Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Παιδική Λογοτεχνία - Alejandro Zambra

(Όταν διάβασα το Μπονσάι, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Τώρα είναι πια εκτός κυκλοφορίας, κάπου το είχα δανείσει, κάπου παράπεσε, τόσες μετακομίσεις μέσα στα χρόνια, δεν το είχα, δεν μπορούσα να μην το έχω, το αγόρασα μεταχειρισμένο, τώρα ένα μοναδικό αντίτυπο πωλείται τριάντα ευρώ, δεν μπορώ να σου το κάνω δώρο. Ποιο βιβλίο θα ήθελες να έχεις γράψει, υποθετική ερώτηση, το Μπονσάι, θα απαντούσα με βεβαιότητα.)

Ο συγγραφέας/αφηγηματικό υποκείμενο/Αλεχάντρο Σάμπρα γίνεται πατέρας. «Με σένα στην αγκαλιά μου, βλέπω για πρώτη φορά τη σκιά που ρίχνουμε κι οι δυο μας στον τοίχο. Ζεις εδώ και είκοσι λεπτά». Διάβαζα/έγραφα πρόσφατα για τα Αναφιλητά του Δούλου: «Αναρωτιέμαι, αναζητώ στη μνήμη καλύτερα, αν θυμάμαι άλλο βιβλίο, ο τρόπος μου να παρατηρώ την ανθρώπινη εμπειρία, που να μιλάει για την πατρότητα, σίγουρα, λέω, θα υπάρχει, άσχετα αν δεν μου έρχεται, όχι ωστόσο με αυτό τον τρόπο, από αυτό το μονοπάτι». Στο μεταξύ, πριν από την Παιδική λογοτεχνία, είχα ανασύρει από τη μνήμη μου ακόμα ένα, Το Δέρμα του Σέρχιο δελ Μολίνο.

Η επικράτεια δεν είναι κοινώς βιωματική, η πατρότητα, όσο και αν υπολείπεται από τη μητρότητα, είναι μια ιδιαίτερη συνθήκη, όσο και αν μοιάζει με αναστροφή των υποκειμένων, ο γιος που γίνεται πατέρας, η σκιά παίρνει άλλο σχήμα, ο συσχετισμός δύναμης και αδυναμίας μεταβάλλεται καθοριστικά, αν και αφαιρώντας το μέσο διάστημα του βίου, οι δύο άκρες έχουν ομοιότητες στην ανάγκη και τη φροντίδα, ο πατέρας που γίνεται μικρό παιδί, το μικρό παιδί που γίνεται πατέρας. Το μη βίωμα επιτρέπει στη λογική να υπεισέλθει από την πίσω πόρτα. Η λογική, παρότι πανίσχυρη, δεν τα καταφέρνει, όσο και αν προσπαθεί να πείσει για το αντίθετο. Το ίδιο θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί και για το κοινό βίωμα, να πει πως κάθε ανθρώπινο ων με τρόπο διαφορετικό αντιμετωπίζει κάθε συνθήκη φαινομενικά κοινή και οικεία στον παρατηρητή. Δεν θα είχε άδικο.

Σε ένα κείμενο που ένας πατέρας απευθύνεται στον γιο του, ο γιος είμαι εγώ, στον αφηγητή δοκιμάζω να αναγνωρίσω τον δικό μου πατέρα. Αναρωτιέται ο Σάμπρα σχετικά με το ενδεχόμενο ο γιος του να διαβάσει κάποια στιγμή τα βιβλία του, ιδιαίτερα αυτό εδώ στο οποίο οι δυο τους πρωταγωνιστούν, ήδη νιώθω κάποια βήματα παραπανίσια να έχουν πραγματοποιηθεί, ένας πατέρας που μιλάει, που αμφιβάλλει, που δοκιμάζει να διαχειριστεί το συναίσθημά του. Σκέφτομαι το κενό στην ανάμνηση, πριν οι ρόλοι μεταβληθούν, ίσως στο σιωπηλό εκείνο κενό φύεται η ανάγκη. Για κάθε βεβαιότητα, μια αμφιβολία, για κάθε σιωπή, ένα μάτσο λέξεις, για κάθε αποστειρωμένο συναίσθημα, ένα άφημα, για κάθε φοβία, μια ενοχή προκαταβολική.

Ίσως ο τρόπος με τον οποίο μεταβάλλεται η σχέση πατέρα παιδιού να μας δείχνει κάτι πιο μεγάλο, λιγότερο αφηρημένο από όσο αρχικά μοιάζει, το πώς μεγαλώσαμε και το πώς μεγαλώνουμε, μια παρατήρηση κοινωνική, ανθρωπολογική, σίγουρα πολιτική και πολιτισμική, τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζουμε την απειλή, όταν κάνεις παιδιά να τα κάνεις διαφορετικά, γνώριμο μοτίβο απάντησης που κατέπνιγε ή επιχειρούσε να το κάνει κάθε παιδική/εφηβική/νεαρού ατόμου εξέγερση, ένα σουτ στη μπάλα ως το μακρινό μέλλον, καλύτερη στρατηγική και από το λάκτισμα στην κερκίδα, όταν μεγαλώσεις να κάνεις ό,τι θες, όταν μεγαλώσεις θα δεις πως δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά, ένα πείσμα αρχίζει να ανθίζει, ένα αντιπαράδειγμα που θα μας βασανίζει για πάντα.

Η πατρότητα, ως μια συνθήκη όχι οικουμενική, εκτεταμένη ναι, οικουμενική όχι, καταφεύγει στο βίωμα, η αυτομυθοπλασία είναι μια φαινομενική, για εμάς τους τρίτους, νησίδα αυθεντικότητας, εκεί που το βίωμα ξεπερνά τη φαντασία, άλλωστε το μότο είναι σταθερό μέσα στους αιώνες της καταγεγραμμένης ανθρώπινης εμπειρίας, όσο και αν έχεις προσπαθήσει να το φανταστείς, μόλις γεννηθεί το παιδί όλα καταρρέουν, τίποτα δεν μοιάζει με όσα φαντάστηκες, με όσα είχες κατά νου, τώρα μόνο ξενύχτι και άγχος, αλλά και αγάπη, ένα συναίσθημα μοναδικό, δεν έχεις παιδιά και δεν ξέρεις, μια ακόμα επαναληπτική ριπή πολυβόλου, αμυντικού ή επιθετικού, για κάθε χρήση.

Η Παιδική Λογοτεχνία είναι ένα αυτομυθοπλαστικό υβρίδιο, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για του πού τελειώνει το αυτό και πού αρχίζει το μυθοπλαστικό, εκείνος μόνο, ίσως και όχι, βέβαια. Χωρισμένο σε τρία μέρη, ενώ το παιδί κάθε μέρα μεγαλώνει, αναπόφευκτα, άπαξ και μπήκε στην εξίσωση του έμβιου χρόνου, οι πρώτες καταχωρήσεις απαντούν στη νέα συνθήκη της διπλής σκιάς στον τοίχο, για να ακολουθήσει η ανάγκη για μια πιο αποστασιοποιημένη, πάντοτε φαινομενικά, μυθοπλαστική διαδικασία, έξω από τα όρια του ατομικού βιώματος, στην επικράτεια εκείνη που η φαντασία εισβάλλει και μεταποιεί, απομακρύνει, αποκρύπτει, συνομιλεί, αναθεωρεί ίσως το προσωπικό, πρόσωπα που μοιάζουν με αλλά δεν είναι εκείνα ακριβώς, για να καταλήξει σε μια διαλεκτική σχετικά με το μυθιστόρημα, πώς διαμορφώνεται και πώς οδεύει προς την ολοκλήρωση, τον εκδότη, τον επιμελητή, τον τυπογράφο, τον βιβλιοπώλη, τον αναγνώστη.

Οι αρμοί σύνδεσης των τριών μερών είναι χαλαροί, ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, αρκετά υβριδικό, μια κατασκευή που διέπεται από τη λογοτεχνία, ίσως να μοιάζει κάπως παράδοξο ή προφανές, μάλλον αυτό, γιατί, ίσως αναρωτηθείτε, από τι άλλο θα μπορούσε να διέπεται ένα μυθιστόρημα εκτός από τη λογοτεχνία ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό. Διέπεται από τη λογοτεχνία ως παρουσία διάχυτη, ως συνθήκη του κόσμου και της ίδιας της ύπαρξης, ως ματιά και ως πρόσληψη. Σε αυτό το κομμάτι εδάφους στάθηκα και διάβασα το βιβλίο αυτό, από εκεί πίστευα πως θα μπορούσα να συμμετέχω και εγώ ως αναγνώστης και όχι πατέρας και όχι συγγραφέας, ως αναγνώστης που αυτό ξέρω να κάνω, να γυρεύω στη λογοτεχνία μορφές της ύπαρξης, καταφύγιο.

Κάποτε, μεταξύ αστείου και σοβαρού, ένας ψυχολόγος κουνάει το κεφάλι του και μειδιά, απάντησα στο ερώτημα εσύ γιατί διαβάζεις λέγοντας πως όλα ξεκίνησαν όταν εκείνη μου είπε πως είμαι αρκετά μεγάλος πια για να μου διαβάζει και έπρεπε κάπως να διαχειριστώ την άβολη ιδέα του κλεισίματος των ματιών και της παράδοσης στον ύπνο, όταν αυτός θα ερχόταν. Μια πρώτη απόπειρα απογαλακτισμού και ανεξαρτητοποίησης επιχειρήθηκε εκείνο το βράδυ. Μια επίπλαστη εμπειρία της οποίας καμία μνήμη δεν έχω παρά το όχημα της λογικής. Σε εκείνη τη μετάβαση ρίζωσε η εμμονή μου με τον πρώτο που κάνει κάτι ποτέ, τον πρώτο επιβάτη του μετρό, το πρώτο αυτοκίνητο ενός ατελείωτου μποτιλιαρίσματος, όπως σε εκείνο το φοβερό διήγημα του Κορτάσαρ, η μετάβαση από το κενό στο όλο, αν υπάρχει κενό και αν υπάρχει όλο, θυμάσαι την πρώτη φορά που, είναι ένα παιχνίδι που δεν θα βαριόμουν να παίζω, μόνος ή με άλλους, ένας ψυχολόγος θα ενθάρρυνε, υποθέτω.

Η λογοτεχνία ως συνθήκη επιτρέπει στην Παιδική Λογοτεχνία να λειτουργήσει, να υπερκεράσει δομικά και τεχνικά κενά, όχι η αγάπη γι' αυτή, αλλά η ίδια η λογοτεχνία, ως μια ανεξάρτητη θεότητα, μια σταθερά περιστροφής, η ανάγνωση και η γραφή, η εμπειρία του εαυτού και του άλλου, φλερτάρω με το προνόμιο, αντιστέκομαι με την ανάγκη, υποχωρώ και επανακάμπτω, επιχειρηματολογώ, επιτίθεμαι και αποκρούω, μια διαμάχη διαρκής.

Σκέφτομαι όσο το κείμενο αυτό προχωρά τη μετάβαση, τη ρευστή αυτή ύλη επί της οποίας πραγματοποιείται ο βηματισμός, το πριν και το μετά της διπλής σκιάς στον τοίχο, όταν πια το δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτό το πλάσμα εγκαθιδρύεται και σπρώχνει καθώς επεκτείνεται ρουτίνες και βεβαιότητες, μεταβάλλει επιθυμίες, το βλέπω να γίνεται, αντιλαμβάνομαι πως γίνεται, μονόδρομος η αυστηρή σήμανση, εγώ ένιωσα τελικά ανίσχυρος να ξεβολευτώ, εγωιστική ή λογική σκέψη, έλα μου ντε. Ο Σάμπρα, αν σταθούμε στη λέξη μετάβαση ως τον άξονα περιστροφής και θέασης, τα καταφέρνει περίφημα, αποτυπώνει το χάος των κοσμογονικών αλλαγών, το πώς η συνθήκη μεταβάλλεται, τίποτα πια δεν είναι το ίδιο παρότι εκείνος είναι ο ίδιος, οι ανάγκες και οι επιθυμίες του, επίσης, ο τρόπος του να ζει, την ίδια στιγμή αυτά έρχονται να ανασυνταχθούν, αιωρούνται πριν κατακάτσουν, αν κατακάτσουν ποτέ τελικά, αν έχει νόημα μια τέτοια αναμονή, αποτυπώνει, έλεγα, αυτή τη μετατόπιση, περνάει στο χαρτί, ο Σάμπρα είναι συγγραφέας, αυτό κάνει, αυτό συνεχίζει να κάνει, παίρνει το παιδί στα χέρια του και μόνο τη διπλή σκιά στον τοίχο βλέπει, το μυαλό αδειάζει από κάθε ιδέα, από κάθε ιστορία, από κάθε πρόσωπο, γεμίζει με την εικόνα εκείνου του μικροσκοπικού πλάσματος στην αγκαλιά του, και πώς το αντιμετωπίζει, εκτός από το να νανουρίζει, να ταΐζει, να ξεσκατίζει, γράφοντας, επιχειρώντας να γράψει, τι να γράψει, τι άλλο παρά εκείνο που έχει εγκαθιδρυθεί με τιμή και δόξα στο μυαλό του, στην ύπαρξή του ολάκερη, και ο χρόνος περνάει, και ο κουρνιαχτός κατακάθεται, αιωρείται ακόμα σκόνη, ή μήπως ομίχλη από την κούραση της αϋπνίας και του άγχους, και τότε όλο και κάτι ξεπηδά, μια ανάμνηση, μια ιστορία, ένα πρόσωπο, ίσως ο ίδιος όταν ήταν παιδί, αυτό το προσπαθώ να μπω στα παπούτσια του άλλου σαλπίζει αυτή την εκστρατεία χρονικής οπισθοχώρησης, ίσως, σκέφτεται/νιώθει/ δοκιμάζει να δει, εκεί να υπάρχει μια γεννήτρια απαντήσεων, ακόμα και με τη μορφή χρησμών.

Διαβάζω ξανά το κείμενο. Οφείλω να παραδεχτώ πως η συνοχή εξωτερικά δεν διακρίνεται, το βιβλίο του Σάμπρα, στον τίτλο και ως περιστροφή/αφορμή, ναι, διακρίνεται αυτό, μάλλον, αλλά όχι απόλυτα, ίσως όχι καθοριστικά. Διαβάζω ξανά το κείμενο. Άλλη μια φορά. Διορθώνω δεξιά και αριστερά, κάτι ορθογραφικά και κάτι κόμματα, αφαιρώ παύλες, προσπαθώ να μη σκέφτομαι παρά με όρους σωστού και λάθους ενός διορθωτή, δεν τα καταφέρνω, ποιος θα μπορούσε, άραγε, να είναι δειωρθοτοις του εαυτού του;

υγ. Για το Μπονσάι περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Η ιδιωτική ζωή των δέντρων εδώ, για το Τρόποι να γυρίζεις σπίτι εδώ, για τον Χιλιανό ποιητή εδώ, για τα Αναφιλητά εδώ, για Το δέρμα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Κόκκινο φαράγγι - Γιάννης Νικολούδης

Είχαν προηγηθεί: Από χώμα και κόκαλα και Άδειος τόπος. Ο Γιάννης Νικολούδης (Ηράκλειο, 1987) είναι ένας από τους συγγραφείς που παρακολουθώ, περιμένω με ενδιαφέρον το επόμενο βιβλίο τους, σπεύδω να το διαβάσω, διακρίνω σ' αυτόν μια προσωπική φωνή, παρά τις όποιες λιγότερο ή περισσότερο ορατές επιρροές, ένας συγγραφέας που μοιάζει να έχει να δώσει αρκετά. Η ανάγνωση αφήνει ένα διττό συναίσθημα, την ικανοποίηση, που ένα καλό βιβλίο προσφέρει ως εμπειρία και επίγευση, αλλά και μια περιέργεια για το επόμενο βήμα, την εξέλιξη. Το διττό αυτό συναίσθημα καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις προσδοκίες πριν από την ανάγνωση κάθε επόμενου βιβλίου του, γυρεύω ικανοποίηση, προσμένω περαιτέρω εξέλιξη. Πήχης τοποθετημένος αρκετά ψηλά. Η σύγκριση εντός του συγγραφικού κόρπους πάντοτε είναι ιδιαίτερη, απαιτητικότερη μιας απλής γνωμάτευσης: ένα καλό βιβλίο.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το Κόκκινο φαράγγι, από τις εκδόσεις Πατάκη. Φρόντισα να το προμηθευτώ άμεσα. Απέμενε η κατάλληλη αναγνωστική στιγμή. Ένα κυριακάτικο πρωινό, για παράδειγμα, ξύπνημα νωρίς, νωχελικότητα, οι ψηφιακοί περισπασμοί σε απόσταση, οι όποιες υποχρεώσεις σε παύση, μια συνεχής, όσο το δυνατόν, ανάγνωση. Έτσι κι έγινε.

Κάτι τρομερό έχει συμβεί. Στέκει να αιωρείται και δεν κατονομάζεται. Ένα σπίτι στην άκρη του χωριού, κρυμμένο πίσω από φυσικά αναχώματα. Ένα φαράγγι, μια εγκάρσια τομή με το νερό να ρέει. Ένα χωριό που γιορτάζει, ο απόηχος ταξιδεύει σε μεγάλη απόσταση. Τρεις έφηβοι που νιώθουν εγκλωβισμένοι, πάσχουν από την ανία της μικρής επαρχίας, γυρεύουν την περιπέτεια. Ένας αδερφός, χρόνια μετά θα επιστρέψει, ο θάνατος βάζει μια άνω τελεία, το παρελθόν παραφυλά. Αυτά είναι κάποια από τα βασικά συστατικά της πλοκής.

Το γνώριμο αφηγηματικό ύφος του Νικολούδη, ο τραχύς κοφτός λόγος, το αιωρούμενο κακό, η καθοριστική παρουσία του τόπου, πάντοτε παρά πόδας, υποδέχεται τον αναγνώστη. Η διάρρηξη της γραμμικότητας, τα μπρος πίσω στον χρόνο και οι αφηγηματικές παρεμβολές των υποπλοκών, παρέα με όσα δεν λέγονται αλλά αφήνονται να καρπίσουν στη φαντασία του αναγνώστη, αποτελούν συνήθη αφηγηματικά εργαλεία. Ενίοτε, απλώς αποδεικνύονται δυσλειτουργικά, επιφέρουν σύγχυση αδικαιολόγητη, συσκοτίζουν μόνο για να το κάνουν να φανεί πιο σύνθετο απ' όσο είναι, προκαλούν εκνευρισμό εν τέλει. Δεν είναι τέτοια η περίπτωση εδώ. Ο Νικολούδης λειτουργεί βάσει σχεδίου υψηλής ακρίβειας. Δεν βιάζεται και δεν παρασύρεται. Δεν αφήνεται στο συχνά γοητευτικό χάος, δεν απολύει τον βηματισμό του.

Και τα τρία βιβλία του που ως τώρα έχω διαβάσει θα μπορούσαν να είναι το εκτενές ρεπορτάζ μιας εφημερίδας, ένας δημοσιογράφος που ανασυνθέτει ένα γεγονός που στάζει αίμα, ένα έγκλημα που ταράζει μια τοπική κοινωνία. Και στα δύο κείμενα που προηγήθηκαν, έκανα αναφορά στον σπουδαίο Ροδόλφο Γουόλς και την Επιχείρηση σφαγή, το πρώτο δείγμα μη μυθοπλαστικού μυθιστορήματος –κάντε τη χάρη στον εαυτό σας και γυρέψτε την–, η αναφορά δεν ήταν τυχαία, ούτε θα μπορούσε να λείπει από αυτό εδώ το κείμενο, παρότι δεν υπάρχει ένας αφηγητής-ερευνητής ξεκάθαρα παρών. Εδώ εντοπίζεται μία εξέλιξη στη γραφή του, η απόλυση μιας ευκολίας, στη θέση του, αρκετές αφηγηματικές φωνές, διαδέχονται η μία την άλλη, με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό, ξέροντας πως έτσι θα φωτίσει πλευρές στις οποίες η αφηγηματική γραμμικότητα θα στερούσε ή δεν θα αναδείκνυε, αδυνατίζοντας το τελικό αποτέλεσμα.

Υπάρχει αυτή η διάκριση ανάμεσα στο τι και το πώς, ποια θα είναι η ιστορία και πώς ο συγγραφέας θα αποφασίσει να τη δώσει. Ο Νικολούδης μόνο φαινομενικά κλίνει προς το πώς. Έχει σχεδιάσει μια ιστορία δυνατή, με αρχή μέση τέλος, πρόσωπα και καταστάσεις καλοσχηματισμένα, ένα παζλ που όταν τα κομμάτια μπουν στη θέση τους, πρώτα τα περιμετρικά και στη συνέχεια πότε το ένα και πότε το άλλο, θα επιβραβεύσει, εαυτόν και αναγνώστη, με ένα ικανοποιητικό της προσπάθειας αποτέλεσμα, αν και πιθανά διαφορετικό στις λεπτομέρειες του για το κάθε βλέμμα. Μένει το πώς, οπότε. Αυτό μοιάζει να είναι το στοιχείο πρόκλησης, εκείνο που θα κολλήσει τον συγγραφέα στην καρέκλα του, θα δεσμεύσει το μυαλό και τη φαντασία του, θα τον στοιχειώσει, θα τον αναγκάσει να δουλέψει σκληρά. Θα κόψει και θα ράψει επανειλημμένως. Θα αφαιρέσει ό,τι περιττό. Θα αποκόψει και θα μετακινήσει. Θα δοκιμάσει εκδοχές διαδοχής. Θα σώσει το αρχείο όταν θα νιώσει πως κάθε τι είναι στη θέση του. Αυτό είναι που ξεχωρίζει τη γραφή του, αυτό είναι που στα μάτια μου τον κατατάσσει ιδιαίτερο, σ' αυτό είναι που κάθε φορά περιμένω την εξέλιξη, στο πώς. Ας υπενθυμίσουμε, ωστόσο, πως της τελικής εκδοχής ακολουθεί η επιμέλεια, εδώ δια χειρός της έμπειρης Ελένης Κεχαγιόγλου.

Στην αρχική σκοτεινιά, ο αναγνώστης άλλη επιλογή δεν έχει, παρεκτός από το να εγκαταλείψει, να ακολουθήσει τον αφηγητή, να δείξει εμπιστοσύνη στο αφηγηματικό υποκείμενο και στο αναγνωστικό, το δικό του, ένστικτο, η περιέργεια παρέα με την απόλαυση βαδίζουν, το ρίσκο ενός φτηνού πυροτεχνήματος ελοχεύει, αναπόφευκτα. Σιγά σιγά το τοπίο ξεκαθαρίζει. Ο αναγνώστης προσανατολίζεται, αποκτά σταθερές, διακρίνει σιγά σιγά την επικράτεια και τα πρόσωπα. Συνειδητοποιεί πως ξέρει πώς τελειώνει αυτή η ιστορία. Τελειώνει όμως πραγματικά μια ιστορία; Μάλλον όχι, θα έλεγα. Προχωρώντας στα σκιώδη, το ανεστίαστο ξεγελά, προσδίδει ανακριβείς διαστάσεις. Εδώ υπάρχει ένα κερδισμένο στοίχημα. Η ιστορία, τα πρόσωπα και οι καταστάσεις, οι ιδιαιτερότητες των χωροχρονικών συντεταγμένων απλώνουν, ο αναγνώστης, συνειδητά ή όχι, συνεισφέρει στον κοινό ταμιευτήρα της αφήγησης, ένας κοινός τόπος απλώνεται ξάφνου, καθένας από τη δική του αφετηρία, συγγραφέας και αναγνώστης προσέρχονται. Διαισθητικά κάπως ονοματίζω αυτό το αφηρημένο. Αβίαστα η ιστορία απολύει το βάρος της ακρίβειας και της μοναδικότητάς της, αποκτά διαστάσεις μεγαλύτερες, ενσωματώνει επιπλέον στοιχεία και χαρακτηριστικά, έναν υπόγειο χώρο που βράζει, η βάση του παγόβουνου γίνεται αισθητή.

Ο Νικολούδης, λέω ξανά, έχει μια ιστορία να αφηγηθεί. Ένα το κρατούμενο. Έχει όμως, λέω ξανά, έναν ιδιαίτερο τρόπο να το κάνει. Δύο τα κρατούμενα. Το Κόκκινο φαράγγι όμως δεν είναι μόνο αυτά, μια ιστορία και ένας άρτιος τρόπος, αν και από μόνα τους αυτά τα δύο θα ήταν αρκετά. Είναι κάτι που οι σπουδαίοι, Αμερικανοί κυρίως, συγγραφείς, κάνουν με έναν τρόπο απαράμιλλο, διαπραγματεύονται το κακό στο πλήρες ανάπτυγμά του, παρότι μοιάζει να ασχολούνται με μια ελάχιστη αμυχή, με έναν περίκλειστο κόσμο, με ένα απλό περιστατικό, με κάποια λίγα πρόσωπα, ο αναγνώστης, μετά τις πρώτες σελίδες κιόλας, νιώθει πως περιδιαβαίνει μια αχανή και άχρονη άβυσσο, στην οποία, πώς αλλιώς, διάφορες επιφάνειες αντανακλούν το ίδιο του το είδωλο, τον κόσμο στον οποίο ενοικεί. Πώς το έλεγε ο Μακάρθυ στο Τέκνο του θεού, αναφερόμενος στον Μπάλαρντ; Ένα τέκνο του Θεού, σαν και σένα και μένα. Κανείς αμόλυντος του κακού, όσο και αν επιμένει να αποστρέφει το βλέμμα.

υγ. Για το Από χώμα και κόκαλα περισσότερα μπορείτε να δείτε εδώ, για το Άδειος τόπος εδώ, για το εκπληκτικό Επιχείρηση σφαγή του Γουόλς εδώ, για το Τέκνο του θεού εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Εκδόσεις Πατάκη

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Αναχωρήσεις - Julian Barnes

Το Ένα κάποιο τέλος είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο σταθερά βρίσκει θέση στις κατά καιρούς λίστες με τα πλέον αγαπημένα μου βιβλία. Από τότε, σταθερά μέσα στα χρόνια, παρακολουθώ τη συγγραφική διαδρομή τού Τζούλιαν Μπαρνς, με τα πάνω και τα κάτω της, εξαιτίας της άδικης, πλην όμως αναπόφευκτης, ενδοεργογραφικής σύγκρισης, στην οποία είναι «καταδικασμένοι» οι σπουδαίοι δημιουργοί. Με τον εύληπτο τίτλο Αναχωρήσεις, το τελευταίο μυθιστόρημα του Μπαρνς, αποτελεί έναν αποχαιρετισμό, ένα κλείσιμο καριέρας, ένα γλυκόπικρο αναγνωστικό κάλεσμα, ένα ακόμα δικό του βιβλίο, το τελευταίο δικό του βιβλίο.

Φτάνοντας στο τέλος της διαδρομής, ο Μπαρνς έχει την απαραίτητη σκευή να μην υποκύψει σε κάτι το προθετικά φαντασμαγορικό, μέσα στα χρόνια, άλλωστε, έχει δοκιμάσει και βρει τη φωνή του, το φίλτρο και τη γωνία παρατήρησης και αποτύπωσης του κόσμου, μια λογοτεχνία ήπιου τόνου, χωρίς αχρείαστες εξάρσεις, μια παραδοσιακή, αλλά όχι παρωχημένη, γραφή, με τον απαραίτητο χώρο και χρόνο ώστε η πλοκή να προωθηθεί, χωρίς διδακτισμό, χωρίς επίδειξη. Οι Αναχωρήσεις δεν θα μπορούσαν να διαφέρουν.

Δεν θα μπορούσαν, επίσης, ως αποχαιρετισμός, να μην απευθύνονται ευθέως στον αναγνώστη, αυτό το εσύ που διαβάζεις τώρα το βιβλίο που έγραψα, διαρκώς παρόν, μια ιδιότυπη επιστολή η οποία μετεωρίζεται ανάμεσα στο αυτοβιογραφικό και τον μηχανισμό γραφής, έχοντας στο επίκεντρο μια ερωτική ιστορία, μια ατυχή ερωτική ιστορία, γνώριμο σκηνικό ενοίκισης των προσώπων στο έργο του. Δύο συμφοιτητές του, χρόνια πολλά πριν, όταν ο κόσμος ανοιγόταν μπροστά τους γεμάτος προκλήσεις, ελπίδες και δυνατότητες, γνωρίστηκαν με τον Μπαρνς ως ηθικό αυτουργό, χώρισαν τότε πριν πάρουν την απόφαση να παντρευτούν. Δεκαετίες αργότερα, εκείνος, ο Στίβεν, θα ζητήσει από τον συγγραφέα φίλο του να παίξει ξανά τον ίδιο ρόλο, να στήσει μια δήθεν τυχαία συνάντηση με τη Τζιν. Όπως και θα γίνει.

Πάνω στον καμβά αυτό, της ερωτικής ιστορίας, της απόπειρας αναστήλωσής της, για την ακρίβεια, ο Μπαρνς θα στήσει τους άξονες του μυθιστορήματος αυτού. Παράλληλα με την εξιστόρηση, του τότε και του αφηγηματικού τώρα, θα προκύψει ο χώρος για την αφήγηση του προσωπικού, ποιος ήταν τότε, ποιος στην πορεία έγινε, πού βρίσκεται τώρα, πώς συνέβη αυτό το πανηγύρι της ζωής, το σύμπαν που ενεργεί αυτόνομα και ανεξήγητα, παρά τον όποιο ορθολογικό ή ανορθολογικό τρόπο εμείς επιλέγουμε να ερμηνεύσουμε και να δεχτούμε τα συμβάντα, την τύχη ή την ατυχία, την ανταπόδοση ή μη των όσων θεωρούμε πως πράξαμε καλώς. Και οι δυο τους, ο Στίβεν και η Τζιν, σε ανύποπτες στιγμές εξομολόγησης είχαν ζητήσει από τον Μπαρνς να μην τους εντάξει σε κάποια μυθοπλαστική του απόπειρα. Εδώ απλώνεται το πέπλο της δημιουργίας. Πέπλο που συσκοτίζει, ή να πω μαγεύει, άραγε, τη διαδικασία. Μια σειρά από ερωτήματα στέκουν αναπάντητα. Υπήρξαν ο Στίβεν και η Τζιν πραγματικά; Είχαν αυτά τα ονόματα; Η ιστορία τους ήταν αυτή ή περίπου αυτή; Ο Μπαρνς τήρησε τη δέσμευσή του ή μήπως η δέσμευση αυτή άλλο δεν ήταν από ένα συγγραφικό τέχνασμα;

Ανακάλεσα το κύκνειο άσμα ενός άλλου σπουδαίου, του Πολ Όστερ, που μας αποχαιρέτισε συγγραφικά με το Μπαουμγκάρτνερ, στον πυρήνα του οποίου, όπως και εδώ, υπήρχε η κατασκευή ενός βιβλίου, παρότι, αντίθετα με τον Μπαρνς, ο Όστερ επέλεξε ένα μακρινό άλτερ έγκο του, μια από τις πιθανές εκδοχές της ιστορίας που τόσο λάτρευε να εξετάζει.

Ωστόσο, προείπα πως ο Μπαρνς δεν καταφεύγει σε φαντασμαγορικά τρικ, παρά τον ήπια μεταμοντέρνο χαρακτήρα των Αναχωρήσεων, που δεν παύουν στιγμή να είναι ένα μυθιστόρημα, ένα τελευταίο μυθιστόρημα, αναπόφευκτα απολογιστικό και ιδιαιτέρως προσωπικό, ένα κλείσιμο καριέρας, με τον συγγραφέα, στα πλέον συγκινητικά μέρη της εξιστόρησης/συγγραφής να αναρωτιέται αν το ένα ή το άλλο επεισόδιο το έχει χρησιμοποιήσει ξανά, αρνούμενος την ψηφιακή αναζήτηση, καταφεύγοντας στους καλούς αναγνώστες του, των πάντα πρόθυμων να συμβάλλουν, ένα έμμεσο ευχαριστώ και σε εκείνους. Το κομμάτι της μνήμης, αυτό το ανήμερο θεριό που δρα αυτόνομα και δεν υπακούει, που διατηρεί ένα αδιάφορο περιστατικό ατόφιο και αφήνει να χαθεί το όνομα μιας ερωμένης, απασχολεί, πώς όχι, τον Μπαρνς, τώρα που νιώθει πως κυρίως κοιτάζει προς τα πίσω, στο μονοπάτι που δημιούργησε, ενεργητικά ή παθητικά, και τον έφερε ως εδώ.

Ένα υποδειγματικό, όχι απλώς συγκινητικό, φινάλε. Ευχαριστούμε για τις ιστορίες κύριε Μπαρνς.

(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Για το Ένα κάποιο τέλος περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για το Μπαουγκάρτνερ εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

Δεν θυμάμαι - Κωστής Μαλούτας

Τέλη του 2015 ή πρώτες μέρες του 2016. Στο υπόγειο βιβλιοπωλείο, χαζεύω. Ένα εξώφυλλο μου τραβάει το ενδιαφέρον, το όνομα ενός συγγραφέα που δεν ξέρω, ένας εκδοτικός οίκος που δεν μου λέει τίποτα, ένας τίτλος· Σαμουήλ Άσκοττ, εκδόσεις Έκλειψη, (ένας αριθμός) φορές. Το αγοράζω, το διαβάζω, μου αρέσει, γράφω γι' αυτό.

Καλοκαίρι, 2016. Μετά από προτροπή αναγνωστών που εκτιμώ, διαβάζω το μια φορά (και ίσως κι άλλη μία) του Κωστή Μαλούτα, εκδόσεις Εκάτη. Από τις πρώτες σελίδες κάτι μου θυμίζει το βιβλίο αυτό, σαν να έχω διαβάσει μια εκδοχή του ήδη, μια διαρκής προμνησία επικρατεί, νιώθω την ύπαρξη ενός γρίφου. Ασχέτως με την τελική λύση, σημειώνω το όνομα του συγγραφέα, θα με απασχολήσει ξανά στο μέλλον, σκέφτομαι.

Κάπου δύο χρόνια μετά, τέλη του 2017 ή πρώτες μέρες του 2018. Κυκλοφορεί το δεύτερο βιβλίο του, Το τελευταίο σήμερα, θυμάμαι εκείνο που σκεφτόμουν, αναρωτιέμαι αν υπάρχει ακόμα ένας γρίφος να λυθεί, το διαβάζω. Επεκτείνω τη σκέψη, ανανεώνω για το εγγύς μέλλον το αναγνωστικό μου ραντεβού μαζί του, πέρα από σκόρπιες ιδέες και ευρήματα, κάτι περισσότερο υπάρχει εδώ, κάτι που προμηνύει και υπόσχεται, ένα σύμπαν.

Περνάει καιρός. Λίγες φορές τον συναντώ τυχαία. Γράφεις; Γράφω. Μετά λίγα πράγματα για τη ζωή. Μέχρι την επόμενη φορά. Ησυχία. Πριν κάποιους μήνες οι εκδόσεις Γεννήτρια ανακοινώνουν το επικείμενο εκδοτικό τους πρόγραμμα, ανάμεσα σε άλλα, Κωστής Μαλούτας, Δεν θυμάμαι.

Στο εισαγωγικό σημείωμα ο συγγραφέας εξηγεί το πώς της γραφής. Θέτει τους περιορισμούς, τις διακειμενικές αναφορές, το πρώτο σπέρμα έμπνευσης, το πρόγραμμα γραφής, επιβεβαιώνει την αλήθεια εκείνων που δεν θυμάται, αφήνει ωστόσο την παρείσφρηση τριών ψευδών καταχωρήσεων. Μια λίστα, σε ημερολογιακή μορφή, πραγμάτων, προσώπων, γεγονότων που ο Μαλούτας θυμάται πως δεν θυμάται πια.

Μοιράστηκα την είδηση για την κυκλοφορία αυτή με δύο τρεις ανθρώπους. Είδα στα μάτια τους τον σκεπτικισμό απέναντι στον ενθουσιασμό μου, είχε να κάνει με την περιγραφή επί του περιεχομένου, ένα και τι με νοιάζει εμένα αναδυόταν. Ίσως, αν επέμενα παραπάνω, το της συγγραφής να αποκτούσε ένα ενδιαφέρον, το της ανάγνωσης ωστόσο, όπως συνήθως συμβαίνει, θα απαιτούσε να διαβάσουμε το βιβλίο.

(Παράλληλα με το βιβλίο του Μαλούτα κυκλοφόρησε και το καινούργιο βιβλίο του Σταύρου Κρητιώτη, Στις χαραμάδες των γεγονότων. Δεν είναι τυχαίο πως επισημαίνω αυτή την κυκλοφορία. Στο παιγνιώδες της γραφής, στα μέρη μας, εκείνον θεωρώ πρωτοπόρο.)

Δεν θυμάμαι αν πολλά από εκείνα που αφηγούμαι τα έζησα ή τα διάβασα κάπου. Αυτή θα ήταν η κύρια συνεισφορά μου σε μια αντίστοιχη με του Μαλούτα λίστα.

Με τον συγγραφέα ανήκουμε στην ίδια γενιά. Το αναφέρω αυτό γιατί αποδεικνύεται καθοριστικό στην ανάγνωση, πολλά από εκείνα που δεν θυμάται, δεν τα θυμάμαι ούτε εγώ, ενώ τα έζησα, σε κάποια άλλα ξέρω την απάντηση, όπως το παγωτό Λάκι Καπ, για παράδειγμα. Και αν φαίνεται παράδοξη μια σύνθεση του εαυτού μέσα από τη λήθη, διόλου τέτοια δεν αποδεικνύεται εν τέλει. Είναι ένα παρόμοιο μονοπάτι με εκείνο της μνήμης. Το ερώτημα είναι καθοριστικό και καίριο, πώς λειτουργεί ο μηχανισμός της μνήμης, οι αποθηκάριοι πώς δουλεύουν, αν δουλεύουν και δεν αράζουν πίνοντας μπύρες, δηλαδή.

Εδώ, ωστόσο, υπάρχει μια ειλικρίνεια, επιτρέψτε μου να πω. Το να μη θυμάσαι μοιάζει και είναι πιο καθαρό, πιο ακριβές. Το να θυμάσαι επιδέχεται φθορά και παραποίηση. Άλλωστε, ακόμα και αν δοκιμάσεις ο ίδιος να αφηγηθείς κάτι που έζησες, αυτό αναπόφευκτα θα έχει μυθοπλαστικά στοιχεία, περισσότερα ή λιγότερα, δεν έχει σημασία, δεν θα είναι ακριβές. Δεν θα είναι ακριβώς ανειλικρινές, όχι τουλάχιστον απέναντι στον αναγνώστη, δεν θα εμπεριέχει ίσως κακή πρόθεση, το πρώτο θύμα της ανακρίβειας είναι ο ίδιος ο πρωτοπρόσωπος, διόλου παντογνώστης εν τέλει, αφηγητής του εαυτού.

Στο μονοπάτι αυτό υπάρχει και ένα συναισθηματικό υπόστρωμα. Πώς στέκεσαι απέναντι σε κάτι που πια δεν θυμάσαι; Στεναχωριέσαι, νιώθεις ενοχές, απορείς ή δεν σε νοιάζει και τόσο; Αυτό το υπόστρωμα μένει εν πολλοίς ανενόχλητο να υπάρχει, ο καθένας μπορεί να κάνει τις γεωτρήσεις του κατά βούληση. Κυρίως όταν τον επισκεφτούν καρέ της δικής του λήθης.

Αυτή η υβριδική κατασκευή, αυτοβιογραφικό δοκίμιο όπως το οπισθόφυλλο την περιγράφει, έχει μια ιδιότητα ευκρινή, εκκινεί ως αυτοβιογραφική αφήγηση, έστω και παράδοξη, αλλά στην πορεία ενσωματώνει ιδιότητες δοκιμίου. Εκεί, στην πορεία, δημιουργείται η κοινή επικράτεια με τον αναγνώστη, άσχετα αν ο αναγνώστης θυμάται ή όχι κάποια από τις καταγραφές, δεν εντοπίζεται αποκλειστικά εκεί αυτό το έδαφος. Και αυτό δεν έχει να κάνει με το γεγονός πως διάφορες καταχωρήσεις είναι τόσο προσωπικές ώστε να υπάγονται αυστηρά και απόλυτα στην λήθινη επικράτεια του συγγραφέα. Ως ένα βαθμό έχει να κάνει με την ανάδυση υποψήφιων καταχωρήσεων από την πλευρά του αναγνώστη. Κυρίως έχει να κάνει, παρότι ο Μαλούτας ορθώς δεν στέκεται σε αυτή τη λειτουργία της μνήμης και σε όσα ερωτήματα πηγάζουν αυτής, με κάτι που έρχεται να παρενοχλήσει ένα δεδομένο: πως όσα θυμόμαστε μας αποτελούν, χωρίς να εξετάζουμε εκείνα τα άλλα που κάποιο κλικ τα διέγραψε και από τον κάδο ανακύκλωσης στην επιφάνεια του υπολογιστή. Ο συγγραφέας δεν εξετάζει το γιατί αλλά το τι ξέχασε. Και αυτό είναι ένα διαφορετικό μονοπάτι.

Το παιγνιώδες της γραφής, με τον τρόπο που τα παιδιά παίζουν, σοβαρά και χαρούμενα, η παρακαταθήκη που οι συνέταιροι στο Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας άφησαν σε κάποιους λίγους κληρονόμους, είναι κάτι το ευπρόσδεκτο, μια λογοτεχνία που δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της, ξύδι για τους ελιτιστές, ακόμα και αν κάπου υπάρχει ο στόχος να δημιουργηθεί κάτι διαφορετικό σε μια εποχή ολοένα και πιο έντονων ανακλάσεων, εν μέσω ενός διάχυτου: όσα ήταν να ειπωθούν, ειπώθηκαν. Οι περιορισμοί που τελικώς απελευθερώνουν και επιτρέπουν στο κείμενο να γραφεί και να μη μείνει ένα ακόμα προσχέδιο προθέσεων και επιθυμιών. Οι περιορισμοί, κειμενικοί αλλά και εξωκειμενικοί, όπως η δέσμευση της καθημερινής ενασχόλησης, εμμονή και πειθαρχία, προσδίδουν με εξωγενή γοητεία, εδώ που πολλά από τα φύλλα, τα περισσότερα, είναι ανοιχτά.

Είναι δύσκολο ή μη χρήσιμο να αποπειραθεί κανείς να εξετάσει το Δεν θυμάμαι με εργαλεία αμιγώς φιλολογικά. Η εμπειρία της ανάγνωσης είναι εδώ το μόνο κριτήριο, αν λειτούργησε ή όχι για τον αναγνώστη, για τον κάθε ένα αναγνώστη ξεχωριστά, αν πέρασε καλά, όπως και αν ορίζεται το καλά, αν τρίπαρε μέσα σε αυτή τη λίστα καταχωρήσεων, αν διέκρινε πράγματα δικά του, έναν τόπο κοινό αποτυχημένης μνήμης, αποτυχημένης δέσμευσης σε εκείνο το φιλόδοξο αυτό εγώ δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Πέρασα καλά, τρίπαρα, διέκρινα, έφαγα τα μούτρα μου, ξέχασα.

Το Δεν θυμάμαι σε μια εποχή αυτομυθοπλασίας, εκεί που το βίωμα είναι πανάκεια για την όποια συγγραφική αδυναμία, ένας τύμβος ατομικότητας που συχνά περνά αδιάφορος, συνεισφέρει κάτι, υπονομεύοντας τον εαυτό του, γιατί πολλοί περηφανεύονται για τη μνήμη τους, αλλά πόσοι για την αδυναμία τους; Ο Μαλούτας πετυχαίνει να δείξει κάτι που μοιάζει απλό και λογικό αλλά στην επιβολή του θυμήσου αμελείται, πως εκεί που δεν θυμάσαι υπάρχουν κάποια ψίχουλα, κάτι βρίσκεται εκεί, κάτι δικό σου, κάτι που έρχεται να φωτίσει με τον τρόπο του, τον παράδοξο και ίσως ακόμα και ενοχλητικό τρόπο του, αυτό που είσαι, αυτό που πίστευες πως θα είσαι, αυτό που πια δεν είσαι, αυτές τις εκδοχές του εαυτού.

Και όλα αυτά τα ψίχουλα λίγο λίγο συνθέτουν κάτι έξω από το αμιγώς υποκειμενικό της γραφής, μια παρελθούσα εποχή, μακρινή ή όχι και τόσο, θυμίζουν κάτι που ξέχασαν, αποδέχονται μια εν γένει αδυναμία του συστήματος, όχι παθητικά ωστόσο, ούτε πιέζοντας το μυαλό να ξεράσει ένα ακόμα καρέ, αλλά διερευνώντας.

υγ. Για (ένας αριθμός) φορές περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για το μια φορά (και ίσως κι άλλη μία) εδώ. Για Το τελευταίο σήμερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!   

Εκδόσεις Γεννήτρια

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Τα διηγήματα - Daniele del Giudice

Θα το θυμάμαι αυτό, ποια υπόσχεση/πρόβλεψη πιο αποτυχημένη, λες και είναι στο χέρι σου. Ξανά και ξανά συμβαίνει, δεν μαθαίνεις, ξεχνάς, ξανά και ξανά. Σίγουρα το είχα πει, με αυτοπεποίθηση, πάντοτε με αυτοπεποίθηση, θα το θυμάμαι αυτό, πώς έφτασα μέχρι Το στάδιο του Ουίμπλεντον, και τώρα δεν θυμάμαι. Θυμάμαι, ωστόσο, πως ένιωσα έκπληξη όταν λίγους μήνες μετά που διάβασα εκείνο το παράξενα γοητευτικό και υποβλητικό βιβλίο οι εκδόσεις Κείμενα ανακοίνωσαν πως επρόκειτο να κυκλοφορήσουν μια ανθολογία διηγημάτων του Ιταλού Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, ωραίες που είναι αυτές οι συμπτώσεις.

Δεκατρία διηγήματα, ποικίλου μεγέθους, άλλα από προηγούμενες συλλογές, άλλα ως τότε αδημοσίευτα και άλλα φιλοξενούμενα σε εφημερίδες ή περιοδικά, συνθέτουν αυτή την ανθολόγηση που κυκλοφόρησε το 2016 και στα ελληνικά μεταφράστηκε από τον Αλέξανδρο Λαβράνο. Παρότι τα διηγήματα δεν υπήρξαν εξ αρχής προορισμένα για να συνθέσουν μια συλλογή, κάτι που πάντοτε αναζητώ ως μια απαραίτητη συγκολλητική ουσία αιτιολόγησης, η ανθολόγηση πέτυχε εμφανώς κανένα από τα διηγήματα να μην μοιάζει παράταιρο, παρά την όποια αναγνωστική προτίμηση για το ένα ή το άλλο, αυτό δεν είναι θέμα της έκδοσης αλλά της ανάγνωσης.

Είναι, επίσης, επίφοβο όταν ένας συγγραφέας χαρακτηρίζεται απόγονος του, κάποιου σπουδαίου παλιότερου, όπως στην περίπτωση του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε ο Ίταλο Καλβίνο, είναι επίφοβο, όπως το κάθε αντίγραφο για το κάθε πρωτότυπο, άτιμο πράγμα η διαχείριση της επιρροής, ανέφικτη η πανομοιότυπη συνέχιση του μονοπατιού, το κακέκτυπο ον παραφυλά. Η κληρονομιά, καταλαβαίνω, είναι σημαντική για την χαρτογράφηση, για τη διευκρίνιση, για την αναλογία, αλλά και για την υπερβολή που το μάρκετινγκ, ήπιο ή επιθετικό, μετέρχεται, μαζί με τα αποκόμματα κριτικών, να διαλαλήσει την πραμάτεια.

Παρθενογένεση, ωστόσο, δεν υπάρχει, το ποτάμι ρέει.

Τα τελευταία χρόνια, πια αρκετά, εντυπωσιάζομαι από τα δείγματα ιταλικής λογοτεχνίας που μεταφράζονται και κυκλοφορούν στα ελληνικά. Είναι μια λογοτεχνία που, πέρα από τους κλασικούς της, δεν είχα σε ιδιαίτερη εκτίμηση, δεν την ξεχώριζα. Αυτό, ωστόσο, έχει ανατραπεί πλήρως. Ίσως αυτή η πρόσφατη εκτίμηση να ήταν εκείνη που με οδήγησε ως Το στάδιο του Ουίμπλεντον, βιβλίο από καιρό εξαντλημένο. Αν και μάλλον, πέρα της γλωσσικής συγγένειας, η συμπερίληψη μιας γραφής όπως αυτή, σε ένα τόσο μεγάλο και διευρυμένο σύνολο, να είναι άτοπη.

Δεκατρία διηγήματα, λοιπόν, και παρότι εγώ μόνο ένα δείγμα έργου, και δη πρωτόλειου, είχα υπόψη μου, μπόρεσα να διακρίνω ένα ευδιάκριτο στίγμα γραφής. Το επίθετο εγκεφαλικό είναι το πρώτο που μου έρχεται αναζητώντας προσδιορισμούς, το ουσιαστικό κατασκευή ακολουθεί και λαμβάνει θέση δίπλα του. Στοιχεία που είχε και η γραφή του Καλβίνο, στοιχεία, ωστόσο, που δεν είχε μόνο η γραφή του Καλβίνο, που προλόγισε με ενθουσιασμό το πρωτόλειο έργο του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, διακρίνοντας μια λογοτεχνία του γούστου του, αλλά πολλοί ακόμα, τότε και τώρα. Αναπόφευκτα ο αναγνώστης, ακόμα και αν δεν είναι φιλόλογος με ειδίκευση στη συγκριτική της λογοτεχνίας, σε ένα ανοίκειο περιβάλλον, όπως η λογοτεχνία αυτή, γυρεύει τοπόσημα και λοιπά αναγνωριστικά στοιχεία, απαραίτητα για την περιήγησή του, μια οριοθέτηση του χάους ή, καλύτερα έτσι, ενός δυνατού μυαλού.

Εγκεφαλικές κατασκευές, λοιπόν, να ένας χαρακτηρισμός, που όσα λέει άλλα τόσο αποκρύπτει ή αποκλείει, μάλλον αποκλείει, όπως για παράδειγμα το συναίσθημα ή τον ρεαλισμό, το πρώτο διήγημα, Στο μουσείο της Ρενς, αποτελεί ένα χαρακτηριστικότατο παράδειγμα περί αυτού. Τα τοπόσημα της ανάγνωσής μου εκτείνονταν από τον Μπόρχες, τον Καλβίνο και τον Μπολάνιο, μέχρι τον Λαμπατούτ και τον Κεχαγιά. Το τόσο διευρυμένο πλαίσιο αναλογιών αποτυπώνει, ή δοκιμάζει να το κάνει, το συναίσθημα εντός των εγκεφαλικών αυτών κατασκευών, των διηγημάτων του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, μέχρι που κάποια στιγμή, αυτά αυτονομήθηκαν επαρκώς.

Η βιοποικιλότητα, το ανοίκειο, αυτό κυρίως, αμφισβητούν ευθέως τη δυναμική ενός τόσο στενού και συνάμα αφηρημένου προσδιορισμού όπως το εγκεφαλικές κατασκευές. Θα επιχειρήσω να διαπλατύνω, όπως μπορώ, τα δύο μέρη του. Εγκεφαλικές γιατί διαθέτουν μια καθαρότητα, παρά την πολυπλοκότητά τους, γιατί δοκιμάζουν τα όρια της αντίληψης, γιατί αποτυπώνουν το εύρος της σύλληψης και της εκτέλεσης, αλλά και την ακρίβειά τους, γιατί καθιστούν τόσο οικείο το ανοίκειο, γιατί φλερτάρουν με μια σειρά επιστημονικών κλάδων, τη φιλοσοφία, τη φυσική ή την τεχνολογία γενικότερα, ιδιαίτερα, για την τελευταία, αν συγκριθεί με τον χρόνο συγγραφής, τι και αν σχετικά πρόσφατος, με τα άλματα που σημειώνει η ανάπτυξη και η διάχυση της ψηφιακής συνθήκης, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί σχεδόν αρχαιολογικός, και άρα, εκ του αποτελέσματος, να μιλήσουμε για μια οξυδερκή και διορατική ικανότητα, γι' αυτό και η επιμονή με το εγκεφαλικό της γραφής.

Κατασκευές γιατί αποτελούν τέλειες υπάρξεις, με έναν ευδιάκριτο εσωτερικό μηχανισμό λειτουργίας, αποκομμένα στιγμιότυπα ενός παράλληλου και σύγχρονου κόσμου, γρανάζια ενός συγγραφικού σύμπαντος. Και αυτή η ύπαρξη ενός σύμπαντος, μιας διακριτής αρχής πρόσληψης και αποτύπωσης στη γραφή, είναι ο πλέον σύντομος δρόμος για να οδηγήσω και να εναποθέσω τον Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε μεταξύ των πραγματικά σπουδαίων, εκείνων που παρότι οδηγούν στα άκρα τη γραφή και αμφισβητούν την ικανότητα κατανόησης, το κάνουν με έναν τρόπο γοητευτικό, γιατί τι πιο γοητευτικό από το να στέκεις μονάχος απέναντι σε ένα τέτοιο καθαρό και δυνατό μυαλό, να επαναλαμβάνεις και να δοκιμάζεις νέους βηματισμούς περιήγησης. Η συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων αποδίδει το αίσθημα θέασης ενός σύμπαντος, με κύριους και δευτερεύοντες πλανήτες, με μακρινούς ήλιους, με δορυφόρους και αστερισμούς, επιτρέποντας την υπόθεση πως Τα διηγήματα είναι μια ιδανική αφετηρία γνωριμίας μαζί του.

Το συστατικό της συγχρονίας, εκείνο που περισσότερα από τα υπόλοιπα, αποδεικνύεται καθοριστικό είναι ο χρόνος, ο χρόνος που τελειώνει, ο χρόνος που δεν επαναλαμβάνεται, ο χρόνος που το πέρασμά του συμβαίνει πριν ιδωθεί, πριν αποτελέσει υλικό προς επεξεργασία, που κάθε τώρα είναι κιόλας πριν. Και είναι συστατικό συγχρονίας, και όχι διαχρονικότητας, γιατί πλέον ο χρόνος συστήνεται ακόμα λιγότερο γραμμικός, πολυδιασπασμένος. Η διαχείριση του χρόνου είναι εκείνη που δεν επιτρέπει τον πλήρη και χωρίς επιστροφή εξοστρακισμό της λογοτεχνίας του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε στην επικράτεια του αναχωρητισμού.

Εκείνος που ξέρει πως θα χάσει την όρασή του και παλεύει να προλάβει να σταθεί απέναντι σε κάποιους πίνακες. Εκείνη που τον συνόδευσε. Εκείνος που πίστεψε πως υπήρξε αυτήκοος μάρτυρας αγοραπωλησίας χρόνου. Εκείνος που αφήνει μουσικές να εκπέμπουν τυχαία σε κάποια συχνότητα. Εκείνος που επιστρέφει σπίτι και περιμένει να βρει τη συνέχεια του διηγήματος ενός ψηφιακού ανώνυμου άβαταρ. Εκείνος που βρέθηκε στο μέτωπο μιας μάχης. Εκείνος που γράφει μια επιστολή ενώ πηγαίνει στον Νότιο Πόλο. Εκείνος που θα φωτογραφήσει ένα πτώμα μήνες μετά την ταφή του για τις ανάγκες ενός σόου. Εκείνος που επισημαίνει την τεχνική αρτιότητα του μοντέλου απέναντι στον ζωγράφο και δίνει ενδελεχείς οδηγίες επί αυτού. Εκείνος που αναζητά την αναβίωση των πρώτων πτήσεων. Εκείνος που γυρεύει το ιδανικό θύμα για μια τυχαία δολοφονία. Είναι κάποια από τα πρόσωπα.

Το ανοίκειο συναίσθημα συνοδεύεται και από μια ανησυχαστική αίσθηση, επίμονη και διαρκώς παρούσα, ένα κακό που δεν κατονομάζεται πάντα, ένα κακό που υπάρχει εκεί ως πρώτη ύλη, ακόμα και όταν ο προβολέας δεν το επισημαίνει. Επίσης, στη μηχανική του συγγραφέα έχει τεράστιο ενδιαφέρον το πώς πετυχαίνει ένα ακριβές και απαλλαγμένο από το περιττό αποτέλεσμα, τη στιγμή που καθιστά το πεδίο, τις συνθήκες και τα πρόσωπα σαφή, πώς, δηλαδή, καταφέρνει να συμπεριλάβει τα απαραίτητα για τη λειτουργία του κάθε διηγήματος, χωρίς να καταφεύγει μήτε στην πολυλογία μήτε στη στείρα και ύποπτη αφαιρετικότητα. Είναι δείγμα ευφυίας, ταλέντου επίσης και σκληρής δουλειάς, για έναν συγγραφέα να μην υποκύπτει ναρκισσιστικά στην γοητεία της ίδιας του της γραφής, να μην απομένει να τη θαυμάζει αλλά να επιμένει να την οδηγεί στα άκρα, να δοκιμάζει τα δικά του όρια.

Η περίπτωση του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε είναι από εκείνες που ο αναγνωστικός συγκλονισμός και η ηδονή, ήδη από τις πρώτες σελίδες, οδηγούν στην ανάδυση του ερωτήματος: θα βρει άραγε το κοινό του; Ερώτημα που κρύβει την αγωνία: θα κυκλοφορήσει άραγε ακόμα κάποιο βιβλίο του στα ελληνικά;

υγ. Για Το στάδιο του Ουίμπλεντον περισσότερα θα βρείτε εδώ, για την επιρροή που η γραφή του Καλβίνο μπορεί να γεννήσει εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αλέξανδρος Λαβράνος
Εκδόσεις Κείμενα 

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Το βιβλίο της εξαφάνισης - Ιπτισάμ Άζεμ

Το 1962 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα του Αφροαμερικανού Γουίλιαμ Μέλβιν Κέλι, Ένας διαφορετικός τυμπανιστής. Οι μαύροι κάτοικοι μιας πόλης του νότου αρχίζουν ξαφνικά να την εγκαταλείπουν, αφήνοντας τους λευκούς να αναρωτιούνται το γιατί. Ο αναγνώστης παρακολουθεί την εξέλιξη της φυγής αποκλειστικά μέσα από τα μάτια των λευκών που μένουν πίσω. Χρειάστηκαν κάποια χρόνια ώστε να αναγνωριστεί και να χαρακτηριστεί ως ένα σύγχρονο κλασικό μυθιστόρημα.

Πενήντα χρόνια μετά, μια Παλαιστίνια συγγραφέας, η Ιπτισάμ Άζεμ, γεννημένη το 1985, κατασκευάζει Το βιβλίο της εξαφάνισης, επιδιώκοντας να εξετάσει τη λειτουργία του ερωτήματος: τι θα συνέβαινε αν, από τη μια στιγμή στην άλλη, κατά τη διάρκεια μιας και μόνο νύχτας, όλοι οι Παλαιστίνιοι εξαφανίζονταν από το Ισραήλ, χωρίς κανένα ίχνος και καμία προφανή εξήγηση του πώς και γιατί. Το μυθιστόρημα πρωτοκυκλοφόρησε το 2014, μεταφράστηκε στα αγγλικά το 2024 και βρέθηκε στη λίστα υποψηφιοτήτων για το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ του 2025.

Δύο είναι τα βασικά πρόσωπα της πλοκής, ο Αριέλ, Ισραηλινός ανταποκριτής μιας αμερικάνικης εφημερίδας, και ο Αλάα, φίλος του Αριέλ, που μετά την εξαφάνισή του αφήνει πίσω του ένα ημερολόγιο. Μέχρι εξαφανίσεως του Αλάα, ήταν φίλοι μεταξύ τους, ζούσαν στην ίδια πολυκατοικία, ο ένας είχε κλειδιά του άλλου. Ο Αριέλ, όπως το σύνολο του ισραηλινού πληθυσμού, αλλά και από επαγγελματικής σκοπιάς, επιχειρεί να εξηγήσει την παράξενη τροπή των γεγονότων, εγκαθίσταται στο διαμέρισμα του Αλάα και μελετάει τις σελίδες του ημερολογίου. Τα δύο αυτά πρόσωπα, ο τρόπος με τον οποίο μετέχουν της πλοκής, καθίστανται καταλυτικά για την εφαρμογή της κεντρικής ιδέας-ευρήματος.

Μέσω αυτών, ο αναγνώστης αντικρίζει τόσο την επόμενη μέρα της εξαφάνισης των Παλαιστινίων, μέσα από τη δημοσιογραφική έρευνα του Αριέλ, την αρχική επιφυλακτικότητα πως πρόκειται για κάποιο εφιαλτικό σενάριο εμπλοκής του ισραηλινού στρατού, τον φόβο άλλων πως η εξαφάνιση αποτελεί τον προπομπό μιας γενικευμένης επίθεσης, αλλά και την ανακούφιση, ή την υποψία της, από όποια ιδεολογική μπάντα και αν προέρχονται τα υποκείμενα, πως δόθηκε επιτέλους μια οριστική λύση στο ζήτημα, οι Παλαιστίνιοι απλώς εξαφανίστηκαν. Μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου, ενός προσωπικού κειμένου που δεν είχε βλέψεις πολιτικού μανιφέστου αλλά έκφρασης του τραύματος της απώλειας της γιαγιάς του, ενός προσώπου καθοριστικού για τον Αλάα, διαβάζουμε την ατομική ιστορία της και μέσω αυτής την ιστορία ενός ολόκληρου λαού, που είδε όλους της τους συγγενείς να διαφεύγουν, χρόνια πριν, και να μένει μόνη της, έγκυος στη μητέρα του Αλάα, αρνούμενη να εγκαταλείψει την πόλη της, παρά τον διαρκή εποικισμό και την καταπίεση.

Το βιβλίο της εξαφάνισης είναι ένα καλό βιβλίο, το εύρημα από μόνο του θέτει εξ αρχής το πολιτικό στο επίκεντρο, η Άζεμ πετυχαίνει να δώσει μια (φαινομενικά τουλάχιστον) ακριβή εικόνα της πολυπλοκότητας και του αδιεξόδου της εκεί συνθήκης, και μέρος της πολυπλοκότητας είναι η επισήμανση πως παρά τα όσα συμβαίνουν η ζωή συνεχίζει να συμβαίνει, και από τις δύο πλευρές, με ιλιγγιώδη δυσκολία σίγουρα, ωστόσο συμβαίνει. Το εύρημα δεν καταπλακώνει τη συνολική κατασκευή αλλά την υπηρετεί μέχρι τέλους, δεν είναι απλώς μια πρωτότυπη ιδέα, είναι ίσως η σκέψη πολλών, μια πιθανή, μεταφυσικής προέλευσης, λύση ενός περίπλοκου ζητήματος, ένας γόρδιος δεσμός που λύνεται. Συνομιλεί με τον τρόπο του με το Απειρόγωνο, το βιβλίο του Κόλουμ ΜακΚάν, γραμμένο μετά από εκείνο της Άζεμ. Εκεί, επίσης, δύο κεντρικά πρόσωπα, ένας Ισραηλινός και ένας Παλαιστίνιος, παλεύουν, όχι ως αντίπαλοι, αλλά ως σύμμαχοι, για ένα καλύτερο αύριο.

Είναι κάπως πολυτέλεια, σε μια στιγμή που στη Δυτική Όχθη συνεχίζουν να συμβαίνουν όλα αυτά τα τερατώδη, να μιλάει κανείς για τη λογοτεχνική αξία ενός έργου, αφήνοντας (προσωρινά) στην άκρη την πολιτική διάσταση, όμως, η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, επιτελεί έναν σύνθετο ρόλο, που δεν εξαντλείται στο ένα ή το άλλο πεδίο. Δεν πρέπει να πατάει μονόμπαντα στο αισθητικό ή το πολιτικό, και αυτό ίσως είναι το πλέον παρεμβατικό που οι αναγνώστες, εκ του ασφαλούς και εξ αποστάσεως, μπορούμε να ζητήσουμε. Καλό θα ήταν, επίσης, να μείνουμε μακριά από σχόλια του στυλ πως μέσα στα χαλάσματα των βομβαρδισμών είναι δυνατή η σπουδαία γραφή, ας αρκεστούμε να πούμε πως Το βιβλίο της εξαφάνισης είναι ένα πολύ καλό βιβλίο για πολλούς λόγους.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Για το Ένα διαφορετικός τυμπανιστής περισσότερα μπορεί κανείς να βρει εδώ, για το αριστουργηματικό Απειρόγωνο εδώ. Θυμήθηκα ακόμα ένα βιβλίο που διάβασα σχετικά πρόσφατα, το Ασήμαντη λεπτομέρεια, περισσότερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Πέρσα Κουμούτση
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Δεν Υπάρχει Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων - Qntm

Μου αρέσει αυτός ο τρόπος μάρκετινγκ, ξυπνάς ένα πρωί, ανανεώνεις τη σελίδα σε κάποιο κοινωνικό δίκτυο, βλέπεις μπροστά σου μια νέα έκδοση, δεν το ήξερες και δεν το περίμενες το βιβλίο αυτό. Αυτό συνέβη.

Δεν Υπάρχει Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων

Ο τρελός τίτλος, αυτό το δεν υπάρχει σαν να φέρνει στην επιφάνεια την πιθανότητα κάτι τέτοιο να υπήρχε δηλαδή, μια Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων, όποιο και αν είναι το αντικείμενο μιας τέτοιας υποδιεύθυνσης, ο,τι και αν είναι τα αντιμιμίδια.

Το οπισθόφυλλο ελάχιστα σοφότερο με έκανε, όξυνε ωστόσο την περιέργεια, σε τέτοιο βαθμό που πήρε τη θέση του πάνω πάνω στη στοίβα με τα προσεχώς, αναταράσσοντας τον όποιο, εδώ γελάμε, αναγνωστικό προγραμματισμό.

Να ένα δείγμα: «Τα αντιμιμίδια είναι οντότητες που διαγράφουν κάθε ίχνος της παρουσίας τους. Τα αντιμιμίδια μπορεί να τρέφονται από τις πιο αγαπημένες σου αναμνήσεις, από τα πράγματα που σε κάνουν να είσαι αυτός που είσαι».

Σκέφτηκα: αυτό εδώ ή θα είναι τρομερά γαμάτο εγκεφαλικό κάψιμο ή τρελή φλόμπα, που ήταν της μόδας ως λέξη στη γειτονιά τη δεκαετία που μεγάλωσα, εναλλακτικά ακυριά ή μπαρούφα, ακόμα ακόμα. 

Λόγω συνύπαρξης στο Δώμα, το μυαλό μου πήγε στον Λαμπατούτ, σε μια συγγένεια με το υβριδικό του έργο στο οποίο η επιστήμη συνυπάρχει με έναν ιδιαίτερο αφηγηματικό τρόπο, αλλά και την τόσο γοητευτική ευστροφία του, η έλξη που η ευφυΐα γεννά.

Τα παράδοξα, η σειρά που τρέχει ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, απέκτησε το τέταρτο μέλος της, το πιο πρόσφατο, το πιο σύγχρονο, το πιο φιλόδοξο ίσως, εξαιτίας της υπεραιχμής στην οποία κινείται.

Αν και οι καιροί έχουν ανεπιστρεπτί περάσει, ακόμα κάτι από τη ρετσινιά της παραλογοτεχνίας διατηρείται, όταν κανείς αναφέρεται στην επιστημονική φαντασία, τι και αν τόσα και τόσα στελέχη της έχουν πια περάσει στο πάνθεον του κλασικού και του κανόνα.

Όταν κάποιος διαβάζει από την προβλήτα του σήμερα για κόσμους μελλοντικούς με βάσεις εκτόξευσης το μακρινό παρελθόν, μπορεί με ασφάλεια να τα αντιμετωπίζει, κάποια αφελή, κάποια προφητικά, πόσο θα μισούσαν οι συγγραφείς αυτό τον τελευταίο χαρακτηρισμό.

Τι συμβαίνει όμως με τη συγχρονία; Μπορεί στη λογοτεχνία, γενικά και αόριστα, το σύγχρονο να φωτίζει αυτό που τώρα συμβαίνει, στην επιστημονική φαντασία, ωστόσο, τα πράγματα μοιάζουν και είναι διαφορετικά.

Θέλω να πω πως σε τέτοιους αλματώδεις τεχνολογικά καιρούς, χρειάζεται εξειδικευμένη γνώση, παρέα με την οξυδέρκεια, ώστε κάποιος να μπορεί να έχει ικανή επιστασία των εξελίξεων, των συμβάντων, των συνεπειών που αυτά φέρνουν.

Αν προσθέσει κανείς και τη φαντασία, τότε το μείγμα γίνεται, ή μπορεί να γίνει, εκρηκτικά οριακό στη σύλληψη, στην εκτέλεση και, κυρίως, στην πρόσληψη. Αυτό το: μα, πώς το σκέφτηκε αυτό; Μοιάζει και ίσως και να είναι αφελές.

Μα, πώς το σκέφτηκε αυτό; Είναι το σημείο αφετηρίας της προσέγγισης. Εν συνεχεία ακολουθεί: το έχει ξεκάθαρο στο μυαλό του, ένα ολόκληρο σύμπαν παράλληλο, δεν μας ταξιδεύει σε μια μελλοντικά αόριστη εποχή, βρισκόμαστε εδώ, θεωρητικά όλοι, στην ίδια σελίδα, και όμως.

Αυτό το παιχνίδι με το μυαλό προϋποθέτει μια ταυτόχρονη της φαντασίας και της επιστημονικής γνώσης αφηγηματική ικανότητα, να χτίσεις τον κόσμο, να υποδεχτείς τον αναγνώστη, να τον ξεναγήσεις. Αν εκείνος χαθεί, η παρτίδα σταματά να παίζεται.

Συμβαίνει, με βιβλία όπως αυτό, το εξής: όσο διαβάζεις όλα μοιάζουν με κάποιο παράδοξο τρόπο εξηγήσιμα και ξεκάθαρα, δοκίμασε τώρα να κλείσεις το βιβλίο και να πεις περί τίνος πρόκειται, μάλλον θα νιώσεις, εγώ νιώθω, χαζός, τουλάχιστον.

Ο Κουάντουμ (ψηφιακό ψευδώνυμο του Σαμ Χιουζ) άρχισε να ανεβάζει αυτή την ιστορία σε κάποια διαδικτυακή πλατφόρμα, η επιτυχία ήταν σχετικά μεγάλη, συνέχισε να εμπλουτίζει το περιεχόμενο, μέχρι που έγινε αναλογικό βιβλίο και κυκλοφόρησε.

Τον άθλο της μετάφρασης, η απόδοση ενός νεογνού σύμπαντος στα ελληνικά, ανέλαβε η ικανή Δέσποινα Κανελλοπούλου, την επιμέλεια ο Δημοσθένης Παπαμάρκος με τον Θάνο Σαμαρτζή, πάντοτε πρέπει να μνημονεύονται οι συντελεστές, πόσο μάλλον στην περίπτωση αυτή.

Οι νεολογισμοί, κυρίως αυτοί, που οφείλουν να είναι ακριβείς και ευκρινείς, να μην δημιουργούν περαιτέρω τριβή ανάμεσα στον αναγνώστη και το βιβλίο, η απλότητα με την οποία γίνεται η περιφορά του σύνθετου κόσμου οφείλει να υπηρετείται. 

Η επιστημονική φαντασία, συνήθως, διακρίνεται για τον παραβολικό, έντονα κοινωνικοπολιτικό, χαρακτήρα της, η καλή επιστημονική φαντασία δεν το κάνει αυτό με έναν τρόπο προφανή, στρώνει πολλά στρώματα κάτω από την κειμενική επιφάνεια, επιτρέπει στα ενδεχόμενα να (συν)υπάρξουν. 

Ένα δυνατό μυαλό, μια τρελή φαντασία ή μια οξυδερκής ματιά στον κόσμο γύρω μας, τι από τα δύο άραγε, μάλλον και τα δύο, ταυτόχρονα και σε υψηλό βαθμό, οι φιλόλογοι συχνά αποδεικνύονται ανεπαρκείς, θα πω και θα το αφήσω εδώ.

Βιβλία όπως αυτό αναδεικνύουν τα όρια της σκέψης και της αντίληψης του αναγνώστη, κάποιους αυτό τους ενοχλεί, αμύνονται επιτιθέμενοι, κάποιους άλλους τους γοητεύουν, τους έλκουν.

Σκέφτομαι τους ήρωες των ιστοριών όπως αυτή, η Μαρί Κιουρί, επικεφαλής της Υποδιεύθυνσης Αντιμιμιδίων του Οργανισμού Αγνώστων για το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, που δεν έχουν παρά αναλήψεις από τον παρελθοντικό ταμιευτήρα προσωπικών στιγμών, διαρκώς βρίσκονται στο καθήκον.

Ήρωες γιατί ενεργούν με βάση μια ηθική δέσμευση απέναντι στο κακό, γιατί είναι έτοιμοι να θυσιαστούν στον αγώνα αυτό, τι και αν ελάχιστα ορατός ένας τέτοιος αγώνας είναι. Ήρωες σε μια εποχή, κάθε εποχή, απομάγευσης.

Η φυσική, κυρίως αυτή, είναι μια δεξαμενή εναλλακτικού ανορθολογισμού, κυρίως γιατί δοκιμάζει τα όρια του ορθού λόγου, της σχέσης αιτίου αιτιατού, κύμα που γλύφει τις ακτές του αντιληπτού κόσμου, οι εξισώσεις και η παρατήρηση κάπου χτυπάνε σε τοίχο, ως εδώ φτάνουμε, αναφωνούν, διόλου ηττημένες δεν ακούγονται.

Ο χρόνος είναι σχετικός, η πραγματικότητα επίσης, αυτό ως θεωρία είναι εύκολο να το παπαγαλίσει κανείς, έχει όμως ρίζες μέσα μας μια τέτοια διατύπωση, σημαίνει κάτι ή είναι απλά λόγος κενός;

Η μνήμη και η λήθη, ακόμα και εδώ, στην υπεραιχμή των πραγμάτων, στην οριακότητα της σκέψης, στο προκεχωρημένο φυλάκιο της φαντασίας, η μνήμη και η λήθη, μαζί ίσως με την αγάπη, ακόμα χορεύουν στην πίστα, γύρω τους εμείς.

Ίσως αυτό να μοιάζει επαναστατικό, ίσως αυτό να είναι προκλητικά επιθυμητό, η δυνατότητα να ξεχνάμε όσα ζήσαμε, να επιστρέφουμε ξανά στην πρώτη μέρα πριν από κάτι, ο Καιρός να έχει μαλλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, ακόμα και αν μας προσπεράσει να μπορούμε να τον τραβήξουμε πίσω, διατεθειμένοι να καταβάλουμε το τίμημα της λήθης. 

Είναι τρελό, είναι τρελό, είναι τρελό, σκεφτόμουν/έλεγα/ένιωθα όσο διάβαζα το βιβλίο αυτό. Είναι τρελό, είναι τρελό, είναι τρελό σκέφτομαι/γράφω/νιώθω όσο αποπειρώμαι να γράψω κάτι σε αυτή την ψηφιακή γωνιά, κάτι που να διατηρήσει κάτι από την εμπειρία, τουλάχιστον.

Δηλαδή, σκέφτομαι ακόμα, ο τύπος αυτός έχει όλο αυτό το σύμπαν χαρτογραφημένο στο μυαλό του, έχει φωτογραφίες από τα τρομερά αντιμιμίδια που εδώ και ανυπολόγιστους αιώνες κατατρώνε τις αναμνήσεις, επιβιώνοντας μέσα από τη διαγραφή κάθε ίχνους παρουσίας τους;

Η ανάγνωση ενός βιβλίου όπως το Δεν Υπάρχει Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων αναλογικά είναι ένα τριπάρισμα ψυχότροπο, ο παραβολικός του χαρακτήρας δεν παρουσιάζεται ολόκληρος, απέναντι, ακίνδυνος στην απόσταση του προφανούς διδύμου καλό κακό, αντίθετα, ανακινεί, ανασύρει, παρεμβάλει.

Να υπάρχεις χωρίς τη μαρτυρία κάποιου παρατηρητή, να είσαι ο παρατηρητής που καταβροχθίζει αυτό που τον παρατηρεί, να επιβιώνεις με τον τρόπο αυτό, είσαι ικανοποιημένος, έχεις, άραγε, συνείδηση αυτού;

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδόσεις Δώμα