Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Ο εχθρός - Emmanuel Carrére

Το περασμένο καλοκαίρι, τόσο μακρινό πια. 

Μου είχαν πει πως στο νησί έχει ένα όμορφο και ενημερωμένο βιβλιοπωλείο, τεχνηέντως ξέμεινα από βιβλία, λες και χρειαζόμουν αφορμή, αλλά μια τάση στη δικαιολογία πάντοτε υπάρχει, το επισκέφθηκα, ο λόγος για το Σηματολόγιον στο Κάστρο της Σικίνου, όμορφο και ενημερωμένο όντως, αγόρασα το μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα Ο εχθρός, την επόμενη μέρα επέστρεψα.

Ο Εμμανουέλ Καρρέρ είναι ένας από εκείνους τους συγγραφείς των οποίων έχω διαβάσει λιγότερα βιβλία αναλογικά με το πόσο μου άρεσαν τα βιβλία τους αυτά. Για την ακρίβεια έχω διαβάσει μόλις δύο (Το μουστάκι, Γιόγκα), που μου άρεσαν πάρα πολύ, ενώ κυκλοφορούν αρκετά, εδώ και χρόνια, στα ελληνικά. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιο συγκεκριμένο λόγο για το γεγονός αυτό πέρα από την τυχαιότητα, δεν έχει μάλλον και τόση σημασία τώρα που το σκέφτομαι. Τυχαιότητα, καλοδεχούμενη, υπήρξε και το γεγονός πως στο ράφι ενός βιβλιοπωλείου στη μέση του πελάγους βρήκα ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2000. Το τράβηξα από το ράφι.

Ο Καρρέρ θεωρείται ένας από τους πλέον διάσημους και ικανούς συγγραφείς της αυτομυθοπλασίας, είδος στο οποίο αναγνωρίστηκε και αγαπήθηκε, πριν ακόμα οριστεί ως είδος, όταν ακόμα όλα αυτά τα βιβλία ανήκαν στο χώρο της αυτοβιογραφικής λογοτεχνίας. Βέβαια, Ο εχθρός δεν ανήκει στην αυτομυθοπλασία αλλά στη μη μυθοπλαστική μυθιστορία, ελαφριά ίσως η διαφορά, αλλά αφού υπάρχουν οι ταμπέλες ας τις χρησιμοποιήσουμε. Κάθε φορά που αναφέρομαι σε έργα μη μυθοπλαστικής μυθοπλασίας θα αναφέρομαι στις απαρχές του είδους: Επιχείρηση σφαγή του Ροδόλφο Ουόλς και Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε.

Από το οπισθόφυλλο: Στις 9 Ιανουαρίου 1993, ο Ζαν-Κλωντ Ρομάν σκότωσε τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τους γονείς του, και επιχείρησε να αυτοκτονήσει. Η ανάκριση αποκάλυψε πως δεν ήταν γιατρός, όπως διατεινόταν, και, κάτι ακόμα πιο δύσκολο να πιστέψει κανείς, ότι δεν ήταν και τίποτε άλλο. Εξαπατούσε επί δεκαοκτώ χρόνια, και αυτό το ψέμα δεν κάλυπτε τίποτα. Καθώς πλησίαζε η ώρα της αποκάλυψης, προτίμησε να δολοφονήσει τους ανθρώπους των οποίων δεν θα μπορούσε να αντέξει το βλέμμα.

Ο Καρρέρ, αφού διαβάσει την ιστορία στις εφημερίδες, θα επικοινωνήσει μαζί του, θα μοιραστεί μαζί του την ιδέα του να γράψει ένα βιβλίο με την ιστορία του, αρχικά ο Ζαν-Κλωντ Ρομάν θα αρνηθεί, αργότερα θα αλλάξει γνώμη. Αυτό είναι το βιβλίο της ιστορίας αυτής.

Η στυγερή δολοφονία πέντε ατόμων της οικογένειάς του από μόνη της δεν θα ήταν αρκετή για να τραβήξει την προσοχή του Καρρέρ, η μυθοπλασία και η πραγματικότητα διαθέτουν πιο ικανούς δολοφόνους, άλλωστε. Εκείνη όμως η εν κρυπτώ ζωή, η ένδυση μιας κανονικότητας, ένας άντρας μεσήλικας που κάθε πρωί παίρνει το αυτοκίνητο για να πάει στη δουλειά του, αφού πρώτα ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις του ως πατέρας και σύντροφος και γιος, και δεν πάει πουθενά, απλά περιμένει να περάσει η ώρα ώστε να σχολάσει από το τίποτα και να γυρίσει σπίτι όπου θα αφηγηθεί ή θα αφήσει να εννοηθεί μια ακόμα μέρα στη δουλειά, γύρω από το οικογενειακό τραπέζι εκεί όπου το κάθε μέλος φέρνει τη μακριά από την εστία ζωή. Και κατάφερνε να ζει εν κενώ εν κρυπτώ επί δεκαοχτώ χρόνια. Αυτό που αν ήταν αποτέλεσμα της φαντασίας ενός συγγραφέα θα έμοιαζε τραβηγμένο από τα μαλλιά, διόλου αληθοφανές και ελάχιστα πειστικό, ικανό να διαρρήξει την όποια αφηγηματική απόπειρα, η πραγματική ζωή, το ρεπορτάζ του συνόλου του τύπου, το προσφέρει στο πιάτο και ο Καρρέρ δεν μπορεί να χάσει την ευκαιρία.

Η ευκαιρία μόνο κατά ένα μέρος έχει να κάνει με την αφήγηση της ιστορίας αυτής, εκείνο που πραγματικά ενδιαφέρει τον συγγραφέα είναι να εξερευνήσει τον Ζαν-Κλωντ Ρομάν, να επιχειρήσει να δώσει απαντήσεις προς διάφορες κατευθύνσεις, κυρίως προς εκείνη της επιτυχίας του εγχειρήματος για τόσα χρόνια, τι σκέφτεται ένας άνθρωπος όπως αυτός, πώς ζει, τι νιώθει, ποιος είναι τελικά; Και αυτή η κατεύθυνση αποδίδεται άψογα στην αφήγηση, χωρίς να λείπουν και τα πραγματολογικά στοιχεία, αν και για χάρη της αναγνωστικής απόλαυσης, η σύγχυση ανάμεσα σε πραγματικά και φανταστικά επεισόδια της ζωής του Ρομάν είναι κάτι παραπάνω από καλοδεχούμενη, η απαραίτητη σύμβαση ώστε να προκύψει ένα βιβλίο όπως αυτό το οποίο ακριβώς σε ένα πλήθος ερωτημάτων, υποθέσεων και γεφυρωμάτων αυτών εξ αρχής, όσο ακόμα ήταν μια ιδέα, πάτησε.

Η κατασκευή του ίδιου του βιβλίου είναι εγκιβωτισμένη εντός της αφήγησης που αποτελεί το βιβλίο, όλα τα συστατικά της συγγραφής βρίσκονται σε πλήρη θέα, η αρχική ιδέα, η εξέλιξή της, το κλείσιμό της δίνονται παράλληλα με την αφήγηση. Τον Καρρέρ διόλου δεν τον ενδιαφέρει η ηθογραφία, δεν επιχειρεί γενικά και αόριστα να διερευνήσει το κακό, να εντοπίσει τις απαρχές του, τα κίνητρα ή τα αίτια. Ο τύπος και η δικαιοσύνη ανέλαβαν αυτό το κομμάτι άλλωστε, η κοινωνία επίσης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα Ο εχθρός να μπορεί να σταθεί ως ένα μυθιστόρημα, ένα μη μυθοπλαστικό σε μεγάλο βαθμό μυθιστόρημα, ένας συγγραφέας που βλέπει η πραγματικότητα να του χαρίζει έναν χαρακτήρα που δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να φανταστεί. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης αρκετές φορές θυμήθηκα τον Απατεώνα του Χαβιέρ Θέρκας, μια εκλεκτή διακειμενική σύνδεση. Θυμήθηκα ωστόσο και το υβριδικό κατασκεύασμα του Ευσταθιάδη, Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά, διαβάζοντας την ιστορία αυτή, απίστευτη έτσι και αλλιώς, ο σημερινός αναγνώστης, εκτός όλων των άλλων, προσπαθεί να θυμηθεί, αν ζούσε τότε, αλλιώς δύσκολα μπορεί να φανταστεί, πώς ήταν η ζωή κάποτε, πώς κάποιος μπορούσε για δεκαοκτώ χρόνια να ζει μεταμφιεσμένος, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια να τα καταφέρνει, σήμερα κάτι τέτοιο, υπό την επέλαση του ψηφιακού στίγματος, θα ήταν αδύνατο, μέχρι η πραγματικότητα να μας χαρίσει κάποιον σύγχρονο Ζαν-Κλωντ Ρομάν δηλαδή.

υγ. Για το Μουστάκι περισσότερα θα βρείτε εδώ, για τη Γιόγκα εδώ. Για το Επιχείρηση σφαγή εδώ, για το Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους εδώ, για τον Απατεώνα του Θέρκας εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δημήτρης Δημουλάς
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

 


Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Για τα αναφιλητά ενός υποχόνδριου άνευ θυρεού



Εξ αρχής αυτά τα δύο βιβλία, ο Υποχόνδριος του Στέλιου Παπαγρηγορίου (εκδόσεις Κυψέλη) και τα Αναφιλητά τού Γιώργου Δούλου (εκδόσεις Έρμα), απέκτησαν ιδιότητες διδύμου στο μυαλό μου, αφού πρώτα διαμορφώθηκε η επιθυμία να τα διαβάσω.

Προηγήθηκε ο Υποχόνδριος με τον προσδιοριστικό υπότιτλο: νοσοβιογραφία. Ύστερα από κάποιες σελίδες, μου άρεσε αυτό που διάβαζα, αναζήτησα τον συγγραφέα, είδα πως έχει γράψει και άλλα βιβλία, δεν το(ν) γνώριζα, έψαξα και τις μουσικές του, ούτε αυτές γνώριζα, επέστρεψα στην ανάγνωση. Στην είσοδο με καλωσόρισε ένα απόσπασμα από Τα στοιχειώδη σωματίδια του Μισέλ Ουελμπέκ, υπογραμμισμένο και από μένα στη δική μου ανάγνωση, «Τα μόνα γεγονότα που σου απομένουν να ζήσεις είναι ιατρικής τάξεως». Η αγάπη του, αυτό το παράδοξο για τον Ουελμπέκ ουσιαστικό, για τον Σοπενχάουερ είναι δεδομένη, άλλωστε, το παραπάνω απόσπασμα απλά την επισημαίνει.

Μια κακοήθεια στον θυρεοειδή αδένα δίνει τέλος στην υποχονδρία από την οποία έπασχε ο αφηγητής, αυτό που φοβόταν συνέβη, μια ασθένεια του χτύπησε την πόρτα, το φοβόταν ή το ήλπιζε, δεν ξέρω, βρίσκω τη γραμμή ιδιαιτέρως λεπτή, όση εκείνη ανάμεσα στο θα αρρωστήσω σίγουρα και στο είμαι άρρωστος σίγουρα, κάτι (θα) έχω. Μια νοσοβιογραφία, το εξώφυλλο δίνει την ειδολογική απάντηση, αν αυτό έχει κάποια αξία κατά την ανάγνωση, μια νοσοβιογραφία περιλαμβάνει: ένα μεγάλο μέρος εαυτού —υποκείμενο πρωταγωνιστικό, το πάσχον σώμα—, επιστημολογία —δείκτες, διαγνώσεις, θεραπείες, προσδόκιμα—, αλλά και μια καταβύθιση στον ψυχισμό δια μέσου (και) της λογικής. Χωρισμένη σε μικρά κεφάλαια η αφήγηση κινείται ανάμεσα στο (ψευδο)αυτομυθοπλαστικό και το δοκίμιο, αυτό και αυτό με τη σειρά του, αναπόφευκτα. Αναλήψεις από τον ταμιευτήρα του υποχόνδριου παρελθόντος, καταθέσεις από το παρόν της εν εξελίξει μάχης, η φθορά, αναπόφευκτη και όμως τόσο εκπληκτική, ο θάνατος στο τέλος της διαδρομής, μόνη βεβαιότητα.

Όταν κάποιος γύρω μας αρρωσταίνει, η συμβουλή είναι οικουμενικά σύμφωνη: προσπάθησε να διατηρήσεις την ψυχραιμία σου. Ένα χτύπημα στην πλάτη, ενίοτε. Αλλά και: δες το σαν μια δοκιμασία, μην απελπίζεσαι/αγχώνεσαι, μην το βάζεις κάτω, η επιστήμη έχει προοδεύσει, είσαι τυχερός γιατί θα μπορούσε, η ψυχολογία παίζει καθοριστικό ρόλο, να το θυμάσαι. Ο συγγραφέας Παπαγρηγορίου διατηρεί την ψυχραιμία του κατά την κατασκευή, πετυχαίνει αρμονία και ισορροπία στα συστατικά και τα μέρη, τις αναλογίες και τα υλικά, η νοσοβιογραφία δεν είναι κάτι απλό στην κατασκευή, όπως η νόσος δεν είναι κάτι το απλό στη βίωση, ούτε και ο υποχόνδριος βίος. Το συναίσθημα και η λογική, το μυθοπλαστικό και το δοκιμιακό, οι σκέψεις του υποκειμένου και τα δάνεια, η προσοχή να μη στεγνώσει το κείμενο εντελώς, αλλά και να μην γίνει συναισθηματικό νιανιά. Κυρίως η ισορροπία από την πτώση σε έναν παχύρρευστο μηδενισμό ή σε ένα βυθό ναρκισσισμού ή και κακόγουστου χιούμορ. Η ισορροπία αυτή, οριακή κάποιες στιγμές, είναι που κατά τη γνώμη μου καθιστά το κείμενο αυτό γοητευτικό στην ανάγνωση, προκλητικό κατά μία έννοια, καθώς δεν κινείσαι σε γνωστά και οικεία περιβάλλοντα, παρότι τα όσα αναφέρει είναι οικεία για κάθε σώμα και (τον φόβο για) τη φθορά του. Ένα σημείο κοινού εδάφους, η δανειοληψία από τις αναγνώσεις. Το αυτοδοκίμιο ως τρόπος αφήγησης του προσωπικού, ως αναγνώριση, ως παραδοχή των πηγών και των ριζών, ως πυξίδα που καθόρισε, αν και ακόμα το κάνει, το μονοπάτι, το αυτοδοκίμιο ως διερεύνηση των φίλτρων, της τυχαιότητας και της πρώτης ύλης από την οποία το υποκείμενο αποτελείται. Τα φανερά χαρτιά, όχι άσσοι κρυμμένοι στο μανίκι, όχι αφηρημένα ενδοκειμενικά κατάλοιπα, αλλά με βιβλιογραφία και συγκεκριμένα αποσπάσματα.

Ο Υποχόνδριος είναι ταυτόχρονα γνώριμος και ανοίκειος, η κατασκευή και η αφήγησή του, επίσης. Συγγενεύει/ανήκει σε ένα ευρύτερο αφηγηματικό κόρπους, υπό άνθιση τελευταία, αλλά δεν εξαχνίζεται εντός του, διατηρεί μια διακριτή αυτονομία, ξεχωρίζει χωρίς να φωνάζει, χωρίς να το εκβιάζει, ίσως γιατί καταστατικά αποδέχεται τη μη παρθενογένεση, γιατί τα δάνεια του/μας/μου είναι πολύτιμα.

Ακολούθησαν τα Αναφιλητά. Το πρωτόλειο συγγραφικό έργο ενός πολυσύνθετου δημιουργού, του Γιώργου Δούλου, πολυσχιδής μάλλον είναι η λέξη που ταιριάζει καλύτερα, με σπουδές στη θεατρολογία, ασχολείται με την κεραμική. Τα μπλε κεραμικά του τα είχα δει, δεν ήξερα πως είναι δικά του, ωστόσο.

Θα ήθελα να πω: σε κάθε ανάγνωση βουτάω γυμνός, χωρίς συμπράγκαλα. Είναι όμως ψέμα, αναπόφευκτα είναι. Το λέω αυτό γιατί τα συμπράγκαλα με βάραιναν ξεκινώντας και προχωρώντας την ανάγνωση, αναρωτιόμουν έντονα σχετικά με την ειδολογική κατάταξη του βιβλίου, ξεχνούσα να αναπνεύσω, να αφεθώ, να βρω ρυθμό. Το κείμενο ωστόσο με κρατούσε, η περιέργεια από μόνη της δεν θα ήταν αρκετή, ποτέ δεν είναι, παρά τα συμπράγκαλα, πόσα χρόνια είχα να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη και τώρα με έχει πιάσει εμμονή, η ανάγνωση για μένα διαθέτει κυρίαρχο το στοιχείο της απόλαυσης, δεν είμαι φιλόλογος, δεν νιώθω κριτικός, είμαι αναγνώστης, άλλωστε, έτσι ζω. Το κείμενο, λοιπόν, με κρατούσε, όχι πάντοτε χωρίς όχληση, κύρια εκείνη του κατακερματισμού, μου έλειπε μια συνοχή, που με τη σειρά της θα απαντούσε σε διάφορα που τα συμπράγκαλα αναζητούσαν, φτου και πάλι από την αρχή. Το κείμενο με κρατούσε, με κράτησε μέχρι το τέλος, σελίδα τη σελίδα η όχληση υποχωρούσε, η συγκεκριμένη περί κατακερματισμού, τουλάχιστον, τα συμπράγκαλα τα συνήθισα κάπως, η αναπνοή βρήκε ρυθμό, απόλαυση και χαλάρωση, επίσης βρήκα.

Ευτυχώς το κείμενο με κράτησε. Όχι, ευχολόγιο είναι αυτό, δεν ισχύει, πάμε πάλι: Επειδή το κείμενο με κράτησε και έφτασα ως το τέλος, μπόρεσα να νιώσω τα παραπάνω, συναισθηματικά ήμουν καλυμμένος, πλήρης. Κοίταξα το εξώφυλλο ξανά, αναφιλητά, να το ειδολογικό, έστεκε εξαρχής εκεί, τα μαρτυρούσε όλα. Ειδολογικά το βιβλίο αυτό είναι αναφιλητά, στιγμές χαοτικού αφήματος, στιγμές παύσης, πειθαρχίας, επιβολής στο συναίσθημα, καλώς την τη λογική σκέψη, άφημα, παύση, πειθαρχία, επιβολή, λογική, φτου και πάλι από την αρχή. Αυτό ήταν. Η κειμενοποίηση των αναφιλητών. Να και η δική μου λογική, να και τα συμπράγκαλα, να που ικανοποιούνται. Μετά την αλληλουχία καταστάσεων, ας περάσουμε στα συστατικά τους. Πατρότητα, σεξουαλικότητα, δημιουργία, ύπαρξη. Αναρωτιέμαι, αναζητώ στη μνήμη καλύτερα, αν θυμάμαι άλλο βιβλίο, ο τρόπος μου να παρατηρώ την ανθρώπινη εμπειρία, που να μιλάει για την πατρότητα, σίγουρα, λέω, θα υπάρχει, άσχετα αν δεν μου έρχεται, όχι ωστόσο με αυτό τον τρόπο, από αυτό το μονοπάτι.

Λέει κάπου ο Δούλος, σε ισορροπία συναισθήματος-λογικής, πως ένα από τα προβλήματα όταν αποκτάς παιδί είναι το βάρος, τα συμπράγκαλα καλή ώρα, που κουβαλάς από τις γενιές που προηγήθηκαν και από το γύρω περιβάλλον, η μονοσημία για το πώς οφείλεις να νιώσεις, για το πώς είναι σωστό να νιώσεις, με όρους απόλυτους, καλό κακό, σωστό λάθος, κανένα περιθώριο στην αμφιβολία, κανένα περιθώριο να τοποθετήσεις κάτι δικό σου στη νέα αυτή εξίσωση. Και έχει δίκιο, όχι μόνο στην πατρότητα συμβαίνει αυτό, αλλά αυτή είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα για το πώς ο κόσμος μπορεί να πέσει να σε φάει αν τολμήσεις να ξεστρατίσεις. Σε αυτό το σημείο ξεκλειδώνουν πολλά στο κείμενο, στην κατασκευή του, στην ψυχή του. Ο Δούλος λέει πως παλεύει για τον δικό του τρόπο απέναντι στην πεπατημένη οδό που δεν τον ικανοποιεί. Λέει επίσης πως η αμφιβολία είναι συνεχής, σε πολλά ζητήματα απαντά με ένα δεν ξέρω. Λέει πως προσπαθεί.

Τα Αναφιλητά λαμβάνουν χώρο εντός του άνωθεν πλαισίου σκέψης, η ζωή συναντά το έργο, αναπόφευκτα.

Μπορεί η αμφιβολία να συνέχει μια κατασκευή λόγου; Αναρωτιέμαι. Δεν ξέρω. Εξαρτάται από την κάθε περίπτωση, η εύκολη απάντηση είναι αυτή. Στα αναφιλητά συμβαίνει, αυτό ακριβώς είναι τα αναφιλητά, μια κατασκευή λόγου που τη συνέχει η αμφιβολία, που την παίρνει από το χέρι και την οδηγεί. Αποφεύγω να εισέλθω σε αυτοβιογραφικές λεπτομέρειες, εκτός κατασκευής δεν θα λειτουργούσαν, θεωρώ. Τα αναφιλητά έχουν μια αυθεντικότητα, να ένα σημείο κοινό με τον υποχόνδριο, με τον τρόπο τους αποτυπώνουν μια εποχή, τη σημερινή, που η αμφιβολία κρατάει τα ινία της επανάστασης απέναντι σε έναν κόσμο που διατυμπανίζει διαρκώς βεβαιότητες, που όλοι ξέρουν, που όλοι τα κάνουν όλα σωστά, που κανείς δεν κάνει λάθος, που κανείς δεν πέφτει, που κανείς δεν χτυπά, παρά μόνο ευθύνη άλλου. Και τι κάνουμε όλοι εδώ κάτω στον βούρκο του 608, πώς βρεθήκατε και εσείς εδώ;

Δεν θυμάμαι αν το λέει κάπου ο συγγραφέας ή αν είναι σκέψη δική μου, όπως και να έχει: η αμφιβολία, όπως και τα αντιπαραδείγματα, είναι μια πολύ καλή πυξίδα, ένας ακριβής γεωεντοπισμός, καθώς ανά πάσα στιγμή γνωρίζει το υποκείμενο της αμφιβολίας πώς και πού βρίσκεται, αντίθετα με την τυφλή βεβαιότητα.

Τα αναφιλητά εντέλει λειτούργησαν πλήρως αναγνωστικά αλλά και συναισθηματικά, τα διαχωρίζω παρότι εν πολλοίς ταυτίζονται αυτά τα δύο. Υπάρχουν κάποια κείμενα, και αυτό είναι ένα τέτοιο, που κατά τη διάρκεια και κυρίως μετά το τέλος της ανάγνωσης, μοιάζει να σου τείνουν μια πρό(σ)κληση, δοκίμασε και εσύ, μοιάζει να λένε, δεν το απαιτούν, σε καμία περίπτωση δεν το κάνουν. Η γραφή άλλωστε, παρά τα όσα λένε οι επικοινωνιολόγοι, πρώτα αφορά τον εαυτό, την εξόρυξη και την τήξη, το ασχημάτιστο φλου που παίρνει μορφή, ύστερα αυτό γυρεύει να επικοινωνήσει, το κάθε υποκείμενο γραφής έχει τους λόγους του επί αυτού. Και η αμφιβολία στη γραφή είναι γόνιμη, μακριά από θέσφατα και αποστειρωμένους κανόνες, όχι μόνο για το υποκείμενο της γραφής, αλλά και για τον δέκτη, δεν μιλάω για παρθενογένεση εδώ, αλλά για πολυσημία, για τη διαφορετικότητα της κάθε ανθρώπινης εμπειρίας, για μια καθησυχαστικά πλούσια παλέτα από αποχρώσεις στον καμβά (και) της δημιουργίας.

Τελικά το ένστικτό μου αποδείχτηκε σωστό. Κανένα παράσημο, μόνο τυχαιότητα. Τα δύο βιβλία ανήκουν σε ένα ευρύτερο κόρπους αυτομυθοπλασίας, γυρεύουν καταφύγιο σε δάνεια αλλότρια με την ευγνωμοσύνη του ευεργετηθέντος, αμφιβάλλουν, καθένα με τον τρόπο του, την ιδιοσυγκρασία του, γυρεύουν απαντήσεις, γυροφέρνουν σε ένα προκλητικό ανοίκειο παρότι γνώριμο στίβο, δεν δείχνουν, δεν επισημαίνουν, δεν εκβιάζουν, απλώνουν το χέρι, δοκίμασε κι εσύ, λένε, καθένα με τον τρόπο του, με την ιδιοσυγκρασία του, συμβάλλουν με τη σειρά τους κι αυτά στην πολυσημία, στην βιοποικιλότητα της ανθρωπινότητας.

Κλείνω εδώ αυτό το διπλό κείμενο.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Ραγισμένοι - Alaíde Ventura Medina

Αρχικά οι εκδόσεις Carnívora ταυτίστηκαν με το λατινοαμερικάνικο νουάρ, δίνοντας ένα ευδιάκριτο στίγμα επιλογών και αισθητικής, σύντομα ωστόσο, παραμένοντας σε ισπανόφωνο έδαφος, ενέταξαν στον κατάλογό τους την κίτρινη σειρά, αποτελούμενη από μια λογοτεχνία σύγχρονη, με βάση το σκληρό βίωμα, μια συγκαιρινή τάση της λογοτεχνίας για το τραύμα και την απόπειρα επούλωσης, για τη δύσκολη και αποπροσανατολισμένη ενηλικίωση, που φλερτάρει με το αυτοβιογραφικό στοιχείο, με την αυτομυθοπλασία.

Αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο της Μεξικανής, γεννημένης το 1985, Αλαΐδε Βεντούρα Μεδίνα, το πρώτο της ωστόσο που μεταφράζεται και κυκλοφορεί στα ελληνικά. Είναι η ιστορία δύο αδερφών στην οδυνηρή σκιά ενός κακοποιητικού πατέρα, μια ενηλικίωση γεμάτη από φόβο και τραύματα, ψυχικά και σωματικά, ιστορία που η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια θα διηγηθεί με φώτα πορείας κάποιες διάσπαρτες φωτογραφίες του αδερφού της, που εκείνος επέλεξε να κρατήσει. Η αφηγήτρια επιχειρεί πρώτα να απαντήσει στο γιατί επέλεξε να κρατήσει τη μία ή την άλλη φωτογραφία, ακολούθως να περιγράψει τη συνθήκη στο πλατό, όλα εκείνα που δεν φαίνονται στη στιγμιαία λήψη, έξω από το κάδρο.

«Είναι σημαντικό να έχεις έναν συνεργό. Δεν είναι υποχρεωτικό, αλλά μοιάζει καλή ιδέα να βασίζεσαι σε κάποιον που επίσης κατάγεται από εκείνον τον τόπο. Μάτια που γνώρισαν τον ίδιο πόλεμο, που έχασαν την ίδια πατρίδα. Δεν είναι αδύνατο να τα βγάλεις πέρα χωρίς σύντροφο. Είναι απλώς πιο δύσκολο. Η ιστορία θα πρέπει να ξαναπλαστεί από την αρχή. Ακόμα και έτσι, με συντροφιά, θα αποδειχτεί ανακριβής».

Στις πρώτες αυτές γραμμές θα υπονοηθεί η επιτακτικότητα αυτής της αφήγησης, θα επισημανθεί ωστόσο και η συγκυρία ύπαρξης ενός ακόμα θύματος ως συντρόφου, η γεμάτη αντίστιξη ευτυχής συγκυρία ύπαρξης ενός ακόμα θύματος, αλλά, κυρίως, η εξ αρχής και εν γνώση της επίγνωση της ανακρίβειας. Η αναπόφευκτη ανακρίβεια είναι που σχετικοποιεί σε μεγάλο βαθμό την αλήθεια, το αν τα πράγματα έγιναν όντως έτσι, αφού, ακόμα και αν πεις τη δική σου ιστορία, μορφή μυθοπλασίας θα έχει.

Μια τραυματική και επίπονη ενηλικίωση δεν φέρει a priori κάποια πρωτοτυπία, αποτελώντας κοινό λογοτεχνικό έδαφος ανά τους αιώνες της γραφής, ταυτόχρονα, ωστόσο, η μοναδικότητά της την κάνει να είναι ξεχωριστή.

Η Μεδίνα μοιάζει να έχει υπόψη της τους περιορισμούς και τις παγίδες αυτής της αφηγηματικής απόπειρας, ξέρει πως δεν έχει πολλά περιθώρια πρωτοτυπίας, ούτε στη μορφή ούτε στο περιεχόμενο, και συμβιβάζεται με αυτό, ίσως ξέρει ακόμα πως οι Ραγισμένοι είναι ένα μυθιστόρημα με κοντό λογοτεχνικό ταβάνι. Είναι μια επίγνωση αυτή που στο μυαλό μου δίνει τον χαρακτήρα μιας τιμιότητας προθέσεων. Έχει μια ιστορία να πει, μια ιστορία δύσκολη, μοναδική ωστόσο για τα θύματα, επιλέγει μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση και μέσω αυτής αναδύεται το γιατί είναι σημαντικό αυτή η ιστορία να ειπωθεί. Το εύρημα με τις φωτογραφίες, τι και αν δεν είναι πρωτότυπο, αποδεικνύεται άκρως λειτουργικό, τεχνικά και κατασκευαστικά, αφού μέσω αυτού διερευνάται το τι επιλέγουμε να κρατήσουμε αναμνηστικό από το παρελθόν· μια στιγμή νηνεμίας  και η νοσταλγία ξεπηδά.

Με τρόπο λιτό και χωρίς έντονες εξάρσεις, η Μεδίνα διαχειρίζεται το υλικό της ενηλικίωσης ως κάτι που έχει συμβεί και δεν αποτελεί έκπληξη για την αφηγήτρια, κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα ήταν τεχνητό και διόλου αληθοφανές, θα βαρυφόρτωνε με αχρείαστη ένταση την αφήγηση, ένας αυτοσκοπός, ένας συναισθηματικός εκβιασμός του αναγνώστη, μετατοπίζοντας την ανάγκη της αφήγησης σε εδάφη λύπησης και όχι προσωπικής ανάγκης. Η επανάληψη της διανυθείσας διαδρομής, άλλωστε, όταν συμβαίνει σε πρώτο πρόσωπο, σκοπό έχει τη διερεύνησή της από το υποκείμενο, η ανάγκη για κατανόηση και επαναδιαπραγμάτευση προηγείται του μοιράσματος, να αφεθεί όσο από το βάρος είναι δυνατόν πίσω στο παρελθόν, να κάνει την πορεία προς το μέλλον πιο διαχειρίσιμη, να βοηθήσει την επούλωση του τραύματος.

Οι Ραγισμένοι ανήκουν στη λογοτεχνία που λειτουργεί αντιστικτικά ανάμεσα στο τι λέει και το πώς το λέει, στην καλή λογοτεχνία που ανάγει το φαινομενικά ατομικό σε κοινό έδαφος, χωρίς να κραυγάζει άναρθρα, πατώντας στέρεα παρότι το έδαφος του βιώματος είναι εξ αρχής σαθρό. Ένα μυθιστόρημα που φαινομενικά δεν ξεχωρίζει, ένα ακόμα ανάμεσα σε πολλά παρόμοια, που ωστόσο συνεχίζει να λειτουργεί και να καταλαμβάνει ολοένα και περισσότερο χώρο εντός του αναγνώστη για καιρό. Και αυτό λέει αρκετά για το βιβλίο αυτό.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Μαρία Αθανασιάδου
Εκδόσεις Carnívora

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Οι ιστορίες της Κ. - Καλλιόπη Πασιά

Ήταν Τετάρτη και έβρεχε. Αργότερα, θα έβρεχε περισσότερο, είχαν ενημερώσει. Ακόμα ωστόσο όχι, έβρεχε συνεχόμενα και ελαφριά, χωρίς κεραυνούς. Επικρατούσε ησυχία, ανακουφιστική και καθησυχαστική, όχι προπομπός δεινών. Σαν όλοι να είχαν ένα λόγο να παραμείνουν σιωπηλοί. Ένα από τα πολλά άγχη που μας κληροδοτήθηκαν ήταν να μην βραχούμε. Θα αρπάζαμε πάλι κρύωμα, θα στεγνώναμε πάνω μας, ίσως να μας έβλεπαν ζάχαρη, θα λιώναμε. Ένα πιτσιρίκι, το ένα χέρι στη γυναίκα, το άλλο ελεύθερο, εντόπιζε από μακριά τις λακκούβες, ποδοπατούσε με μανία. Απόλαυση, ηδονή, ανεμελιά. Και ας κρυώσω, και ας στεγνώσω, και ας λιώσω. Ο μεσήλικας εαυτός μου έβαζε τα λόγια στο ανείπωτο συννεφάκι σκέψης. Εκείνο απλά τσαλαβουτούσε.

Θυμήθηκα αρκετές φορές αυτό το πιτσιρίκι διαβάζοντας τις ιστορίες της Κ. Απόλαυση, ηδονή, ανεμελιά. Και ας κρυώσω, και ας στεγνώσω, και ας λιώσω. Απόλαυση, ηδονή ανεμελιά. Δεν είναι οι τρεις δικές μου λέξεις, όχι αυτές που θα χάριζα στην Κ. Εκείνη κάνει συλλογή από αυτές. Τις αιτείται, τις υποδέχεται, τις σημειώνει. Πιο σημαντικές και από φωτογραφικά καρέ. Όχι σημαντικές. Κάποιο άλλο επίθετο θα ταίριαζε καλύτερα. Πολύτιμες; Του προσανατολισμού; Της μνήμης; Της ατομικής οδοποιίας; Της επικείμενης γραφής; Του πονηρού χαμόγελου; Της απώλειας; Της αναπόφευκτης κατάρρευσης; Μπορεί και όχι.

Ήταν Τετάρτη και έβρεχε. Πήρα ομπρέλα, την άνοιξα. Κατηφόρισα τον άδειο πεζόδρομο. Οι ψιχάλες του αέρα συναντούσαν τις ψιχάλες του εδάφους, ενώνονταν ξανά. Ήταν ατμός, γίνανε νερό, θα στέγνωναν, χώμα. Εκείνη με περίμενε με παράπονο. Ως τέτοιο το εξέλαβα. Ως τέτοιο το αντιμετώπισα. Αδιαφόρησε και ήρθε στην αγκαλιά μου. Πέρασε το πόδι της πάνω από το χέρι μου, βολεύτηκε. Ήξερε πως δεν θα έρθει κανείς. Όχι ακόμα, όχι. Ένιωσα εκλεκτός. Τι και αν σκεπτόμουν, όπως ήρθε θα φύγει, μην το ξεχνάς.

Είναι μια έκφραση που τη νιώθω οικεία. Αν κάτι μπορούσα να ξεχωρίσω πως επιχειρώ, θα ήταν μια έκφραση εαυτού. Δέκτης και πομπός, επεξεργαστής. Κρυψώνα του προσωπικού, φλερτάρω με αυτή την περιγραφή, πού και πού στα κείμενα την επαναλαμβάνω. Αφήνω, προς το παρόν να στέκει το: για ό,τι είδα, διάβασα και άκουσα· καλύτερα έτσι. Καλύτερα να μεταθέτω την κρυψώνα, το μπούνκερ ακόμα καλύτερα, στη συνθήκη. Η ανάγνωση, η θέαση, η ακρόαση είναι τα μπούνκερ. Εγώ καταφεύγω εκεί. Εκείνη παραπονιέται. Όλο κρύβεσαι, νιώθω να λέει. Κάλυψη και αποκάλυψη σε καιρό ειρήνης, γύρω μαίνεται πόλεμος, λένε.

Τα μπούνκερ βλέπουν τον ορίζοντα να καταρρέει, τέτοια είναι η θέση/πρόθεση/λειτουργία τους. Μια συλλογή διηγημάτων έβλεπα απέξω. Ήθελα κάποια στιγμή να τα διαβάσω. Ήταν Τετάρτη και έβρεχε. Έκατσα, εκείνη πάνω μου, άνοιξα την πρώτη σελίδα. Ήξερα πως δεν θα έρθει κανείς. Όχι ακόμα, όχι. «Οι ιστορίες της Κ. ήταν σαν να, αλλά δεν ήταν στιγμιότυπα αφήγησης». Ήταν σαν να, αλλά δεν ήταν. Και ας προηγείται η διευκρίνιση της ανάγνωσης. Αυτό που διάβασες/θα διαβάσεις ήταν σαν να, αλλά δεν ήταν. Προκαταβολή, προοικονομία, πρόληψη από τον μελλοντικό ταμιευτήρα. Μια ευγενική υπενθύμιση. Δικό μου το ευγενική, δικό μου και το υπενθύμιση. Ένας ορίζοντας που απλωνόταν. Μια συλλογή διηγημάτων που ήταν σαν να, αλλά δεν ήταν.

Η Κ. και οι ιστορίες της. Κ. όπως Καλλιόπη; Προφανές; Παγίδα;

Πριν μπω στο μπούνκερ, πριν βρεθώ στο μπούνκερ, ας είμαι ακριβής, κανείς δεν μπαίνει, απλά αν βρεθεί, βρίσκεται σε αυτό. Τη μια στιγμή απέξω την άλλη μέσα, οι τοίχοι γεμάτοι από καθρέφτες, το μπαλκόνι να κοιτάζει στον ορίζοντα. Οι καθρέφτες εναλλάσσονται, πότε πιστοί και πότε παραμορφωτικοί, ο ορίζοντας πέρα μακριά, το ποιος ήμουν, το ποιος πίστευα πως ήμουν. Τη μια στιγμή απέξω την άλλη μέσα. Μια συλλογή διηγημάτων που ήταν σαν, αλλά δεν ήταν. Οι ιστορίες της Κ. Οι σελίδες διαδέχονταν η μία την άλλη. Εκείνη στην αγκαλιά μου. Ακόμα.

Την ευγενική υπενθύμιση την αμέλησα. Η Κ. έπαιρνε σχήμα και μορφή. Ένα κολάζ υπό κατασκευή, η μια φράση πάνω στην άλλη, μετά ακόμα μία, και άλλη, και άλλη. Στιγμιότυπα αφήγησης, καρέ αφήγησης, κομμάτια διάσπαρτα, κάπου πατούν και κάπου χάνονται, απομακρύνονται. Πήγαιναν στους άλλους, γύριζαν πίσω σε εκείνη, το βλέμμα έδινε, η αφή έδινε, το δέρμα και τα μάτια, κυρίως αυτά, έρχονταν να συναντήσουν όλα όσα συνέβησαν στην επικράτεια του ενδεχόμενου, εκείνα που ενστρωματώθηκαν, όπως ίσως μόνο η γεωλογία από τις επιστήμες όλες καλύτερα εξηγεί σε χάρτες με εγκάρσια τομή, η ανατομία, και εκείνη, παλεύει επίσης, κάτι χάνεται, η μνήμη των στρωμάτων ίσως.

Είναι μια έκφραση που τη νιώθω οικεία. Η Κ. αφήνει περισσότερο χώρο κρυψώνας στο προσωπικό, όχι για να συσκοτίσει, ποιον ενδιαφέρει, όχι για να φανερώσει, ποιον ενδιαφέρει, αλλά για να παράξει, αφού πρώτα με την απόλυτα προσωπική της μέθοδο, πώς αλλιώς, ταξινομήσει το συναίσθημα και το βίωμα, τα της όρασης και της αφής, δηλαδή. Το χέρι που ακουμπάει στο ελάχιστα ακάλυπτο δέρμα, δήθεν άθελα, πίσω από την πέπλο του ύπνου, το χέρι που χουφτώνει με μανία το στήθος, το χέρι που υπακούει στο άλογο, το χέρι που αιφνιδιάζει. Δεν θα μπορούσε, πώς θα μπορούσε, να είναι κάτι διαφορετικό από μια συστοιχία τροχιών γύρω από ένα εγώ, γύρω από την Κ.

Ένα κολάζ υπό κατασκευή. Το κολάζ μοιάζει να είναι μια τεχνική προσιτή. Κόβεις και κολλάς. Κόβεις και κολλάς. Από το ένα στρώμα περνάς στο επόμενο. Στο προσιτό ενυπάρχει το τυχαίο. Στη ζωή των άλλων συμβαίνει επίσης αυτό. Η τυχαιότητα αποπροσανατολίζει, ίσως και να καθησυχάζει την έλλειψη προσπάθειας, την αδυναμία σύνθεσης, την έλλειψη κλίσης. Ποιες είναι εκείνες οι σπουδές, άραγε, που απαιτούνται. Σε μια εποχή ολοένα και πιο απομαγευτική, το τυχαίο γοητεύει και εξοργίζει, συχνά ταυτόχρονα. Το ασύλληπτο, το μη διαδοχικά εξηγήσιμο. Άμυνα του εαυτού, υπεράσπιση της ατομικής γαματοσύνης, η αποθέωση της ιδιώτευσης, λέω.

Οι ιστορίες της Κ. αδιαφορούν. Κόστισε χρόνο και ματαίωση, απέλπιδες προσπάθειες στο κατ' εικόνα και στο καθ' ομοίωσιν, στις παραδομένες οδηγίες χρήσης και διέλευσης. Είναι το αποτέλεσμα μιας αδιαφορίας, με τον καιρό σύμφυτης και απαραίτητης. Η αδιαφορία που επιδεικνύουν οι ιστορίες της Κ., χωρίς να έχουν σκοπό να το κάνουν, άλλωστε κάτι τέτοιο θα υπονόμευε την όλη απόπειρα, η αδιαφορία τους εξοργίζει και έλκει, ταυτόχρονα ίσως, ίσως και αιτιοκρατικά, επειδή έλκουν να εξοργίζουν, το αντίστροφο ίσως όχι. Είναι οι ιστορίες της Κ. που αδιαφορεί, τώρα πια μπορεί, το απολαμβάνει, ναι.

Από στρώση σε στρώση, από συγκόλληση σε συγκόλληση, κάποιες χαραμάδες ανοίγονται, δημιουργούνται, ύπουλα αλλά όχι σκόπιμα, η αδιαφορία το εξασφαλίζει αυτό, ο αναγνώστης, εγώ με εκείνη στην αγκαλιά, έξω συνεχίζει να βρέχει και κανείς να μην έρχεται, καίτοι προσεκτικός με αυτά, φοβικός και υπεύθυνος, πλατσουρίζει, όχι όπως εκείνος ο πιτσιρικάς, κατά λάθος, από απροσεξία, από παράδοση, από διάσπαση προσοχής. Από το βάθος φτάνει: Θα αρπάζαμε πάλι κρύωμα, θα στεγνώναμε πάνω μας, —ίσως να μας έβλεπαν ζάχαρη— θα λιώναμε. Κάτι τέτοιο είναι ενοχλητικό, εξοργιστικό προείπα, πιο έντονο, ναι. Πώς την πατήσαμε έτσι τη λακκούβα, πού είχαμε το μυαλό μας. Το πρώτο πληθυντικό διευρύνει το μέτωπο της ενοχής και της ευθύνης.

Οι ιστορίες της Κ. δεν θέλουν, δεν επιθυμούν, αδιαφορούν να είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι, οι ιστορίες της, δηλαδή. Αδιαφορούν να σημάνουν έναν δρόμο, να χαράξουν ένα μονοπάτι, έναν οδηγό πλοήγησης. Τις κόστισε τόσο η αδιαφορία. Χρόνο και κόπο, απογοήτευση να μην χωράς στο καλούπι, να περισσεύεις, να ασφυκτιείς εκεί που οι άλλοι μοιάζουν να βολεύονται, να το σπας, να ποδοπατάς πάνω στα κοφτερά συντρίμμια, να πονέσει μέχρι να σκληρύνει η πέτσα, ύστερα να υποδεχτεί το χέρι εκείνο, να αναριγήσει. Δεν ήταν καλή μαθήτρια, ποτέ της δεν ήταν, ακόμα και όταν την επιβράβευαν, όταν ήταν πρώτη μαθήτρια, δεν ήταν και το ήξερε, δεν τολμούσε ωστόσο να το φωνάξει, σαν τον διάολο δεν ήθελε το χτύπημα στην πλάτη, το αυτοκόλλητο με τη φάτσα που γελά. Αν κάτι έμαθε, ήταν πως δυσκολευόταν να μάθει. Αν κάτι έμαθε, επειδή δυσκολευόταν να μάθει, ήταν να αποτινάξει από πάνω της την όποια διάθεση για να γίνει δασκάλα, να ανέβει στο πάλκο μπροστά από τον πίνακα, με κιμωλία ή μαρκαδόρο, να διδάξει με βεβαιότητα στο μάθημα της αβεβαιότητας, η γιορτή της αβεβαιότητας, το σφουγγάρι να μην το χρειάζεται.

Εγώ ίσως να έλεγα η λογοτεχνία, εκείνη ίσως να έλεγε η ίδια η ζωή, διέρρηξε δια παντός τη μονοσημία του κόσμου, απελευθέρωσε το εγώ, διεύρυνε, ξεχείλωσε την επικράτεια του πιθανού, και έτσι και αλλιώς και αλλιώτικα, με δυσκολία, πώς αλλιώς, έσπρωξε και έριξε από το βάραθρο στην άβυσσο το σωστό και το λάθος, το μόνο έτσι, τότε μπορούσε να κάνει αναστροφή σε όποιο σημείο της διαδρομής επιθυμούσε, τοποθετούσε και αφαιρούσε κατά βούληση τις πινακίδες, αν και το απαγορεύεται η είσοδος έστεκε αυστηρό, για τους άλλους.

Κείμενα όπως αυτές οι ιστορίες δεν πατούν τόσο ανάμεσα στο πραγματικό και το μυθοπλαστικό, όσο ανάμεσα στην πρόζα και το δοκίμιο, φλερτάρουν μαζί του, το υπαινίσσονται, το σιμώνουν, αδιαφορούν εν τέλει γι' αυτό, προχωράνε, κινούνται στον αντίποδα της αυτοβοήθειας, τι μάστιγα και αυτή, όποιο μανδύα και αν ενδύεται. Κάποιοι θα νιώσουν πως εδώ ένα σύστημα διατυπώνεται, η δυσανεξία στην αδιαφορία, λέω εγώ, θα οργιστούν, θα επιχειρήσουν να το διαρρήξουν, να το τρυπήσουν, θα αποτύχουν, πάλι εγώ λέω. Αυτό το εγώ έκανα/ένιωσα/απόλαυσα/έκλαψα από κάποιες γωνίες υψώνει τείχη/βεβαιότητες/οδηγίες. Ίσως γιατί πλήττει, άθελά του, αδιαφορώντας, είπαμε, το εγώ δεν έκανα/δεν ένιωσα/ δεν απόλαυσα/δεν έκλαψα, δεν επιχείρησα καν ποτέ να διερευνήσω τις πιθανότητές μου, να λάβω το ρίσκο του ορίου. Ίσως γιατί μέσα μας ταυτίζεται η ιδιώτευση της δημιουργίας και εκείνη της πρόσληψής της, μια τερατογένεση αναδύεται, το υποκείμενο της γραφής για μένα γράφει, σε μένα απευθύνεται, προσωπικά σε μένα, άμεσα, και ίσως έτσι να είναι, αν έτσι προτιμάτε, αν δεν μπορείτε να διακρίνετε την απόσταση.

Έχει μέρες τώρα που δεν βρέχει. Όλο και κάποιος μπαίνει τα πρωινά. Εκείνη τρέχει να του κουνήσει την ουρά της νωχελικά, πάντα νωχελικά και αδιάφορα, μια πρόσκληση που στην είσοδο θα δυσκολευτεί. Οι ιστορίες της Κ. πήραν πάλι τη θέση τους. Η αδιαφορία, σκέφτομαι, είναι το όχημα διέλευσης, το δεν με νοιάζει να είναι ο πολιορκητικός κριός της μετουσίωσης σε αυτό που επιθυμούμε να είμαστε.

Είναι μια έκφραση που τη νιώθει οικεία, συγγενή. Ο τρόπος πρόσληψης και αποτύπωσης της ανθρώπινης εμπειρίας. Η μάχη υπέρ της αβεβαιότητας, ή της ελάχιστης, απαραίτητης βεβαιότητας, σε έναν κόσμο που τα πάντα επιχειρείται να αιτιολογηθούν και να αποτυπωθούν στον πίνακα διδασκαλίας.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Εκδόσεις 3.1

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Σαράγεβο - Ozren Kebo

Ήμουν πέριξ των δέκα όταν αυτός ο πόλεμος συνέβη. Ελάχιστες αναμνήσεις έχω, αν και η τηλεοπτική αναμετάδοση εμφύτευσε αρκετές εικόνες στο μυαλό μου.

Ο Όζρεν Κέμπο, λίγο μετά τα τριάντα τότε, εγκλωβίστηκε στο Σαράγεβο και δεν το εγκατέλειψε μέχρι το τέλος της σερβικής πολιορκίας, λίγα χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε αυτό το βιβλίο, πρόσφατα μεταφράστηκε στα ελληνικά από τις ανήσυχες εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, ένας ιδιότυπος οδηγός σε περίπτωση πολιορκίας.

Κάποιος μπορεί να ξέρει λιγότερα ή περισσότερα για ένα τέτοιο τερατώδες στιγμιότυπο της ανθρώπινης ιστορίας, κανείς ωστόσο δεν ξέρει πώς είναι η βίωσή του, η εξ αποστάσεως μελέτη και έρευνα έρχεται σύμφυτη με το εκ του ασφαλούς.

Θυμάμαι πριν λίγα χρόνια να διαβάζω την Καταστροφή του Χανς Έρικ Νόσσακ, ενός συγγραφέα που ο Ζέμπαλντ είχε περί πολλού, στο οποίο γινόταν αναφορά στους συμμαχικούς βομβαρδισμούς του Αμβούργου το καλοκαίρι του 1943 στο πλαίσιο της επιχείρησης Γόμορρα. Λίγες μέρες πριν, η σύντροφός του είχε καταφέρει να νοικιάσει μια καλύβα στην εξοχή της μεγαλούπολης, ώστε να μπορέσουν να επωφεληθούν ολιγοήμερων διακοπών. Οι σειρήνες ήχησαν, ήταν κάτι που συνέβαινε συχνά, οι πρώτες εκρήξεις ακούστηκαν, εξ αποστάσεως ο συγγραφέας είδε τους καπνούς πάνω από την πόλη στο βάθος του ορίζοντα. Μετά το τέλος της επιχείρησης θα επιστρέψει, στην Καταστροφή θα περιγράψει αυτή την επιστροφή στην βομβαρδισμένη πόλη, ένα οδοιπορικό ανάμεσα στα ερείπια, εκεί όπου το εδώ ήταν αυτό και εκεί το άλλο, τώρα ένας σωρός από χαλάσματα, διανύει την αφήγηση, παρέα με ένα διάχυτο τι θα είχε συμβεί εάν δεν απουσίαζαν εκείνες τις κρίσιμες μέρες. Ακόμα θυμάμαι την ανάγνωση εκείνη. Ακόμα θυμάμαι τον συγγραφέα να θέτει διαρκώς στο προσκήνιο της γραφής πως εκείνος δεν ήταν εκεί όταν ο βομβαρδισμός συνέβη. Οι βομβαρδισμοί των συμμάχων, οι θάνατοι και οι εκτεταμένες καταστροφές δεν βρέθηκαν ποτέ πραγματικά στο επίκεντρο της κριτικής, ήταν κάτι το αναπόφευκτο στη μάχη απέναντι στο κακό.

Είχα το βιβλίο εκείνο κατά νου διαβάζοντας το Σαράγεβο.

Θέλω αρχικά να μείνω σε δύο αντιδράσεις. Εκείνων που έλειπαν και επέστρεψαν τότε, εκείνων που έκτοτε μελετούν και γνωμοδοτούν τα σχετικά με εκείνη την πολιορκία. Την ατάκα των πρώτων, δεν είναι τόσο άσχημα όσο τα είχαμε φανταστεί, την ατάκα των δεύτερων, υποδόρια μομφή, ο Χ εκμεταλλεύτηκε το δείνα σκηνικό, πάτησε πάνω του, διεκδίκησε την προσοχή και την αναγνώριση. Μια μάχη, ένας πόλεμος, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Απέξω και μακριά όλα μοιάζουν διαφορετικά. Δείχνει απλοϊκό αυτό στο οποίο στέκομαι, όμως συμβαίνει. Με τα χρόνια μάλιστα εντείνεται, τώρα που ο καθένας πρέπει να έχει μερίδιο στη συζήτηση για το οποιοδήποτε συμβάν, επιπλέον συμβουλές να δώσει για το πώς έπρεπε να είχε αντιδράσει το αφηγηματικό υποκείμενο. Ακόμα και το διαδεδομένο γιατί δεν έφυγε, εμφανίζεται ως μια μορφή επίκρισης του θύματος.

Σκέφτηκα τον σεισμό στη Σάμο. Το πλέον οδυνηρά τρομακτικό σκηνικό που έχω βιώσει. Όχι συγκριτικά, ελπίζω, αλλά αναλογικά.

Αυτός ο ιδιότυπος οδηγός σε περίπτωση πολιορκίας διαπνέεται από έναν ρεαλισμό υποκειμενικό, το φίλτρο μέσα από το οποίο εισήλθαν και ακολούθως εξήλθαν τα στιγμιότυπα, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, και πήραν τη μορφή αφήγησης, ενός βιβλίου χωρισμένου σε μικρά κεφάλαια. Εμείς, απέξω και εκ του ασφαλούς, λέμε: το βιβλίο αυτό συμβάλλει στη διατήρηση της μνήμης, ένα υπόμνημα, λέμε, είναι ώστε κάτι τόσο φρικώδες να μην επαναληφθεί, ένα οδυνηρό μάθημα για την ανθρωπότητα. Και λέγοντας αυτά απέξω και εκ του ασφαλούς απανθρωποιούμε τα χρόνια εκείνα, την εμπειρία των πολιορκημένων, παράγουμε θεωρία. Η απανθρωποίηση δεν είναι μία κατηγορία, είναι κάτι που αναπόφευκτα συμβαίνει εκ του μακρόθεν ή εκ των υστέρων, τα θύματα, οι παρόντες, οι βιώσαντες είναι μια άλλη ομάδα. Είναι και ένας μηχανισμός αυτοσυντήρησης ενάντια στο φόβο του θανάτου, ένα ξόρκι για το κακό, μια ελάχιστη επιφάνεια επί της οποίας δύναται να σταθούμε για να νιώσουμε πως έχουμε τον έλεγχο, πως κάτι τέτοιο σε μας, άγνωστο γιατί, δεν θα συμβεί.

Δεν ξεχνώ στιγμή την εκ του μακρόθεν θέση μου από το περιγράψιμο, από το βίωμα. Διαρκώς μου την υπενθυμίζω. Ακόμα και στο σίμωμα στον γλυκό καρπό της ενσυναίσθησης, στην ευκαιρία που ανοίγεται μπροστά μου για να πω: τον νιώθω, τον συμμερίζομαι, τον κατανοώ. Όχι. Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει. Το Σαράγεβο είναι ένα τεκμήριο μνήμης, μαζί με την εικόνα, μαζί με την ιστορική μελέτη, ένα ακόμα θραύσμα του ιστορικού κεφαλαίου της πολιορκίας του Σαράγεβο, κεφάλαιο στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας.

Η λογοτεχνία, γιατί περί λογοτεχνίας πρόκειται, έχοντας αρετές γλωσσικές, αφηγηματικές, εν γένει φιλολογικές που το διαχωρίζουν από το απλό ημερολόγιο πολιορκίας, που το προσθέτουν ως ξεχωριστό σώμα στην ιστορική καταγραφή ως μαρτυρία βίωσης εκ των έσω αυτής της πολιορκίας, η λογοτεχνία αυτή, η βιωματική, δομημένη γύρω από ένα φρικιαστικό συμβάν, εδώ πέρα από τις στενωπούς της ιδιώτευσης, η καλή λογοτεχνία που προσφέρει αναγνωστική απόλαυση φέρνει στην επιφάνεια το: πώς γίνεται να απολαμβάνω το βιβλίο αυτό; Το λεπτό τσιγαρόχαρτο της μυθοπλασίας απουσιάζει, αν και λεπτό σωτήριο για την πρόσληψη, για την άμυνα απέναντι στην κόλαση. Θα μπορούσα να συνεισφέρω επιχειρήματα όπως το μαύρο χιούμορ ή η έλλειψη πολιτικολογίας ή η απουσία μιας διάχυτης διδαχής ή αυτοηρωοποίησης του αφηγητή. Δεν θα απαντούσαν στο ερώτημα, άχρηστα θα ήταν.

Καλώς ή κακώς, σίγουρα κακώς αλλά και καλώς εν μέρει, χρειάζεται μια άλλη σκευή και μια άλλη συγκυρία για να αναλυθεί περαιτέρω η παραπάνω δυαδικότητα, έχουμε συλλογικά αναπτύξει μια δεξιότητα, δεξιότητα είναι ακόμα και αν έγινε χωρίς ιδία πρωτοβουλία αλλά εξαιτίας της διαρκούς έκθεσης στη φρίκη, μια δεξιότητα, έλεγα, να αντιμετωπίζουμε την κάθε φρίκη ως ένα θέαμα, από θέση θεατή, εκ του μακρόθεν και εκ του ασφαλούς. Έκανα νύξη και παραπάνω περί αυτού. Επιμένω σε αυτή τη θέση.

Είναι αδύνατο, βλακώδες και επικίνδυνο επίσης, να αποσυνδέσουμε το ψαχνό από την αφήγηση, να σταθούμε και να θαυμάσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Κέμπο διαχειρίζεται την εμπειρία εκείνη, ασύλληπτη, είπαμε, για έναν παρατηρητή. Ένας λάκκος με στερεότυπα εμφανίζεται μπροστά μας. Κενολογίες και τσιτάτα που ούτε σε σχολική έκθεση δεν θα περνούσαν με άριστα, αν και θα περνούσαν εν τέλει. Κακό πράγμα ο πόλεμος. Να ένα τσιτάτο.

Για διάφορους λόγους το Σαράγεβο είναι ένα συγκλονιστικό ανάγνωσμα, ποικίλων προσεγγίσεων, ακόμα μια αποθέωση της γκρίζας ζώνης, της πραγματικής ζωής πέρα από ασταθή ζεύγη μοναδικών αντιθέτων. Κακό πράγμα ο πόλεμος, καλό πράγμα η ειρήνη. Ωστόσο, ειρήνη προηγείται του πολέμου, άρα;

Δεν ήμουν σίγουρος πως/πώς θα έγραφα το παρόν κείμενο, ακόμα και όταν άνοιξα το πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου. Ένιωθα πως θα βούλιαζα στα τσιτάτα και στον βούρκο μηδενικής όρασης τριάντα και πλέον χρόνια μετά από τότε πολλά χιλιόμετρα μακριά από εκεί, ίσως και να συνέβη παρά την όποια επιφυλακή. Αν θα έπρεπε να προσκομίσω έναν λόγο για το κείμενο αυτό, πέρα από εκείνο της ολοκλήρωσης της ανάγνωσης, αυτός θα ήταν το άβολο συναίσθημα της απολαυστικής ανάγνωσης σε ευθεία σύγκρουση με το περιεχόμενο. Αυτό είναι κάτι που με απασχολεί. Σε ένα πρώτο επίπεδο σχετικά με την ανάγνωση, σε ένα δεύτερο σε μια αιώρηση σχετικά με τις συγγραφικές προθέσεις. Δεν νιώθω εξοπλισμένος πλήρως απέναντι στον κίνδυνο που παραπάνω εξέθεσα, να πω: τυχερός κάποιος να έχει ένα τέτοιο βίωμα ως υλικό γραφής. Για να νιώσω μαλάκας, λίγο μετά.

υγ. Για την Καταστροφή του Νόσσακ περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Ηλίας Διάμεσης, Σπύρος Κουρόυκλης
Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Η Στρατηγική του Πεκινουά - Alexis Ravelo

Το '24, ανάμεσα σε άλλα, διάβασα για πρώτη φορά κάποιο βιβλίο του Αλέξις Ραβέλο, συγκεκριμένα το Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση, που γεννήθηκε το 1971 στις Κανάριες Νήσους και πέθανε εκεί το 2023, πριν συμπληρώσει το τεσσαρακοστό δεύτερο έτος της σύντομης ζωής του, αφήνοντας πίσω του πλούσιο έργο ωστόσο, που ειδολογικά, στη μεγάλη του πλειοψηφία ανήκει στην ευρύτερη κατηγορία της αστυνομικής λογοτεχνίας. Και εκείνη η ανάγνωση αποδείχτηκε μια τεράστια απόλαυση σε μια πίστα από την οποία δεν προσδοκώ μεγάλες συγκινήσεις και απρόσμενες εκπλήξεις, εκείνη της νουάρ λογοτεχνίας, που την αγαπώ γιατί μου καλύπτει δεδομένες αναγνωστικές ανάγκες, αλλά δεν είμαι αυτό που κάποιος θα αποκαλούσε φανατικός θαυμαστής. Το σημείωσα το όνομά του, προς μελλοντική χρήση.

Και μια δύσκολη, πιεσμένη περίοδο, που υστερούσε σε χρόνο και φυσική κατάσταση, τράβηξα από το ράφι το Η Στρατηγική του Πεκινουά. Διαστολή του χρόνου και περαιτέρω επιδείνωση της φυσικής κατάστασης, αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ανάγνωση αυτή, παρότι ο παράδοξα γοητευτικός και αρκούντως αντιηρωικός Ελάδιο Μονρόι απουσίαζε από τον κεντρικό ρόλο.

Το λογοτεχνικό μετερίζι που υπηρετεί ο Ραβέλο, περισσότερο ίσως από κάθε άλλο, διέπεται από συγκεκριμένες ειδολογικές αρχές. Αυτό το χαρακτηριστικό σε αρκετές περιπτώσεις αποδεικνύεται ασφυκτικό, οι συγγραφείς επιχειρούν να ανακατέψουν την τράπουλα, ποντάροντας συνήθως σε κάποιο εύρημα πρωτότυπο, μια ανατροπή μη αναμενόμενη, ελπίζοντας να εντυπωσιάσουν και να αποδειχτούν καινοτόμοι. Όμως, όπως συμβαίνει στο σύνολο της λογοτεχνίας, οι περισσότερες, αν όχι όλες, οι ιστορίες έχουν ειπωθεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η άγρα εντυπωσιασμού επιστρέφει συχνά ως μπούμερανγκ και επιφέρει καίριο πλήγμα στη συνολική κατασκευή, που εξ αρχής οικοδομήθηκε με συγκεκριμένο, μη λογοτεχνικό, στόχο. Η διάκριση της λογοτεχνίας σε υποείδη είναι μια κατηγοριοποίηση που συμβαίνει για πλείστους λόγους, ωστόσο δεν αναιρεί την υπακοή στους βασικούς κανόνες της γραφής.

Δεν είναι δύσκολο ή παράτολμο να διακρίνει κανείς στον Ραβέλο έναν φανατικό της νουάρ/αστυνομικής λογοτεχνίας. Η γνώση του πεδίου είναι ένα σημαντικό, αναγκαίο χαρακτηριστικό, στο οποίο, ωστόσο, οφείλει να προστεθεί η συγγραφική ικανότητα, το γεγονός πως κάποιος διαβάζει λογοτεχνία δεν σημαίνει αυτόματα πως μπορεί και να γράψει, κλισέ το ξέρω, αλλά νιώθω την ανάγκη να το γράψω. Και στα δύο μυθιστορήματά του, ο τόπος παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι Κανάριες Νήσοι, νησιωτικό σύμπλεγμα στον Ατλαντικό Ωκεανό, ισπανικό έδαφος τεράστιας γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής σημασίας, απόρροια της περιόδου της αυτοκρατορίας, συνυφασμένο σήμερα με τον τουρισμό, λόγω του εξωτικού χαρακτήρα του και των σταθερών κλιματολογικών συνθηκών καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, δύσκολα, για κάποιον που τις επισκέπτεται ως ταξιδιώτης ή τις παρατηρεί από την ηπειρωτική Ευρώπη, θα μπορούσαν να θεωρηθούν πρόσφορο έδαφος για μια σκοτεινή και σκληρή ιστορία. 

Ο Ραβέλο, γέννημα θρέμμα του νησιού, γνωρίζει από πρώτο χέρι τη σκιά πίσω από τη λάμψη των τουριστικών καταλυμάτων, το παράνομο εμπόριο, τις μεταναστευτικές ροές, το ξέπλυμα χρήματος, την προστασία, τα τεράστια χρηματικά ποσά τα οποία διακινούνται σε αυτή τη σταγόνα γης. Έτσι, έχουμε δύο αρετές ευδιάκριτες, από τη μια η γνώση του πεδίου και η ικανότητα στην κατασκευή ιστοριών, από την άλλη τη χρήση του τόπου, που είναι συνυφασμένη με την αστυνομική λογοτεχνία, κυρίως το αστικό τοπίο, οι δύσκολες πλευρές του πολύβουου κέντρου και τα ακριβά μα έρημα προάστια. Ο συγγραφέας ωστόσο δεν επιθυμεί να γράψει έναν τουριστικό ή αντιτουριστικό οδηγό του νησιού, αλλά χρησιμοποιεί τον τόπο ως ένα ρεαλιστικό σκηνικό, δεν πέφτει έτσι στην παγίδα του εξωτισμού.

Λίγα λόγια για την υπόθεση θα βοηθούσαν: ο Ρούμπιο και η Κόρα, δύο φτωχοδιάβολοι που έχουν κουραστεί να πασχίζουν στο όριο του νόμου για την επιβίωση, αποφασίζουν να ρισκάρουν και να τα βάλουν με τα μεγάλα κεφάλια του οργανωμένου εγκλήματος, να ρίξουν μια τελευταία, καλή ζαριά που αν τους βγει θα τους επιτρέψει να κάνουν μια επανεκκίνηση.

Ο Ραβέλο δεν ποντάρει το σύνολο από τις μάρκες του στις ανατροπές και στην εξεζητημένη ιστορία, χωρίς αυτό να σημαίνει πως τα παραμελεί. Σχηματίζει ικανοποιητικά τους χαρακτήρες του, έτσι ώστε η επιθυμία και το κίνητρο του καθενός να μην ξενίζει, σκιαγραφεί το σκηνικό, αφήνοντας στον ωκεανό την απομόνωση του τόπου, δουλεύει καλά τις γύρω τριγύρω λεπτομέρειες, αναγκαίες για την κυρίως πλοκή, γράφει ένα καλό βιβλίο εντός των ειδολογικών περιορισμών, με γνώση και επιτέλεση των συγγραφικών προθέσεων, στον ρεαλισμό προσθέτει και το απαραίτητο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, προσφέροντας έτσι ένα απολαυστικό μυθιστόρημα, δύσκολο να το αφήσει από τα χέρια του ο αναγνώστης, ατμοσφαιρικό αλλά όχι με τρόπο βεβιασμένο, μια καλή ιστορία στο σύνολό της, με το κακό και το σκοτάδι να κυριαρχούν, χωρίς να επιβάλλονται.

Παρότι ο Ραβέλο κινείται εντός του είδους, το μυθιστόρημα αυτό δεν απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο στους λάτρεις, και αυτό είναι, στα μάτια μου, μια επιπλέον επιτυχία. Ένα απολαυστικό νουάρ μυθιστόρημα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για το Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για λογοτεχνία από τα Κανάρια Νησιά μπορείτε να τσεκάρετε τον έξοχο Σουπερόσαυρο εδώ, και το γλυκύτατο παρά την όποια σκληρότητά του Η κοιλιά του Γαϊδάρου εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή - Joan Didion

(Η χρονιά της μαγικής σκέψης, για χρόνια εξαντλημένη κυκλοφορεί ξανά σε νέα μετάφραση, να μια καλή αφορμή για το κείμενο αυτό.) 

Τέσσερα χρόνια πριν, διάβασα ένα βιβλίο που έμελλε να αποδειχτεί καθοριστικό στον μηχανισμό της μνήμης, που, άγνωστο τις περισσότερες φορές πώς, επιτρέπει σε μια παλιά μυρωδιά να αναδυθεί και να καταλάβει τον χώρο, κάτι σαν την προυστική μαντλέν, το βιβλίο αυτό ήταν το αυτοφροντιστικό ή αυτοβοηθητικό Η χρονιά της μαγικής σκέψης, εκεί όπου η Ντιντιόν αφηγείται τον πρώτο χρόνο μετά την απώλεια του συζύγου της, βιβλίο που δυστυχώς δεν διαβάστηκε όσο του αναλογούσε και πλέον είναι εξαντλημένο. Η εγγύτητα και η διαχείριση του πένθους που ο θάνατος εγείρει, η ανάγνωση ως επαφή με την ανθρώπινη εμπειρία, η διαπλάτυνση μέσω της χαρτογράφησης των ποικίλων ατομικών οδών, η σύνθεση ενός περίπλοκου και χαοτικού οδικού χάρτη. Δεν ξέρω αν σχετίζεται με τη βάδιση στη μέση ηλικία αλλά τον τελευταίο αρκετό καιρό υποκύπτω σε αυτό το φλερτ, μια επιθυμία για κάτι ακόμα του ενός ή της άλλης συγγραφέα γεννιέται, βρίσκομαι να ψάχνω βαθιά στα ράφια, στην καλύτερη περίπτωση, ή στα άδυτα της επικράτειας των μεταχειρισμένων.

Τελευταία φορά που συνειδητά «επέστρεψα» σε εκείνο το βιβλίο ήταν όταν μια κοπέλα, που πρόσφατα έχασε τον πατέρα της, μου το ζήτησε στο βιβλιοπωλείο, ένα κοινό εμβαδό απλώθηκε αναμεταξύ μας, το δικό της βίωμα και η δική μου ανάγνωση, σχεδόν απολογητικά της είπα πως το βιβλίο δεν κυκλοφορεί πια, η εισαγωγή του πρωτότυπου θα απαιτούσε πάνω από ένα μήνα, ας το αφήσουμε, θα δω τι θα κάνω, είπε, και εγώ πίστεψα πως άκουσα μια ελπίδα, σ' ένα μήνα ίσως να είναι αργά, πίστη που αρχικά προσημοποιήθηκε με συν, θα είμαι καλά, αργότερα με πλην, δεν έχω έναν μήνα, έμεινε να αιωρείται αμφίσημη εν τέλει. Εκείνη έφυγε και εγώ, αφού πρώτα αναρωτήθηκα σε ποιο να χάρισα το βιβλίο αυτό έχοντας την ανάγκη να νιώσω πως μια σύντομη ανάκτηση θα ήταν εφικτή, όμως δεν τα κατάφερα, έμεινα να αναζητώ κάποιο άλλο δικό της βιβλίο, ο,τι πιο κοντινό δηλαδή στην ικανοποίηση της πρόσφατης —ξαφνικής και αναπάντεχης, καθηλωτικής— ανάγκης μου. Το 1985, σε μετάφραση Έλλης Μαρμαράς και από τις εκδόσεις Οδυσσέας, κυκλοφόρησε το Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή. Ήμουν δύο ετών τότε.

Δεν ήταν με λίγα φορτωμένη η ανάγνωση αυτή παρότι δεν ήξερα τίποτα για το βιβλίο αυτό. Ένας φλου ορίζοντας προσδοκιών αναπτύχθηκε καθώς η ανάγκη για την αναβίωση ενός γνώριμου συναισθήματος κατά την ανάγνωση κυριαρχούσε.

«Μάρτυράς της εγώ. Αυτό θα μεταφραζόταν seré su testigo, και δε θα το βρείτε στο ταξιδιωτικό σας βιβλιαράκι με τους χρήσιμους διαλόγους γιατί δεν πρόκειται για πρόταση χρήσιμη στο φρόνιμο ταξιδιώτη.

Να τι έγινε: άφησε έναν άντρα, άφησε κι ένα δεύτερο. Ταξίδεψε πάλι με τον πρώτο· τον άφησε να πεθάνει μόνος. Έχασε ένα παιδί από την "ιστορία" και ένα άλλο από επιπλοκές (μεταφέρω της εκτιμήσεις άλλων), φαντάστηκε πως θα ήταν ικανή να απαλλαγεί απ' αυτές της τις αποσκευές και ήρθε στην Μπόκα Γκράντε, για τουρισμό. Una turista. Έτσι είπε. Στην πραγματικότητα ήρθε περισσότερο ως προσωρινή κάτοικος παρά ως τουρίστρια, αλλά δεν έκανε αυτή τη διάκριση.

Δεν έκανε όσες διακρίσεις χρειάζονταν. Έζησε τη ζωή της σαν την ονειρευόταν. Πέθανε ελπίζοντας. Εν περιλήψει. Τη μάθατε λοιπόν την ιστορία».

Σκέφτομαι συχνά πως μια καλή περιγραφή του μυθιστορήματος, αλλά και του γιατί μας αρέσει να τα διαβάζουμε, είναι πως πρόκειται για την αφήγηση μιας ιστορίας που θα μπορούσε να δοθεί σε ελάχιστες γραμμές και όμως ο συγγραφέας την απλώνει σε σελίδες επί σελίδων και εμείς συχνά δεν θέλουμε να τελειώσει, όχι ακόμα τουλάχιστον. Και αν η ανυπομονησία χαρακτηρίζει τους μη πιστούς, δεν είναι το αντίθετό της, αλλά το μάγεμα, εκείνο που παρασύρει τους πιστούς, που δεν παύουν να γυρεύουν την επόμενη ιστορία, όπως κάποτε καθισμένοι γύρω από τη φωτιά, κάτω από τον έναστρο ουρανό. Η Ντιντιόν, μέσω της αφηγήτριας της, Γκρέις Στράσερ-Μεντάνα, μιας ανθρωπολόγου που παρότι έχει πια χάσει την πίστη της στην ίδια της τη μέθοδο ταξιδεύει συχνά ανά τον κόσμο, μοιάζει να δίνει τη δυνατότητα στον βιαστικό αναγνώστη να ικανοποιηθεί πως έμαθε και αυτή την ιστορία, με το ελάχιστο ενδιάμεσα στη γέννηση και τον θάνατο, τώρα μπορεί να αποχωρήσει όπως ο τουρίστας που επισκέφθηκε με οργανωμένη εκδρομή ένα εξωτικό μέρος και τώρα δεν σταματά να αφηγείται με ύφος ταξιδιώτη τις εμπειρίες του, έχοντας χώσει την πινέζα στον χάρτη, τσέκ, τα ξέρει όλα πια.

Η Μπόκα Γκράντε, το Μεγάλο Στόμα, είναι η πρωτεύουσα μιας φανταστικής κεντροαμερικανικής χώρας, εκεί που ταξίδεψε η Σάρλοτ, ένα επεισόδιο σε εκείνη τη ζωή που η ίδια αντιμετώπιζε ως μια ιστορία παρατεταμένου πάθους, γνωρίστηκε και συνδέθηκε με διάφορους Βορειοαμερικανούς, ο καθένας εκεί για δικό του λόγο, είμαστε στη δεκαετία του '70, οι Ηνωμένες Πολιτείες πότε λιγότερο και πότε περισσότερο πατάνε το πόδι τους στα νότια, μπλέκονται με την πολιτική, ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις, στήνουν και υποστηρίζουν πραξικοπήματα, απομυζούν φυσικούς πόρους, έχουν στα χέρια τους το πολύτιμο διαβατήριο που θα τους επιτρέψει να πάρουν το τελευταίο αεροπλάνο πριν η κατάσταση βγει εκτός του ελέγχου τους.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες αντιλήφθηκα πως το Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή ετοιμαζόταν να πάρει τη θέση του σε μια ειδική κατηγορία αναγνωστικού ενδιαφέροντος, εκεί όπου στέκουν στην κορυφή ο Μπόουλς, ο Γκριν και ο Λόουρυ, γεννημένοι όλοι τους στις αρχές του περασμένου αιώνα, που στο επίκεντρο της λογοτεχνίας τους στέκει αυτό το ιδιότυπο ταξιδιωτικό-μεταποικιακό είδος λογοτεχνικής γραφής, λευκοί που βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά από τις πατρίδες τους, ταξιδιώτες από απόλαυση ή επαγγελματική υποχρέωση, με ευγενείς ή οχί προθέσεις, αποτελούν έμμεσα ή άμεσα το μακρύ χέρι των ισχυρών χωρών σε εκείνα τα εξωτικά μέρη, εξωτικά για να μην πουν υπανάπτυκτα, ενώ οι αποικίες σιγά σιγά παραδίνονται, ποικίλως πώς, στους αυτόχθονες, η εκμετάλλευση αλλάζει πρόσωπο, η πολιτική γίνεται πια αλλιώς, τουλάχιστον έτσι μοιάζει.

Η έννοια του ξένου, του ταξιδευτή που στις αποσκευές του μεταφέρει πράγματα ανοίκεια για τον τόπο, τις δικές του ιδέες και απόψεις, τον τρόπο να ζει, ανάμεσα σε τόσα άλλα, και βρίσκεται σε εκείνα τα μέρη, συγχρωτίζεται κυρίως με ομοίους του, φέρει διαρκώς και εμφανώς ένα προνόμιο που κατά τη δεδομένη περίοδο έχει ισχύ, γίνεται δεκτός από φόβο ή φιλοδοξία χρήματος, με όρους ιδιότυπου κατακτητή, υποτέλεια και αντάρτικο, τα μάτια των ντόπιων, έστω και φαινομενικά χαμηλωμένα, πάντα στραμμένα στον ξένο. Και η λογοτεχνία αυτή, όχι πρόδηλα και αποκλειστικά πολιτική, αναδεικνύει κάτι νέο, που η παλιά λογοτεχνία δεν το έκανε, εγείρει, θέλω να πω, την αμφιβολία σε σχέση με την παλιότερη βεβαιότητα για το πώς είναι και (πρέπει να) λειτουργεί ο κόσμος έξω και πέρα από τα σύνορα της δικής μας πραγματικότητας. Τα πρόσωπα διαλύονται μέσα σε αυτό το άγνωστο περιβάλλον, βυθίζονται στην εκεί συνθήκη, απολύουν τις βεβαιότητες και τις σταθερές τους, οι οποίες τίθενται εν αμφιβόλω, ακόμα και όχι σε συνειδητό επίπεδο, η πολυσημία και η συνθετότητα του κόσμου απλώνεται μπροστά τους.

Το Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή αποδεικνύεται πειστικό σε κάτι που θα μπορούσε η συγγραφέας του να αποδειχτεί πειστική και αυτό έχει να κάνει με τη ματιά του ξένου, με τη συνθήκη της παρουσίας μακριά από το γνώριμο, έγκαιρα και φαινομενικά αποκωδικοποιημένο κόσμο, πειστικό για αυτό το βύθισμα στη νέα συνθήκη. Αυτός είναι ένας κόσμος υπό εξαφάνιση, τώρα πια η αποεξωτικοποίηση είναι σε πλήρη ανάπτυξη, κάθε γωνιά έχει πατηθεί και γίνει προσβάσιμη στην κίνηση του τουρισμού και της επιχειρηματικότητας, οι κώδικες γίνονται ολοένα και πιο κοινοί, η φούσκα στην οποία θα τοποθετηθεί ο κάθε επόμενος εκπατρισμένος αποδεικνύεται ολοένα και πιο ασφαλής στη διάρρηξή της, τώρα πια ούτε τα προσχήματα τηρούνται, πηγαίνουμε για να επιβάλλουμε, να δείξουμε, να τους πάρουμε μέτρα για το βεστιάριο της ομοιομορφίας.

Ο αφηγηματικός τρόπος της Ντιντιόν, η κατακερματισμένη χρονικά αφήγηση, τα διάφορα επεισόδια που διαπλέκονται, η προγραμματική σύγχυση που αποτυπώνει καθοριστικά το πώς η αφηγήτρια με τον καιρό περισυνέλλεξε αλλά και φαντάστηκε, γεμίζοντας τα όποια κενά, κατασκευάζοντας την ιδιότυπη αυτή βιογραφία, που, χωρίς φωνές και φανφάρες, είναι σαφέστατα πολιτική, σύγχρονη της εποχής και της κατάστασης που επικρατούσε τότε στον διαιρεμένο κόσμο αποτελούμενο από υπερδυνάμεις και μάχη για διαπλάτυνση των ζωνών επιρροής, ένας κόσμος ακόμα ευμετάβλητος και άρα ανοιχτός στην ελπίδα για κάτι καλύτερο. 

Τι και αν κάτι άλλο φαινομενικά γύρευα στην ανάγνωση, το απόλαυσα το βιβλίο αυτό, η εξ αρχής κατάρρευση του ορίζοντα προσδοκιών και η ανάδειξη ενός νέου εντελώς διαφορετικού ήταν κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη.

υγ. Λίγο namedropping: Για το Η χρονιά της μαγικής σκέψης εδώ, για το Ψηλά πάνω από τον κόσμο εδώ, για το Κάτω από το ηφαίστειο εδώ και για τους Θεατρίνους εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Έλλη Μαρμαρά
Εκδόσεις Οδυσσέας