Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Οι ιστορίες της Κ. - Καλλιόπη Πασιά

Ήταν Τετάρτη και έβρεχε. Αργότερα, θα έβρεχε περισσότερο, είχαν ενημερώσει. Ακόμα ωστόσο όχι, έβρεχε συνεχόμενα και ελαφριά, χωρίς κεραυνούς. Επικρατούσε ησυχία, ανακουφιστική και καθησυχαστική, όχι προπομπός δεινών. Σαν όλοι να είχαν ένα λόγο να παραμείνουν σιωπηλοί. Ένα από τα πολλά άγχη που μας κληροδοτήθηκαν ήταν να μην βραχούμε. Θα αρπάζαμε πάλι κρύωμα, θα στεγνώναμε πάνω μας, ίσως να μας έβλεπαν ζάχαρη, θα λιώναμε. Ένα πιτσιρίκι, το ένα χέρι στη γυναίκα, το άλλο ελεύθερο, εντόπιζε από μακριά τις λακκούβες, ποδοπατούσε με μανία. Απόλαυση, ηδονή, ανεμελιά. Και ας κρυώσω, και ας στεγνώσω, και ας λιώσω. Ο μεσήλικας εαυτός μου έβαζε τα λόγια στο ανείπωτο συννεφάκι σκέψης. Εκείνο απλά τσαλαβουτούσε.

Θυμήθηκα αρκετές φορές αυτό το πιτσιρίκι διαβάζοντας τις ιστορίες της Κ. Απόλαυση, ηδονή, ανεμελιά. Και ας κρυώσω, και ας στεγνώσω, και ας λιώσω. Απόλαυση, ηδονή ανεμελιά. Δεν είναι οι τρεις δικές μου λέξεις, όχι αυτές που θα χάριζα στην Κ. Εκείνη κάνει συλλογή από αυτές. Τις αιτείται, τις υποδέχεται, τις σημειώνει. Πιο σημαντικές και από φωτογραφικά καρέ. Όχι σημαντικές. Κάποιο άλλο επίθετο θα ταίριαζε καλύτερα. Πολύτιμες; Του προσανατολισμού; Της μνήμης; Της ατομικής οδοποιίας; Της επικείμενης γραφής; Του πονηρού χαμόγελου; Της απώλειας; Της αναπόφευκτης κατάρρευσης; Μπορεί και όχι.

Ήταν Τετάρτη και έβρεχε. Πήρα ομπρέλα, την άνοιξα. Κατηφόρισα τον άδειο πεζόδρομο. Οι ψιχάλες του αέρα συναντούσαν τις ψιχάλες του εδάφους, ενώνονταν ξανά. Ήταν ατμός, γίνανε νερό, θα στέγνωναν, χώμα. Εκείνη με περίμενε με παράπονο. Ως τέτοιο το εξέλαβα. Ως τέτοιο το αντιμετώπισα. Αδιαφόρησε και ήρθε στην αγκαλιά μου. Πέρασε το πόδι της πάνω από το χέρι μου, βολεύτηκε. Ήξερε πως δεν θα έρθει κανείς. Όχι ακόμα, όχι. Ένιωσα εκλεκτός. Τι και αν σκεπτόμουν, όπως ήρθε θα φύγει, μην το ξεχνάς.

Είναι μια έκφραση που τη νιώθω οικεία. Αν κάτι μπορούσα να ξεχωρίσω πως επιχειρώ, θα ήταν μια έκφραση εαυτού. Δέκτης και πομπός, επεξεργαστής. Κρυψώνα του προσωπικού, φλερτάρω με αυτή την περιγραφή, πού και πού στα κείμενα την επαναλαμβάνω. Αφήνω, προς το παρόν να στέκει το: για ό,τι είδα, διάβασα και άκουσα· καλύτερα έτσι. Καλύτερα να μεταθέτω την κρυψώνα, το μπούνκερ ακόμα καλύτερα, στη συνθήκη. Η ανάγνωση, η θέαση, η ακρόαση είναι τα μπούνκερ. Εγώ καταφεύγω εκεί. Εκείνη παραπονιέται. Όλο κρύβεσαι, νιώθω να λέει. Κάλυψη και αποκάλυψη σε καιρό ειρήνης, γύρω μαίνεται πόλεμος, λένε.

Τα μπούνκερ βλέπουν τον ορίζοντα να καταρρέει, τέτοια είναι η θέση/πρόθεση/λειτουργία τους. Μια συλλογή διηγημάτων έβλεπα απέξω. Ήθελα κάποια στιγμή να τα διαβάσω. Ήταν Τετάρτη και έβρεχε. Έκατσα, εκείνη πάνω μου, άνοιξα την πρώτη σελίδα. Ήξερα πως δεν θα έρθει κανείς. Όχι ακόμα, όχι. «Οι ιστορίες της Κ. ήταν σαν να, αλλά δεν ήταν στιγμιότυπα αφήγησης». Ήταν σαν να, αλλά δεν ήταν. Και ας προηγείται η διευκρίνιση της ανάγνωσης. Αυτό που διάβασες/θα διαβάσεις ήταν σαν να, αλλά δεν ήταν. Προκαταβολή, προοικονομία, πρόληψη από τον μελλοντικό ταμιευτήρα. Μια ευγενική υπενθύμιση. Δικό μου το ευγενική, δικό μου και το υπενθύμιση. Ένας ορίζοντας που απλωνόταν. Μια συλλογή διηγημάτων που ήταν σαν να, αλλά δεν ήταν.

Η Κ. και οι ιστορίες της. Κ. όπως Καλλιόπη; Προφανές; Παγίδα;

Πριν μπω στο μπούνκερ, πριν βρεθώ στο μπούνκερ, ας είμαι ακριβής, κανείς δεν μπαίνει, απλά αν βρεθεί, βρίσκεται σε αυτό. Τη μια στιγμή απέξω την άλλη μέσα, οι τοίχοι γεμάτοι από καθρέφτες, το μπαλκόνι να κοιτάζει στον ορίζοντα. Οι καθρέφτες εναλλάσσονται, πότε πιστοί και πότε παραμορφωτικοί, ο ορίζοντας πέρα μακριά, το ποιος ήμουν, το ποιος πίστευα πως ήμουν. Τη μια στιγμή απέξω την άλλη μέσα. Μια συλλογή διηγημάτων που ήταν σαν, αλλά δεν ήταν. Οι ιστορίες της Κ. Οι σελίδες διαδέχονταν η μία την άλλη. Εκείνη στην αγκαλιά μου. Ακόμα.

Την ευγενική υπενθύμιση την αμέλησα. Η Κ. έπαιρνε σχήμα και μορφή. Ένα κολάζ υπό κατασκευή, η μια φράση πάνω στην άλλη, μετά ακόμα μία, και άλλη, και άλλη. Στιγμιότυπα αφήγησης, καρέ αφήγησης, κομμάτια διάσπαρτα, κάπου πατούν και κάπου χάνονται, απομακρύνονται. Πήγαιναν στους άλλους, γύριζαν πίσω σε εκείνη, το βλέμμα έδινε, η αφή έδινε, το δέρμα και τα μάτια, κυρίως αυτά, έρχονταν να συναντήσουν όλα όσα συνέβησαν στην επικράτεια του ενδεχόμενου, εκείνα που ενστρωματώθηκαν, όπως ίσως μόνο η γεωλογία από τις επιστήμες όλες καλύτερα εξηγεί σε χάρτες με εγκάρσια τομή, η ανατομία, και εκείνη, παλεύει επίσης, κάτι χάνεται, η μνήμη των στρωμάτων ίσως.

Είναι μια έκφραση που τη νιώθω οικεία. Η Κ. αφήνει περισσότερο χώρο κρυψώνας στο προσωπικό, όχι για να συσκοτίσει, ποιον ενδιαφέρει, όχι για να φανερώσει, ποιον ενδιαφέρει, αλλά για να παράξει, αφού πρώτα με την απόλυτα προσωπική της μέθοδο, πώς αλλιώς, ταξινομήσει το συναίσθημα και το βίωμα, τα της όρασης και της αφής, δηλαδή. Το χέρι που ακουμπάει στο ελάχιστα ακάλυπτο δέρμα, δήθεν άθελα, πίσω από την πέπλο του ύπνου, το χέρι που χουφτώνει με μανία το στήθος, το χέρι που υπακούει στο άλογο, το χέρι που αιφνιδιάζει. Δεν θα μπορούσε, πώς θα μπορούσε, να είναι κάτι διαφορετικό από μια συστοιχία τροχιών γύρω από ένα εγώ, γύρω από την Κ.

Ένα κολάζ υπό κατασκευή. Το κολάζ μοιάζει να είναι μια τεχνική προσιτή. Κόβεις και κολλάς. Κόβεις και κολλάς. Από το ένα στρώμα περνάς στο επόμενο. Στο προσιτό ενυπάρχει το τυχαίο. Στη ζωή των άλλων συμβαίνει επίσης αυτό. Η τυχαιότητα αποπροσανατολίζει, ίσως και να καθησυχάζει την έλλειψη προσπάθειας, την αδυναμία σύνθεσης, την έλλειψη κλίσης. Ποιες είναι εκείνες οι σπουδές, άραγε, που απαιτούνται. Σε μια εποχή ολοένα και πιο απομαγευτική, το τυχαίο γοητεύει και εξοργίζει, συχνά ταυτόχρονα. Το ασύλληπτο, το μη διαδοχικά εξηγήσιμο. Άμυνα του εαυτού, υπεράσπιση της ατομικής γαματοσύνης, η αποθέωση της ιδιώτευσης, λέω.

Οι ιστορίες της Κ. αδιαφορούν. Κόστισε χρόνο και ματαίωση, απέλπιδες προσπάθειες στο κατ' εικόνα και στο καθ' ομοίωσιν, στις παραδομένες οδηγίες χρήσης και διέλευσης. Είναι το αποτέλεσμα μιας αδιαφορίας, με τον καιρό σύμφυτης και απαραίτητης. Η αδιαφορία που επιδεικνύουν οι ιστορίες της Κ., χωρίς να έχουν σκοπό να το κάνουν, άλλωστε κάτι τέτοιο θα υπονόμευε την όλη απόπειρα, η αδιαφορία τους εξοργίζει και έλκει, ταυτόχρονα ίσως, ίσως και αιτιοκρατικά, επειδή έλκουν να εξοργίζουν, το αντίστροφο ίσως όχι. Είναι οι ιστορίες της Κ. που αδιαφορεί, τώρα πια μπορεί, το απολαμβάνει, ναι.

Από στρώση σε στρώση, από συγκόλληση σε συγκόλληση, κάποιες χαραμάδες ανοίγονται, δημιουργούνται, ύπουλα αλλά όχι σκόπιμα, η αδιαφορία το εξασφαλίζει αυτό, ο αναγνώστης, εγώ με εκείνη στην αγκαλιά, έξω συνεχίζει να βρέχει και κανείς να μην έρχεται, καίτοι προσεκτικός με αυτά, φοβικός και υπεύθυνος, πλατσουρίζει, όχι όπως εκείνος ο πιτσιρικάς, κατά λάθος, από απροσεξία, από παράδοση, από διάσπαση προσοχής. Από το βάθος φτάνει: Θα αρπάζαμε πάλι κρύωμα, θα στεγνώναμε πάνω μας, —ίσως να μας έβλεπαν ζάχαρη— θα λιώναμε. Κάτι τέτοιο είναι ενοχλητικό, εξοργιστικό προείπα, πιο έντονο, ναι. Πώς την πατήσαμε έτσι τη λακκούβα, πού είχαμε το μυαλό μας. Το πρώτο πληθυντικό διευρύνει το μέτωπο της ενοχής και της ευθύνης.

Οι ιστορίες της Κ. δεν θέλουν, δεν επιθυμούν, αδιαφορούν να είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι, οι ιστορίες της, δηλαδή. Αδιαφορούν να σημάνουν έναν δρόμο, να χαράξουν ένα μονοπάτι, έναν οδηγό πλοήγησης. Τις κόστισε τόσο η αδιαφορία. Χρόνο και κόπο, απογοήτευση να μην χωράς στο καλούπι, να περισσεύεις, να ασφυκτιείς εκεί που οι άλλοι μοιάζουν να βολεύονται, να το σπας, να ποδοπατάς πάνω στα κοφτερά συντρίμμια, να πονέσει μέχρι να σκληρύνει η πέτσα, ύστερα να υποδεχτεί το χέρι εκείνο, να αναριγήσει. Δεν ήταν καλή μαθήτρια, ποτέ της δεν ήταν, ακόμα και όταν την επιβράβευαν, όταν ήταν πρώτη μαθήτρια, δεν ήταν και το ήξερε, δεν τολμούσε ωστόσο να το φωνάξει, σαν τον διάολο δεν ήθελε το χτύπημα στην πλάτη, το αυτοκόλλητο με τη φάτσα που γελά. Αν κάτι έμαθε, ήταν πως δυσκολευόταν να μάθει. Αν κάτι έμαθε, επειδή δυσκολευόταν να μάθει, ήταν να αποτινάξει από πάνω της την όποια διάθεση για να γίνει δασκάλα, να ανέβει στο πάλκο μπροστά από τον πίνακα, με κιμωλία ή μαρκαδόρο, να διδάξει με βεβαιότητα στο μάθημα της αβεβαιότητας, η γιορτή της αβεβαιότητας, το σφουγγάρι να μην το χρειάζεται.

Εγώ ίσως να έλεγα η λογοτεχνία, εκείνη ίσως να έλεγε η ίδια η ζωή, διέρρηξε δια παντός τη μονοσημία του κόσμου, απελευθέρωσε το εγώ, διεύρυνε, ξεχείλωσε την επικράτεια του πιθανού, και έτσι και αλλιώς και αλλιώτικα, με δυσκολία, πώς αλλιώς, έσπρωξε και έριξε από το βάραθρο στην άβυσσο το σωστό και το λάθος, το μόνο έτσι, τότε μπορούσε να κάνει αναστροφή σε όποιο σημείο της διαδρομής επιθυμούσε, τοποθετούσε και αφαιρούσε κατά βούληση τις πινακίδες, αν και το απαγορεύεται η είσοδος έστεκε αυστηρό, για τους άλλους.

Κείμενα όπως αυτές οι ιστορίες δεν πατούν τόσο ανάμεσα στο πραγματικό και το μυθοπλαστικό, όσο ανάμεσα στην πρόζα και το δοκίμιο, φλερτάρουν μαζί του, το υπαινίσσονται, το σιμώνουν, αδιαφορούν εν τέλει γι' αυτό, προχωράνε, κινούνται στον αντίποδα της αυτοβοήθειας, τι μάστιγα και αυτή, όποιο μανδύα και αν ενδύεται. Κάποιοι θα νιώσουν πως εδώ ένα σύστημα διατυπώνεται, η δυσανεξία στην αδιαφορία, λέω εγώ, θα οργιστούν, θα επιχειρήσουν να το διαρρήξουν, να το τρυπήσουν, θα αποτύχουν, πάλι εγώ λέω. Αυτό το εγώ έκανα/ένιωσα/απόλαυσα/έκλαψα από κάποιες γωνίες υψώνει τείχη/βεβαιότητες/οδηγίες. Ίσως γιατί πλήττει, άθελά του, αδιαφορώντας, είπαμε, το εγώ δεν έκανα/δεν ένιωσα/ δεν απόλαυσα/δεν έκλαψα, δεν επιχείρησα καν ποτέ να διερευνήσω τις πιθανότητές μου, να λάβω το ρίσκο του ορίου. Ίσως γιατί μέσα μας ταυτίζεται η ιδιώτευση της δημιουργίας και εκείνη της πρόσληψής της, μια τερατογένεση αναδύεται, το υποκείμενο της γραφής για μένα γράφει, σε μένα απευθύνεται, προσωπικά σε μένα, άμεσα, και ίσως έτσι να είναι, αν έτσι προτιμάτε, αν δεν μπορείτε να διακρίνετε την απόσταση.

Έχει μέρες τώρα που δεν βρέχει. Όλο και κάποιος μπαίνει τα πρωινά. Εκείνη τρέχει να του κουνήσει την ουρά της νωχελικά, πάντα νωχελικά και αδιάφορα, μια πρόσκληση που στην είσοδο θα δυσκολευτεί. Οι ιστορίες της Κ. πήραν πάλι τη θέση τους. Η αδιαφορία, σκέφτομαι, είναι το όχημα διέλευσης, το δεν με νοιάζει να είναι ο πολιορκητικός κριός της μετουσίωσης σε αυτό που επιθυμούμε να είμαστε.

Είναι μια έκφραση που τη νιώθει οικεία, συγγενή. Ο τρόπος πρόσληψης και αποτύπωσης της ανθρώπινης εμπειρίας. Η μάχη υπέρ της αβεβαιότητας, ή της ελάχιστης, απαραίτητης βεβαιότητας, σε έναν κόσμο που τα πάντα επιχειρείται να αιτιολογηθούν και να αποτυπωθούν στον πίνακα διδασκαλίας.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Εκδόσεις 3.1

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Σαράγεβο - Ozren Kebo

Ήμουν πέριξ των δέκα όταν αυτός ο πόλεμος συνέβη. Ελάχιστες αναμνήσεις έχω, αν και η τηλεοπτική αναμετάδοση εμφύτευσε αρκετές εικόνες στο μυαλό μου.

Ο Όζρεν Κέμπο, λίγο μετά τα τριάντα τότε, εγκλωβίστηκε στο Σαράγεβο και δεν το εγκατέλειψε μέχρι το τέλος της σερβικής πολιορκίας, λίγα χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε αυτό το βιβλίο, πρόσφατα μεταφράστηκε στα ελληνικά από τις ανήσυχες εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, ένας ιδιότυπος οδηγός σε περίπτωση πολιορκίας.

Κάποιος μπορεί να ξέρει λιγότερα ή περισσότερα για ένα τέτοιο τερατώδες στιγμιότυπο της ανθρώπινης ιστορίας, κανείς ωστόσο δεν ξέρει πώς είναι η βίωσή του, η εξ αποστάσεως μελέτη και έρευνα έρχεται σύμφυτη με το εκ του ασφαλούς.

Θυμάμαι πριν λίγα χρόνια να διαβάζω την Καταστροφή του Χανς Έρικ Νόσσακ, ενός συγγραφέα που ο Ζέμπαλντ είχε περί πολλού, στο οποίο γινόταν αναφορά στους συμμαχικούς βομβαρδισμούς του Αμβούργου το καλοκαίρι του 1943 στο πλαίσιο της επιχείρησης Γόμορρα. Λίγες μέρες πριν, η σύντροφός του είχε καταφέρει να νοικιάσει μια καλύβα στην εξοχή της μεγαλούπολης, ώστε να μπορέσουν να επωφεληθούν ολιγοήμερων διακοπών. Οι σειρήνες ήχησαν, ήταν κάτι που συνέβαινε συχνά, οι πρώτες εκρήξεις ακούστηκαν, εξ αποστάσεως ο συγγραφέας είδε τους καπνούς πάνω από την πόλη στο βάθος του ορίζοντα. Μετά το τέλος της επιχείρησης θα επιστρέψει, στην Καταστροφή θα περιγράψει αυτή την επιστροφή στην βομβαρδισμένη πόλη, ένα οδοιπορικό ανάμεσα στα ερείπια, εκεί όπου το εδώ ήταν αυτό και εκεί το άλλο, τώρα ένας σωρός από χαλάσματα, διανύει την αφήγηση, παρέα με ένα διάχυτο τι θα είχε συμβεί εάν δεν απουσίαζαν εκείνες τις κρίσιμες μέρες. Ακόμα θυμάμαι την ανάγνωση εκείνη. Ακόμα θυμάμαι τον συγγραφέα να θέτει διαρκώς στο προσκήνιο της γραφής πως εκείνος δεν ήταν εκεί όταν ο βομβαρδισμός συνέβη. Οι βομβαρδισμοί των συμμάχων, οι θάνατοι και οι εκτεταμένες καταστροφές δεν βρέθηκαν ποτέ πραγματικά στο επίκεντρο της κριτικής, ήταν κάτι το αναπόφευκτο στη μάχη απέναντι στο κακό.

Είχα το βιβλίο εκείνο κατά νου διαβάζοντας το Σαράγεβο.

Θέλω αρχικά να μείνω σε δύο αντιδράσεις. Εκείνων που έλειπαν και επέστρεψαν τότε, εκείνων που έκτοτε μελετούν και γνωμοδοτούν τα σχετικά με εκείνη την πολιορκία. Την ατάκα των πρώτων, δεν είναι τόσο άσχημα όσο τα είχαμε φανταστεί, την ατάκα των δεύτερων, υποδόρια μομφή, ο Χ εκμεταλλεύτηκε το δείνα σκηνικό, πάτησε πάνω του, διεκδίκησε την προσοχή και την αναγνώριση. Μια μάχη, ένας πόλεμος, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Απέξω και μακριά όλα μοιάζουν διαφορετικά. Δείχνει απλοϊκό αυτό στο οποίο στέκομαι, όμως συμβαίνει. Με τα χρόνια μάλιστα εντείνεται, τώρα που ο καθένας πρέπει να έχει μερίδιο στη συζήτηση για το οποιοδήποτε συμβάν, επιπλέον συμβουλές να δώσει για το πώς έπρεπε να είχε αντιδράσει το αφηγηματικό υποκείμενο. Ακόμα και το διαδεδομένο γιατί δεν έφυγε, εμφανίζεται ως μια μορφή επίκρισης του θύματος.

Σκέφτηκα τον σεισμό στη Σάμο. Το πλέον οδυνηρά τρομακτικό σκηνικό που έχω βιώσει. Όχι συγκριτικά, ελπίζω, αλλά αναλογικά.

Αυτός ο ιδιότυπος οδηγός σε περίπτωση πολιορκίας διαπνέεται από έναν ρεαλισμό υποκειμενικό, το φίλτρο μέσα από το οποίο εισήλθαν και ακολούθως εξήλθαν τα στιγμιότυπα, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, και πήραν τη μορφή αφήγησης, ενός βιβλίου χωρισμένου σε μικρά κεφάλαια. Εμείς, απέξω και εκ του ασφαλούς, λέμε: το βιβλίο αυτό συμβάλλει στη διατήρηση της μνήμης, ένα υπόμνημα, λέμε, είναι ώστε κάτι τόσο φρικώδες να μην επαναληφθεί, ένα οδυνηρό μάθημα για την ανθρωπότητα. Και λέγοντας αυτά απέξω και εκ του ασφαλούς απανθρωποιούμε τα χρόνια εκείνα, την εμπειρία των πολιορκημένων, παράγουμε θεωρία. Η απανθρωποίηση δεν είναι μία κατηγορία, είναι κάτι που αναπόφευκτα συμβαίνει εκ του μακρόθεν ή εκ των υστέρων, τα θύματα, οι παρόντες, οι βιώσαντες είναι μια άλλη ομάδα. Είναι και ένας μηχανισμός αυτοσυντήρησης ενάντια στο φόβο του θανάτου, ένα ξόρκι για το κακό, μια ελάχιστη επιφάνεια επί της οποίας δύναται να σταθούμε για να νιώσουμε πως έχουμε τον έλεγχο, πως κάτι τέτοιο σε μας, άγνωστο γιατί, δεν θα συμβεί.

Δεν ξεχνώ στιγμή την εκ του μακρόθεν θέση μου από το περιγράψιμο, από το βίωμα. Διαρκώς μου την υπενθυμίζω. Ακόμα και στο σίμωμα στον γλυκό καρπό της ενσυναίσθησης, στην ευκαιρία που ανοίγεται μπροστά μου για να πω: τον νιώθω, τον συμμερίζομαι, τον κατανοώ. Όχι. Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει. Το Σαράγεβο είναι ένα τεκμήριο μνήμης, μαζί με την εικόνα, μαζί με την ιστορική μελέτη, ένα ακόμα θραύσμα του ιστορικού κεφαλαίου της πολιορκίας του Σαράγεβο, κεφάλαιο στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας.

Η λογοτεχνία, γιατί περί λογοτεχνίας πρόκειται, έχοντας αρετές γλωσσικές, αφηγηματικές, εν γένει φιλολογικές που το διαχωρίζουν από το απλό ημερολόγιο πολιορκίας, που το προσθέτουν ως ξεχωριστό σώμα στην ιστορική καταγραφή ως μαρτυρία βίωσης εκ των έσω αυτής της πολιορκίας, η λογοτεχνία αυτή, η βιωματική, δομημένη γύρω από ένα φρικιαστικό συμβάν, εδώ πέρα από τις στενωπούς της ιδιώτευσης, η καλή λογοτεχνία που προσφέρει αναγνωστική απόλαυση φέρνει στην επιφάνεια το: πώς γίνεται να απολαμβάνω το βιβλίο αυτό; Το λεπτό τσιγαρόχαρτο της μυθοπλασίας απουσιάζει, αν και λεπτό σωτήριο για την πρόσληψη, για την άμυνα απέναντι στην κόλαση. Θα μπορούσα να συνεισφέρω επιχειρήματα όπως το μαύρο χιούμορ ή η έλλειψη πολιτικολογίας ή η απουσία μιας διάχυτης διδαχής ή αυτοηρωοποίησης του αφηγητή. Δεν θα απαντούσαν στο ερώτημα, άχρηστα θα ήταν.

Καλώς ή κακώς, σίγουρα κακώς αλλά και καλώς εν μέρει, χρειάζεται μια άλλη σκευή και μια άλλη συγκυρία για να αναλυθεί περαιτέρω η παραπάνω δυαδικότητα, έχουμε συλλογικά αναπτύξει μια δεξιότητα, δεξιότητα είναι ακόμα και αν έγινε χωρίς ιδία πρωτοβουλία αλλά εξαιτίας της διαρκούς έκθεσης στη φρίκη, μια δεξιότητα, έλεγα, να αντιμετωπίζουμε την κάθε φρίκη ως ένα θέαμα, από θέση θεατή, εκ του μακρόθεν και εκ του ασφαλούς. Έκανα νύξη και παραπάνω περί αυτού. Επιμένω σε αυτή τη θέση.

Είναι αδύνατο, βλακώδες και επικίνδυνο επίσης, να αποσυνδέσουμε το ψαχνό από την αφήγηση, να σταθούμε και να θαυμάσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Κέμπο διαχειρίζεται την εμπειρία εκείνη, ασύλληπτη, είπαμε, για έναν παρατηρητή. Ένας λάκκος με στερεότυπα εμφανίζεται μπροστά μας. Κενολογίες και τσιτάτα που ούτε σε σχολική έκθεση δεν θα περνούσαν με άριστα, αν και θα περνούσαν εν τέλει. Κακό πράγμα ο πόλεμος. Να ένα τσιτάτο.

Για διάφορους λόγους το Σαράγεβο είναι ένα συγκλονιστικό ανάγνωσμα, ποικίλων προσεγγίσεων, ακόμα μια αποθέωση της γκρίζας ζώνης, της πραγματικής ζωής πέρα από ασταθή ζεύγη μοναδικών αντιθέτων. Κακό πράγμα ο πόλεμος, καλό πράγμα η ειρήνη. Ωστόσο, ειρήνη προηγείται του πολέμου, άρα;

Δεν ήμουν σίγουρος πως/πώς θα έγραφα το παρόν κείμενο, ακόμα και όταν άνοιξα το πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου. Ένιωθα πως θα βούλιαζα στα τσιτάτα και στον βούρκο μηδενικής όρασης τριάντα και πλέον χρόνια μετά από τότε πολλά χιλιόμετρα μακριά από εκεί, ίσως και να συνέβη παρά την όποια επιφυλακή. Αν θα έπρεπε να προσκομίσω έναν λόγο για το κείμενο αυτό, πέρα από εκείνο της ολοκλήρωσης της ανάγνωσης, αυτός θα ήταν το άβολο συναίσθημα της απολαυστικής ανάγνωσης σε ευθεία σύγκρουση με το περιεχόμενο. Αυτό είναι κάτι που με απασχολεί. Σε ένα πρώτο επίπεδο σχετικά με την ανάγνωση, σε ένα δεύτερο σε μια αιώρηση σχετικά με τις συγγραφικές προθέσεις. Δεν νιώθω εξοπλισμένος πλήρως απέναντι στον κίνδυνο που παραπάνω εξέθεσα, να πω: τυχερός κάποιος να έχει ένα τέτοιο βίωμα ως υλικό γραφής. Για να νιώσω μαλάκας, λίγο μετά.

υγ. Για την Καταστροφή του Νόσσακ περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Ηλίας Διάμεσης, Σπύρος Κουρόυκλης
Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Η Στρατηγική του Πεκινουά - Alexis Ravelo

Το '24, ανάμεσα σε άλλα, διάβασα για πρώτη φορά κάποιο βιβλίο του Αλέξις Ραβέλο, συγκεκριμένα το Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση, που γεννήθηκε το 1971 στις Κανάριες Νήσους και πέθανε εκεί το 2023, πριν συμπληρώσει το τεσσαρακοστό δεύτερο έτος της σύντομης ζωής του, αφήνοντας πίσω του πλούσιο έργο ωστόσο, που ειδολογικά, στη μεγάλη του πλειοψηφία ανήκει στην ευρύτερη κατηγορία της αστυνομικής λογοτεχνίας. Και εκείνη η ανάγνωση αποδείχτηκε μια τεράστια απόλαυση σε μια πίστα από την οποία δεν προσδοκώ μεγάλες συγκινήσεις και απρόσμενες εκπλήξεις, εκείνη της νουάρ λογοτεχνίας, που την αγαπώ γιατί μου καλύπτει δεδομένες αναγνωστικές ανάγκες, αλλά δεν είμαι αυτό που κάποιος θα αποκαλούσε φανατικός θαυμαστής. Το σημείωσα το όνομά του, προς μελλοντική χρήση.

Και μια δύσκολη, πιεσμένη περίοδο, που υστερούσε σε χρόνο και φυσική κατάσταση, τράβηξα από το ράφι το Η Στρατηγική του Πεκινουά. Διαστολή του χρόνου και περαιτέρω επιδείνωση της φυσικής κατάστασης, αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ανάγνωση αυτή, παρότι ο παράδοξα γοητευτικός και αρκούντως αντιηρωικός Ελάδιο Μονρόι απουσίαζε από τον κεντρικό ρόλο.

Το λογοτεχνικό μετερίζι που υπηρετεί ο Ραβέλο, περισσότερο ίσως από κάθε άλλο, διέπεται από συγκεκριμένες ειδολογικές αρχές. Αυτό το χαρακτηριστικό σε αρκετές περιπτώσεις αποδεικνύεται ασφυκτικό, οι συγγραφείς επιχειρούν να ανακατέψουν την τράπουλα, ποντάροντας συνήθως σε κάποιο εύρημα πρωτότυπο, μια ανατροπή μη αναμενόμενη, ελπίζοντας να εντυπωσιάσουν και να αποδειχτούν καινοτόμοι. Όμως, όπως συμβαίνει στο σύνολο της λογοτεχνίας, οι περισσότερες, αν όχι όλες, οι ιστορίες έχουν ειπωθεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η άγρα εντυπωσιασμού επιστρέφει συχνά ως μπούμερανγκ και επιφέρει καίριο πλήγμα στη συνολική κατασκευή, που εξ αρχής οικοδομήθηκε με συγκεκριμένο, μη λογοτεχνικό, στόχο. Η διάκριση της λογοτεχνίας σε υποείδη είναι μια κατηγοριοποίηση που συμβαίνει για πλείστους λόγους, ωστόσο δεν αναιρεί την υπακοή στους βασικούς κανόνες της γραφής.

Δεν είναι δύσκολο ή παράτολμο να διακρίνει κανείς στον Ραβέλο έναν φανατικό της νουάρ/αστυνομικής λογοτεχνίας. Η γνώση του πεδίου είναι ένα σημαντικό, αναγκαίο χαρακτηριστικό, στο οποίο, ωστόσο, οφείλει να προστεθεί η συγγραφική ικανότητα, το γεγονός πως κάποιος διαβάζει λογοτεχνία δεν σημαίνει αυτόματα πως μπορεί και να γράψει, κλισέ το ξέρω, αλλά νιώθω την ανάγκη να το γράψω. Και στα δύο μυθιστορήματά του, ο τόπος παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι Κανάριες Νήσοι, νησιωτικό σύμπλεγμα στον Ατλαντικό Ωκεανό, ισπανικό έδαφος τεράστιας γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής σημασίας, απόρροια της περιόδου της αυτοκρατορίας, συνυφασμένο σήμερα με τον τουρισμό, λόγω του εξωτικού χαρακτήρα του και των σταθερών κλιματολογικών συνθηκών καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, δύσκολα, για κάποιον που τις επισκέπτεται ως ταξιδιώτης ή τις παρατηρεί από την ηπειρωτική Ευρώπη, θα μπορούσαν να θεωρηθούν πρόσφορο έδαφος για μια σκοτεινή και σκληρή ιστορία. 

Ο Ραβέλο, γέννημα θρέμμα του νησιού, γνωρίζει από πρώτο χέρι τη σκιά πίσω από τη λάμψη των τουριστικών καταλυμάτων, το παράνομο εμπόριο, τις μεταναστευτικές ροές, το ξέπλυμα χρήματος, την προστασία, τα τεράστια χρηματικά ποσά τα οποία διακινούνται σε αυτή τη σταγόνα γης. Έτσι, έχουμε δύο αρετές ευδιάκριτες, από τη μια η γνώση του πεδίου και η ικανότητα στην κατασκευή ιστοριών, από την άλλη τη χρήση του τόπου, που είναι συνυφασμένη με την αστυνομική λογοτεχνία, κυρίως το αστικό τοπίο, οι δύσκολες πλευρές του πολύβουου κέντρου και τα ακριβά μα έρημα προάστια. Ο συγγραφέας ωστόσο δεν επιθυμεί να γράψει έναν τουριστικό ή αντιτουριστικό οδηγό του νησιού, αλλά χρησιμοποιεί τον τόπο ως ένα ρεαλιστικό σκηνικό, δεν πέφτει έτσι στην παγίδα του εξωτισμού.

Λίγα λόγια για την υπόθεση θα βοηθούσαν: ο Ρούμπιο και η Κόρα, δύο φτωχοδιάβολοι που έχουν κουραστεί να πασχίζουν στο όριο του νόμου για την επιβίωση, αποφασίζουν να ρισκάρουν και να τα βάλουν με τα μεγάλα κεφάλια του οργανωμένου εγκλήματος, να ρίξουν μια τελευταία, καλή ζαριά που αν τους βγει θα τους επιτρέψει να κάνουν μια επανεκκίνηση.

Ο Ραβέλο δεν ποντάρει το σύνολο από τις μάρκες του στις ανατροπές και στην εξεζητημένη ιστορία, χωρίς αυτό να σημαίνει πως τα παραμελεί. Σχηματίζει ικανοποιητικά τους χαρακτήρες του, έτσι ώστε η επιθυμία και το κίνητρο του καθενός να μην ξενίζει, σκιαγραφεί το σκηνικό, αφήνοντας στον ωκεανό την απομόνωση του τόπου, δουλεύει καλά τις γύρω τριγύρω λεπτομέρειες, αναγκαίες για την κυρίως πλοκή, γράφει ένα καλό βιβλίο εντός των ειδολογικών περιορισμών, με γνώση και επιτέλεση των συγγραφικών προθέσεων, στον ρεαλισμό προσθέτει και το απαραίτητο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, προσφέροντας έτσι ένα απολαυστικό μυθιστόρημα, δύσκολο να το αφήσει από τα χέρια του ο αναγνώστης, ατμοσφαιρικό αλλά όχι με τρόπο βεβιασμένο, μια καλή ιστορία στο σύνολό της, με το κακό και το σκοτάδι να κυριαρχούν, χωρίς να επιβάλλονται.

Παρότι ο Ραβέλο κινείται εντός του είδους, το μυθιστόρημα αυτό δεν απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο στους λάτρεις, και αυτό είναι, στα μάτια μου, μια επιπλέον επιτυχία. Ένα απολαυστικό νουάρ μυθιστόρημα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για το Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για λογοτεχνία από τα Κανάρια Νησιά μπορείτε να τσεκάρετε τον έξοχο Σουπερόσαυρο εδώ, και το γλυκύτατο παρά την όποια σκληρότητά του Η κοιλιά του Γαϊδάρου εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή - Joan Didion

(Η χρονιά της μαγικής σκέψης, για χρόνια εξαντλημένη κυκλοφορεί ξανά σε νέα μετάφραση, να μια καλή αφορμή για το κείμενο αυτό.) 

Τέσσερα χρόνια πριν, διάβασα ένα βιβλίο που έμελλε να αποδειχτεί καθοριστικό στον μηχανισμό της μνήμης, που, άγνωστο τις περισσότερες φορές πώς, επιτρέπει σε μια παλιά μυρωδιά να αναδυθεί και να καταλάβει τον χώρο, κάτι σαν την προυστική μαντλέν, το βιβλίο αυτό ήταν το αυτοφροντιστικό ή αυτοβοηθητικό Η χρονιά της μαγικής σκέψης, εκεί όπου η Ντιντιόν αφηγείται τον πρώτο χρόνο μετά την απώλεια του συζύγου της, βιβλίο που δυστυχώς δεν διαβάστηκε όσο του αναλογούσε και πλέον είναι εξαντλημένο. Η εγγύτητα και η διαχείριση του πένθους που ο θάνατος εγείρει, η ανάγνωση ως επαφή με την ανθρώπινη εμπειρία, η διαπλάτυνση μέσω της χαρτογράφησης των ποικίλων ατομικών οδών, η σύνθεση ενός περίπλοκου και χαοτικού οδικού χάρτη. Δεν ξέρω αν σχετίζεται με τη βάδιση στη μέση ηλικία αλλά τον τελευταίο αρκετό καιρό υποκύπτω σε αυτό το φλερτ, μια επιθυμία για κάτι ακόμα του ενός ή της άλλης συγγραφέα γεννιέται, βρίσκομαι να ψάχνω βαθιά στα ράφια, στην καλύτερη περίπτωση, ή στα άδυτα της επικράτειας των μεταχειρισμένων.

Τελευταία φορά που συνειδητά «επέστρεψα» σε εκείνο το βιβλίο ήταν όταν μια κοπέλα, που πρόσφατα έχασε τον πατέρα της, μου το ζήτησε στο βιβλιοπωλείο, ένα κοινό εμβαδό απλώθηκε αναμεταξύ μας, το δικό της βίωμα και η δική μου ανάγνωση, σχεδόν απολογητικά της είπα πως το βιβλίο δεν κυκλοφορεί πια, η εισαγωγή του πρωτότυπου θα απαιτούσε πάνω από ένα μήνα, ας το αφήσουμε, θα δω τι θα κάνω, είπε, και εγώ πίστεψα πως άκουσα μια ελπίδα, σ' ένα μήνα ίσως να είναι αργά, πίστη που αρχικά προσημοποιήθηκε με συν, θα είμαι καλά, αργότερα με πλην, δεν έχω έναν μήνα, έμεινε να αιωρείται αμφίσημη εν τέλει. Εκείνη έφυγε και εγώ, αφού πρώτα αναρωτήθηκα σε ποιο να χάρισα το βιβλίο αυτό έχοντας την ανάγκη να νιώσω πως μια σύντομη ανάκτηση θα ήταν εφικτή, όμως δεν τα κατάφερα, έμεινα να αναζητώ κάποιο άλλο δικό της βιβλίο, ο,τι πιο κοντινό δηλαδή στην ικανοποίηση της πρόσφατης —ξαφνικής και αναπάντεχης, καθηλωτικής— ανάγκης μου. Το 1985, σε μετάφραση Έλλης Μαρμαράς και από τις εκδόσεις Οδυσσέας, κυκλοφόρησε το Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή. Ήμουν δύο ετών τότε.

Δεν ήταν με λίγα φορτωμένη η ανάγνωση αυτή παρότι δεν ήξερα τίποτα για το βιβλίο αυτό. Ένας φλου ορίζοντας προσδοκιών αναπτύχθηκε καθώς η ανάγκη για την αναβίωση ενός γνώριμου συναισθήματος κατά την ανάγνωση κυριαρχούσε.

«Μάρτυράς της εγώ. Αυτό θα μεταφραζόταν seré su testigo, και δε θα το βρείτε στο ταξιδιωτικό σας βιβλιαράκι με τους χρήσιμους διαλόγους γιατί δεν πρόκειται για πρόταση χρήσιμη στο φρόνιμο ταξιδιώτη.

Να τι έγινε: άφησε έναν άντρα, άφησε κι ένα δεύτερο. Ταξίδεψε πάλι με τον πρώτο· τον άφησε να πεθάνει μόνος. Έχασε ένα παιδί από την "ιστορία" και ένα άλλο από επιπλοκές (μεταφέρω της εκτιμήσεις άλλων), φαντάστηκε πως θα ήταν ικανή να απαλλαγεί απ' αυτές της τις αποσκευές και ήρθε στην Μπόκα Γκράντε, για τουρισμό. Una turista. Έτσι είπε. Στην πραγματικότητα ήρθε περισσότερο ως προσωρινή κάτοικος παρά ως τουρίστρια, αλλά δεν έκανε αυτή τη διάκριση.

Δεν έκανε όσες διακρίσεις χρειάζονταν. Έζησε τη ζωή της σαν την ονειρευόταν. Πέθανε ελπίζοντας. Εν περιλήψει. Τη μάθατε λοιπόν την ιστορία».

Σκέφτομαι συχνά πως μια καλή περιγραφή του μυθιστορήματος, αλλά και του γιατί μας αρέσει να τα διαβάζουμε, είναι πως πρόκειται για την αφήγηση μιας ιστορίας που θα μπορούσε να δοθεί σε ελάχιστες γραμμές και όμως ο συγγραφέας την απλώνει σε σελίδες επί σελίδων και εμείς συχνά δεν θέλουμε να τελειώσει, όχι ακόμα τουλάχιστον. Και αν η ανυπομονησία χαρακτηρίζει τους μη πιστούς, δεν είναι το αντίθετό της, αλλά το μάγεμα, εκείνο που παρασύρει τους πιστούς, που δεν παύουν να γυρεύουν την επόμενη ιστορία, όπως κάποτε καθισμένοι γύρω από τη φωτιά, κάτω από τον έναστρο ουρανό. Η Ντιντιόν, μέσω της αφηγήτριας της, Γκρέις Στράσερ-Μεντάνα, μιας ανθρωπολόγου που παρότι έχει πια χάσει την πίστη της στην ίδια της τη μέθοδο ταξιδεύει συχνά ανά τον κόσμο, μοιάζει να δίνει τη δυνατότητα στον βιαστικό αναγνώστη να ικανοποιηθεί πως έμαθε και αυτή την ιστορία, με το ελάχιστο ενδιάμεσα στη γέννηση και τον θάνατο, τώρα μπορεί να αποχωρήσει όπως ο τουρίστας που επισκέφθηκε με οργανωμένη εκδρομή ένα εξωτικό μέρος και τώρα δεν σταματά να αφηγείται με ύφος ταξιδιώτη τις εμπειρίες του, έχοντας χώσει την πινέζα στον χάρτη, τσέκ, τα ξέρει όλα πια.

Η Μπόκα Γκράντε, το Μεγάλο Στόμα, είναι η πρωτεύουσα μιας φανταστικής κεντροαμερικανικής χώρας, εκεί που ταξίδεψε η Σάρλοτ, ένα επεισόδιο σε εκείνη τη ζωή που η ίδια αντιμετώπιζε ως μια ιστορία παρατεταμένου πάθους, γνωρίστηκε και συνδέθηκε με διάφορους Βορειοαμερικανούς, ο καθένας εκεί για δικό του λόγο, είμαστε στη δεκαετία του '70, οι Ηνωμένες Πολιτείες πότε λιγότερο και πότε περισσότερο πατάνε το πόδι τους στα νότια, μπλέκονται με την πολιτική, ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις, στήνουν και υποστηρίζουν πραξικοπήματα, απομυζούν φυσικούς πόρους, έχουν στα χέρια τους το πολύτιμο διαβατήριο που θα τους επιτρέψει να πάρουν το τελευταίο αεροπλάνο πριν η κατάσταση βγει εκτός του ελέγχου τους.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες αντιλήφθηκα πως το Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή ετοιμαζόταν να πάρει τη θέση του σε μια ειδική κατηγορία αναγνωστικού ενδιαφέροντος, εκεί όπου στέκουν στην κορυφή ο Μπόουλς, ο Γκριν και ο Λόουρυ, γεννημένοι όλοι τους στις αρχές του περασμένου αιώνα, που στο επίκεντρο της λογοτεχνίας τους στέκει αυτό το ιδιότυπο ταξιδιωτικό-μεταποικιακό είδος λογοτεχνικής γραφής, λευκοί που βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά από τις πατρίδες τους, ταξιδιώτες από απόλαυση ή επαγγελματική υποχρέωση, με ευγενείς ή οχί προθέσεις, αποτελούν έμμεσα ή άμεσα το μακρύ χέρι των ισχυρών χωρών σε εκείνα τα εξωτικά μέρη, εξωτικά για να μην πουν υπανάπτυκτα, ενώ οι αποικίες σιγά σιγά παραδίνονται, ποικίλως πώς, στους αυτόχθονες, η εκμετάλλευση αλλάζει πρόσωπο, η πολιτική γίνεται πια αλλιώς, τουλάχιστον έτσι μοιάζει.

Η έννοια του ξένου, του ταξιδευτή που στις αποσκευές του μεταφέρει πράγματα ανοίκεια για τον τόπο, τις δικές του ιδέες και απόψεις, τον τρόπο να ζει, ανάμεσα σε τόσα άλλα, και βρίσκεται σε εκείνα τα μέρη, συγχρωτίζεται κυρίως με ομοίους του, φέρει διαρκώς και εμφανώς ένα προνόμιο που κατά τη δεδομένη περίοδο έχει ισχύ, γίνεται δεκτός από φόβο ή φιλοδοξία χρήματος, με όρους ιδιότυπου κατακτητή, υποτέλεια και αντάρτικο, τα μάτια των ντόπιων, έστω και φαινομενικά χαμηλωμένα, πάντα στραμμένα στον ξένο. Και η λογοτεχνία αυτή, όχι πρόδηλα και αποκλειστικά πολιτική, αναδεικνύει κάτι νέο, που η παλιά λογοτεχνία δεν το έκανε, εγείρει, θέλω να πω, την αμφιβολία σε σχέση με την παλιότερη βεβαιότητα για το πώς είναι και (πρέπει να) λειτουργεί ο κόσμος έξω και πέρα από τα σύνορα της δικής μας πραγματικότητας. Τα πρόσωπα διαλύονται μέσα σε αυτό το άγνωστο περιβάλλον, βυθίζονται στην εκεί συνθήκη, απολύουν τις βεβαιότητες και τις σταθερές τους, οι οποίες τίθενται εν αμφιβόλω, ακόμα και όχι σε συνειδητό επίπεδο, η πολυσημία και η συνθετότητα του κόσμου απλώνεται μπροστά τους.

Το Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή αποδεικνύεται πειστικό σε κάτι που θα μπορούσε η συγγραφέας του να αποδειχτεί πειστική και αυτό έχει να κάνει με τη ματιά του ξένου, με τη συνθήκη της παρουσίας μακριά από το γνώριμο, έγκαιρα και φαινομενικά αποκωδικοποιημένο κόσμο, πειστικό για αυτό το βύθισμα στη νέα συνθήκη. Αυτός είναι ένας κόσμος υπό εξαφάνιση, τώρα πια η αποεξωτικοποίηση είναι σε πλήρη ανάπτυξη, κάθε γωνιά έχει πατηθεί και γίνει προσβάσιμη στην κίνηση του τουρισμού και της επιχειρηματικότητας, οι κώδικες γίνονται ολοένα και πιο κοινοί, η φούσκα στην οποία θα τοποθετηθεί ο κάθε επόμενος εκπατρισμένος αποδεικνύεται ολοένα και πιο ασφαλής στη διάρρηξή της, τώρα πια ούτε τα προσχήματα τηρούνται, πηγαίνουμε για να επιβάλλουμε, να δείξουμε, να τους πάρουμε μέτρα για το βεστιάριο της ομοιομορφίας.

Ο αφηγηματικός τρόπος της Ντιντιόν, η κατακερματισμένη χρονικά αφήγηση, τα διάφορα επεισόδια που διαπλέκονται, η προγραμματική σύγχυση που αποτυπώνει καθοριστικά το πώς η αφηγήτρια με τον καιρό περισυνέλλεξε αλλά και φαντάστηκε, γεμίζοντας τα όποια κενά, κατασκευάζοντας την ιδιότυπη αυτή βιογραφία, που, χωρίς φωνές και φανφάρες, είναι σαφέστατα πολιτική, σύγχρονη της εποχής και της κατάστασης που επικρατούσε τότε στον διαιρεμένο κόσμο αποτελούμενο από υπερδυνάμεις και μάχη για διαπλάτυνση των ζωνών επιρροής, ένας κόσμος ακόμα ευμετάβλητος και άρα ανοιχτός στην ελπίδα για κάτι καλύτερο. 

Τι και αν κάτι άλλο φαινομενικά γύρευα στην ανάγνωση, το απόλαυσα το βιβλίο αυτό, η εξ αρχής κατάρρευση του ορίζοντα προσδοκιών και η ανάδειξη ενός νέου εντελώς διαφορετικού ήταν κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη.

υγ. Λίγο namedropping: Για το Η χρονιά της μαγικής σκέψης εδώ, για το Ψηλά πάνω από τον κόσμο εδώ, για το Κάτω από το ηφαίστειο εδώ και για τους Θεατρίνους εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Έλλη Μαρμαρά
Εκδόσεις Οδυσσέας 

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

American darling - Russell Banks

(αύριο κυκλοφορεί Το μαγικό βασίλειο του σπουδαίου Ράσελ Μπανκς, πέρυσι το καλοκαίρι διάβασα το εξαντλημένο δυστυχώς American darling, να μια ευκαιρία να ανεβεί αυτό το κείμενο) 

Επιστροφή στο νησί, δύο χρόνια μετά, στο φιλόξενο σπίτι. Μια από τις τελετουργίες η επανεξέταση της βιβλιοθήκης, τι προστέθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, πώς αναδιαμορφώθηκε, τι θα δανειζόμουν, πόσο άλλαξα από την τελευταία φορά, οι βιβλιοθήκες είναι καθρέφτης. Τον Ράσελ Μπανκς τον γνώρισα αργά, ο Κ. είχε επιμείνει να διαβάσω Το γλυκό πεπρωμένο, τον ευγνωμονώ συχνά πυκνά (και) γι' αυτό. Το Oh, Canada ήταν ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα πέρυσι. Στη θέα του American darling δεν αντιστάθηκα, ήταν πρωί, το προηγούμενο βράδυ είχα τελειώσει τα υπέροχα Φωτεινά μονοπάτια της σπουδαίας Μάργκαρετ Ντραμπλ, γύρευα επόμενο βιβλίο, το είχα βρει, βγήκα στο μπαλκόνι.

Μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση ποταμός, μια τεράστια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος, χρωστούμενα που ζητάνε την ικανοποίησή τους, κομμάτια που σιγά σιγά ενώνονται για να δώσουν μια πλήρη εικόνα της ζωής της Χάνα Μάσγκρεϊβ, που πλέον διευθύνει μια μεγάλη φάρμα πίσω στην αμερικανική επαρχία μετά από χρόνια που έζησε στη Λιβερία, ένας απολογισμός ζωής.

Ένας τέτοιος απολογισμός ελάχιστη αιτιοκρατία μπορεί να προσφέρει, μια άναρχη διαδοχή γεγονότων και καταστάσεων, εκεί που στην ιστορία ενός μικρού αφρικανικού κράτους διακλαδώνεται η ατομική ιστορία μιας Αμερικάνας, που βρέθηκε στην Αφρική εγκαταλείποντας τη χώρα της στην οποία ήταν καταζητούμενη λόγω της πολιτικής της δράσης, γόνος μιας εύπορης οικογένειας με πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση σε μια περίοδο που το καζάνι έβραζε, που ένα καλύτερο αύριο ήταν υπό διεκδίκηση, όταν ακόμα η παρτίδα ήταν ανοιχτή σε όλα τα αποτελέσματα, εκείνη άλλαξε όνομα, απέκτησε διαβατήριο, διέφυγε στην Αφρική, πέρασε τα σύνορα της Λιβερίας, γνώρισε, ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια με έναν υπουργό του τότε αμερικανόφιλου δικτάτορα, είδε τα κόζια να αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη ζωή της εκεί, για να επιστρέψει ξανά εκεί από όπου έφυγε, κάποιες στιγμές ο προσανατολισμός απολύεται. Και ανάμεσα σε όλα, σε περίοπτη θέση οι χιμπατζήδες, οι ονειρευτές όπως εκείνη τους αποκαλούσε.

Φιλόδοξο και χορταστικό, να μια συνοπτική αποτίμηση. Είναι το τρίτο βιβλίο του Μπανκς που διαβάζω, το πλέον φιλόδοξο όλων, το πλέον μαξιμαλιστικό, το πλέον σύνθετο στην κατασκευή, τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς τη μορφή. Μια ιστορία μυθοπλασίας που αποτελείται από κομμάτια πραγματικότητας, το αληθοφανές ως προσδιορισμός δεν είναι αρκετός, εδώ έγκειται ο συγκλονισμός της πλοκής, όχι στη φαντασία του συγγραφέα, αλλά στον τρόπο σύνθεσης διάφορων υποϊστοριών, πραγματικών συμβάντων, ώστε να παραχθεί μυθοπλασία, λογοτεχνία υψηλής στάθμης και όχι απλώς ένα άλμπουμ από διαφάνειες της αφρικανικής ιστορίας, της νέας μορφής της αποικιοκρατίας μετά τη φαινομενική λήξη της με την ανεξαρτητοποίηση χωρών όπως η Λιβερία.

Και για να λειτουργήσει όλος αυτός ο μηχανισμός σύνθεσης η Χάνα, ως κυρίως πρόσωπο της πλοκής, αλλά ταυτόχρονα και αφηγηματικό υποκείμενο, οφείλει να είναι πειστική, πειστικός και ο τρόπος με τον οποίο το σώμα της μεταποιήθηκε κάτω από την πίεση της ιστορίας, των συμβάντων και των γεγονότων που ξεπερνούν το ανθρώπινο, η βαριά μπότα που αδιαφορεί για το πού πατάει, τα όρια που ξεπέρασε χωρίς να ξέρει πώς, είπαμε, εδώ η αιτιοκρατία αδυνατεί να ανταποκριθεί. Και ο Μπανκς, άψογα, κατασκευάζει τη Χάνα με κατάλληλες δόσεις ποικιλομορφίας, μια σύνθεση από ζεύγη αντιθέτων, μια αντίστιξη ανθρώπινη ακόμα και σε καταστάσεις μη ανθρώπινες, ένα πρόσωπο τσαλακωμένο αλλά ζωντανό που στο τέλος της διαδρομής αναθυμάται και ανασυνθέτει το μονοπάτι, απίστευτο πώς, έφτασε ως εδώ, χωρίς να χάνει το μέγεθος που αναλογεί στο ανθρώπινο, χωρίς να υπερβαίνει την ιστορία, χωρίς να την ελέγχει, χωρίς να την κατανοεί πλήρως, χωρίς να νιώθει ηρωικά, χωρίς την ανάγκη να απολογηθεί ή να διδάξει, απλά να ανασυνθέσει, αυτή η ανάγκη της είναι που προσδίδει την πειστικότητα, παρέα με την άγνοια, την τυχαιότητα, τις τύψεις, την παραδοχή πως κυρίως ακολούθησε τη ροή των γεγονότων, την ανάγκη για ύπαρξη δρόμων μονής και υποχρεωτικής κατεύθυνσης, το μέγεθός της, το ελάχιστο αποτύπωμα στην ιστορία, ένας αδιάφορος παραπόταμος.

Παρότι το εγώ κυριαρχεί αφηγηματικά, παρότι η Χάνα είναι διαρκώς παρούσα στην αφήγηση, δεν υπερβαίνει την ιστορία, είναι ένα απλό πιόνι, ασχέτως αν διατηρήθηκε σε μεγάλο μέρος της παρτίδας στο ταμπλό, ασχέτως αν φαινομενικά κάποιες στιγμές οι κινήσεις της έμοιαζαν να είναι σημαντικές για την κατάληξη, δεν ήταν. Σκέφτομαι πως σε ένας αντίστοιχης θεματικής μυθιστόρημα, χαμηλής στάθμης, η Χάνα θα υπερέβαινε την ιστορία, είναι σαν να διαβάζω το οπισθόφυλλο: μια απλή γυναίκα που υπερέβη την ιστορία· έτσι θα έλεγε ο κειμενογράφος και έτσι θα ήταν, αλλά αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα μια κακή λογοτεχνία, απόπειρα εντυπωσιασμού, ακόμα και αν επρόκειτο για αληθινή ιστορία, για πραγματικό πρόσωπο, ακόμα και έτσι θα ήταν κίβδηλο και διόλου πειστικό. Άλλωστε, αν επιχειρήσει κανείς να κατατάξει ειδολογικά το American darling, αναπόφευκτα θα το κατέτασσε στο ιστορικό μυθιστόρημα, λογοτεχνικό είδος που πάσχει από διάφορες παθογένειες εν γένει, υβρίδιο καθώς είναι, μια απόπειρα μίξης, διαδεδομένη δυσανάλογα με τη δυσκολία στην υλοποίηση.

Ταυτόχρονα, και ευφυώς, ωστόσο, ο Μπανκς αναμειγνύοντας το ατομικό στο συλλογικό, καταφέρνει να δώσει τη μεγάλη εικόνα υπό το πρίσμα της ατομικής εμπλοκής, η Χάνα ως υποκείμενο και η Χάνα ως παρατηρήτρια, προσφέροντας έτσι μια προσομοίωση του μεγέθους, ασύλληπτου κατά τα άλλα, παρά μόνο με όχημα την ατομική ιστορία μέσα στο πυκνό κυκλοφορικό σύστημα. Θα ήταν αφελές και μειωτικό κάποιος αναγνώστης-κριτικός να ισχυριστεί πως ο Μπανκς καταφέρνει να αποδώσει με ακρίβεια την πρόσφατη ιστορία της Λιβερίας, κάτι τέτοιο θα ήταν ενάντιο στη συγγραφική πρόθεση, μια προσομοίωση μόνο θα μπορούσε να είναι και αυτό είναι, ένα εμβαδό στο οποίο μπόρεσε να στήσει μια σύνθετη, σε μέτρα ανθρώπινα ωστόσο, πλοκή, τη ζωή της Χάνα, μια σύνθεση που όσο σύνθετη και να μοιάζει, δεν είναι παρά μια απλοποιημένη υποεκδοχή της μεγάλης εικόνας, μια παράδοξη και ιδιότυπη δήλωση άγνοιας, μια παραδοχή του πεπερασμένου της ατομικής αντίληψης ακόμα και από ένα τέτοιο λογοτεχνικό μυαλό, όπως αυτό του Μπανκς.

Όπως, επίσης, μειωτικό θα ήταν να ισχυριστεί κάποιος πως το μυθιστόρημα είναι ένα κατηγορώ απέναντι στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, μειωτικό γιατί θα ήταν απλοϊκό και προφανές, ένα στρατευμένο μυθιστόρημα που θα αναδείκνυε τον βρώμικο ρόλο της υπερδύναμης, ο Μπανκς διαθέτει και πετυχαίνει μεγαλύτερη φιλοδοξία από το απλοϊκό και προφανές, εδώ, είπαμε, έχουμε να κάνουμε με λογοτεχνία από το ψηλό ράφι.

Χορταστικό και φιλόδοξο, κατά διαστήματα φρικώδες αλλά καθηλωτικό, το American darling δύσκολα μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, δυστυχώς εξαντλημένο, γαμώτο.

υγ. Προηγήθηκαν: Το γλυκό πεπρωμένο (εδώ) και το Oh, Canada (εδώ).
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Τάκης Κιρκής
Εκδόσεις Πόλις

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Τασμανία - Paolo Giordano

Τα τελευταία χρόνια η ιταλική λογοτεχνία, εκείνη τουλάχιστον που φτάνει στα χέρια μας μεταφρασμένη στα ελληνικά, γνωρίζει σπουδαία άνθιση, κερδίζοντας ολοένα και μεγαλύτερο αναγνωστικό κοινό. Η γεωγραφική εγγύτητα, η συγγενής κουλτούρα, η αλλεπάλληλη διαδοχή περιόδων ανάπτυξης και ύφεσης, η βαριά σκιά του παρελθόντος, μια νέα γενιά, γύρω στα σαράντα σήμερα, πιο εξωστρεφής, όλα αυτά, μεταξύ άλλων, συνθέτουν ένα κοινό εμβαδό λογοτεχνικής συνδιαλλαγής.

Στο βιβλίο του Τζορντάνο αρχικά με τράβηξε η εξωτικότητα του τίτλου, Τασμανία, ακαριαία φαντάστηκα έναν προορισμό διακοπών γεμάτων από ανοίκεια περιπέτεια, το οπισθόφυλλο ήρθε ωστόσο να θέσει τα όρια της απομάγευσης, επισημαίνοντας πως η Τασμανία θα ήταν, σε περίπτωση συντέλειας, ένας προορισμός καταφυγής από τον όλεθρο, γιατί, ας μη γελιόμαστε, η σκέψη της συντέλειας, του ολέθρου, του τέλους του κόσμου, κερδίζει ολοένα έδαφος, η αναζήτηση ενός καταφυγίου, επίσης, ποτέ άλλοτε η ανθρωπότητα δεν συζητούσε ως ενδεχόμενο τον αφανισμό της για τον έναν ή τον άλλο λόγο.

Ο Τζορντάνο, πρωτοπρόσωπος αφηγητής, λίγο μετά τα σαράντα, συνεργάζεται με μια εφημερίδα, στέλνοντας διάφορα κείμενα υπό το πρίσμα των σπουδών του στη φυσική, τη στιγμή που τα τελευταία χρόνια δουλεύει πάνω στην ιδέα της συγγραφής ενός βιβλίου για την ατομική βόμβα και τους επιζώντες στη Χιροσίμα, γυρεύοντας τι το νέο μια τέτοια αφήγηση έχει να φέρει, όχι με ιδιαίτερη επιτυχία είναι η αλήθεια. Η αφήγηση ξεκινά όταν επισκέπτεται το Παρίσι λίγες μόνο μέρες μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Μπατακλάν, τον Νοέμβριο του 2015.

Το Τασμανία ανήκει στο αυτομυθοπλαστικό κόρπους, που τόσο συχνά συναντάμε στις μέρες μας. Και σε κάθε μόδα, έτσι και στην περίπτωση της αυτομυθοπλασίας, λίγα είναι τα βιβλία που ξεχωρίζουν. Η πρόζα και η αφηγηματική άνεση του Τζορντάνο είναι δύο τεχνικά χαρακτηριστικά που όντως καθιστούν το βιβλίο λογοτεχνικά άρτιο, αυτό ωστόσο από μόνο του δεν είναι αρκετό, υπάρχουν πολλά άρτια βιβλία άλλωστε, που περιορίζονται σε αυτό. Το σημαντικότερο ίσως διακύβευμα στην αυτομυθοπλασία είναι ο τρόπος χρήσης του εαυτού. Και σε αυτό ο Τζορντάνο ανταποκρίνεται παραπάνω από ικανοποιητικά. Ο Τζορντάνο, ως αφηγηματικό υποκείμενο, δεν συμπεριφέρεται σαν ο κόσμος να γυρίζει γύρω από αυτόν, όπως θα συνέβαινε σε ένα κακό δείγμα λογοτεχνίας, όχι απαραίτητα αποκλειστικά και μόνο του υποείδους της αυτομυθοπλασίας· η περιβόητη ιδιωτεία στην τέχνη.

Ο αφηγητής θα μπορούσε να είναι ένας ουελμπεκικός μη-ήρωας, τα στοιχεία ταυτότητας, λευκός, δυτικός, λίγο μετά τα σαράντα, επαγγελματικά επιτυχημένος αλλά ανικανοποίητος, με ένα κάποιο προνόμιο αλλά αδυναμία πλήρους χρήσης του, ενώ και ο χαρακτήρας του, αρκετά σκεπτικιστής και καχύποπτος απέναντι στην όποια άκριτη αισιοδοξία, σε διαρκή διαμάχη και χαμένος γύρω από το νόημα της ζωής και την ευτυχία ως πιθανότητα. Ίσως, αυτό που τον διαχωρίζει να είναι ως ένα βαθμό ο φόβος ή για να το θέσω με μεγαλύτερη ακρίβεια η ανάγκη του να εναποθέσει κάπου τις ελπίδες του, έστω σε κάποιον ειδικό που θα μοιραστεί μαζί του το κατάλληλο μέρος καταφυγής μετά τη συντέλεια, ένα ένστικτο επιβίωσης το οποίο ο Ουελμπέκ μοιάζει να αρνείται στους χαρακτήρες του.

Το πλέον αυθεντικό, κατά τη γνώμη μου, στοιχείο της αφήγησης είναι η αμηχανία απέναντι σε ένα ισχυρό ενδεχόμενο συντέλειας, αυτή η διαρκής εναλλαγή ανάμεσα στο κράτημα και το άφημα, ανάμεσα στο πάγωμα και την κατάστρωση σχεδίων για το μέλλον, αυτή η αμηχανία μοιάζει να είναι το συνεκτικό υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο το βιβλίο αυτό, η αλήθεια του, αν προτιμάτε, το κοινό εμβαδόν με τον αναγνώστη, πέρα από τα πιο συγκεκριμένα και διακριτά χαρακτηριστικά. Και αυτή η αμηχανία, έχοντας αναφερθεί παραπάνω στο διακύβευμα της μη ιδιωτείας, είναι που καθιστά τη λογοτεχνία του Τζορντάνο παιδί της εποχής της, σύγχρονη και επίκαιρη, χωρίς να προτείνει ή να υπόσχεται λύσεις, αλλά χτίζοντας πάνω σ' ένα λεπτό, ελάχιστο στρώμα πάγου που ανά πάσα στιγμή μπορεί να υποχωρήσει.

(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Σταύρος Παπασταύρου
Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Το αγόρι από τη θάλασσα - Garret Carr

Λίγους μήνες πριν, διάβασα ένα ωραίο μυθιστόρημα, ήταν το Τέσσερα ερωτικά γράμματα του Ιρλανδού Νάιαλ Ουίλλιαμς, κλασσικότροπο, καλώς εννοούμενο παλιακό, με επικέντρωση στην πλοκή και τη γλώσσα, αργού ρυθμού που πρόσφερε χρόνο για βύθιση κατά την ανάγνωση, σημείωνα τότε πως «λογοτεχνία ίσως να είναι η τέχνη με την οποία μια ιστορία, που μπορεί να συνοψίσει κανείς σε μερικές μόλις γραμμές, να απλώνεται σε δεκάδες σελίδες. Και ίσως αναγνωστική απόλαυση να είναι όταν η ανυπομονησία για το τι συνέβη τελικά να παραμερίζεται για να δώσει τη θέση της στο πώς συνέβησαν τα πράγματα, στην απόλαυση της διαδρομής, στην ανάγκη για λεπτομέρειες, αναλήψεις, παρεκβάσεις και εσωτερικούς μονολόγους, λεπτομέρειες για ανθρώπους και τοπία. Και ακόμα παραπέρα, όταν το τέλος του βιβλίου αφήνει τον αναγνώστη με την επιθυμία για έστω λίγο ακόμη, για μια αναγνωστική παράταση. Αν τα παραπάνω όντως ισχύουν, τότε η λογοτεχνία του Ουίλλιαμς είναι σπουδαία».

Μόλις κυκλοφόρησε Το αγόρι από τη θάλασσα, διαισθητικά σκέφτηκα το Τέσσερα ερωτικά γράμματα, η ανάμνηση της ανάγνωσης εκείνης ξύπνησε μέσα μου ένα όμορφο συναίσθημα, μια νοσταλγία, για το σαββατοκύριακο προβλέπονταν βροχές, η συνθήκη έμοιαζε ιδανική.

Μια μικρή, παραθαλάσσια, σχετικά απομονωμένη πόλη, στη Δυτική Ιρλανδία, εκεί όπου όσοι κάτοικοι παρέμεναν και δεν μετανάστευαν για την Αγγλία ή το Δουβλίνο ασχολούνταν κατά κύριο λόγο με την αλιεία. Μια μέρα, ένας σαλός, από αυτούς που κάθε μικρός τόπος διαθέτει, και όπου μόλις χαθεί κάποιος άλλος βρίσκεται να πάρει τη θέση του, εμφανίζεται με ένα μωρό στην αγκαλιά, το οποίο, κατά δήλωσή του, το βρήκε μέσα σε ένα σχισμένο στα δύο πλαστικό βαρέλι να επιπλέει στη θάλασσα κοντά στην ακτή. Η τοπική κοινωνία το υποδέχεται με διάθεση φροντιστική. Ο Άμπροουζ, ψαράς, πατέρας ήδη ενός αγοριού, σύζυγος της Κριστίν, το φέρνει μια μέρα στο σπίτι, το υιοθετούν, τα γραφειοκρατικά εμπόδια ξεπερνιούνται σύντομα, το ονομάζει Μπρένταν, βρισκόμαστε στο 1973.

Ο Καρ, δάσκαλος δημιουργικής γραφής και συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας, με Το αγόρι από τη θάλασσα κάνει το ντεμπούτο του στην ενήλικη λογοτεχνία. Επιλέγει μια αφήγηση σε πρώτο πληθυντικό, έναν συλλογικό παντογνώστη αφηγητή, μια απόφαση που λειτουργεί τόσο αφηγηματικά, όσο και ως μια υπενθύμιση πως σε τόπους μικρούς οι πάντες γνωρίζουν τα πάντα και μάλιστα με λεπτομέρειες. Η πλοκή δεν έχει κάποια ιδιαίτερη πρωτοτυπία, μια ιστορία ενηλικίωσης δύο παιδιών που η μοίρα τα χαρακτήρισε αδέρφια, το εύρημα της άφιξης του αγοριού απλώς λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης της αφήγησης. Πότε επιταχύνοντας και πότε επιβραδύνοντας, ο Καρ διανύει διάφορες χρονικές περιόδους σε διάστημα δύο δεκαετιών, όπου, παράλληλα με την ιστορία των δύο αγοριών και της οικογένειάς τους, αφηγείται και την ιστορία του τόπου, τη χρυσή εποχή της αλιείας, την είσοδο στην ευρωπαϊκή ένωση, το επαγγελματικό άνοιγμα των συνόρων και τους διάφορους περιορισμούς. Με έναν τρόπο συνοπτικό, κάθε τόσο, αναφέρει διάφορα γεγονότα στη ζωή των υπόλοιπων κατοίκων, μικρές μεταβολές, αρρώστιες, θάνατοι και χρεοκοπίες, μεταξύ άλλων.

Το εύρημα της άφιξης του Μπρένταν από τη θάλασσα, η ροπή του στο να διανύει περπατώντας μεγάλες αποστάσεις και να επισκέπτεται κατοίκους με δυσκολίες ώστε να τους παρηγορήσει με έναν τρόπο μάλλον παιδικό παρά μεταφυσικής υφής, σε συνδυασμό με το μέτωπο του τόπου στον Ατλαντικό Ωκεανό και τον καιρό του, αλλά και τον απόηχο της ιρλανδικής ροπής προς το μαγικό παρέα με τον βαθύ χριστιανισμό, συντελούν στη δημιουργία μιας ατμοσφαιρικής συνοχής, στην οποία ο αναγνώστης, ακόμα και εκείνος που δεν γνωρίζει τα μέρη από πρώτο χέρι, βρίσκεται να πατάει αργά και σταδιακά.

Μια αφήγηση χαμηλού τόνου και ρυθμού, παλιακή και κλασικότροπη, χωρίς διάθεση για πειραματισμούς και πρωτοτυπίες, επιτρέπει στη συνολική κατασκευή να λειτουργήσει, δημιουργώντας τις κατάλληλες αναγνωστικές συνθήκες για τον αναγνώστη εκείνο που επιθυμεί να χωθεί μέσα σε μια αφήγηση και να χαλαρώσει, ελάχιστα είναι απαιτητά από εκείνον, μια ρέουσα αφήγηση, ολοένα και πιο αναμενόμενη, με την καλή έννοια, κάποιες λίγες ανατροπές, όχι βεβιασμένες, μια επιτυχής ισορροπία ανάμεσα στο λυρικό και το ρεαλιστικό, ανάμεσα σε μια λογοτεχνία παραμυθένια και σε μια αντίστοιχη κοινωνικοπολιτική, χωρίς βεβιασμένες γέφυρες αναλογίας, με ελάχιστη ως καθόλου πρόθεση συναισθηματικής καθοδήγησης, χωρίς περιττές εξάρσεις. Και αυτό το αφηγηματικό εμείς υποστηρίζει πλήρως όσα μοιάζει να αποτελούν συγγραφική πρόθεση.

Υπάρχει, και αναφέρομαι συχνά πυκνά σ' αυτό, μια λογοτεχνία που την χαρακτηρίζω τίμια, μια λογοτεχνία που δεν υπόσχεται περισσότερα απ' όσα μπορεί να εκπληρώσει, που στέκεται αντίκρυ στο εξεζητημένο, που δεν στοχεύει στην έκπληξη, παρότι η εποχή δείχνει να το ζητά, καθώς ολοένα και περισσότερο ακούγεται η φράση απόρριψης δεν ήταν κάτι το ξεχωριστό. Αυτή η τίμια λογοτεχνία, που οι Ιρλανδοί ξέρουν να παράγουν με αξιοσύνη, είναι μια λογοτεχνία καταφύγιο, που δεν επιθυμεί να τα κάνει όλα άνω κάτω, αλλά πετυχαίνει να χαρίσει μια όμορφη παράλληλη πραγματικότητα στον αναγνώστη, τον κουρασμένο αναγνώστη από τη ζωή και την καθημερινότητα, εκεί όπου η απομάγευση, και ας μείνω σε αυτήν, κυριαρχεί κατασπαράζοντας κάθε τι στο διάβα της.

Μου άρεσε πολύ αυτό το μυθιστόρημα, εκτίμησα την απλότητά του, τον ομαλό τρόπο με τον οποίο ενέταξε στοιχεία γνώριμα, και συχνά λάφυρα εξωτισμού, όπως τη ζωή του ναυτικού-ψαρά στην καθημερινότητα ενός τόπου πάνω στον Ατλαντικό, ίσως γιατί μου θύμισε πως χρειάζεται κάποια δεξιότητα ώστε να μπορέσεις να αντικρίσεις κάτι ελάχιστα μαγικό μέσα σε έναν κόσμο σκληρό, να χαλαρώσεις και να διαβάσεις για την ιστορία ενός παιδιού, πόσα παραμύθια δεν ξεκινούν έτσι, που ήρθε από τη θάλασσα.

Όπως συνέβη και με τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα, έτσι και Το αγόρι από τη θάλασσα μου έφερε ξανά στην μνήμη την ανάγνωση ενός από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα πέρυσι, την Υδάτινη χώρα του Γκράχαμ Σουίφτ.

υγ. Για τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα περισσότερα θα βρείτε εδώ, για την Υδάτινη χώρα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ιωάννα Ηλιάδη
Εκδόσεις Μεταίχμιο