Τρεις διαλέξεις αυτομυθοπλασίας περί έρωτος, βίας και θανάτου.
Πέρυσι είχα δει το Μια άλλη Θήβα στο θέατρο, δεν συγκράτησα τότε επαρκώς το όνομα του συγγραφέα, έκανα τη σύνδεση αφού είχα πιάσει το βιβλίο στα χέρια μου, εκείνη η παράσταση μου είχε αρέσει αρκετά. Μου το επισήμαναν το βιβλίο αυτό, το είχα προσπεράσει με ελαφριά καρδιά όταν είχα δει πως κυκλοφόρησε. Όπως συνηθίζει να συμβαίνει, οι λίγες σελίδες που πρόλαβα να διαβάσω όταν έπιασα το βιβλίο αυτό στα χέρια μου, διασάλευσαν τον όποιο προγραμματισμό.
Ήταν η πρώτη σελίδα για την ακρίβεια, η εισαγωγή, εκεί που ο Μπλάνκο αναφέρεται στην ανάθεση που του έγινε, εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο δούλεψε, την έλξη που του άσκησε αυτή η συνύπαρξη της διάλεξης — που πρέπει να ανταποκρίνεται στις αρχές της αντικειμενικότητας, της σαφήνειας και της ακρίβειας μέσω ενός λόγου διατεταγμένου— και της αυτομυθοπλασίας —που συνίσταται στο να λες ψέματα για την αλήθεια σχετικά με τον εαυτό σου. Αυτό το υβρίδιο τον συνεπαίρνει, αυτό που δεν είναι ούτε μόνο το ένα, ούτε μόνο το άλλο.
Ένιωσα πως αυτό το υβρίδιο με αφορά, τόσο ως κατασκευή, όσο και ως θεωρία, πατούσε σε πράγματα που συνεχίζουν να με απασχολούν ενώ το παρόν ιστολόγιο συμπλήρωσε τα δέκατα έκτα γενέθλιά του, αυτό το υβρίδιο γραφής ανάμεσα στο δοκίμιο, ένα κείμενο περί ενός βιβλίου, και το αυτομυθοπλαστικό, το εγώ μου μέσα στη διαδικασία της ανάγνωσης, ένα σημείο τομής δύο επικρατειών, διακριτών πλην ωστόσο συγγενών, άρρηκτα με τα χρόνια συνδεδεμένων. Δεν το ένιωσα αυτό με την απλοϊκότητα της σκέψης: να, ένας περισπούδαστος, τα λέει. Όχι, σε καμία περίπτωση. Διαβάζω, συνειδητοποίησα πρόσφατα, γιατί έχω ανάγκη την πολυμέρεια και την πολυσημία που η ανάγνωση μου χαρίζει ως οπτική ενός κόσμου που για χρόνια ήταν ασφυκτικά μονοσήμαντος, άρα ίσως και για τους ίδιους λόγους, σε διαφορετική εκδοχή, να γράφω εδώ.
Ένας δημιουργός με τη σκευή και το ταλέντο στη χρήση του λόγου, όπως ο Μπλάνκο, ποιότητες που δύναται να διακριθούν παρά την σε μεγάλο βαθμό άγνοιά μου για το σύνολο του έργου του, αντιμετωπίζει την πρόκληση, που ο ίδιος σχημάτισε, της υβριδικής συνύπαρξης μιας διάλεξης σε πλαίσιο αυτομυθοπλαστικό ή το ανάποδο, όπως προτιμάτε. Η αυτομυθοπλασία που σε λογοτεχνικό επίπεδο ολοένα και επικρατεί, στην παραγωγή της μα και στις αναγνωστικές μου επιλογές, έρχεται εδώ να αποκτήσει ένα πρακτικό θεωρητικό υπόβαθρο, μια διάλεξη και επί αυτού πέρα των άλλων. Και είναι αυτή η υβριδική μορφή που επιτρέπει στις τρεις διαλέξεις να λειτουργήσουν, τουλάχιστον σε αναγνωστικό επίπεδο, για το θεατρικό δεν έχω άποψη ή επαρκή σκευή, ως μια παρουσία στο γραφείο εργασίας του δημιουργού, του κατασκευαστή, καλύτερα έτσι, εκεί που τα κομμάτια μπαίνουν σιγά σιγά στη θέση τους, εκεί που οι σκόρπιες σκέψεις και σημειώσεις παρίστανται τόσο ως οργανικό μέρος της διάλεξης όσο και ως κατασκευαστική διαδικασία, ένα αποτέλεσμα προκλητικά γοητευτικό στα μάτια μου.
Σκέφτηκα, ένα μυαλό που συχνά πυκνά αναζητά λογοπαίγνια, την αυτοκριτική. Ίσως, σκέφτηκα, έτσι να μπορώ να συνυφάνω το δικό μου υβρίδιο, να είναι αυτός ο δικός μου υπότιτλος στην περιγραφή του μπλογκ πάνω και αριστερά στην οθόνη, κάτω από την ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός μονοπατιού, αν ποτέ αποφασίσω να την αλλάξω. Ένας χώρος αυτοκριτικής, ίσως αυτό να γράψω, στη θέση του Για ο,τι είδα, διάβασα και άκουσα.
Στην κατασκευή, εκτός από τα γεγονότα της ζωής, τα ταξίδια, τους εραστές, τα φιλιά, τους φίλους, την οικογένεια, τον έρωτα, τον θάνατο και τη βία, υπάρχουν και η ανάγνωση, η ακρόαση και η θέαση, οι διακειμενικές αναφορές, τα θραύσματα που σημειώνει κανείς καθώς περιδιαβαίνει την επικράτεια της τέχνης, το μπούνκερ της ύπαρξης, επιτρέψτε μου να πω. Και αυτά τα διακειμενικά δάνεια, ο τρόπος ανάληψης και χρήσης τους, ήταν εκείνα που πέρα από τη θεωρία της ανάγκης να επινοήσει κανείς τον ίδιο του τον εαυτό, ανάγκη παμπάλαια, πριν αναδυθεί ως είδος η μυθοπλασία του εαυτού, ανάγκη καθοριστική, η ανάγκη πίσω από το κάθε κείμενο, η επινόηση αλλά και η κατανόηση, η αναζήτηση του ποιος είμαι, ποιος θέλω να είμαι, ποιος φοβάμαι πως είμαι, πίσω από κάθε νήμα που η περιδιάβαση αυτή προσφέρει απλόχερα, το παγόβουνο κάτω από έναν ελάχιστο παγωμένο όγκο του μου άρεσε/δεν μου άρεσε ή της φιλολογικής/κριτικής απόλυτης μιας αλήθειας, ενός νοήματος, μιας ετυμηγορίας. Αυτού που ένα δοκίμιο, ένα κριτικό κείμενο νιώθω πως είναι, εκτός και αν, όπως στην περίπτωση του Μπλάνκο και των τριών διαλέξεών του, λειτουργήσει ως καθοριστικό πλήγμα στον ίδιο του τον εαυτό, στην ίδια την κατασκευή, τοποθετώντας στην ταράτσα μια τεράστια πινακίδα: εγώ έτσι το υλοποίησα. Ένα εγώ που επιτρέπει και σε άλλα εγώ να υπάρξουν ή, καλύτερα, ένα εγώ που αποδέχεται το απλό μα συχνά τόσο δύσκολο: πως υπάρχουν και άλλα εγώ· πως ο κόσμος είναι μια σύνθεση όλων αυτών των εγώ.
Μόνο του αυτό: Οι Εξομολογήσεις απαντούν στο ερώτημα: τι με ενδιαφέρει εμένα η ζωή του κάθε Μπλάνκο, πόσο μάλλον του καθένα. Δεν σε ενδιαφέρει η ζωή εκείνου. Η αντανάκλαση του εαυτού σου στο κείμενο, ίσως αυτή, ναι, να σε ενδιαφέρει.
Διάβασα το βιβλίο αυτό, τους τρεις αυτούς υβριδικούς θεατρικούς μονολόγους, γοητεύτηκα, σκέφτηκα και αναγνώρισα διάφορα, σε μερικά ήδη αναφέρθηκα, παρότι, μέρος της συγκεκριμένης κατασκευής, αναπόφευκτα είναι μέρος της η αμφιθυμία να γράψω ή όχι ένα κείμενο με αφορμή το βιβλίο αυτό. Με αρκετή εγωκεντρικότητα και πάντοτε αναλογικά, ένιωσα πως με κάποιο τρόπο είχα την υποχρέωση να γράψω το κείμενο αυτό, όχι, τώρα το σκέφτομαι καλύτερα, απέναντι στο βιβλίο του Μπλάνκο, αλλά απέναντι στην πρόκληση που ένιωσα εγώ ο ίδιος, την πρόκληση της αυτοκριτικής, το σημείωμα αυτού του όρου σε αυτό το χρονικό σημείο της πορείας.
υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!






