Ολοένα και αθροίζονται τα ωραία βιβλία στη νεοσύστατη σειρά μεταφρασμένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Αλεξάνδρεια, να, ακόμα ένα. Τη Σούζαν Τάουμπες δεν την γνώριζα. Γεννήθηκε το 1928 στη Βουδαπέστη, έντεκα χρονών μετανάστευσε με τον ψυχαναλυτή πατέρα της στην Αμερική, όπου και πέθανε το 1969. Η παρούσα έκδοση αποτελείται από την ομώνυμη του τίτλου νουβέλα και από εννέα διηγήματα, κάτι το οποίο δίνει μια αρκετά πλήρη εικόνα. Η αξία του έργου της αναγνωρίστηκε μετά την αυτοκτονία της.
«Εξαφανίστηκε. Η Τζούλια με εγκατέλειψε. Πλέον για τα καλά, νομίζω. Έφυγε σιωπηλά υπό την κάλυψη της νύχτας. Ο μόνος τρόπος να μην την ακολουθήσει κανείς. Τη σκέφτομαι να βγαίνει μέσα στη νύχτα, να καίγεται σαν κερί, να σβήνει ίσως. Δεν θα μάθω ποτέ πού. Δεν θα μάθω ποτέ πριν από πόσο καιρό. Αυτό ήταν το δωμάτιο της Τζούλιας».
Έτσι ξεκινάει ο Θρήνος για την Τζούλια. Μια αντρική, πρωτοπρόσωπη αφηγηματική φωνή θρηνεί τη φυγή της, μόνος στο άλλοτε δωμάτιο της. Ένας εραστής, ένας σύζυγος, ένα παιδί ή μήπως ένας πατέρας; Όχι. Τότε; Ένα ασώματο υποκείμενο, ένα πνεύμα, η συνείδησή της, ίσως. Ένας εσώψυχος ένοικος, ένας παντεπόπτης οφθαλμός, όχι όμως παντογνώστης, εξού και πιάστηκε απροετοίμαστος στη φυγή της, αντιμέτωπος διαρκώς με έναν γρίφο, την Τζούλια, τώρα θρηνεί και πιάνει το νήμα από την αρχή, μια ιδιότυπη νεκρολογία, τώρα που πια για εκείνον δεν υπάρχει.
Η Τζούλια, για τον αναγνώστη, είναι εξαρχής απούσα, εκείνο το εξαφανίστηκε είναι παντοδύναμο, η φωνή της δεν θα ακουστεί ούτε μια στιγμή, όχι τουλάχιστον αφιλτράριστη, όχι χωρίς τον διαμεσολαβητή αφηγητή, υπό το πρίσμα εκείνου θα περιγραφεί, θα βιογραφηθεί, θα ερμηνευτεί, με τα όρια της επικράτειας να είναι πεπερασμένα, για τον αναγνώστη η πραγματική Τζούλια δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η αφήγηση εκείνου, τώρα πια ούτε για εκείνον υπάρχει, είναι πια αθέατη, εκτός της οθόνης του ραντάρ. Αυτή η ετεροβιογράφηση αποτελεί το εύρημα. Μια ιδέα καθοριστική, όχι μόνο αφηγηματικά, όχι μόνο λογοτεχνικά, όχι μόνο στυλιστικά, αλλά με ρίζες βαθύτερες, η γυναικεία φύση, τα όρια, οι περιορισμοί, το αναμενόμενο, ο ετεροπροσδιορισμός, η αντρική σκιά που πέφτει παχιά, αλλά και ο εαυτός ως παρατηρητής.
Η αφήγηση αφήνει να αιωρείται η πηγή του θρήνου, αφήνει να αιωρείται ακόμα και το αν είναι θρήνος, ή μήπως θυμός, κατάπληξη, σοκ, απώλεια ελέγχου; Όσο ήταν παρών εκείνος, η Τζούλια ενεργούσε με έναν τρόπο αναμενόμενο, ακόμα και όταν φαινομενικά έδειχνε να παρεκκλίνει, η στιγμή που εξαφανίστηκε, ωστόσο, δεν ήταν μέρος του σεναρίου.
Επαναδιατυπώνω το παραπάνω: Η Τζούλια, για τον αναγνώστη, έλεγα, είναι εξαρχής απούσα, όχι, δεν είναι έτσι, η Τζούλια, για τον αναγνώστη, αλλά και για τον αφηγητή, είναι παρούσα δια της απουσίας της, ηχηρή δια της σιγής της, αυτόφωτη στο σκοτάδι που άφησε ξοπίσω της. Ο τρόπος που γράφει η Τάουμπες είναι συγκλονιστικός, εγκλωβίζει τη φωνή στο απών σώμα τής Τζούλια, αυτό το παράσιτο που ο ξενιστής του έφυγε και το άφησε πίσω να θρηνεί. Όσα γνώριζε, όσα έλεγχε, όσα καθόριζε είναι πια θρήνος. Όσα ήταν η Τζούλια, τα θεωρούσε δικά του. Όσα αφηγείται είναι δικά του, είναι όσα ενίσχυαν το εγώ του, όσα καθιστούσαν τη Τζούλια μια άβουλη κούκλα, ένα παιδικό παιχνίδι, μια χαριτωμένη κοπέλα, γυναίκα, που όλο στριφογυρνούσε, που όλο τολμούσε εντός των ορίων, ένας γρίφος για να περνάει η ώρα του, αχ το σκασμένο, μονολογούσε, κοίτα τι σκαρφίστηκε πάλι, και γελούσε βλέποντάς την να χτυπά ξανά και ξανά στον τοίχο ύστερα από κάθε απόπειρα άλματος.
Παρά τον θρήνο του, παρά την εγκατάλειψη που βιώνει, εκείνος, όταν αφηγείται τα περασμένα, μετέρχεται της τότε παντοδυναμίας του, βρίσκει ξανά τη δύναμη που ένιωθε τότε, τα απομνημονεύματά του ως μια τελευταία στιγμή θριάμβου, ένας εκπεσών παντοδύναμος δυνάστης που χαζογελούσε/χαζογελά με την ελευθερία που οι υπόδουλοι πίστευαν πως διαθέτουν, τώρα παντέρημος και μόνος, βασιλιάς χωρίς βασίλειο, που αρνείται ή ίσως δεν ξέρει καν πώς να παραδεχτεί την ήττα του, τη συντριβή του, το κενό της ύπαρξής του, αναπολεί τα περασμένα και αντλεί τις ύστατες σταγόνες ηδονής. Ποιος είσαι τώρα, ε;
Λίγο καιρό πριν, διάβασα το Μάλινα της Μπάχμαν, μια από τις αναγνωστικές κορυφές της εν εξελίξει χρονιάς, διαβάζοντας τον Θρήνο για την Τζούλια διέκρινα αυτή τη διακειμενική συγγένεια, αναγνώρισα το παρεμφερές συναίσθημα εκείνης της ανάγνωσης. Ίσως, σκέφτομαι, εκτός των άλλων κοινών γνωρισμάτων, να είναι εκείνο το σκοτεινό παιγνιώδες, μια ζαβολιά ως πέπλο, μια μεμβράνη δύο όψεων ανακλαστικών, από τη μια ο ρεαλισμός του βιώματος, από την άλλη ο μυθοπλαστικός αναχωρητισμός, το μέρος και το όλο, το εγώ και το εμείς, το εγώ και το εγώ. Το παιγνιώδες ως οχυρό, ένα δικό τους δωμάτιο, εκεί που οι δυνατότητες πολλαπλασιάζονται, που οι περιορισμοί σε κάποιο βαθμό αίρονται. Ο παιγνιώδης χαρακτήρας δεν είναι εδώ μια πηγή χαράς και ανεμελιάς, δεν είναι ούτε το σημείο αφετηρίας μιας καθολικής επανάστασης, αλλά ένας τόπος δυνατοτήτων σε συγκατοίκηση με τους περιορισμούς. Εδώ έγκειται και η εγκεφαλικότητα, μια παρτίδα επίθεσης και άμυνας, εδώ, ωστόσο, το πιόνι μπορεί να αφήσει πίσω του το ταμπλό, απλώς να διαφύγει, βγάζοντας τη γλώσσα στους κανόνες. Μόνο η Τζούλια ξέρει τι θυσίασε, αν θυσίασε, και τι υπερέβη, αν υπερέβη, ποιο τίμημα πληρώνει, αν πληρώνει, ποια ηδονή απολαμβάνει, αν απολαμβάνει, από ποιο παράσιτο υποφέρει, αν υποφέρει πλέον.
Σε αυτό το άυλο υποκείμενο, περισσότερο διέκρινα μια πατρική φιγούρα, ίσως επηρεασμένος και από το επάγγελμα του ψυχαναλυτή που εξασκούσε ο πατέρας της. Και αν μια τέτοια αρχή προσφέρει ένα έδαφος ανάγνωσης και ανάλυσης, σίγουρα ενδιαφέρον και πολυεπίπεδο, εντούτοις, όπως και κάθε αντίστοιχη αρχή ως εναρκτήρια θέση, μάλλον περιορίζει τον φωτισμό σε ένα και μόνο, μικρότερο ή μεγαλύτερο, μέρος της επικράτειας από την οποία τελικώς απέδρασε η Τζούλια. Το ίδιο ισχύει και αν γίνει απόπειρα διάκρισης του αυτοβιογραφικού χαρακτήρα της νουβέλας, αν η Τζούλια είναι η Σούζαν, αρκεί, θεωρώ, να πει κανείς, σίγουρα έχει κάτι από εκείνη, αλλά την υπερβαίνει, θα ήταν απερίσκεπτο και εγωπαθές να ικανοποιηθεί κανείς με μια τέτοια προσέγγιση, ίσως να ήταν και αρσενικό. Ο Θρήνος για την Τζούλια, όπως και το Μάλινα, δεν είναι αυτομυθοπλαστικά κείμενα, δεν είναι απλώς και μόνο αυτό που τα τελευταία χρόνια συνηθίζεται, είναι κάτι πολύ διαφορετικό, και ας μην είναι αυτό το χαρακτηριστικό που τα εξυψώνει λογοτεχνικά.
Αποκλειστικά παραβολικά ή παραδειγματικά ή διδακτικά, η νουβέλα δεν θα λειτουργούσε λογοτεχνικά. Το ίδιο ισχύει και για τα διηγήματα της Τάουμπες. Πυκνογραμμένα, αφήνουν την αίσθηση ενός εκτενέστερου κειμένου, ο αναγνώστης νιώθει πως ξέρει περισσότερα. Η ασφυξία είναι διάχυτη, οι περιορισμοί παρόντες, το παιγνιώδες επίσης. Διαβάζοντας τον Θρήνο για την Τζούλια είναι εμφανές πως η νουβέλα ανήκει σε ένα ευρύτερο προσωπικό σύμπαν, δεν είναι απλώς ένα εύρημα γραφής, μια καλή ιδέα, μια καλογραμμένη νουβέλα, αλλά μέρος ενός συστήματος πλανητών, αστερισμών, δορυφόρων και ήλιων, και αυτό είναι κάτι που τα διηγήματα έρχονται να επιβεβαιώσουν μια κοινή φωνή, μια δημιουργό.
Η κοινή ανθρώπινη εμπειρία, με τις ιδιαιτερότητες, τους περιορισμούς και τα προνόμια είναι εκείνη που απαλύνει την αίσθηση του ολοκληρωτικά ανοίκειου, άγνωστου και ξένου, είναι εκείνη που επιτρέπει στον αναγνώστη, ασχέτως φυλής, τάξης και φύλου, να αναγνωρίσει, να παραδεχτεί ή να περιφρονήσει το σύμπαν των προσώπων και των ιστοριών τής Τάουμπες, χάνοντας και βρίσκοντας ξανά την αναπνοή του, δυσφορώντας για τον έναν ή τον άλλο λόγο, κάτι που επιβάλλει η γραφή της, αδιάφορη για, ή ίσως γνωρίζοντας εκ των προτέρων, τους εξωκειμενικούς και λοιπούς περιορισμούς, άλλωστε, αυτοί υπήρξαν σε μεγάλο βαθμό η πρώτη ύλη.
Ο πρόλογος της Φρανσέσκα Γουέιντ είναι υποδειγματικός, κυρίως γιατί δεν επιχειρεί η ανάγνωση και η ερμηνεία της να υπερβεί το ίδιο το έργο, ενσωματώνοντας, ωστόσο, τον θαυμασμό της γι' αυτό, δίνοντάς του την απαραίτητη ψυχή και απαλλάσσοντάς τον από τον αμιγώς τεχνικό χαρακτήρα του. Κάποιες φορές ο λόγος για τη λογοτεχνία ανήκει δικαιωματικά στην επικράτεια της δημιουργίας.
Τώρα που ξέρω ανυπομονώ για το Διαζύγιο, που επίσης έχει ανακοινωθεί πως κάποια στιγμή θα κυκλοφορήσει.






