Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2021

Η ανακάλυψη των σωμάτων - Pierre Ducrozet

(Όταν ένα καινούργιο βιβλίο φτάνει, το παίρνω στα χέρια μου και το περιεργάζομαι, σπάνια διαβάζω το οπισθόφυλλο, δεν είναι λίγες οι φορές που το έχω μετανιώσει, συχνά όμως, τις περισσότερες φορές, αν όχι όλες, διαβάζω την πρώτη πρόταση. Ο Α., που συνήθως έχει δίκιο, ισχυρίζεται πως αυτό αρκεί για να καταλάβεις πολλά, αν όχι τα πάντα. Κάποιες φορές, όπως συνέβη και με το βιβλίο του Ντυκροζέ αρκετές μέρες πριν, συνεχίζω την ανάγνωση, όχι σπάνια όρθιος και με την πόρτα ακόμα μισάνοιχτη, και οποιοσδήποτε ‒αναγνωστικός‒ προγραμματισμός πηγαίνει στον βρόντο.)

Εδώ δεν υπάρχει τίποτα ‒ή σχεδόν τίποτα‒, αλλά κάτι πρέπει να πούμε γι' αυτό το μέρος. Μοναχικές τρώγλες κάτω από έναν χαμηλό ουρανό, χωματόδρομοι όλο στροφές που οδηγούν σε σωρούς από πέτρες. Το χώμα έχει σκάσει, τόσους αιώνες κάτω από τον ήλιο. Οι κινήσεις είναι αργές, δεν προλαβαίνουν τα πράγματα. Μια taquería τυλιγμένη σε ηλεκτρικά καλώδια αναδίνει τσίκνα από ψητό χοιρινό. Μακριά, στους λόφους, υπάρχουν φυτείες παπαρούνας και μαριχουάνας κι ένα χωριό που έχει όνομα. Οι λέξεις που μπορούσαν να αναμορφώσουν το πραγματικό έχουν κολλήσει στους ασβεστωμένους τοίχους.

Ο Άλβαρο έφτασε στην Αγιοτσινάπα, Πολιτεία Γκερέρο, έξι ώρες δρόμο στα νότια από την Ομόσπονδη Περιοχή της Πόλης του Μεξικού, ένα μήνα πριν από τα γεγονότα της 26ης Σεπτεμβρίου του 2014. Οι φοιτητές της Παιδαγωγικής Σχολής είναι δεκαοχτώ ή δεκαεννιά χρονών, έχουν τραχιά χέρια κι απλανές βλέμμα, δεν μιλούν πολύ, πίνουν τεκίλα και λατρεύουν τη μπάλα, χορεύουν κούμπια με τις κοπέλες, έχουν αφήσει πίσω τους ένα άλλο κορίτσι, κάποιοι ακόμα και ένα μωρό. Αυτή εδώ είναι η ευκαιρία τους σ' έναν τόπο στον οποίο οι ευκαιρίες δεν περισσεύουν, και αν θέλει κανείς να ζήσει τίμια θα πρέπει να λιώσει τα χέρια του στις οικοδομές. Γκερέρο σημαίνει πολεμιστής, και αυτή είναι μια γη της εξέγερσης, που, όπως και η χώρα ολόκληρη, μαστίζεται από το εμπόριο των ναρκωτικών και την διαφθορά, σ' όλα τα επίπεδα. Ο Άλβαρο νιώθει κοντά τους, παρόλο που δεν είναι δικός τους, δεν είναι από εκείνα τα μέρη, γεννήθηκε στην Πόλη του Μεξικού, σε έναν κόσμο διαφορετικό, με δρόμους ήσυχους και σκιερούς. Οι φοιτητές ετοιμάζονται για τη διαδήλωση στην Πόλη του Μεξικού, στην Πλατεία των Τριών Πολιτισμών, διαδήλωση που γίνεται κάθε χρόνο στις 2 Οκτωβρίου, φόρος τιμής στους συνομήλικούς τους που ο στρατός της Δημοκρατίας δολοφόνησε τον Οκτώβριο του 1968. Ο Άλβαρο δέχεται την πρόσκληση να κάνει μαζί τους το ταξίδι. Το σχέδιο περιλαμβάνει την κατάληψη κάποιων λεωφορείων που θα τους μεταφέρουν μέχρι την πρωτεύουσα. Στην Ιγκουάλα θα πέσουν σ' ένα μπλόκο των αρχών. Από τους πυροβολισμούς των αστυνομικών θα πέσουν νεκροί τρεις φοιτητές, παραπάνω από είκοσι θα τραυματιστούν. Το μένος των διωκτών δεν σταματά εκεί. Οι φοιτητές κυνηγιούνται λυσσαλέα, σαράντα τρεις συλλαμβάνονται, όμως τα ίχνη τους εξαφανίζονται.

Ο Ντυκροζέ μπλέκει εξαρχής το ντοκουμέντο με τη μυθοπλασία, καίτοι μυθιστόρημα, κάθε άλλο παρά φανταστικός είναι ο κόσμος που περιγράφεται. Είναι ένας πρώτος, ελάχιστος, φόρος τιμής στον Ρομπέρτο Μπολάνιο, που για τη βία των περιοχών αυτών με ποιητική ακρίβεια έγραψε σελίδες που ανήκουν πια σε κάθε λογοτεχνικό κανόνα. Ο Ντυκροζέ στη θέση της ποίησης τοποθετεί την τεχνολογία, αυτή αποτελεί το αντίβαρο στον κόσμο αυτό, οι λέξεις είναι όπλα, αυτό δεν αλλάζει, εκείνο που αλλάζει είναι το μέσο, ο στίχος δίνει τη θέση του στον κώδικα. Ο πατέρας του Άλβαρο, όταν εκείνος ήταν ακόμα μαθητής, του έκανε δώρο έναν υπολογιστή, ένας νέος κόσμος ανοίχτηκε τότε μπροστά στα μάτια του, η εφηβεία απέκτησε νόημα. Μια κοινότητα ανθρώπων με κοινές ιδέες δημιουργήθηκε. Στην πορεία ο Άλβαρο παρασύρθηκε, έχασε τον βηματισμό του. Η διδασκαλία της πληροφορικής υπήρξε για εκείνον μια κρυψώνα, η σωστή κατεύθυνση της γνώσης, η ορθή της χρήση, η καταπολέμηση του ψηφιακού αναλφαβητισμού, η τεχνολογική ενίσχυση της πολιτικής θεωρίας, η μεταφορά στον ιστό της αντίστασης και του αγώνα για αλλαγή. Ο Άλβαρο μπορεί να κατάφερε να διαφύγει εκείνη τη μέρα, όμως δεν ήταν πια ο ίδιος άνθρωπος μετά από αυτό. Έπρεπε να περάσει τα σύνορα, δεν γινόταν να μείνει άλλο στη χώρα αυτή. Περνώντας ο Άλβαρο τα σύνορα, ο Μπολάνιο παραδίδει τη σκυτάλη στον ΝτεΛίλλο, η άνυδρη μεξικανική γη στη Σίλικον Βάλλεϋ που ονειρεύεται την αθανασία.

Η ανακάλυψη των σωμάτων είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που προφητεύουν ή ‒αν προτιμάτε‒ σηματοδοτούν το καινούργιο στη λογοτεχνία, εκείνο που κάποια χρόνια αργότερα θα καταστεί τόπος κοινός, στη συγκεκριμένη περίπτωση όχι τόσο ως προς τη μορφή, άλλωστε ο Ντυκροζέ επιλέγει μια σχετικά συμβατική αφήγηση, ενώ και η ιστορία του διαθέτει αρχή, μέση και τέλος, αλλά καινούργιο ως προς τα συστατικά που αποτελούν πια τον κόσμο μας, την αποτύπωση της συγχρονίας ενός κόσμου που πορεύεται ‒όπως πάντα‒ σε διαφορετικές ταχύτητες, που το λεξιλόγιο του εμπλουτίζεται διαρκώς με νέους όρους και νοήματα. Η υπεραιχμή της τεχνολογικής προόδου, εκεί που η φαντασία δεν έχει όρια και ο Θεός έχει αντικατασταθεί από καιρό στην ηγεσία της εκστρατείας για την επίτευξη της αθανασίας, για την κατάκτηση του άπειρου και του άφθαρτου σώματος, στον αντίποδα του γνώριμου γήινου κόσμου, που το Μεξικό αντιπροσωπεύει, της βίας της εξουσίας και της διαφθοράς, εκεί που ο εχθρός μοιάζει προετοιμασμένος για κάθε πιθανή αντίδραση. Η ψυχρή τριτοπρόσωπη αφήγηση λειτουργεί εξόχως αντιστικτικά ως προς τις εικόνες και τα νοήματα που μεταφέρει, έτσι όπως δομείται συναισθηματικά ουδέτερη σαν αυτοματοποιημένη λειτουργία κάποιου πανίσχυρου λογισμικού. Η επιρροή του ΝτεΛίλλο ‒όπως και του Μπολάνιο, άλλωστε‒ δεν περιορίζεται στην υπό διαπραγμάτευση θεματική, άλλωστε με το ζήτημα της επ' άπειρον παράτασης της ζωής έχει ασχοληθεί, ήδη από χρονιά, πλήθος δημιουργών. Η επιρροή εδώ βρίσκεται στον τρόπο με το οποίο αποτυπώνεται γλωσσικά το άχρονο και το άτοπο, το διαρκές παρόν και το πάντοτε εδώ, η αντίθεση ανάμεσα στη δίψα για ζωή και την απουσία οποιουδήποτε συναισθήματος, μια επιθυμία απόρροια της τετράγωνης λογικής, ένα λάθος του συστήματος.

Η ανακάλυψη των σωμάτων, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της καλής λογοτεχνίας, είναι ένα μυθιστόρημα πολιτικό, που αναφέρεται στους αγώνες και τις προκλήσεις ενός κόσμου που μοιάζει, αλλά δεν είναι μακρινός. Στον πυρήνα της ιστορίας βρίσκεται το διαδίκτυο που ξεκίνησε ως μια νησίδα, με προοπτικές να καταστεί ήπειρος ολόκληρη, ελευθερίας, εκεί όπου όλοι θα είχαν ισότιμη συμμετοχή και πρόσβαση, η βάση για την αλλαγή, όμως ο καπιταλισμός απέδειξε για ακόμα μια φορά το χάρισμά του να οικειοποιείται ακόμα και ό,τι είναι εχθρικά διακείμενο απέναντι σ' αυτόν, να το φέρνει στα μέτρα του και κυρίως να παράγει κέρδος από την εκμετάλλευσή του. Έτσι έγινε και με το ίντερνετ. Ο ψηφιακός και ο αναλογικός κόσμος διαφέρουν σε πολλά αλλά μοιάζουν σ' ένα· η μάχη δείχνει χαμένη. Ο αφηγητής δεν εθελοτυφλεί, γνωρίζει καλά πώς έχουν τα πράγματα, τη δύσκολη θέση στη γωνία του ρινγκ, ώρες μετά από την ανακοίνωση του νοκ άουτ, κι όμως η ελπίδα δεν έχει χαθεί, το πόσο θα ζήσει κανείς έρχεται σε δεύτερη μοίρα, το πώς θα ζήσει κανείς αποτελεί το επίκαιρο διακύβευμα, έτσι θα έπρεπε τουλάχιστον.

Ο Ντυκροζέ εκκινά ‒φαινομενικά‒ κυρίως από τη γνώση και λιγότερο από την έμπνευση για να γράψει αυτό το βιβλίο. Γνώση θαυμαστής ποικιλίας και βάθους, από τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία, μέχρι την επικαιρότητα και την τεχνολογική πρωτοπορία. Η ιστορία που αφηγείται είναι ένα σύνολο θραυσμάτων του κόσμου που μας περιβάλλει και ο Άλβαρο ενώνει τα νήματα μεταξύ αυτών. Ένα κατασκεύασμα σκοπίμως εγκεφαλικό και τεχνικό, ώστε η ποίηση να βρει πρόσφορο έδαφος, βαδίζοντας το μονοπάτι που οι ύστεροι σπουδαίοι έχουν προλειάνει. Ο Ντυκροζέ διόλου δεν ασφυκτιά υπό το βάρος των επιρροών του, δεν κρύβεται πίσω από αυτές και δεν προσπαθεί ‒μάταια‒ να τις μακιγιάρει, παίζει με τα χαρτιά του ανοιχτά και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει και με το παραπάνω.

(Αυτό το βιβλίο έσκασε πραγματικά από το πουθενά, δεν γνώριζα τίποτα γι' αυτό, δεν είχα καν χτίσει αναγνωστικές προσδοκίες, και ήδη από τις πρώτες κιόλας σελίδες ένιωθα πως έχω απέναντί μου ένα σπουδαίο μυθιστόρημα. Άφησα να περάσουν αρκετές μέρες από το τέλος της ανάγνωσης ωσότου κάτσω να βάλω σε μια σειρά τις σκέψεις μου, ήθελα να κατακάτσει το αίσθημα του ενθουσιασμού, να εξακριβώσω, όσο μπορώ, πως δεν πρόκειται για ένα πυροτέχνημα. Όπως διαπιστώσατε, ο ενθουσιασμός όχι μόνο δεν κατακάθισε, αλλά γιγαντώθηκε. Η επανανακάλυψη των σωμάτων. Τι βιβλίο!)

υγ. Περισσότερα για τις διακριτές επιρροές από ΝτεΛίλλο και Μπολάνιο εδώ και εδώ.

Μετάφραση Δημήτρης Δημακόπουλος
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2021

Το τελευταίο ποστάλι - Φαίδων Ταμβακάκης

Ο λόγος που αποφάσισα να δημοσιεύσω το κείμενο που ακολουθεί είναι γιατί πλέον δεν μοιάζει καθόλου πιθανό να εκδοθεί το Χρονικό της Marenco. Η ομάδα που εργάστηκε με σκοπό να καταγράψει την ιστορία της σημαντικότερης βιομηχανίας της χώρας έχει διασκορπιστεί, το ίδιο και το αρχειακό υλικό, ούτε φαίνεται να ενδιαφέρεται κανείς για την ολοκλήρωσή του.

Πριν ό,τι άλλο, ο συγγραφέας συστήνει στον αναγνώστη την αφηγήτρια της ιστορίας του, αποποιούμενος οποιαδήποτε δική του συμμετοχή, αποτραβιέται στα παρασκήνια. Είναι η Λ.Μ., που δούλεψε για χρόνια στη Marenco, την άλλοτε κραταιά τσιμεντοβιομηχανία, που ανήκε στην οικογένεια Μάρκελλου, μέχρι και το 2016 όταν ο Αντώνης Μάρκελλος, γνωστός ως «Ναύαρχος», εξαιτίας της αγάπης του για τη θάλασσα και τους αγώνες σκαφών, παραιτήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της διοίκησης. Τα χρόνια της επαγγελματικής τους συνεργασίας δεν στάθηκαν ικανά ώστε η αφηγήτρια να τον γνωρίσει πραγματικά, ως άνθρωπο. Αυτό συνέβη στο ταξίδι τους προς την Αγία Ελένη, νήσο γνωστή στους περισσότερους ως τόπος εξορίας του Ναπολέοντα, και σε κάποιους λιγότερους ως τόπος κατοικίας της χελώνας Τζόναθαν, του γηραιότερου ζώου στον κόσμο. Στις αρχές του 2017, στο νησί ετοιμαζόταν να λειτουργήσει το νεόκτιστο αεροδρόμιο, γεγονός που θα σήμαινε τη διακοπή της ακτοπλοϊκής σύνδεσης με το Κέιπ Τάουν. Αυτή η είδηση δημιούργησε στον «Ναύαρχο» την επιθυμία να είναι παρών στο τελευταίο ποστάλι του πλοίου που για χρόνια εξυπηρετούσε τη γραμμή, ζητώντας από την Λ.Μ. να τον συνοδεύσει στο εξαήμερο αυτό ταξίδι. Στον πρόλογο του κειμένου, η αφηγήτρια εξηγεί τους λόγους που την οδήγησαν στη δημοσίευσή του και ζητά εκ των προτέρων συγνώμη για τα σημεία εκείνα που αμέλησε ή δεν στάθηκε απόλυτα πιστή.

Με Το τελευταίο ποστάλι ο Ταμβακάκης επιστρέφει στην αγαπημένη του θάλασσα, μετά από ένα διάλειμμα επιστημονικής φαντασίας, με τη διπλής εισόδου νουβέλα Η έβδομη ιστορία / Το μυστικό της Σεσάτ, ένα γοητευτικό λογοτεχνικό παιχνίδισμα, με ήρωα ένα βιβλίο. Επιστρέφει για να αφηγηθεί μια ιστορία εκατό χρόνων, με σημείο αναφοράς τη Marenco και ξεναγό τον Αντώνη Μάρκελλο, ένα εγχείρημα αρκετά φιλόδοξο, σε μια από τις κορυφές της πλούσιας βιβλιογραφίας του συγγραφέα. Για να πλεύσει το πλοίο πρέπει πρώτα να κατασκευαστεί, ακόμα πιο πριν, να σχεδιαστεί. Ο Ταμβακάκης, έμπειρος στις θάλασσες, το γνωρίζει αυτό καλά· διαλέγει με προσοχή τα υλικά του, προσέχει τις λεπτομέρειες, σκέφτεται καλά την κάθε απόφαση, μην αφήνοντας τίποτα στην τύχη. Επιλέγει τις σταθερές συντεταγμένες πλεύσης εντός του αιώνα, το κάδρο μέσα στο οποίο θα τοποθετήσει τις δικές του μικροϊστορίες, τις διαδρομές που ακολούθησε ο Μάρκελλος αλλά και η Marenco. Αυτό το είδος της μυθοπλασίας, που τόσο φλερτάρει με την ιστορική πραγματικότητα, το ντοκουμέντο, την αληθοφάνεια, τα μεγάλα και γνωστά γεγονότα, πότε ως παραβολή και πότε ως αναλογία, για να λειτουργήσει πρέπει να κουμπώσει τόσο ανάλαφρα ώστε οι ραφές να μην είναι ορατές, να μην προεξέχουν και διαταράσσουν την πλεύση. Η ιστορία προσιδιάζει σε ταξίδι με πλοίο. Ήρεμες θάλασσες αλλά και ταραγμένες, στιγμές έντασης και αδράνειας, νέα λιμάνια και μικρές βραχονησίδες, ανεμελιά και ναυάγια, το πρώτο ποστάλι και το τελευταίο, οι επιβάτες και το πλήρωμα, οι χάρτες και τα όργανα που τη στιγμή της τρικυμίας δίνουν τη θέση τους στο ένστικτο.

Ο συγγραφέας προειδοποιεί τον αναγνώστη έγκαιρα: το βιβλίο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Αν ο αφηγητής χρησιμοποιούσε πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις δεν θα γινόταν πιστευτός. Τούτου δοθέντος, η όποια μυθοπλαστική αθωότητα μένει στην άκρη. Τα ευρήματα επιτρέπουν στο μυθιστόρημα να λειτουργήσει σε διάφορα επίπεδα, ανοιχτό σε ερμηνείες και αναλογίες. Η απόφαση, για παράδειγμα, η Marenco να 'ναι τσιμεντοβιομηχανία, ένα σύμβολο ανάπτυξης που για να ευδοκιμήσει έχει ανάγκη την καταστροφή και τη στενή σχέση με την εκάστοτε ηγεσία, χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες, όχι μόνο δεν μπορεί να είναι τυχαία, αλλά αποτελεί μια κομβικής σημασίας συγγραφική επιλογή, και προφανώς δεν είναι η μόνη. Η αφηγηματική άνεση του Ταμβακάκη γοητεύει και καθηλώνει τον αναγνώστη, όμως είπαμε, είχαν προηγηθεί οι απαραίτητες τεχνικές κατασκευές ώστε να δημιουργηθούν οι απαραίτητοι χώροι. Το καθοριστικό αφηγηματικό εύρημα για τη συνοχή των επιμέρους ιστοριών αλλά και για τη χρονική προώθηση της κυρίως ιστορίας είναι η χρήση των συνεπιβατών για την ανάσυρση προσώπων από το παρελθόν τού Μάρκελλου, πρόσωπα που πυροδοτούν τη μνήμη και έτσι δικαιολογούν και καθιστούν λειτουργικό τον ιδιότυπο αυτό απολογισμό, λειτουργώντας ταυτόχρονα και ως πύλες χρονικού περάσματος από το παρόν στο παρελθόν, καθώς το πλοίο πλησιάζει στον τελικό του προορισμό. Στη συνοχή της αφήγησης συνεισφέρει και η θαυμαστή ανάμειξη της πρωτόπροσωπης αφήγησης του «Ναύαρχου» με τις διακριτικές μα απαραίτητες παρεμβάσεις της αφηγήτριας.

Ο Αντώνης Μάρκελλος είναι ένας ιδιαιτέρως σύνθετος χαρακτήρας, και γι' αυτό τόσο αληθοφανής, παρότι ανήκει σε έναν μικρόκοσμο, σε μια ολιγάριθμη κοινωνική ελίτ, χαρακτήρας που εγείρει πλήθος αντικρουόμενων συναισθημάτων, χωρίς όμως να επιζητά κανένα, μήτε τον θαυμασμό, μήτε την κατανόηση, και πόσο μάλλον τη λύπηση, που διαθέτει τον αυτοσαρκασμό και την οξυδέρκεια της παρατήρησης του εαυτού, ο κατάλληλος ξεναγός στη νεοελληνική (και όχι μόνο) ιστορία, που δεν κρύβει τον υποκειμενικό χαρακτήρα με τον οποίο ανασύρει τα κομμάτια από τον βυθό της μνήμης, αποφεύγοντας να εισέλθει σε επικίνδυνες ατραπούς προσωπικής μετάνοιας και υποθέσεων, εκκινώντας από το πλέον βασικό γεγονός, πως δηλαδή σπατάλησε τη ζωή του σε κάτι άλλο από εκείνο που θα ήθελε, με τη διαφορά πως εκείνος δεν θα χρησιμοποιούσε ποτέ το βαρυφορτωμένο ρήμα σπαταλώ. 

Η ιστορία του βιομήχανου Ευσχημονίδη, ενός δευτερεύοντος προσώπου της αφήγησης, που την ώρα που έπαιζε τένις ειδοποιήθηκε πως η περιουσία του χάθηκε, και εκείνος ζήτησε από τον οδηγό του να τον αφήσει στο αεροδρόμιο της Πόλης, ντυμένο στα λευκά και με μια ξύλινη ρακέτα Dunlop ανά χείρας, απ' όπου πήρε το αεροπλάνο για την Αθήνα όπου είχε κάποιους συγγενείς στο Φάληρο, είναι μια από τις καλύτερες (μικρο-)ιστορίες που έχω διαβάσει ποτέ, χαρακτηριστική επίσης της γλυκόπικρης γεύσης της γραφής του Ταμβακάκη, του κωμικοτραγικού χαρακτήρα της ιστορίας, της κάθε ιστορίας.   

Το τελευταίο ποστάλι διαθέτει μια γοητευτική κοσμοπολίτικη αφήγηση που φέρνει στον νου τον κόσμο του Τσίρκα, ενώ συνομιλεί με δυο πρόσφατες κυκλοφορίες, τις Μικρές Αυτοκρατορίες, τη νουβέλα του Χρήστου Αστερίου, εκεί όπου η ίδια χρονική περίοδος διατρέχεται μέσα από την έρευνα αρχείου σχετικά με την καπνοβιομηχανία Murratti, αλλά και το εξαίσιο μυθιστόρημα του Άρη Μαραγκόπουλου, Φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ, με την ιστορία του Φώντα, παρότι σε φαινομενικά ταξικό αντίποδα, να έρχεται επίσης από τη θάλασσα. Ο Ταμβακάκης είναι μια από τις σταθερές της καλής ελληνικής λογοτεχνίας και με Το τελευταίο ποστάλι επιστρέφει δυναμικά στη μεγάλη φόρμα, θέτοντας υποψηφιότητα για το μυθιστόρημα της χρονιάς (μου). Αναγνωστική απόλαυση.

υγ. Περισσότερα βρίσκετε για την Υστάτη εδώ, για τους Ναυαγούς της Πασιφάης εδώ, για Τα άδεια ξενοδοχεία εδώ, για την Αναπαλαίωση εδώ, για την Έβδομη ιστορία εδώ.

υγ2. Για τη νουβέλα του Αστερίου Μικρές Αυτοκρατορίες εδώ, και για το Φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ του Μαραγκόπουλου εδώ.

 

Εκδόσεις το Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2021

Ισπανικό άλογο - André Héléna

Ο Chiquito ακούμπησε ξανά το πιστόλι στη βαλίτσα, έκατσε στην άκρη του κρεβατιού και αναστέναξε. «Είχα κι εγώ ένα τέτοιο όταν ήμουν με τη φάλαγγα Durruti».
«Λαχταράς εκείνες τις ημέρες;».
Ο Chiquito κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Υποθέτω πως όλοι το ίδιο νιώθουμε. Ήταν δύσκολες εποχές αλλά υπήρχε ελπίδα. Και βέβαια, ήμασταν στην Ισπανία. Κι ήμουν και είκοσι χρόνια νεότερος. Ακόμα εσύ δεν το συνειδητοποιείς, αλλά θα νιώσεις τα σημάδια που αφήνουν είκοσι χρόνια».

Αρκετοί από τους ηττημένους του ισπανικού εμφυλίου πέρασαν στη Γαλλία για να βρουν καταφύγιο από τις διώξεις, τα βασανιστήρια, τις φυλακές και τις εκτελέσεις που το καθεστώς του Φράνκο οργάνωνε και εκτελούσε από άκρη σε άκρη της επικράτειας σε μια απόπειρα εκδίκησης αλλά και εξάλειψης κάθε μορφής αντίστασης, σ' έναν πόλεμο που συνεχίστηκε για δεκαετίες και που οι πληγές του είναι ακόμα και σήμερα ανοιχτές, παρά την επιμονή για λήθη και στρογγύλεμα. Εκείνη τη μαύρη περίοδο υπήρξαν κάποιοι, μέσα και έξω από τη γύψινη χώρα, που δεν έπαψαν να αντιστέκονται, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια τους τη ζωή, που επέλεξαν να μείνουν πιστοί στις ιδέες και τα ιδανικά τους, που δεν κρύφτηκαν πίσω από μια καινούργια ταυτότητα, που δεν ξέχασαν το παρελθόν τους, ακόμα και όταν όλα έμοιαζαν χαμένα. Αναρχικοί και δημοκρατικοί που μακριά από τον τόπο τους ένιωθαν νοσταλγία και θυμό για τα όσα συνέβαιναν εκεί, για την ελπίδα που είχε πια εξασθενίζει, που δεν διακρινόταν σχεδόν πια στο σκοτάδι που κάλυπτε την Ισπανία. Παρότι τα χρόνια περνούσαν και μια αίσθηση κανονικότητας είχε σιγά σιγά, δια μέσου και της σιωπής της πλειοψηφίας, επιβληθεί πια, κάνοντας κάθε μορφή αντίδρασης να μοιάζει με ενέργεια γραφική, χωρίς νόημα. Βέβαια, όπως πάντοτε συμβαίνει στην ιστορία, έτσι και με τον θάνατο του Φράνκο ένα πλήθος εμφανίστηκε και έσπευσε να παρουσιάσει στο κοινό τα δημοκρατικά του διαπιστευτήρια, αφηγούμενο αγώνες λαμπρούς και δράσεις ένδοξες, φουσκώνοντας το στήθος και προτάσσοντάς το για να δεχτεί παράσημα, πολιτικοί, διανοούμενοι και καλλιτέχνες γεννήθηκαν με μιας, παρέα με το ξέπλυμα της κοινής γνώμης, μια μειοψηφία άλλωστε ήταν που ευθυνόταν για όλα αυτά, εμείς αντιδρούσαμε όλοι μαζί, πάνε όμως τώρα πια, πέρασαν, τώρα ενωμένοι ας προχωρήσουμε μπροστά.

Ο André Héléna (1919- 1972), έζησε όλη του τη ζωή στη νοτιοδυτική Γαλλία, εκεί όπου κατέφυγαν χιλιάδες Ισπανοί πολιτικοί πρόσφυγες, κυρίως αναρχικοί, με το τέλος του εμφυλίου, όταν ο συγγραφέας ήταν δεκαεπτά ετών. Γνώριζε τη δράση τους, αν και μάλλον κάπως επιφανειακά, καθώς ο ίδιος δεν ενεπλάκη ενεργά με το ελευθεριακό κίνημα. Στο Ισπανικό άλογο, ένα πολιτικό νουάρ, που ανήκει στην κατηγορία της ιστορικής μυθοπλασίας, αφηγείται μια ιστορία που είναι μάλλον απίθανο να στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα ως προς την εξέλιξή της, άλλωστε ο ίδιος δεν δηλώνει ιστορικός αλλά συγγραφέας. Είναι η ιστορία μιας ομάδας Ισπανών που ζει στην γαλλική πλευρά των συνόρων, είκοσι χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου, και επιμένει να συνεχίζει τον αγώνα. Με κόπο και τεράστιο τίμημα επιχειρεί μεταφορές όπλων και εκρηκτικών στην απέναντι πλευρά, ρισκάροντας να πέσει στα χέρια του εχθρού. Τώρα ετοιμάζει ένα μεγάλο χτύπημα, αρκετά φιλόδοξο, σχεδιάζοντας την εκτέλεση του Ισπανικού Αλόγου, που ηγείται ενός δικτύου Φαλαγγιτών, υπεύθυνου για εκατοντάδες δολοφονίες. Την παράτολμη αυτή αποστολή αναλαμβάνει ένας σύνδεσμος από το Παρίσι, άγνωστος στις ισπανικές αρχές. Εν ολίγοις, μια νουάρ μυθιστορία των '50s, με ένα μέχρι τέλους μπέρδεμα Ισπανών αναρχικών, Φρανκιστών και Γάλλων μπάτσων.

Το Ισπανικό άλογο, γραμμένο στα τέλη της δεκαετίας του '50, είναι ένα νουάρ μυθιστόρημα παλαιάς κοπής. Ο Héléna στο βωμό της πλοκής, της ατμόσφαιρας και της τελικής λύσης, θυσιάζει τόσο την πιστότητα στην ιστορική αλήθεια, όσο και την όποια ιδεολογική στράτευση, τοποθετώντας υπεράνω όλων το μυθιστόρημά του, κάτι το οποίο συνεισφέρει στην αναγνωστική απόλαυση. Εντούτοις, το Ισπανικό άλογο, παρότι ελάχιστα προσφέρει ως ιστορικό ντοκουμέντο, φέρει ακέραιο το βάρος του κάδρου εντός του οποίου διαδραματίζεται η ιστορία. Μυθιστόρημα στον πυρήνα του πολιτικό, που το κυρίως μέρος της πλοκής κινείται από ιδέες και ιδανικά για έναν καλύτερο κόσμο, και στην εξέλιξη της οποίας εμπλέκονται ρουφιάνοι και μπάτσοι. Μια ιστορία με χαρακτήρα οικουμενικό, που, αν αλλάξει κανείς τοπωνύμια και εθνικότητες, θα μπορούσε να διαδραματίζεται σε πλήθος χωροχρονικών συντεταγμένων. Ανάμεσα σε άλλα, εκείνο που χαρακτηρίζει τους εξόριστους είναι ο νόστος και η αγάπη για τον τόπο τους, για την πατρίδα τους, καίτοι δηλώνουν και είναι αναρχικοί, η αγάπη για τον τόπο μας είναι κάτι το οποίο δεν πρέπει να χαριστεί στους εθνικόφρονες πατριδοκάπηλους. Με ρυθμό στακάτο και χωρίς γλωσσικές φιοριτούρες ο Héléna πετυχαίνει ένα αποτέλεσμα που διακρίνεται για την ατμόσφαιρά του, ενώ οι ανατροπές επιτείνουν το αίσθημα αγωνίας για την τελική έκβαση, αγωνία, που παρότι αφορά μια συνθήκη λογοτεχνική και ιστορικά παρελθούσα, διαθέτει έναν επιτακτικό χαρακτήρα, πως εδώ διακυβεύεται κάτι πραγματικά σπουδαίο, που ξεπερνά την ίδια τη λογοτεχνία. Είχα καιρό να διαβάσω ένα τόσο πολιτικό νουάρ. 

Το Ισπανικό άλογο έρχεται να προστεθεί στην αρκετά ευρεία βιβλιογραφία που αφορά τον Ισπανικό Εμφύλιο και την περίοδο του Φράνκο, προσφέροντας ωστόσο μια αρκετά διαφορετική και σπάνια οπτική γωνία παρατήρησης, φέρνοντας, έστω και έμμεσα στο φως, τη δράση των ομάδων εκτός Ισπανίας. Η ιστορία της μετάφρασης και της έκδοσης του μυθιστορήματος, έτσι όπως δίνεται στο επίμετρο, παρουσιάζει τρομερό ενδιαφέρον, σχεδόν μυθιστορηματικό, ικανό να ανοίξει περαιτέρω συζητήσεις.

υγ. Φέτος οι εκδόσεις Δαίμων του τυπογραφείου συμπληρώνουν τριάντα χρόνια παρουσίας.

Μετάφραση/ Έκδοση: Δαίμων του τυπογραφείου

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2021

αυτοχειρία - Édouard Levé

Ο Εντουάρ Λεβέ, με ακαδημαϊκές σπουδές στα οικονομικά και αυτοδίδακτος στη φωτογραφία και τη ζωγραφική, αυτοκτόνησε στο Παρίσι στις 17 Οκτωβρίου του 2007, σε ηλικία σαράντα δύο ετών. Δέκα μέρες νωρίτερα είχε παραδώσει στον εκδότη του το χειρόγραφο του τελευταίου του βιβλίου, με τίτλο αυτοχειρία. Στο συγγραφικό του έργο επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από το Εργαστήρι Δυνητικής Λογοτεχνίας (OuLiPo) και κυρίως από τον πλέον επιφανή εκπρόσωπό του, Ζωρζ Περέκ. Το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο Τα έργα, έχει τη μορφή ενός καταλόγου έκθεσης και αποτελείται από τίτλους και περιγραφές πεντακοσίων δυνητικών εικαστικών έργων. Η συγγένεια με την περεκική Ιδιωτική πινακοθήκη (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Ύψιλον, 1992) είναι ορατή. Του Ημερολογίου ακολούθησε η Αυτοπροσωπογραφία (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, opera, 2014), που συνομιλεί με το Ένας άνθρωπος που κοιμάται (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Ύψιλον, 2020). Εδώ ο Λεβέ επιδιώκει να αποδώσει λεκτικά εκείνο που υπό αναλογία θα συλλάμβανε το φως στο χαρτί και θα αποκάλυπτε το μολύβι στον καμβά, παραθέτοντας, εμμονικά σχεδόν, παρατηρήσεις σχετικά με τον εαυτό του, τόσο ποσοτικές όσο και ποιοτικές, επιδιώκοντας, θαρρείς, να απαντήσει στο ερώτημα: πόσο πλήρης μπορεί να είναι μια λίστα σαν κι αυτή; Παρά τον εγωκεντρικό χαρακτήρα του εγχειρήματος, ο Λεβέ πετυχαίνει να εμπλέξει τον αναγνώστη στη δική του αυτοπροσωπογράφηση, αρχικά σημειώνοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές με τον συγγραφέα, ακολούθως δρώντας αυτόνομα. Σε μια από τις καταχωρήσεις της Αυτοπροσωπογραφίας ο Λεβέ σημειώνει πως «Έφηβος, νόμιζα πως το Ζωή οδηγίες χρήσεως θα με βοηθούσε να ζήσω και το Αυτοκτονία οδηγίες χρήσεως να πεθάνω».

Με την αυτοχειρία, ο Λεβέ μοιάζει να απομακρύνεται λογοτεχνικά από την υψηλής έντασης επιρροή του Εργαστηρίου, καθώς η δευτεροπρόσωπης απεύθυνσης αφήγηση διαθέτει ένα αυτοβιογραφικό εμβαδό στήριξης, την αυτοκτονία, είκοσι χρόνια πριν, ενός παιδικού του φίλου, προς τον οποίο και μονολογεί ο αφηγητής Λεβέ. Η αυτοχειρία του Λεβέ, δέκα μέρες αφότου παρέδωσε το χειρόγραφο, έρχεται να καταλύσει έναν από τους βασικούς, αν όχι τον πλέον βασικό, αναγνωστικό άξονα πρόσληψης της μυθοπλασίας, τη σύμβαση της επινόησης. Η ύστερη αυτή καταχώρηση στη βιογραφία του συγγραφέα έρχεται να προσδώσει κρυμμένα νοήματα, νήματα σύνδεσης και μια υπό αίρεση τραγική ειρωνεία στην ανάγνωση. Η δυνητικότητα της λογοτεχνίας να μετατραπεί σε πραγματικότητα. Στο εμπνευσμένο επίμετρο, η μεταφράστρια Κατερίνα Χανδρινού ισχυρίζεται πως το «εσύ» θα μπορούσε να εκληφθεί και ως ένα διαιρεμένο εγώ· ο μισός Λεβέ που έχει ήδη περάσει στην απέναντι όχθη, έχοντας λάβει την απόφαση να δώσει εκούσιο τέλος στη ζωή, και ο άλλος μισός που ακόμα παραμένει ανάμεσα στους ζώντες, για να ολοκληρώσει αυτή την αντιφατική πράξη δημιουργίας. Ποτέ κανείς δεν θα μάθει, ωστόσο.

Η ιδιαίτερη επιλογή της δευτεροπρόσωπης απεύθυνσης δημιουργεί εξ αρχής μια έντονη δυναμική, στην οποία είναι δύσκολο να διακριθούν τα πραγματικά συναισθήματα του αφηγητή απέναντι στον αυτόχειρα. Η αυτοκτονία είναι μια από τις πλέον κατακριτέες ανθρώπινες πράξεις, σχεδόν αδύνατο να τύχει δικαιολόγησης, πόσο μάλλον κατανόησης. Ο αυτόχειρας είθισται να κατηγορείται ‒ω, τι ειρωνεία!‒ για κίνητρα άκρως εγωιστικά, για τον πόνο που προκάλεσε στους οικείους του, μεταξύ άλλων. Το δίπολο είναι δεδομένο, καλό πράγμα η ζωή, άσχημο πράγμα ο θάνατος, και επί της βεβαιότητας αυτής βαδίζει εδώ και αιώνες σύσσωμη η ανθρωπότητα. Ο αφηγητής, ωστόσο, στέκει συναισθηματικά ουδέτερος, δεν κρίνει την πράξη, δεν αφορίζει, δεν δικαιολογεί και δεν θρηνεί όλα όσα οριστικά ματαιώθηκαν στη σχέση των δύο. Θυμάται και καταγράφει επεισόδια της ζωής του φίλου του, υποθέτει αρκετά για να καλύψει τα αναπόφευκτα κενά. Στέκεται μακριά από τον οποιοδήποτε μεταφυσικό ή φιλοσοφικό στοχασμό, μην επιτρέποντας στιγμή στη δική του αγωνία να εισέλθει.

Ωστόσο, παρά τη συναισθηματική κυρίως απόσταση που παίρνει ο αφηγητής, ο αναγνώστης αργά ή γρήγορα εμπλέκεται. Η διαρκής απεύθυνση και η χρήση του ιστορικού ενεστώτα ευθύνεται εν πολλοίς γι' αυτό, η αντίστιξη μιας ζωντανής αφήγησης που ο κεντρικός της ήρωας είναι νεκρός. Η αποσπασματικότητα της αφήγησης και η έλλειψη γραμμικότητας, η απουσία δηλαδή εμφανούς άρμοσης, χαρακτηρίζουν την αυτοχειρία. Ανάμεσα στα διάφορα επεισόδια από τη ζωή του αυτόχειρα παρεμβάλλονται φράσεις που θα συνέθεταν μια προσωπογραφία, φράσεις που διακόπτουν την επιμέρους ροή, λειτουργώντας ως εφέ του μοντάζ για τη συρραφή και τη μετάβαση. Παρά την απουσία ενός συνδετικού ιστού, η αυτοχειρία διακρίνεται για τη συνοχή της. Όλα μοιάζουν στη θέση τους παρότι ατάκτως ερριμμένα· είναι οι καλά χωνεμένες λογοτεχνικές επιρροές και η ενασχόληση του Λεβέ με τη σύνθεση που επιτρέπουν στην αφήγηση να λειτουργήσει με βάση τον άναρχο μηχανισμό της ανακαλούμενης μνήμης.

Η οριστικότητα του θανάτου είναι παραλυτική. Ο Λε Τελιέ, στην Ανωμαλία (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, opera, 2021), που επίσης κυκλοφόρησε πρόσφατα, δίνει στον δικό του Λεβέ μια δεύτερη ευκαιρία να προσγειωθεί ξανά στον κόσμο· ένας φόρος τιμής, όχι ο πρώτος, του Λε Τελιέ στον κάποτε λογοτεχνικό συνοδοιπόρο Λεβέ, υπό τη μορφή ‒τι άλλου παρά‒ παιχνιδιού.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο (επιμ. Μισέλ Φάις) της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 7 Αυγούστου 2021, το λινκ για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.
 
υγ2. Περισσότερα για την Αυτοπροσωπογραφία του Λεβέ μπορείτε να διαβάσετε εδώ, για το αριστουργηματικό Ζωή οδηγίες χρήσεως του Ζορζ Περέκ εδώ και για το Ένας άνθρωπος που κοιμάται εδώ, ενώ για την Ανωμαλία του Λε Τελιέ, το μυθιστόρημα του φετινού καλοκαιριού, εδώ
 
Μετάφραση Κατερίνα Χανδρινού
Εκδόσεις Κείμενα

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2021

Αεροδρόμιο - Ελίζα Παναγιωτάτου

(Κάποιες από τις πλέον χαρακτηριστικές εικόνες στην εποχή της πανδημίας υπήρξαν εκείνες που αποτύπωναν την ερημιά των αεροδρομίων, καθώς οι πτήσεις ακυρώνονταν η μία μετά την άλλη. Η χωρίς χρέωση αλλαγή των εισιτηρίων για μια επόμενη πιθανή ημερομηνία αποδείχτηκε μια πράξη, μάλλον υπέρμετρης, αισιοδοξίας. Η ματαίωση των διακοπών έμελλε τελικά να 'ναι το μικρότερο απ' όλα τα δεινά. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ονειρεύτηκα σε αεροδρόμιο εκείνη την εποχή.) 

Η επιλογή της Ελίζας Παναγιωτάτου να φιλοξενήσει τα διηγήματα αυτής της συλλογής στον χώρο ενός αεροδρομίου παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον, παρά τις όποιες ενστάσεις είχα αρχικά, πιάνοντας το βιβλίο στα χέρια μου, φοβούμενος ένα βεβιασμένο θεματικά κόνσεπτ, που (μου) έμοιαζε επίκαιρο, και το επίκαιρο στη λογοτεχνία, όσο και αν θέλγει, προκαταβάλει. Το επίκαιρο διαφέρει από το σύγχρονο. Η συγχρονία αποτελεί αναγνωστικό ζητούμενο, ένας από τους κύριους λόγους που διαβάζω ελληνική λογοτεχνία γραμμένη σήμερα. Στην παρούσα συλλογή, δεν είναι μόνο ως προς το περιεχόμενο των ιστοριών, στις οποίες ο μεταβατικός χώρος του αεροδρομίου λειτουργεί μ' έναν τρόπο καταλυτικό, έτσι όπως οι ήρωες στέκουν εγκλωβισμένοι, αφηγούμενοι τις ιστορίες τους, αναλογιζόμενοι από πού έφυγαν και πού πηγαίνουν, παρατηρώντας γύρω τους ταξιδιώτες και εργαζόμενους, αλλά και ως προς τη σύνδεση των ιστοριών μεταξύ τους, στον ενιαίο τρόπο που τελικά λειτουργούν ως σύνολο, με τρόπο αβίαστο και χαλαρό. Το αεροδρόμιο, με τα τόσο έντονα χαρακτηριστικά ενός μη τόπου, όπως ο ανθρωπολόγος Marc Augé τον ορίζει, προσφέρει έναν καμβά δυνατοτήτων τον οποίο η συγγραφέας εκμεταλλεύεται στο έπακρο για να διαρθρώσει τις ιστορίες της.

Η γραφή της Παναγιωτάτου, χαμηλόφωνη και διακριτική, χωρίς αχρείαστες συναισθηματικές εξάρσεις και κραυγές, ταιριάζει στους τεράστιους χώρους ενός τερματικού σταθμού, εκεί που επικρατεί ησυχία, μια ησυχία ανησυχαστική όμως, μια ησυχία ψυχρή, που διαρκώς υπενθυμίζει πως δεν είσαι παρά περαστικός από εκεί και οφείλεις να είσαι υπάκουος και σε διαρκή εγρήγορση, έτσι όπως τα μηνύματα ασφάλειας επαναλαμβάνονται διαδεχόμενα τα last call. Οι ήρωες της Παναγιωτάτου ταξιδεύουν μόνοι τους, βρίσκονται στο διάκενο μεταξύ του πριν και του μετά, σε έναν μη χρόνο, σε μια ιδιότυπη παύση, λες και η προηγούμενη πίστα τελείωσε και τώρα περιμένουν να φορτώσει η επόμενη. Ένα σημείο απολογισμού, αλλά και ένα σημείο παρατήρησης· ο τρόπος με τον οποίο οι υπόλοιποι διαχειρίζονται αυτή την ιδιαίτερη συνθήκη, η άνεση με την οποία κινούνται ή στέκονται, η ικανότητα ή η αδυναμία που τους επιτρέπει να κοιμούνται, η νευρικότητα που καταλαγιάζει με επαναλαμβανόμενες κυκλικές διαδρομές, τα φώτα που δεν σβήνουν ποτέ, ο ακίνητος δείκτης του ρολογιού, η σκέψη σε ποιον θα μπορούσες να εμπιστευθείς για λίγο τα πράγματά σου ή ποια υπάλληλος θα δείξει κατανόηση για την έξτρα αποσκευή, η επίσκεψη, ξανά και ξανά, στον πίνακα ανακοινώσεων, η βόλτα στα ίδια μαγαζιά, η τουαλέτα, το τέντωμα των ποδιών, η φόρτιση του κινητού, το αίσθημα όχλησης που κυριαρχεί. 

Μια ιδιότυπη κοινότητα αναδύεται, χωρίς τοίχους και χωρίσματα για να κρυφτείς από τη ματιά του άλλου, τα πρόσωπα αποκτούν μια οικειότητα, έτσι όπως θυμίζουν πρόσωπα από το παρελθόν, τα κλισέ και οι στερεοτυπίες παραμονεύουν, η αφήγηση της ιστορίας σου μπλέκεται με την κατασκευή της ιστορίας του άλλου, μικρά θραύσματα, σκόρπιες κουβέντες στο τηλέφωνο, μια έκρηξη απογοήτευσης, ελάχιστες λεπτομέρειες αρκετές ώστε η οικοδόμηση να ξεκινήσει. Οι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, παρότι όχι μεγάλες σε έκταση, πετυχαίνουν να συνδυάσουν το προσωπικό με την παρατήρηση, όσα τα πρόσωπα φέρουν και όσα συμβαίνουν σ' αυτόν τον κόσμο μέσα στον κόσμο (ή μήπως έξω από τον κόσμο;). Η συγγραφέας επιμένει και προτάσσει τις ιστορίες καθενός από τους ήρωές της, τους φόβους, τις ελπίδες, τα βιώματα, όλα εκείνα τα οποία κουβαλούν, καθώς η αναμονή αναδεικνύει το τίμημα της μετακίνησης. Οι χαρακτήρες δίνονται ικανοποιητικά, ο αναγνώστης νιώθει πως ξέρει αρκετά γι' αυτούς, κάποιους ίσως να τους έχει συναντήσει κιόλας. Στις ιστορίες τους η Παναγιωτάτου έρχεται να μπολιάσει την παρατήρηση, που η λειτουργία της ποικίλει για το καθένα από τα πρόσωπα της αναμονής, σ' άλλους προσφέρει την ανακούφιση, μια διέξοδο αποπλάνησης, τη στιγμή που άλλους τους βυθίζει περισσότερο.

Το εύρημα του αεροδρομίου είναι λειτουργικό γιατί η Παναγιωτάτου δεν το βιάζει. Δεν εγκλωβίζεται σ' αυτό, αναζητώντας συνδέσεις τραβηγμένες ανάμεσα στις ιστορίες· μια γάτα που το έσκασε, μια καθαρίστρια, το κλάμα ενός άντρα που δεν θα προλάβει την κηδεία της μητέρας του, αρκούν. Συγγραφική επιδίωξη μοιάζει να είναι η αποτύπωση της παρουσίας των προσώπων σ' έναν μη τόπο, εκεί που ο άνθρωπος γίνεται, κατά τον Augé, μονοδιάστατος, σ' έναν μη τόπο όπως η αίθουσα αναμονής ενός αεροδρομίου, σ' ένα χωροχρονικό μεταίχμιο, αλλά και η εξοικείωση σ' ένα περιβάλλον όπως αυτό, η παρατήρηση του γύρω κόσμου, η απόπειρα χαρτογράφησης των αρχών που διέπουν τη λειτουργία του, τις ατέλειες που το βιαστικό πέρασμα κρύβει, το να μην είσαι, εν ολίγοις, ούτε εδώ αλλά ούτε και εκεί. Η Παναγιωτάτου δεν εκβιάζει συναισθηματικά τον αναγνώστη. Αφήνει τις ιστορίες της να λειτουργήσουν σ' ένα περιβάλλον γνώριμο για τους περισσότερους ανθρώπους, σε μια συνθήκη οικεία. Είναι το αεροδρόμιο εκείνο που δημιουργεί τη σύνδεση ανάμεσα στον αναγνώστη και τα πρόσωπα των διηγημάτων, που γεννά την ενσυναίσθηση, και επιτρέπει στα διηγήματα να λειτουργούν τόσο κατά μόνας όσο και εν συνόλω, και αυτό είναι ένα από τα παράσημα της συλλογής αυτής.

εκδόσεις αντίποδες

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2021

Καχάμπρε - Armando Romero

Ο Σεραφίν ήταν ο πρώτος που με υποδέχτηκε στον οικισμό Πλαγίτας. Στις χερούκλες του ένα μπουκάλι ανθρακούχο Ποστομπόν με γλυκιά γεύση, ήταν ό,τι έπρεπε για την ανακούφιση των χειλιών μου που είχαν ξεραθεί απ' το αλάτι τόσες ώρες στ' ανοιχτά με τη μηχανοκίνητη βάρκα, την οποία ο θείος Αρσέσιο μανούβραρε επιδέξια ανάμεσα στους κυματοθραύστες. Η θεία Ελόδια δεν ήταν στον οικισμό. Είχε πάει, ανεβαίνοντας τον ποταμό Τίμπα, να ράψει το στήθος μιας γυναίκας που της το είχαν σκίσει με τη ματσέτα σ' έναν καβγά. Ο Αρσέσιο, αφού με βοήθησε να κατέβω από τη βάρκα, ξανάφυγε τρέχοντας μ' αυτή και με τον Μαροκίν για να δει τι συνέβαινε, αλλά όχι χωρίς να ζητήσει πριν από τον Σεραφίν να του φέρει ένα μπουκάλι αψέντι.

Σχεδόν ήξερα από εκείνη τη στιγμή πως ο Σεραφίν θα γινόταν ο φίλος μου στην Καχάμπρε. Περιοχή με ζούγκλες, θάλασσες, ποτάμια, παραπόταμους, νησιά, οικισμούς, μαγκρόβια δάση, ξυλουργεία, όλα συνδεδεμένα με τον ποταμό που φέρει το ίδιο όνομα: Καχάμπρε. Με τους κατοίκους της, μαύρους στην πλειονότητά τους, και κάτι λίγους λευκούς αποίκους. Πάισα ήταν οι νεοφερμένοι· κουλιμότσο όσοι βρίσκονταν εκεί από τους χρόνους της αποικιοκρατίας.

Δεκαετία του '60. Ο νεαρός αφηγητής, επίδοξος συγγραφέας, δεν σχεδιάζει να μείνει για πολύ καιρό σ' εκείνα τα άγνωστα και εξωτικά, ακόμα και για τους Κολομβιανούς, μέρη· περιμένει ένα πλοίο, που θα σαλπάρει από τη Μπουεναβεντούρα, για να κάνει τον γύρο του κόσμου. Με την άφιξή του, μια νεαρή μαύρη οστρακοσυλλέκτρια, η Ρουπέρτα, δολοφονείται. Δολοφόνος της φέρεται να είναι ο Ελβετός Οράσιο Φλέμινγκ, ιδιοκτήτης, όπως και οι θείοι του αφηγητή, ενός ξυλουργείου. Η εκδοχή του ατυχήματος μοιάζει να υπερισχύει, παρά τις δεκάδες διαφορετικές εκδοχές που κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα, αφού Η μια ιστορία σκαρφαλώνει πάνω στην άλλη και πέφτουν πάνω σου βροχηδόν, αυτός είναι ο τρόπος που κατασκευάζονται οι αλήθειες μέσα στην πυκνή βλάστηση της Καχάμπρε. Άλλωστε, ένας λευκός δύσκολα μπορεί να τιμωρηθεί για τον θάνατο μιας μαύρης σ' εκείνη την απομονωμένη περιοχή. Η παρουσία και η ισχύς των αρχών είναι μηδαμινή, οι άνθρωποι λύνουν μόνοι τους τα προβλήματα που παρουσιάζονται στην καθημερινότητά τους, ακολουθώντας μια υφιστάμενη ιεραρχία. Ο Οράσιο, θείος του αφηγητή, είναι άτυπα ο τοπικός άρχοντας λόγω της επιρροής και της δύναμης που διαθέτει, ένας πλούσιος λευκός που δίνει δουλειά, αλλά ταυτόχρονα έχει καταφέρει να κερδίσει και τον σεβασμό της τοπικής κοινωνίας. Γυρεύει να ρίξει φως στη δολοφονία αυτή. Δεν θέλει αναταραχές. Σύμφωνα με τα έθιμα ταφής, το σώμα της νεκρής θα παραμείνει για εννέα μέρες εκτεθειμένο ώστε να του αποδοθούν τιμές. Αν ο πραγματικός ένοχος δεν βρεθεί μέχρι την ταφή, τότε η ψυχή της Ρουπέρτα θα μείνει σκιά που θα τριγυρνά στα δάση της περιοχής.

Κι όμως, παρά την κεντρική πλοκή της ιστορίας, το Καχάμπρε θα ασφυκτιούσε στα στενά όρια της τυπικής αστυνομικής λογοτεχνίας, εδώ, η αναζήτηση του δολοφόνου αποτελεί το όχημα περιδιάβασης σ' ένα μέρος μαγικό μα και σκληρό. Ο Ρομέρο παραδίδει ένα εξωτικό μυθιστόρημα, ανθρωπολογικού και κοινωνικοπολιτικού ενδιαφέροντος, που πραγματεύεται, μεταξύ άλλων, τη θέση της γυναίκας, την έννοια της δικαιοσύνης, το ζήτημα της ιδιοκτησίας και την αντιμετώπιση του περιβάλλοντος σ' εκείνη την απομακρυσμένη και δυσπρόσιτη περιοχή. Πάνω απ' όλα όμως είναι μια καλογραμμένη ιστορία. Η επιλογή ενός νεαρού αφηγητή, που μόλις έφτασε και δεν έχει καμία σχέση με εκείνα τα μέρη είναι κομβικής σημασίας για το μυθιστόρημα, καθώς ο συγγραφέας με τον τρόπο αυτό πετυχαίνει την καθαρή ματιά του παρατηρητή, που δεν θεωρεί τίποτα δεδομένο, ελαχιστοποιώντας έτσι την προκατάληψη απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις. Όλα για εκείνον είναι καινούργια, σχεδόν μυθιστορηματικά, διψάει να μάθει και να ακούσει ιστορίες. Βέβαια, η ματιά ποτέ δεν είναι εντελώς καθαρή, αλλά έχει να κάνει με όσα είναι και φέρει ο παρατηρητής. Έτσι και εδώ, ο αφηγητής είναι ένας λευκός νεαρός άντρας και επιπλέον συγγενής με τους τοπικούς άρχοντες, δεν είναι ένα άγραφο φύλλο χαρτί. Ωστόσο ο Ρομέρο το εκμεταλλεύεται αυτό αφηγηματικά.

Μένοντας στον αφηγητή, καταλυτική είναι η άφιξη της νεαρής Μαρ (θάλασσα), καλεσμένης της θείας του. Οι δυο τους δημιουργούν τη νεαρή εκδοχή των θείων του αφηγητή, μια εκδοχή πιο ρομαντική και πιο ανοιχτή. Τον Ρομέρο τον απασχολεί η συνύπαρξη λευκών και μαύρων, η συνύπαρξή τους υπό ταυτότητα κολομβιανή, το ετερόκλητο αυτό πολιτιστικό μείγμα και η δυναμική που αναπτύσσεται και συντηρείται. Φαίνεται αυτό από τον -σχετικά ύπουλο- τρόπο με τον οποίο κατασκευάζει του λευκούς ήρωες της ιστορίας του, στην πλευρά των οποίων και ο ίδιος ανήκει, άλλωστε ο αφηγητής σε πολλά θυμίζει τον ίδιο τον συγγραφέα, τον τρόπο με τον οποίο τους διαχωρίζει σε καλούς και κακούς, ώστε να ξεχωρίσουν οι θείοι του αφηγητή ως προνομιούχοι που όμως κάνουν φειδωλή χρήση των προνομίων τους, αλλά και από την ίδια την αφήγηση, την ποιητικότητα με την οποία περιγράφει την καθημερινότητα στα μέρη εκείνα, ποιητικότητα που ανήκει σε κάποιον περαστικό από την περιοχή, όχι απαραίτητα αδιάφορο, αλλά σίγουρα αμέτοχο, που όμως κάπου στο βάθος νιώθει μια κάποια ενοχή, ίσως κάπως απροσδιόριστη. Το Καχάμπρε, απαλλαγμένο από την αφηγηματική πανδαισία που το χαρακτηρίζει, είναι ένα πολύ σκληρό μυθιστόρημα. Ο Ρομέρο, κατά τη γνώμη μου έξυπνα, επιλέγει αυτή την αφηγηματική αντίστιξη, αυτή την παραμυθένια εκδοχή της πραγματικότητας, που εν πολλοίς χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της μεταποικιακής λογοτεχνίας, που λειτουργεί ως κολυμπήθρα, υπονομεύοντάς την με τρόπο διακριτικό.

Με προεξέχουσα τη δολοφονημένη, οι γυναικείοι χαρακτήρες του Ρομέρο είναι σύνθετοι και καλοφτιαγμένοι, με καθοριστική παρουσία στην πλοκή. Η θέση της γυναίκας, για την ακρίβεια η θέση της γυναίκας που διεκδικεί σε επίπεδο ερωτικό, οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό, που αμφισβητεί την υφιστάμενη δομή και απαιτεί την αυτοδιάθεσή της, αποτελεί βασικό άξονα στο Καχάμπρε. Απέναντι στη νεκρή δεν στέκει μόνο ο δολοφόνος της, αλλά και η οικογένειά της, ο άντρας της, οι επίδοξοι μνηστήρες, τα αφεντικά. Οι σχέσεις εξουσίας διαμορφώνουν εν πολλοίς την καθημερινότητα, στο Καχάμπρε στην προκειμένη περίπτωση, από τα πιο απλά ως τα πιο σύνθετα. Φύλο, φυλή και χρήμα. Η συντήρηση και αναπαραγωγή του μοντέλου αποτελεί κύριο μέλημα των αποίκων, η αύξηση του κέρδους και η εδραίωση της κυριαρχίας, η κατάπνιξη οποιασδήποτε απόπειρας για αντίδραση. Τον συγγραφέα τον απασχολεί και η αντιμετώπιση του περιβάλλοντος, από το κυνήγι του χρυσού, που άφησε πίσω του ανεπανόρθωτα πληγωμένες εκτάσεις γης, στη μαζική υλοτομία, με τα γνωστά ως σήμερα αποτελέσματα. Ο Ρομέρο όλα αυτά τα ενσωματώνει θαυμάσια στην πλοκή της ιστορίας του χωρίς να την παραφορτώνει και χωρίς να την εκτρέπει από την αναζήτηση του δολοφόνου που θα επιτρέψει στη νεκρή να ησυχάσει.

Το Καχάμπρε, με τη σκιά του Μάρκες, όπως σε κάθε έργο της κολομβιανής λογοτεχνίας, να πέφτει βαριά, συγγενεύει με τη μυθιστορία του σπουδαίου Αλβάρο Μούτις και είναι ένα άκρως γοητευτικό μυθιστόρημα, γεμάτο εξωτισμό, μυρωδιές και χρώματα της ζούγκλας και του ποταμού, σαφώς κοινωνικοπολιτικό, που θίγει εντός της πλοκής διάφορα ζητήματα, διαρκώς επίκαιρα. Η μετάφραση της Αγαθής Δημητρούκα ανταποκρίνεται και με το παραπάνω στις ιδιαίτερες απαιτήσεις του κειμένου. Ο Αρμάντο Ρομέρο μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, παρά τους έντονους δεσμούς που ο ίδιος διατηρεί με τη χώρα μας.

Μετάφραση Αγαθή Δημητρούκα
Εκδόσεις Τόπος

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2021

Καλοκαιρινό ταξίδι - Truman Capote

Το Καλοκαιρινό ταξίδι (Summer crossing) είναι η πρώτη νουβέλα που έγραψε ο Τρούμαν Καπότε, καίτοι αυτή δεν δημοσιεύτηκε παρά το 2005, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα. Ο Καπότε ξεκίνησε να τη γράφει κάποια στιγμή το 1943, όταν ήδη δούλευε για το New Yorker. Αφού ασχολήθηκε μαζί της για περίπου δέκα χρόνια, σε στενή συνεργασία με τον επιμελητή του εκδοτικού οίκου, και ενώ τα πρώτα του βιβλία είχαν ήδη κυκλοφορήσει και η φήμη του είχε εδραιωθεί, την παράτησε, παρότι αναγνώρισε σ' αυτή διάφορες αρετές. Το χειρόγραφο θεωρείτο χαμένο για χρόνια και βρέθηκε μετά τον θάνατο της σπιτονοικοκυράς του σπιτιού που ο συγγραφέας έμενε γύρω στο 1950. Στο Καλοκαιρινό ταξίδι η υπόθεση είναι σχετικά απλή. Η δεκαεπτάχρονη Γκρέιντι, μαθήτρια στις τελευταίες τάξεις του λυκείου, αρνείται με επιμονή να ακολουθήσει τους γονείς της στο ταξίδι τους στη Γαλλία και μένει να περάσει το καλοκαίρι μόνη της στη Νέα Υόρκη.

Ο Καπότε, με τρόπο αρκετά λακωνικό, πετυχαίνει να σκιαγραφήσει αριστοτεχνικά τόσο τον χαρακτήρα της έφηβης κοπέλας, όσο και το περιβάλλον μέσα στο οποίο εκείνη ζει. Αυτό αποτελεί και το μεγάλο ατού της συγκεκριμένης νουβέλας, σ' αυτό προσβλέπει ο Καπότε και όχι στην αφήγηση ενός ανέμελου, χωρίς τη γονεϊκή επιστασία, εφηβικού καλοκαιριού. Η σχέση της κοπέλας με τον Κλάιντ, έναν νεαρό Εβραίο που δουλεύει παρκαδόρος, αποτυπώνει περισσότερο τον εγκλωβισμό και την ανία που νιώθει η Γκρέιντι, παρά την προφανή σύγκρουση δύο αντίθετων σε όλα τα επίπεδα κόσμων. Τον Καπότε δεν μοιάζει να τον ενδιαφέρει ένα κλισέ ρομάντζο ανάμεσα σε μια πλούσια και έναν φτωχό, παρότι η νουβέλα ως ένα βαθμό δύναται να προσεγγιστεί και υπό αυτό το πρίσμα. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι η αντίδραση της Γκρέιντι απέναντι σε μια ζωή εύκολη και εν πολλοίς προδιαγεγραμμένη, η αναζήτηση από μεριάς της της δικής της ταυτότητας, ο αυτοπροσδιορισμός που, εξαιτίας της ηλικίας, δεν είναι συντεταγμένος αλλά αποτυπώνει περισσότερο το κενό στο οποίο η κοπέλα αιωρείται. Ο συγγραφέας δεν καταφεύγει στην ευκολία του στολισμού του κόσμου του Κλάιντ με χρυσόσκονη περιπέτειας σε μια απόπειρα ωραιοποιητικής αντίθεσης. Ο Καπότε που τριγυρνούσε στα κοσμικά σαλόνια, γνωρίζει καλά την ατμόσφαιρα που επικρατεί, το κράτημα και την επίδειξη, τα σκοτάδια πίσω από τα λαμπερά φώτα, την περιορισμένη θέαση του κόσμου. Η Γκρέιντι μπορεί να ξέρει τι δεν θέλει, αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως ξέρει τι θέλει. 

Στον χαρακτήρα της Γκρέιντι, χαρακτήρα ατίθασο και εξεγερτικό, ο Καπότε αναγνωρίζει και χρησιμοποιεί περίφημα τη φαινομενική ευκολία που έχει μια ζωή όπως αυτή, που, λόγω του πλούτου και της κοινωνικής θέσης της οικογένειάς της, διαθέτει πάντοτε ένα δίχτυ ασφαλείας ικανό να απορροφήσει κάθε πιθανό κραδασμό, ένα κάνω ό,τι θέλω χωρίς να υπολογίζω τις συνέπειες σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας της. Το ύφος και η γλώσσα λειτουργούν επίσης προς την κατεύθυνση σκιαγράφησης της Γκρέιντι και του περιβάλλοντος κόσμου, αποτυπώνοντας τόσο την ασφυξία που εκείνη νιώθει, αλλά και την αίσθηση αποπροσανατολισμού που κυριαρχεί, όλα ιδωμένα μέσα από την εφηβική ματιά της πρωταγωνίστριας, λειτουργώντας αρκετά αντιστικτικά ως προς τη μάλλον ανάλαφρη πλοκή, που με μια πρώτη ανάγνωση ίσως και να μη δικαιολογούσε την κάπως δύσκαμπτη και γλωσσικά περίτεχνη αφήγηση που ο Καπότε επιλέγει. Όμως είπαμε, ο Καπότε δεν ενδιαφέρεται να γράψει μια απλή εφηβική ιστορία ή ένα κλισέ ρομάντζο. Το Καλοκαιρινό ταξίδι φέρνει στον νου του αναγνώστη δύο σημαντικά μυθιστορήματα: τον Φύλακα στη σίκαλη, γραμμένο την ίδια περίοδο, παρότι τελικά η νουβέλα του Καπότε δεν κυκλοφόρησε παρά μισό αιώνα αργότερα, αλλά κυρίως Τα τρομερά παιδιά, το εμβληματικό και επιδραστικό μυθιστόρημα του Κοκτώ. 

Το Καλοκαιρινό ταξίδι διαφέρει αρκετά από τα συνήθη αδημοσίευτα έργα που ανακαλύπτονται μετά τον θάνατο ενός συγγραφέα, αφού η διαδικασία για την έκδοσή του είχε κινηθεί σε μεγάλο βαθμό, γεγονός που το διακρίνει από ένα απλό χειρόγραφο. Στο Καλοκαιρινό ταξίδι, πέρα από τη δεδομένη και αυτόνομη λογοτεχνική αξία του πρωτόλειου αυτού έργου, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει αρκετές από τις αρετές της γραφής του Καπότε και ίσως να κατανοήσει το γιατί ο συγγραφέας αποφάσισε να μην εκδοθεί τελικά, καθώς στο μεταξύ είχε αναπτύξει τον χαρακτηριστικά δικό του λογοτεχνικό βηματισμό. Ο Καπότε εισήγαγε ως έννοια στην αγγλοσαξονική λογοτεχνία το είδος του μη μυθοπλαστικού μυθιστορήματος με το Εν ψυχρώ, που αποτελεί το πλέον διάσημο έργο του. Ωστόσο, δέκα χρόνια πριν από την κυκλοφορία του, προηγήθηκε το Επιχείρηση σφαγή του Αργεντινού Ροδόλφο Ουόλς, βιβλίο που θεωρείται ως το πρώτο non-fiction μυθιστόρημα της παγκόσμιας γραμματείας. Το Καλοκαιρινό ταξίδι αποτελεί μια σημαντική κυκλοφορία που έρχεται να συμπληρώσει την εργογραφία ενός από τους πλέον ιδιαίτερους συγγραφείς του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα.

υγ. Το κείμενο πρωτοδημιοσιεύτηκε στο ένθετο Διαδρομές της εφημερίδας Χανιώτικα Νέα το Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2021. Την ψηφιακή του εκδοχή μπορείτε να τη βρείτε εδώ.

Μετάφραση Γιώργος Καράμπελας
Εκδόσεις Floral/Brainfood εκδοτική