Πρώτα μίλησε η Σ., ύστερα η Γ. Εκείνο που κυρίως με ιντρίγκαρε ήταν το παρ' όλο που. Παρ' όλο που, είπαν, το οπισθόφυλλο περιγράφει κάτι που δεν είναι στα άμεσα αναγνωστικά ενδιαφέροντά μου, ο τρόπος του Φιωτάκη με κατέπληξε, κάτι φρέσκο και υποσχόμενο υπάρχει σε αυτό το μυθιστόρημα, να το τσεκάρεις. Τα Άλογα πήραν άμεσα θέση για τα προσεχώς. Θα συμπλήρωνα επίσης εκτός των αναγνωστικών ενδιαφερόντων μου, μια συμμορία νεαρών μοτοσυκλετιστών σε κάποια ανώνυμη επαρχία, πως μια τέτοια ιστορία έχει πολλάκις και με πλείστους τρόπους ειπωθεί. Εδώ θα καταθέσω το δικό μου παρ' όλο που.
Σε μια εκτενώς ποικιλόμορφη λογοτεχνική παραγωγή, εγχώρια και μεταφρασμένη, σύγχρονη και κλασική, η αδυναμία μου είναι η καλή, συγκαιρινή, ελληνική λογοτεχνία. Η κοινόχρηστη χωροχρονική αρένα από τη μια, η αδιαμεσολάβητη αναγνωστική εμπειρία από την άλλη, οι δύο πόλοι της αδυναμίας αυτής. Επιπρόσθετη απολαβή το μειδίαμα απέναντι σε εκείνους τους αφοριστικούς της συντήρησης και της ξενομανίας, του τίποτα αξιόλογο δεν γράφεται πια, του οι Έλληνες δεν ξέρουν να γράφουν. Απλό μειδίαμα γιατί ο χρόνος είναι πολύτιμος για να ασχολείται κανείς περαιτέρω.
Και το οπισθόφυλλο διόλου δεν παραπλανούσε. Ο πρωτοπρόσωπος, ανώνυμος αφηγητής, πέριξ της ηλικίας των είκοσι, εγκλωβισμένος ποικιλοτρόπως, κυρίως συναισθηματικά, σε μια άγονη επαρχία, βρίσκει διέξοδο στα Άλογα, μια συμμορία νεαρών που με τις μηχανές τους αναζητούν την απαραίτητη αδρεναλίνη ως αντίδοτο. Ο Ν., φυσικός αρχηγός της συμμορίας, είναι ο καλύτερός του φίλος.
«Πολύ μικρός, είχα ονειρευτεί έναν φλεγόμενο ουρανό. Ίσως και να έχω επινοήσει την ανάμνηση του ονείρου, οπότε δεν ξέρω πόσο αληθινό είναι αυτό που θα περιγράψω. Έτσι και αλλιώς, πάντα δυσκολευόμουν να ξεχωρίσω την αλήθεια από το ψέμα. Θα προσπαθήσω όμως να είμαι όσο πιο σαφής μπορώ».
Έτσι ξεκινάει η αφήγηση αυτή. Μια ειλικρινής δήλωση πιθανής ανειλικρίνειας, μια ομολογία αδυναμίας, μια υπόσχεση σαφήνειας. Εξ αρχής, ο αφηγητής πετάει από πάνω του την όποια εμπιστοσύνη, είμαι πιθανώς αναξιόπιστος, όχι από πρόθεση, αλλά επειδή αυτός είμαι, μας λέει ήδη στο κατώφλι.
Μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση μιας ζωής, στην οποία επιπροσθέτως λίγα συμβαίνουν, αν δεν υποστηριχτεί κατάλληλα, έχει κοντά ποδάρια, λίγες μόνο σελίδες μπορεί να διανύσει πριν προκαλέσει τον εκνευρισμό ή την αδιαφορία του αναγνώστη. Άλλωστε, υπάρχουν πολλά αδιάφορα διηγήματα που θα ταίριαζαν στην περιγραφή της συνθήκης. Αυτή ήταν και η καίρια αμφιβολία μου, το παρ' όλο που που με ιντρίγκαρε εξαρχής, η αναρώτηση για το τι παραπάνω ή διαφορετικό έχει να μας πει ο γεννημένος το 2001 στην Κρήτη Φιωτάκης. Είναι, και ορθώς ως ένα βαθμό, από τις πλέον σύνηθες μομφές για την εγχώρια λογοτεχνία αυτό που συνοψίζεται ως επαρχιωτισμός, παρά τον παρόντα ελιτισμό για κάτι το κοσμοπολίτικο και την όποια αλλεργία αυτός προκαλεί.
Η ιστορία δεν είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το περιβάλλον εντός του οποίου λαμβάνει χώρα, παρότι προφανώς και προσαρμόζεται σε αυτό και το εκμεταλλεύεται κατάλληλα. Με τη μη άρρηκτη σύνδεση θέλω να επισημάνω πως ο Φιωτάκης δεν χρησιμοποιεί την επαρχία ως μια συνθήκη εργαστηρίου για να κάνει ένα πείραμα όσο το δυνατό πιο ελεγχόμενο. Συμβαίνει εκεί απλώς γιατί συμβαίνει. Έτσι, συνοδεία μιας άχρονης αίσθησης, μια πρώτη επιφύλαξη ενός γενικού και αόριστου επαρχιωτισμού αποσύρεται. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει επίσης και με την κουήρ διάσταση, αλλά και με το σύνολο των βιογραφικών συστατικών.
Δύο είναι οι βασικοί πυλώνες επί και πέριξ των οποίων η κατασκευή τοποθετείται και λειτουργεί, ο ένας έχει να κάνει με την αφηγηματική δεινότητα που είναι η ραχοκοκκαλιά του μυθιστορήματος αυτού, μια αφήγηση διαρκώς ανατροφοδοτούμενη, που διατηρεί τον αναγνώστη στην ανάγνωση, που επιτρέπει στην πλοκή, την όποια πλοκή, να προωθηθεί, ο άλλος πυλώνας έχει να κάνει με την αρχική αυτοϋπονόμευση, που τη διέπει, με πρώτο και κύριο θύμα τον ίδιο τον αφηγητή, ως προς τον έλεγχο της ίδιας του τη ζωής.
Η αυτοϋπονόμευση είναι το αμφίβιο εκείνο συστατικό που εντοπίζεται τόσο στο περιεχόμενο όσο και στον τρόπο με τον οποίο αυτό αφηγείται. Άπαξ και το συστατικό βρέθηκε και αποφασίστηκε να χρησιμοποιηθεί ως η κύρια βάση, ένα βήμα είχε πραγματοποιηθεί. Έμεναν, ωστόσο, πολλά ακόμα να γίνουν ώστε η κατασκευή να ολοκληρωθεί και να παραδοθεί προς ανάγνωση. Δεν αρκούσε θέλω να πω ο απλός εντοπισμός, το κατά κάποιο τρόπο κεντρικό εύρημα. Δεν αρκούσε ούτε η αφηγηματική ικανότητα, η γλώσσα και η χρήση της, αν και καθόλου δεν πρέπει να υποτιμάται, το αντίθετο, πρέπει να επιβραβεύεται ως συγγραφική δεξιότητα. Η αυτοϋπονόμευση κινείται διαρκώς μεταξύ σκιάς, κυρίως, και φωτός, δεν απομακρύνεται ποτέ, απλώς μετατοπίζεται σύμφωνα με τη συγγραφική βούληση από το επίκεντρο για να επανεμφανιστεί σε αυτό όταν οι συνθήκες το ζητούν.
Αλλά και ως αρχική σύλληψη, παρά και πέρα από το όποιο ενδιαφέρον αυτή παρουσιάζει, σίγουρα δεν αποτελεί κάποια πρωτοφανή ιδέα, που ακόμα και έτσι να ήταν δεν θα ήταν επαρκής άμα τη εμφανίσει, κρύβει, όπως κάθε καλή ιδέα άλλωστε, μια σειρά από παγίδες, με κύρια αυτή της απώλειας του ελέγχου επί αυτής, τον κίνδυνο για ένα χαοτικό και άναρχο αποτέλεσμα, που θα επένδυε, ατυχώς, στη σύγχυση, ο συγγραφέας αιχμάλωτος της προσωρινής λάμψης ενός ευρήματος. Οπότε, πέρα από τον αρχικό κίνδυνο του πόσο να αντέξει μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση με κοντά ποδάρια, αντίστοιχα τίθεται το ερώτημα του πόσο να αντέξει ένα πυροτέχνημα πριν παραδώσει πάλι τα πάντα στο σκοτάδι. Ο Φιωτάκης πετυχαίνει να αποδώσει τη συνθήκη που επικρατεί στο μυαλό του αφηγητή του, αλλά δεν σταματά εκεί, παίζει και με το μυαλό του αναγνώστη, δημιουργώντας διάφορα ενδιαφέροντα δίδυμα, όπως για παράδειγμα το προφανές και το ανησυχαστικό, το αληθές και το ψευδές, την αξιοπιστία και την κατάρρευση του υπό διαμόρφωση ορίζοντα, και κυρίως, όπως κάθε καλός σκαπανέας της αφήγησης, θέτοντας διαρκώς το ερώτημα αν μπορεί κανείς να αφηγηθεί χωρίς να παραμορφώσει, ακόμα και αν αναλάβει ο ίδιος τη δική του αφήγηση.
Παρ' όλο που, λοιπόν, εκείνο που το οπισθόφυλλο ορθώς περιέγραφε και τις πρώτες σελίδες που το επιβεβαίωναν, τα Άλογα μου άρεσαν πολύ. Υπάρχει εδώ μια φιλοδοξία, χωρίς να φωνάζεται και να διακηρύσσεται με ύφος ικανού αριθμού καρδιναλίων, υπάρχει μια δεξιότητα, υποταγμένη και στρατευμένη στην εξυπηρέτηση της τελικής κατασκευής χωρίς να δείχνεται, υπάρχει κάτι το φρέσκο, που τα παρ' όλο που στα οποία αναφέρθηκα με τρόπο κάπως αντιστικτικό το αναδεικνύουν, αντί να το πλακώνουν και να το θάβουν στον τάφο του αναμασήματος των ίδιων και των ίδιων.
Ένα καλό βιβλίο και μια ενδιαφέρουσα περίπτωση συγγραφέα προς παρακολούθηση· τα Άλογα του Ορέση Φιωτάκη.
υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
Εκδόσεις Πατάκη






