Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Ναπάλμ στην καρδιά - Pol Guasch

«Ήρθε το κρύο, όπως έρχεται πάντα. Ένα πρωινό σηκώνεσαι και το έδαφος είναι άσπρο. Οι μέρες ήταν σύντομες και παγωμένες. Από το παράθυρο όλα γίνονταν μικροσκοπικά και αδιάφορα».

Ο τίτλος, το εξώφυλλο, ο μεταφραστής, ο εκδοτικός οίκος. Ναπάλμ στην καρδιά, λευκή επιφάνεια με μια εικαστική όρθια σύνθεση δεξιά, Ευρυβιάδης Σοφός, Κείμενα. Και ένα άγνωστο όνομα. Πολ Γουάσκ.

Δεν διάβασα το οπισθόφυλλο. Γύρισα την πρώτη σελίδα, ήρθε το κρύο, όπως έρχεται πάντα. Ήταν αρκετό αυτό, το επόμενο βιβλίο είχε λάβει θέση. Όλα συνέβησαν γρήγορα. Ο ορίζοντας προσδοκιών, επίσης. Από ποια μονοπάτια άραγε, η εικόνα από το εξώφυλλο του Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι αναδύθηκε. Μια κουήρ αυτομυθοπλασία περίμενα. Η εικόνα ολοένα και εξασθενούσε καθώς οι σελίδες γύριζαν, απομακρυνόταν η συγγένεια, κάτι άλλο δοκίμαζε να κάνει ο Γουάσκ.

Πάνε δεκαπέντε ή και περισσότερα χρόνια που διάβασα την Κίτρινη βροχή, τον μονόλογο του τελευταίου κατοίκου ενός χωριού στα Πυρηναία. Το σκεφτόμουν όλο και περισσότερο το βιβλίο εκείνο διαβάζοντας το Ναπάλμ στην καρδιά, εκεί όπου, σε ένα ερημωμένο χωριό στρατιωτικοποιημένης ζώνης, ένας ανώνυμος νεαρός περιμένει μια ευκαιρία για να δραπετεύσει.

Υπάρχουν δύο κύρια μονοπάτια σε ένα δυστοπικό μυθιστόρημα, στο ένα ο αφηγητής ξεναγεί και εξηγεί, στο άλλο απλώς καταγράφει τη συνθήκη στην οποία βρίσκεται. Ο ανώνυμος νεαρός πρωτοπρόσωπος αφηγητής ακολουθεί το δεύτερο. Κάθε αφηγηματική επιλογή έχει τα πλεονεκτήματά της, αρκεί να χρησιμοποιηθεί κατάλληλα. Μια ημερολογιακή καταγραφή του τώρα, μια αφήγηση του τότε και μια σειρά από επιστολές στον αγαπημένο του Μπόρις, αυτές οι τρεις αφηγηματικές ροές συνθέτουν το μυθιστόρημα αυτό. Ο αφηγητής ξέρει για τι πράγμα μιλάει, ο Μπόρις επίσης, οι όποιες επεξηγήσεις είναι, αν είναι, αναγκαίες και απαραίτητες για τον αναγνώστη.

Υπάρχουν στιγμές, ειδικά στην αρχή και όσο η ανάγνωση είναι αποσπασματική, που ο αναγνώστης ίσως νιώσει πως βαδίζει στα τυφλά, όσο η ανάγνωση προοδεύει και διαρκεί, αυτό το συναίσθημα δεν απολύεται μεν, μετατρέπεται σε οργανικό συστατικό της εμπειρίας δε, επιτρέπει σε μια κοινή επικράτεια να αναπτυχθεί, μια ιδιότυπη, σίγουρα, κοινή επικράτεια. Ο αφηγητής δεν απευθύνεται άμεσα σε κανέναν πλην του Μπόρις και του ίδιου του του εαυτού, η δυσφορία, η δυσκολία και η πνιγηρότητα κυριαρχούν. Σκέφτηκα να προσθέσω και την απελπισία, όμως θα έπρεπε, αποφασίζω, να την παρατάξω παρέα με την ελπίδα, σχήμα μάλλον οξύμωρο, ωστόσο παρόν. Μπορεί κάποιος που είναι απελπισμένος να ελπίζει; Μα και βέβαια. Κυρίως αυτό συμβαίνει.

Κανείς δεν μπορεί να βρεθεί στη θέση του άλλου, ακόμα περισσότερο όταν η μυθοπλαστική μεμβράνη τυλίγει την εξιστόρηση. Και όμως, η δυσφορία, η δυσκολία και η πνιγηρότητα χαρακτηρίζουν την ανάγνωση εξαιτίας αυτού του αόριστου και του αφηρημένου κόσμου στον οποίο κινείται εγκλωβισμένος ο αφηγητής, το συναίσθημα του να βρίσκεσαι σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και να ακούς μια ιστορία τρόμου, κάπως έτσι. Οι σελίδες συνεχίζουν να γυρίζουν, κάποια κομμάτια έρχονται να προστεθούν στο παζλ, κάποιες χαραμάδες αφήνουν κάποια ελάχιστα φωτόνια να εισέλθουν, ωστόσο εκείνο που μάλλον συμβαίνει είναι να ατονήσει σιγά σιγά το ενδιαφέρον του τι συμβαίνει και του πού βρισκόμαστε, δεν είναι αυτό το διακύβευμα.

Το δίπτυχο ελπίδα απελπισία δεν είναι το μόνο αντιθετικό και οξύμωρο. Η ποιητικότητα συμπορεύεται με τον κακοτράχαλο θυμό, η αναχωρητικότητα με τον σκληρό ρεαλισμό, η οικογενειακή ασφυξία με τον πόνο της απώλειας. Ο Γουάσκ, με αρκετές λογοτεχνικές σπουδές στο βιογραφικό του, περισσότερο από μια ιδέα, δείχνει να έχει ένα αρκετά προσωπικό όραμα, ένα σύμπαν, έναν τρόπο, μια φωνή, αυτά τα στοιχεία είναι που συνέχουν κυρίως το αφήγημα αυτό, που διατηρούν την ισορροπία και τη λειτουργικότητα, που το καθιστούν ξεχωριστό. Η ιδιαιτερότητα, παρότι ομόφωνα ποθητή, στην πράξη διχάζει, τα φιλόδοξα έργα το έχουν αυτό το χαρακτηριστικό, η αδιαφορία δεν τα αγγίζει, συνηθίζουν να διχάζουν και να πολώνουν, εκεί που κάποιος διακρίνει ένα αριστούργημα, κάποιος άλλος ισχυρίζεται πως η όση ανάγνωση ήταν απλώς και μόνο χάσιμο χρόνου. Δεν προσδίδει παράσημα η μία ή η άλλη υποδοχή, απλά συμβαίνει.

Τι και αν περίμενα κάτι διαφορετικό, το Ναπάλμ στην καρδιά με υπνώτισε και με βύθισε στον κόσμο του, τι και αν δεν μπόρεσα παρά ελάχιστα να τον αποτυπώσω στη φαντασία μου, η δυσφορία, η δυσκολία και η πνιγηρότητα με κατέλαβαν πλήρως, κάτω από την επιφάνεια της ανάγνωσης ο βυθός βίωνε μια αναστάτωση, μια ανάγνωση ανησυχαστική. Όσο παραβολικά ή μεταφορικά και αν σκέφτηκα επί του βιβλίου κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας της ανάγνωσης δεν κατάφερα να ξεχωρίσω τα νήματα αναμεταξύ μας, τα κομμάτια που μέσα μου κινούνταν, μετατοπίσεις και μικροσεισμοί, οι αναλογίες δεν υπήρχαν, όσο και αν ένιωθα δυσφορία, δυσκολία και πνιγηρότητα, δεν μπορούσα να εντοπίσω τι ήταν εκείνο που τις προκαλούσε, σίγουρα δεν ήταν απόλυτη, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα, ενσυναίσθηση, κάτι δικό μου με απασχολούσε. Σε αυτό το κενό βυθίστηκα, σε αυτό το άγνωστο γιατί. Η αφαιρετικότητα της αφήγησης ενίσχυε αυτό το βύθισμα, γνώριζα καλά έναν άνθρωπο χωρίς να τον ξέρω πραγματικά, διάβαζα μια αφήγηση που δεν απευθυνόταν σε μένα, που δεν μου ζητούσε, που δεν την ενδιέφερα.

Και ακριβώς επειδή δεν της προκαλούσα το ενδιαφέρον της απεύθυνσης ή του αιτήματος, δεν επιχειρούσε να με υπονομεύσει ή να με εκβιάσει συναισθηματικά, δεν επιχειρούσε να λάβει το στέμμα του θύματος, να γιατί μπορεί η ελπίδα να χορεύει σφιχτά πιασμένη με την απελπισία, να γιατί δεν χρειάζεται κάθε πρωτοπρόσωπη αφήγηση να πάσχει από εγωπάθεια και εγωκεντρισμό. Ίσως, σκέφτομαι, επειδή περίμενα μια κουήρ αυτουμυθοπλασία, και δεν τη διάβασα, ίσως γι' αυτό να μου άρεσε τόσο πολύ το βιβλίο αυτό, γιατί παρέα με αυτό που περίμενα υπήρχαν και ένα μάτσο ενστάσεις και φοβίες ειδολογικού ή της μόδας χαρακτήρα. Διαβάζοντας κάτι εντελώς, ή όχι και τόσο υπό μια έννοια, διαφορετικό, κάτι που δεν περίμενα και διόλου προετοιμασμένος δεν ήμουν, αλλά και πώς να ήμουν, το Ναπάλμ στην καρδιά σε σημεία με πήρε και με σήκωσε, να πώς μπορεί η δυσφορία να συνέρχεται με την απόλαυση, να πώς ο κόμπος στο στομάχι βρίσκεται λίγο πιο κάτω από το διάφραγμα που ανεβοκατεβαίνει ελεύθερο.

Αυτό είναι ένα πρωτόλειο έργο. Σκέφτομαι πάντα πως το δεύτερο βήμα ενός συγγραφέα ίσως και να είναι το πλέον κρίσιμο, στο πρώτο έχει αφιερώσει χρόνο, κόπο, συναίσθημα και βίωμα, η κυοφορία διήρκεσε αρκετά. Τώρα, έχοντας διαβάσει δύο φορές αυτό το βιβλίο, σκέφτομαι πως η αναμονή για το επόμενο διαθέτει μια διαφορετική ποιότητα. Σίγουρα ο χρόνος θα δείξει, αλλά σήμερα θα πόνταρα πως εδώ έχουμε την ανατολή μιας ενδιαφέρουσας και ιδιαίτερης λογοτεχνικής φωνής.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για την Κίτρινη βροχή περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ευρυβιάδης Σοφός
Εκδόσεις Κείμενα

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Θρήνος για την Τζούλια - Susan Taubes

Ολοένα και αθροίζονται τα ωραία βιβλία στη νεοσύστατη σειρά μεταφρασμένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Αλεξάνδρεια, να, ακόμα ένα. Τη Σούζαν Τάουμπες δεν την γνώριζα. Γεννήθηκε το 1928 στη Βουδαπέστη, έντεκα χρονών μετανάστευσε με τον ψυχαναλυτή πατέρα της στην Αμερική, όπου και πέθανε το 1969. Η παρούσα έκδοση αποτελείται από την ομώνυμη του τίτλου νουβέλα και από εννέα διηγήματα, κάτι το οποίο δίνει μια αρκετά πλήρη εικόνα. Η αξία του έργου της αναγνωρίστηκε μετά την αυτοκτονία της.

«Εξαφανίστηκε. Η Τζούλια με εγκατέλειψε. Πλέον για τα καλά, νομίζω. Έφυγε σιωπηλά υπό την κάλυψη της νύχτας. Ο μόνος τρόπος να μην την ακολουθήσει κανείς. Τη σκέφτομαι να βγαίνει μέσα στη νύχτα, να καίγεται σαν κερί, να σβήνει ίσως. Δεν θα μάθω ποτέ πού. Δεν θα μάθω ποτέ πριν από πόσο καιρό. Αυτό ήταν το δωμάτιο της Τζούλιας».

Έτσι ξεκινάει ο Θρήνος για την Τζούλια. Μια αντρική, πρωτοπρόσωπη αφηγηματική φωνή θρηνεί τη φυγή της, μόνος στο άλλοτε δωμάτιο της. Ένας εραστής, ένας σύζυγος, ένα παιδί ή μήπως ένας πατέρας; Όχι. Τότε; Ένα ασώματο υποκείμενο, ένα πνεύμα, η συνείδησή της, ίσως. Ένας εσώψυχος ένοικος, ένας παντεπόπτης οφθαλμός, όχι όμως παντογνώστης, εξού και πιάστηκε απροετοίμαστος στη φυγή της, αντιμέτωπος διαρκώς με έναν γρίφο, την Τζούλια, τώρα θρηνεί και πιάνει το νήμα από την αρχή, μια ιδιότυπη νεκρολογία, τώρα που πια για εκείνον δεν υπάρχει.

Η Τζούλια, για τον αναγνώστη, είναι εξαρχής απούσα, εκείνο το εξαφανίστηκε είναι παντοδύναμο, η φωνή της δεν θα ακουστεί ούτε μια στιγμή, όχι τουλάχιστον αφιλτράριστη, όχι χωρίς τον διαμεσολαβητή αφηγητή, υπό το πρίσμα εκείνου θα περιγραφεί, θα βιογραφηθεί, θα ερμηνευτεί, με τα όρια της επικράτειας να είναι πεπερασμένα, για τον αναγνώστη η πραγματική Τζούλια δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η αφήγηση εκείνου, τώρα πια ούτε για εκείνον υπάρχει, είναι πια αθέατη, εκτός της οθόνης του ραντάρ. Αυτή η ετεροβιογράφηση αποτελεί το εύρημα. Μια ιδέα καθοριστική, όχι μόνο αφηγηματικά, όχι μόνο λογοτεχνικά, όχι μόνο στυλιστικά, αλλά με ρίζες βαθύτερες, η γυναικεία φύση, τα όρια, οι περιορισμοί, το αναμενόμενο, ο ετεροπροσδιορισμός, η αντρική σκιά που πέφτει παχιά, αλλά και ο εαυτός ως παρατηρητής.

Η αφήγηση αφήνει να αιωρείται η πηγή του θρήνου, αφήνει να αιωρείται ακόμα και το αν είναι θρήνος, ή μήπως θυμός, κατάπληξη, σοκ, απώλεια ελέγχου; Όσο ήταν παρών εκείνος, η Τζούλια ενεργούσε με έναν τρόπο αναμενόμενο, ακόμα και όταν φαινομενικά έδειχνε να παρεκκλίνει, η στιγμή που εξαφανίστηκε, ωστόσο, δεν ήταν μέρος του σεναρίου.

Επαναδιατυπώνω το παραπάνω: Η Τζούλια, για τον αναγνώστη, έλεγα, είναι εξαρχής απούσα, όχι, δεν είναι έτσι, η Τζούλια, για τον αναγνώστη, αλλά και για τον αφηγητή, είναι παρούσα δια της απουσίας της, ηχηρή δια της σιγής της, αυτόφωτη στο σκοτάδι που άφησε ξοπίσω της. Ο τρόπος που γράφει η Τάουμπες είναι συγκλονιστικός, εγκλωβίζει τη φωνή στο απόν σώμα τής Τζούλια, αυτό το παράσιτο που ο ξενιστής του έφυγε και το άφησε πίσω να θρηνεί. Όσα γνώριζε, όσα έλεγχε, όσα καθόριζε είναι πια θρήνος. Όσα ήταν η Τζούλια, τα θεωρούσε δικά του. Όσα αφηγείται είναι δικά του, είναι όσα ενίσχυαν το εγώ του, όσα καθιστούσαν τη Τζούλια μια άβουλη κούκλα, ένα παιδικό παιχνίδι, μια χαριτωμένη κοπέλα, γυναίκα, που όλο στριφογυρνούσε, που όλο τολμούσε εντός των ορίων, ένας γρίφος για να περνάει η ώρα του, αχ το σκασμένο, μονολογούσε, κοίτα τι σκαρφίστηκε πάλι, και γελούσε βλέποντάς την να χτυπά ξανά και ξανά στον τοίχο ύστερα από κάθε απόπειρα άλματος.

Παρά τον θρήνο του, παρά την εγκατάλειψη που βιώνει, εκείνος, όταν αφηγείται τα περασμένα, μετέρχεται της τότε παντοδυναμίας του, βρίσκει ξανά τη δύναμη που ένιωθε τότε, τα απομνημονεύματά του ως μια τελευταία στιγμή θριάμβου, ένας εκπεσών παντοδύναμος δυνάστης που χαζογελούσε/χαζογελά με την ελευθερία που οι υπόδουλοι πίστευαν πως διαθέτουν, τώρα παντέρημος και μόνος, βασιλιάς χωρίς βασίλειο, που αρνείται ή ίσως δεν ξέρει καν πώς να παραδεχτεί την ήττα του, τη συντριβή του, το κενό της ύπαρξής του, αναπολεί τα περασμένα και αντλεί τις ύστατες σταγόνες ηδονής. Ποιος είσαι τώρα, ε;

Λίγο καιρό πριν, διάβασα το Μάλινα της Μπάχμαν, μια από τις αναγνωστικές κορυφές της εν εξελίξει χρονιάς, διαβάζοντας τον Θρήνο για την Τζούλια διέκρινα αυτή τη διακειμενική συγγένεια, αναγνώρισα το παρεμφερές συναίσθημα εκείνης της ανάγνωσης. Ίσως, σκέφτομαι, εκτός των άλλων κοινών γνωρισμάτων, να είναι εκείνο το σκοτεινό παιγνιώδες, μια ζαβολιά ως πέπλο, μια μεμβράνη δύο όψεων ανακλαστικών, από τη μια ο ρεαλισμός του βιώματος, από την άλλη ο μυθοπλαστικός αναχωρητισμός, το μέρος και το όλο, το εγώ και το εμείς, το εγώ και το εγώ. Το παιγνιώδες ως οχυρό, ένα δικό τους δωμάτιο, εκεί που οι δυνατότητες πολλαπλασιάζονται, που οι περιορισμοί σε κάποιο βαθμό αίρονται. Ο παιγνιώδης χαρακτήρας δεν είναι εδώ μια πηγή χαράς και ανεμελιάς, δεν είναι ούτε το σημείο αφετηρίας μιας καθολικής επανάστασης, αλλά ένας τόπος δυνατοτήτων σε συγκατοίκηση με τους περιορισμούς. Εδώ έγκειται και η εγκεφαλικότητα, μια παρτίδα επίθεσης και άμυνας, εδώ, ωστόσο, το πιόνι μπορεί να αφήσει πίσω του το ταμπλό, απλώς να διαφύγει, βγάζοντας τη γλώσσα στους κανόνες. Μόνο η Τζούλια ξέρει τι θυσίασε, αν θυσίασε, και τι υπερέβη, αν υπερέβη, ποιο τίμημα πληρώνει, αν πληρώνει, ποια ηδονή απολαμβάνει, αν απολαμβάνει, από ποιο παράσιτο υποφέρει, αν υποφέρει πλέον.

Σε αυτό το άυλο υποκείμενο, περισσότερο διέκρινα μια πατρική φιγούρα, ίσως επηρεασμένος και από το επάγγελμα του ψυχαναλυτή που εξασκούσε ο πατέρας της. Και αν μια τέτοια αρχή προσφέρει ένα έδαφος ανάγνωσης και ανάλυσης, σίγουρα ενδιαφέρον και πολυεπίπεδο, εντούτοις, όπως και κάθε αντίστοιχη αρχή ως εναρκτήρια θέση, μάλλον περιορίζει τον φωτισμό σε ένα και μόνο, μικρότερο ή μεγαλύτερο, μέρος της επικράτειας από την οποία τελικώς απέδρασε η Τζούλια. Το ίδιο ισχύει και αν γίνει απόπειρα διάκρισης του αυτοβιογραφικού χαρακτήρα της νουβέλας, αν η Τζούλια είναι η Σούζαν, αρκεί, θεωρώ, να πει κανείς, σίγουρα έχει κάτι από εκείνη, αλλά την υπερβαίνει, θα ήταν απερίσκεπτο και εγωπαθές να ικανοποιηθεί κανείς με μια τέτοια προσέγγιση, ίσως να ήταν και αρσενικό. Ο Θρήνος για την Τζούλια, όπως και το Μάλινα, δεν είναι αυτομυθοπλαστικά κείμενα, δεν είναι απλώς και μόνο αυτό που τα τελευταία χρόνια συνηθίζεται, είναι κάτι πολύ διαφορετικό, και ας μην είναι αυτό το χαρακτηριστικό που τα εξυψώνει λογοτεχνικά.

Αποκλειστικά παραβολικά ή παραδειγματικά ή διδακτικά, η νουβέλα δεν θα λειτουργούσε λογοτεχνικά. Το ίδιο ισχύει και για τα διηγήματα της Τάουμπες. Πυκνογραμμένα, αφήνουν την αίσθηση ενός εκτενέστερου κειμένου, ο αναγνώστης νιώθει πως ξέρει περισσότερα. Η ασφυξία είναι διάχυτη, οι περιορισμοί παρόντες, το παιγνιώδες επίσης. Διαβάζοντας τον Θρήνο για την Τζούλια είναι εμφανές πως η νουβέλα ανήκει σε ένα ευρύτερο προσωπικό σύμπαν, δεν είναι απλώς ένα εύρημα γραφής, μια καλή ιδέα, μια καλογραμμένη νουβέλα, αλλά μέρος ενός συστήματος πλανητών, αστερισμών, δορυφόρων και ήλιων, και αυτό είναι κάτι που τα διηγήματα έρχονται να επιβεβαιώσουν μια κοινή φωνή, μια δημιουργό.

Η κοινή ανθρώπινη εμπειρία, με τις ιδιαιτερότητες, τους περιορισμούς και τα προνόμια είναι εκείνη που απαλύνει την αίσθηση του ολοκληρωτικά ανοίκειου, άγνωστου και ξένου, είναι εκείνη που επιτρέπει στον αναγνώστη, ασχέτως φυλής, τάξης και φύλου, να αναγνωρίσει, να παραδεχτεί ή να περιφρονήσει το σύμπαν των προσώπων και των ιστοριών τής Τάουμπες, χάνοντας και βρίσκοντας ξανά την αναπνοή του, δυσφορώντας για τον έναν ή τον άλλο λόγο, κάτι που επιβάλλει η γραφή της, αδιάφορη για, ή ίσως γνωρίζοντας εκ των προτέρων, τους εξωκειμενικούς και λοιπούς περιορισμούς, άλλωστε, αυτοί υπήρξαν σε μεγάλο βαθμό η πρώτη ύλη.

Ο πρόλογος της Φρανσέσκα Γουέιντ είναι υποδειγματικός, κυρίως γιατί δεν επιχειρεί η ανάγνωση και η ερμηνεία της να υπερβεί το ίδιο το έργο, ενσωματώνοντας, ωστόσο, τον θαυμασμό της γι' αυτό, δίνοντάς του την απαραίτητη ψυχή και απαλλάσσοντάς τον από τον αμιγώς τεχνικό χαρακτήρα του. Κάποιες φορές ο λόγος για τη λογοτεχνία ανήκει δικαιωματικά στην επικράτεια της δημιουργίας.

Τώρα που ξέρω ανυπομονώ για το Διαζύγιο, που επίσης έχει ανακοινωθεί πως κάποια στιγμή θα κυκλοφορήσει.

υγ. Για το Μάλινα της Μπάχμαν, περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αντωνία Γουναροπούλου
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής - Ilarie Voronca

Η ισχύς εν τη ενώσει. Ο Σπύρος Βαλτετσιώτης —ο άνθρωπος πίσω από το υπέροχο βιβλιοπωλείο Fata Libelli— πρότεινε, οι εκδόσεις Ποταμός με ενθουσιασμό αποδέχτηκαν την πρόταση, ο Αχιλλέας Κυριακίδης ανέλαβε τη μετάφραση-εγγύηση, το βιβλίο έφτασε στον φυσικό του χώρο. Συγκυρία ευτυχής, η σύσταση στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ενός σπουδαίου, του Ιλάριε Βορόνκα, διαμέσου ενός κομψοτεχνήματος όπως η νουβέλα Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής.

Τα τελευταία χρόνια, ένας από τα νήματα που με οδηγούν σε ένα βιβλίο, για το οποίο τίποτα δεν ξέρω και τίποτα δεν έχω να περιμένω, είναι εκείνο της υπογραφής του μεταφραστή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό του κύριου Αχιλλέα. Έτσι ξετυλίχτηκε αυτό το αναγνωστικό κουβάρι.

Ήταν νωρίς το πρωί, ένα βιβλίο είχα τελειώσει, ένα άλλο έψαχνα να ξεκινήσω, διάβασα την πρώτη σελίδα:

«Ήταν ένας χειρουργός ασυνήθιστος, που σου αφαιρούσε την ψυχή στο άψε-σβήσε. "Δε θα πονέσετε" έλεγε, "απλώς στηριχτείτε καλά στην πολυθρόνα σας". Και σου μιλούσε περί ανέμων και υδάτων: για τον αίθριο καιρό που συνεχιζόταν, για την τελευταία παράσταση στην Όπερα, για μυστικά διαβούλια υπέρ της ειρήνης· διότι, ας μην το ξεχνάμε, ήμαστε εν καιρώ πολέμου, και στον αέρα πλανιόταν μια μόνιμη απειλή ειρήνης. Οπότε, το μυαλό σου πήγαινε πότε στα πεδία της μάχης, πότε στους πολύβουους δρόμους της πόλης. Και ξαφνικά, εκεί που διόλου δεν το περίμενες, ο εν λόγω δεξιοτέχνης σου αποσπούσε την ψυχή. "Όπως βλέπετε" έλεγε μ' ένα χαμόγελο, "δεν πεθάνατε. Αυτό ήταν". Και σου 'δειχνε, πιασμένο σε μια λευκή τανάλια, ένα πράγμα λευκό που αιμορραγούσε».

Διάβασα την πρώτη αυτή σελίδα. Όχι απλώς είχε αποφασιστεί αμετάκλητα το επόμενο βιβλίο, οι προσδοκίες ήδη βροντοχτυπούσαν την πόρτα, το γιατί ο μεταφραστής έμοιαζε να είναι ο ιδανικός διαφαινόταν ήδη στο παράδοξο και το υποδόριο, η αντίστροφη μέτρηση για το πέρας του οκταώρου είχε κιόλας αρχινίσει, ανάμεσα σε τιμολόγια και παραγγελίες, διέκοπτα το σουλάτσο των πελατών για να τους ζητήσω να διαβάσουν αυτή την πρώτη σελίδα, το συνωμοτικό βλέμμα επισφράγιζε την ομοφωνία επί της αρχής, έτρεφε την προσδοκία.

Σχόλασα και έκανα απλώς λίγα μέτρα, στον ήσυχο απογευματινό πεζόδρομο, ένα στρογγυλό τραπέζι και μια άνετη καρέκλα, ένας ακόμα καφές, η πρώτη σελίδα ξανά, η αφαίρεση της ψυχής και η απειλή της ειρήνης. Δεν θέλει και πολλά πράγματα κανείς.

Ο Βορόνκα, διαβάζω στο βιογραφικό, γεννήθηκε στη Ρουμανία το 1903, μετακόμισε στη Γαλλία, έκανε πράγματα της τότε ζωής, όπως ο πόλεμος, μπλέχτηκε με την πρωτοπορία της εποχής, έγραψε, αυτοκτόνησε στο Παρίσι το 1946, παρά την όποια αναγνώριση έλαβε τότε, στη χώρα του άργησε να εκτιμηθεί, άνθρωποι με πόδια σε δύο χώρες, Ρουμάνος αριστερά στον χάρτη, Γάλλος στα δεξιά.

Και αν η πρώτη σελίδα προμήνυε κάτι το υπερρεαλιστικό και το υπόγεια δηκτικό, δεν περίμενα πως το κυρίως υπόστρωμα θα ήταν εκείνο της συγκίνησης, το οικείο αδιέξοδο της ανθρώπινης ύπαρξης, που επιπροσθέτως οπλίζεται με σκυρόδεμα τραχύ και συμπαγές σε καιρούς όπως εκείνοι, η λαχτάρα για ένα καίριο πλήγμα στη ματαιότητα αλλά και τη μισανθρωπία, η ίδια η πράξη της γραφής είναι μια τέτοια τεχνική αναπνοής, η δίψα για την ομορφιά, τον έρωτα, για το χειροπρακτικό που ως αποτέλεσμα να έχει τη δημιουργία και όχι το μακέλεμα αθώων νεαρών ψυχών ένθεν και ένθεν της γραμμής του μετώπου. Η αφαίρεση της ψυχής, η εμψύχωση μιας άλλης σ' ένα σώμα που υποφέρει από ένα σώμα που έπαψε να αναπνέει, το εύρημα αυτό δεν είναι απλώς ένα εύρημα επιστημονικής φαντασίας, η πρόοδος της ιατρικής δεν χειροκροτείται εδώ, μάλλον δείχνει το πώς το ανθρώπινο προσαρμόζεται στο απάνθρωπο του πολέμου. Ο Βορόνκα, που ξεκίνησε γράφοντας στίχους, και η ποιητική είναι κάτι που διαφαίνεται και στον πεζό του λόγο, δεν επιθυμεί να συντάξει ένα αντιπολεμικό κείμενο, στρατευμένο και ανάλογα απλοϊκό, τόσο που να φτάσει και να γίνει κατανοητό ευρέως, αλλά, με σύμμαχο τον υπερρεαλισμό και το μαύρο, κατάμαυρο, χιούμορ επιθυμεί να αφηγηθεί την εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, και αυτό κάνει, και το κάνει υπέροχα.

Η συγκίνηση, έλεγα, που αναδύεται από τα υπόγεια, αβίαστη και διόλου με διάθεση διδακτική κάνοντας χρήση απλοϊκών διπόλων, όπως το καλό και το κακό χωρίς την αναμεταξύ τους διαστρωμάτωση με αποχρώσεις του γκρίζου, είναι τελικά το συναίσθημα που μεταφέρει τον αναγνώστη στο μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης. Μέσω εκείνης αναπτύσσεται ο κοινός τόπος, το απαραίτητο ενδιάμεσο εμβαδόν ανάμεσα σε εκείνον και σε σένα, στο τότε και το τώρα, στο εκεί και το εδώ. Η ματαιότητα, η απουσία του ύψους, το πλατσούρισμα σε νερά στάσιμα από μια βροχή που κανείς πια δεν θυμάται πότε επιχείρησε να ξεπλύνει τον δρόμο και τελικά τον λέρωσε, αυτός είναι ο καμβάς, αυτή η αγωνία μιας ζωής ξοδεμένης κακώς και με τον ορίζοντα ομιχλώδη και μη υποσχόμενο πολλά. Η συγκίνηση της απλότητας στον καιρό των τεράτων, μια ιστορία ενός χαμένου έρωτα, η αναζήτηση της ευτυχίας, οι κατραπακιές της ζωής, οι μώλωπες της πτώσης από τα σύννεφα της ονειροπόλησης, ο φόβος να κοιτάξουν οι άλλοι μέσα μας, κάτω από τη μάσκα, εκεί που εντοπίζεται η πλαστότητα. 

Ένα κομψοτέχνημα, γήινο και συνάμα αιθέριο, ρεαλιστικό και ποιητικό, αριστουργηματικό στην απλότητά του και ζηλευτό για την γενναιόδωρη οικονομία του, Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, που τόσο ταίριαξε στον Κυριακίδη, τον λάτρη και υπερασπιστή της μικρής φόρμας, είναι ένα βιβλίο για διάφορους λόγους σημαντικό, ένα σφηνάκι πηχτό που δεν κινδυνεύει να αραιώσει σε όσες αναγνώσεις και αν υποβληθεί, ένας βολβός σκόρδου. Μη βιαστείτε να κρίνεται τον παραλληλισμό μέχρι να φτάσετε στη σελίδα 57.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ποταμός 

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Φωτεινά μονοπάτια - Margaret Drabble

Θυμάμαι συχνά την αναγνωστική αίσθηση που ένα βιβλίο μού άφησε παρακαταθήκη, αποκομμένη από την αυστηρή μνήμη, αόριστη και όμως επίμονα παρούσα και τότε γυρεύω επιπλέον βιβλία του συγγραφέα, επιθυμώντας μια ιδιότυπη ανασύσταση, το πιο ασφαλές μονοπάτι για τη χώρα του á la maniére de. Σκεφτόμουν έντονα το βιβλίο της Μάργκαρετ Ντράμπλ, Μωρό από ατόφιο χρυσάφι, διαβασμένο σχεδόν μια δεκαετία πριν, εδώ και κάποιο καιρό δυστυχώς εξαντλημένο, το σκεφτόμουν ξανά και ξανά, περνώντας από ένα βιβλίο σε κάποιο επόμενο, το μυαλό επέστρεφε εκεί διαρκώς. Η απομάκρυνση από την ανάγνωση ενίοτε ξεθωριάζει τη λάμψη ενός βιβλίου, συμβαίνει συχνά, ο καιρός περνά και το βιβλίο εκείνο δεν μοιάζει τόσο λαμπερό όσο τη στιγμή της ανάγνωσης, βιβλία-πυροτεχνήματα, συμβαίνει ενίοτε όμως και το ανάποδο, το πέρας του χρόνου να εντείνει την αίσθηση της λαμπρότητας, τότε το βιβλίο, αργά και σταθερά, στα σκοτεινά, διαπλατύνει το εμβαδόν του μέσα μου, ο νους επανέρχεται σε εκείνη την αίσθηση, την επιζητά ξανά, δεν είναι απλό να αποδείξεις το γιατί συμβαίνει αυτό, απλώς συμβαίνει και είναι όμορφο και άρα καλώς συμβαίνει, τέτοιο ήταν το βιβλίο της Ντραμπλ, ολοένα και αύξανε το χώρο του μέσα μου, και ας θυμάμαι ελάχιστα πράγματα, και τι με αυτό, το Μωρό από ατόφιο χρυσάφι επέμενε να επανέρχεται ξανά και ξανά, έψαξα και βρήκα τα Φωτεινά μονοπάτια, ήταν ακόμα καλοκαίρι, η κατεξοχήν εποχή των μεγάλων αφηγήσεων, του ελεύθερου χρόνου, του απαλλαγμένου από τις διασπάσεις της ψηφιακής καθημερινότητας.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες ένα αίσθημα φιλόξενο εμφανίστηκε, καθησυχαστικά οικείο, άριστος προπομπός των πεντακοσίων σελίδων που με περίμεναν, το καταφύγιο, η παράλληλη πραγματικότητα.

Τελευταία μέρα του 1979, το τέλος μιας δεκαετίας, ένα πρωτοχρονιάτικο πάρτι, τρεις φίλες που παρά τις αναποδιές και τις εκπλήξεις της ζωής διατηρούν τον δεσμό που πέταξε τις πρώτες του ρίζες στα φοιτητικά χρόνια, τότε που όλα έμοιαζαν δυνατά, κάτι το υποσχόμενο έδειχνε να ανατέλλει στο βάθος του ορίζοντα, μια προσμονή αόριστη, ασχημάτιστη, συνοδευόμενη από απλά σκίτσα και γενικόλογη ευχολογία, μια προσμονή που δεν είναι απλό και ακριβές να ισχυριστεί κανείς πως δεν υλοποιήθηκε ή πως όλα, όπως συνηθίζουμε βιαστικά να λέμε, εξελίχθηκαν εντελώς διαφορετικά και επιπλέον ανάποδα, αφού κάτι τέτοιο προϋποθέτει ένα δεδομένο σχέδιο, υπολογισμένο με ακρίβεια, μια αντιπαραβολή στη θέα της οποίας να μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως καμία σχέση δεν έχει με την υλοποίησή του. Και ίσως κάποιος επισημάνει την ανατολή μιας εποχής ιδιωτείας, την απομάκρυνση από το συλλογικό, να το ατομικό, να οι δυνατότητες, να και η παγίδα, όμως, ίσως να πει, με μια διάθεση επικριτική, γυρεύοντας την πρώτη σπορά του κοινωνικού μετασχηματισμού, επιδιώκοντας να αιτιολογήσει το πώς φτάσαμε εδώ, διόλου ξαφνικά και τυχαία δεν συνέβη όλο αυτό, θα προσθέσει με κάποιο σκεπτικισμό, χωρίς διάθεση να χαϊδέψει αυτιά και συνειδήσεις, χωρίς όμως και να κατηγορεί αυστηρά αμελώντας τα δεδομένα ανεπαρκή ανθρώπινα μέτρα.

Αν επιχειρούσα μια ανασύσταση της τότε αναγνωστικής εμπειρίας, τότε η φράση κλειδί θα ήταν η εγκεφαλική γυναικεία γραφή, ο τρόπος, όπως ανακαλώ το συναίσθημα, της Ντραμπλ να παίρνει χρόνο και απόσταση από τα πράγματα, να τα παρατηρεί επίμονα, να αναμειγνύει την προώθηση της πλοκής με τη θεωρία, όχι με αυστηρούς όρους αιτίου αιτιατού, κάτι το οποίο θα την απομάκρυνε από τη λογοτεχνική αρένα και εδώ έχουμε να κάνουμε με λογοτεχνία υψηλής στάθμης. Αναπολώντας το παρελθόν, το κοντινό δικό μας αλλά και το πιο μακρινό, ένα από τα βασικά νοσταλγικά λάφυρα είναι η βραδύτητα, τότε, συνηθίζουμε να λέμε, ο χρόνος κυλούσε διαφορετικά, πιο αργά, πιο ποιοτικά, προσφέροντας το απαραίτητο περιθώριο, το οποίο πλέον στερούμαστε. Αυτό το λάφυρο είναι επίπλαστο, παρότι είναι μια από τις απολαύσεις που η εκ των υστέρων αφήγηση χαρίζει. Το ακίνητο πια παρελθόν, το κινούμενο παρόν, το άγνωστο μέλλον. Είναι λάφυρο κάθε εποχής, ακόμα και το κυριολεκτικό χτες κινήθηκε, με σημείο παρατήρησης το σήμερα, αργά, τα πάντα εκεί μοιάζουν, ίσως και να είναι, τακτοποιημένα.

Η Ντραμπλ γράφει ένα μυθιστόρημα που αφηγηματικό παρόν, παρά τις εκτενείς παρελθοντικές αναλήψεις, έχει τη δεκαετία του '80, τα Φωτεινά μονοπάτια κυκλοφορούν το 1987. Είναι ένα πλεονέκτημα που ο λογοτέχνης, αντίθετα με τον ιστορικό, διαθέτει. Μπορεί να μιλήσει για το σήμερα, μπορεί να το κάνει καλά ή κακά, αλλά αυτό είναι παρεπόμενο στάδιο. Η Ντραμπλ πέρα από μια ενδιαφέρουσα πλοκή, ένα άθροισμα από υποπλοκές για την ακρίβεια, εκείνο το σημαντικό που πετυχαίνει είναι αυτή η διαπραγμάτευση του χρόνου, αφού μαεστρικά καταφέρνει κάτι που φαινομενικά μοιάζει παράδοξο και ίσως αδύνατο, και αυτό είναι να αναδείξει την ταχύτητα των αλλαγών παίρνοντας απόσταση, σταματώντας και παρατηρώντας εκ του σύνεγγυς, μετατρέποντας σε πλεονέκτημα το μειονέκτημα της εκ των υστέρων θέασης των γεγονότων, του ο γέγονε γέγονε, αυτό, μας υπενθυμίζει λογοτεχνικά, είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε απέναντι στο παρελθόν, να το παρατηρήσουμε, να το αποσυναρμολογήσουμε, να το κάνουμε μικρά θραύσματα ώστε να δούμε πώς διαμορφώθηκε, πώς μας έφερε εδώ, αυτό, λέει, είναι ο μοναδικός τρόπος να εκτρέψουμε τη ροή των γεγονότων, μόνο αν κατανοήσουμε πού χάθηκε ξανά και ξανά η παρτίδα, μόνο τότε ίσως να έχουμε μια ευκαιρία για μια ακόμα ζαριά, αυτή τη φορά με δικά μας τα πειραγμένα ζάρια.

Και η λογοτεχνία, με τον φακό εστιασμένο σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, η καλή λογοτεχνία, για να είμαι ακριβής, αυτό που κάνει είναι να περικλείει το ευρύτερο συλλογικό στο ατομικό, όχι το συνολικά συλλογικό, αυτό θα ήταν κάτι το αφελές ακόμα και να το σκεφτεί κανείς, για την ακρίβεια είναι ο πολιτικός τρόπος σκέψης, η περίκλειση του συνολικού υπό το καθεστώς της επιθυμίας των ελάχιστων, η Ντραμπλ, για να επανέλθουμε στην καλή λογοτεχνία, μέσα από τα αφηγηματικά πρόσωπα, δεν επιθυμεί, δεν τολμάει καν να συμπεριλάβει και να μιλήσει εξ ονόματος του συνόλου της κοινωνίας, δεν αποκρύπτει τα προνόμια, ακόμα και αν αυτά δεν είναι τα μεγαλύτερα υπαρκτά, τρεις γυναίκες τη δεκαετία του ογδόντα, άλλωστε, παρά το όποιο προνόμιο διαθέτουν, δεν παύουν να βρίσκονται σε δύσκολη θέση, έναντι των αντρών του κύκλου τους, για παράδειγμα, και αναδεικνύοντας αυτά τα προνόμια, περισσότερο από τα μη προνόμια, καταφέρνει να ανοίξει αρκετά την κοινωνική βεντάλια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού είναι ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνονται εντός του μυθιστορήματος οι απεργίες των ανθρακωρύχων ενάντια στο δεν υπάρχει εναλλακτική της θατσερικής περιόδου. Η απόσταση από εκείνη την πραγματικότητα, η αφελής εμπλοκή των ανώτερων τάξεων ωθούμενων από έναν ιδεαλισμό κάπως γραφικό, αλλά και η σημασία στη διαμόρφωση της γενικότερης εικόνας του κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού σκηνικού, γίνονται με έναν τρόπο έξοχο, όχι μόνο λογοτεχνικά αλλά και πολιτικά, αν και όχι στείρα στρατευμένο, κάπου στο βάθος της σκηνής. Η λογοτεχνία της Ντραμπλ λειτουργεί θαυμαστά ως γέφυρα του χτες, θα αναφέρω χαρακτηριστικά τη Γουλφ, και του σήμερα, που όχι απλώς την προοικονομεί αλλά τη φωτίζει με τρόπο τέτοιο που αφαιρούνται οι όποιες σκιές τις αποδίδονται περί ατομισμού και έλλειψης οικουμενικού χαρακτήρα. Η σύγχρονη λογοτεχνία ιδωμένη στο τώρα αδυνατεί, ακόμα και αν δεν το επιδιώκει, να αποκρύψει τον κοινωνικό επιμερισμό, δεν μπορεί, ίσως και να μη θέλει κιόλας, να μιλήσει εξ ονόματος του συνόλου, αυτό το οποίο κάνει, καλά ή όχι είναι άλλη συζήτηση, είναι να τοποθετεί το άτομο εντός του συνόλου και αυτό, συγγνώμη κιόλας, μόνο ιδιωτεία δεν είναι κατά τη γνώμη μου. Άλλωστε και εμείς οι αναγνώστες εντός του ευρύτερου αυτού συνόλου βρισκόμαστε, αδυνατώντας να έχουμε ανεμπόδιστη και πανοπτική θέα και γνώση του συνόλου αυτού, ο μικρόκοσμός μας δεν είναι ο κόσμος όλος, αυτό αρκετοί το ξεχνάνε, επίτηδες ή από ηλιθιότητα, μικρή σημασία έχει.

Επιγραμματικά: η Ντραμπλ δεν επιδιώκει να αποτυπώσει με ακρίβεια και πληρότητα το πρώτο μισό της δεκαετίας του ογδόντα, αυτό ούτε η πιο καλή θεωρία, χρόνια μετά, δεν θα μπορέσει να το κάνει με τρόπο πλήρως συμπεριληπτικό, αυτό που κάνει, και το κάνει περίφημα, είναι μέσα από τα τρία κύρια πρόσωπα της πλοκής να το περιδιαβεί μέσα από το ατομικό και έτσι να αναδείξει τις αντιφάσεις και την πολυπλοκότητά του.

Κάπου έχω και το Ο καταρράκτης, το τρίτο βιβλίο αυτής της σπουδαίας συγγραφέα, πρέπει να το εντοπίσω γιατί σίγουρα η ανάμνηση της ανάγνωσης αυτής θα μου επιβάλλει την ανάγνωσή του. Για το Μωρό από ατόφιο χρυσάφι έγραφα, τότε, αυτό.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Βούλα Μαργαρίτη
Εκδόσεις Νεφέλη

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Εξομολογήσεις - Sergio Blanco

Τρεις διαλέξεις αυτομυθοπλασίας περί έρωτος, βίας και θανάτου.

Πέρυσι είχα δει το Μια άλλη Θήβα στο θέατρο, δεν συγκράτησα τότε επαρκώς το όνομα του συγγραφέα, έκανα τη σύνδεση αφού είχα πιάσει το βιβλίο στα χέρια μου, εκείνη η παράσταση μου είχε αρέσει αρκετά. Μου το επισήμαναν το βιβλίο αυτό, το είχα προσπεράσει με ελαφριά καρδιά όταν είχα δει πως κυκλοφόρησε. Όπως συνηθίζει να συμβαίνει, οι λίγες σελίδες που πρόλαβα να διαβάσω όταν έπιασα το βιβλίο αυτό στα χέρια μου, διασάλευσαν τον όποιο προγραμματισμό.

Ήταν η πρώτη σελίδα για την ακρίβεια, η εισαγωγή, εκεί που ο Μπλάνκο αναφέρεται στην ανάθεση που του έγινε, εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο δούλεψε, την έλξη που του άσκησε αυτή η συνύπαρξη της διάλεξης — που πρέπει να ανταποκρίνεται στις αρχές της αντικειμενικότητας, της σαφήνειας και της ακρίβειας μέσω ενός λόγου διατεταγμένου— και της αυτομυθοπλασίας —που συνίσταται στο να λες ψέματα για την αλήθεια σχετικά με τον εαυτό σου. Αυτό το υβρίδιο τον συνεπαίρνει, αυτό που δεν είναι ούτε μόνο το ένα, ούτε μόνο το άλλο.

Ένιωσα πως αυτό το υβρίδιο με αφορά, τόσο ως κατασκευή, όσο και ως θεωρία, πατούσε σε πράγματα που συνεχίζουν να με απασχολούν ενώ το παρόν ιστολόγιο συμπλήρωσε τα δέκατα έκτα γενέθλιά του, αυτό το υβρίδιο γραφής ανάμεσα στο δοκίμιο, ένα κείμενο περί ενός βιβλίου, και το αυτομυθοπλαστικό, το εγώ μου μέσα στη διαδικασία της ανάγνωσης, ένα σημείο τομής δύο επικρατειών, διακριτών πλην ωστόσο συγγενών, άρρηκτα με τα χρόνια συνδεδεμένων. Δεν το ένιωσα αυτό με την απλοϊκότητα της σκέψης: να, ένας περισπούδαστος, τα λέει. Όχι, σε καμία περίπτωση. Διαβάζω, συνειδητοποίησα πρόσφατα, γιατί έχω ανάγκη την πολυμέρεια και την πολυσημία που η ανάγνωση μου χαρίζει ως οπτική ενός κόσμου που για χρόνια ήταν ασφυκτικά μονοσήμαντος, άρα ίσως και για τους ίδιους λόγους, σε διαφορετική εκδοχή, να γράφω εδώ.

Ένας δημιουργός με τη σκευή και το ταλέντο στη χρήση του λόγου, όπως ο Μπλάνκο, ποιότητες που δύναται να διακριθούν παρά την σε μεγάλο βαθμό άγνοιά μου για το σύνολο του έργου του, αντιμετωπίζει την πρόκληση, που ο ίδιος σχημάτισε, της υβριδικής συνύπαρξης μιας διάλεξης σε πλαίσιο αυτομυθοπλαστικό ή το ανάποδο, όπως προτιμάτε. Η αυτομυθοπλασία που σε λογοτεχνικό επίπεδο ολοένα και επικρατεί, στην παραγωγή της μα και στις αναγνωστικές μου επιλογές, έρχεται εδώ να αποκτήσει ένα πρακτικό θεωρητικό υπόβαθρο, μια διάλεξη και επί αυτού πέρα των άλλων. Και είναι αυτή η υβριδική μορφή που επιτρέπει στις τρεις διαλέξεις να λειτουργήσουν, τουλάχιστον σε αναγνωστικό επίπεδο, για το θεατρικό δεν έχω άποψη ή επαρκή σκευή, ως μια παρουσία στο γραφείο εργασίας του δημιουργού, του κατασκευαστή, καλύτερα έτσι, εκεί που τα κομμάτια μπαίνουν σιγά σιγά στη θέση τους, εκεί που οι σκόρπιες σκέψεις και σημειώσεις παρίστανται τόσο ως οργανικό μέρος της διάλεξης όσο και ως κατασκευαστική διαδικασία, ένα αποτέλεσμα προκλητικά γοητευτικό στα μάτια μου.

Σκέφτηκα, ένα μυαλό που συχνά πυκνά αναζητά λογοπαίγνια, την αυτοκριτική. Ίσως, σκέφτηκα, έτσι να μπορώ να συνυφάνω το δικό μου υβρίδιο, να είναι αυτός ο δικός μου υπότιτλος στην περιγραφή του μπλογκ πάνω και αριστερά στην οθόνη, κάτω από την ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός μονοπατιού, αν ποτέ αποφασίσω να την αλλάξω. Ένας χώρος αυτοκριτικής, ίσως αυτό να γράψω, στη θέση του Για ο,τι είδα, διάβασα και άκουσα.

Στην κατασκευή, εκτός από τα γεγονότα της ζωής, τα ταξίδια, τους εραστές, τα φιλιά, τους φίλους, την οικογένεια, τον έρωτα, τον θάνατο και τη βία, υπάρχουν και η ανάγνωση, η ακρόαση και η θέαση, οι διακειμενικές αναφορές, τα θραύσματα που σημειώνει κανείς καθώς περιδιαβαίνει την επικράτεια της τέχνης, το μπούνκερ της ύπαρξης, επιτρέψτε μου να πω. Και αυτά τα διακειμενικά δάνεια, ο τρόπος ανάληψης και χρήσης τους, ήταν εκείνα που πέρα από τη θεωρία της ανάγκης να επινοήσει κανείς τον ίδιο του τον εαυτό, ανάγκη παμπάλαια, πριν αναδυθεί ως είδος η μυθοπλασία του εαυτού, ανάγκη καθοριστική, η ανάγκη πίσω από το κάθε κείμενο, η επινόηση αλλά και η κατανόηση, η αναζήτηση του ποιος είμαι, ποιος θέλω να είμαι, ποιος φοβάμαι πως είμαι, πίσω από κάθε νήμα που η περιδιάβαση αυτή προσφέρει απλόχερα, το παγόβουνο κάτω από έναν ελάχιστο παγωμένο όγκο του μου άρεσε/δεν μου άρεσε ή της φιλολογικής/κριτικής απόλυτης μιας αλήθειας, ενός νοήματος, μιας ετυμηγορίας. Αυτού που ένα δοκίμιο, ένα κριτικό κείμενο νιώθω πως είναι, εκτός και αν, όπως στην περίπτωση του Μπλάνκο και των τριών διαλέξεών του, λειτουργήσει ως καθοριστικό πλήγμα στον ίδιο του τον εαυτό, στην ίδια την κατασκευή, τοποθετώντας στην ταράτσα μια τεράστια πινακίδα: εγώ έτσι το υλοποίησα. Ένα εγώ που επιτρέπει και σε άλλα εγώ να υπάρξουν ή, καλύτερα, ένα εγώ που αποδέχεται το απλό μα συχνά τόσο δύσκολο: πως υπάρχουν και άλλα εγώ· πως ο κόσμος είναι μια σύνθεση όλων αυτών των εγώ.

Μόνο του αυτό: Οι Εξομολογήσεις απαντούν στο ερώτημα: τι με ενδιαφέρει εμένα η ζωή του κάθε Μπλάνκο, πόσο μάλλον του καθένα. Δεν σε ενδιαφέρει η ζωή εκείνου. Η αντανάκλαση του εαυτού σου στο κείμενο, ίσως αυτή, ναι, να σε ενδιαφέρει. 

Διάβασα το βιβλίο αυτό, τους τρεις αυτούς υβριδικούς θεατρικούς μονολόγους, γοητεύτηκα, σκέφτηκα και αναγνώρισα διάφορα, σε μερικά ήδη αναφέρθηκα, παρότι, μέρος της συγκεκριμένης κατασκευής, αναπόφευκτα είναι μέρος της η αμφιθυμία να γράψω ή όχι ένα κείμενο με αφορμή το βιβλίο αυτό. Με αρκετή εγωκεντρικότητα και πάντοτε αναλογικά, ένιωσα πως με κάποιο τρόπο είχα την υποχρέωση να γράψω το κείμενο αυτό, όχι, τώρα το σκέφτομαι καλύτερα, απέναντι στο βιβλίο του Μπλάνκο, αλλά απέναντι στην πρόκληση που ένιωσα εγώ ο ίδιος, την πρόκληση της αυτοκριτικής, το σημείωμα αυτού του όρου σε αυτό το χρονικό σημείο της πορείας.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Δέσποινα Σαραφίδου
Εκδόσεις Ροές 

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Μυστικά δωμάτια - Luis Jorge Boone

Τα δοκίμια συνήθως χάνουν από τη μυθοπλασία. Πάντοτε κάποιο υπάρχει στο κομοδίνο ή στο τραπέζι δίπλα στον καναπέ, σε απόσταση βολής από τις πλέον συνήθεις θέσεις ανάγνωσης. Πάντοτε, ή σχεδόν πάντοτε, σε κάποιο αναγνωστικό κενό, μεταξύ βιβλίων, ή όταν κάποια ανάγνωση δεν τραβάει, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, η επιθυμία, ενίοτε με τον μανδύα της υποχρέωσης —παρέα με το ερώτημα: τι μπορεί να είναι εκείνο που από τα βάθη γεννά το αίσθημα της υποχρέωσης—, να διαβάσω ένα δοκίμιο, συνήθως σχετικό με τη θεωρία της λογοτεχνίας ή γύρω από κάποιο θέμα που με απασχολεί ή μοιάζει ικανό να με απασχολήσει. 

Αυτή η υποχρέωση, ή επιθυμία —για να μείνω σταθερός στην παραπάνω περίοδο—, ήταν που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να κάνω το μεταπτυχιακό πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής πριν από κάποια χρόνια, αυτή ωστόσο είναι μια άλλη, αρκετά περίπλοκη, ιστορία. Όπως και να έχει, τα δοκίμια συνήθως χάνουν από τη μυθοπλασία, που με αποπλανά και με τραβάει κοντά της με τα κάλλη και τις απολαύσεις που υπόσχεται και προσφέρει.

Ενίοτε, προς υπεράσπιση του εαυτού μου, κάπως η υποχρέωση εδώ υπερτερεί, προβαίνω σε ένα εύκολο παιχνίδι και λέω: κάποιοι προτιμούν να διαβάζουν για τη λογοτεχνία και κάποιοι άλλοι προτιμούν να διαβάζουν λογοτεχνία. Επιχείρημα χαμηλής στάθμης, το παραδέχομαι, ένα λεκτικό παιχνίδι κενό. Και όμως το λέω. Λέω κάτι ακόμα, πως διαχωρίζω την ανάγκη να γνωρίσω από την ανάγκη να μάθω, ανάγνωση βέρσους διάβασμα, να ένα ακόμα λεκτικό παιχνίδι.

Η λογοτεχνικότητα ενός δοκιμίου, κάτι που στην εποχή που το αυτό λαμβάνει θέση και μπροστά από το δοκίμιο, εκτός από τη λογοτεχνία, είναι ακόμα πιο σύνηθες να συμβαίνει, σίγουρα με βοηθάει, ασκώντας αποπλάνηση και έλξη.  Στα υβρίδια βρίσκω τον εαυτό μου. Υβρίδια γιατί πατούν σε δύο βάρκες, η σανίδα που τις κρατά σταθερά ζευγάρι είναι η αγάπη για τη λογοτεχνία, το πάθος, ο συγγραφέας αναγνώστης, που δεν νιώθει άνετα μόνο στον έναν ή τον άλλο ρόλο, που νιώθει πως χρωστάει πολλά στον ποταμό, εκεί που έμαθε, έπαιξε, ξεδίψασε και είδε τον μονοσήμαντο κόσμο να διαλύεται. Τα βιβλία αυτά διακρίνονται από το πάθος για την ανάγνωση. Αυτή είναι η κοινή επικράτεια που απλώνεται αναμεταξύ μας.

Να μια κατηγορία δοκιμίου, όχι σκληρά ακαδημαϊκού, αλλά μη μυθοπλαστικό σίγουρα, που ξεγελά την όποια άμυνα. Αυτή η προσδοκία γεννήθηκε όταν έπιασα στα χέρια μου τα Μυστικά δωμάτια του Λουίς Χόρχε Μπόνε, με τον υπότιτλο: Περί ασθένειας, πόνου και σώματος στη λογοτεχνία.

Αν θέλω, που θέλω, να είμαι ειλικρινής, ο υπότιτλος παρέα με προσδοκίες ύψωσε και τείχη φόβου, φόβου πως σε μια εποχή που το βιβλίο-φάρμακο κυριαρχεί ως λογοτεχνική τάση, με δεκάδες τίτλους να κυκλοφορούν κάθε χρόνο, ιδιαίτερα από χώρες της Άπω Ανατολής, με τον βιβλιοπώλη-φαρμακοποιό να πρωταγωνιστεί. Και επειδή άνθρωπος είμαι και αδυναμίες ένοχης απόλαυσης έχω, το πρόβλημά μου με τη συγκεκριμένη κατηγορία δεν είναι τόσο το όχι υψηλό λογοτεχνικό επίπεδο, αλλά ο ευκαιριακός, κοελικός τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται η ανάγνωση και η λογοτεχνία εν γένει, αυτή η αφελής σκέψη πως το διάβασμα κάνει καλό, με τον τρόπο ενός προσωπικού προπονητή αυτοβελτίωσης σε ρόλο συγγραφέα. Καθόλου πάθος δεν ενυπάρχει σε αυτές τις απόπειρες, και για το απαραίτητο πάθος τα είπαμε κιόλας.

Στο πάθος έγκειται η βασική διαφορά που καθιστά τα Μυστικά δωμάτια ένα απολαυστικό ανάγνωσμα. Ο Μπόνε, συγγραφέας ποίησης και λογοτεχνίας, έχει πάθος με τη λογοτεχνία, με την ανάγνωση εν γένει.

Και αν μπορεί κανείς εύκολα να ισχυριστεί πως ο κεντρικός άξονας του παρόντος βιβλίου είναι μια ανθολόγηση της σχετικής λογοτεχνίας, μια διάθεση να παντρευτεί το ενδοκειμενικό με τις εξωκειμενικές συνθήκες, το τι έγραψαν και το τι έζησαν στα παρασκήνια οι συγγραφείς, μια λίστα με ονόματα γνώριμα και άλλα προς περαιτέρω διερεύνηση —να ένα κακό, η λίστα ολοένα και μεγαλώνει—, ο τρόπος, εν συντομία, με την οποία το βίωμα γίνεται λογοτεχνία, υπάρχει ο κίνδυνος να μην διαφανεί εκείνο που κατά τη γνώμη καθιστά τα Μυστικά δωμάτια ένα δυνατό δοκίμιο, ένα παράγωγο σκέψης, που ξεπερνά τα όρια της απλής ανθολόγησης και της παράθεσης διακειμενικών αναφορών, και έχει να κάνει με μια αναρώτηση αρκετά πιο πέρα από το πώς το βίωμα περνάει στις σελίδες ενός βιβλίου, αλλά σχετίζεται με τη διερεύνηση του αν το παράγωγο αποτελεί λογοτεχνικό προϊόν αξιώσεων ή αν μένει και λιμνάζει σε μια προσωπική ανάγκη ανακούφισης μέσω της γραφής.

Ο Μπόνε δεν το φέρνει αυτό σε πρώτο επίπεδο, εκεί αφήνει τα νήματα, τα βιβλία και τους συγγραφείς, ανθολογεί, χωρίς ωστόσο να βαυκαλίζεται περί των αναγνωστικών του περγαμηνών, δεν λέει τι γαμάτος που είμαι που τα έχω διαβάσει όλα αυτά, αντίθετα, μάλλον, αφήνει να διαφανεί η μεγάλη παραδοχή, καθοριστική για τη ζωή του κάθε αναγνώστη, πως δεν υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος για μια πλήρη και καθολική εποπτεία, πως δυνατό αναγνώστη σε κάνουν τα βιβλία που επέλεξες να μην διαβάσεις προσφέροντας τον διαθέσιμο χώρο σε άλλα, που για τον έναν ή τον άλλο λόγο τα θεώρησες πιο επείγοντα αναγνώσματα.

Ο συγγραφέας-αναγνώστης-μελετητής διερευνά ανάμεσα στις γραμμές, με έναν τρόπο αυστηρό και φροντιστικό ταυτόχρονα, διαβάζει ξανά και ξανά τα βιβλία στα οποία αναφέρεται, διερευνά με τον ήπιο τρόπο του, παραθέτοντας αποσπάσματα ή σχολιάζοντας κάτι φαινομενικά άσχετο με τα βιβλία αυτά, και αυτός ο τρόπος —η πρόθεση ή η φιλοδοξία— έρχεται να ενδύσει τα Μυστικά δωμάτια με περαιτέρω αξιώσεις —ή και να το καταστήσει ακόμα-ακόμα— δοκίμιο πέρα από τον ορίζοντα του προβληματικού αυτοδοκιμίου. Έτσι, πετυχαίνει δύο στόχους: ένα απολαυστικά γοητευτικό ανάγνωσμα, μια περιδιάβαση σε αναγνωστικά τοπία, που κάθε αναγνώστης λαχταρά, η κουβέντα για τη λογοτεχνία, τι πιο ωραίο θέμα συζήτησης, ιδιαίτερα όταν ο συνομιλητής σου διαθέτει το πάθος, ενώ, ταυτόχρονα, ξεπερνά τους όποιους περιορισμούς μια ανθολόγηση διαθέτει, πηγαίνοντας αρκετά πέρα από το απλό γιατί επέλεξε αυτά τα παραδείγματα, δοκιμάζοντας να δώσει πιθανές απαντήσεις ή ενδείξεις, σίγουρα όχι βεβαιότητες, κανένας αναγνώστης δεν θα κατέφευγε στην απομάγευση του αυστηρού αιτιοκρατισμού, αυτό το μαγικό και εν μέρει ανεξήγητο είναι που τον καθηλώνει, άλλωστε, στο πώς το προσωπικό γίνεται λογοτεχνία, στο γιατί μια ατομική ιστορία/τραύμα/βίωμα/έρωτας/απώλεια/προσθέστε ό,τι άλλο θέλετε μας αφορά. Τι είναι αυτό που κάνει, για παράδειγμα, τη γραφή της Ερνό να ξεχωρίζει λογοτεχνικά ή γιατί η Ντιντιόν με το Η χρονιά της μαγικής σκέψης συνεισφέρει στο ποτάμι της ανθρώπινης εμπειρίας.

Ο Μπόνε αποκλείεται, μετά βεβαιότητας το λέω, να διέθετε εξ αρχής μόνο επιστημονικό/ακαδημαϊκό/μελετητικό ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία της ασθένειας, του πόνου και του σώματος. Η προσωπική/συναισθηματική/υπαρξιακή ανάγκη προηγήθηκε και μόνο αργότερα απέκτησε σώμα με κοινά χαρακτηριστικά. Αυτή ήταν και η φοβία μου άλλωστε, η υποψία αυτή. Αναρωτιόμουν αν θα πετύχαινε να υπερκεράσει τους περιορισμούς της απλής προσωπικής ανάγκης, αν τα Μυστικά δωμάτια θα είχαν περαιτέρω αξιώσεις. Τώρα ξέρω, και ας μην είμαι απόλυτα σίγουρος για το πώς το πέτυχε, κάτι που ελάχιστη σημασία έχει.

Τα Μυστικά δωμάτια είναι το δεύτερο βιβλίο μιας πολλά υποσχόμενης σειράς που επιμελείται ο Δημήτρης-Χρυσός Τομαράς για τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, είχε προηγηθεί το Οκτώ Άγγλοι Δοκιμιογράφοι.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Το Μαγικό Βασίλειο - Russell Banks

Ο αχός της χριστουγεννιάτικης εκδοτικής θύελλας κατακάθισε· σιγά-σιγά εμφανίζονται καινούρια βιβλία, το νερό στον μύλο της παραγωγής συνεχίζει να κυλάει. Οι εκδόσεις Πόλις, σε καλή μετάφραση της Άννας Μαραγκάκη, κυκλοφόρησαν αυτό που έμελλε να είναι το τελευταίο μυθιστόρημα του Ράσελ Μπανκς, Το Μαγικό Βασίλειο. Μια γενιά συγγραφέων, γεννημένων στα πέριξ του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αποχωρεί, οι εργογραφίες κλείνουν, τα βιβλία τους, ευτυχώς, μένουν.

Σε μια περίοδο που το αυτομυθοπλαστικό θεριεύει και κυριαρχεί στην αφήγηση, μοιάζει κάπως παλιακή η δήλωση πως το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και κάθε ομοιότητα με πρόσωπα υπαρκτά είναι τυχαία και συμπτωματική. Δεδομένης της σύμβασης αυτής, ο συγγραφέας Ράσελ Μπανκς θα εντοπίσει στη Βιβλιοθήκη εις Μνήμην των Βετεράνων Πολέμου κάποιες μπομπίνες, προσεκτικά τυλιγμένες με ζελατίνα. Πάνω στο περιτύλιγμα ήταν γραμμένο: Το Μαγικό Βασίλειο. Εκφωνητής ο Χάρλεϊ Μαν, γεννημένος το 1890, απεβίωσε το 1972 λίγο αφότου τελείωσε την ηχητική καταγραφή της ιστορίας του. Με τη συνδρομή του συγγραφέα, το απομαγνητοφωνημένο υλικό θα μετατραπεί σε ένα χορταστικό μυθιστόρημα.

Πρόκειται για μια ιστορία ενηλικίωσης. Ο Χάρλεϊ, ενήλικας πια, βρέθηκε κάτοχος μιας τεράστιας έκτασης στη Φλόριντα, νότια του Ορλάντο και δυτικά της λίμνης Οκιτσόουμπι, εκεί που πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας, στην αυτόνομη κοινότητα των Σέικερς, όπου εκείνος και τα τέσσερα αδέρφια του βρήκαν καταφύγιο μετά τον θάνατο του πατέρα. Είναι μια περίοδος, τα τέλη του 19ου και οι αρχές του 20 αιώνα, που διάφορες αυτόνομες κοινότητες αναπτύσσονται από άκρη σε άκρη της αμερικανικής επικράτειας, με έντονο το στοιχείο του κομμουνισμού, άλλες με λιγότερο και άλλες με περισσότερο κυρίαρχη τη θρησκεία. Στο μέρος εκείνο υπάρχει πια το θεματικό πάρκο της Walt Disney. Εκπρόσωποι της οποίας ξεγέλασαν τον Χάρλεϊ, υποσχόμενοι πως στα συμβόλαια μεταβίβασης θα υπάρχει δια βίου ο όρος της μη κατάτμησης της έκτασης, με αυτό τον όρο εκείνος δέχτηκε να απολέσει τον τόπο που τόσο καθοριστικός υπήρξε για την ενήλικη ζωή του.

Έχουμε, λοιπόν, μια κατά δήλωση του ίδιου του συγγραφέα μυθοπλαστική σύνθεση, την αφήγηση του Χάρλεϊ, στενά ωστόσο συνδεδεμένη με την υπαρκτή καπιταλιστική μεταμόρφωση ενός τόπου, ανάμεσα σε τόσους άλλους, εκεί όπου μια δράκα ανθρώπων, υπό την καθοδήγηση άλλων εμπνευσμένων, δοκίμασαν ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, κάτι που σήμερα μοιάζει μακρινό, σε κάποιους γελοιωδώς αφελές και σε άλλους μια χαμένη εναλλακτική ενός κόσμου ολοένα και πιο ζοφερού.

Ο πυρήνας του μυθιστορήματος είναι ξεκάθαρα πολιτικός. Ο Μπανκς αποδεικνύεται για ακόμα μια φορά ιδιαιτέρως ευφυής στη σύλληψη και την εκτέλεση, πετυχαίνοντας να μη θυσιάσει το πολιτικό/ρεαλιστικό στο ατομικό/μυθοπλαστικό, αλλά ούτε και το αντίθετο. Πετυχαίνει να μπλέξει αρμονικά και λειτουργικά τα δύο. Δίνοντας τον λόγο στον Χάρλεϊ, σε πρώτο πρόσωπο, ενισχύει το κανάλι του προσωπικού, της ατομικής ιστορίας, της ιστορίας του Χάρλεϊ, μέσα από την οποία ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με μια αρκετά απομακρυσμένη συνθήκη οργάνωσης και διαχείρισης του βίου. Ο,τι μας έχει συμβεί αναπόφευκτα φέρει κάτι το προσωπικό ως θεματοφύλακα στη θεωρητική στειρότητα, στην εκ του μακρόθεν κριτική, την υπεράσπιση ή την κατηγόρια μιας συνθήκης όπως εκείνη μέσα στην οποία ο αφηγητής γεννήθηκε και μεγάλωσε, διαφεύγει, με τον τρόπο αυτό, της οποιασδήποτε στενωπού άσπρο-μαύρο, σωστό-λάθος, καθώς όσα συνέβησαν ήταν ζωή. Και το πολιτικό, ο τρόπος με τον οποίο ένας μονόδρομος έχει πια απλωθεί, διαρκώς παρόν, ακόμα και όταν είναι στο παρασκήνιο, όλα όσα συνέβαιναν στον έξω κόσμο δεν άγγιζαν, θαρρείς, την καθημερινότητα των ανθρώπων εκείνων, η σταδιακή διάβρωση και κατάρρευση των εναλλακτικών, με τα όποια πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά τους. Η μετατροπή μιας απόπειρας ευτοπίας σε ένα θεματικό πάρκο.

Ο Μπανκς κατασκευάζει, θα επαναλάβω: ευφυώς, ένα οικοδόμημα σύνθετο, πολλών χώρων και χρήσεων, εντός του οποίου ο αναγνώστης κινείται ανεμπόδιστα, παρότι η επίγευση είναι εκείνη της πικρίας, του αδιεξόδου, του τέλους. Γιατί, ο Μπανκς, δεν συμπεριφέρεται με όρους στείρας διδαχής και στράτευσης, αφήνει τον Χάρλεϊ να πει την ιστορία του, την ώρα που το θεματικό πάρκο υποδέχεται καθημερινά χιλιάδες επισκέπτες, μια απόπειρα πλήξης της λήθης.

Με άνεση και χάρη, σε μια εποχή που η μεγάλη αφήγηση διέρχεται πυρών και κρίσης, ο Μπανκς πετυχαίνει να παραδώσει ένα χορταστικό μυθιστόρημα, που διαβάζεται σε φρενήρη ρυθμό.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Η επαφή μου με τον σπουδαίο Ράσελ Μπανκς, που την χρωστώ στον Κ., ήταν Το γλυκό πεπρωμένο, περισσότερα εδώ, ακολούθησε το υπέροχο Oh, Canada, περισσότερα εδώ, και το δυστυχώς εξαντλημένο American darling, περισσότερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Άννα Μαραγκάκη
Εκδόσεις Πόλις