Κατά καιρούς μου αρέσει να συντάσσω λίστες με βιβλία που δεν πιστεύω πως γνώρισαν την υποδοχή/αποδοχή που τους αναλογούσε, κάποια Σάββατα συνηθίζω να τα θυμάμαι και να τα ανασύρω από το παρόν αποθετήριο. Η αλήθεια είναι πως η υποψία είναι αυτό που είναι συνήθως, δηλαδή υποκειμενική, δεν βρίσκομαι άλλωστε στις αποθήκες των εκδοτικών οίκων ώστε να έχω πρόσβαση σε ακριβή νούμερα, περισσότερο είναι μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα που επικρατεί στις ψηφιακές και αναλογικές κοινότητες που κινούμαι. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι το Κολυμπώντας (Julie Otsuka, μτφρ. Θωμάς Σκάσσης, εκδόσεις Πατάκη).
Σκέφτηκα το βιβλίο αυτό ήδη από το οπισθόφυλλο του μυθιστορήματος της Βερένα Κέσσλερ, Γυμναστήριο, που πρόσφατα κυκλοφόρησε σε μετάφραση της Δέσποινας Κανελλοπούλου από τις εκδόσεις Δώμα. «Με φόντο το γυμναστήριο, η Βερένα Κέσσλερ γράφει για την εποχή μας: για τη λατρεία των υψηλών επιδόσεων, την κουλτούρα της αμείλικτης αυτοπειθαρχίας και του αέναου ανταγωνισμού, στο μεγάλο χρηματιστήριο της εικόνας».
Η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια θα περάσει συνέντευξη για μια θέση εργασίας σε ένα τεράστιο γυμναστήριο, ένα αθώο ψέμα, πως είναι σινγκλ μαμά ενός βρέφους, ίσως και να τη βοήθησε να πάρει τη δουλειά, που τόσο είχε ανάγκη για λόγους που αιωρούνται και μόνο στην εξέλιξη της πλοκής διευκρινίζονται, δουλειά που έχει να κάνει κυρίως με την παρασκευή διαφόρων ενεργειακών κοκτέιλ στο μπαρ του γυμναστηρίου. Ο εργοδότης της είναι σούπερ άτομο, ο μισθός ικανοποιητικός, η δουλειά απλή, τι άλλο να ζητήσει κανείς.
Το γυμναστήριο με τη μυρωδιά ιδρώτα και ενδορφίνης είναι ένας τόπος στο όριο του μη τόπου που φαντάζει ιδανικός, αναλόγως της εκμετάλλευσής του από τη συγγραφέα, για κοινωνιολογική παρατήρηση, έτσι όπως καθημερινά ετερόκλητα είδη ανθρώπων διαβαίνουν τις πύλες του, καθένας με τους δικούς του λόγους για να φορέσει και να ιδρώσει τα ρούχα του. Η ενασχόληση με το σώμα, άλλωστε, όπως κάθε τι, δεν μπορεί να ιδωθεί ανεξαρτήτως του ευρύτερου κοινωνικού πλαισίου, που ολοένα και περισσότερο επικεντρώνεται στην έξωθεν (αυτο)εικόνα μας, που ολοένα και περισσότερο μετατρέπεται σε υποχρέωση και καθήκον του ατόμου να φροντίζει το σώμα του στο πλαίσιο μιας υγιεινής και φροντιστικής ζωής, μιας συνθήκης αγάπης.
Παράλληλα με την εξοικείωση στον μικρόκοσμο του γυμναστηρίου, η Κέσλερ εξαρχής θέτει το στοιχείο της αγωνίας, αφού η αφηγήτριά της κουβαλάει στις πλάτες της μια εμπειρία δύσκολη στη διαχείριση, μια εμπειρία που της επιβάλλει να δοκιμάσει μια καινούργια αρχή, σε κάτι εντελώς διαφορετικό από ό,τι ήταν εκείνο, που για σελίδες δεν λέγεται, έκανε, μια καινούργια αρχή που δεν περιορίζεται μόνο στην επαγγελματική πλευρά της ζωής της. Έτσι, λοιπόν, έχουμε μια κατά κάποιο τρόπο διπλή πλοκή, εκείνη που αφορά όσα συμβαίνουν στον χώρο της εργασίας της και όσα εκείνη κουβαλά από το πρόσφατο παρελθόν και σιγά σιγά ξεβράζονται στην επιφάνεια του παρόντος.
Η ιδέα είναι έξυπνη και η Κέσσλερ την καθιστά άκρως λειτουργική. Πετυχαίνει να ισορροπήσει με επιτυχία ανάμεσα στο κτίσιμο και την εξέλιξη της πλοκής, αλλά και στην παρατήρηση του γυμναστηριακού περίγυρου, τα δύο αυτά σκέλη, αν και συχνά συμβαίνουν ταυτόχρονα, είναι διακριτά. Η συγγραφέας κατορθώνει έτσι να εκμεταλλευτεί επαρκώς την ιδέα της και δη τον χώρο του γυμναστηρίου, χωρίς να παραμελήσει τα της μυθοπλασίας. Δεν είναι ένα δοκίμιο αυτό, άλλωστε, αλλά ένα μυθιστόρημα σύγχρονο, που πιάνει τον παλμό της εποχής μας σε ικανοποιητικό και ενδιαφέρον βαθμό.
Παρότι οι ανατροπές και τα ευρήματα δεν είναι συστατικά τα οποία αναζητώ μετά βουλιμίας στη λογοτεχνία, εντούτοις οφείλω να παραδεχτώ πως η Κέσσλερ χτίζει καλά την ιστορία τής αφηγήτριας, που κλιμακώνεται και εν τέλει εκρήγνυται, με τρόπο τέτοιο που της επιτρέπει εκτός του σασπένς να υποστηρίξει και την επιλογή του γυμναστηρίου ως τον κεντρικό χώρο πλοκής. Η εξέλιξη της πλοκής, ταυτόχρονα, υποστηρίζει και υποστηρίζεται από την κατασκευή τής αφηγήτριας ως ένας αρκετά ολοκληρωμένος χαρακτήρας, τουλάχιστον στον βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες του μυθιστορήματος.
Η λέξη που ίσως καλύτερα συνοψίζει την αναγνωστική αίσθηση που το βιβλίο δημιούργησε και άφησε ως κατάλοιπο στη μνήμη μου είναι η παράνοια. Αλλά, και η ίδια η εποχή που ζούμε κάπως έτσι δεν μοιάζει και μάλιστα ολοένα και περισσότερο, θέλω να πω πως από παλιά μιλάμε για μια παρανοϊκή εποχή, ωστόσο, κοιτάζοντας πίσω, από το σήμερα, μοιάζει σχεδόν αφελές κάτι τέτοιο, τώρα είναι, σκεφτόμαστε, η πραγματική παράνοια, κάτι που θα το λέμε και αργότερα, ωστόσο.
Και αν το Κολυμπώντας, εκεί που η Οτσούκα κατασκευάζει έναν άλλο μικρόκοσμο, εκείνον ενός κολυμβητηρίου, ως ένα σχήμα για να μιλήσει για τη μνήμη, ανάμεσα σε άλλα, με έναν τόνο πιο λυρικό, χαμηλότονο και υπαινικτικό, η Κέσσλερ κρατάει πατημένο το γκάζι από τις πρώτες κιόλας σελίδες, η μουσική ακούγεται στη διαπασών, δίνοντας έναν φρενήρη ρυθμό, η παράνοια ολοένα και περιτριγυρίζει σφίγγοντας τον κλοιό.
Η σάτιρα είναι κάτι που στα κατάλληλα χέρια μπορεί να αποδειχτεί τρομερό αφηγηματικό και γενικότερα κατασκευαστικό όπλο, η παράνοια, άλλωστε, έχει και μια πλευρά η οποία προκαλεί ένα αμήχανο γέλιο, συχνά έντονο, τη στιγμή που μοιάζει να μας χαρίζει το προνόμιο του εξωτερικού και σε ασφαλές περιβάλλον παρατηρητή, σας αυτός ο κόσμος να μην είναι αυτός στον οποίο κατοικούμε, σαν εμείς να είμαστε από άλλο υλικό φτιαγμένοι, σαν η συνθήκη να μην είναι τόσο οριακή. Είναι πιο εύκολο στους άλλους να παρατηρήσουμε τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν και τις συνέπειές τους στη ζωή τους. Η Κέσσλερ δεν στέκεται απόμερα από την αφηγήτριά της, δεν την κοιτάζει και δεν την αντιμετωπίζει εκ του ασφαλούς, ξέρει/νιώθει/αισθάνεται πως και εκείνη στον ίδιο κόσμο ζει, δεν ξέρω αν είναι απλή ενσυναίσθηση ή επίγνωση της συνθήκης, αλλά καταφέρνει να μην τη μετατρέψει σε μια φουλ στερεοτυπική καρικατούρα, μια τρελή σκύλα στην αρένα με τη συγγραφέα και τους αναγνώστες να την παρατηρούμε από τις εξέδρες. Συχνά ο εχθρός μας ενοικεί, παρά τα όσα καθησυχαστικά μας ψιθυρίζει, εσύ, μας λέει, δεν είσαι έτσι, εσύ είσαι διαφορετικός, εσύ θα τα καταφέρεις να ξεφύγεις, εσύ μπορείς, τι σχέση έχεις με αυτούς όλους εκεί έξω.
Έχουμε και λέμε λοιπόν: η Κέσσλερ ξεκινάει από τον τόπο, το γυμναστήριο, και το χρησιμοποιεί άκρως λειτουργικά, έχει έναν χαρακτήρα, που τον βοηθάει να ξετυλιχθεί ικανοποιητικά μπροστά στα μάτια μας, έχει μια ιστορία να πει και τη λέει, έχει όμως και μια ευρύτερη διερευνητική ματιά απέναντι στα πράγματα την οποία και προσθέτει ομαλά χωρίς να παραφορτώνει το μυθιστόρημα. Όλα αυτά μας δίνουν ένα ωραίο μυθιστόρημα, απολαυστικό, φρέσκο και σύγχρονο, επίσης.







