Στέκουν τα χρόνια πίσω, αρκετά πια, κάποιοι συγγραφείς εξέδωσαν ενώ υπήρχε ο τόπος αυτός, ενώ συνέβαινε αυτό που ύστερα από το πρώτο κείμενο συνέβη κι ακόμα συμβαίνει, εξέδωσαν ξανά, επεσήμανες, διέκρινες, μοιράστηκες, αγάπησες, μια διπλή πορεία, παράλληλη, που οι ροές της έρχονταν να συναντηθούν σε κάθε έκδοση/ανάγνωση, ποιοι ήσασταν και ποιοι είστε, πώς διαβάζατε, πώς γράφατε, πώς διαβάζετε και πώς γράφετε, με τις εναλλαγές στα υποκείμενα των πράξεων, και εκείνος διάβαζε, και εσύ έγραφες, και εναλλάξ. Όταν ανακοινώθηκε το επόμενο πεζογραφικό βιβλίο τού Άκη Παπαντώνη, Στα θερμοκήπια του Αυγούστου, πρόλαβες ταυτόχρονα να ενθουσιαστείς και να απογοητευτείς, ένα καινούριο βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων ωστόσο, που δεν είναι του ακριβούς γούστου σου, σχημάτισαν ζευγάρι οι δυο τους, τα βήματα οδήγησαν στην ανάγνωση, έστω και μόνο για την εποπτεία, σκέφτηκες, την παρατήρηση στην εξέλιξη και την πρόοδο, στη συνάντηση των ροών, έστω και μόνο γι' αυτό, οι προσδοκίες ζήτησαν δικαίωμα, δεν άνοιξαν στο τραπέζι τα φύλλα τους. Έτσι σου συνέβη.
«Δεν ήξερες ακόμη να το πεις, αλλά ήσουν ερωτευμένος:» δεν περίμενες αυτή τη φαινομενικά ευθεία απεύθυνση, αυτό το εσύ σε βρήκε απροετοίμαστο, σε πήρε από το χέρι, σε οδήγησε.
Συνηθίζεις να λες πως ένα από τα χαρακτηριστικά της μικρής φόρμας που σε δυσκολεύει είναι η τυχαία συνύπαρξη στο πλαίσιο μιας έκδοσης, η απουσία συνδετικού ιστού και ενότητας, και αυτή η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση, όχι στον αναγνώστη, όχι σε κάποιο τρίτο πρόσωπο, αλλά στο κυρίως πρόσωπο της κάθε μικροπλοκής, αυτό το μη αναμενόμενο εσύ, παρέσυρε και διέλυσε το ανάχωμα των επιφυλάξεων, απλώθηκε ένας ενιαίος καμβάς πάνω στον οποίο οι ιστορίες τοποθετήθηκαν, το ύφος και η γλώσσα, εν πολλοίς γνώριμα, ήταν επίσης εκεί στην υποστήριξη της κατασκευής, ένας γνωστός από χρόνια που συναντάς και έχει καινούρια πράγματα να σου πει, αναγνωρίζεις τη φωνή και τις χειρονομίες, διακρίνεις τον χρόνο που μεσολάβησε.
Συνηθίζεις να αντιμετωπίζεις, δεν το παραδέχεσαι, σπάνια το επικοινωνείς, τη μικρή φόρμα ως μια σειρά από μυθιστορηματικές δυνατότητες που δεν κάρπισαν, μια σειρά από δοκιμές, υποβαθμίζεις έτσι κάτι που δεν είναι του γούστου σου, που δεν το κατανοείς, ωστόσο και ταυτόχρονα, αφήνεις να εννοηθεί πως η έκδοση μιας συλλογής διηγημάτων είναι μια γέφυρα χρόνου ανάμεσα στο προηγούμενο και το επόμενο βιβλίο ενός συγγραφέα, όταν όμως συμβεί, όπως τώρα δα συνέβη, να διαβάσεις μια συλλογή διηγημάτων, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, για τη συνάντηση, την εποπτεία, την περιέργεια, τη διαδρομή με το λεωφορείο, παραδείγματα όλα αυτά, όταν λοιπόν συμβεί όπως τώρα δα συνέβη να διαβάσεις μια συλλογή διηγημάτων και με εξασθενημένη την άμυνα, αφημένη την προσδοκία, προχειροφτιαγμένο τον ορίζοντα προσδοκιών, ακόμα κάτοικος του προηγούμενου μυθιστορήματος, περιμένοντας τα κλειδιά για το επόμενο, όταν λοιπόν συμβεί όπως τώρα δα συνέβη να διαβάσεις μια συλλογή διηγημάτων και η πρώτη απεύθυνση να σε πετύχει ανυποψίαστο διαβάτη, δεν ήξερες ακόμα να το πεις αλλά ήσουν, γυρίζεις το κεφάλι, αναρωτιέσαι αν σε σένα κατευθύνεται, βρίσκεσαι στα θερμοκήπια του Αυγούστου, προσαρμόζεσαι χωρίς κόπο τελικά στο μικροκλίμα και περιφέρεσαι στις διάφορες αράδες.
Είπες για δοκιμές. Τα δικά σου λόγια είναι. Το είπες με κάποιο υπονοούμενο, σίγουρα όχι ουδέτερα. Δοκιμές, λοιπόν. Ο συγγραφέας δοκιμάζει και οι δοκιμές συνέχουν τα διηγήματα, τι έχεις να πεις τώρα; Σκέφτεσαι τον Παπαντώνη πειραματιστή βιολόγο, με ρόμπα λευκή, πλαστικά γυαλιά, κλεισμένο σ' ένα εργαστήριο. Το ένα διήγημα δίνει τη θέση του στο επόμενο. Βρίσκεσαι στα ανοιχτά των μέσα σελίδων. Το ένα διήγημα εισέρχεται στο επόμενο, πέρα από τον εκάστοτε τόπο και χρόνο, πέρα από την εναλλαγή των προσώπων, πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις θυμάσαι τον Κάρβερ, τη Μπερλίν ακόμα την έχεις αδιάβαστη, θυμάσαι τον Κάρβερ, που ο Παπαντώνης αγαπά, ανθολόγησε και μετέφρασε κάποια ποιήματά του παλαιότερα, θυμάσαι τον Κάρβερ γι' αυτό το συναίσθημα, πως μια πόρτα ανοίγει και τα πρόσωπα αλλάζουν σαλόνι, κάτι διακόπτεται και κάτι άλλο συνεχίζεται, και άλλη μια πόρτα ανοίγει, πότε κλείνει πίσω τους και πότε μένει, λίγο ή πολύ, ανοιχτή.
Όταν διαβάζεις διηγήματα που σου αρέσουν, ναι συμβαίνει αυτό, επαναλαμβανόμενο κλισέ χρησιμοποιείς τα σχετικά με το παγόβουνο, πόσο φαίνεται και πόσο δεν φαίνεται αλλά υπάρχει παγωμένη μάζα κάτω από την επιφάνεια, το αισθάνεσαι, είναι και αυτός ένας τρόπος να προσεγγίσεις κάτι, όσο καλά ορισμένο από τη θεωρία και αν είναι δεν παύει να είναι τελικά απροσδιόριστο, αφού μια αίσθηση είναι η πύκνωση, το σφίξιμο, το τίποτα που δεν περισσεύει, το κάθε τι που είναι στην κατάλληλη θέση, η λεπτοδουλειά. Ο Παπαντώνης, πάντα με ρόμπα λευκή, πλαστικά γυαλιά, κλεισμένος σ' ένα εργαστήριο, δοκιμάζει τις υποσημειώσεις ως ένα πεδίο διερεύνησης, ως μια επιφάνεια ανάδυσης μικρών κομματιών πάγου από το αθέατο σύμπαν της κάθε ιστορίας, κάτι που συνέβη, μία παρέκβαση και ύστερα άλλη μία, τι από αυτά που συνέβησαν μπορεί άραγε να είναι άσχετο με όσα τώρα εξιστορούνται; Και αυτές οι δοκιμές, τα δικά σου λόγια είναι, το υπονοούμενο και η μη ουδετερότητα, επίσης, εξαρχής αποδεικνύονται λειτουργικές, πετούν από πάνω τους τη σκόνη της επεξήγησης, τον μανδύα του μεταφραστή ή του επιμελητή, ο συγγραφέας είναι εδώ που τις χρησιμοποιεί οργανικά και όχι προσθετικά, δοκιμάζεις στο τέλος της ανάγνωσης να επιστρέψεις και να διαβάσεις τις υποσημειώσεις αυτές στη σειρά, πώς θα ήταν μια συνεχής υποσημείωση ως ένα αυτόνομο κείμενο, και να που λειτουργεί, με έναν τρόπο ιδιότυπο, αλλά λειτουργεί, ένα διήγημα προστίθεται στη συλλογή και εσύ έχεις περάσει για τα καλά στην επικράτεια της υποψίας και της απόδοσης προθέσεων, η ανάγνωση πράξη ενεργητική, το έργο όταν φύγει από τα χέρια του δημιουργού αυτονομείται, η πολυσημία της λογοτεχνίας, να μερικά ακόμα κλισέ.
Συνεχίζεις να δοκιμάζεις βόλτες σε γειτονιές που δεν είναι, λες, του γούστου σου (και) γιατί ενίοτε συμβαίνει αυτό που τώρα δα συνέβη με αυτή τη γειτονιά, κάπως έπεφτε το φως, κάπως έστριψες σ' ένα στενό, κάπως συνέβη να ανασκουμπωθείς, η έκπληξη που κανείς πια δεν μοιάζει να τη θέλει, όχι συναγερμοί και όχι εκπλήξεις παρακαλώ, λέει εκείνο το τραγούδι, τότε τις ήθελες, τις αποζητούσες, κάτι να διαρρήξει την ανία και το αναμενόμενο, μεγάλωσες και δεν τις θες, το τηλέφωνο από άγνωστο νούμερο, ένα μήνυμα από μια υπηρεσία, μια γραφειοκρατική πρόκληση, μια ζημιά, μια αναταραχή, ένας θάνατος, μια απόλυση, ένα κακό, ανησυχαστικό μαντάτο, να τι είναι, ή σκέφτεσαι πως είναι, οι εκπλήξεις πια, εσύ και άλλοι πολλοί, αλλά κάτι από τα παλιά υπάρχει, κάτι που ίσως στα εργαστήρια οι βιολόγοι εντοπίζουν στον καρυότυπο, κάτι υπάρχει ακόμα, κάτι παιδικό ίσως, εφηβικό ή νεανικό, τέλος πάντων, κάτι υπάρχει ακόμα στο ανασκούμπωμα της έκπληξης, μια μετακίνηση, λίγο ακόμα καύσιμο για τις επόμενες βόλτες έξω από τη ζώνη ασφάλειας, και αυτά τα βιβλία, οι εκπλήξεις, που σε βρίσκουν απροετοίμαστο και βαρύθυμο, σε διεγείρουν, τα φύλλα έπεσαν στο τραπέζι, η κέντα, νομίζω, είναι ένας καλός συνδυασμός.






