Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Οι γκερίλλες - Monique Wittig

Προετοιμαζόμουν γι' αυτό το βιβλίο, δεν το ήξερα αλλά συνέβαινε, πάλι τα κλισέ περί ρηγμάτων στον ορθολογισμό, πάλι αυτά, πάλι επίσης πως το κάθε βιβλίο έρχεται την κατάλληλη στιγμή, αλλιώς προσπερνάει και χάνεται καθώς υποχωρεί χαμηλά στη στοίβα, συνέβη (και) με τις Γκερίλλες. Δεν ήταν μόνο το πρότζεκτ Μαργκερίτ Ντυράς που συμβαίνει παράλληλα με ό,τι άλλο διαβάζω από τις αρχές Αυγούστου, ήταν και το νήμα διαμέσου του Αλέν Ρενέ, εκείνος, το Χιροσίμα αγάπη μου για την ακρίβεια, ταινία πάντοτε παρούσα εδώ και χρόνια στο τοπ τρία μου, ήταν υπεύθυνος, σε εισαγωγικά ή όχι, για τη σκέψη/επιθυμία να διαβάσω Ντυράς, τίποτα δικό της δεν είχα διαβάσει, ούτε τον Εραστή που είναι το πλέον δημοφιλές βιβλίο της, ωστόσο, υπάρχει ακόμα μία ταινία του Ρενέ που υπερβολικά αγαπώ και όποτε μπορώ τη βλέπω ξανά και ξανά, το Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ, σε σενάριο Αλέν Ρομπ-Γκριγιέ, που επίσης ποτέ δεν είχα διαβάσει, ένα από τα σημαίνοντα μέλη του Νέου μυθιστορήματος, τον Αύγουστο διάβασα Το σπίτι των ραντεβού.

Πριν ακόμα εκδοθεί, όταν τα δικαιώματα είχαν αγοραστεί και η μετάφραση είχε ανατεθεί, η συζήτηση γι' αυτό το βιβλίο ήταν έντονη, στους κύκλους που συχνάζω τουλάχιστον, το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο των εκδόσεων Εκτός Γραμμής, ο ενθουσιασμός εκδοτών και μεταφράστριας, με ταυτόχρονη επίγνωση των δυσκολιών. Πέρασαν κάποια κύματα, το βιβλίο κυκλοφόρησε, Οι γκερίλλες της Μονίκ Βιττίγκ ήταν μεταξύ μας. Ήθελα πολύ να διαβάσω το βιβλίο αυτό, όσα άκουγα από άτομα με τα οποία νιώθω αναγνωστική συγγένεια επέτειναν την επιθυμία αυτή, τη μεγιστοποιούσαν, άγνωστο γιατί, θα μπορούσα να δοκιμάσω κάποιες πιθανές αιτίες, δεν έχει νόημα τώρα, ωστόσο, ανέβαλλα διαρκώς την ανάγνωση, το ένα ή το άλλο βιβλίο έκοβε πρώτο το νήμα. Και όσο ανεξήγητα το ανέβαλλα, άλλο τόσο το έπιασα στα χέρια μου, ήταν Παρασκευή και διάλεγα βιβλίο, από την πρώτη σελίδα ένιωσα πως προετοιμαζόμουν γι' αυτό το βιβλίο, δεν το ήξερα αλλά συνέβαινε.

Και με κάποιο τρόπο η συνειρμική σκέψη, οι αόριστα δοσμένοι χαρακτήρες, η ποιητικότητα, εκείνο που διαρκώς διέφευγε είχε γίνει κομμάτι των παράλληλων διαβασμάτων μου. Όταν κάποιος συνηθίζει να γράφει για τα βιβλία που διάβασε, αυτό κάνω εγώ, αποκτά με τον καιρό μια υποσυνείδητη αυτοπεποίθηση, έναν ιδιότυπο εγωισμό, πως ξέρει πώς το εκάστοτε βιβλίο λειτούργησε αναγνωστικά, πώς μπήκε και βγήκε στην καθημερινότητά του, ποια τα νήματα, ποιες οι συγγένειες, ποιες οι ενστάσεις, αλλά τι συμβαίνει όταν το άτομο αυτό νιώθει πως δεν μπορεί να μιλήσει ή να γράψει, ακόμα χειρότερα δηλαδή, για το βιβλίο που διάβασε, για το βιβλίο που διάβασε και τον καθήλωσε και τον έκανε να αφήσει στην άκρη το παράλληλο ανάγνωσμα, να το επιλέγει για να αρχίσει και να κλείσει τη μέρα του, να νιώθει πως δεν έχει ακριβώς τις λέξεις για να πει έστω δύο πράγματα για την πλοκή, για τους χαρακτήρες, όσο δευτερεύοντα και αν τα νιώθει αυτά, έστω, θα ήταν μια κάποια προβλήτα για να σταθεί.

Ένα πολυφωνικό επικό ποίημα. Ας πούμε πως αυτό περιγράφει εύστοχα και συνοπτικά το βιβλίο της Βιττίγκ, όπως η ίδια άλλωστε το προσδιόρισε, προσθέτοντας πως έχουμε να κάνουμε επίσης με ένα κολάζ σπαραγμάτων με καθοριστική τη διακειμενικότητα. Το βιβλίο κυκλοφορεί το 1969. Είναι ακόμα ένα παιδί του Μάη, του φεμινισμού, της αμφισβήτησης, της ελπίδας, του σκεπτικισμού. Στο επίμετρο, εκεί που η ίδια η συγγραφέας παίρνει τον λόγο, γίνεται αναφορά στο Νεο μυθιστόρημα, ονοματίζει τον Μπέκετ και τον Ρομπ-Γκριγιέ, μεταξύ άλλων, αποτίει έναν φόρο τιμής, ονοματίζει μια επιρροή. Αυτό που κάνει διαφορετικές τις Γκερίλλες είναι το πολιτικό, το έντονα πολιτικό, εκείνο για το οποίο το αντίπαλο δέος, ο Υπαρξισμός, κατηγορούσε, μεταξύ άλλων, το Νέο μυθιστόρημα ή Αντιμυθιστόρημα, για την αναχωρητικότητα, για την ποιητικότητα, για το όχι εδώ και όχι τώρα, για το απροσδιόριστο. Στις Γκερίλλες, ασχέτως αν κάποιος συμφωνεί με τον τρόπο ή τη φόρμα, ακόμα και ο μεγαλύτερος εχθρός οφείλει να παραδεχτεί πως είναι ένα κείμενο έντονα πολιτικό, που διαφεύγει των ορίων του φεμινισμού, ενώ ταυτόχρονα τον τοποθετεί στο επίκεντρο των ευρύτερων διεκδικήσεων, δεν είναι αντρική υπόθεση η πολιτική η επανάσταση η ζωή.

Προετοιμασμένος, όπως αποδείχτηκε, είχα την ευτυχία να μην χρειαστώ χρόνο προσαρμογής, «Όταν βρέχει, αυτές μένουν μέσα στο κιόσκι. Ακούγεται το νερό που χτυπά στα κεραμίδια και κατρακυλά στις κατωφέρειες της στέγης. Κροσσοί βροχής κυκλώνουν το περίπτερο του κήπου, στις γωνίες το νερό κατεβαίνει με πιο ταχύ ρυθμό, κι είναι σαν τις πηγές που σκάβουν το χαλίκι όπου αγγίζουν το έδαφος. Κάποια στιγμή, μία από αυτές λέει πως της θυμίζει ήχο ούρησης, πως δεν μπορεί να κρατηθεί, και κάθετα ανακούρκουδα. Τότε οι άλλες κάνουν κύκλο γύρω της για να κοιτάξουνε τις νύμφες να αποδιώχνουνε τα ούρα», να μην αναρωτιέμαι διαρκώς τι και πώς, να αφεθώ δείχνοντας εμπιστοσύνη, νιώθοντας πως ένα κείμενο χαοτικό και μια γραφή άναρχη, φαινομενικά και τα δύο, μπορούσε να ακινητοποιήσει την προσοχή μου, να επιτρέψει στο βλέμμα να πηγαίνει από τα αριστερά προς τα δεξιά και ύστερα πίσω και κάτω σαν μια γραφομηχανή, ένας μηχανισμός καλά λαδωμένος. Προείπα, δεν έχω τις ακριβείς λέξεις, ούτε εκείνες που θα ικανοποιούσαν εμένα, που θα έβγαζαν νόημα εν είδει σημειώσεων για μένα, αναρωτιέμαι αν διέθετα περισσότερα εργαλεία γνώσης σχετικά με τη φεμινιστική θεωρία αν θα ξεκλείδωναν περαιτέρω αίθουσες, αν η κάμερα θα συνέχιζε να κάνει τράβελινγκ όπως στο Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ, άλλωστε, η προετοιμασία μου δεν έχει να κάνει με την εις βάθος ανάγνωση, παρά με την απόλαυση της ανάγνωσης.

Και αυτή η ακούσια και δίχως κόπο προετοιμασία ταυτόχρονα αφαιρεί και προσθέτει την έννοια της δυσκολίας, ίσως, για την ακρίβεια, απλώς επεκτείνει το ανάπτυγμα του φάσματος της έννοιας της δυσκολίας, πώς να πεις δύσκολο ένα τόσο απολαυστικό κείμενο, πώς όμως να είναι απολαυστικό ένα τέτοιο κείμενο όταν η περιρρέουσα αναγνωστική ατμόσφαιρα δεν είναι η ιδανική, όμως ταυτόχρονα, η ζοφερή πραγματικότητα που μας περιβάλλει, κυρίως όλες εκείνες που ακόμα παλεύουν για τα αυτονόητα, όπως να μην δολοφονηθούν, να μην βιαστούν, να μην κακοποιηθούν, να μην αδικηθούν, γεμίζει με ενοχή το αίσθημα της αναγνωστικής απόλαυσης, αλλά ταυτόχρονα γεμίζει με θάρρος τα άδεια δοχεία, και ό,τι και αν πει κανείς, εκτός από πολιτικό, το ποίημα αυτό, γιατί για μένα ποίημα είναι, είναι διαχρονικό, ίσως επειδή ακριβώς αποτελεί προϊόν ποίησης της υψηλοτάτης στάθμης, ίσως γιατί κάθε λέξη ή φράση δική της ή δανεισμένη που μοιάζει τυχαία να βρέθηκε εκεί ή να μη βγάζει νόημα σε ένα πρώτο επίπεδο είναι ή αποδεικνύεται μια πέτρα για να πατήσεις πάνω της ή για να οπλίσει το χέρι της και ίσως αυτό και μόνο να είναι αρκετό όταν κανείς διαβάζει ή μιλάει για τις Γκερίλλες.

Όσα άτομα ασχολήθηκαν με αυτή την έκδοση, καθένα για διαφορετικούς λόγους, αξίζουν τουλάχιστον συγχαρητήρια, γιατί καμιά φορά το ρίσκο δεν είναι άψυχο.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 

Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις Εκτός Γραμμής  

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Junot Díaz - δύο βιβλία

Συμβαίνει κατά κόρον, για κάθε ένα βιβλίο που πιάνεις να διαβάσεις, πολλά έχεις απορρίψει, δεν γίνεται αλλιώς. Η σύντομη θαυμαστή ζωή του Όσκαρ Γουάο κυκλοφόρησε πριν ακόμα μετοικήσω εδώ, πριν η ανάγνωση οργανωθεί και συστηματοποιηθεί, τα νήματα, η εποπτεία, οι λίστες, οι υποδείξεις/προτάσεις, μεταξύ άλλων. Το Να πώς χάνεις μια γυναίκα κυκλοφόρησε όταν οι μηχανισμοί ήταν καλά λαδωμένοι, ήταν ένα από εκείνα τα βιβλία που απορρίφθηκαν για χάρη άλλων, τα χρόνια πέρασαν, για την ακρίβεια δεκαεπτά και έντεκα, αντίστοιχα, όμως κάπως το όνομα του Ντίαζ επανερχόταν, οι δίνες το ξέβραζαν πριν το τραβήξουν ξανά.

Κάθε κείμενο εδώ, κάθε ιδιότυπη ημερολογιακή αναγνωστική καταγραφή, που το άθροισμα τους δίνει ένα φύλλο πορείας χρόνων, θα μπορούσε να περιλαμβάνει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, τη φράση: εγώ ορθολογιστή με θεωρώ αλλά να τι συνέβη· του έχω και όνομα αυτού που συμβαίνει, ρωγμή στον ορθολογισμό, έτσι το αποκαλώ, και είναι ένας από τους άξονες μελέτης του αναγνωστικού φύλλου πορείας, το πώς αναδύονται περαιτέρω συνδέσεις και νήματα, το πώς δεν είναι όλα υποταγμένα στη χαοτική και αγχωτική τυχαιότητα, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Τον Αύγουστο, πιο προγραμματικά αυτόν τον συγκεκριμένο Αύγουστο, θα διάβαζα βιβλία παλιότερα, ακόμα και εξαντλημένα, θα διάβαζα μόνο για μένα, αποκλειστικά, ήδη από τις αρχές του μήνα το Να πώς χάνεις μια γυναίκα είχε ανέλθει ταχύτητα στην καινούργια αυτή στοίβα.

Μιλώ για τυχαιότητα, γιατί πρόσφατα είχα διαβάσει, και είχα απολαύσει, το Στα θερμοκήπια του Αυγούστου, και πιάνοντας στα χέρια μου το κάπως υβριδικό, ας δοκιμάσω να το πω ποικίλο στις εναλλακτικές της πραγματικότητας, μια σειρά απαντήσεων και εκδοχών στο Να πώς χάνεις μια γυναίκα, σύντομα ένιωσα τη σύνδεση. Το χαρακτηριστικό των συνδέσεων, όταν δεν νιώθεις εγκλωβισμό σε ένα μονοσήμαντο σύμπαν, στο οποίο όλα εξηγούνται με όρους απόλυτους, το χαρακτηριστικό τους, έλεγα, είναι ένα γαϊτανάκι, μια σειρά από συνάψεις, λαμπάκια και προβολάκια που φωτίζουν επικράτειες νέες και παρθένες, μια παράπλευρη πηγή απόλαυσης, μια επιπρόσθετη γωνία παρατήρησης, μια ακόμα ρωγμή και τι μπορεί να αναβλύσει από εκεί.

Και απορρίπτοντας όρους απόλυτους και μονοσήμαντους πάσχουμε από μια νόσο που προκαλεί φρίκη και δυσανεξία στην εποχή μας, ανάλογη της συναναστροφής με τη φτώχεια, η νόσος της δηλωμένης άγνοιας, του να πεις δεν ξέρω, δεν ξέρω πώς έφτασα εδώ, σε αυτό το βιβλίο, γιατί τώρα και γιατί μετά από εκείνο ή το άλλο, η τυχαιότητα στην οποία αφήνομαι ενίοτε. Όποτε και αν διάβαζα το ένα ή το άλλο βιβλίο, κάτι άλλο θα αναπηδούσε, πέρα από διάφορα τεχνικά διακριτικά, το ύφος, η πρόζα, οι χαρακτήρες και η πλοκή, ίσως και από το στείρο μου άρεσε δεν μου άρεσε, αν και γι' αυτό το τελευταίο έχω κάποιες επιφυλάξεις. Έχοντας διαβάσει τα διηγήματα του Παπαντώνη, στα οποία ωστόσο, παρότι διακριτά το ένα από το άλλο, υπήρχε μια αίσθηση συνέχειας ή εκδοχών, καλλιέργειες διαφορετικές αλλά λόγω του θερμοκηπίου συγγενικές ως προς τη φύτευση την ανάπτυξη και τη συγκομιδή, τις συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας επίσης, βρέθηκα να είμαι έτοιμος απέναντι στις εκδοχές του Ντίαζ, στους ποικίλους τρόπους που ένα άτομο μπορεί να χάσει ένα άλλο άτομο, κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο δύναται να καταστεί επιχειρηματικό, το να χάνεις, κάτι το συναισθηματικό, η αγάπη, το χάνω κερδίζω, διαγράμματα και εξισώσεις, πιθανότητες, κυρίως αυτές, αιτιοκρατία απόλυτη, απέναντι σε ένα βουνό από ανομολόγητα πάθη, καύσεις που αναδύονται χαμηλά από το υπογάστριο, η τρέλα και η παράκρουση, η απόπειρα, αποτυχημένη ξανά και ξανά, εκλογίκευσης, η ανάγκη να πιούμε να καπνίσουμε να θρηνήσουμε αυτό που χάθηκε, ένιωθα αυτή την αντίθεση διαρκώς παρούσα, αυτό καθιστούσε περαιτέρω υβριδικό το τελικό αποτέλεσμα, απόλυτη συνέχεια και συνέπεια στον τίτλο του βιβλίου, και υπήρχαν σημεία, κομμάτια του παλίμψηστου, ασχέτως αν θα μπορούσαν περίφημα να λειτουργήσουν και ως μεμονωμένα διηγήματα, στα οποία ένιωθα τον συγγραφέα/αφηγητή να σκάβει βαθιά, να εξερευνά κοιτάσματα για τα οποία πολλά έχουμε διαβάσει και ακούσει, στη λογοτεχνία και στη ζωή, και δεν μου έκανε εντύπωση η όποια αυτοβιογραφική εσάνς μπορεί ένα τέτοιο συναισθηματικό βάθος απώλειας να φέρει, αλλά κυρίως η αναζήτηση σε εκείνα τα βάθη της απελπισίας, εκείνου που όχι μόνο δεν μας δίδαξαν, πώς και τι άλλωστε, αλλά εκείνο, το συναίσθημα, που πάντοτε θα διαφεύγει, του οποίου θύματα θα είναι και οι πλέον τεχνοκράτες.

Μου άρεσε τόσο πολύ που όχι μόνο έσπευσα να βρω την από χρόνια εξαντλημένη σύντομη θαυμαστή ζωή του Όσκαρ Γουάο, για το οποίο ο Ντίαζ είχε πάρει το Βραβείο Πούλιτζερ, αλλά και να το διαβάσω πάραυτα, πριν τελειώσει ο Αύγουστος.

Ο Όσκαρ Γουάο, ένας υπέρβαρος, νεαρός, νερντ με καταγωγή από τον Άγιο Δομίνικο, που ζει στο Νιου Τζέρσεϊ, γράφει ακατάπαυστα, διαβάζει στους ίδιους ρυθμούς, αποτυγχάνει ξανά και ξανά στον έρωτα, ποιον έρωτα δηλαδή, δεν έχει φιλήσει ακόμα ένα κορίτσι, όλα είναι πλατωνικά στο υπερδραστήριο μυαλό του, υποπλοκές και ανατροπές στα βιβλία που γράφει, ο Όσκαρ έχει πεθάνει, το ξέρουμε ήδη, έζησε μια σύντομη ζωή, το ξέρουμε και αυτό, η θαυμαστότητά της μένει να αποδειχθεί, γιατί θέλουμε αποδείξεις, δεν είμαστε έτσι εύκολα διατεθειμένοι να αποδώσουμε τον επιθετικό αυτό προσδιορισμό σε κάθε ανθρώπινη ζωή, είμαστε εκλεκτικοί και απαιτητικοί, θέλουμε αποδείξεις και ονόματα και το κορμάκι του να ψάξουν πόντο πόντο. Ο παρατηρητής, έτσι αυτοαποκαλείται ο αφηγητής, που υπήρξε φίλος του Όσκαρ, βασικά πρώτα υπήρξε γκόμενος της αδερφής του και ύστερα και μόνο με τη διευρυμένη έννοια του όρου υπήρξε φίλος, ο παρατηρητής, λοιπόν, τον οποίο έχουμε κάθε λόγο να τον θεωρούμε αναξιόπιστο, ήδη από την αρχή της αφήγησης, και αυτή η αναξιοπιστία αποτελεί οργανικό μέρος του μυθιστορήματος συνολικά, δεν εξαντλεί την αφήγηση σε αυτό που ο τίτλος προσιδιάζει, αλλά επεκτείνεται μέσα από άτομα από την οικογένεια του Όσκαρ, την αδερφή, τη μητέρα, τη γιαγιά, πρόσωπα που είχαν αυτούς τους ρόλους ακόμα και αν δεν υπήρχαν βιολογικά πειστήρια, και φιλοδοξεί, με μπολντ τη λέξη φιλοδοξία στην αναφορά αυτού του μυθιστορήματος, να πιάσει μια εποχή, ένα έθνος κράτος το οποίο υπέφερε και υποφέρει, μια σχέση αλληλεξάρτησης θύτη και θύματος, μια γενικευμένη εκδοχή του συνδρόμου της Στοκχόλμης, του ισχυρού και του ανίσχυρου, του καιροσκοπισμού και των δεινών των μοντέλων εξουσίας και χρήματος, ένα ντουέτο μεταφυσικής και εγκληματικότητας, ή κάπως έτσι.

Μετά τις πρώτες σελίδες, ένα τρομερό βιβλίο ήρθε να συνοδεύσει την ανάγνωση, ο Συνασπισμός ηλιθίων, το αγαπημένο βιβλίο της Μ. που διάβαζε μόνο λογοτεχνία που δεν είχε καθόλου να κάνει με ιστορίες αγάπης, δεν τις μπορούσε δεν τις ήθελε με τίποτα, έχω χρόνια να τη δω, δεν έχω νέα της, δεν ξέρω αν πια έχει συμβιβαστεί ή συμφιλιωθεί, ποιο είναι πιο κατάλληλο ρήμα άραγε, ο Συνασπισμός ηλιθίων είναι ένα βιβλίο που συνομιλεί με το μυθιστόρημα του Ντίαζ, δεν με απασχολεί να το αποδείξω αυτό, αλλά ο Ιγνάτιος και ο Όσκαρ είναι από την ίδια πάστα φτιαγμένοι, αυτή την πάστα που ο κόσμος γελά μαζί της, του φαίνεται αστεία, σίγουρα όχι θαυμαστή μια ζωή, που καλώς, δεν το παραδέχονται αλλά το σκέφτονται, υπήρξε σύντομη.

Ο Ντίαζ από το 2012 είναι σιωπηλός. Πού και πού κάποιο διήγημα σε κάποια συλλογή, το 2018 ένα παιδικό βιβλίο, ως εκεί. Ίσως κάτι να ετοιμάζει, ποιος να ξέρει, την πρώτη του συλλογή διηγημάτων, είμαι βέβαιος πως, κανείς δεν πρόκειται να την εκδώσει στα ελληνικά εκτός και αν στο μέλλον λάβει κάποια σημαντική διάκριση, οπότε ο αναγνωστικός λογαριασμός με τον Ντίαζ αναστέλλεται προσωρινά.

υγ. Για το Στα θερμοκήπια του Αυγούστου περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, ενώ για το Συνασπισμός ηλιθίων εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
*Να πώς χάνεις μια γυναίκα, μτφρ. Νίνα Μπούρη, εκδόσεις Πατάκη
**Η σύντομη θαυμαστή ζωή του Όσκαρ Γουάο, μτφρ. Αλέξανδρος Καλοφωλιάς, εκδόσεις Λιβάνη 

 

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Είμαι φαν - Sheena Patel

Όταν ήμουνα μικρός μπερδευόμουν με διάφορα, ακόμα μπερδεύομαι, βέβαια, απλώς με άλλα, έλεγα, λοιπόν, πως μπερδευόμουν με διάφορα, όπως για παράδειγμα τα δύο φαν, εγώ φαν τα ακούω και τα δύο, το ξεκαθαρίζω, τη διασκέδαση και το οπαδιλίκι, ποιο με α και ποιο με υ, ήμουν φανατικός οπαδός τότε και χρειαζόμουν τη λέξη και στην αγγλική, τότε ακόμα δεν ήξερα πως και ο ανεμιστήρας λέγεται φαν. Όταν είδα πως επρόκειτο να κυκλοφορήσει το Είμαι φαν, της άγνωστης σε μένα Πέιτελ, αυτή η ανάμνηση/αμφιβολία αναδύθηκε, είμαι ευχάριστος ή είμαι οπαδός, γραμμένο στα ελληνικά το παιχνίδι είναι πιο έντονο.

Ίσως εξαιτίας του εξωφύλλου, ίσως γιατί κάπου είχα ακούσει για μια σύνδεση των δύο, ίσως γιατί η εγκεφαλικότητα της γραφής ήταν κάπως έντονη, ίσως γιατί το I love Dick μου είχε φανεί πολύ παράξενο, με την καλή την έννοια, το σκεφτόμουν διαρκώς διαβάζοντας το Είμαι φαν. Ας πιάσω ωστόσο το νήμα από την αρχή.

«Στο διαδίκτυο κατασκοπεύω μια γυναίκα που κοιμάται με τον ίδιο άντρα με μένα. Καμιά φορά, επειδή κοιτάζω τις ιστορίες της αμέσως μόλις τις ανεβάζει, την αποκλείω προσωρινά για να μην ξέρει ότι ανανεώνω αφηρημένα τη σελίδα της δεκαπέντε φορές το λεπτό, με το Νέτφλιξ να παίζει στο λάπτοπ από πίσω και το στομάχι μου ν' ανακατεύεται από χαρά κάθε φορά που η φωτογραφία του προφίλ της αποκτά ένα κόκκινο κυκλάκι γύρω γύρω».

Τέσσερα πρόσωπα· η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, η γυναίκα με την οποία έχει πάθει εμμονή, ο άντρας με τον οποίο θέλει να είναι και το αγόρι της. Η γυναίκα με την οποία έχει πάθει εμμονή είναι μία από τις δύο ερωμένες του παντρεμένου άντρα με τον οποίο η φαν θέλει να είναι. Η αφηγήτρια είναι μια stalker, στα ελληνικά ίσως να τη λέγαμε εμμονική θαυμάστρια, αλλά η αλήθεια είναι πως ακριβής λέξη, με όλο το βάρος που η πρωτότυπη φέρει, μάλλον δεν υπάρχει. Το διαρκές ψηφιακό αποτύπωμα που αφήνει η γυναίκα με την οποία έχει πάθει εμμονή της επιτρέπει να ικανοποιεί διαρκώς τη δίψα της.

Η ιστορία μιας παρακολούθησης, μια εμμονή ετερόφωτη της εμμονής για τον άντρα με τον οποίο θέλει να είναι, αλλά δεν είναι, παρότι έχουν μια κάποια επικοινωνία, πότε πότε συναντιούνται, έχουν καιρό να κάνουν σεξ, και αυτό είναι κάτι που εκείνης της λείπει, της λείπει πολύ, μια παράνομη σχέση, αν δεχτούμε τη νομιμότητα του γάμου του και της σχέσης της, που σύντομα έκατσε από πλευράς του, η κατάκτηση έσβησε τον πόθο, αν μπορούμε να μιλήσουμε για τον ποιητικό πόθο και όχι για μια απλή καύλα, αλλά ακόμα και αυτή έσβησε.

Μια ιστορία αγάπης σε μια εποχή ψηφιακή. Υποσχόμενος, ίσως και όχι, τίτλος/σύνοψη. Κάτι παραπάνω ή κάτι απλά διαφορετικό. Η πρόζα της Πέιτελ είναι εκείνη που με αγκίστρωσε στην ανάγνωση, διάβασα τις πρώτες αρκετές σελίδες με μανία. Μια ιστορία εμμονής, μια ιστορία ήττας. Υποσχόμενος, ίσως και όχι, δεύτερος τίτλος/σύνοψη. Αρκεί όντως να παραδεχτείς πως νιώθεις κάτι; Και αν υποθέσουμε πως ναι, τότε σε τι συνίσταται αυτή η επάρκεια; Αν κάτι αντίστοιχο μου συνέβαινε, σκέφτομαι, δεν θα ήθελα να το μοιραστώ με κανέναν, αναγνωρίζω μια επίμονη ντροπή σε αυτή την πιθανότητα. Ποιος δεν έχει πάθει κάτι αντίστοιχο με το αντικείμενο του πόθου του; Ποιος δεν έχει περάσει ώρες σκρολάροντας το προφίλ, ποιος δεν έχει αναστατωθεί με μια καινούρια ιστορία, μια φωτογραφία απλή, ένα στάτους;

Τα γνώριμα συστατικά είναι εδώ. Μια γυναίκα που θέλει έναν άντρα και δεν μπορεί να τον έχει. Μια παράνομη σχέση κάποιων βραδιών, μηνύματα φλογερά με το θάρρος που η απόσταση δίνει, φαντασιώσεις ριζώνουν, τρέφονται και μεγαλώνουν. Εκείνη, η αφηγήτρια, παίζει με τα χαρτιά ανοιχτά πάνω στο τραπέζι. Είμαι φαν, δηλώνει εξαρχής. Η ειλικρίνειά της είναι αφοπλιστική, δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το πώς φαίνεται στους άλλους, δεν ενδιαφέρεται καν για το πώς δείχνει στον ίδιο της τον εαυτό. Ένα μπουκέτο με συναισθήματα στο χέρι, το πάθος, η εμμονή, η λαχτάρα, ο (αυτο)εξευτελισμός, ανάμεσα τους. Καταστρώνει στρατηγικές, φαντάζεται εναλλακτικές, κολυμπάει στα δύσκολα νερά της ελπίδας. Γιατί, ναι, είναι μια ιστορία αγάπης αυτή.

Υπάρχει μια λογοτεχνία εκεί έξω, τέτοια είναι η περίπτωση του Είμαι φαν, που στην επιφάνεια είναι κάπως ανάλαφρη, διασκεδαστική, χαλαρή, αφελής ίσως, από κάτω το υποθαλάσσιο κοχλάζει. Ένας ρεαλισμός προσαρμοσμένος στο σήμερα, στην ψηφιακή εγγύτητα, πίσω από μια οθόνη, το θάρρος με το οποίο η απόσταση οπλίζει τη δειλία, η αμηχανία όταν συναντάς εκείνον που έχεις βομβαρδίσει με μηνύματα, υποσχέσεις, υπονοούμενα, έχοντας χρησιμοποιήσει το πλέον βρώμικο λεξιλόγιο και τις δυνατότητες της κάμερας. Η αφήγηση, μαζί και η βίωση, ενός πάθους ζει από την απόσταση, απ' όσα η ασφάλεια της ποτίζει. Δεν με ενδιαφέρει η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από μόνη της, αλλά η χρηστικότητα, ο τρόπος με τον οποίο η Πέιτελ την εντάσσει στην πλοκή της.

Ίσως το λογοτεχνικά ρεαλιστικό να μη συμβαδίζει με τον εν γένει ρεαλισμό, ίσως αρχικά αυτό να ξενίζει κάπως. Όμως, ποιος δεν θα παραδεχόταν, πως το ερωτικό παιχνίδι πια παίζεται με αυτούς τους όρους;

Αναφέρθηκα και παραπάνω σε αυτή την ιδιότυπη αυτογνωσία που η αφηγήτρια διαθέτει, κυρίως ως προς το παθέτικ του πράγματος, να θέλει κάποιον που δεν την θέλει, να θέλει, για την ακρίβεια, κάποιον με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που εκείνος τη θέλει, να κατασκοπεύει μια αντίζηλο, που πιθανότατα αγνοεί ή αδιαφορεί πλήρως για την παρουσία της, να διαχειρίζεται, εντυπωσιακό το πώς, την εμμονή της με μια λογική, δεν παρασύρεται, δεν μοιάζει να παρασύρεται, απλώς ακολουθεί τα νερά του ποταμού, τα ρεύματα, τις στροφές και τους καταρράκτες του, ζει την ιστορία αυτή κυρίως κατά μόνας, πώς αλλιώς, άραγε, θα μπορούσε να συμβεί.

Η πρόζα της Πέιτελ με κράτησε μέχρι τέλους. Δεν είναι μάλλον ορθό να χρησιμοποιήσω τον όρο τρέλα, να την προσδιορίσω ως τρελή την πρόζα, δεν θα το κάνω, παρότι το σκέφτομαι και το κατά κάποιο τρόπο το κάνω. Στη λογοτεχνία αυτή, στο υποείδος αυτό για την ακρίβεια, ένα από τα πράγματα που με ιντριγκάρουν είναι το πώς στέκονται οι συγγραφείς απέναντι στον κεντρικό, συνήθως πρωτοπρόσωπο, αφηγητή τους, άραγε τον αγαπούν, τον κοροϊδεύουν, τον κρατούν απλώς σε μια απόσταση ωσότου ολοκληρώσει αυτό που έχει αναλάβει να κάνει, πότε τον αγκαλιάζουν και πότε τον δείχνουν και γελούν, γελούν δυνατά, με κομμένη την ανάσα από τα γέλια, και μετά να πάλι μια υποψία αγκαλιάς, μια απόπειρα ενσυναίσθησης, και δώσε του πάλι από την αρχή.

Αυτή η αμφιθυμία, τόσο έντονη στην καθημερινότητά μας, άραγε από πάντα ή μόλις πριν λίγο άρχισε να εμφανίζεται, απέναντι στους ανθρώπους γύρω μας, τώρα που το πώς δείχνουμε στους άλλους, να τα κοινωνικά δίκτυα, έχει αποκτήσει νέες δυνατότητες, η απόσταση στο ποιοι είμαστε, στο ποιοι είμαστε πίσω από την οθόνη, ποιοι δείχνουμε πως είμαστε είναι κάτι που σαφέστατα επηρεάζει την καθημερινότητα που οι ατομικότητές μας συνθέτουν.

Και αναφερόμενος παραπάνω σε ένα υποθαλάσσιο κοχλασμό, ήθελα να πω για το κοινό έδαφος που νιώθει ο αναγνώστης πως ίσως μοιράζεται με ένα άτομο όπως η αφηγήτρια, που στην επιφάνεια και χαλαρά μπορεί να την κοροϊδέψει ή να την παινέψει ψεύτικα, όπως κάνουμε συλλήβδην στα παιδιά, αλλά τι συμβαίνει όταν στο άτομο εκείνο, στη συνθήκη εκείνη αν προτιμάτε, αναγνωρίζουμε κάτι δικό μας, κάτι που δεν είμαστε ίσως έτοιμοι να παραδεχτούμε, κάτι που με κόπο καταχωνιάζουμε και αρνούμαστε, κάτι που μας γαργαλάει, κάτι που μας δοκιμάζει, κάτι που μας αναστατώνει, μας θυμώνει, μας εξοβελίζει από την ασφαλή ράγα επί της οποίας θέλουμε να πιστεύουμε πως κινούμαστε, όλα οργανωμένα, καλώς αποφασισμένα και εκτελεσμένα.

Το περιβάλλον εντός του οποίου κινείται το μυθιστόρημα, ψηφιακό ή αναλογικό, είναι εκείνο που είναι γνώριμο, όχι τόσο όσα συμβαίνουν, σκέφτεται ή κάνει η αφηγήτρια, ποτέ οι αναλογίες δεν είναι απόλυτα μία προς μία, συνήθως όταν διαβάζουμε κάτι από το οποίο νιώθουμε ασφαλώς απομακρυσμένοι, δεν μας αφορά σκεφτόμαστε, τότε ίσως η χαλάρωση ποδοπατά την όποια άμυνα, δεν το βλέπουμε να έρχεται. Θέλω να πω πως διαβάζοντας το βιβλίο της Πέιτελ, ή το I love Dick, για παράδειγμα, ένιωσα μια αναστάτωση αδιευκρίνιστη, κάτι υπάρχει εκεί που αναστατώνει, ανάμεσα και πίσω από τις λέξεις, κάτι γνώριμο, οικείο, όπως τα ρούχα που έχουν χρόνια να βγουν από τη ντουλάπα και κάνουμε πως τα ξεχνάμε κάθε φορά που λέμε δεν έχω τι να φορέσω και βγούμε για ψώνια και τα τοποθετήσουμε και εκείνα στη ντουλάπα σπρώχνοντας ακόμα βαθύτερα τα άλλα, ελπίζω να έχω βάλει ναφθαλίνη, ποιος θέλει τον σκόρο να του φάει τα αγαπημένα του ρούχα;

υγ. Για το I love Dick περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Σκότωσα έναν Σκύλο στη Ρουμανία - Claudia Ulloa Donoso

Ο παράδοξος τίτλος, οι εκδόσεις, οι μεταφράστριες, το οπισθόφυλλο. Με αυτή τη σειρά. Ήταν Παρασκευή και διάλεγα το επόμενο βιβλίο. Σκότωσα έναν Σκύλο στη Ρουμανία, εκδόσεις Carnívora, Ασπασία Καμπύλη/Χριστίνα Φιλήμονος, Μια Λατινοαμερικάνα καθηγήτρια νορβηγικών σε μετανάστες, μετανάστρια κι η ίδια στη Νορβηγία, εξαρτημένη από τα ηρεμιστικά και το αλκοόλ, βρίσκει διέξοδο στο ταξίδι που της προτείνει ένας πρώην μαθητής της στην πατρίδα του, τη Ρουμανία.

Το μυθιστόρημα, χωρισμένο σε τέσσερα μέρη [(νεκρός σκύλος), (σκυλολόι), (γαβγίσματα), (σκυλοσκοτώστες)], καλωσορίζει τον αναγνώστη με την αφήγηση ενός σκύλου, του Σκύλου υποθέτω, με ξενίζει και με φοβίζει, μου φέρνει στον νου ένα βιβλίο τρομερό, συνταρακτικό, όσοι το έχετε διαβάσει ξέρετε γιατί, αναφέρομαι στο Anima του Μουαουάντ, με προβληματίζει ωστόσο, δεν είχα χρησιμοποιήσει διόλου αυτό το υλικό στην ανύψωση του ορίζοντα, με τρομάζει μήπως μια υποδόρια λυρικότητα ξεχυθεί και καλύψει τα πάντα, εννοείται πως δεν θα τα παρατήσω από τις πρώτες σελίδες, συνεχίζω.

Το πρώτο αυτό μέρος, ολιγοσέλιδο και εκ των υστέρων λειτουργικό στο όλο στήσιμο, το διαδέχεται το δεύτερο, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της καθηγήτριας, «Η πρώτη φωτογραφία που τράβηξα στη Ρουμανία ήταν η φωτογραφία του σκοταδιού. Το πρώτο προαίσθημα το είχα στις κόρες των ματιών μου. Αυτό που δεν μπορούσα να δω ήταν αυτό που ήθελα να θυμάμαι». Πατάω ήδη πιο στέρεα στο αναγνωστικό έδαφος, οι θόλοι της προκατασκευής μου φωτίζονται εκ νέου.

Μια καθηγήτρια μιας γλώσσας που δεν είναι η μητρική της, μια ξένη σε τόπο ξένο με μαθητές ξένους, ακολουθεί έναν απόφοιτο σε ένα ταξίδι στη Ρουμανία, τη δική του πατρίδα, εκείνος έχει να υλοποιήσει δύο συναισθηματικές γραφειοκρατίες, μια τελετή για τη συμπλήρωση κάποιων χρόνων από τον θάνατο του πατέρα του, έναν λευκό γάμο με μια κοπέλα ώστε να μπορέσει να τον ακολουθήσει πίσω στη Νορβηγία. Το σκοτάδι, αυτό που δεν μπορούσε να δει ήταν αυτό που ήθελε να θυμάται. Η αφήγηση του Σκύλου ξεκινά από τον χαμό του, η αφήγηση εκείνης από την πρώτη εικόνα μετά την άφιξη στην άγνωστη για εκείνη χώρα. Η αφήγηση πότε προωθείται στο αφηγηματικό παρόν, πότε αναλαμβάνει από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος, το σκοτάδι σιγά σιγά ραγίζει, δέσμες φωτός το διαπερνούν, τα μάτια συνηθίζουν σε αυτό που έχουν απέναντί τους, αργούν ίσως αλλά συνηθίζουν.

Σκέφτομαι, όσο διαβάζω, γιατί εκείνη τον ακολούθησε εκεί, βλάκες άνθρωποι που αποζητούμε την καταφυγή στην τετράγωνη λογική, που δεν διακρίνουμε παρά μόνο στη ζωή μας την τυχαιότητα, τη ματαιότητα, την παραίτηση, το παράλογο, το ανεξήγητο, το αυθόρμητο, ελάχιστα περιθώρια μέσα στη ζούγκλα της αιτιοκρατίας και της στοχοθεσίας. Δεν παίρνω απάντηση, δεν νιώθω πως παίρνω απάντηση, η λογική μου δεν ικανοποιείται, αυτό είναι ενοχλητικό, ό,τι στέκει ανεξήγητο είναι ενοχλητικό, αργώ αλλά ως ένα βαθμό συνειδητοποιώ πως ούτε εκείνη δεν ξέρει γιατί, ούτε εκείνος, που με τη σειρά του θα πάρει τον λόγο, ξέρει γιατί της το πρότεινε, απλά συνέβη, προσγειώθηκαν στη Ρουμανία, το σκοτάδι.

Όταν βρίσκεσαι σε ένα καινούργιο τόπο, εξωτικό ως ένα βαθμό, ανοίκειο σίγουρα, τότε, ίσως με έκπληξη, αντικρίζεις τον ίδιο σου τον εαυτό, σταθεροποιείται το είδωλο στον καθρέφτη ενώ όλα γύρω είναι ρευστά και πρωτοφανή, μοιάζουν αλλά δεν είναι, θυμίζουν αλλά δεν είναι. Όλα αυτά που δεν είσαι απλώνονται ξάφνου μπροστά σου. Ο τόπος μπορεί να είναι η ύστατη προθανάτια σκέψη, μια ξένη χώρα, αλλά και η δική σου, η επιστροφή, λένε, είναι ταξίδι, ο μετανάστης είναι ξένος παντού. 

Η Κλαούντια Ουγιόα Ντονόσο, γεννημένη στο Περού, ζει στη βόρεια Νορβηγία και εργάζεται ως καθηγήτρια νορβηγικών και ισπανικών σε μετανάστες.

Η σύγχυση δεν είναι καταστατική αλλά οργανική, σκέφτομαι γύρω στη σελίδα εκατό, το σημείωσα, ήταν σημαντικό, ήδη δεν μπορούσα να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου. Το Σκότωσα έναν Σκύλο στη Ρουμανία, σημείωσα επίσης, με κάποιο τρόπο, μέσα από την επικρατούσα σύγχυση που αποστερεί την όποια λογική διεργασία λήψης αποφάσεων, λειτουργεί συμπληρωματικά με τη Σάρκα, η σύγχυση μοιάζει να λειτουργεί αποτρεπτικά στο βάθος των χαρακτήρων, και αυτό μοιάζει, αλλά δεν είναι, καθόλου μειωτικό για τα βιβλία αυτά, αλλά, ίσως αντίθετα ή αντιστικτικά, μετατρέπεται σε ένα πλεονέκτημα, στη διάνυση μιας επικράτειας επιφανειακής, αντιπροσωπευτικής της επικρατούσας απομάγευσης, ένας ρεαλισμός ωμός, οικείος όσο και αν το αρνούμαστε, διόλου ποιητικός, παρότι δίνεται μάχη ώστε να μετατραπεί σε τέτοιο από τους διαφόρους που δηλώνουν ειδικοί, το ένστικτο μας γυρίζει πίσω, μας συνδέει με αυτό το αρχέγονο, δεν είναι στάση ζωής, αλλά μια κραυγή αγωνίας, μια παραίτηση, ένα άφημα αναγκαστικό.

Και έτσι, το παράδοξο/παράξενο/ανοίκειο να που μοιάζει να είναι αναμενόμενο/φυσικό/οικείο. Κάτι δικό μας. Σκεφτείτε, μόνο για μια στιγμή, τι νιώθετε για εκείνους που υπερηφανεύονται πως έχουν τα πάντα υπό έλεγχο και δεν φοβούνται, που τα ξέρουν, λένε, όλα.

Αυτοβιογραφικά ή μυθοπλαστικά, τι σημασία να έχει, η Ουγιόα Ντονόσο αποτυπώνει αυτή τη σύγχυση, και ας μην καταφεύγει διαρκώς στην υπενθύμιση των ερωτημάτων τι, πού, πώς, γιατί, δεν εργαλειοποιεί τη σύγχυση, το παράδοξο απλώς υπάρχει, ποιος θα το αρνηθεί, η απόλαυση ενός βιβλίου όπως αυτό, όπως κάθε προτίμηση σε κάθε βιβλίο, δείχνει πράγματα για τον αναγνώστη, πρώτιστα στον ίδιο του τον εαυτό, ανάγνωση πράξη ενεργητική ενάντια στη μονοσημία, εκεί που η ελευθερία είναι πλήρης και όχι υπόδουλη δηλώσεων περί πλήρους γνώσης των πραγμάτων, εκεί που η ελευθερία είναι καταδίκη, δεν το λέω εγώ αυτό, αλλά το συμμερίζομαι πλήρως, αυτή είναι η κοτρόνα που ανεβοκατεβάζουμε, η καταδίκη στην ελευθερία και άρα και στο παράλογο, όμως έλεγα πως η απόλαυση ενός βιβλίου όπως αυτό διακρίνει τους αναγνώστες σε εκείνους που θα σκυλιάσουν να αρνηθούν τη συγγένεια, πως έτσι έχουν τα πράγματα, πως το χάος επικρατεί, πως όλα τα άλλα είναι απλοί περισπασμοί της αγωνίας και της ματαιότητας, όχι γιατί όταν κάνουμε σχέδια ο θεός γελά, αλλά γιατί θεός δεν υπάρχει, ούτε σχέδια δεν υπάρχουν, παρά τις εξισώσεις, παρά τα διαγράμματα και τη στατιστική, παρά τον ορθολογισμό και το άσπρο μαύρο της απομάγευσης, η λογοτεχνία, η καλή λογοτεχνία φύεται εκεί, στο μάλλον άγνωστο, στο φαινομενικά ανοίκειο, στο μακρινό από εμάς.

Η ένα προς ένα αναλογία είναι επίσης ένα άχρηστο εργαλείο, ένα κακοεκτελεσμένο και ελάχιστα εντυπωσιακό τρικ.

Αυτό το βιβλίο μου άρεσε πολύ, παρότι με δοκίμασε, αυτή η αντίφαση, το ζεύγος έλξη απώθηση, αυτό το άγνωστο γιατί μου άρεσε, αυτό το γνώριμο γιατί δεν μου άρεσε, έχεις με τα χρόνια κάπως τακτοποιήσει το σπίτι σου και αράζεις, λιγότερο ή περισσότερο χαλαρός και ήσυχος, έρχεται η λογοτεχνία και σε βρίσκει απροετοίμαστο, δεν είναι μετρήσιμο, δεν είναι αποδείξιμο, δεν είναι φιλολογικό, δεν είναι χειροπιαστό, είναι μια αίσθηση, μια περιδιάβαση στο κοινό ανοίκειο, εξ αυτού εκπορεύεται, τείνω να πιστέψω, η μανία με την οποία το διάβασα, η αγωνία να δω τι θα συμβεί παρακάτω στο βασίλειο της σύγχυσης, πέρα από την ενσυναίσθηση, πέρα από το μοίρασμα, πέρα από την ταύτιση, κάπου πιο πέρα, αλλού.

υγ. Για τη Σάρκα έγραψα αυτό, για το Anima αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Ολυμπιακές ασκήσεις καθημερινής αντοχής - Anelise Chen

Ένα διδακτορικό σε εξέλιξη, η περίοδος της υποτροφίας έχει παρέλθει, τα ναυάγια δεν είναι μια αφηρημένη εικόνα, τα βράχια, η φουσκοθαλασσιά, η ματαιότητα του πληρώματος, όλα αυτά μαζί, το ένα το άλλο, όλα μαζί, η Αθηνά επιμένει να στέκεται πάνω στο κατάστρωμα, μελετά χάρτες, υπολογίζει διαδρομές, σχεδιάζει τακτικές, δοκιμάζει και ελπίζει πως κάτι θα λειτουργήσει, κρύβεται στο αμπάρι, κλαίει, μαζεύει κουράγιο, επιστρέφει, ο επιβλέπων καθηγητής στην άλλη άκρη του ασύρματου, θόρυβος και κακό σήμα, μια διπλή εγκατάλειψη συμβαίνει, μια καλοκαιρία προσφέρει αναθάρρηση, κρατάει για όσο κρατάει, αυτό είπα να κάνω, αυτό κάνω, αυτό συνεχίζω να κάνω, δεν ξέρω τι άλλο να κάνω, ακούω να λένε γιατί δεν τα παρατάς, γιατί δεν ψάχνεις για μια δουλειά, ποιο είναι το όριο, σκέφτεται εκείνη, ανάμεσα στην αυτοφροντίδα και την αυτοτιμωρία, ο επαγγελματικός αθλητισμός, ένα παιδί θαύμα, τοπικοί αγώνες, ύστερα περιφερικοί, ύστερα σε επίπεδο χώρας και τα λοιπά, μαμά γιατί με έγραψες κολύμβηση, αναρωτιέται κάποια στιγμή, η έξοδος από την πισίνα των ρεκόρ και των μεταλλίων, η κερκίδα στο κολυμβητήριο, από υποκείμενο δράσης υποκείμενο παρατήρησης, ώρες στη βιβλιογραφία, ιστορίες καταστροφής, ιστορίες ήττας, ο κόσμος ενθουσιάζεται με τα ρεκόρ, φθονεί επίσης, αναστατώνεται με την αποτυχία, όσο πιο σκληρή τόσο μεγαλύτερη η αναστάτωση, αναστατωμένοι πίσω από την ταμπέλα του τι κρίμα, τι ατυχία, κοίτα να δεις τι του συνέβη, μια ηδονή είναι και αυτή.

Μια κατασκευή υβριδική, ακατάτακτη ως ακριβές είδος, γι' αυτό λειτουργική ως καταγραφή μιας σύνθεσης, όπως της ύπαρξης, γι' αυτό γνώριμη, ακόμα και αν δεν παλεύεις με ένα διδακτορικό, ακόμα και αν ποτέ δεν αθλήθηκες σε επαγγελματικό επίπεδο, ακόμα και αν δεν είσαι παιδί μεταναστών που έφτασαν με τόσα όνειρα και έφαγαν τα μούτρα τους και τα παιδιά τους είναι η μόνη ελπίδα να αναφωνήσουν πως άξιζε τον κόπο όλο αυτό, να ντοπαριστούν με το ετερόφωτο κατόρθωμα, καθημερινές καταχωρήσεις, κομμάτια βιβλιογραφίας, μια διάθεση παντρέματος της καθημερινής πράξης και της θεωρίας της συγγραφής ενός διδακτορικού, ένα ημερολόγιο ιδιότυπο, ίσως αυτό να δίνει μια σχετικά αντιπροσωπευτική εικόνα του βιβλίου τής Ανελισέ Τσεν, ένα ημερολόγιο καταστρώματος, με τις εναλλαγές του καιρού, τις χαράξεις πορείας με αποπροσανατολισμένη την πυξίδα.

Τρία βιβλία που θυμήθηκα και πλέον λειτουργούν ως τετράδα μαζί με τις Ολυμπιακές ασκήσεις καθημερινής αντοχής. Το Κολυμπώντας, το Γυμναστήριο και Ο Μεγάλος Ρέι. Αν κάποιο άλλο σας έρχεται στον νου, μην διστάσετε.

Αναρωτιέμαι αν είναι η φόρμα ή το περιεχόμενο εκείνο που (συνεχίζει να) με έλκει στο βιβλίο αυτό, σίγουρα και τα δύο, προφανώς, αλλά ποιο υπερισχύει, άραγε. Θα πόνταρα στη φόρμα. Ο αποσπασματικός χαρακτήρας, η σύνθεση ετερόκλητων καταχωρήσεων που ωστόσο συνθέτουν τη μεγάλη εικόνα με σχετική ακρίβεια, το προφανές: μια διδακτορική φοιτήτρια δεν είναι μόνο αυτό, είναι πολλά, απλά το διδακτορικό καταλαμβάνει μια τεράστια επιφάνεια στην ύπαρξη, την ωθεί με μανία να αυτοπροσδιορίζεται μέσω αυτού, να συλλαμβάνει, να αντιδρά, να ενεργεί και να νιώθει σύμφωνα με αυτό, να της καθορίζει την ποιότητα της κάθε μέρας, αυτό είναι που περιμένει/περιμένουν από αυτή, να παραδώσει, να ορκιστεί, να φύγει το δεσποινίδα ή το κυρία μπροστά από το όνομά της δια παντός, το διδακτορικό ύπουλα καθίσταται το συγκεκριμένο σε κάτι έντονα αφηρημένο και άπιαστο όπως τα ερωτήματα που η ζωή συνεχώς θέτει. Η αποσπασματικότητα, η λοξοδρόμηση, το μια εδώ και μια εκεί, το πάλι εδώ και ξανά πάλι εκεί, ενισχύει τον ρεαλισμό, όχι για την ακρίβειά του, αλλά ως αίσθηση, γι' αυτό και καμία μα καμία σημασία δεν έχει αν αυτό είναι πραγματικό, αυτομυθοπλασία κεκαλυμμένη ή απλή μυθιστορία, αν η Αθηνά είναι η Ανελισέ η ίδια ή κάποια που γνωρίζει καλά, αν το θέμα του διδακτορικού είναι πραγματικό ή μια απλή αναλογία με τον τριγύρω κόσμο, της ατομικής ευθύνης, της ορθής διαβίωσης, της διαρκούς αναμέτρησης με τους άλλους εκεί έξω.

Ταυτόχρονα, είπα και προφανώς παραπάνω, η μορφή μόνη της δεν θα διένυε πολλά αναγνωστικά μέτρα, το περιεχόμενο, οι αναλογίες και οι συνδέσεις, είναι η σάρκα μέσα στο καλούπι της κατασκευής, και αν δεν ήταν ένα διδακτορικό θα ήταν μια συγγραφή, η αναρώτηση και η απόπειρα εκλογίκευσης της απόφασης, και αν δεν ήταν πρωταθλητισμός θα ήταν η καθημερινή αντοχή, που μικρό πράγμα σίγουρα δεν είναι, αλλά/και δεν θα λειτουργούσε, επίσης, αν η Τσεν αναλωνόταν απλά σε εύκολες και απλοϊκές αναλογίες και μεταφορές, ακόμα και αν η πρώτη εκείνη σκέψη να ήταν αυτή ακριβώς η αναλογία, πρωτότυπη σε κάποιο βαθμό, ικανή για ένα καινούριο αρχείο κειμενογράφου, αλλά όχι αρκετή εν τέλει. Κάπου λέει: «Μπορεί γι' αυτό να επέλεξα να μελετήσω τα αθλήματα. Ίσως πίστευα πως θα με γλίτωναν από τον κυνισμό».

Δοκιμάζω επίθετα: φρέσκο, αληθινό, αναλογικό, έντονο, αβέβαιο, χαοτικό, συγκροτημένο, πολυποίκιλο, σύγχρονο, παιγνιώδες, αβίαστο, συγκινητικό, θελκτικό. Να μερικά. Εσωτερικής καύσης και ηπιότητας, να (ακόμα) ένα βιβλίο που δεν φωνάζει, που συγγραφέας και αφηγήτρια έχουν επίγνωση του ατομικού τους αγώνα, που ξέρουν πως ο κόσμος εκεί έξω συνεχίζει να γυρίζει στην ίδια τροχιά, πως δεν έχει και τόση σημασία τελικά, πως είναι θύμα(τα) της διδαχής και δεν προτίθεται να τη σφετεριστεί, πως η λογική έχει όρια, πως η ίδια η Αθηνά έχει όρια, η Ανισέ επίσης, πως τα προβλήματα και οι επιθυμίες μας λίγο μακρύτερα δεν διακρίνονται καν, το διδακτορικό/βιβλίο δεν θα είναι παρά ακόμα ένα σε κάποια βιβλιοθήκη, και όμως, εκείνη νιώθει πως πρέπει να συνεχίσει, ακόμα και αν το γιατί είναι άπιαστο, έτσι ζούμε. Κάπου εδώ επανέρχεται και αναδύεται η συγγένεια των επικρατειών παρά τα όποια παρότι δεν. Και αν τα κόκαλα, τα κυρίως οστά της κατασκευής, δεν είναι κοινά, οι χόνδροι και οι τένοντες είναι, ο τρόπος συναρμογής τους, επίσης, η λειτουργία της κατασκευής το ίδιο, η ματαιότητα, κυρίως αυτή, το τέρας το ανίκητο που μόνο να το ξεγελάμε λίγο λίγο και πότε πότε μπορεί, αν μπορεί.

Περιέγραψα σε μια φίλη το βιβλίο αυτό, εκείνη ζωγραφίζει, της ζήτησα ένα σχέδιο, να το προσθέσω, όταν τσαλάκωσε τη σελίδα, όλα έβγαζαν νόημα, εδώ είναι.

υγ. Για το Κολυμπώντας, το τόσο υποτιμημένο αυτό βιβλίο, έγραφα αυτό. Για το Γυμναστήριο, αυτό. Για το Ο Μεγάλος Ρέι, αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Μιχάλης Μακρόπουλος
Εκδόσεις Οκτώ

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Γυμναστήριο - Verena Keßler

Κατά καιρούς μου αρέσει να συντάσσω λίστες με βιβλία που δεν πιστεύω πως γνώρισαν την υποδοχή/αποδοχή που τους αναλογούσε, κάποια Σάββατα συνηθίζω να τα θυμάμαι και να τα ανασύρω από το παρόν αποθετήριο. Η αλήθεια είναι πως η υποψία είναι αυτό που είναι συνήθως, δηλαδή υποκειμενική, δεν βρίσκομαι άλλωστε στις αποθήκες των εκδοτικών οίκων ώστε να έχω πρόσβαση σε ακριβή νούμερα, περισσότερο είναι μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα που επικρατεί στις ψηφιακές και αναλογικές κοινότητες που κινούμαι. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι το Κολυμπώντας (Julie Otsuka, μτφρ. Θωμάς Σκάσσης, εκδόσεις Πατάκη).

Σκέφτηκα το βιβλίο αυτό ήδη από το οπισθόφυλλο του μυθιστορήματος της Βερένα Κέσσλερ, Γυμναστήριο, που πρόσφατα κυκλοφόρησε σε μετάφραση της Δέσποινας Κανελλοπούλου από τις εκδόσεις Δώμα. «Με φόντο το γυμναστήριο, η Βερένα Κέσσλερ γράφει για την εποχή μας: για τη λατρεία των υψηλών επιδόσεων, την κουλτούρα της αμείλικτης αυτοπειθαρχίας και του αέναου ανταγωνισμού, στο μεγάλο χρηματιστήριο της εικόνας».

Η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια θα περάσει συνέντευξη για μια θέση εργασίας σε ένα τεράστιο γυμναστήριο, ένα αθώο ψέμα, πως είναι σινγκλ μαμά ενός βρέφους, ίσως και να τη βοήθησε να πάρει τη δουλειά, που τόσο είχε ανάγκη για λόγους που αιωρούνται και μόνο στην εξέλιξη της πλοκής διευκρινίζονται, δουλειά που έχει να κάνει κυρίως με την παρασκευή διαφόρων ενεργειακών κοκτέιλ στο μπαρ του γυμναστηρίου. Ο εργοδότης της είναι σούπερ άτομο, ο μισθός ικανοποιητικός, η δουλειά απλή, τι άλλο να ζητήσει κανείς.

Το γυμναστήριο με τη μυρωδιά ιδρώτα και ενδορφίνης είναι ένας τόπος στο όριο του μη τόπου που φαντάζει ιδανικός, αναλόγως της εκμετάλλευσής του από τη συγγραφέα, για κοινωνιολογική παρατήρηση, έτσι όπως καθημερινά ετερόκλητα είδη ανθρώπων διαβαίνουν τις πύλες του, καθένας με τους δικούς του λόγους για να φορέσει και να ιδρώσει τα ρούχα του. Η ενασχόληση με το σώμα, άλλωστε, όπως κάθε τι, δεν μπορεί να ιδωθεί ανεξαρτήτως του ευρύτερου κοινωνικού πλαισίου, που ολοένα και περισσότερο επικεντρώνεται στην έξωθεν (αυτο)εικόνα μας, που ολοένα και περισσότερο μετατρέπεται σε υποχρέωση και καθήκον του ατόμου να φροντίζει το σώμα του στο πλαίσιο μιας υγιεινής και φροντιστικής ζωής, μιας συνθήκης αγάπης.

Παράλληλα με την εξοικείωση στον μικρόκοσμο του γυμναστηρίου, η Κέσλερ εξαρχής θέτει το στοιχείο της αγωνίας, αφού η αφηγήτριά της κουβαλάει στις πλάτες της μια εμπειρία δύσκολη στη διαχείριση, μια εμπειρία που της επιβάλλει να δοκιμάσει μια καινούργια αρχή, σε κάτι εντελώς διαφορετικό από ό,τι ήταν εκείνο, που για σελίδες δεν λέγεται, έκανε, μια καινούργια αρχή που δεν περιορίζεται μόνο στην επαγγελματική πλευρά της ζωής της. Έτσι, λοιπόν, έχουμε μια κατά κάποιο τρόπο διπλή πλοκή, εκείνη που αφορά όσα συμβαίνουν στον χώρο της εργασίας της και όσα εκείνη κουβαλά από το πρόσφατο παρελθόν και σιγά σιγά ξεβράζονται στην επιφάνεια του παρόντος.

Η ιδέα είναι έξυπνη και η Κέσσλερ την καθιστά άκρως λειτουργική. Πετυχαίνει να ισορροπήσει με επιτυχία ανάμεσα στο κτίσιμο και την εξέλιξη της πλοκής, αλλά και στην παρατήρηση του γυμναστηριακού περίγυρου, τα δύο αυτά σκέλη, αν και συχνά συμβαίνουν ταυτόχρονα, είναι διακριτά. Η συγγραφέας κατορθώνει έτσι να εκμεταλλευτεί επαρκώς την ιδέα της και δη τον χώρο του γυμναστηρίου, χωρίς να παραμελήσει τα της μυθοπλασίας. Δεν είναι ένα δοκίμιο αυτό, άλλωστε, αλλά ένα μυθιστόρημα σύγχρονο, που πιάνει τον παλμό της εποχής μας σε ικανοποιητικό και ενδιαφέρον βαθμό.

Παρότι οι ανατροπές και τα ευρήματα δεν είναι συστατικά τα οποία αναζητώ μετά βουλιμίας στη λογοτεχνία, εντούτοις οφείλω να παραδεχτώ πως η Κέσσλερ χτίζει καλά την ιστορία τής αφηγήτριας, που κλιμακώνεται και εν τέλει εκρήγνυται, με τρόπο τέτοιο που της επιτρέπει εκτός του σασπένς να υποστηρίξει και την επιλογή του γυμναστηρίου ως τον κεντρικό χώρο πλοκής. Η εξέλιξη της πλοκής, ταυτόχρονα, υποστηρίζει και υποστηρίζεται από την κατασκευή τής αφηγήτριας ως ένας αρκετά ολοκληρωμένος χαρακτήρας, τουλάχιστον στον βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες του μυθιστορήματος.

Η λέξη που ίσως καλύτερα συνοψίζει την αναγνωστική αίσθηση που το βιβλίο δημιούργησε και άφησε ως κατάλοιπο στη μνήμη μου είναι η παράνοια. Αλλά, και η ίδια η εποχή που ζούμε κάπως έτσι δεν μοιάζει και μάλιστα ολοένα και περισσότερο, θέλω να πω πως από παλιά μιλάμε για μια παρανοϊκή εποχή, ωστόσο, κοιτάζοντας πίσω, από το σήμερα, μοιάζει σχεδόν αφελές κάτι τέτοιο, τώρα είναι, σκεφτόμαστε, η πραγματική παράνοια, κάτι που θα το λέμε και αργότερα, ωστόσο.

Και αν το Κολυμπώντας, εκεί που η Οτσούκα κατασκευάζει έναν άλλο μικρόκοσμο, εκείνον ενός κολυμβητηρίου, ως ένα σχήμα για να μιλήσει για τη μνήμη, ανάμεσα σε άλλα, με έναν τόνο πιο λυρικό, χαμηλότονο και υπαινικτικό, η Κέσσλερ κρατάει πατημένο το γκάζι από τις πρώτες κιόλας σελίδες, η μουσική ακούγεται στη διαπασών, δίνοντας έναν φρενήρη ρυθμό, η παράνοια ολοένα και περιτριγυρίζει σφίγγοντας τον κλοιό.

Η σάτιρα είναι κάτι που στα κατάλληλα χέρια μπορεί να αποδειχτεί τρομερό αφηγηματικό και γενικότερα κατασκευαστικό όπλο, η παράνοια, άλλωστε, έχει και μια πλευρά η οποία προκαλεί ένα αμήχανο γέλιο, συχνά έντονο, τη στιγμή που μοιάζει να μας χαρίζει το προνόμιο του εξωτερικού και σε ασφαλές περιβάλλον παρατηρητή, σας αυτός ο κόσμος να μην είναι αυτός στον οποίο κατοικούμε, σαν εμείς να είμαστε από άλλο υλικό φτιαγμένοι, σαν η συνθήκη να μην είναι τόσο οριακή. Είναι πιο εύκολο στους άλλους να παρατηρήσουμε τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν και τις συνέπειές τους στη ζωή τους. Η Κέσσλερ δεν στέκεται απόμερα από την αφηγήτριά της, δεν την κοιτάζει και δεν την αντιμετωπίζει εκ του ασφαλούς, ξέρει/νιώθει/αισθάνεται πως και εκείνη στον ίδιο κόσμο ζει, δεν ξέρω αν είναι απλή ενσυναίσθηση ή επίγνωση της συνθήκης, αλλά καταφέρνει να μην τη μετατρέψει σε μια φουλ στερεοτυπική καρικατούρα, μια τρελή σκύλα στην αρένα με τη συγγραφέα και τους αναγνώστες να την παρατηρούμε από τις εξέδρες. Συχνά ο εχθρός μας ενοικεί, παρά τα όσα καθησυχαστικά μας ψιθυρίζει, εσύ, μας λέει, δεν είσαι έτσι, εσύ είσαι διαφορετικός, εσύ θα τα καταφέρεις να ξεφύγεις, εσύ μπορείς, τι σχέση έχεις με αυτούς όλους εκεί έξω.

Έχουμε και λέμε λοιπόν: η Κέσσλερ ξεκινάει από τον τόπο, το γυμναστήριο, και το χρησιμοποιεί άκρως λειτουργικά, έχει έναν χαρακτήρα, που τον βοηθάει να ξετυλιχθεί ικανοποιητικά μπροστά στα μάτια μας, έχει μια ιστορία να πει και τη λέει, έχει όμως και μια ευρύτερη διερευνητική ματιά απέναντι στα πράγματα την οποία και προσθέτει ομαλά χωρίς να παραφορτώνει το μυθιστόρημα. Όλα αυτά μας δίνουν ένα ωραίο μυθιστόρημα, απολαυστικό, φρέσκο και σύγχρονο, επίσης.

υγ. Για το Κολυμπώντας έγραφα αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδόσεις Δώμα 

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Λογαριασμοί που κλείνουν για να μείνουν ανοιχτοί (μέρος Β')

Και αυτές οι λίστες, πώς μεγαλώνουν, με τρόπους διάφορους, της επιμονής και της συγκυρίας, μεταξύ άλλων, αλλά κυρίως: διαβάζοντας· γεγονός που διόλου, αν και φαινομενικά, παράδοξο δεν είναι, διαβάζοντας, λοιπόν, οι λίστες αντί να μικραίνουν μεγαλώνουν. Διάβασες ένα βιβλίο, σου άρεσε, τσεκάρεις την υπόλοιπη εργογραφία, ποια έχουν μεταφραστεί, ποια κυκλοφορούν, η λίστα μεγαλώνει, ένας ακόμη συγγραφέας. Να μια εκδοχή των πραγμάτων.

(το μέρος Α' το βρίσκετε εδώ)

Βιβλίο ΙΙΙ, Η βροχή και άλλα παιδιά, Ροδρίγο Ρέι Ρόσα, μτφρ. Μαρίνα Διάφα, Γιάννα Σκαρβέλη, εκδόσεις Μαγια

Στις αρχές του καλοκαιριού διάβασα τη Σεβερίνα του Ροδρίγο Ρέι Ρόσα (μτφρ. Καλυψώ Αγγελοπούλου, εκδόσεις Κυψέλη), με τον τρόπο της υποβλητική, ίσως και λόγω επαγγελματικής συγγένειας με τον αφηγητή, υπάλληλος σε βιβλιοπωλείο και εκείνος, μια ερωτική ιστορία στην κόψη της παρανομίας και της εκμετάλλευσης, παλπ και στακάτος ρυθμός, ισορροπία ανάμεσα στον σκληρό ρεαλισμό και τον αναχωρητισμό, ένα ερωτεύσιμο αερικό, με λίγα λόγια μου άρεσε πολύ το βιβλίο αυτό. Κάπου εκεί γύρω κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Κώστα Αθανασίου η Μυστική φυλακή, μια καλοδεχούμενη συγκυρία!

Ψάχνοντας περισσότερα για τον συγγραφέα, εντόπισα μια παλιότερη έκδοση, του 1994, με τίτλο Η βροχή και άλλα παιδιά, η οποία στην ουσία είναι η έκδοση σε έναν τόμο των πρώτων δύο συλλογών με διηγήματα του Ρόσα. Δεν έχω καταφέρει ακόμα να σιγουρευτώ για το πού μπαίνει ο τόνος στις εκδόσεις Μάγια/Μαγιά, και οι δύο εκδοχές μου αρέσουν, ίσως η έλλειψη τόνου να είναι μέρος του παιχνιδιού, όπως και να έχει λειτούργησαν με έδρα τη Θεσσαλονίκη στα πέριξ της δεκαετίας του '90. Δεν κουράζομαι ποτέ να λέω πόσο τυχεροί, σε άλλα τόσο άτυχοι, είμαστε όσον αφορά τη λογοτεχνία στον τόπο μας, η πολυτέλεια να υπάρχουν τόσο πολλές και τόσο καλές επιλογές για όλα τα γούστα. Με λίγο ψάξιμο, να μην τα πολυλογώ, το βρήκα. Αποφάσισα να πιάσω το νήμα από την αρχή, σύντομα θα ακολουθήσει η Μυστική φυλακή.

Για τον Ρόσα είχε εκφραστεί με κολακευτικά λόγια ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, ωστόσο, υπάρχει ακόμα ένας τεράστιος συγγραφέας, τέτοιος υπήρξε ο Πολ Μπόουλς, που μάλλον στην Ελλάδα δεν αναγνωρίστηκε στο βαθμό που του αναλογούσε, ο οποίος, εκτός από φιλικές σχέσεις μαζί του, μετέφρασε στα αγγλικά κάποια από τα πρώτα έργα του, τι παράσημο!

Η έκδοση περιλαμβάνει 37 διηγήματα, μικρού σχετικά μεγέθους στην πλειοψηφία τους, τα οποία διέπονται από την συνύφανση δύο κόσμων, που τουλάχιστον στα μάτια του μακρινού παρατηρητή χαρακτηρίζουν τη Λατινική Αμερική, όπως αυτή αποτυπώνεται λογοτεχνικά, ιδιαίτερα μετά την επέλαση του μαγικού ρεαλισμού αλλά και την επιρροή του φαινομένου Μπόρχες, ένας κόσμος μαγικός, ανοιχτός στο παράδοξο και το παράλογο, αλλά και τον σκληρό ρεαλισμό μιας περιοχής με μεγάλη παράδοση στην πολιτική αστάθεια, στην οικονομική δυσπραγία, στη μεταποικιακή πραγματικότητα, χώρες των ανισοτήτων και της βίας. Ο Ρόσα, στα πρώτα του αυτά διηγήματα, περισσότερο από το προσωπικό του στυλ, ευδιάκριτο αλλά όχι ιδιαίτερα προσωπικό, ίσως η μεσολάβηση των χρόνων να παίζει τον ρόλο της, ορίζει τα όρια της επικράτειας εντός της οποίας επιθυμεί να κινηθεί λογοτεχνικά, τους μικρόκοσμους εντός της πραγματικότητας που θέλει να χτίσει, και αυτό είναι που διέπει τα διηγήματα των δύο συλλογών, το κακό και ο έρωτας, η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς, μια σκοτεινή ματιά χωρίς να εγκλωβίζεται στον εξωτισμό, διηγήματα ψηφίδες, διηγήματα κεφάλαια, διηγήματα γέφυρες, προλογίζουν και προοικονομούν ένα μυαλό που γεννά ιστορίες, τις πρώτες καταχωρήσεις σε μια εργογραφία που μένει να εξελιχθεί.

υγ. Για τη Σεβερίνα, περισσότερα θα βρείτε εδώ.  Για βιβλία του Πολ Μπόουλς: Τσάι στη Σαχάρα εδώ, Ψηλά πάνω από τον κόσμο εδώ, Ο καιρός της φιλίας εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 

Βιβλίο IV, Το μεγάλο όνειρο του παραδείσου, Σαμ Σέπαρντ, μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδόσεις Καστανιώτη 

Όταν διάβασα το Ο άλλος μέσα του, δεν ήμουν προετοιμασμένος γι' αυτό που θα μου συνέβαινε, κανείς δεν είχε βρεθεί να με προειδοποιήσει, μια καινούρια έκδοση, κάτι μου έλεγε το όνομα του συγγραφέα, δεν άργησα να φτάσω στο Παρίσι, Τέξας, αυτό ήταν, το αγόρασα, το διάβασα, σοκ και δέος. Είμαστε στο 2019, δύο χρόνια αφού ο Σέπαρντ είχε φύγει από τη ζωή, και αυτό αποδείχτηκε το καλύτερο βιβλίο που διάβασα σύμφωνα με εκείνη την ετήσια απογραφή. Κάποιος, ενώ μοιραζόμουν το δέος, μου είπε πως επρόκειτο να κυκλοφορήσει και το τελευταίο βιβλίο του που εκδόθηκε, ακόμα τίποτα. Πέρασαν κάποια χρόνια, το βιβλίο ακόμα έστεκε μέσα μου, επανερχόταν στην ασθενή μου μνήμη διαρκώς, ωστόσο παρότι συγκέντρωσα, καλό μυρμήγκι είμαι ώρες και φορές, και άλλα βιβλία του, έφτασε το περσινό καλοκαίρι για να νιώσω την ανάγκη καταφυγής σε κάτι ακόμα δικό του, τα Χρονικά των Μοτέλ.

Είναι σωτήριο, στο όριο της υπερβολής κινούμαι και το ξέρω, να υπάρχει στη βιβλιοθήκη σου κάποιο αδιάβαστο βιβλίο ενός συγγραφέα που ξέρεις πως θα σε συντρέξει όταν η ανάγκη παρουσιαστεί. Και φέτος, σχεδιάζοντας το πλάνο διακοπής, με έκανα εικόνα να διαβάζω ένα διήγημά του και ύστερα να κάνω μια βουτιά, και κάπως έτσι να περάσω μια ολόκληρη μέρα στη θάλασσα κυνηγώντας τη σκιά, να διαβάζω ένα διήγημα και να βουτάω, ίσως γιατί διαισθητικά πρόσμενα το εφέ Κάρβερ, που, δική μου επινόηση, έχει να κάνει με τον τρόπο που το κάθε διήγημα περνάει στο επόμενο, πως άλλα πρόσωπα σε άλλα σαλόνια ανεβαίνουν σε κάθε επόμενη σκηνή, αλλά είναι πάντα η ίδια ατμόσφαιρα, ο ίδιος καμβάς, η μια ιστορία μέσα στην άλλη, και ναι, κάθε ένα διήγημα, του Κάρβερ, αλλά και του Σέπαρντ στην προκειμένη περίπτωση, μπορεί με θαυμαστή άνεση να σταθεί μόνο του, ωστόσο η μαγεία να διαβάζεις διαδοχικά τα διηγήματα, ειδικά αν μεσολαβεί μια βουτιά σε ιδανικά προς το παγωμένη θάλασσα, αγγίζει άλλες σφαίρες αναγνωστικής απόλαυσης.

Και τα διηγήματα του Σέπαρντ επιτέλεσαν με θαυμαστή ακρίβεια τον ρόλο τους έτσι όπως τον είχα φανταστεί και επιθυμήσει, παρότι η θάλασσα ήταν ρηχή και ζεστή, εκείνα άφηναν ξέφτια από νήματα για να ενώνονται, κάθε ένα από εκείνα ακόμα ένα κομμάτι στο συνολικό παζλ. Περιττό να μιλήσω για την τεχνική αρτιότητα, βαρετό να αναφερθώ σε κάθε μία από τις επιμέρους πλοκές. Για μια ώρα ανάγκης έχω στη βιβλιοθήκη το Διασχίζοντας τον παράδεισο, ίσως για κάποια επόμενη διακοπή, για κάποια επόμενη θάλασσα.

υγ. Ακόμα μια χρονιά ξεκινά, ακόμα μια φορά δεσμεύομαι στον εαυτό μου πως θα διαβάσω επιτέλους Λουσία Μπερλίν.
υ.υγ. Για το Ο άλλος μέσα του, περισσότερα θα βρείτε εδώ, για τα Χρονικά των Μοτέλ εδώ. Για τα βιβλία του Κάρβερ, Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη εδώ, για το Ελέφαντας εδώ.
υ.υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!