Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2021

Τραγούδια για τον δρόμο - Έντυ Διαμαντόπουλος

(Το βιβλίο αυτό είδε άλλα βιβλία που έφτασαν ως το νησί αργότερα από εκείνο να φεύγουν από το ράφι με τα αδιάβαστα. Ελάχιστα το παρηγορούσε το γεγονός πως υπήρχαν βιβλία που τα βρήκε σαν έφτασε και συνέχισε να τα βλέπει να σκονίζονται ξεχασμένα εκεί. Η μετασεισμική μετακόμιση του χάρισε μια πρόσκαιρη ελπίδα, έτσι όπως το σουίφερ το διέτρεξε. Το φως ήταν διαφορετικό σ' αυτό το νέο σπίτι, όμως μόνο για λίγο το απόλαυσε. Ο φόβος της ασταθούς βιβλιοθήκης το οδήγησε σε ένα ερμητικά κλειστό ντουλάπι. Τουλάχιστον, γλίτωνε ένα μέρος της σκόνης. Είχε προηγηθεί η Μεσακτή του Μαλαφέκα κι εγώ αναζητούσα μια ανάλογη αναγνωστική εμπειρία. Τότε θυμήθηκα τα Τραγούδια για τον δρόμο του Έντυ Διαμαντόπουλου.)

Η Νότια Αμερική είναι ένα μυστήριο για μένα. Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα από την παραμονή μου εκεί, τον περισσότερο καιρό ήμουν μεθυσμένος ή φτιαγμένος. Θυμάμαι όμως έναν δρόμο.

Από την εναρκτήρια πρόταση, ο συγγραφέας προβαίνει σε μια ξεκάθαρη δήλωση προθέσεων. Τα συστατικά είναι συγκεντρωμένα εδώ: Νότια Αμερική, αλκοόλ, ναρκωτικά, ο δρόμος και τα τραγούδια του τίτλου. Την ερωτική ιστορία δεν είναι δύσκολο να την υποθέσει κανείς. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής βρέθηκε στη Βραζιλία να δουλεύει ως πωλητής ελληνικών προϊόντων. Εγκατέλειψε την Αθήνα πιστεύοντας -ή μάλλον ελπίζοντας- πως θα άφηνε πίσω του όλα εκείνα που του υπέδειξαν να αναζητήσει στη φυγή παυσίπονο στον πόνο. Όμως όχι. Προφανώς όχι. Μακάρι να ήταν τόσο απλό, μακάρι η έκδοση ενός εισιτηρίου να είχε τέτοια δύναμη. Οι αναμνήσεις εισβάλλουν απρόσκλητες· πριν ο ορίζοντας αποκαλυφθεί στο τέλος της στροφής· μόλις τα μάτια κλείσουν αργά τη νύχτα ή νωρίς το πρωί· όταν δεν θα έπρεπε. Η Μπέλα, το αυτοκίνητό του, μια Ford Mustang του '67, θα τον προδώσει μια νύχτα με βροχή στη μέση του δρόμου για το Πόρτο Αλέγκρε. Η Μάρι θα τον περιμαζέψει. Θέτει έναν και μόνο όρο, να την πάει βόλτα με τη Μπέλα όταν την επισκευάσει. Είναι μουσικός σε περιοδεία με την μπάντα της, τη Banda Voadora, και το επόμενο βράδυ έχουν συναυλία στο Πόρτο Αλέγκρε. Μια ερωτική ιστορία ξεκινά.

Ήταν το βιβλίο που έψαχνα. Στακάτος και γρήγορος ρυθμός, ένας ήρωας ελάχιστα ηρωικός, στα χαμένα, ένα περιβάλλον εξωτικό, ένα παλλόμενο νεύρο αφήγησης, ικανό να σε παρασύρει σε μια αχόρταγη ανάγνωση, που έφερνε εικόνες από το παρελθόν, όχι μόνο το αναγνωστικό. Η αφήγηση δεν έχει τίποτα το επιδεικτικό, παρά την όποια γοητευτική λάμψη με την οποία είναι πασπαλισμένη, είναι μια ιστορία ήττας, μια απεγνωσμένη προσπάθεια διατήρησης του κεφαλιού πάνω από το νερό, μια απέλπιδα απόπειρα επανασυγκρότησης, χωρίς κανένα σχέδιο, υποχείριο της μοίρας και του δρόμου, ιστορία που ο αφηγητής χωρίς δεύτερη σκέψη θα εγκατέλειπε για να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στο παρελθόν, να ρίξει ξανά τη ζαριά. Αυτό είναι που κάνει την ιστορία αυτή θελκτική, η αντίφαση ανάμεσα σε αυτό που ο αφηγητής βιώνει και στον τρόπο με τον οποίο το βιώνει, αυτή η απόσταση που δημιουργείται ανάμεσα σε εκείνον και τον αναγνώστη που λαχταρά τέτοιου είδους εμπειρίες, που αχόρταγα διαβάζει χωρίς να είναι αναγκασμένος να πληρώνει το βαρύ συναισθηματικό τίμημα, έτσι αναπαυτικά όπως στέκεται στον ρόλο του θεατή, παραμερίζοντας αρκετά την όποια ενσυναίσθηση, ώστε να απολαύσει αυτή την τρελή αφήγηση, που όμως είναι φτιαγμένη με βασικό συστατικό της τον πόνο.

Παρότι οι αναφορές του Διαμαντόπουλου είναι ορατές, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση έχει την απαραίτητη δυναμική ώστε να καταστήσει τη φωνή αρκούντως προσωπική. Ο συγγραφέας γνωρίζει τα όρια και τις συμβάσεις της παλπ λογοτεχνίας, τα γνώριμα κλισέ και στερεότυπα του αφηγητή και της ιστορίας του εν γένει, και φροντίζει να κινείται εντός αυτών, χωρίς να παίρνει αχρείαστα ρίσκα. Διανθίζει το κυρίως σώμα της ιστορίας με μικρές, πλην όμως ενδιαφέρουσες, λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, η οικογένεια του ήρωα που διατηρούσε μαγαζί με γραβάτες, ζωή στην οποία εκείνος ένιωθε ασφυξία, ή η λαχτάρα της Μάρι να εγκαταλείψει τη Βραζιλία, αλλά και ο ιδιαίτερος κόσμος των ξενοδοχείων. Σύμφωνα με το βιογραφικό του Διαμαντόπουλου, δεν είναι διόλου απίθανο να έχει ζήσει κάποιο διάστημα εκεί. Όπως και να έχει, πετυχαίνει να χρησιμοποιήσει τη Βραζιλία τόσο όσο είναι απαραίτητο για να δείξει την απόσταση από την Ελλάδα και την προηγούμενη ζωή τού αφηγητή, χωρίς να ποντάρει υπερβολικά στην εξωτικότητα του τόπου, χωρίς να καθιστά τη Βραζιλία πρωταγωνίστρια της ιστορίας, αφού η ίδια ιστορία θα μπορούσε να διαδραματιστεί και αλλού, αποφεύγοντας έτσι τις κακοτοπιές. Οι παρεμβολές των τραγουδιών, με την παράθεση στίχων, λειτουργεί, ενώ η ακρόαση της λίστας επιτείνει την αναγνωστική εμπειρία, μια ακόμα ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια.

Τα Τραγούδια για τον δρόμο ανταποκρίθηκαν πλήρως στις αναγνωστικές μου επιδιώξεις, σ' ένα είδος που εδώ και χρόνια είναι εκτός του αναγνωστικού μου safety zone, είδος ωστόσο που εν πολλοίς με διαμόρφωσε ως αναγνώστη.

υγ. Για τη Μεσακτή του Μαλαφέκα στην οποία αναφέρθηκα μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ.

Εκδόσεις BookLab   

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2021

Η Ελένα ξέρει - Claudia Piñeiro

Η γεννημένη το 1960 Κλαούντια Πινιέιρο, παρότι ιδιαιτέρως γνωστή εντός και εκτός Αργεντινής, δεν είχε μεταφραστεί στα ελληνικά ως τώρα. Το κενό αυτό ήρθαν να καλύψουν οι εξειδικευμένες στην ισπανόφωνη λογοτεχνία εκδόσεις Carnívora, από τις οποίες κυκλοφόρησε πρόσφατα το μυθιστόρημά της Η Ελένα ξέρει, που εκδόθηκε το 2007, σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη.

Το θέμα είναι να σηκώσει απλώς το δεξί πόδι μόλις λίγα εκατοστά πάνω απ' το πάτωμα, να το σπρώξει στον αέρα, ώσπου να βγει μπροστά από τ' αριστερό, και σ' αυτή την απόσταση, όση κι αν είναι, πολλή ή λίγη, να το κάνει να κατέβει. Αυτό είναι όλο κι όλο το θέμα, σκέφτεται η Ελένα. Όμως, παρότι το σκέφτεται και ο εγκέφαλος δίνει την εντολή, το δεξί πόδι δεν κινείται. Δε σηκώνεται. Δεν προχωράει προς τα μπρος στον αέρα. Δεν ξανακατεβαίνει. Δεν κινείται, δε σηκώνεται, δεν προχωράει προς τα εμπρός στον αέρα, δεν ξανακατεβαίνει. Αυτό όλο κι όλο. Αλλά δεν το κάνει. Τότε, η Ελένα κάθεται και περιμένει.

Η Ελένα ξέρει, το έμαθε σταδιακά και με τρόπο οδυνηρό, πως ακόμα και η πιο μικρή κίνηση, που άλλοτε ποτέ δεν θα τη σκεφτόταν, τώρα αποτελεί μια τεράστια πρόκληση, όπως το να κατέβει από το κρεβάτι, να σταθεί στα πόδια της, να κινηθεί στο μικρό της σπίτι. Η Ρίτα, η κόρη της, πέθανε ένα απόγευμα που η βροχή ζύγωνε απειλητικά, δεν πάει πολύς καιρός. Από τότε η Ελένα έμεινε μόνη. Η νόσος του Πάρκινσον καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι του νευρικού της συστήματος. Λαμβάνει τρία χάπια ημερησίως. Κάπου στο ενδιάμεσο, τα χάπια της χαρίζουν μια υποβοήθηση, έναν καλύτερο έλεγχο του σώματος, χάρη στην έκκριση λεβοντόπας που προξενούν. Γύρω από αυτά τα τρία χάπια καταστρώνει το σχέδιο της κάθε ημέρας. Σήμερα, θέλει να πάρει το τρένο και να κατέβει στο Μπουένος Άιρες, έχει μια σημαντική επίσκεψη να κάνει. Θα ξεκινήσει λίγο αφού πάρει το πρώτο χάπι, θα διασχίσει πεζή την απόσταση μέχρι τον σταθμό, ελπίζοντας να αποφύγει να συναντήσει κάποιον γνωστό στον δρόμο, φοβάται ωστόσο την ουρά έξω από την τράπεζα, καθότι είναι μέρα πληρωμών, όμως πρέπει να περάσει από εκεί, αλλιώς ο κύκλος θα είναι τεράστιος, πέρα από τις σωματικές της αντοχές.

Στο σχετικά μικρό αυτό μυθιστόρημα, η Πινιέιρο πετυχαίνει να καθηλώσει τον αναγνώστη, κυρίως για τον άκρως ρεαλιστικό τρόπο με τον οποίο αποδίδει γλωσσικά και υφολογικά την κάθε στιγμή της Ελένα, τον τρόπο με τον οποίο βιώνει τη νόσο του Πάρκινσον, την έντονη αντίθεση μεταξύ της ταχύτητας με την οποία σκέπτεται και ενεργεί, τον εγκλωβισμό ενός άκρως λειτουργικού μυαλού, με τις δικές του ιδιαιτερότητες, τις δικές του προσλαμβάνουσες, τα δικά του βιώματα, μέσα σ' ένα σώμα που ολοένα και λιγότερο υπακούει. Η σκιαγράφηση και της παραμικρότερης λεπτομέρειας, η ακρίβεια των λέξεων, η αποτύπωση της κινητικής και ψυχολογικής κατάστασης της Ελένα είναι εντυπωσιακές. Η Πινιέιρο ενσωματώνει τον αναγνώστη στην Ελένα, τον αναγκάζει να κινηθεί μαζί της, να κοιτάξει τον κόσμο με τα δικά της μάτια, να νιώσει τον τρόμο της αδυναμίας σε μεγαλύτερο βαθμό από εκείνη, άμαθος όπως είναι· είπαμε, η Ελένα ξέρει. Με λόγο κοφτό και ακριβή η συγγραφέας θέτει τα ασφυκτικά στενά όρια εντός των οποίων είναι καταδικασμένη να κινείται η πρωταγωνίστριά της, με κάθε λέξη υπενθυμίζει πως δεν υπάρχει επιστροφή από αυτή τη συνθήκη, μόνο επιδείνωση. Πατά στη λεπτή γραμμή του οίκτου αλλά δεν την περνά, αποφεύγοντας τον συναισθηματικό εκβιασμό του αναγνώστη, δεν θέλει τον οίκτο η Ελένα, δεν θέλει ούτε τον θαυμασμό για το θάρρος και την επιμονή της, θέλει απλώς να φτάσει ως εκείνη την πόρτα, μόνη και με τον τρόπο που εκείνη ξέρει.

Το μυθιστόρημα, που εκτυλίσσεται στη διάρκεια μιας ημέρας, είναι ιδιαιτέρως υποβλητικό, γεγονός στο οποίο συμβάλλει τα μέγιστα η συναισθηματικά ουδέτερη και σταθερή αφηγηματική φωνή, χωρίς εξάρσεις, που λειτουργεί ως ένα βαθμό αντιστικτικά με το καθεαυτό περιεχόμενο της αφήγησης. Η Ελένα ξέρει διαθέτει τον απόηχο ενός νουάρ μυθιστορήματος, ενσωματωμένο με τρόπο περίτεχνο στο παρασκήνιο της ιστορίας, που δυναμώνει με το πέρασμα των σελίδων. Ο τρόπος με τον οποίο η Πινιέιρο παρεμβάλει τις απαραίτητες για την πλοκή αναλήψεις του παρελθόντος στο κυρίως σώμα της αφήγησης είναι υποδειγματικός, και της επιτρέπει, μεταξύ άλλων, να εντάξει περαιτέρω διαστάσεις, κυρίως κοινωνικές, στην ιστορία της, αλλά και να χτίσει αργά και σταθερά το σασπένς, οδηγώντας σε μια αναπάντεχη, κυρίως για την ίδια την Ελένα, ανατροπή. Μέσα από την ασθένεια της Ελένα η συγγραφέας αγγίζει και τη σχέση μητέρας‒κόρης, τη στιγμή της αντιστροφής των ρόλων, όταν δηλαδή η Ελένα εξαρτάται πλήρως από τη Ρίτα, ενώ παράλληλα κριτικάρεται ευθέως ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το σύστημα υγείας, η γραφειοκρατία και τα μικρά γράμματα των ασφαλιστικών συμβολαίων σε μια εποχή ιδιωτικοποίησης της υγείας και πλήρους κατάρρευσης του κράτους πρόνοιας. Το μυθιστόρημα διαθέτει και μια έντονη φεμινιστική ματιά, για το δικαίωμα της γυναίκας στην αυτοδιάθεση του σώματός της, υπενθυμίζοντας πως απέναντί της συχνά στέκονται άλλες γυναίκες. 

Η Πινιέιρο, σε λίγες σελίδες, και χωρίς στιγμή να απολύει τον βηματισμό της, διαπραγματεύεται πλείστα ζητήματα και αποδίδει ευδιάκριτα και τους υπόλοιπους, πλην της Ελένα, χαρακτήρες, σ' ένα σφιχτοδεμένο και συμπαγές σύνολο, που δεν περιορίζεται στην πρόκληση της ενσυναίσθησης. Η Ελένα ξέρει είναι ένα πραγματικά σπουδαίο μυθιστόρημα, παρά τη συναισθηματική δυσφορία που γεννά, δείγμα γραφής μιας ικανότατης συγγραφέως, που δημιουργεί ιδιαίτερη ανυπομονησία για περαιτέρω επαφή με το έργο της.

Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora

Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2021

Γόνιμες μέρες - Τζούλια Γκανάσου

Στον νου μου έρχεται η τελευταία εικόνα προτού χάσω τις αισθήσεις. Κείτομαι στο πεζοδρόμιο. Δίπλα μου υπάρχει ένας νεκρός. Ένα ρυάκι από αίμα μας ενώνει. Στο χέρι μου ξαποσταίνει ένα στιλέτο. Η λαβή του είναι καθαρή. Η λεπίδα είναι ματωμένη. Μια γυναίκα πλησιάζει. Ψηλαφίζει το κεφάλι μου. Σκύβει πάνω από τα χείλη μου. Μυρίζει άνοιξη, νεράντζι, γινωμένο γλυκό πορτοκάλι.

Ένας άντρας ανακτά τις αισθήσεις του, δεν ξέρει πού βρίσκεται, ούτε πώς βρέθηκε εκεί. Δεν μπορεί να ανοίξει τα μάτια, ακούει τη φωνή της κόρης του, τον κατακλύζει το έντονο άρωμά της. Η γυναίκα του επιστρέφει στον θάλαμο, ο γιος του ακόμα να φανεί, η αγωνία τους είναι έκδηλη. Η αγωνία τους δεν έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με την υγεία του, επιθυμούν διακαώς να μάθουν σε τι ήταν μπλεγμένος, να σκαρφιστούν τι θα απαντήσουν στις ερωτήσεις των τρίτων. Οι αστυνομικές αρχές πιέζουν τους θεράποντες γιατρούς να τον καταστήσουν ικανό να απολογηθεί το συντομότερο δυνατόν, η υπόθεση πρέπει να κλείσει, το σώμα δεν αντέχει άλλη αποτυχία. Σταδιακά ο άντρας θυμάται. Προσπαθεί να επικοινωνήσει με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, δεν τα καταφέρνει. Γίνεται αυτήκοος μάρτυρας των όσων συμβαίνουν στον θάλαμο, των ενημερώσεων των γιατρών, των επισκέψεων συγγενών και φίλων, των όσων συζητούν η γυναίκα του και τα παιδιά του σαν εκείνος να μην είναι εκεί. 

Οι Γόνιμες μέρες ανήκουν ειδολογικά στην ευρύτερη κατηγορία της αστυνομικής λογοτεχνίας, καθώς υπάρχει ένα έγκλημα και μια απόπειρα διαλεύκανσης. Η Γκανάσου εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις συμβάσεις του είδους και τις χρησιμοποιεί ως καλούπι. Το σχήμα έγκλημα-διαλεύκανση της επιτρέπει να δημιουργήσει έναν διακριτό άξονα πλοκής και να ενσωματώσει σ' αυτόν τις προεκτάσεις που επιθυμεί πραγματικά να δώσει στην ιστορία της. Η συγγραφέας δεν εγκλωβίζεται, το τελικό αποτέλεσμα υπερβαίνει κατά πολύ τους περιορισμούς του είδους, καθώς ελάχιστα προσομοιάζει σε ένα τυπικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Εστιάζει σε διαφορετικά σημεία και εγείρει πολυποίκιλα ζητήματα προς διερεύνηση, ενώ η διαλεύκανση, σύντομα, περνά σε δεύτερη μοίρα, χωρίς, ωστόσο, η νουβέλα να χάνει σε σασπένς. Αυτό καθόλου δεν σημαίνει πως η Γκανάσου παραμελεί τη σκοτεινή πλευρά της ιστορίας της, τη νυχτερινή και άκρως επικίνδυνη Αθήνα, την οποία νέμονται συμμορίες ντόπιων και ξένων. Αν τα όσα συμβαίνουν στον θάλαμο αφήνουν μια θεατρική αίσθηση, η αποσπασματική ανασύσταση της αιματηρής συμπλοκής είναι χαρακτηριστικά κινηματογραφική και ιδιαίτερα ατμοσφαιρική.

Η Γκανάσου έλαβε μια αφηγηματική απόφαση άκρως λειτουργική για τη νουβέλα της, δίνοντας τον ρόλο του αφηγητή στον κατάκοιτο, ανίκανο να επικοινωνήσει με τους γύρω του, άντρα, μια επιλογή που την έφερε εις πέρας με επιτυχία, παρότι ιδιαιτέρως απαιτητική. Κατάφερε να αποδώσει πειστικά την αγωνία ενός ανθρώπου που πασχίζει να θυμηθεί, που η ζωή του εν πολλοίς κρίνεται από αυτό, και ενώ γύρω του ο κλοιός ολοένα και στενεύει, τόσο από την οικογένειά του, όσο και από τις αρχές. Η συγγραφέας, όμως, δεν αρκέστηκε στην απόδοση της σταδιακής επαναφοράς της μνήμης. Η χορήγηση φαρμάκου, για να βγει από το κώμα και να μπορέσει να καταθέσει, επιδρά περαιτέρω στην ήδη επιβαρυμένη κατάσταση του άντρα, η λειτουργία της μνήμης απορρυθμίζεται και εκείνος χάνει ακόμα περισσότερο τον έλεγχό της, γινόμενος έρμαιο εικόνων από το παρελθόν, από την πρώιμη παιδική ηλικία, εκεί όπου κυριαρχεί η μορφή μιας γυναίκας, εικόνες που παρεμβάλλονται στα γεγονότα εκείνης της βραδιάς, δίνοντάς τους έναν χαρακτήρα υπερρεαλιστικό, τη στιγμή που εντείνουν την υπαρξιακή αγωνία που βιώνει ο άντρας. 

Ως εύρημα, η απώλεια της μνήμης του άντρα φέρνει τον αυτοδιηγητικό αφηγητή και τον αναγνώστη στην ίδια αφετηρία γνώσης. Ο άντρας θυμάται ολοένα και περισσότερα απ' όσα συνέβησαν, καθώς τα κομμάτια του παζλ συμπληρώνονται. Ο αναγνώστης τον ακολουθεί στο ταξίδι αυτό. Ταυτόχρονα, ο αναγνώστης μοιράζεται τις αμφιβολίες της οικογένειας του άντρα, αφού δεν γνωρίζει τον ρόλο του στο συμβάν, τον βαθμό εμπλοκής του σ' αυτό. Με τον τρόπο αυτό η Γκανάσου πετυχαίνει να εγείρει το αναγνωστικό ενδιαφέρον καθιστώντας τον αναγνώστη συναισθηματικά μέτοχο στην ιστορία, συμμεριζόμενο τόσο την αγωνία του άντρα, όσο και εκείνη της οικογένειας, που επιπρόσθετα καλείται να λάβει αποφάσεις για εκείνον, αποφάσεις που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή του, αποφάσεις που μπορεί να έχουν ιδιαίτερο αντίκτυπο και σε αυτούς τους ίδιους. Η νουβέλα θα μπορούσε να περιγραφεί και ως ένα ιδιότυπο οικογενειακό δράμα δωματίου. Η οικογένεια, μετά από χρόνια, είναι συγκεντρωμένη, αυτή τη φορά γύρω από το κρεβάτι στο οποίο κείτεται ο πατέρας. Η αγωνία αναπόφευκτα γεννά ένταση, εστίες που σιγόκαιγαν αναζωπυρώνονται. Η Γκανάσου εγκλωβίζει τον αναγνώστη στο μυαλό και το σώμα του άντρα, έτσι όπως είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου και ακούει τα πάντα, χωρίς να μπορεί να δηλώσει παρών, και αυτή η αδυναμία του άντρα να επικοινωνήσει με το περιβάλλον του, η σιωπηλή του παρουσία αποκλειστικά στον ρόλο του δέκτη, εντείνει το διάχυτο στη νουβέλα αίσθημα ασφυξίας.

Οι Γόνιμες μέρες αποτελούν μια ευτυχή συγκυρία εμπνευσμένης σύλληψης και άρτιας εκτέλεσης, με αποτέλεσμα μια σφιχτοδεμένη νουβέλα που διαβάζεται απνευστί και χαράσσεται στη μνήμη του αναγνώστη.

Εκδόσεις Γκοβόστη

Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2021

Το πνεύμα των γονιών μου εξακολουθεί να υψώνεται μέσα στη βροχή - Patricio Pron

Λίγο αφότου έκλεισα την πόρτα πίσω μου, επέστρεψα στο γραφείο· ο ταχυδρόμος συνέχισε με τη διανομή, αυτό τουλάχιστον υποθέτω. Με τον φάκελο σκισμένο και πεταμένο όπως όπως στο πάτωμα, κρατούσα το βιβλίο του Προν στα χέρια μου, και περισσότερο από το όπως πάντα εκπληκτικό και χαρακτηριστικό εξώφυλλο του Κούρτογλου, εκείνο που μου τράβηξε την προσοχή ήταν ο μακρύς τίτλος του μυθιστορήματος, ο μακρύτερος απ' όσους μπορώ να ανακαλέσω, Το πνεύμα των γονιών μου εξακολουθεί να υψώνεται μέσα στη βροχή· η χρήση της κτητικής αντωνυμίας ήταν που τελικά την εγκλώβισε. Δεν είχα σκοπό να διαβάσω το βιβλίο του Προν, όχι εκείνη τη στιγμή, θα έπαιρνε τη θέση του στο ράφι με τα αδιάβαστα, υπήρχαν άλλες προτεραιότητες που διέθεταν την απαραίτητη σκόνη στη ράχη τους. Χωρίς να το σκεφτώ ιδιαίτερα, ξεκίνησα να διαβάζω το πρώτο κεφάλαιο, αποτελούμενο από μόλις δύο σελίδες, τελειώνοντάς το είχα μπροστά μου έναν μονόδρομο να ακολουθήσω.

Υποθέτω πως μια μέρα, κάποια στιγμή, τα παιδιά νιώθουν την ανάγκη να μάθουν ποιοι υπήρξαν οι γονείς τους και ρίχνονται σ' αυτή την αναζήτηση. Τα παιδιά είναι οι ντετέκτιβ των γονιών τους, που τα φέρνουν στον κόσμο για να επιστρέψουν σ' εκείνους μια μέρα και να τους διηγηθούν την ιστορία τους και μ' αυτόν τον τρόπο να μπορέσουν να την κατανοήσουν. Δεν είναι οι κριτές τους, δεδομένου του ότι δεν μπορούν να κρίνουν με πραγματική αμεροληψία τους γονείς στους οποίους οφείλουν τα πάντα, συμπεριλαμβανομένης της ζωής τους, αλλά βέβαια μπορούν να προσπαθήσουν να βάλουν σε μια τάξη την ιστορία τους, να αποκαταστήσουν το νόημα που τα κάπως παιδαριώδη συμβάντα της ζωής και η συσσώρευσή τους φαίνεται να της έχουν στερήσει κι ύστερα να προστατέψουν αυτή την ιστορία και να τη διαιωνίσουν στη μνήμη. Τα παιδιά είναι οι αστυνομικοί των γονιών τους, αλλά εμένα οι αστυνομικοί δεν μ' αρέσουν. Ποτέ δεν τα πήγαιναν καλά με την οικογένειά μου.

Τόπος κοινός στη λογοτεχνία, που όμως εξαιτίας του βιωματικού του χαρακτήρα δεν εμπίπτει στην κατηγορία της μανιέρας, η ανασύσταση της ζωής των γονέων, αυτών των εν πολλοίς αγνώστων, από τα παιδιά τους, κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, με την τάδε ή τη δείνα αφορμή. Ο αφηγητής, συγγραφέας και καθηγητής πανεπιστημίου, που τα τελευταία οχτώ χρόνια ζούσε στη Γερμανία, επιστρέφει στην Αργεντινή, ο πατέρας του βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση στο νοσοκομείο. Όταν φεύγει από το νοσοκομείο, έχοντας περάσει ώρες αμηχανίας στο πλευρό του σιωπηλού πατέρα, επιστρέφει στο σπίτι των γονιών του, που καθόλου οικειότητα δεν αναβλύζει πια, λες και ποτέ εκείνος δεν έζησε εκεί. Στο γραφείο του πατέρα του υπάρχει μια στοίβα με φακέλους, που περιέχουν αρχειοθετημένη την πορεία της έρευνας για την εξαφάνιση ενός άντρα από το χωριό. Μαρτυρίες, ρεπορτάζ, αναφορές. Ο αφηγητής, διατρέχοντας το υλικό, αναρωτιέται τι ήταν εκείνο που ενεργοποίησε και έθρεψε την εμμονή τού πατέρα του με την εξαφάνιση αυτού του άντρα. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα φωτίσει άγνωστες πτυχές της ζωής του πατέρα.

Διατηρώντας τη μυθοπλαστική σύμβαση και παρότι η ιστορία μοιάζει να διαθέτει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα, θα θεωρήσουμε τον αφηγητή άλτερ έγκο του Προν. Η ιστορία αυτή καθαυτή, άλλωστε, δεν κρίνεται με γνώμονα το πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πέραν τούτου, είναι ο τρόπος να αφηγηθεί κανείς μια ιστορία, και δη την ιστορία του, έστω και προσαρμοσμένη στις ανάγκες της μυθοπλασίας, εκείνος που βαραίνει, περισσότερο από ό,τι άλλο, το τελικό αποτέλεσμα. Έτσι, η σύνθεση του μυθιστορήματος με τη χρήση μικρών κεφαλαίων, που σπάνια είναι μεγαλύτερα των δύο σελίδων και κάποιες φορές δεν ξεπερνούν σε έκταση το μέγεθος μιας παραγράφου, είναι μια επιλογή, χρηστική και όχι κενά μεταμοντέρνα, με την οποία ο Πρόν πετυχαίνει τρία πράγματα. Πρώτον, αίρει όλους τους περιορισμούς μιας χρονικά γραμμικής αφήγησης. Δεύτερον, αναπτύσσει τρεις παράλληλες αφηγήσεις· εκείνη που αφορά τη δική του ζωή, εκείνη που αφορά τον πατέρα του και εκείνη που αφορά την έρευνα για την εξαφάνιση του άντρα. Τρίτον, η αίσθηση αποσπασματικότητας υπηρετεί το συγγραφικό εύρημα που αφορά την πρόθεση του αφηγητή να γράψει κάποια στιγμή ένα βιβλίο ώστε να μην ξεχαστούν όσα είχαν κάνει οι γονείς του.

Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο ο Προν στήνει την αφήγησή του γύρω από την εξέλιξη της έρευνας για την εξαφάνιση του άντρα, εξάπτει την περιέργεια όχι μόνο του αναγνώστη, αλλά και του ίδιου του αφηγητή, έτσι όπως έρχεται prima vista αντιμέτωπος με το περιεχόμενο του φακέλου. Η απόπειρα να διακρίνει εκείνο που συνδέει τον πατέρα του με την ιστορία αυτή, δημιουργεί αβίαστα και πειστικά τη συναισθηματική σύνδεση του γιου με τον πατέρα και έτσι δικαιολογείται απόλυτα η έντονη επιθυμία αφήγησης της ιστορίας του, καθώς αποτυπώνεται ευδιάκριτα η ανάγκη του αφηγητή, συστατικό απαραίτητο σε κάθε παρόμοια αφήγηση, πρωτοπρόσωπη και με χαρακτήρα βιωματικό. Μέσω της ιστορίας του πατέρα του, ο αφηγητής φέρνει στο προσκήνιο μια ολόκληρη γενιά, που φέρει το στίγμα της ηττημένης, της υπεύθυνης για τα δεινά της χώρας. Έτσι, το μυθιστόρημα ξεφεύγει από το αμιγώς προσωπικό και εισέρχεται στο συλλογικό. Η άγνοια του γιου για το παρελθόν του πατέρα του, εκτός από την όποια περιφρόνηση, δικαιολογεί, τρόπο τινά, και τη διόλου πολιτική στάση της δικής του γενιάς, εγκαθιδρύοντας μια μοιρολατρική και παθητική στάση απέναντι στα πράγματα, σε μια εποχή που ο σολιψισμός ολοένα και επικρατεί. Γιατί είναι διαφορετικό να ξέρεις πως κάποιος, αν και τελικά ηττήθηκε, αγωνίστηκε για έναν σκοπό, από το να θεωρείς πως δεν έδωσε ποτέ τη δική του μάχη.

Το πνεύμα των γονιών μου εξακολουθεί να υψώνεται μέσα στη βροχή φλερτάρει έντονα με το μη μυθοπλαστικό μονοπάτι που ακολουθεί εδώ και χρόνια ο Χαβιέρ Θέρκας, τον τρόπο με τον οποίο εμπλέκει το προσωπικό και την έρευνα με τη διερεύνηση του παρελθόντος και τη διάσωση της ιστορικής μνήμης. Ο Προν υπογράφει ένα αξιομνημόνευτο μυθιστόρημα, καθώς πετυχαίνει να καταστήσει τη μεταμοντέρνα κατασκευή του όχι απλώς προσιτή αλλά και θελκτική, επίτευγμα απαιτητικό, ξεκάθαρο δείγμα ταλέντου.

Μετάφραση Μαρία Παλαιολόγου
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2021

Μεσακτή - Μάκης Μαλαφέκας

Το καλοκαίρι είχε τελειώσει, είχε περάσει ο χειμώνας, και τώρα ήταν και πάλι καλοκαίρι.

Ο Μιχάλης Κρόκος, πρωτοπρόσωπος αφηγητής της ιστορίας αυτής, δεν είναι ακόμα σίγουρος γιατί άφησε το Παρίσι για να επιστρέψει στην Αθήνα. Μένει στην Ασκληπιού και είναι αυτόπτης μάρτυρας της μετάλλαξης της γειτονιάς των Εξαρχείων. Έχει φτάσει καλοκαίρι, η ζέστη είναι αφόρητη και μόνο η προοπτική ενός νησιού κάνει τη συνθήκη παλέψιμη ‒το διαχειρίσιμη δεν αρκεί. Η Σχοινούσα, εκεί που θα έβρισκε τον Άγγελο, σβήνει από τον ορίζοντα σαν όαση στο μέσον της ερήμου. Ταυτόχρονα, θεωρώντας δεδομένη την ηρωική έξοδο από το κλεινόν άστυ, έχει νοικιάσει το σπίτι του στο Airbnb. Η προοπτική της παραμονής στην Αθήνα και της διανυκτέρευσης στο αμάξι μοιάζει με μονόδρομο. Δεν το βάζει κάτω και κατευθύνεται στα γραφεία του εκδότη του για να συζητήσουν σχετικά με το ενδεχόμενο έκδοσης του παλπ μυθιστορήματος που έγραψε με αφορμή την αθηναϊκή Ντοκουμέντα. Η γραμματέας τον ενημερώνει πως δεν είναι εκεί. Περιφέρεται σε μια Πλάκα γεμάτη τουρίστες και κάθεται να πιει μια παγωμένη μπύρα, να ανασυγκροτήσει τα όσα συνέβησαν τις τελευταίες ώρες. Εκεί, συναντά έναν φίλο από τα χρόνια του Παρισιού, εκδότη μιας free press, τον Βαλάντη Καρατζάκο, που στο άκουσμα της κατάστασής του του προτείνει να περάσει κάποιες μέρες στη βίλα του στη Μεσακτή Ικαρίας, που μια ακύρωση της τελευταίας στιγμής την καθιστά διαθέσιμη, και ως αντάλλαγμα, συμφωνούν, ο Κρόκος να γράψει μια καλοκαιρινή ιστορία σε συνέχειες με συστατικά παραλίες, μπιτσόμπαρα, γκομενάκια και σέρφερ. Κάπως έτσι ο Κρόκος θα βρεθεί στην Ικαρία, απ' όπου έχει μια μακρινή καταγωγή.

Ο Μάκης Μαλαφέκας, γνώριμος στους φαν του ελληνόφωνου νουάρ/παλπ, επιστρέφει, με ήρωα τον Μιχάλη Κρόκο, που λειτουργεί ως άλτερ έγκο του συγγραφέα, να ρίχνεται σε νέες περιπέτειες, καθώς, λίγο μετά την άφιξή του στο νησί, τα πράγματα παίρνουν μια παράξενη τροπή. Ο συγγραφέας επιλέγει ως σκηνικό δράσης το ικαριώτικο καλοκαίρι, έναν από τους πλέον κοινωνιολογικά και ανθρωπολογικά ενδιαφέροντες συνδυασμούς, εξαιτίας του ετερόκλητου πλήθους που συνωστίζεται για να απολαύσει την εμπειρία αυτή, που με τόσο μύθο είναι πασπαλισμένη, πλήθος που αποτελείται μεταξύ άλλων φυλών από γκρούβαλους, φασαίους και ντόπιους, λάτρεις της μακροζωίας και της γιόγκα, ελευθεροκαμπίτες και φραγκάτους, σέρφερ και πανηγυρτζήδες. Ο τόπος στο μυθιστόρημα κατέχει πρωταγωνιστικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί, σε καμία περίπτωση, μια τυχαία επιλογή. Χωρίς την Ικαρία θα είχαμε να κάνουμε με ένα διαφορετικό μυθιστόρημα. Ο Μαλαφέκας δείχνει να γνωρίζει καλά την ικαριώτικη πραγματικότητα, από τον  πανζουρλισμό στο λιμάνι του Ευδήλου κατά την άφιξη του Νήσος Μύκονος, μέχρι την ποιότητα του κρασιού στα πανηγύρια και την πολεμική γύρω από την ονομασία της τοπικής μπύρας, και αυτό σίγουρα αποτελεί ένα από τα δυνατά χαρτιά του μυθιστορήματος, ενώ η αφιέρωση του βιβλίου «στους μόνιμους κατοίκους Ικαρίας» χρήζει ποικίλων ερμηνειών.

Ο Κρόκος είναι ένας γνώριμος ήρωας, ή μάλλον αντιήρωας, που συναντάται κατά κόρον στην νουάρ/παλπ λογοτεχνία. Διακρίνεται κυρίως για τον αυτοσαρκασμό του και την ικανότητά του να μπλέκει σε παράξενες καταστάσεις, λειτουργώντας ως μαγνήτης, με ροπή στο αλκοόλ και τη λογοτεχνία. Παρότι διαθέτει αρκετά ενοχλητικά χαρακτηριστικά, καταφέρνει με την ιδιότυπη αυθεντικότητά του να γίνει εν τέλει συμπαθής στον αναγνώστη, γεγονός που συμβάλλει, μαζί με την πλοκή, στη δημιουργία αναγνωστικού ενδιαφέροντος. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες είναι προσχηματικοί και αναμενόμενα κλισέ· μοιραίες γυναίκες, ανυπόληπτοι εκδότες, αφερέγγυοι φίλοι και μπρατσωμένοι κακοί, έρχονται να συναντηθούν με την εποχική πανίδα του νησιού. Η πλοκή ακολουθεί ένα γνώριμο μοτίβο και δεν εκπλήσσει, διαθέτοντας το στοιχείο της υπερβολής και της ταχύτητας. Τα διάφορα μικροευρήματα λειτουργούν ικανοποιητικά, τα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά επίσης. Η ιστορία, μέσα στην ιστορία, που ο Κρόκος επιδιώκει να γράψει, πετυχαίνει να δημιουργήσει ένα άκρως ενδιαφέρον παιχνίδισμα, λειτουργώντας ως αντανάκλαση της κεντρικής ιστορίας και, ως ένα βαθμό, υπονομεύοντάς την. Η πρόζα του Μαλαφέκα διακρίνεται για το νεύρο, τη ροή και την αμεσότητά της, την αίσθηση του χιούμορ και την αρμονική ένταξη των διαλογικών μερών. Δεν είναι απλό ένα βιβλίο να είναι ευκολοδιάβαστο, οι σελίδες του να γυρίζουν από δάκτυλα ανυπόμονα, είναι κάτι που απαιτεί μια ξεχωριστή συγγραφική ικανότητα και η Μεσακτή αποτελεί ένα τέτοιο βιβλίο. Ο Μαλαφέκας γνωρίζει καλά το είδος που υπηρετεί, υπακούει στους κανόνες και ανταποκρίνεται με επιτυχία στις απαιτήσεις.

Σε κάθε βιβλίο είναι σημαντικό να αναζητά και να εντοπίζει κανείς τις επιδιώξεις του συγγραφέα. Κάνοντας αυτό, και μετά το εντελώς υποκειμενικό μου άρεσε/δεν μου άρεσε, ο αναγνώστης μπορεί να προχωρήσει σε μια πιο αντικειμενική προσέγγιση και αξιολόγηση. Γιατί, μισό να ζωγραφίσω το σύννεφο από το οποίο κάποιοι θα πέσουν, ένα βιβλίο, ένα έργο τέχνης εν γένει, μπορεί να αξίζει ακόμα και αν σε εμάς προσωπικά, για τους δικούς μας λόγους, δεν άρεσε. Άλλωστε, δεν πρέπει να απαλλάσσεται ο αναγνώστης από τη δική του ευθύνη, που εν πολλοίς εμπεριέχεται στην απάντηση του γιατί επέλεξε να διαβάσει το τάδε ή το δείνα βιβλίο. Ο Μαλαφέκας στη Μεσακτή τα καταφέρνει περίφημα. Αν κάποιος γυρεύει ένα καλό παλπ μυθιστόρημα, με στακάτο ρυθμό και αβίαστη ροή, με το οποίο επιπρόσθετα να μπορεί να συνδεθεί ως προς τα συστατικά που το αποτελούν, τον τόπο και τους ανθρώπους, τις αναφορές και τις λεπτές αποχρώσεις σχολιασμού της οικείας πραγματικότητας, τότε η Μεσακτή είναι μια άριστη επιλογή.

Εκδόσεις Μελάνι

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2021

Ανάσες - George Orwell

Η συμπλήρωση εβδομήντα χρόνων από τον θάνατο του Τζορτζ Όργουελ και η συνεπακόλουθη απελευθέρωση των πνευματικών δικαιωμάτων τού έργου του προκάλεσε μια εκδοτική φρενίτιδα, αφού όλοι σχεδόν οι εγχώριοι οίκοι έσπευσαν να κυκλοφορήσουν ταυτόχρονα τα δύο γνωστότερα έργα του. Αναφέρομαι, όπως αντιλαμβάνεστε, στην παραβολική Φάρμα των ζώων και το ‒για πολλούς‒προφητικό 1984. Στον απόηχο όλου αυτού, οι εκδόσεις Αίολος αποφάσισαν να εκδώσουν τις Ανάσες (Coming up for air, 1939), σαφώς λιγότερο γνωστό πλην όμως σημαντικό μυθιστόρημα μιας εξέχουσας προσωπικότητας του εικοστού αιώνα που ακόμα εγείρει έντονη πολεμική.

Η ιδέα μου ήρθε τη μέρα που πήρα την καινούργια μου μασέλα. Θυμάμαι καλά εκείνο το πρωινό. Κατά τις οκτώ παρά τέταρτο πετάχτηκα απ' το κρεβάτι κι έτρεξα στο μπάνιο για να προλάβω να μπω πριν μπουν τα παιδιά. Ήταν ένα φρικτό πρωί του Ιανουαρίου και ο ουρανός ήταν θολός και γκριζοκίτρινος. Από το τετράγωνο παραθυράκι έβλεπα κάτω, εκεί που λέμε ότι είναι η πίσω αυλή μας, μια χορταριασμένη έκταση δέκα επί πέντε με έναν φράχτη από θάμνους γύρω-γύρω κι ένα χέρσο σημείο στη μέση. Όλα τα σπίτια στην οδό Έλσμιρ έχουν παρόμοια πίσω αυλή, μερικές αγριομυρτιές και το ίδιο χορτάρι. Η μόνη διαφορά είναι ότι, όπου δεν υπάρχουν παιδιά, δεν υπάρχει και το χέρσο κομμάτι στη μέση.
Ο σαρανταπεντάχρονος Τζορτζ Μπόουλινγκ δουλεύει ως ασφαλιστής, ζει σ' ένα ήσυχο προάστιο με πανομοιότυπα σπίτια και είναι παντρεμένος με δύο παιδιά. Νιώθει εγκλωβισμένος στην καθημερινότητα αυτή. Εκμεταλλευόμενος το ρεπό από τη δουλειά, κατεβαίνει στο Λονδίνο για να παραλάβει τη νέα του μασέλα. Οι μυρωδιές των αλόγων και η βουή του δρόμου τού ξυπνούν αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια και τη ζωή στο χωριό, τότε που του αρκούσε να ψαρεύει όλη μέρα. Χρόνια δύσκολα, που εν τέλει οδήγησαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, χρόνια ταυτόχρονα αθώα, που τα διακατείχε μια αδικαιολόγητη βεβαιότητα ως προς την τάξη των πραγμάτων. Τώρα, στα τέλη της δεκαετίας του '30, ένας ακόμα πόλεμος είναι προ των πυλών. Η εμπειρία του πολέμου άλλαξε αρκετά τον τρόπο με τον οποίο ο Τζορτζ Μπόουλινγκ αντιμετωπίζει τόσο τις πατριωτικές κορώνες όσο και τις ιδεολογικές παραινέσεις για την ανάγκη συγκρότησης ενός αντιναζιστικού μετώπου. Παρότι ωφελήθηκε από διάφορες συγκυρίες, αδυνατεί να ξεχάσει τη μυρωδιά των ορυγμάτων.

Ο Όργουελ γράφει τις Ανάσες στο Μαρακές, ανάμεσα στο 1938 και 1939, αναρρώνοντας από μια ασθένεια, ενώ έχει προηγηθεί η παρουσία του στον Ισπανικό Εμφύλιο. Είναι επίσης η εποχή που η επιρροή του Χένρυ Μίλλερ στον τριανταπεντάχρονο τότε Όργουελ είναι αρκετά έντονη. Αυτοί οι τρεις άξονες είναι αρκετά κομβικοί για την προσέγγιση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος. Ο αφηγηματικός και συγγραφικός χρόνος στις Ανάσες σχεδόν ταυτίζονται. Ο Μπόουλινγκ είναι ένας απλός άνθρωπος, μια αδιάφορη μονάδα, που νοσταλγεί το παρελθόν εγκλωβισμένος καθώς είναι στο παρόν, σκαρώνοντας μικρές απόπειρες μελλοντικής απόδρασης στο περιθώριο της ιστορίας που με βήματα βαριά καταφτάνει. Μοιάζει με τον κατάλληλο ήρωα μιας εποχής που χαρακτηρίζεται από μια έντονη απομάγευση και η πορεία των πραγμάτων είναι μάλλον απόλυτα προδιαγεγραμμένη.

Παρότι ο κοινωνικοπολιτικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος είναι έντονος και αδιαπραγμάτευτος, οι Ανάσες διαθέτουν κάτι το διαχρονικά επίκαιρο και οικείο, ένα επαναλαμβανόμενο θεματικό μοτίβο στη λογοτεχνία· τον απολογισμό της μέσης ηλικίας, όταν το παρελθόν και το μέλλον απέχουν σχεδόν ισόποσα, όταν υπάρχει ακόμα η ψευδαίσθηση πως κάτι είναι πιθανό να αλλάξει. Μια τέτοια εμπειρία έχει ο Μπόουλινγκ εκείνη την ημέρα που κατεβαίνει στο Λονδίνο για να παραλάβει τη νέα του μασέλα, που ως εύρημα λειτουργεί εξόχως συμβολικά. Μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος αποτελεί η ανάληψη των παιδικών χρόνων του ήρωα. Μέσα από αυτή σκιαγραφείται ικανοποιητικά τόσο η εποχή όσο και ο χαρακτήρας του Μπόουλινγκ. 

Τι απέγιναν τα όνειρα και οι φιλοδοξίες; Αυτό μοιάζει να είναι το ερώτημα που διατρέχει τις σελίδες του μυθιστορήματος, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, τη στιγμή που οι πολεμικές μηχανές ζεσταίνονται. Ο Μπόουλινγκ είναι μέλος της Αριστερής Λέσχης Βιβλίου και συχνά πυκνά παρίσταται σε διάφορες ομιλίες και παρουσιάσεις, πάντα κάθεται στις τελευταίες σειρές και μετανιώνει σχεδόν από την αρχή για την παρουσία του εκεί. Όσα ακούει του μοιάζουν κενά νοήματος και βαρετά. Επισκέπτεται, επίσης, συχνά έναν ηλικιωμένο φίλο του, πρώην καθηγητή, που ζει απομονωμένος στο μικρό του διαμέρισμα και δεν ενδιαφέρεται για τίποτα συγκαιρινό, θεωρώντας πως όλα έχουν προηγηθεί και υπάρξει στην αρχαιότητα. Ούτε αυτά συγκλονίζουν τον Μπόουλινγκ, ούτε εκεί βρίσκει κάποιο νόημα. Αδυνατεί πια να δει πέρα από τον ίδιο του τον εαυτό, τον εγκλωβισμό του, δεν μπορεί να συστρατευτεί με κάποια ιδεολογία για την επίτευξη ενός ανώτερου σκοπού, δεν βρίσκει καταφύγιο πια στη λογοτεχνία, παρότι μικρός διάβαζε ό,τι έπεφτε στα χέρια του, αλλά και μεγαλύτερος, όσο δεν δούλευε, υπήρξε σχετικά επαρκής αναγνώστης. Ο Μπόουλινγκ είναι ένας ήρωας που χαράσσεται στη μνήμη του αναγνώστη, κι εμένα, κατά αναλογία πάντοτε, μου έφερε αρκετές φορές στο νου τον σελινικό Μπαρνταμού.

Στις αναμνήσεις του Μπόουλινγκ κυριαρχεί το ψάρεμα, η ηδονή που αντλούσε από αυτή τη βαρετή και σπανίως επικερδή ασχολία. Το ψάρεμα στις Ανάσες, σύμφωνα με τον συγγραφέα Michael Levenson, διαθέτει την ίδια λειτουργία με το σεξ στον Τροπικό του Καρκίνου του Μίλερ, λειτουργώντας ως το αντίθετο του πολέμου. Το ψάρεμα όμως εδώ λειτουργεί και ως αναφορά στην καταπάτηση και τη λεηλασία της γης από τον άνθρωπο στο όνομα της ανάπτυξης, προσδίδοντας και μια οικολογική προέκταση στο μυθιστόρημα. Σημαντικό παρακλάδι της κεντρικής ιστορίας αποτελεί ο επαγγελματικός κατήφορος του πατέρα τού ήρωα, που κληρονόμησε από τον δικό του πατέρα ένα κατάστημα με ζωοτροφές, και είδε, χρόνο με τον χρόνο τον τζίρο του να συρρικνώνεται, ενώ εκείνος δούλευε ολοένα και πιο σκληρά, φροντίζοντας να διατηρεί την ποιότητα του εμπορεύματός του, και τις μεγάλες αλυσίδες να καταλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς. Και δεν ήταν μόνο ο πατέρας του που οδηγήθηκε στην οικονομική καταστροφή, αλλά και η μεγάλη πλειοψηφία των επαγγελματιών. Παρότι οι Ανάσες, με μια πρώτη ανάγνωση, δείχνουν να είναι ένα προσωποκεντρικό μυθιστόρημα, σύντομα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως η ιστορία του μεσήλικα Τζορτζ Μπόουλινγκ είναι η αφορμή, το μέσο για να αποδώσει ο Όργουελ την προπολεμική πραγματικότητα στο Λονδίνο, φροντίζοντας να πιάσει το νήμα από πιο πριν ώστε να δείξει την εξέλιξη, εμφανώς δυσχερή, των πραγμάτων σε όλα τα επίπεδα της καθημερινότητας.

Στις Ανάσες, το τελευταίο μυθιστόρημα που έγραψε ο Όργουελ πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι η αποτύπωση του παρόντος εκείνη που κυριαρχεί, ο ρεαλισμός, η οξυδέρκεια του συγγραφέα, η ικανότητά του να αφουγκράζεται την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αφού η ιστορία του Μπόουλινγκ δεν είναι ούτε παραβολική ούτε τοποθετημένη σ' ένα απώτερο μέλλον. Οι Ανάσες, πέραν της δεδομένης αναγνωστικής απόλαυσης που προσφέρουν, διευρύνουν την άποψή μας για το λογοτεχνικό σύμπαν του Όργουελ, προσδίδοντάς περαιτέρω σημεία θέασης. Μια σημαντική έκδοση.

Μετάφραση Πάνος Τομαράς
Εκδόσεις Αίολος

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2021

Υλικό καθαρισμού - Μιχάλης Κατράκης

Το Υλικό καθαρισμού του Μιχάλη Κατράκη είναι μια συναισθηματικά απαιτητική συλλογή εννέα διηγημάτων. Ιστορίες από τα βάθη της Αφρικής, το Σίτι του Λονδίνου, το κολαστήριο της Μόριας και των εργοστασίων του Μπαγκλαντές, την εμπόλεμη Σεμπρένιτσα και την καθαρή Τσετσενία, την παραδομένη στη βία Ονδούρα, την καθολική Ιταλία και τη γραφική Γάνδη. Ιστορίες ανθρώπων που έρχονται αντιμέτωποι με τη φρίκη, θύματα παραδόσεων, εκμετάλλευσης, βίας και διακρίσεων. Τεχνικά, οι ιστορίες αυτές αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας, όμως, η γραμμή που τις χωρίζει από την πραγματική ζωή είναι ισχνή και δυσδιάκριτη, οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις κάθε άλλο παρά συμπτωματική είναι. Εκείνο που είναι συμπτωματικό είναι ο τόπος, έτυχε να επιλεχθούν αυτές οι γωνιές του πλανήτη, ανάμεσα σε όλες τις άλλες. Δεν υπάρχει μέρος αυτού του κόσμου χωρίς ιστορίες εκμετάλλευσης, χωρίς ανθρώπινο πόνο.

Δεν είμαι σίγουρος για την αναγκαιότητα του καταγγελτικού χαρακτήρα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Είναι κάτι που η λογοτεχνία θεωρώ πως απώλεσε μαζί με την εξωτικότητά της. Σε καμία περίπτωση δεν υποτιμώ τις ιδέες και τις αλήθειες που ένα λογοτεχνικό κείμενο φέρει, απλώς θεωρώ πως δύσκολα κάποιος θα διαβάσει κάτι που συμβαίνει στον πλανήτη για το οποίο δεν γνωρίζει τίποτα, και αν αυτό συμβεί, κατά πάσα πιθανότητα θα σημαίνει πως έχει απλώς επιλέξει να μην τον ενδιαφέρει, να κάνει πως δεν ξέρει, να εθελοτυφλεί απέναντι στην αδικία και τον ανθρώπινο πόνο. Θέλω να πω πως δεν χρειάζεται κάποιο διήγημα του Κατράκη για να μάθει κανείς πως στα εργοστάσια ρούχων του Μπαγκλαντές, που γεμίζουν εμπόρευμα τις λαμπερές προθήκες των καταστημάτων, οι άνθρωποι εργάζονται υπό εφιαλτικές συνθήκες ή πως η Μόρια είναι ένα ανθρώπινο κολαστήριο επί γης. Συμβαίνει συχνά, η στρατευμένη λογοτεχνία να υστερεί σε λογοτεχνική αξία και να μοιάζει περισσότερο με ένα καλογραμμένο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ ή μια πολιτική μπροσούρα. Εξίσου συχνά παραμένει εγκλωβισμένη στην πρόκληση συναισθήματος δια του εκβιασμού. Το Υλικό καθαρισμού δεν αποτελεί μια τέτοια περίπτωση.

Ο Κατράκης δεν αρκείται στην πρώτη ύλη, δεν επιθυμεί απλώς να αφηγηθεί ιστορίες ανθρώπινου πόνου, αλλά στοχεύει στην παραγωγή καλής λογοτεχνίας. Και ο συνδυασμός αυτός είναι τρομακτικός. Είναι τρομακτικός γιατί πετυχαίνει να δημιουργήσει μια έντονη σύγχυση στον αναγνώστη τη στιγμή που διαβάζει τις ιστορίες αυτές. Σύγχυση που οφείλεται στην ακραία αντίθεση των συναισθημάτων που ταυτόχρονα βιώνει. Ο λογοτεχνικά όμορφος τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας αφηγείται ιστορίες ασχήμιας. Είναι η ενοχή που προκαλεί η αναγνωστική απόλαυση μιας φρικιαστικής ιστορίας, η ενοχή του να σκεφτείς: μου αρέσει αυτό που διαβάζω· βιώνοντας ταυτόχρονα πως μια τέτοια δήλωση είναι λάθος, πως δεν γίνεται να σου αρέσει αυτό για το οποίο διαβάζεις. Το σφιγμένο στομάχι το πιστοποιεί. Ο Κατράκης εμπνέεται από την πραγματικότητα και πλάθει λογοτεχνία, έχοντας πρώτα προβεί στην απαραίτητη έρευνα πεδίου. Στήνει τις ιστορίες του άρτια, λαμβάνει αφηγηματικά ρίσκα, όπως η μη γραμμική αφήγηση, και δικαιώνεται. Δεν εμπλέκει συναισθηματικά τον παντογνώστη αφηγητή, πετυχαίνοντας, μεταξύ άλλων, και την αποστασιοποίηση που εγγυάται τη μη αγιοποίηση των θυμάτων. Οι χαρακτήρες είναι καλοσχηματισμένοι διαθέτοντας επιπλέον ιδιότητες από αυτές του θύματος, κατάσταση στην οποία συναντιούνται αλλά βιώνουν με τρόπο διαφορετικό, κάτι που αποτυπώνεται όχι μόνο στις αντιδράσεις αλλά και στον λόγο τους. Όπως οφείλει να συμβαίνει σε κάθε διήγημα, έτσι κι εδώ, δεν περισσεύει ούτε μια λέξη. Η ικανότητα του Κατράκη να αποτυπώνει γραπτώς την προφορικότητα είναι ζηλευτή, όχι μόνο στα διαλογικά μέρη, αλλά και στις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, όπως για παράδειγμα στην κατάθεση της Μίστι Λαβ στο ομώνυμο διήγημα. Ο συγγραφέας, όπου αυτό είναι δυνατό, προσθέτει και την οπτική του θύτη, που και αυτός με τη σειρά του είναι συχνά θύμα μιας κατάστασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού αποτελεί το διήγημα 4.449km, στο οποίο η αφήγηση γίνεται παράλληλα από τις δύο πλευρές του τείχους που χωρίζει το Μεξικό και τις ΗΠΑ. Η κυριότερη αρετή των διηγημάτων αυτών είναι πως ο Κατράκης δεν επιχειρεί να εκβιάσει περαιτέρω συναισθηματικά τον αναγνώστη γνωρίζοντας πως η ίδια η ιστορία από μόνη της αρκεί.

Σε κάθε συλλογή διηγημάτων είναι σημαντικό να υπάρχει ένα ευκρινές νήμα που συνδέει τα διηγήματα μεταξύ τους, έτσι ώστε να δικαιολογείται η συνύπαρξή αυτών, αποκλείοντας τη μεταβλητή της τυχαιότητας. Τα διηγήματα στο Υλικό καθαρισμού συνδέονται θεματικά και αυτό από μόνο του αποτελεί ένα ευκρινές και ικανοποιητικό νήμα σύνδεσης. Ωστόσο, ο Κατράκης έχει κάτι ακόμα στο μυαλό του, που δεν αποκαλύπτεται παρά στο τέλος της ανάγνωσης, που όχι απλώς δικαιολογεί τη συνύπαρξη, αλλά καταφέρνει να φέρει τον ζόφο σε δωμάτια κλειδωμένα, εκεί που οι προνομιούχοι του δυτικού κόσμου γυρεύουν να κρυφτούν μην αντέχοντας την ανθρώπινη ασχήμια, τη στιγμή που η πρόσβαση στην πληροφορία τίθεται εν αμφιβόλω, στο πλαίσιο μιας σύγχρονης πρακτικής λογοκρισίας με στόχο μια καθησυχαστική φούσκα, που ίσως επαναφέρει τη σημασία της στρατευμένης λογοτεχνίας.

Τελειώνοντας το Υλικό καθαρισμού, καταπατώντας κάθε αναγνωστικό πλάνο, θέλησα διακαώς να διαβάσω κάποιο βιβλίο του Ρομπέρτο Μπολάνιο, και πιστεύω πως αυτό συνοψίζει εν πολλοίς την άποψή μου για τα διηγήματα του Μιχάλη Κατράκη.

Εκδόσεις των συναδέλφων