Η Πολ, λίγο μετά τα τριάντα πέντε, έχει εγκαταλείψει το χωριό όπου μεγάλωσε, εκεί που η οικογένειά της εκτρέφει και πουλάει πουλερικά, για τη μεγάλη πόλη. Επιστρέφει σπάνια, αυτή τη φορά για τον επικείμενο θάνατο της μητέρας της. Εκείνη, λίγο πριν ξεψυχήσει, θα της ζητήσει/επιβάλει μια τελευταία επιθυμία. Να σφάξει τον Τεοντόρ, το μονόματο κοτόπουλο. «Θα πρέπει κάποιος να σκοτώσει τον Τεοντόρ. Τον μονόματο. Θα ήθελα να το αναλάβεις εσύ». Εκείνη δέχεται, είναι πιο εύκολο να δεχτεί παρά να αρνηθεί, ο θάνατός της, πιστεύει, θα την απαλλάξει από την υποχρέωση αυτή, τότε η μητέρα δεν θα υπάρχει. «Είναι, αναμφίβολα, δύσκολο να πει κάποιος στα παιδιά του τι στ' αλήθεια προσδοκά εκ μέρους τους». Και τα παιδιά, από μικρά ακόμα, κουβαλούν αυτό το ανείπωτο παράπονο σταυρό στις πλάτες, το ανικανοποίητο των γεννητόρων, τη διαρκή μομφή που αιωρείται, ακόμα και όταν τα παιδιά μεγαλώσουν και απογαλακτιστούν και αποκτήσουν βάδισμα και εγκαταλείψουν την οικογενειακή στέγη και πάρουν, πιστεύουν, τη ζωή στα χέρια του, εκείνη η μομφή διαρκώς αιωρείται. Έτσι συμβαίνει.
«Η Πολ έκλεισε, για την επομένη, ένα πάγκο στην αγορά. Θα μοσχοπουλήσει τον Τεοντόρ και, στη συνέχεια, θα αποδεσμευτεί. Λέει και ξαναλέει: έτσι πρέπει να γίνεται με τα νεκρά κοτόπουλα». Πάνε είκοσι χρόνια τώρα που εκείνη δεν τρώει κρέας. Ήταν τα δέκατα έκτα γενέθλιά της, έφαγε μια μπριζόλα καπνιστή, κάπνισε το πρώτο της τσιγάρο, είδε τη μητέρα της να κάνει κάτι που έκανε σε όλη της τη ζωή, να πιάνει ένα κοτόπουλο που με τόση αγάπη και φροντίδα είχε μεγαλώσει και να το στραγγαλίζει με τα γυμνά της χέρια, της φάνηκε ξάφνου παράλογο. Τώρα όμως βρίσκεται εδώ, η τέφρα της μητέρας της σε ένα βάζο πάνω στο τραπέζι, ο Τεοντόρ ανύποπτος στην αγκαλιά της. Μια τελευταία υπόσχεση, να σφάξει τον Τέοντορ, και ύστερα θα είναι ελεύθερη να γυρίσει στη μεγάλη πόλη να συνεχίσει τη ζωή που επέλεξε για εκείνη, το τελευταίο νήμα θα έχει κοπεί. Παίρνει μολύβι και χαρτί. Σημειώνει ό,τι της έρχεται στο κεφάλι για τον Τεοντόρ. «Κοτόπουλο εύρωστο και γλυκό, μαθημένο στην προσήλωση και την τρυφερότητα, κοτόπουλο που αξίζει την αγάπη. Κι ύστερα "κοτόπουλο-κλόουν". Θα ήθελε εκείνοι που θα το καταβροχθίσουν να έχουν συνείδηση της κατάστασής του».
Την επομένη θα πάει στην αγορά. Θα πουλήσει τον Τεοντόρ. Γυρίζοντας στο σπίτι των παιδικών της χρόνων έχει ξοφλήσει το τελευταίο γραμμάτιο που σύναψε με τη μητέρα. Είναι πια ελεύθερη. Είναι πια ελεύθερη; «Είναι, αναμφίβολα, δύσκολο να πει κάποιος στα παιδιά του τι στ' αλήθεια προσδοκά εκ μέρους τους». Η αντίδραση των παιδιών είναι συνήθης, επί αυτής σφυρηλατείται ο προθάλαμος της ενήλικης ζωής. Αρκεί μια ελάχιστη, στο μάτι του παρατηρητή τέτοια, για το υποκείμενο τεράστια και καθοριστική, διαφοροποίηση. Θα το κάνω, σκεφτόμαστε, με τους δικούς μου όρους. Έτσι όπως εγώ το θέλω. Καμία σχέση με όσα έκαναν εκείνοι. Καμία σχέση. Οι νεκρολογίες σε μορφή βιογραφικού σημειώματος, ξεχωριστή για κάθε πτώμα, είναι η καθοριστική διαφοροποίηση, μια πράξη αγάπης που έρχεται να ρίξει καθησυχαστικό μανδύα στη δολοφονία και την πώληση της νεκρής, ξεπουπουλιασμένης σάρκας. Η Πολ, χωρίς να το σχεδιάσει, χωρίς να το καταλάβει καλά-καλά, συνεχίζει την οικογενειακή επιχείρηση, είπαμε όμως, με τους δικούς της όρους, ιδία επιλογή και βούληση, αναβάλει ολοένα και περισσότερο την επιστροφή, ο αγαπητικός απαντά στα τηλέφωνα, δείχνει κατανόηση σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως πένθος.
Η Ρικό, γεννημένη το 1988 στο Περπινιάν της Γαλλίας, κάνει το λογοτεχνικό της ντεμπούτο με το μυθιστόρημα αυτό, το οποίο με μια πρώτη ματιά θα μπορούσε να το κατατάξει κανείς στην οικολογική πεζογραφία, άλλωστε το 2021 το Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν τιμήθηκε με το βραβείο οικολογικού μυθιστορήματος. Όμως, με κάθε αυστηρή κατάταξη συμβαίνει αυτό, δεν είναι μόνο ένα οικολογικό μυθιστόρημα. Σε μια εποχή που στη Γαλλία, όπως και στη χώρα μας, η κτηνοτροφία βρίσκεται στο επίκεντρο, ένας κλάδος που τις τελευταίες δεκαετίες έχει πλήρως βιομηχανοποιηθεί, η Πολ, χορτοφάγος από επιλογή, νιώθει πως βιογραφώντας το κάθε κοτόπουλο διαφεύγει του αιματοβαμμένου μοτίβου. Το εύρημα αυτό, παιχνιδιάρικο περισσότερο παρά πρωτότυπο, επιτρέπει στη Ρικό να γλεντήσει τους τρόπους με τους οποίους πείθουμε εαυτούς σχετικά με την ηθική μας υπεροχή, τις δικαιολογίες που μετερχόμαστε για να αναδυθούμε ξεχωριστοί και ακέραιοι. Μαύρο χιούμορ, όπως το αίμα από τα σφαγμένα κοτόπουλα, στο όριο της φάρσας. Η συγγραφέας αξιοποιεί το εύρημά της, το εντάσσει σε μια πλοκή ολοένα και πιο αποκαλυπτική για την τύχη που η αυτοπειθώ αναπόφευκτα έχει.
Το εύρημα, ωστόσο, εξαρχής ταυτίζεται με την ικανοποίηση της γονεϊκής επιθυμίας, καίτοι ανείπωτη, γενική και ανικανοποίητη, παγίδα, παρότι εμφανής, δύσκολο να αποφευχθεί κατά την αυτόνομη βάδιση. Θυμήθηκα ένα μικρό μυθιστόρημα που διάβασα πριν από δώδεκα χρόνια και ακόμα το θυμάμαι, το Δείπνο με μύδια, της Μπιργκίτ Βαντερμπέκε, τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύτηκε τον πόλεμο εντός της οικογενειακής εστίας πίσω από ένα ξεχωριστό δείπνο με μύδια. Σίγουρα το Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν ικανοποιεί τις συμβατικές υποχρεώσεις του οικολογικού μυθιστορήματος, με τρόπο ευφυώς πλάγιο αναφέρεται στην βιολογική κτηνοτροφία, στις αρετές με τις οποίες ενδύονται οι οικογενειακές, μικρές φάρμες, το πλεονέκτημα που διαθέτουν έναντι της βιομηχανοποιημένης κτηνοτροφίας, όχι μόνο σε επίπεδο ποιότητος αλλά και ηθικής. Και το κάνει με ένα τρόπο έξυπνο, αποφεύγοντας το προφανές που όλοι γνωρίζουμε ή απλώς κάνουμε πως δεν γνωρίζουμε, δεν στοχεύει να ενημερώσει το καταναλωτικό κοινό για τις συνθήκες διαβίωσης, εκτροφής και θανάτωσης των πτηνών, το πώς η αγορά καιροφυλακτεί να εκμεταλλευτεί το όποιο πλεονέκτημα, αλλά κυρίως, όπως κάνει με την ίδια την Πολ, έτσι και με τον αναγνώστη, η Ρικό τοποθετεί στο επίκεντρο όλες αυτές τις δικαιολογίες, όλα αυτά τα κομμάτια γαματοσύνης που μας κάνουν να νιώθουμε ξεχωριστοί, και σε αυτή την επικράτεια.
Δεν εξαντλείται όμως σε αυτό το μυθιστόρημα αυτό. Με τη μητέρα πια νεκρή και απενεργοποιημένη, η Πολ θεωρητικά, έτσι πρόσμενε, είναι πλέον ελεύθερη και απαλλαγμένη από όλο αυτό το βάρος που εν ζωή οι δικοί της άφηναν με τα χρόνια στους ώμους της. Η φυγή και η χάραξη μιας ζωής εντελώς διαφορετικής δεν ήταν, ποτέ δεν είναι, αρκετή. Το κομμάτι της αυτογνωσίας απαιτεί πολλά περισσότερα, η απλή ερώτηση, ποια είμαι, μόνο απλή δεν είναι. Το αντιπαράδειγμα, το οποίο οι γονείς συχνά προσωποποιούν, αποδεικνύεται δυσκολοκατάβλητο, μοιάζει απλό το να μην γίνω σαν αυτούς αλλά μόνο απλό δεν είναι. Η Ρικό, εκτός από το οικολογικό κομμάτι, με το οποίο έρχεται να επιτεθεί στην αυτοεικόνα μας ως καταναλωτές, διαπραγματεύεται, σε δεύτερο αλλά καθοριστικό επίπεδο, την προαιώνια διαμάχη γονέα-τέκνου, και δη νεκρού γονέα-τέκνου.
Η συγγραφέας με τρόπο ευφάνταστο, χωρίς να απολύει τον βηματισμό, δίνοντας την απαραίτητη προσοχή στις μικρές λεπτομέρειες της πλοκής, διατηρώντας ένα διαολεμένο κέφι να κανιβαλίσει και να δει το γέλιο να παγώνει στο πρόσωπο του αναγνώστη, χωρίς να έχει και να εκφράζει πρόθεση να διδάξει, άλλωστε, κάποια που γράφει ένα τέτοιο μυθιστόρημα θα έπρεπε να είναι η πρώτη που γνωρίζει πόσο τρωτή είναι η αυτοεικόνα μας στην εποχή της ιδιώτευσης και της ατομικής ευθύνης, παραδίδει ένα χορταστικό μυθιστόρημα, που διαφεύγει με άνεση των ειδολογικών του περιορισμών, μια ευχάριστη έκπληξη.








