«Κατεβαίνοντας τη Συγγρού υπάρχει ένα σημείο, στο ύψος του Παντείου, που αν η μέρα είναι καθαρή και κοιτάξεις ευθεία, το μάτι σου φτάνει στη θάλασσα. Αυτό είναι το σημείο όπου μαθαίνω από το τηλεφώνημα της αδερφής της μητέρας μου ότι ο μπαμπάς μου πέθανε. Η φωνή της Βάσως είναι ήρεμη, χωρίς συναίσθημα, σαν εκφωνήτρια συνηθισμένη στις άσχημες ειδήσεις. Ο μπαμπάς μου πέθανε και με περιμένουν».
Κάπου στα μισά, το απόσπασμα με παίρνει και με σηκώνει, όση άμυνα κρατούσα, κατέρρευσε. Εκείνος, για τον αναγνώστη, έχει ήδη πεθάνει, για εκείνη μόλις, χάνει την έξοδο, βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα να ψάχνει αναστροφή. Για τον ίδιο τον θάνατο, οι του ορθολογισμού, δεν ξέρουμε τίποτα εκτός από το αδιαμφισβήτητο θα 'ρθει, ο θάνατος αφορά εκείνους που απομένουν στη ζωή, στη μνήμη, στην απώλεια, όχι τον θανόντα, εκείνος πια δεν υπάρχει. Τι πιο κοινότοπο. Τι πιο βέβαιο, πιο αναπόφευκτο. Τι πιο καθηλωτικό, ωστόσο. Τι πιο απρόσμενο, πιο ιδιωτικό, πιο εγωκεντρικό, ακόμα.
Η κόρη.
Ροή ειδήσεων, καταιγιστικός ρυθμός, το κυνήγι της πρωτιάς, σε μια καρέκλα, μπροστά σε έναν υπολογιστή, ο κόσμος όλος, το ωράριο ελαστικό, ο μισθός μικρός, οι νεκρολογίες ήδη έτοιμες, σεξάκι το βραδάκι, δύο φορές τη βδομάδα, οι μπότες σε προσφορά, η Συγγρού με κόντρα τον ήλιο στον γυρισμό, το τηλέφωνο χτυπάει, θα χρειαστεί δανεικά για τη βενζίνη, είναι οι τελευταίες μέρες του μήνα.
Εκείνος θύμωσε, η αδυναμία τον θύμωσε, ο εξοστρακισμός ενός αναλογικά επικίνδυνου για την ψηφιακή μας πολιτεία, δεν μπορεί να πληρώσει έναν λογαριασμό, επαιτεία και περηφάνια τσαλακωμένη, η τελευταία τους επικοινωνία, πατέρας και κόρη δεν μιλούσαν συχνά, τώρα αυτός ο λογαριασμός με τον μακροσκελή κωδικό πληρωμής είναι η ύστατη ανάμνηση, άραγε πρέπει να πληρωθεί;
Η σύζυγος.
Η φωνή της που μένει αναπάντητη, τη θυμώνει η αδιαφορία, γυρίζει στο σαλόνι και τον αντικρίζει νεκρό. Λίγο πριν σκεφτόταν πως τον ξεγέλασαν στη λαϊκή, τόσα λεφτά για τρεις ντομάτες, τι και αν ωραίες και κατάλληλες για γεμιστά, βρίσκουν και τα κάνουν, ήταν εκείνος που ήξερε καλύτερα από κάθε άλλο, κάθε έκφραση, κάθε κουβέντα, κάθε σιωπή, κυρίως αυτές, τώρα είναι πολλά που πρέπει να γίνουν, στον διάολο οι ντομάτες, ήταν νεκρός και εκείνη του θύμωνε που δεν απαντούσε, που δεν ερχόταν να βάλει ένα χέρι, τα καλύμματα θα γίνουν μούσκεμα, βρέχει πάλι. Τι και αν δεν έχει διαβάσει Τζόαν Ντιντιόν, η χρονιά της μαγικής σκέψης μόλις εγκαινιάσθηκε.
Η αδερφή.
Το τηλέφωνο που δεν θα χτυπά πια αργά το βράδυ, μεγάλωσαν παρέα, ύστερα πήραν τους δρόμους τους, σχέση αίματος, έχετε ο ένας την άλλη, και αν δεν το άκουγαν έτσι ακριβώς, εννοούταν, ο αδερφός την αδερφή, απομακρύνθηκαν, τα παιχνίδια και οι τσακωμοί είναι τόσο μακρινά, τα παράπονα βυθίστηκαν στη ματαιότητα, μια καθησυχαστική τυπικότητα, οι εκπνοές αργές, μη ριγήσουν την υδάτινη επιφάνεια.
Η κόρη αφηγείται πρωτοπρόσωπα. Υποψιάζομαι πως εκείνη βρίσκεται πίσω από την τριτοπρόσωπη αφήγηση όταν ο φακός στρέφεται στις άλλες γυναίκες. Διόλου παντογνώστρια δεν είναι, ούτε καν στα του εαυτού, έτσι όπως η κατηφόρα την κάνει να λαχανιάζει. Πίσω από τον θάνατο ιχνηλατώ αυθαίρετα τη σκέψη πίσω από τις Ρίζες, τη βεβαιότητα πως γνωρίζουμε τους οικείους μας, βεβαιότητα που κατακρημνίζεται με ένα τίποτα, σε μια στιγμή, όταν δοκιμάσουμε να μπούμε στα παπούτσια τους, όταν δεν είμαστε σίγουροι τι νούμερο παπούτσια φοράμε εμείς. Η επιστήμη δοκιμάζει τα όρια της αντίληψης, γιατί ο θάνατος τι κάνει;
Ένα εγώ ξέρω βοά στον αέρα, κατακλύζει τα πάντα, τα ξέρω όλα, οι χαράδρες αντιλαλούν.
Ιχνηλατώ αυθαίρετα, στο ύψος του Παντείου λυγίζω, αυτό ήταν.
Μας γάμησες, της έστειλα.
Για κάτι τόσο κοινότοπο, ως σκέψη και ως βεβαιότητα και ως βίωμα, δεν είναι απλό να μιλήσει κανείς, απλό είναι, δηλαδή, αλλά χρειάζεται κάτι περισσότερο από σκέψη, βεβαιότητα και βίωμα, αν δεν εγκλωβιστεί κανείς στο διακύβευμα, στο κρέας της ιστορίας, στο τι έγινε, εκείνος πέθανε και εκείνες μαζεύτηκαν στο σπίτι για όσα έπρεπε να γίνουν, και η Αποστόλου αυτό το κάτι περισσότερο το διαθέτει. Πιο σταθερά και αποφασιστικά κάνει ένα δεύτερο βήμα, τα σωματίδια έγιναν ρίζες.
Ιχνηλατώ αυθαίρετα και διακρίνω την κοινή επικράτεια, τις υπερκοστολογημένες ντομάτες, τον απλήρωτο λογαριασμό, τις τελευταίες αναμνήσεις. Ιχνηλατώ αυθαίρετα και διακρίνω το πλήγμα στη βεβαιότητα, την υπενθύμιση που με κάνει να της στείλω μας γάμησες, κάποιες ώρες βαριές, ύστερα ο εγκέφαλος θα αυτορυθμιστεί, θα με παραδώσει στον ύπνο, έτσι συνεχίζουμε, το ένστικτο της επιβίωσης. Ιχνηλατώ αυθαίρετα και απορρίπτω αυθαίρετα το στενά αυτοβιογραφικό, η σκέψη, η βεβαιότητα και το βίωμα δεν είναι αρκετά για τη λογοτεχνία, ακόμα και αν είναι παρόντα, η αφήγηση τα διαφεντεύει.
Ιχνηλατώ αυθαίρετα, συνεχίζω. Τα κομμάτια της πρωτοπρόσωπης αφήγησης έχουν κάτι το συγκλονιστικά καθηλωτικό, το σύγχρονο και το οικείο, το χάος και την παράνοια της καθημερινότητας, παρά την ταχύτητα τα κενά είναι διακριτά, η ταχύτητα ίσως δεν μας αφήνει να πέσουμε μέσα, απλώς συνεχίζουμε, ξυπνητήρι, γραφείο, Συγγρού, βραδάκι με σεξ, και πάλι από την αρχή. Στα κομμάτια της τριτοπρόσωπης αφήγησης η απόσταση είναι διακριτή, οι υποθέσεις, η αναστήλωση με την πίστη πως το πρωτότυπο θα προκύψει αντίγραφο ακριβές, ιχνηλατώ μια πρόθεση σε αυτή την απόσταση, τώρα που εκείνος έχει πεθάνει είναι η στιγμή η βεβαιότητα της γνώσης των οικείων να γκρεμιστεί, ωστόσο κάποια αφήγηση πρέπει να απομείνει, έστω και εν γνώση αυθαίρετη, υποκειμενική, της παρατηρήτριας, η αφήγηση που θα απομείνει μετά το τέλος.
Ιχνηλατώ αυθαίρετα, λίγο ακόμα. Η πύκνωση, το εκτενές κοινότοπο που αφαιρείται, συντονίζεται και λειτουργεί περίφημα, σε πρώτο ή σε τρίτο πρόσωπο, οι δυνατότητες της επέκτασης είναι εκεί, σίδερα σε οικοδομή που υπόσχονται μεγαλύτερα μεγέθη, η Αποστόλου τα αφήνει εκεί για πάσα χρήση, δεν γοητεύεται από τις δυνατότητες, από την ίδια της την πρόζα, τι και αν έχει βρει τη φωνή της ιστορίας, αποφασίζει να μην παρασυρθεί, όλα δεν μπορούν να ειπωθούν, το ξέρει.
Η νομιμοποίηση της αυθαιρεσίας ίσως προκύπτει από το αναγνωστικό συναίσθημα, την απόπειρα διερωτήσεων με αντικειμενικότητα του υποκειμενικού, αυτό το μας γάμησες, που κάθε αδιαφορία διαλύει, η αδιαφορία είναι, εκτεταμένη και κρυμμένη πίσω από το ξέρω εγώ, εκείνη εχθρεύεται (και) τη λογοτεχνική αφήγηση, ίσως γιατί το ένστικτο επιβίωσης το διατάζει. Ματίνα, αν ήθελες να μας γαμήσεις, δεν θα τα κατάφερνες, δεν έχουμε χώρο για ενσυναίσθηση και για λύπη έξω από εμάς, κάτι δικό μας διαπραγματεύτηκες, και ας μην κατεβαίνουμε καθημερινά τη Συγγρού.






