Αυτό είναι το τέταρτο βιβλίο της Αλμάδα που διαβάζω. Ήταν το Δεν είναι ποτάμι, το πρώτο βιβλίο της Αργεντινής συγγραφέα που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, η αγάπη μου για την ισπανόφωνη λογοτεχνία, εκείνο που μου σύστησε μια σημαντική φωνή, τα υπόλοιπα ακολούθησαν. Το λιτό στυλ, η χαμηλόφωνη αφήγηση, η απέραντη πάμπα. Τρία άρθρα, τρία επίθετα, τρία ουσιαστικά, ένα σύμπαν ολόκληρο, μια ευδιάκριτη παρουσία, τα απλά συστατικά με τα οποία κατασκευάζει τα βιβλία της, μικρής έκτασης μυθιστορήματα, οι ξεκάθαρες προθέσεις, η απέχθεια για ο,τι περιττό, η αφαίρεσή του με λεπτές, επιδέξιες κινήσεις, μια μάγα που ξέρει τι κάνει.
Οι πλινθοποιοί που κάνουν τη γη δομικό υλικό, που στεγάζει και προστατεύει, που διακρίνει την ιδιωτικότητα στη στενή γειτνίαση μιας μικρής επαρχίας, είναι το πλέον φιλόδοξο από τα βιβλία τής Αλμάδα που έχω ως τώρα διαβάσει, το πιο σύνθετο στην κατασκευή, εκείνο στο οποίο ο χρόνος διαρκώς κόβεται φέτες και τοποθετείται κομμάτι-κομμάτι με μαεστρία, διαρρηγνύοντας τη γραμμική αφήγηση, ξεκινώντας από ένα αφηγηματικό παρόν, ένα σώμα που ψυχορραγεί στο έδαφος που φιλοξενείται ένα λούνα παρκ και εν συνεχεία με διαρκείς αναλήψεις από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος η ιστορία συμπληρώνεται και φωτίζεται, καθώς τα όποια κενά ολοένα και συμπληρώνονται, οι χαραμάδες κλείνουν.
«Η μεγάλη ρόδα άδειασε, τα καθίσματα ωστόσο εξακολουθούν να ταλαντεύονται αργά. Θα φταίει ο αέρας της αυγής. Στον Πάχαρο Ταμάι, ανάσκελα ξαπλωμένο στο έδαφος, φαίνεται ότι ο γιγάντιος τροχός εξακολουθεί να κινείται. Μα είναι αδύνατον γιατί δεν ακούγεται μουσική. Δεν ακούει τίποτα· το κεφάλι του κατακλύζεται από έναν λευκό θόρυβο. Λευκό σαν τον ουρανό —ποτέ δεν τον είχε ξαναδεί έτσι— κόντρα στον οποίο διαγράφεται ένα κομμάτι της μηχανής, ένα μικρό, θολό κομμάτι, το μόνο που μπορεί να δει το μάτι. Μισοκλείνει τα μάτια μήπως και πάψει να γυρίζει. Χειρότερα είναι, ζαλίζεται και δεν γυρίζει πια μόνο ο τροχός μα ολόκληρος ο κόσμος».
Ο Μαριάνο Μιράντα και ο Πάχαρο Ταμάι, και πριν από αυτούς οι γονείς τους, οι πατεράδες τους. Κολλητοί φίλοι, τι και αν οι αρσενικοί γεννήτορες δεν το επιδοκίμαζαν, δεν επέτρεπαν στον άλλο να έρθει στο σπίτι τους, τι και αν το μίσος, έτσι όπως το μίσος από μια αδιόρατη χαραμάδα αναβλύζει και παγώνει στην επιφάνεια, αποκτώντας όγκο και έκταση ολοένα και μεγαλύτερη, εκείνοι υπήρξαν κολλητοί, καθισμένοι στο ίδιο θρανίο, συνεργάτες στις ίδιες παιδικές σκανταλιές, μικρές αποδράσεις από τον έλεγχο, πράγμα εύκολο έτσι όπως μεγάλωναν σχεδόν μόνοι τους. Και πριν απ' αυτούς οι γονείς τους. Το σκυλί των αγώνων. Οι μεθυσμένες φιλονικίες στα καπηλειά. Η δολοφονία. Η αναζήτηση του ενόχου. Οι ανακρίσεις. Οι υποψίες. Οι αφορμές. Οι μαρτυρίες των τρίτων. Η ηχώ του ψιθυρίσματος πίσω από παλάμες. Το αλκοόλ και ο τζόγος. Δουλειές του ποδαριού, παροδικές και κακοπληρωμένες. Η επισφάλεια που γεννά μια οργή που δεν στρέφεται σε αυτή. Οι γυναίκες ήταν εκείνες που έπρεπε να βάλουν τα πράγματα σε μια σειρά, η οικιακή οικονομία, μια ευκαιρία για κάτι καλύτερο, οτιδήποτε θα ήταν καλύτερο, αλλά αυτό το οτιδήποτε διόλου εύκολο δεν το κάνει αυτό, είναι πολύ πάρα πολύ υπερβολικά πολύ.
Η Αλμάδα ξέρει καλά πως δεν αρκεί να κόψεις ένα κάδρο σε κομμάτια, να τα ανακατέψεις και να επιχειρήσεις να τα βάλεις ξανά στη σειρά. Ξέρει καλά πως οι πλευρές, οι γωνίες, οι αρμοί πρέπει να λειανθούν και να δουλευτούν για να έρθουν να κολλήσουν αδιάκριτοι μεταξύ τους, η ενότητα, το σύνολο, το κάδρο που θα είναι ένα μεγάλο κομμάτι ενός μεγαλύτερου πίνακα που περιλαμβάνει τον τόπο, τον χρόνο, τους ανθρώπους και τη ζωή σε εκείνη τη χωροχρονική στιγμή που η αφήγηση διαπραγματεύεται, εκεί, στους αρμούς και την ένωσή τους, θα κριθεί το αν η κατασκευή θα λειτουργήσει ως γρανάζι του συνόλου, εκείνο που δεν λέγεται αν θα υπάρξει, εκείνο που μένει άρρητο, υπόγεια να βράζει, το ανησυχαστικό συναίσθημα που διέπει την ανάγνωση, το κακό, το χώμα, η φτώχεια και η προδεδικασμένη μοίρα, η ανθρωπινότητα παρά τα ρούχα και τα φτιασίδια.
Ένα από τα χαρακτηριστικά στη γραφή της Αλμάδα είναι η τρομακτικά περίτεχνη ισορροπία που επιτυγχάνει ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το συμβολικό, κάτι που κυρίως διακρίνεται στον τρόπο με τον οποίο δημιουργεί τους χαρακτήρες και τους εμφυσά ζωή, η αληθοφάνεια που πετυχαίνει, η κατάλληλη δόση στερεοτυπικότητας που προσθέτει, το υλικό, θα έλεγα, από το οποίο είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος, τα πάθη και οι πράξεις του, ο τρόπος με τον οποίο τα πρόσωπα είναι ταυτόχρονα πραγματικά, αυτόνομα και μοναδικά, αλλά και καλούπια, γνώριμα και οικεία, που διαφεύγουν του στενού χωροχρόνου, υπερβαίνουν με έναν ιδιότυπο τρόπο τα όρια της συγκεκριμένης αφήγησης, ενοικούν και άλλες, αμέτρητες μέσα στο πέρασμα του χρόνου και την εναλλαγή του τόπου, και έτσι η συγγραφέας καταφέρνει να μιλήσει ταυτόχρονα ειδικά και γενικά, να πει αυτή την ιστορία αλλά ταυτόχρονα την κάθε ιστορία, χωρίς να υποκύπτει σε αμετροεπείς φιλοδοξίες, καταδικασμένες και αφόρητες, γεμάτες από διδακτισμό και εγωπαθή γνώση επί παντός επιστητού.
Και η ζωή, πώς θα ήταν πειστική χωρίς τη μαγεία, χωρίς την επιστροφή των νεκρών και τη συνομιλία μαζί τους, έτσι όπως η αγωνία και τα ερωτήματα αφήνουν χώρο περισσό. Και η λογοτεχνία, πώς θα ήταν απολαυστική χωρίς τη μαγεία, χωρίς τον υμένα εκείνο που την κρατάει να αιωρείται στο όριο πάνω από τη στείρα, σκληρή, αδιάσπαστη πραγματικότητα, χωρίς να γίνεται αναχωρητική, χωρίς να αποστρέφει το βλέμμα. Καλή η τεχνική και χρήσιμη η επισήμανση και η διάκρισή της, αλλά όχι αρκετή, ιδιαίτερα σε μια εποχή που η αρτιότητα ζέχνει αψυχία, που το ταλέντο, το άρρητο, το άπιαστο που μετατρέπει ένα κείμενο σε μια εμπειρία συγκλονισμού παραμερίζεται, ο εντυπωσιασμός και η υπερβολή ενοικούν, τόσες αφηγήσεις τριγύρω, των άλλων και δικές μας, η ανάγκη για συγχρονία, πρώτος εγώ θα δεχτώ τον λίθο, η Αλμάδα, πατώντας σε μια παράδοση που υπερπηδά τα σύνορα, φτιάχνει κάτι σημαντικό, παρά την απλότητα των υλικών, παρότι οι ιστορίες της έχουν ειπωθεί ξανά και ξανά, εκείνη επιμένει στο χώμα και το νερό, στη σκόνη που ο αέρας φέρνει και ο αέρας παίρνει, στην ανθρωπινότητα, στο κακό και το καλό, στο προαιώνιο καλό και το προαιώνιο κακό, σ' αυτό που από πάντα υπάρχει, που εξαλείφει τις όποιες αποστάσεις ο αναγνώστης διατηρεί με εκείνο το μέρος και εκείνο τον χρόνο, απλώνοντας εκτάσεις κοινής εμπειρίας, εκεί, άλλωστε, είναι που καρπίζει εκείνο που διαφεύγει της λογικής και τη σκέψης, της θεωρίας επίσης, εκείνο το άπιαστο που μας καθηλώνει στην ανάγνωση και μας συγκλονίζει ως τα μύχια, άγνωστες οι διαδρομές, άγνωστα και εκείνα, τι και αν δικά μας, και η Αλμάδα το κάνει υποδειγματικά.
Ένα σπουδαίο βιβλίο.






