Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Ο γέρος μου - Thierry Jonquet

Μια από τις πρώτες «δεσμεύσεις» κατά την αλλαγή του '24 σε '25, που αντίθετα με αρκετές άλλες υλοποιήθηκε, ήταν η αναγνωστική επιστροφή στο Ο χάρτης και η επικράτεια του Μισέλ Ουελμπέκ. Είχα διαβάσει το βιβλίο αυτό χρόνια πριν, μπορεί και πάνω από δέκα, και, εκτός της δεδομένης τότε αναγνωστικής απόλαυσης, είχε αποτυπωθεί μέσα μου ως η υψηλότερη λογοτεχνική κορυφή που πάτησε, τουλάχιστον ως σήμερα, ο αμφιλεγόμενος συγγραφέας, ίσως μαζί με το Η δυνατότητα ενός νησιού, στο οποίο επίσης έχω στο πρόγραμμα κάποια στιγμή να επιστρέψω. Η αίσθηση επιβεβαιώθηκε. Ο χάρτης και η επικράτεια είναι ένα εν γένει σημαντικό βιβλίο, επιβεβλημένη επιλογή σε κάθε σύνταξη λίστας με τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί ως τώρα στον 21ο αιώνα.

Η εισαγωγή, που μοιάζει κάπως εκτός θέματος, έγινε για να αρχειοθετηθεί το νήμα που οδήγησε στην ανάγνωση του μυθιστορήματος Ο γέρος μου. Στο μυθιστόρημα του συγγραφέα Ουελμπέκ, σε μια αποστροφή του μυθιστορηματικού ήρωα Ουελμπέκ γίνεται αναφορά στον Τιερύ Ζονκέ με τρόπο ιδιαίτερα κολακευτικό και αναμενόμενα αφοριστικό, κάτι του στυλ: ο Ζονκέ είναι ο καλύτερος συγγραφέας αστυνομικού μυθιστορήματος· δεν θυμάμαι ακριβώς τη διατύπωση, αλλά ως πνεύμα αυτή ήταν η δήλωση που άμεσα με οδήγησε στην αναζήτηση για τυχόν ελληνικές μεταφράσεις του έργου του, ανάμεσα στις οποίες και το βιβλίο Μυγαλή, η δηλητηριώδης αράχνη, στο οποίο βασίστηκε η (μέτρια) ταινία του Αλμοδόβαρ Το δέρμα που κατοικώ. Κάπως έτσι έπιασα να διαβάσω το Ο γέρος μου, λοιπόν.

Ακόμα μια παράκαμψη. Είναι ο δεύτερος ή τρίτος χρόνος που αμελώ μια παλιότερη ετήσια αναγνωστική δέσμευση, την ανάγνωση ενός Σιμενόν κατά έτος, του παρεξηγημένου και υποτιμημένου από το κονκλάβιο των συγχρόνων του κριτικών συγγραφέα, που, παρότι ευπώλητος, ποτέ δεν έγινε δεκτός στα σαλόνια της λογοτεχνικής ελίτ, βιβλία του τρένου, τα αγοράζεις κατά την αναχώρηση και τα πετάς κατά την άφιξη, τέτοια βιβλία έλεγαν οι ειδικοί πως γράφει αυτός ο σπουδαίος τύπος που με προκάλυμμα την αστυνομική πλοκή έμπηξε το νυστέρι βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή, δοκιμάζοντας όρια και αντοχές. Η αναφορά στον Σιμενόν, που μοιάζει κάπως εκτός θέματος, γίνεται για να αρχειοθετηθεί η διάχυτη επιρροή του στο βιβλίο αυτό. Μια περίληψη της υπόθεσης θα δώσει κάποια πρώτα στοιχεία επί αυτού:

Ο Ντανιέλ Τεσαντιέ υπήρξε τυχερός μέχρι που έπαψε να είναι. Κατάφερνε για καιρό να ζει συντεταγμένα με το επίδομα ανεργίας εξαιτίας ενός εξωφρενικά φτηνού ενοικίου. Όταν όμως η σπιτονοικοκυρά του ζήτησε να αδειάσει το δωμάτιο ώστε μια ανιψιά της να έρθει και να το κάνει γραφείο, η επικράτεια της αστεγίας ως προοπτική απλώθηκε εμπρός του, η επιστροφή στην επαιτεία ήταν μια κάποια λύση, αλλά πρόσκαιρη και όχι ιδιαιτέρως αποδοτική, η κλοπή τον δελέασε, αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε αυτό. Ο Αλίν Κολμόν υπήρξε τυχερός μέχρι που έπαψε να είναι. Κατάφερε να εγκαταλείψει το επάγγελμα του εκπαιδευτικού, το βιβλίο που έγραψε έγινε μπεστ σέλερ, οι προτάσεις και οι προκαταβολές του επέτρεψαν να αλλάξει οικονομικό στάτους. Η έμπνευση όμως δεν κρατά για πάντα, δεν γίνεται κατά παραγγελία, ο επαγγελματικός στίβος μάχης είναι σκληρός, αμείλικτος, η πραγματική ζωή ακόμα περισσότερο. Η ζωή των δύο θα διασταυρωθεί.

Έτσι και αλλιώς οι περιλήψεις πλοκής δεν είναι η αδυναμία μου, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα, έστω και κατ' επίφαση, αστυνομικό μυθιστόρημα, εκεί που η κάθε αποκάλυψη μπορεί να διαλύσει το απαραίτητο στοιχείο αιφνιδιασμού. Ο εγκλωβισμός του ατόμου, από τη μια στιγμή στην άλλη, σε ένα δωμάτιο παρανομίας, όταν οι συνέπειες αρχίζουν να σκεπάζουν τον μέχρι πρότινος γαλανό ουρανό κάτω από τον οποίο η απόφαση έμοιαζε απλή και εύκολη, μια συνθήκη μη γυρισμού που συναντάται κατά κόρον στο σύμπαν του Σιμενόν.

Εκείνο που είχε ενδιαφέρον και εξ αρχής ήταν σημειωμένο στο καρνέ της ανάγνωσής μου ήταν ο εντοπισμός του γιατί άρεσε στον Ουελμπέκ που δεν φημίζεται για τη γενναιοδωρία του απ' όσο έχω υπόψη μου. Ο Αλίν Κολμόν θα μπορούσε να είναι ουελμπεκικός ήρωας, με αρκετή δόση προνομίου, στις υψηλές παρυφές της μεσαίας τάξης, σε μια γενικότερη κρίση μέσης ηλικίας, οικογενειακή, επαγγελματική, σεξουαλική, σε μια Γαλλία γεμάτη από μετανάστες και λούμπεν πληθυσμούς που απομυζούν τα δημόσια ταμεία μέσα από το σύστημα των πάσης φύσεως επιδομάτων, σε πολιτισμική παρακμή, σε απώλεια ταυτότητας. Βέβαια, τα περισσότερα αντιδραστικά σχόλια τα εκφέρει ο Ντανιέλ Τεσαντιέ που νιώθει διαφορετικός από τις αγέλες αστέγων, διαφορετικός γιατί θεωρεί πως του αξίζει μια καλύτερη ζωή από αυτή που μοιάζει να του αναλογεί, και αυτή η φαινομενική αντίφαση, είναι καίρια και άκρως ρεαλιστική, εκτενώς διαδεδομένη σε κάθε τάξη, αυτό το εγώ δεν είμαι σαν αυτούς, χωρίς ηθικό ή γενικότερο αξιακό υπόβαθρο. Η ατμόσφαιρα του βιβλίου, που δεν υπάγεται σε όρους και δεσμεύσεις πολιτικής ορθότητας, είναι του γούστου του Ουελμπέκ, ας το θέσω έτσι γενικά και ας το κλείσω εδώ.

Ο γέρος μου είναι από εκείνα τα μυθιστορήματα που ειδολογικά ανήκουν στην αστυνομική λογοτεχνία αλλά δεν περιορίζονται στο ποιος το έκανε, αλλά χρησιμοποιούν ως σκηνικό το έγκλημα ώστε να αποτυπώσουν μια γενικότερη κοινωνικοπολιτική συνθήκη. Το πρόβλημα της στέγης, για παράδειγμα, ή η επέλαση του εξευγενισμού σε γειτονιές άλλοτε λαϊκές και οικονομικά προσβάσιμες, η κατάρρευση του κράτους πρόνοιας, το σύστημα υγείας που πια έχει αδιαμφισβήτητο ταξικό πρόσημο, ανάμεσα σε άλλα. Αλλά και πιο ατομικά και την ίδια ώρα οικουμενικά ζητήματα όπως οι διάφορες οικογενειακές σχέσεις, παιδιά που γίνονται γονείς αποφασισμένα να μην κάνουν τα ίδια καθοριστικά λάθη. Όλα αυτά, ωστόσο, με έναν τρόπο αρκετά προκλητικό, χωρίς λείανση στις γωνίες και τις επιφάνειές του.

Ένα απαραίτητο συστατικό του είδους είναι η χωρίς φρένα ανάγνωση, αλλά χωρίς αυτό να γίνεται εις βάρος του στυλ, όχι με διαρκή και αμετροεπή χρήση ανατροπών και ευρημάτων που στόχο έχουν να κοροϊδέψουν τον αναγνώστη, να τον παραπλανήσουν ώστε στο τέλος να νιώσει μια βεβιασμένη έκπληξη. Ο Ζονκέ είναι στυλίστας, ακολουθεί την παράδοση του είδους, δεν διστάζει να απλώσει αρκετά την ιστορία του, να θέσει σε κίνηση διάφορες υποπλοκές χωρίς να χάνει τον έλεγχο και την κατεύθυνση προς το πάντρεμα όλων αυτών, τη συνάντηση που αποτελεί και την κορύφωση της πλοκής. Αρκετά σκοτεινό και φουλ ρεαλιστικό, Ο γέρος μου μου άρεσε πολύ!

υγ. Για το Ο χάρτης και η επικράτεια περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Γιάννης Στρίγκος
Εκδόσεις Καστανιώτη 

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Ψηλά τα χέρια, σύντροφε - Κώστας Φασουλόπουλος

Ο Γ. ήξερε και είχε μιλήσει. Με τον απαραίτητο ενθουσιασμό, είχε πει: να διαβάσεις τον Εξευγενισμό, ένα από τα καλύτερα ελληνικά βιβλία εκεί έξω, πιστεύω πως θα σου αρέσει. Το βρήκα, το έφερα σπίτι, είναι εκεί και περιμένει, στη στοίβα. Ενδιάμεσα οι εκδόσεις Κυψέλη σύστησαν μια παλπ σειρά, πρώτος τίτλος το Ψηλά τα χέρια, σύντροφε του Κώστα Φασουλόπουλου, τα κομμάτια μπήκαν στη θέση τους.

Τι και αν η μνήμη μου είναι ασθενής, σχεδόν πάντα θυμάμαι, όσος καιρός και να περάσει, το μικροκλίμα εντός του οποίου διάβασα το ένα ή το άλλο βιβλίο, η ανάγνωση πράξη ενεργητική, κομμάτι της ζωής μας. Ζεστή Κυριακή του Ιούνη, ακόμα και μέσα στο διαμέρισμα ένιωθες πως η γειτονιά έχει αδειάσει, κάπως αποτυπωνόταν στον αέρα αυτό. Ξύπνησα νωρίς, έφτιαξα καφέ, έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου.

Αθήνα, 1998. Χρηματιστηριακός πυρετός και προετοιμασία για τους επερχόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες. Οι πολλοί χαρούμενοι, ασχέτως του μεγέθους του κουταλιού με το οποίο έτρωγαν, κάποιοι λίγοι, ιδεολόγοι, αντιδρούσαν, ήταν απλό να χαρακτηριστούν μίζεροι από τους πολλούς, η λεωφόρος της αέναης ανάπτυξης απλωνόταν ανεμπόδιστα, τι και αν τα σαθρά θεμέλια έτριζαν, ο,τι αρπάξει ο τέτοιος μας. Ακόμα και τώρα, τόσες καταστροφές μετά, αρκετοί αναπολούν εκείνα τα χρόνια, τα φτυάρια που άνοιξαν το λάκκο, που μέσα στη λάσπη τσαλαβουτάμε έκτοτε.

Ο Φασουλόπουλος, γεννημένος το 1984, τοποθετεί σε αυτή τη χωροχρονική συντεταγμένη το παλπ μυθιστόρημά του. Δύο μηχανικοί, πρώην αντεξουσιαστές, γύρισαν από την Νικαράγουα εκπαιδευμένοι στο αντάρτικο πόλης, βρήκαν την Ελλάδα του Πασόκ, ένιωσαν εκτός τόπου και χρόνου, λίγο πίστεψαν στη ρητορική, θέλησαν να πιστέψουν σε κάτι καλύτερο, η κρίσιμη μάζα είχε γυρίσει για τα καλά την πλάτη της στο πρόσφατο παρελθόν, η πολιτική έμοιαζε παρωχημένη, μια αρένα διαμάχης για αριστερούς, αναρχικούς και αντεξουσιαστές, που σε κάθε μικροδιαφωνία απαντούσαν με μια ακόμα διάσπαση. Κατασκευαστικές εταιρείες που ανοικοδομούσαν τη χώρα, νέοι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων, εκατοντάδες δημόσια έργα, δραχμές να χορεύουν. Πετυχημένοι, ζουν άνετα, έχουν όμως μια σκοτεινή πλευρά, οργανώνουν και εκτελούν ληστείες, η αδρεναλίνη τρέφει και εθίζει, ετοιμάζουν ένα μεγάλο χτύπημα, ένα ριφιφί στο θησαυροφυλάκιο μιας τράπεζας, η φάση στραβώνει, μπλέκουν με μια συμμορία κακοποιών.

Τα ειδολογικά χαρακτηριστικά της παλπ λογοτεχνίας πληρούνται. Μια καλοδουλεμένη πλοκή, με ανατροπές και αγωνία. Πρόσωπα αντιηρωικά, μοναχικοί τύποι, ιδεολόγοι, αποσυνάγωγοι. Αφηγηματικός ρυθμός στακάτος, στα κόκκινα, με βήματα μικρά, σταθερά, σίγουρα. Η Αθήνα, το σκηνικό της δράσης. Εσάνς κοινωνικοπολιτική, χωρίς διάθεση για δοκιμιακές φανφάρες. Σκοτεινό ακόμα και στο έλεος του αθηναϊκού ήλιου.

Μου άρεσε, τελικά, που ο Φασουλόπουλος δεν επικεντρώνεται πλήρως σε ένα και μόνο πρωταγωνιστικό πρόσωπο, παρότι υπάρχει ένα που καταλαμβάνει περισσότερο χώρο σε σχέση με τα υπόλοιπα, που ανοίγει αρκετά τη βεντάλια του, ο πλουραλισμός αυτός του επιτρέπει τόσο να αποφύγει το υπέρμετρο κλισέ στην αποτύπωσή του, όσο και να ανοίξει τις δυνατότητες της πλοκής, να μπορέσει να παίξει αρκετά χαρτιά κατά την εξέλιξή της.

Ο εξωτισμός του τόπου, διακριτός ή όχι, είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου είδους, στην κακή εκδοχή τού φαινομένου αυτού υπάρχουν μυθιστορήματα που λειτουργούν ως κακοί τουριστικοί οδηγοί. Αυτό ίσως εξηγεί γιατί σε κάθε χώρα το αντίστοιχο αναγνωστικό κοινό αγαπά περισσότερα τα εισαγώμενα βιβλία, γιατί, ας πούμε, ο Μάρκαρης μοιάζει να έχει πιο φανατικό κοινό στο εξωτερικό παρά στην Ελλάδα, μπορεί, βέβαια, να κάνω και λάθος. Ήθελα να πω πως διαβάζοντας το Ψηλά τα χέρια, σύντροφε που διαδραματίζεται στην Αθήνα δεν ένιωσα πως ο συγγραφέας με το ζόρι προσπαθεί να την κάνει πρωταγωνίστρια, αποδίδοντάς της αρετές και ιδιότητες, χωρίς αυτό να σημαίνει πως την παραμελεί, πως δεν κάνει την απαραίτητη χρήση της ως σκηνικό της δράσης.

Ειδικός στην παλπ λογοτεχνία δεν είμαι. Ακόμα περισσότερο, δεν θα ισχυριζόμουν ποτέ πως είναι η προτίμησή μου. Οι εξαιρέσεις, ωστόσο, όταν συμβαίνουν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, με ενθουσιάζουν βαθιά, ίσως γιατί μπαίνω στην ανάγνωση με ανύπαρκτες ή χαμηλότατες προσδοκίες, αν δεν περιμένεις, άλλωστε, τι μπορεί να πάει λάθος. Υπάρχουν νουάρ, αστυνομικά, παλπ μυθιστορήματα που τα έχω παρατήσει λίγες σελίδες μετά την αρχή, βαρεμάρα και ανία, άρνηση να συνεχίσω. Το Ψηλά τα χέρια, σύντροφε το τελείωσα σε δύο μέρες, ίσως αυτό, από μόνο του, να ήταν αρκετό ως σχόλιο.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Εκδόσεις Κυψέλη 

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Μεταξύ φίλων - Hal Ebbott

«Κυριευμένος από μια τέτοια γενναιόδωρη μελαγχολία, ο Έιμος μερικές φορές αναλογιζόταν, αυτό δεν είναι άραγε η οικογένεια; Ατελείς άνθρωποι που τους έφερε κοντά η τύχη, κι ωστόσο επιλέγουν να ξυπνούν κάθε πρωί και να προσπαθούν, να επενδύουν στο να κάνουν τα πράγματα λειτουργικά».

«Η Άννα χασμουρήθηκε στο πίσω κάθισμα. Η Κλερ τέντωσε τα χέρια της μπροστά και χτύπησε ρυθμικά το ταμπλό. Η σιωπή των οικογενειών δεν είναι ποτέ στ' αλήθεια απόλυτη. Οι ρίζες μιλούν, η ανάσα».

Είναι γνωστό το περί ευτυχισμένης οικογενειακής ομοιομορφίας και της δυστυχισμένης ιδιωτικότητας, μια προφανής διακειμενικότητα. Ωστόσο, ένα διαβαθμισμένο εργαλείο αξιολόγησης της ευτυχίας, μοιάζει να είναι απαραίτητο, η γνώση πως κάτι τέτοιο δεν υπάρχει ουδόλως βοηθάει. Δεν είμαι σίγουρος, λοιπόν, πως συμφωνώ με τον ορισμό του Λέοντος, γιατί δυσκολεύομαι να δεχτώ την ύπαρξη ευτυχισμένων οικογενειών, όχι σε απόλυτο βαθμό και σε όλο το μήκος της σύνθεσής τους, αφού στιγμές που προσιδιάζουν σε ευτυχία σίγουρα μπορούν να ανασυρθούν. Ευτυχισμένων στα βάθη και όχι στη βιτρίνα του εκάστοτε ντελάλη, ευτυχισμένων πραγματικά και όχι συγκριτικά. Έλεγα σε μια ψυχίατρο, με κάποια αφορμή, πως αν δεν υπήρχαν οικογένειες, τότε οι ειδικοί ψυχικής υγείας θα ζούσαν από την ελεημοσύνη των περαστικών, εκείνη γέλασε και συμφώνησε με τον βιαστικό και μάλλον εξυπνακίστικο αφορισμό. Ανάμεσα σε διάφορες υπογραμμίσεις, ξεχώρισα τις παραπάνω δύο, κάπως νιώθω πως περικλείουν το Μεταξύ φίλων, το λογοτεχνικό ντεμπούτο του Χαλ Έμποτ, βιβλίο που επέλεξα να διαβάσω στηριζόμενος στην αναγνωστική μου διαίσθηση. Το επίθετο «ατελείς» και η απουσία απόλυτης σιωπής, κυρίως.

Ο Έιμος και ο Έμερσον, μεσήλικες πια, είναι φίλοι από το κολέγιο, ο Έμερσον, μάλιστα, είναι εκείνος που γνώρισε στον Έιμος την Κλερ, την οποία παντρεύτηκε και απέκτησε μαζί της ένα παιδί, την Άννα. Θα περάσουν μαζί τους ένα σαββατοκύριακο στην εξοχή, στο σπίτι της οικογένειας του Έμερσον. Ύστερα, θα επιστρέψουν στην καθημερινότητά τους.

Η βεβαιότητα, η ανάγκη της, είναι ένα καταφύγιο, να θεωρείς κάτι δεδομένο, πόσο λάθος έμοιαζε κάτι τέτοιο παλιά, πόσο απαραίτητο καθώς τα χρόνια περνούν και ο κόσμος απλώνεται ολοένα και πιο σύνθετος, ενίοτε τρομακτικός επίσης, καταφύγιο ατελές, σίγουρα ατελές, αλλά ικανό να θραύσει κάτι από την ορμή των κυμάτων, να μην πλημμυρίσει το εσωτερικό του, να μην παρασύρει τα πάντα στο διάβα του το νερό, να δώσει χρόνο για ανασύνταξη πριν το επόμενο σκάσει με μανία. Η διάρρηξη της βεβαιότητας, η άρνηση της αποδοχής της αρχικά, η απόπειρα μη απώλειας της με κόπο κατακτημένης ισορροπίας, έστω και φαινομενικά, έστω και αν είναι εύθραυστη, τελικά, αυτό είναι που διαπραγματεύεται το μυθιστόρημα αυτό, το αίσθημα της μοναξιάς, τη συνέπεια της διάρρηξης, επίσης.

Η αφήγηση, ένας τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής, του Άμποτ έχει κάτι το όμορφα παλιακό, κάτι που πια μοιάζει να είναι ικανές μόνο κάποιες λίγες γυναίκες συγγραφείς να το φέρουν στο χαρτί, σε μια εποχή ολοένα και πιο φρενήρους ταχύτητας, εκείνος βρίσκει, δημιουργεί καλύτερα, τον απαραίτητο χώρο για να φιλοξενήσει τη σκέψη, για να σταθεί στη μία ή την άλλη λεπτομέρεια, που αποδεικνύεται καθοριστική ή όχι. Και αυτός ο χώρος, ο ήπιος ρυθμός, σε συνδυασμό με την αφηγηματική ικανότητα του συγγραφέα, λιγότερο η ίδια η ιστορία, η πλοκή και η προώθησή της, κάνει το μυθιστόρημα αυτό ξεχωριστό. Παλιακό αλλά χωρίς μυρωδιά ναφθαλίνης.

Ο Άμποτ πετυχαίνει κάτι ακόμα στο ντεμπούτο του. Δημιουργεί ένα σχετικά περίκλειστο περιβάλλον, μέσα στον ευρύτερο κόσμο, όπου κινούνται τα πρόσωπα, μελετάει αυτό το μικροκλίμα, διερευνά τον διαχωρισμό, εστιάζει ζουμάροντας αρκετά τον φακό, τόσο που τα πρόσωπα, παρά τους στενούς δεσμούς, διακρίνονται ως ατομικότητες, εκεί που το γυαλί ραγίζει, μια θραύση αδιόρατη από απόσταση, μια ατέλεια στη φαινομενική ευτυχία και ηρεμία. Ακολουθώντας αυτή την τακτική, ο φακός, που παρά τις προδιαγραφές του κινείται αρκετά και δυσκολεύεται να εστιάσει, φωτίζει την ευαλωτότητα της βεβαιότητας και της ισορροπίας, την ανεπάρκεια, επίσης, της όποιας διδαχής, συμβουλής ή συνταγής. Με αυτό το λίγο, που είναι αρκετό, ασχολείται στην πραγματικότητα, την ευθραυστότητα και την κατάρρευση, χωρίς να έχει ανάγκη από ένα ευφάνταστο, σύνθετο και ρηξικέλευθο δράμα, από φωνές και εντάσεις, από απόλυτα διλήμματα, από σπουδαίες, σοφές αποφάσεις, από νικητές και χαμένους, από ευχάριστα ή δυσάρεστα φινάλε, από μια οριστική τελεία μετά την ύστατη φράση. Ένας ψίθυρος είναι το μυθιστόρημα αυτό.

Ο τρεμάμενος φακός, το εξωφρενικό ζουμάρισμα, η ασταθής εικόνα, η λεπτομέρεια, όλα αυτά λειτουργούν εν τέλει συμπεριληπτικά, η ατομικότητα, η εύθραυστη ισορροπία, η ανάγκη για βεβαιότητες και σταθερές, κάτι θυμίζουν, κάτι φέρουν ως αίσθηση, ο αναγνώστης κρατά τον τρεμάμενο φακό, ζουμάρει, επιχειρεί να δει καθαρά τις λεπτομέρειες, βρίσκεται σε βάθη, η ένα προς ένα αναλογίες είναι άχρηστες εδώ μέσα, οι διδαχές, οι συμβουλές ή οι συνταγές, επίσης, η λογική αποδεικνύεται ανίκανη.

Διαβάζω το βιβλίο που έχω ανάγκη να διαβάσω, να ένα κλισέ, πέρα από τις αντικειμενικές αρετές της γραφής του Άμποτ, στην προκειμένη περίπτωση, σκέφτομαι το ατελείς, ξανά, διαρκώς το σκέφτομαι, τη σύμπραξη ή τη συνύπαρξη, επίσης, την πολυπλοκότητα του έξω, την άβυσσο του μέσα, τη λογική σκέψη, την ανάγκη για μια αυτοεικόνα, άπαξ και το μάτι εντοπίσει την μικρορωγμή, για πόσο καιρό αθέατη αλήθεια, είναι αδύνατο πια να μην τη βλέπει, την ατέλεια σε εμάς δεν την βλέπουμε ή τη συγχωρούμε, τέλος πάντων, στους άλλους όχι, και αν τη διακρίνουμε η κατάρρευση συμβαίνει, η περιφερόμενη γαματοσύνη μας, οι πάσσαλοι στήριξης, όλα για όσα πειστήκαμε, χωλαίνουν.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Κάλλια Παπαδάκη
Εκδόσεις Μεταίχμιο 

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Ο ληστής μαραθωνοδρόμος - Martin Prinz

Πάνε χρόνια, πριν το Πεδίον του Άρεως αναβαθμιστεί και παραδοθεί στο κοινό αλλά και τους επιχειρηματίες, υπήρχε μια περίοδος, χειμώνας ήταν, μάλλον του '17, που, δεν ξέρω γιατί, έπασχε από συσκότιση, η πρόσβαση ήταν εφικτή όλο το εικοσιτετράωρο, φύλακες δεν υπήρχαν, η Μαυροματαίων ήταν μια από τις πλέον σκληρές πιάτσες ναρκωτικών, μια ταμπέλα ευρωπαϊκής χρηματοδότησης πολλών εκατομμυρίων έχασκε στην είσοδο, έμενα παραδίπλα στα Εξάρχεια, συνήθιζα να τρέχω τα βράδια στο πάρκο, συνέχισα να το κάνω και χωρίς ηλεκτρική πηγή φωτός, σε ένα σκηνικό απόκοσμο με χαμηλές θερμοκρασίες, μα καλά, μου έλεγαν, δεν φοβάσαι;, όχι, απαντούσα, άλλωστε όταν φοβόμαστε αρχίζουμε να τρέχουμε μακριά κι εγώ ήδη τρέχω προληπτικά. 

Ήταν πρόσφατη η έξη που το τρέξιμο μου είχε δημιουργήσει, είχα επιτέλους εντοπίσει μια κατά μόνας γυμναστική συνήθεια που φλέρταρε γοητευτικά με τον βιοχημικό μου μηχανισμό, που μου προξενούσε χαρά και ευεξία. Κι όπως σε όλα, έτσι και με το τρέξιμο, ο τρόπος μου να μαθαίνω και να γνωρίζω ποικίλες όψεις της ανθρώπινης εμπειρίας είναι το διάβασμα, είχα φτιάξει, λοιπόν, μια λίστα με βιβλία σχετικά με το τρέξιμο, την αποτύπωση της εμπειρίας στο χαρτί, από τα οποία, τώρα, ξεχωρίζω δύο, το Τρέχοντας με την αγέλη του φιλοσόφου Μαρκ Ρόουλαντς και το Γιατί πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο του Χαρούκι Μουρακάμι, σε αυτή τη λίστα υπήρχε και η νουβέλα (ή εκτεταμένο διήγημα) Ο ληστής μαραθωνοδρόμος του αυστριακού Μάρτιν Πριντς, τώρα πια δεν θυμάμαι αν το είχα αναζητήσει ή αν απλώς το είχα σημειώσει, όπως και να έχει, το εντόπισα πρόσφατα και το διάβασα τώρα που προσπαθώ να επανέλθω δρομικά στο ενδιάμεσα εξευγενισμένο πάρκο.

Η νουβέλα συνοψίζεται ικανοποιητικά από τον τίτλο. Είναι η ιστορία του ληστή Ρετενμπέργκερ, που στις 12 Νοεμβρίου του 1988 μ' ένα γρήγορο σάλτο απέδρασε από την ανακριτική αίθουσα και άρχισε να τρέχει προς την ελευθερία. Στην περιγραφή της καταδίωξης ενσωματώνονται στιγμιότυπα της ζωής του ως τότε. Δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να σταθώ περαιτέρω στη σύνοψη της πλοκής, το ολιγοσέλιδο του μεγέθους το επιβάλλει. Θα σημειώσω δυο-τρεις παρατηρήσεις, ωστόσο.

Η πρόζα του Πριντς, στακάτη και λιτή, πετυχαίνει να αποτυπώσει το αίσθημα της φυγής προς την ελευθερία, την καταδίωξη εκείνου που ρεζίλεψε το αστυνομικό σώμα δραπετεύοντας έτσι απλά μέσα από τα χέρια τριών αστυφυλάκων. Πετυχημένη είναι επίσης και η ενσωμάτωση λοιπών στιγμιοτύπων, αναλήψεων από το παρελθόν ή συγχρόνων της καταδίωξης περιστατικών,  όπως καταγγελίες πολιτών, ληστείες, δρομικές συνήθειες, ερωτικές σχέσεις, άρθρα εφημερίδων, μεταξύ άλλων, μια τεχνική συρραφής που κάπως συνειρμικά μου έφερε στον νου τη Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ. Δρομέας και ο ίδιος ο συγγραφέας, φαντάζομαι ωστόσο όχι ληστής, γνωρίζει καλά το περιβόητο runner's high, την κατάσταση ευφορίας, ηρεμίας και μείωσης του πόνου που το τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων γεννά στον δρομέα και τον σπρώχνει διαρκώς να ζητά λίγο ακόμα, λίγα παραπάνω μέτρα, λίγο περισσότερο βιοχημικό φτιάξιμο, μια κατάσταση υπερβατική, ένας εν κινήσει διαλογισμός, αυτοί που τρέχουν ξέρουν, και είναι εύστοχος ο παραλληλισμός με την έκσταση αδρεναλίνης που παράγει η ένοπλη ληστεία, η δίψα για επανάληψη, ακόμα και αν ο σάκος είναι κιόλας γεμάτος με λεφτά από την προ ολίγου ληστεία μιας προηγούμενης τράπεζας, πόσο μάλλον η καταδίωξη, όταν το τρέξιμο ξυπνά ένα αρχέγονο ένστικτο φυγής και δραπέτευσης.

Τους τελευταίους μήνες, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, έχω συζητήσει αρκετά για έναν λησμονημένο συγγραφέα, τον Πάτρικ Ζίσκιντ, συγγραφέα του υπερμπεστσέλερ Άρωμα (με την κάκιστη κινηματογραφική μεταφορά) και του ιδιοφυούς θεατρικού μονολόγου Το κοντραμπάσο, που δεν έχει δημοσιεύσει κάτι καινούργιο για σχεδόν είκοσι χρόνια. Ανακαλώ συχνά μια ατάκα του σε ερώτηση δημοσιογράφου, προ κοινωνικών δικτύων και εκτεταμένης χρήσης του διαδικτύου εν γένει, γιατί ζει εν κρυπτώ, να απαντά το απλό: δουλειά του συγγραφέα είναι να παρατηρεί και όχι να τον παρατηρούν. Τον θυμήθηκα ξανά διαβάζοντας τον Ληστή μαραθωνοδρόμο γιατί εκείνο που περισσότερο έχω ως ανάμνηση από τα βιβλία του, βιβλία καλά παρότι εκτεταμένα δημοφιλή και ευπώλητα, είναι η αίσθηση που άφηνε πως γνώριζε πλήρως το θέμα για το οποίο έγραφε, τα αρώματα ή το σκάκι ή το κοντραμπάσο, και αυτό το αίσθημα το ένιωσα και εδώ, όπως και παραπάνω ανέφερα. Τι να συμβαίνει άραγε με τον Ζίσκιντ; Να τον πιέζει ακόμα ο εκδότης του για μια επιστροφή; Να χρησιμοποιεί ένα ψευδώνυμο και να τον διαβάζουμε χωρίς να το ξέρουμε; Να αράζει απλώς και να παρατηρεί ησύχως;

Με χαρά θα δεχόμουν και άλλες προτάσεις δρομικής ανάγνωσης, στη λίστα έχω ακόμα σημειωμένο τη Μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων

υγ. Για το Τρέχοντας με την αγέλη περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο εδώ, για το Born to run εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Σοφία Γεωργοπούλου
Εκδόσεις Τόπος

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

Μέρες χωρίς αλκοόλ - Michael Deagler

Αυτό είναι το πρωτόλειο μυθιστόρημα του Μάικλ Ντίγκλερ, Μέρες χωρίς αλκοόλ, βραβευμένο με το PEN-Hemingway Award, μεταφρασμένο από τον Πάνο Τομαρά, το εκατοστό δέκατο έκτο βιβλίο της σειράς Aldina των εκδόσεων Gutenberg. Το περίμενα πώς και τι. Το οπισθόφυλλο αρκούσε: «Μην ανησυχείτε για όσα έκανε ο Ντένις Μονκ όταν έπινε. Τώρα είναι νηφάλιος, έτοιμος να γίνει ξανά αποδεκτός». Με δελέαζε, παρότι σειρήνες ακούγονταν στο βάθος. Η έξη. Άπαξ και εμφανιστεί, εγκαθίσταται. Ακόμα και έξω από την έξη, το παρελθοντικό δεν επιτρέπεται. Δεν ήσουν, είσαι ακόμα. Μην το ξεχνάς. Ένα τίποτα σε γραπώνει ξανά, οι μέρες μηδενίζονται, το χωρίς παραπατά και πέφτει με τα μούτρα στο πάτωμα. Οι άλλοι σίγουρα δεν το ξεχνούν. Στην τρίτη δεκαετία της ζωής του, ο Ντένις αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με το αλκοόλ —πόσο αποστειρωμένη ως περιγραφή— τώρα δεν πίνει.

Αν το μυθιστόρημα μπορούσε να πυκνώσει τόσο ώστε να γίνει μια παράγραφος, αυτή θα ήταν: «"Αισθάνομαι λες και πέρασα τα προηγούμενα οχτώ χρόνια σε κρουαζιερόπλοιο", είπα. "Δηλαδή ήταν απαίσια, σιχαμερά και πανάκριβα, αλλά ήμουν τύφλα, οπότε δεν μ' ένοιαζε. Και σ' όλη τη διάρκεια πετούσα στη θάλασσα πράγματα που νόμιζα πως δεν είχα ανάγκη. Σωσίβια, αποσκευές, ξαπλώστρες. Τα έριχνα από την κουπαστή. Κι ύστερα, σε μια στιγμή, δεν ξέρω, τρέλας, πήδηξα κι εγώ από το καράβι. Βούτηξα στη θάλασσα. Το κεφάλι μου καθάρισε από την ψυχρολουσία κι ένιωσα καλά για λίγο. Τώρα όμως κολυμπάω μόνος μου στα απόνερα του κρουαζιερόπλοιου. Και αρχίζω να κουράζομαι. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να γραπωθώ από τα πράγματα που έριξα στη θάλασσα, τις ξαπλώστρες και τις βαλίτσες, για να κρατηθώ στην επιφάνεια". Ακούγοντας τα λόγια μου, ο παραλληλισμός μου δεν μου φάνηκε τόσο βαθυστόχαστος όσο νόμιζα». Είναι η τελευταία πρόταση που πυκνώνει περαιτέρω το μυθιστόρημα αυτό.

Ο Βρετανός πρόξενος, η Υβόν και το μεσκάλ, το Μεθυσμένο ημερολόγιο, τα έργα του Μπουκόφσκι, επίσης. Να μια τριάδα περί αλκοόλ. Κάρβερ διάβασα αρκετά μεγάλος, το εικονοστάσι είχε τοποθετηθεί. Επέστρεψα Κάτω από το ηφαίστειο, πρόσφατα σχετικά, στα άλλα ακόμα όχι, περισσότερο γύρω από το πώς θα μου φανεί τώρα πια η λογοτεχνία του Μπουκόφσκι αναρωτιέμαι, και η χρόνια υπόσχεση στον εαυτό πως θα διαβάσω Μπερλίν. Υπήρχε κάτι το μαγικό γύρω από το αλκοόλ, το ίδιο και με τα ναρκωτικά σε ένα βαθμό, ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζονταν τα πάσης εθνικότητας όνειρα στα απόνερα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου απλοί άνθρωποι. Τώρα πια αυτό δεν υπάρχει, όχι σε έκταση τουλάχιστον, όχι πως οι συνθήκες δεν είναι δόκιμες για υποστυλώματα.

Τον Μονκ δεν τον πειράζει να μιλάμε για αλκοόλ, δεν τον πειράζει ούτε να πηγαίνει συνοδεύοντας κάποιον σε ένα μπαρ, περνώντας το βράδυ του πίνοντας νερό ή αναψυκτικό ενώ τα ποτά πάνε και έρχονται. Δεν επιθυμεί επιβράβευση επί αυτού. Εκείνο που τον απασχολεί, που τον κρατάει μουδιασμένο είναι τι θα κάνει τώρα κολυμπώντας στα απόνερα.

Κάπου εδώ θα μιλήσω για τις σειρήνες που ακούγονταν στο βάθος, σειρήνες που σίγησαν γρήγορα, λίγο μετά τις πρώτες σελίδες, όταν πια έγινε φανερό πως ο Ντίγκλερ δεν επιθυμούσε να γράψει μια αυτοβιογραφία, έναν πανηγυρικό για κάποιον που κατάφερε να σωθεί από το αλκοόλ, ούτε και ένα δακρύβρεχτο μυθιστόρημα, από τη ζωή βγαλμένο, για κάποιον που ξέφυγε και όλοι και όλα του γυρνούν την πλάτη, καμία διάθεση για εκβιασμό και καθοδήγηση, μήτε άγιος, μήτε ρεμάλι, ο Μονκ είναι ένας καθημερινός τύπος. 

Παρένθεση. Δεν έχω υπάρξει ποτέ κοντά στον αλκοολισμό, ακόμα και αν για κάποιους φίλους μας το λέγαμε, δεν ξέραμε τι λέμε, μια δική μας ανάγκη μας ωθούσε στην υπερβολή. Οπότε δεν μπορώ να μιλήσω με τέτοιους όρους αληθοφανούς ρεαλισμού. Γνώρισα μια κοπέλα που είναι εδώ και ένα χρόνο καθαρή, αγόρασε το βιβλίο, υπήρξα αδιάκριτος, αν επιστρέψει θα τη ρωτήσω πώς της φάνηκε. Παρένθεση.

Δεύτερη παρένθεση. Θυμάμαι μια ταινία, μπορεί να ήταν και περισσότερες και το μοντάζ της μνήμης τώρα πια να τις έχει ενώσει. Ο νεαρός γιος λέει στη χήρα μάνα να τον κλειδώσει στο δωμάτιο και να μην του ανοίξει μέχρι να καθαρίσει από τα ναρκωτικά. Όταν η στέρηση τον καταβάλλει, χτυπάει με μανία την πόρτα, βρίζοντας και απειλώντας θεούς και δαίμονες, θυμάμαι, πλάνο κοντινό, το βλέμμα της μάνας να μην ξέρει τι να κάνει. Ηθικοπλαστικός κινηματογράφος, η συνέχεια της παιδικής/εφηβικής λογοτεχνίας της εποχής που σου μάθαινε πώς να λες όχι σε κάποιον που σου έδινε μια καραμέλα. Έχει κάτι το γκροτέσκο αυτή η ανάμνηση. Δεύτερη παρένθεση.

Πρόσφατα διάβασα το Ο Μεγάλος Ρέι του Μάικλ Κίμπαλ. Γιος μιλάει για τον νεκρό πατέρα. Η σύνδεση γίνεται για τον τρόπο, την αφηγηματική φωνή, για την οριακή απόσταση παρατήρησης και διαχείρισης του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, για το ούτε αποστειρωμένα μακριά, ούτε παραμορφωτικά κοντά. Οι δύο Μάικλ, σε μια εποχή που το βίωμα έχει λάβει πρωτοκαθεδρία, δεν φοβούνται την επένδυση στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση που ωστόσο διατηρεί ορατή τη διάκριση γράφοντος και αφηγηματικού υποκειμένου.

Αν έπρεπε με ένα επίθετο να χαρακτηρίσω την πρόζα του Ντίγκλερ, θα έπαιρνα το ρίσκο της παρεξήγησης και θα χρησιμοποιούσα το αμήχανη. Σηκώνω το γάντι. Συμβαίνει, ξέρετε (προφανώς ξέρετε, όλα τα ξέρετε) κάποιοι να μην ξέρουν τι να κάνουν, πώς να το κάνουν, δεν έχουν ανά πάσα στιγμή ένα έτοιμο σχέδιο δράσης, περιφέρονται κάπως αμήχανα, έχοντας γνώση της άγνοιας ή της αδυναμίας ή της ατολμίας ή του παράλογου. Ίσως γιατί έχουν συνηθίσει να λαμβάνουν χωρίς να το ζητήσουν συμβουλές από ανθρώπους που δεν θα ήταν το πετυχημένος το πρώτο επίθετο που θα σου ερχόταν στο μυαλό. Αυτή η αμηχανία, τόσο σύγχρονα δοσμένη, είναι που κατά την ταπεινή μου γνώμη κάνει σπουδαίο αυτό το χαμηλόφωνο μυθιστόρημα, που το απαλλάσσει από άσκοπες και αχρείαστες φωνασκίες, από απόπειρες καταβύθισης σε δήθεν αβύσσους υπαρξιακής αγωνίας, από μια στράτευση, με το ζόρι να πάρει θέση και να διδάξει, από το όποιο στείρο και καλά κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, από το να απομακρυνθεί από τον Μονκ και να επιμείνει να περικλύσει στις τριακόσιες πενήντα σελίδες τη σημερινή Αμερική στα πέριξ της Φιλαδέλφεια.

Αυτή η αμηχανία μεταβιβάζεται και στον αναγνώστη, κανένα νήμα για επείγουσα ενσυναίσθηση δεν πετιέται από την κουπαστή του κρουαζιερόπλοιου, ο Μονκ παλεύει όπως μπορεί ανάμεσα σε βαλίτσες και ξαπλώστρες, και αυτή η αμηχανία που διαποτίζει κάθε σχισμή, κάθε ίχνος σκέψης και απόφασης, κάθε περιστατικό δράσης, κάθε νέα απόπειρα να βρει ένα δωμάτιο, να βρει μια δουλειά, να δοκιμάσει ίσως να ξεφύγει από την πόλη αυτή, αποτυπώνει στα μάτια μου κάτι το αληθοφανές, προσφέρει το παροντικό στάτους του Μονκ, που δεν είναι πια διαρκώς μεθυσμένος, και αυτό έρχεται σε σύγκρουση με τον αναγνώστη που συνειδητοποιεί πως τον σκέφτεται με όρους αλκοολικού, δύσπιστα και καχύποπτα, ακόμα και αν βάζει ένα πρώην μπροστά. Και ο Ντίγκλερ ούτε με αυτό ασχολείται, ευφυώς θεωρώ, ο ίδιος ο Μονκ, νηφάλιος πια, είναι πιο δύσπιστος και καχύποπτος απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό από ό,τι οι συγγενείς, οι φίλοι και οι γνωστοί του, πόσο μάλλον από έναν τυχαίο αναγνώστη της ιστορίας του κάπου πολύ μακριά.

Μου άρεσε πολύ αυτό το χαμηλόφωνο μυθιστόρημα, χωρίς εξάρσεις και πυροτεχνήματα, χωρίς φανφάρες και διδαχές, χωρίς παραδειγματισμό, παρά μόνο καλή λογοτεχνία, σύγχρονη και άρα (πάλι) αμήχανη με τρόπο όχι βεβιασμένο αλλά γάργαρο, αφιλτράριστο και κυρίως γνώριμο και οικείο, με πρωταγωνιστή —φαντάζεστε να τον αποκαλούσα ήρωα τον Μονκ;— κάποιον που προσπαθεί να πατήσει στα πόδια του, που παλεύει να δει τι στο διάολο μπορεί να κάνει τώρα που το κεφάλι του είναι καθαρό, τώρα που οι δαίμονες άλλαξαν τάγμα και βάρδια.

υγ. Για το Κάτω από το ηφαίστειο περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για το Ο Μεγάλος Ρέι εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Πάνος Τομαράς
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Αγριόσπιτα - Colin Barrett

Λάτρης της μικρής φόρμας δεν είμαι, ποτέ δεν ήμουν. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν εξαιρέσεις, πάντα υπάρχουν. Τα διηγήματα που μου αρέσουν, μου αρέσουν πολύ, τα κουβαλώ μαζί μου, με καταλαμβάνουν παρά το μέγεθός τους, ή ακριβώς εξαιτίας αυτού, σαν χωράνε με κάποιο τρόπο στη μνήμη μου σε πλήρες ανάπτυγμα. Όταν διάβασα τα Νεαρά τομάρια του Κόλιν Μπάρετ, τη συλλογή διηγημάτων με την οποία συστήθηκε στο ελληνικό κοινό, τα βρήκα μεν τεχνικά άρτια, ωστόσο η αναγνωστική απόλαυση δεν ήταν ιδιαίτερα έντονη, αλλά κάπως άψυχη, το ταλέντο διακρινόταν, η δουλειά επίσης, όμως δεν ήταν αρκετό αυτό, παρότι υπήρχε κάτι το θελκτικό στη γραφή του, σκέφτηκα, τότε, πως θα ήθελα να τον δω στη μεγάλη φόρμα, πως ίσως εκεί οι αρετές της γραφής του να λειτουργούσαν καλύτερα. Με χαρά υποδέχτηκα την κυκλοφορία του Αγριόσπιτα.

Διαβάζοντας στο οπισθόφυλλο: «Ο Γκέιμπ και ο Σκετς Φέρντια, δύο μικροαπατεώνες από την Κομητεία Μάγιο, απάγουν τον Ντολ Ίνγκλις, τον μικρό αδερφό ενός συντοπίτη τους, ο οποίος πουλάει ναρκωτικά και τους χρωστάει αρκετές χιλιάδες ευρώ, και κρύβονται για ένα Σαββατοκύριακο στο απομονωμένο σπίτι του ευαίσθητου και εσωστρεφούς Ντεβ περιμένοντας τα λύτρα», και σε συνδυασμό με την ιρλανδική καταγωγή του συγγραφέα, μου ήρθε στο μυαλό ένα από τα πλέον απολαυστικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια, το Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη, ένα μπολανικού ύφους σκοτεινό βιβλίο. Είχα, λοιπόν, κάποια υλικά για να υψώσω τον ορίζοντα των προσδοκιών μου γι' αυτό το μυθιστόρημα.

Σ' έναν τόπο επαρχιακό, με λίγες διεξόδους και ευκαιρίες, το οικονομικό αδιέξοδο και η ανία κρατούν εν πολλοίς τα ηνία, αν κάποιος δεν καταφέρει να δραπετεύσει από τα ασφυκτικά όρια του μικρού μέρους, αναζητώντας στη μεγάλη πόλη κάτι διαφορετικό, μια δουλειά ή εκπαίδευση, λίγες είναι οι προοπτικές, να γίνει νεαρός γονέας, για παράδειγμα, να συχνάζει στα μπαρ, να αναζητά την έκσταση στις ουσίες, να μπλέκει σε καβγάδες, να απασχολεί την τοπική αστυνομία, να παλεύει με τους δαίμονες, τη μοναξιά, να ξεφύγει ίσως από ένα μονοπάτι προκαθορισμένο σε μεγάλο βαθμό, ή να ζήσει μια ήσυχη, βαρετά ήρεμη ζωή, που διόλου υποτιμητικά τη χαρακτηρίζω ως τέτοια.

Έχει κάτι το ποιητικό και το μαγευτικό η σκιαγράφηση της επαρχιακής ζωής, όταν ο βατήρας παρατήρησης είναι η μεγαλούπολη, με τα δικά της στραβά, που ως δια μαγείας μετατρέπονται σε ιδανικά. Ωστόσο, η εποχή των βουκολικών δραμάτων μοιάζει να έχει παρέλθει προ πολλού, η απομάγευση ρίχνει και στην ανοιχτωσιά τη σκιά της. Τα Αγριόσπιτα δεν είναι μια τέτοια περίπτωση, κάτι διαφορετικό επιχειρεί ο Μπάρετ να κάνει εδώ.

Φαντάζομαι να προηγείται η λεπτομερής καταγραφή της πλοκής, η είσοδος, η υποδοχή και η ξενάγηση, το ξετύλιγμα, οι απαραίτητες ανατροπές και κορυφώσεις, η έξοδος. Ο συγγραφέας έχει σκιτσάρει μια ωραία, σκοτεινή ιστορία, που δεν παλεύει, ωστόσο, να δειχτεί ως πρωτότυπη, τι το πρωτότυπο πια υπάρχει, άλλωστε. Ακολούθως δοκιμάζει να ανακατέψει χρονικά την τράπουλα, να παρεμβάλλει διάφορες αναλήψεις, να επιχειρήσει διάφορες διευκρινιστικές παρακάμψεις, ενώ η γραμμική αφήγηση συνεχίζει τη ροή της. Αναλήψεις και παρακάμψεις που φωτίζουν καλύτερα τα πρόσωπα, που τους επιτρέπουν να αναπνεύσουν έξω από το ασφυκτικό κοστούμι της στερεοτυπίας και της καρικατούρας. Αυτό, με τη σειρά του, επιστρέφει ανακλαστικά το κατάλληλο βάθρο επί του οποίου τα πρόσωπα ενεργούν όπως ενεργούν. 

Ο Μπάρετ, επιλέγοντας να ρίξει φως σε αρκετά πρόσωπα, φανερώνει τη συγγραφική φιλοδοξία να κατασκευάσει κάτι αρκετά πιο σύνθετο σε σχέση με όσα η περίληψη της πλοκής επιτρέπει να διαφανούν αρχικά. Και το σημαντικό, το κατασκεύασμα λειτουργεί, ο παντογνώστης αφηγητής ανταποκρίνεται, διατηρεί τον πλήρη έλεγχο, δίνει τον ρυθμό, ανεβοκατεβάζει στη σκηνή τα πρόσωπα, προωθώντας παράλληλα την πλοκή, χωρίς να απολύει τον βηματισμό του, χωρίς να βιάζεται ή να χρονοτριβεί, χωρίς να παραφορτώνει το τελικό αποτέλεσμα, έχει κατά νου τι θέλει να γράψει και το κάνει.

Ακολούθως προστίθεται ο τόπος, η επαρχία, οι αποστάσεις, η απομόνωση, η έλλειψη ιδιωτικότητας, ο τόπος, επίσης, συντελεί και στη δημιουργία της απαραίτητης ατμόσφαιρας, σκοτεινής και υγρής, ανησυχαστικής και ιρλανδικής επίσης, που έρχεται να κοντράρει την όποια πεποίθηση για μια ήσυχη επαρχιακή πραγματικότητα. Δεν έχω πάει στην Ιρλανδία, δεν έχω ζήσει στην επαρχία της, δεν έχω αντιμετωπίσει τον καιρό και τη γειτνίαση του ωκεανού, και όμως τολμώ να ισχυριστώ πως, χωρίς να πέφτει θύμα ενός εξωτισμού, τι και αν σε έδαφος ευρωπαϊκό, όχι γεωγραφικά, αλλά πολιτισμικά, εξωτισμός πάντα υπάρχει προς εξαγωγή, ιδιαίτερα σε μια λογοτεχνία όπως η ιρλανδική η οποία μεταφράζεται και διαβάζεται σε μεγάλο βαθμό και πέρα από τα εθνικά σύνορα, ο Μπάρετ αποτυπώνει με ρεαλιστική αληθοφάνεια τον τόπο και τις συνθήκες που εκεί επικρατούν, ως ένα σκηνικό που φιλοξενεί και ως κάποιο βαθμό διαμορφώνει τη δράση.

Έτσι, μια νουάρ ιστορία μετατρέπεται σε ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, που δεν αναλώνεται μόνο στο σασπένς και τις ανατροπές στον δρόμο για τις τελευταίες σελίδες, αλλά προσθέτει ποικίλες αρετές στην ανάγνωση, γεγονός που επιτρέπει στο μυθιστόρημα να υπερβεί τους περιορισμούς του είδους και δίνει το περιθώριο για να ειπωθεί πως εδώ επιβεβαιώνεται καθησυχαστικά το κλισέ που λέει πως δεν έχει τόση σημασία η ιστορία που θα αφηγηθεί κανείς αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα το κάνει, και ο Μπάρετ το κάνει άψογα, η μεγάλη φόρμα όντως του ταιριάζει.

Σκοτεινό, ιρλανδικό, απολαυστικό ανάγνωσμα.

υγ. Για το τρομερό Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη έγραφα αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
Εκδόσεις Στερέωμα 

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Αγαπητοί όλοι. - Michael Kimball

Ένα από τα συγκλονιστικότερα βιβλία που διάβασα το '25 ήταν Ο Μεγάλος Ρέι του Μάικλ Κίμπαλ, μια μυθοπλαστική κατασκευή για την απώλεια του πατέρα, ποικίλων αποχρώσεων, σύνθεση ενός σύνθετου συναισθήματος, συχνά αντιφατικού και αντιστικτικού, που δεν στόχευε τόσο στην κατανόηση, όσο στην αποτύπωση, στη χαρτογράφηση της επικράτειας μιας παρουσίας που εξελίχτηκε σε απόσταση και εν τέλει σε απόλυτη και οριστική απουσία, το πένθος και η ζωή στους ώμους του επιζήσαντα γιου.

Σημείωσα το όνομα του συγγραφέα, ήθελα να διαβάσω ό,τι άλλο δικό του θα μπορούσα να βρω, στα ελληνικά είχε κυκλοφορήσει το 2010, εκδόσεις Οκτώ, μετάφραση Παλμύρας Ισμυρίδου, το Αγαπητοί όλοι, το βρήκα και το τοποθέτησα στη στοίβα με τα προσεχώς. Όταν μετέφερα το κείμενο για τον Μεγάλο Ρέι από την Εφημερίδα των Συντακτών στην ψηφιακή αυτή γωνιά, το διάβασα ξανά, το εμβαδόν του μέσα μου είχε μεγαλώσει περαιτέρω, η ανάγνωση αυτή επισπεύστηκε, εν μέσω επανέναρξης της εκδοτικής μηχανής μετά τη μεταχριστουγεννιάτικη αγρανάπαυση.

Ο Τζόναθαν Μπέντερ αυτοκτονεί. Αφήνει πίσω του επιστολές, σημειώσεις, αποκόμματα τύπου και εγκυκλοπαιδειών. Ο αδερφός του, με τον οποίο δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση, επιχειρεί να ανασυνθέσει τη ζωή τού Τζόναθαν, εν πολλοίς άγνωστη σε αυτόν, θα προσθέσει στο αρχείο αποσπάσματα από το ημερολόγιο της μητέρας τους και διαλόγους με τον πατέρα τους, αλλά και κομμάτια από τον επικήδειο λόγο που εκφώνησε η πρώην σύζυγός του. Κατά τόπους παρεμβαίνει για να διευκρινίσει κάτι, για να πει τη δική του εκδοχή, για να παραδεχτεί την άγνοιά του επί κάποιου θέματος ή περιστατικού. Οι παρεμβάσεις αυτές, περισσότερο από το ημερολόγιο της μητέρας ή τους διαλόγους με τον πατέρα θα φωτίσουν μια πλευρά δυσπρόσιτη, εκείνη της απόστασης μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, δύο αδερφών που η ζωή του καθενός τράβηξε το δικό της μονοπάτι, που παρότι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο ίδιο σπίτι, από τους ίδιους γονείς, περισσότερο διαφέρουν παρά ομοιάζουν. Το ποιος είναι πιο σιωπηλός, ο νεκρός Τζόναθαν με όσα άφησε πίσω του, ή ο ζωντανός Ρόμπερτ, με τις σποραδικές παρεμβάσεις, είναι ένα καλό ερώτημα. Η σύνθεση ακολουθεί χρονολογική σειρά, ξεκινάει από το 1967, όταν και γεννήθηκε ο μεγάλος αδερφός, και φτάνει μέχρι το 1999, όταν έθεσε τέλος στη ζωή του στο γεμάτο αναθυμιάσεις από το αυτοκίνητο γκαράζ.

Μια κατασκευή με την τεχνική του κολάζ, αποκόμματα που παίρνουν τη θέση τους για να συνθέσουν τη ζωή ενός απλού ανθρώπου, που ταλαιπωρήθηκε και ταλαιπώρησε τους γύρω του, που κάποιες στιγμές έμοιαζε να βγάζει το κεφάλι έξω από το νερό, για να βυθιστεί ξανά λίγο μετά, μια περίοδος ηλιοφάνειας και ήπιου καιρού που ένα έντονο και επικίνδυνο καιρικό φαινόμενο θα ακολουθούσε, κάποιες στιγμές γαλήνης και νηνεμίας που σύντομα γινόταν βορά ενός ανεμοστρόβιλου. Εκείνος, που είχε κλίση στην πρόγνωση του καιρού, μελέτη των μοντέλων και εμπειρική παρατήρηση, αδυνατούσε να προβλέψει τις δικές του αναταραχές, τα τραντάγματα που τον εξοβέλιζαν της πορείας του, να πάρει τα μέτρα και τις προφυλάξεις, όπως με τόσο πάθος και αίσθηση καθήκοντος προειδοποιούσε τους τηλεθεατές.

Ο κύριος άξονας του μυθιστορήματος αυτού είναι το κατασκευαστικό του πλάνο, ο τρόπος με τον οποίο τα κομμάτια θα πάρουν τη θέση τους, ο τρόπος τού Κίμπαλ να πει μια ιστορία γνώριμη, οικεία, παρότι όπως κάθε ατομική ιστορία μοναδική στις λεπτομέρειες και τις αποχρώσεις της. Και καταφέρνει δύο πράγματα: να καταστήσει την κατασκευή λειτουργική, μια σύνθεση την οποία ο αναγνώστης, άπαξ και εισέλθει, με άνεση μπορεί να ακολουθήσει τον ιδιαίτερο βηματισμό της, αλλά και να επιτρέψει στο συναίσθημα να παρεισφρήσει, να διεκδικήσει και να καταλάβει τον χώρο που του αναλογεί, να δώσει διαστάσεις στη ζωή του Τζόναθαν, το απαραίτητο βάθος, με δεδομένη τη σιωπή του, πέρα από τα μηνύματα που άφησε πίσω του, αλλά και την απόσταση που χώριζε τα δύο αδέρφια.

Ο Ρόμπερτ, ο βιογράφος αδερφός, ο ιδιότυπος αυτός βιογράφος, αποδεικνύεται ιδιαιτέρως αληθοφανής, παρότι ελάχιστα μαθαίνουμε για εκείνον, και όσα μαθαίνουμε πάντοτε είναι συγκριτικά με τον αυτόχειρα, συνθέτει χωρίς να μυρίζει στείρο επαγγελματισμό, αλλά και χωρίς να επιχειρεί να ενδυθεί έναν μανδύα θρήνου και απώλειας μεγαλύτερου μεγέθους από εκείνον που η απόσταση των δύο αδερφών αντιστρόφως ανάλογα ύφανε. Είναι σημαντικό, καθηλωτικό και συγκινητικό, αβίαστα συγκινητικό και όχι απόρροια εκβιασμού και χειραγώγησης, να θυμόμαστε πως ο Τζόναθαν υπήρξε ένας απλός άνθρωπος, που έζησε, όπως έζησε, υπέφερε, όπως υπέφερε, ευτύχισε, όπως ευτύχισε, συσχετίστηκε, όπως συσχετίστηκε, ονειρεύτηκε, όπως ονειρεύτηκε, αγάπησε, όπως αγάπησε, και πέθανε, όπως πέθανε. Μια χαμηλή συχνότητα, αδιόρατη στον θόρυβο της καθημερινότητας, μοναχική, όπως κάθε ζωή σε εκείνα τα μήκη και πλάτη της επικράτειας στην οποία κινείται, ένα απειροελάχιστο ίχνος σκόνης.

Ο Κίμπαλ διαθέτει μια αρετή, πέρα από τη δεινότητα στην αφήγηση και τη σύνθεση μικρών στιγμιοτύπων, που έχει να κάνει με την οξυδερκή και πανοπτική ματιά του στο συναίσθημα, δεν περιορίζεται σε μια γωνία θέασης, δεν αφουγκράζεται το στερεότυπο ως αυθεντικό, δεν καταφεύγει στο κλισέ, στην γενίκευση, στον μέσο όρο, δεν γυρεύει την φαντασμαγορική υπερβολή, ζητά, μελετά και ανασύρει τις αποχρώσεις, τις ιδιαιτερότητες, τις αντιφάσεις, το ορατό και το αόρατο, το γνωστό και το άγνωστο, το συνειδητό και το υπόγειο, το λογικό και το παράλογο, το κωμικό και το γελοίο, το ζοφερό και το θλιβερό, το γαμώτο. Αλλά ούτε και επιδεικνύει την αρετή του αυτή, η κατασκευή να υπερτερεί του Τζόναθαν, σε καμία περίπτωση, απλώς τοποθετεί το πλαίσιο στο οποίο τα καρέ θα πάρουν τη θέση τους και χρόνο με τον χρόνο θα συνοδεύσουν τον αναγνώστη μέχρι τη διαθήκη του Τζόναθαν.

Ο χαρακτηρισμός συγκινητικό έχει ξεχειλώσει, μην ρίχνετε πέτρες, ωστόσο, η ζωή έχει γίνει έτσι, που κάθε τι, που λίγο φεύγει από την επικράτεια της απομάγευσης, μπορεί να συγκινήσει, αυτό λέει πολλά για το πώς ζούμε. Το ξεχείλωμα αποκαλύπτεται στη σύγκριση, όπως συμβαίνει εδώ, η συγκίνηση που εκλύεται είναι κατακλυσμιαία, ο τρόπος αβίαστος, ή αριστοτεχνικά ενορχηστρωμένος, το τέλος γνωστό και όμως δυσβάσταχτο, ο Τζόναθαν, ένας απλός άνθρωπος, καθίσταται ένας αλησμόνητος χαρακτήρας εν τη απουσία του, ο βιογράφος αδερφός στη σκιά, επίσης. Σε μια εποχή που η υπερβολή φωλιάζει σε κάθε προσωπική αφήγηση, που η καχυποψία του αναγνώστη έτοιμη είναι να γεννήσει ένα και τι με νοιάζει εμένα/τα παραλές/σιγά δηλαδή, το μυθοπλαστικό Αγαπητοί όλοι επαναπροσδιορίζει την αξία των φύλλων στο λογοτεχνικό τραπέζι.

Ένα σημαντικό μυθιστόρημα για έναν ασήμαντο άνθρωπο, με ασήμαντη ζωή και ασήμαντο θάνατο, που έρχεται, χωρίς κόλπα και τερτίπια, και καταλαμβάνει έναν χώρο που δύσκολα ο αναγνώστης θα ανέμενε, και ας είχε διαβάσει, όπως εγώ, τον Μεγάλο Ρέι, και ας ένιωθε, όπως εγώ, υποψιασμένος, και τι με αυτό;

 υγ. Για το Ο Μεγάλος Ρέι περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου
Εκδόσεις Οκτώ