(Όταν διάβασα το Μπονσάι, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Τώρα είναι πια εκτός κυκλοφορίας, κάπου το είχα δανείσει, κάπου παράπεσε, τόσες μετακομίσεις μέσα στα χρόνια, δεν το είχα, δεν μπορούσα να μην το έχω, το αγόρασα μεταχειρισμένο, τώρα ένα μοναδικό αντίτυπο πωλείται τριάντα ευρώ, δεν μπορώ να σου το κάνω δώρο. Ποιο βιβλίο θα ήθελες να έχεις γράψει, υποθετική ερώτηση, το Μπονσάι, θα απαντούσα με βεβαιότητα.)
Ο συγγραφέας/αφηγηματικό υποκείμενο/Αλεχάντρο Σάμπρα γίνεται πατέρας. «Με σένα στην αγκαλιά μου, βλέπω για πρώτη φορά τη σκιά που ρίχνουμε κι οι δυο μας στον τοίχο. Ζεις εδώ και είκοσι λεπτά». Διάβαζα/έγραφα πρόσφατα για τα Αναφιλητά του Δούλου: «Αναρωτιέμαι, αναζητώ στη μνήμη καλύτερα, αν θυμάμαι άλλο βιβλίο, ο τρόπος μου να παρατηρώ την ανθρώπινη εμπειρία, που να μιλάει για την πατρότητα, σίγουρα, λέω, θα υπάρχει, άσχετα αν δεν μου έρχεται, όχι ωστόσο με αυτό τον τρόπο, από αυτό το μονοπάτι». Στο μεταξύ, πριν από την Παιδική λογοτεχνία, είχα ανασύρει από τη μνήμη μου ακόμα ένα, Το Δέρμα του Σέρχιο δελ Μολίνο.
Η επικράτεια δεν είναι κοινώς βιωματική, η πατρότητα, όσο και αν υπολείπεται από τη μητρότητα, είναι μια ιδιαίτερη συνθήκη, όσο και αν μοιάζει με αναστροφή των υποκειμένων, ο γιος που γίνεται πατέρας, η σκιά παίρνει άλλο σχήμα, ο συσχετισμός δύναμης και αδυναμίας μεταβάλλεται καθοριστικά, αν και αφαιρώντας το μέσο διάστημα του βίου, οι δύο άκρες έχουν ομοιότητες στην ανάγκη και τη φροντίδα, ο πατέρας που γίνεται μικρό παιδί, το μικρό παιδί που γίνεται πατέρας. Το μη βίωμα επιτρέπει στη λογική να υπεισέλθει από την πίσω πόρτα. Η λογική, παρότι πανίσχυρη, δεν τα καταφέρνει, όσο και αν προσπαθεί να πείσει για το αντίθετο. Το ίδιο θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί και για το κοινό βίωμα, να πει πως κάθε ανθρώπινο ων με τρόπο διαφορετικό αντιμετωπίζει κάθε συνθήκη φαινομενικά κοινή και οικεία στον παρατηρητή. Δεν θα είχε άδικο.
Σε ένα κείμενο που ένας πατέρας απευθύνεται στον γιο του, ο γιος είμαι εγώ, στον αφηγητή δοκιμάζω να αναγνωρίσω τον δικό μου πατέρα. Αναρωτιέται ο Σάμπρα σχετικά με το ενδεχόμενο ο γιος του να διαβάσει κάποια στιγμή τα βιβλία του, ιδιαίτερα αυτό εδώ στο οποίο οι δυο τους πρωταγωνιστούν, ήδη νιώθω κάποια βήματα παραπανίσια να έχουν πραγματοποιηθεί, ένας πατέρας που μιλάει, που αμφιβάλλει, που δοκιμάζει να διαχειριστεί το συναίσθημά του. Σκέφτομαι το κενό στην ανάμνηση, πριν οι ρόλοι μεταβληθούν, ίσως στο σιωπηλό εκείνο κενό φύεται η ανάγκη. Για κάθε βεβαιότητα, μια αμφιβολία, για κάθε σιωπή, ένα μάτσο λέξεις, για κάθε αποστειρωμένο συναίσθημα, ένα άφημα, για κάθε φοβία, μια ενοχή προκαταβολική.
Ίσως ο τρόπος με τον οποίο μεταβάλλεται η σχέση πατέρα παιδιού να μας δείχνει κάτι πιο μεγάλο, λιγότερο αφηρημένο από όσο αρχικά μοιάζει, το πώς μεγαλώσαμε και το πώς μεγαλώνουμε, μια παρατήρηση κοινωνική, ανθρωπολογική, σίγουρα πολιτική και πολιτισμική, τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζουμε την απειλή, όταν κάνεις παιδιά να τα κάνεις διαφορετικά, γνώριμο μοτίβο απάντησης που κατέπνιγε ή επιχειρούσε να το κάνει κάθε παιδική/εφηβική/νεαρού ατόμου εξέγερση, ένα σουτ στη μπάλα ως το μακρινό μέλλον, καλύτερη στρατηγική και από το λάκτισμα στην κερκίδα, όταν μεγαλώσεις να κάνεις ό,τι θες, όταν μεγαλώσεις θα δεις πως δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά, ένα πείσμα αρχίζει να ανθίζει, ένα αντιπαράδειγμα που θα μας βασανίζει για πάντα.
Η πατρότητα, ως μια συνθήκη όχι οικουμενική, εκτεταμένη ναι, οικουμενική όχι, καταφεύγει στο βίωμα, η αυτομυθοπλασία είναι μια φαινομενική, για εμάς τους τρίτους, νησίδα αυθεντικότητας, εκεί που το βίωμα ξεπερνά τη φαντασία, άλλωστε το μότο είναι σταθερό μέσα στους αιώνες της καταγεγραμμένης ανθρώπινης εμπειρίας, όσο και αν έχεις προσπαθήσει να το φανταστείς, μόλις γεννηθεί το παιδί όλα καταρρέουν, τίποτα δεν μοιάζει με όσα φαντάστηκες, με όσα είχες κατά νου, τώρα μόνο ξενύχτι και άγχος, αλλά και αγάπη, ένα συναίσθημα μοναδικό, δεν έχεις παιδιά και δεν ξέρεις, μια ακόμα επαναληπτική ριπή πολυβόλου, αμυντικού ή επιθετικού, για κάθε χρήση.
Η Παιδική Λογοτεχνία είναι ένα αυτομυθοπλαστικό υβρίδιο, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για του πού τελειώνει το αυτό και πού αρχίζει το μυθοπλαστικό, εκείνος μόνο, ίσως και όχι, βέβαια. Χωρισμένο σε τρία μέρη, ενώ το παιδί κάθε μέρα μεγαλώνει, αναπόφευκτα, άπαξ και μπήκε στην εξίσωση του έμβιου χρόνου, οι πρώτες καταχωρήσεις απαντούν στη νέα συνθήκη της διπλής σκιάς στον τοίχο, για να ακολουθήσει η ανάγκη για μια πιο αποστασιοποιημένη, πάντοτε φαινομενικά, μυθοπλαστική διαδικασία, έξω από τα όρια του ατομικού βιώματος, στην επικράτεια εκείνη που η φαντασία εισβάλλει και μεταποιεί, απομακρύνει, αποκρύπτει, συνομιλεί, αναθεωρεί ίσως το προσωπικό, πρόσωπα που μοιάζουν με αλλά δεν είναι εκείνα ακριβώς, για να καταλήξει σε μια διαλεκτική σχετικά με το μυθιστόρημα, πώς διαμορφώνεται και πώς οδεύει προς την ολοκλήρωση, τον εκδότη, τον επιμελητή, τον τυπογράφο, τον βιβλιοπώλη, τον αναγνώστη.
Οι αρμοί σύνδεσης των τριών μερών είναι χαλαροί, ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, αρκετά υβριδικό, μια κατασκευή που διέπεται από τη λογοτεχνία, ίσως να μοιάζει κάπως παράδοξο ή προφανές, μάλλον αυτό, γιατί, ίσως αναρωτηθείτε, από τι άλλο θα μπορούσε να διέπεται ένα μυθιστόρημα εκτός από τη λογοτεχνία ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό. Διέπεται από τη λογοτεχνία ως παρουσία διάχυτη, ως συνθήκη του κόσμου και της ίδιας της ύπαρξης, ως ματιά και ως πρόσληψη. Σε αυτό το κομμάτι εδάφους στάθηκα και διάβασα το βιβλίο αυτό, από εκεί πίστευα πως θα μπορούσα να συμμετέχω και εγώ ως αναγνώστης και όχι πατέρας και όχι συγγραφέας, ως αναγνώστης που αυτό ξέρω να κάνω, να γυρεύω στη λογοτεχνία μορφές της ύπαρξης, καταφύγιο.
Κάποτε, μεταξύ αστείου και σοβαρού, ένας ψυχολόγος κουνάει το κεφάλι του και μειδιά, απάντησα στο ερώτημα εσύ γιατί διαβάζεις λέγοντας πως όλα ξεκίνησαν όταν εκείνη μου είπε πως είμαι αρκετά μεγάλος πια για να μου διαβάζει και έπρεπε κάπως να διαχειριστώ την άβολη ιδέα του κλεισίματος των ματιών και της παράδοσης στον ύπνο, όταν αυτός θα ερχόταν. Μια πρώτη απόπειρα απογαλακτισμού και ανεξαρτητοποίησης επιχειρήθηκε εκείνο το βράδυ. Μια επίπλαστη εμπειρία της οποίας καμία μνήμη δεν έχω παρά το όχημα της λογικής. Σε εκείνη τη μετάβαση ρίζωσε η εμμονή μου με τον πρώτο που κάνει κάτι ποτέ, τον πρώτο επιβάτη του μετρό, το πρώτο αυτοκίνητο ενός ατελείωτου μποτιλιαρίσματος, όπως σε εκείνο το φοβερό διήγημα του Κορτάσαρ, η μετάβαση από το κενό στο όλο, αν υπάρχει κενό και αν υπάρχει όλο, θυμάσαι την πρώτη φορά που, είναι ένα παιχνίδι που δεν θα βαριόμουν να παίζω, μόνος ή με άλλους, ένας ψυχολόγος θα ενθάρρυνε, υποθέτω.
Η λογοτεχνία ως συνθήκη επιτρέπει στην Παιδική Λογοτεχνία να λειτουργήσει, να υπερκεράσει δομικά και τεχνικά κενά, όχι η αγάπη γι' αυτή, αλλά η ίδια η λογοτεχνία, ως μια ανεξάρτητη θεότητα, μια σταθερά περιστροφής, η ανάγνωση και η γραφή, η εμπειρία του εαυτού και του άλλου, φλερτάρω με το προνόμιο, αντιστέκομαι με την ανάγκη, υποχωρώ και επανακάμπτω, επιχειρηματολογώ, επιτίθεμαι και αποκρούω, μια διαμάχη διαρκής.
Σκέφτομαι όσο το κείμενο αυτό προχωρά τη μετάβαση, τη ρευστή αυτή ύλη επί της οποίας πραγματοποιείται ο βηματισμός, το πριν και το μετά της διπλής σκιάς στον τοίχο, όταν πια το δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτό το πλάσμα εγκαθιδρύεται και σπρώχνει καθώς επεκτείνεται ρουτίνες και βεβαιότητες, μεταβάλλει επιθυμίες, το βλέπω να γίνεται, αντιλαμβάνομαι πως γίνεται, μονόδρομος η αυστηρή σήμανση, εγώ ένιωσα τελικά ανίσχυρος να ξεβολευτώ, εγωιστική ή λογική σκέψη, έλα μου ντε. Ο Σάμπρα, αν σταθούμε στη λέξη μετάβαση ως τον άξονα περιστροφής και θέασης, τα καταφέρνει περίφημα, αποτυπώνει το χάος των κοσμογονικών αλλαγών, το πώς η συνθήκη μεταβάλλεται, τίποτα πια δεν είναι το ίδιο παρότι εκείνος είναι ο ίδιος, οι ανάγκες και οι επιθυμίες του, επίσης, ο τρόπος του να ζει, την ίδια στιγμή αυτά έρχονται να ανασυνταχθούν, αιωρούνται πριν κατακάτσουν, αν κατακάτσουν ποτέ τελικά, αν έχει νόημα μια τέτοια αναμονή, αποτυπώνει, έλεγα, αυτή τη μετατόπιση, περνάει στο χαρτί, ο Σάμπρα είναι συγγραφέας, αυτό κάνει, αυτό συνεχίζει να κάνει, παίρνει το παιδί στα χέρια του και μόνο τη διπλή σκιά στον τοίχο βλέπει, το μυαλό αδειάζει από κάθε ιδέα, από κάθε ιστορία, από κάθε πρόσωπο, γεμίζει με την εικόνα εκείνου του μικροσκοπικού πλάσματος στην αγκαλιά του, και πώς το αντιμετωπίζει, εκτός από το να νανουρίζει, να ταΐζει, να ξεσκατίζει, γράφοντας, επιχειρώντας να γράψει, τι να γράψει, τι άλλο παρά εκείνο που έχει εγκαθιδρυθεί με τιμή και δόξα στο μυαλό του, στην ύπαρξή του ολάκερη, και ο χρόνος περνάει, και ο κουρνιαχτός κατακάθεται, αιωρείται ακόμα σκόνη, ή μήπως ομίχλη από την κούραση της αϋπνίας και του άγχους, και τότε όλο και κάτι ξεπηδά, μια ανάμνηση, μια ιστορία, ένα πρόσωπο, ίσως ο ίδιος όταν ήταν παιδί, αυτό το προσπαθώ να μπω στα παπούτσια του άλλου σαλπίζει αυτή την εκστρατεία χρονικής οπισθοχώρησης, ίσως, σκέφτεται/νιώθει/ δοκιμάζει να δει, εκεί να υπάρχει μια γεννήτρια απαντήσεων, ακόμα και με τη μορφή χρησμών.
Διαβάζω ξανά το κείμενο. Οφείλω να παραδεχτώ πως η συνοχή εξωτερικά δεν διακρίνεται, το βιβλίο του Σάμπρα, στον τίτλο και ως περιστροφή/αφορμή, ναι, διακρίνεται αυτό, μάλλον, αλλά όχι απόλυτα, ίσως όχι καθοριστικά. Διαβάζω ξανά το κείμενο. Άλλη μια φορά. Διορθώνω δεξιά και αριστερά, κάτι ορθογραφικά και κάτι κόμματα, αφαιρώ παύλες, προσπαθώ να μη σκέφτομαι παρά με όρους σωστού και λάθους ενός διορθωτή, δεν τα καταφέρνω, ποιος θα μπορούσε, άραγε, να είναι δειωρθοτοις του εαυτού του;






