Τα δοκίμια συνήθως χάνουν από τη μυθοπλασία. Πάντοτε κάποιο υπάρχει στο κομοδίνο ή στο τραπέζι δίπλα στον καναπέ, σε απόσταση βολής από τις πλέον συνήθεις θέσεις ανάγνωσης. Πάντοτε, ή σχεδόν πάντοτε, σε κάποιο αναγνωστικό κενό, μεταξύ βιβλίων, ή όταν κάποια ανάγνωση δεν τραβάει, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, η επιθυμία, ενίοτε με τον μανδύα της υποχρέωσης —παρέα με το ερώτημα: τι μπορεί να είναι εκείνο που από τα βάθη γεννά το αίσθημα της υποχρέωσης—, να διαβάσω ένα δοκίμιο, συνήθως σχετικό με τη θεωρία της λογοτεχνίας ή γύρω από κάποιο θέμα που με απασχολεί ή μοιάζει ικανό να με απασχολήσει.
Αυτή η υποχρέωση, ή επιθυμία —για να μείνω σταθερός στην παραπάνω περίοδο—, ήταν που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να κάνω το μεταπτυχιακό πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής πριν από κάποια χρόνια, αυτή ωστόσο είναι μια άλλη, αρκετά περίπλοκη, ιστορία. Όπως και να έχει, τα δοκίμια συνήθως χάνουν από τη μυθοπλασία, που με αποπλανά και με τραβάει κοντά της με τα κάλλη και τις απολαύσεις που υπόσχεται και προσφέρει.
Ενίοτε, προς υπεράσπιση του εαυτού μου, κάπως η υποχρέωση εδώ υπερτερεί, προβαίνω σε ένα εύκολο παιχνίδι και λέω: κάποιοι προτιμούν να διαβάζουν για τη λογοτεχνία και κάποιοι άλλοι προτιμούν να διαβάζουν λογοτεχνία. Επιχείρημα χαμηλής στάθμης, το παραδέχομαι, ένα λεκτικό παιχνίδι κενό. Και όμως το λέω. Λέω κάτι ακόμα, πως διαχωρίζω την ανάγκη να γνωρίσω από την ανάγκη να μάθω, ανάγνωση βέρσους διάβασμα, να ένα ακόμα λεκτικό παιχνίδι.
Η λογοτεχνικότητα ενός δοκιμίου, κάτι που στην εποχή που το αυτό λαμβάνει θέση και μπροστά από το δοκίμιο, εκτός από τη λογοτεχνία, είναι ακόμα πιο σύνηθες να συμβαίνει, σίγουρα με βοηθάει, ασκώντας αποπλάνηση και έλξη. Στα υβρίδια βρίσκω τον εαυτό μου. Υβρίδια γιατί πατούν σε δύο βάρκες, η σανίδα που τις κρατά σταθερά ζευγάρι είναι η αγάπη για τη λογοτεχνία, το πάθος, ο συγγραφέας αναγνώστης, που δεν νιώθει άνετα μόνο στον έναν ή τον άλλο ρόλο, που νιώθει πως χρωστάει πολλά στον ποταμό, εκεί που έμαθε, έπαιξε, ξεδίψασε και είδε τον μονοσήμαντο κόσμο να διαλύεται. Τα βιβλία αυτά διακρίνονται από το πάθος για την ανάγνωση. Αυτή είναι η κοινή επικράτεια που απλώνεται αναμεταξύ μας.
Να μια κατηγορία δοκιμίου, όχι σκληρά ακαδημαϊκού, αλλά μη μυθοπλαστικό σίγουρα, που ξεγελά την όποια άμυνα. Αυτή η προσδοκία γεννήθηκε όταν έπιασα στα χέρια μου τα Μυστικά δωμάτια του Λουίς Χόρχε Μπόνε, με τον υπότιτλο: Περί ασθένειας, πόνου και σώματος στη λογοτεχνία.
Αν θέλω, που θέλω, να είμαι ειλικρινής, ο υπότιτλος παρέα με προσδοκίες ύψωσε και τείχη φόβου, φόβου πως σε μια εποχή που το βιβλίο-φάρμακο κυριαρχεί ως λογοτεχνική τάση, με δεκάδες τίτλους να κυκλοφορούν κάθε χρόνο, ιδιαίτερα από χώρες της Άπω Ανατολής, με τον βιβλιοπώλη-φαρμακοποιό να πρωταγωνιστεί. Και επειδή άνθρωπος είμαι και αδυναμίες ένοχης απόλαυσης έχω, το πρόβλημά μου με τη συγκεκριμένη κατηγορία δεν είναι τόσο το όχι υψηλό λογοτεχνικό επίπεδο, αλλά ο ευκαιριακός, κοελικός τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται η ανάγνωση και η λογοτεχνία εν γένει, αυτή η αφελής σκέψη πως το διάβασμα κάνει καλό, με τον τρόπο ενός προσωπικού προπονητή αυτοβελτίωσης σε ρόλο συγγραφέα. Καθόλου πάθος δεν ενυπάρχει σε αυτές τις απόπειρες, και για το απαραίτητο πάθος τα είπαμε κιόλας.
Στο πάθος έγκειται η βασική διαφορά που καθιστά τα Μυστικά δωμάτια ένα απολαυστικό ανάγνωσμα. Ο Μπόνε, συγγραφέας ποίησης και λογοτεχνίας, έχει πάθος με τη λογοτεχνία, με την ανάγνωση εν γένει.
Και αν μπορεί κανείς εύκολα να ισχυριστεί πως ο κεντρικός άξονας του παρόντος βιβλίου είναι μια ανθολόγηση της σχετικής λογοτεχνίας, μια διάθεση να παντρευτεί το ενδοκειμενικό με τις εξωκειμενικές συνθήκες, το τι έγραψαν και το τι έζησαν στα παρασκήνια οι συγγραφείς, μια λίστα με ονόματα γνώριμα και άλλα προς περαιτέρω διερεύνηση —να ένα κακό, η λίστα ολοένα και μεγαλώνει—, ο τρόπος, εν συντομία, με την οποία το βίωμα γίνεται λογοτεχνία, υπάρχει ο κίνδυνος να μην διαφανεί εκείνο που κατά τη γνώμη καθιστά τα Μυστικά δωμάτια ένα δυνατό δοκίμιο, ένα παράγωγο σκέψης, που ξεπερνά τα όρια της απλής ανθολόγησης και της παράθεσης διακειμενικών αναφορών, και έχει να κάνει με μια αναρώτηση αρκετά πιο πέρα από το πώς το βίωμα περνάει στις σελίδες ενός βιβλίου, αλλά σχετίζεται με τη διερεύνηση του αν το παράγωγο αποτελεί λογοτεχνικό προϊόν αξιώσεων ή αν μένει και λιμνάζει σε μια προσωπική ανάγκη ανακούφισης μέσω της γραφής.
Ο Μπόνε δεν το φέρνει αυτό σε πρώτο επίπεδο, εκεί αφήνει τα νήματα, τα βιβλία και τους συγγραφείς, ανθολογεί, χωρίς ωστόσο να βαυκαλίζεται περί των αναγνωστικών του περγαμηνών, δεν λέει τι γαμάτος που είμαι που τα έχω διαβάσει όλα αυτά, αντίθετα, μάλλον, αφήνει να διαφανεί η μεγάλη παραδοχή, καθοριστική για τη ζωή του κάθε αναγνώστη, πως δεν υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος για μια πλήρη και καθολική εποπτεία, πως δυνατό αναγνώστη σε κάνουν τα βιβλία που επέλεξες να μην διαβάσεις προσφέροντας τον διαθέσιμο χώρο σε άλλα, που για τον έναν ή τον άλλο λόγο τα θεώρησες πιο επείγοντα αναγνώσματα.
Ο συγγραφέας-αναγνώστης-μελετητής διερευνά ανάμεσα στις γραμμές, με έναν τρόπο αυστηρό και φροντιστικό ταυτόχρονα, διαβάζει ξανά και ξανά τα βιβλία στα οποία αναφέρεται, διερευνά με τον ήπιο τρόπο του, παραθέτοντας αποσπάσματα ή σχολιάζοντας κάτι φαινομενικά άσχετο με τα βιβλία αυτά, και αυτός ο τρόπος —η πρόθεση ή η φιλοδοξία— έρχεται να ενδύσει τα Μυστικά δωμάτια με περαιτέρω αξιώσεις —ή και να το καταστήσει ακόμα-ακόμα— δοκίμιο πέρα από τον ορίζοντα του προβληματικού αυτοδοκιμίου. Έτσι, πετυχαίνει δύο στόχους: ένα απολαυστικά γοητευτικό ανάγνωσμα, μια περιδιάβαση σε αναγνωστικά τοπία, που κάθε αναγνώστης λαχταρά, η κουβέντα για τη λογοτεχνία, τι πιο ωραίο θέμα συζήτησης, ιδιαίτερα όταν ο συνομιλητής σου διαθέτει το πάθος, ενώ, ταυτόχρονα, ξεπερνά τους όποιους περιορισμούς μια ανθολόγηση διαθέτει, πηγαίνοντας αρκετά πέρα από το απλό γιατί επέλεξε αυτά τα παραδείγματα, δοκιμάζοντας να δώσει πιθανές απαντήσεις ή ενδείξεις, σίγουρα όχι βεβαιότητες, κανένας αναγνώστης δεν θα κατέφευγε στην απομάγευση του αυστηρού αιτιοκρατισμού, αυτό το μαγικό και εν μέρει ανεξήγητο είναι που τον καθηλώνει, άλλωστε, στο πώς το προσωπικό γίνεται λογοτεχνία, στο γιατί μια ατομική ιστορία/τραύμα/βίωμα/έρωτας/απώλεια/προσθέστε ό,τι άλλο θέλετε μας αφορά. Τι είναι αυτό που κάνει, για παράδειγμα, τη γραφή της Ερνό να ξεχωρίζει λογοτεχνικά ή γιατί η Ντιντιόν με το Η χρονιά της μαγικής σκέψης συνεισφέρει στο ποτάμι της ανθρώπινης εμπειρίας.
Ο Μπόνε αποκλείεται, μετά βεβαιότητας το λέω, να διέθετε εξ αρχής μόνο επιστημονικό/ακαδημαϊκό/μελετητικό ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία της ασθένειας, του πόνου και του σώματος. Η προσωπική/συναισθηματική/υπαρξιακή ανάγκη προηγήθηκε και μόνο αργότερα απέκτησε σώμα με κοινά χαρακτηριστικά. Αυτή ήταν και η φοβία μου άλλωστε, η υποψία αυτή. Αναρωτιόμουν αν θα πετύχαινε να υπερκεράσει τους περιορισμούς της απλής προσωπικής ανάγκης, αν τα Μυστικά δωμάτια θα είχαν περαιτέρω αξιώσεις. Τώρα ξέρω, και ας μην είμαι απόλυτα σίγουρος για το πώς το πέτυχε, κάτι που ελάχιστη σημασία έχει.
Τα Μυστικά δωμάτια είναι το δεύτερο βιβλίο μιας πολλά υποσχόμενης σειράς που επιμελείται ο Δημήτρης-Χρυσός Τομαράς για τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, είχε προηγηθεί το Οκτώ Άγγλοι Δοκιμιογράφοι.
υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!






