπών και ευρημάτων που στόχο έχουν να κοροϊδέψουν τον αναγνώστη, να τον παραπλανήσουν ώστε στο τέλος να νιώσει μια βεβιασμένη έκπληξη. Ο Ζονκέ είναι στυλίστας, ακολουθεί την παράδοση του είδους, δεν διστάζει να απλώσει αρκετά την ιστορία του, να θέσει σε κίνηση διάφορες υποπλοκές χωρίς να χάνει τον έλεγχο και την κατεύθυνση προς το πάντρεμα όλων αυτών, τη συνάντηση που αποτελεί και την κορύφωση της πλοκής. Αρκετά σκοτεινό και φουλ ρεαλιστικό, Ο γέρος μου μου άρεσε πολύ!






