«Μια μέρα, ίσως πολύ σύντομα κιόλας, θα κάνω την απόπειρα να περιγράψω το χωριό», έτσι ξεκινάει η περιγραφή ενός χωριού, η περιγραφή μιας επικείμενης περιγραφής του χωριού, ένα πλάνο περιγραφής, ένα σχεδίασμα μιας περιγραφής, χωρισμένο σε μέρες εργασίας, από την πρώτη, όταν μια πανοραμική εικόνα του χωριού θα δοθεί, όπως τα πουλιά και οι επιβάτες ενός αεροπλάνου το βλέπουν από ψηλά, με τις ιδιαιτερότητές του αλλά και τις ομοιότητές του με άλλα χωριά, με τη φύση που το περικυκλώνει, τη φύση την ανεξέλεγκτη και τη φύση την τιθασευμένη από τον άνθρωπο και τις μηχανές, έως την εικοστή πρώτη μέρα, όταν θα αναλογιστεί γιατί το άρχισε όλο αυτό, γιατί κατέφυγε στο σχεδίασμα της αναπαράστασης του χωριού.
Αυτό το ολιγοσέλιδο, υβριδικό έργο, που το θέμα του, η επικείμενη απόπειρα περιγραφής του χωριού, καθορίζει τη φόρμα, τον χωρισμό του σε κεφάλαια ανά ημέρα εργασίας, που μοιάζει με σημειώσεις εργασίας, ίσως έτσι θα μπορούσε να περιγραφεί, ένας σχεδιασμός εργασίας που διακρίνεται για τον φορμαλισμό του, όχι όμως σε βάρος του περιεχομένου, όπως θα περίμενε ίσως κανείς, αλλά προς εξυπηρέτησή του, όποια οδό προσέγγισης και αν επιχειρήσει κανείς, θα βρει εμπόδια και στοιχεία παράταιρα προς την ομαλή ένταξή του σε κάποιο συγκεκριμένο περιγραφικό σχήμα, γι' αυτό και πριν απ' όλα μετά το ποσοτικό ολιγοσέλιδο ακολούθησε το υβριδικό.
Συνέβαινε και ακόμα πιο έντονα συμβαίνει στη λογοτεχνία η πρωτοτυπία, το κυνήγι της —για να το πω καλύτερα—, να αποτελεί το ζητούμενο, ό,τι πιο κοντά στην παρθενογένεση, ζητούμενο που σπάνια εντυπωσιάζει τον αναγνώστη, ζητούμενο που συχνά βαραίνει και καθιστά δυσλειτουργικό το τελικό αποτέλεσμα. Εδώ δεν έχουμε μια τέτοια περίπτωση, παρότι είναι μια τέτοια περίπτωση. Δεν είναι όμως μια τέτοια περίπτωση, γιατί ακόμα και αν συμφωνήσουμε πως στόχος της Κάσνιτς ήταν η πρωτοτυπία, το να μιλήσει γι' αυτό που η λογοτεχνία μιλάει, να περιγράψει αυτό που η λογοτεχνία περιγράφει, τον τόπο και τους ανθρώπους, τη φυσική και την ανθρώπινη επικράτεια, τα δυσδιάκριτα όρια τους, τον τόπο ως σκηνικό δράσης της ιστορίας, των δυνατοτήτων και των εκφάνσεών της, δεν είναι μια τέτοια περίπτωση, γιατί δεν εγκλωβίζεται μέσα σε αυτή την πρόθεση, παρότι το θέμα καθορίζει, το είπαμε κιόλας, τη φόρμα απ' άκρη σ' άκρη.
Στο τώρα έρχεται το μέλλον να συναντήσει το παρελθόν, στο σχεδιάγραμμα των ημερών εργασίας, που πρόκειται να συμβεί, αν όντως συμβεί, η Κάσνιτς θα προεκτείνει το παρόν στην κάθε μια μέρα από τις είκοσί μία, για να φέρει το παρελθόν που συνέβη στο μέλλον που συμβαίνει, σε όσα άλλαξαν και σε όσα διατηρήθηκαν, σε αυτό που εκείνη ήταν και σε όσα εκείνη είναι, παρότι η παρουσία της, ευδιάκριτη με έναν τρόπο δυσδιάκριτο, πανταχού παρούσα παρότι ενδεδυμένη τον μανδύα του παρατηρητή καταγραφέα, η αντικειμενικότητα της παρατήρησης μόνο φαινομενικά θα καλύψει το υποκειμενικό, το συναίσθημα και την ανάγκη για την περιγραφή του χωριού, και αν δεν ήταν αυτό το χωριό θα ήταν ένα άλλο, και αν δεν ήταν χωριό θα ήταν μια πόλη, μια χώρα, μια ήπειρος, δεν έχει και τόση σημασία αυτό, παρότι μοιάζει να έχει τεράστια σημασία, η ακρίβεια και η πλήρης σύνοψη, κάθε γωνιά του χωριού να αποδοθεί με μια αυστηρότητα ή με μια γλυκύτητα, η συγγραφέας δεν θα ανοίξει εντελώς τα χαρτιά της, μόνο κάποιες μικρές νύξεις, εδώ και εκεί σπαρμένες.
Έτσι όπως αιωρείσαι ή περιφέρεσαι στο χωριό, έτσι όπως σου υποδεικνύεται το ένα λιβάδι ή το δάσος ή τα σπίτια ή το κοιμητήριο ή κάτι που δεν υπήρχε και κάτι άλλο που τώρα υπάρχει, ένας μικρόκοσμος, φιλήσυχος και απλός, όσα δίνει η γη και όσα παίρνει η γη, ο χρόνος κυλάει πιο αργά εδώ, τα μοτίβα της φύσης το κάνουν αυτό, η εναλλαγή των εποχών και η ρουτίνα τους. Αναλογίζομαι εξ αρχής τη λέξη υπαινιγμός, θα ταίριαζε και θα συνόψιζε, δεν θα έπαυε ωστόσο να είναι περιοριστική, όπως το ίδιο συμβαίνει και με τη γνώση που ο αναγνώστης έχει σχετικά με την περίοδο, πότε έχει γραφτεί, τι είχε συμβεί μόλις πριν, μια υπαινιχτική λογοτεχνία στο φάσμα εκείνης της μη λήθης, μια μικρή επαναλαμβανόμενη νύξη είναι εκείνο το «όταν εμείς κάναμε πως κοιμόμαστε», μια παραδοχή ενοχής, μια άχρηστη ίσως πια παραδοχή, μια μεταχρονολογημένη παραδοχή συνενοχής, σιωπής, αδιαφορίας.
Το τώρα, όταν μοιάζει αδύνατο, μάταιο ή δύσκολο, έχει ανάγκη από κάτι μελλοντικό, ένα ορόσημο τοποθετημένο κάπου ύστερα, κάτι να έχει κανείς να πλησιάσει, να κοιμηθεί και να ξυπνήσει. Το τώρα, επίσης, όταν μοιάζει φορτωμένο με αποσκευές ατάκτως τοποθετημένες, το τώρα όταν ξαφνικά έγινε τώρα, όταν έγινε μετά, όταν το χρέος προς το παρελθόν κατέστη άμεσα εξοφλητέο, όταν δεν είναι μόνο τα ανθρώπινα δικαστήρια εκείνα που θα λάβουν αποφάσεις ενοχής ή αθωότητας, θα εξετάσουν τεκμήρια και εξηγήσεις, θα αποφανθούν πιστεύοντας πως οι λογαριασμοί με το παρελθόν δύναται να καταστούν επιλυμένοι οριστικά και αμετάκλητα, πως το τώρα επιτέλους μπορεί να γίνει ένα σημείο επανεκκίνησης, ένας βωμός του ό,τι έγινε έγινε, μια συλλογική ανακούφιση, το ξύπνημα από έναν εφιάλτη, το τίναγμα από τις βάτες του ώμου κάθε ίχνους ευθύνης, ευθύνης δράσης και μη δράσης, το εμείς που θα γιγαντωθεί να μας συμπεριλάβει όλους, ομοψυχία και ομόνοια, μια νέα αφήγηση, ένα άρον άρον κλείσιμο της δικογραφίας.
Το μυαλό δεν χορταίνει με το αφηρημένο, επιζητά το χειροπιαστό και το συγκεκριμένο, επιθυμεί να καταλάβει. Έτσι και το δικό μου. Ακόμα ένα ουσιαστικό με περιτριγύριζε κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης και με περιτριγυρίζει και μετά το πέρας της: ποιήτρια. Μια ποιήτρια που επιχειρεί κάτι ενάντια στη λογοτεχνική της φύση. Ενάντια σύμφωνα με τα στερεότυπα για την ποίηση. Σύμφυτα, ωστόσο. Με τον δικό της τρόπο. Το υφαντό της στερεοτυπίας καθώς κυλιέται και σέρνεται στο χώμα μαζεύει διάφορες βρομίτσες, βιαζόμαστε να τείνουμε το δάκτυλο, να μιλήσουμε για αναχωρητισμό, να πούμε πως εδώ ο κόσμος καίγεται, να κατηγορήσουμε για κάποιο προνόμιο, να επισημάνουμε, ακόμα ακόμα, και κάποια αφέλεια. Είναι η Περιγραφή ενός χωριού ένα κείμενο ποιητικό; Ναι, είναι. Είναι μόνο αυτό; Όχι, δεν είναι. Είναι η Κάσνιτς μια ποιήτρια που επιχειρεί να αποτυπώσει το ανθρώπινο και το περιβάλλον εντός του οποίου αυτό φύεται; Δεν είμαι σίγουρος. Όπως δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο, παρά τα βιογραφικά στοιχεία για τη ζωή της, παρά την υποψία που το αυτομυθοπλαστικό θρέφει, είναι κάτι απόλυτα και αυστηρά αυτοβιογραφικό.
Σκέφτομαι τον Μπελ, σκέφτομαι τη Σβάρτσενμπαχ, σκέφτομαι την Μπάχμαν, σκέφτομαι την Έρπενμπεκ, ανάμεσα σε άλλους και άλλες. Σκέφτομαι την εσωτερική αυτοεξορία κατά τη διάρκεια του ζόφου. Σκέφτομαι το σήμερα, το αναλογικά με τσιτώνει. Σκέφτομαι το κλισέ, εύκολο στην εκστόμιση, δύσκολο/αδύνατο στην πράξη, το κλισέ που λέει να νιώθεις υπεύθυνος για όσα έκανες ή δεν έκανες, να είσαι εσύ που θα σε ξεσκεπάσεις ή που θα σε χτυπήσεις φιλικά στην πλάτη. Σκέφτομαι τη διττή ανάγκη της λογοτεχνίας, της γραφής και της ανάγνωσης. Σκέφτομαι τη διάκριση από την ιστορία, όχι μόνο γιατί η λογοτεχνία μπορεί να συμβεί όταν ακόμα το έδαφος είναι υγρό, αλλά γιατί κάτι άλλο έχει να συνεισφέρει. Σκέφτομαι τα παιδικά χρόνια. Σκέφτομαι το παρελθόν. Σκέφτομαι τη ματαιότητα και τη δυσκολία. Σκέφτομαι τις επαναλαμβανόμενες τροχιές. Σκέφτομαι πόσα μπορούμε να πούμε για να αποφύγουμε αυτό που (όποιο ρήμα θέλετε) να πούμε. Σκέφτομαι το σπίτι υπ' αρ. 84. Αυτό το σκέφτομαι πολύ.
Διαβάζω δεύτερη και τρίτη φορά το βιβλίο. Ακόμα και το υβριδικό μου φαίνεται λίγο, παρότι ιδιαιτέρως ευρύχωρο. Σκέφτομαι την ποιήτρια, ξανά. Επιθυμεί να περιγράψει αυτό που υπάρχει στη θέση αυτού που υπήρξε, χωρίς να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού υπ' αρ. 84. Σκέφτομαι τους ζωγράφους που στήνουν τα καβαλέτο τους απέναντι στο θέμα τους, σκέφτομαι πως η άριστη και ακριβής αποτύπωση σε κανέναν τους δεν χάρισε ένα διαβατήριο για το μέλλον, ήρθε η φωτογραφία, ήρθε η κίνηση, η παρατεταμένη εποχή της εικόνας. Σκέφτομαι ένα απλό χωριό, λίγες σελίδες στο βιβλίο της ιστορίας. Σκέφτομαι τον κηπουρό στο σπίτι της Δοκιμασίας.
Η εισαγωγή, το πώς και το πότε της ανάγνωσης του μετέπειτα μεταφραστή, τυχαία ένα βράδυ, το βιβλίο τραβηγμένο από μια βιβλιοθήκη χαρισμένη από έναν δάσκαλό του, απλώνει μια επικράτεια κοινή, τα παραφερνάλια μιας ανάγνωσης, του πού, το πώς, το πότε. Το επίμετρο έρχεται να επιβεβαιώσει διάφορα, να φανερώσει περισσότερα να εντείνει το συναίσθημα πως η Περιγραφή ενός χωριού, παρά τη σταθερότητα, έχει την αρετή της διαφυγής, εκεί που νομίζεις πως στο αδιέξοδο κάποιου μονοπατιού τη στρίμωξες, γλιστρά και χάνεται ξανά, εσύ στο κατόπι. Σκέφτεσαι πως δεν είναι αυτό που φαίνεται και είναι αυτό που φαίνεται. Σκέφτεσαι τον υπαινιγμό και να που πάλι ο ρεαλισμός θριαμβεύει. Σκέφτεσαι το ατομικό και ξεπηδά το συλλογικό, αργότερα το αντίστροφο. Σκέφτεσαι εκείνη και εμφανίζεται το είδωλό σου. Σκέφτεσαι το σπίτι υπ' αρ. 84 απλά να βρίσκεται εκεί και να υπάρχει. Σκέφτεσαι την επιτήδευση και τον φορμαλισμό και πάλι σου ξεφεύγει. Σκέφτεσαι πως έχεις τις απαντήσεις και ανακουφίζεσαι που δεν τις έχεις. Σκέφτεσαι μια άσκηση γραφής και να η λογοτεχνία αδιάφορη για πεζά και κεφαλαία.






