Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2022

Δε λες κουβέντα - Μάκης Μαλαφέκας

Η Κ. ήταν εκείνη που μου μίλησε με ενθουσιασμό για τον Μαλαφέκα. Στην επόμενη βόλτα στο βιβλιοπωλείο αναζήτησα τα βιβλία του. Διάλεξα τη Μεσακτή· αναμενόμενο, ήταν η εποχή της Σάμου, του Νήσος Μύκονος. Μου άρεσε το βιβλίο αυτό· ένα καλό παλπ μυθιστόρημα με στακάτο ρυθμό και αρκετή δόση συγχρονίας, πειστική αποτύπωση της συνθήκης καλοκαίρι στην Ικαρία και έναν ιδιόρυθμα συμπαθή πρωτοπρόσωπο αφηγητή, αρκούντως αντιηρωικό και αντιφατικό, τον Μιχάλη Κρόκο. Το Δε λες κουβέντα μπήκε πάραυτα στα προσεχώς· όμως, παρότι η Κ. φρόντισε εγκαίρως να μου δανείσει το βιβλίο ώστε να μην έχω ικανές δικαιολογίες, χρειάστηκα την αφορμή μιας λέσχης ανάγνωσης παρουσία του συγγραφέα. Είναι και οι συγκυρίες στο πρόγραμμα, ο Κρόκος θα συμφωνούσε.

Η συγκυρία για τον, από χρόνια μετανάστη στη Γαλλία, Μιχάλη Κρόκο δεν έμοιαζε η κατάλληλη. Στο αεροπλάνο άπαντες και σε διάφορες γλώσσες μιλούσαν για τέχνη, κατευθυνόμενοι στην Αθήνα που το καλοκαίρι του '17 φιλοξενούσε ένα μέρος της διάσημης έκθεσης μοντέρνας τέχνης Ντοκουμέντα, την εκδοχή νούμερο 14, για την ακρίβεια, που για πρώτη φορά θα εγκατέλειπε τη θαλπωρή της γερμανικής κωμόπολης Κάσελ. Ο Κρόκος ερχόταν από το Παρίσι στην Αθήνα· είχε μόλις κυκλοφορήσει το βιβλίο του με θέμα τον Κολτρέιν και επιθυμούσε μια παρουσίαση. Δεν είχε ιδιαίτερες απαιτήσεις: μια απλή παρουσίαση, λίγοι φίλοι, αρκετό άγχος, μπόλικη ματαιοδοξία, ισχνές πωλήσεις και τελική καταφυγή σε κάποια κοντινή μπάρα. Ωστόσο: Αθήνα, καλοκαίρι, Ντοκουμέντα· υπερκαύσωνας, υπερτουρισμός, υπερμοντέρνα τέχνη. Όπως και να το δει κανείς, δύσκολος συνδυασμός, απάλευτος. Αν σε όλα αυτά προσθέσει κανείς και την ικανότητα του Κρόκου να μπλέκει σε παράλογες καταστάσεις, πιθανώς θανατηφόρος.

Δεν έχουν περάσει παρά λίγες ώρες που ο Κρόκος πατάει έδαφος αθηναϊκό, τα μηνίγγια του ακόμα του υπενθυμίζουν την πτήση. Τσεκάρει πως το σπίτι στην Ασκληπιού είναι στη θέση του όρθιο, αντίθετα με το αμάξι που είναι έγκλειστο σε κάποιο συνεργείο της Ριανκούρ, βάζει ένα ποτό, βάζει ένα δεύτερο, στη μία κλείνει την πόρτα πίσω του και κατεβαίνει για ένα ακόμα στον Ένοικο. Κάπου εδώ εμφανίζεται μια μοιραία γυναίκα. Η Κρις. Χριστίνα Δεληγιάννη. Το απόλυτο παιδί. Λίγο γραφίστρια, λίγο δημοσιογράφος. Υπερ-χίσπτερ και σ' ένα διαρκές τριπ. Πανέμορφα γοητευτική. Κάθεται στη μπάρα με τη Μέτε που δουλεύει για την έκθεση. Είναι και ένας τύπος που φαινομενικά πίνει μόνος του, στενός κορσές παρότι με την πλάτη γυρισμένη, είδος που ευδοκιμεί σε μέρη όπως αυτό χωρίς να εγείρει περαιτέρω υποψίες πέρα από την κατηγορία πιθανός πέφτουλας. Η Μέτε γρήγορα θα χαιρετήσει και θα φύγει. Λίγα ποτά μετά, η Κρις θα του πει για ένα πάρτι στην Ύδρα, για την αφρόκρεμα της καλλιτεχνικής διεθνούς, για μια κατάσταση εκτός ελέγχου, για έναν πίνακα που έκλεψε φεύγοντας· εκείνος μπορεί να τη βοηθήσει, ισχυρίζεται, του χαμογελά γλυκά. Κάπως έτσι ξεκινούν όλα. Ο Κρόκος, που απλά ήθελε να κανονίσει με τον εκδότη του μια παρουσίαση για το βιβλίο του, βρίσκεται μπλεγμένος σε μια ιστορία σκοτεινή.

Αντίθετα, για το άλτερ έγκο του Μιχάλη Κρόκου, τον Μάκη Μαλαφέκα, η συγκυρία έμοιαζε να είναι ιδανική: Αθήνα, καλοκαίρι, Ντοκουμέντα· υπερκαύσωνας, υπερτουρισμός, υπερμοντέρνα τέχνη· ιδού πεδίο δόξης λαμπρό. Όλα τα συστατικά ήταν εκεί, το μαγείρεμα έμενε, το κατάλληλο μπλέντερ, η παράδοξη σύνθεση απιθανοτήτων. Για το Δε λες κουβέντα αρκεί κανείς να πει: Αθήνα, καλοκαίρι, Ντοκουμέντα· και να: οι προσδοκίες γεννιούνται, οι ορίζοντες σκιαγραφούνται με ευκρίνεια λεπτομερή. Προφανώς και το αποτέλεσμα θα μπορούσε χαλαρά να είναι κακό, πολύ κακό και ακόμα παραπέρα. Αλλά δεν είναι. Ίσως γιατί ο Μαλαφέκας διαθέτει μια ζηλευτή οξυδέρκεια στην παρατήρηση. Αυτό μοιάζει να είναι το βασικό συγγραφικό ατού του, τουλάχιστον στα χωράφια της παλπ λογοτεχνίας. Το γεγονός δε πως μπορεί να επισκέπτεται την Αθήνα με τη διπλή ταυτότητα του Αθηναίου τουρίστα του επιτρέπει να παρατηρεί μικροπράγματα που η καθημερινότητα χωνεύει και απαλύνει.

Η Αθήνα, η άσχημα όμορφη μητρόπολη που μας αναλογεί, δεν έχει πρωταγωνιστήσει όσο της πρέπει λογοτεχνικά. Μιλώ για την Αθήνα και όχι για μια ρεπλίκα αυτής στο φαντασιακό του εκάστοτε επίδοξου συγγραφέα/φλανέρ. Στο Δε λες κουβέντα, η Αθήνα κρατά τον πρώτο ρόλο, τα πολύπαθα Εξάρχεια κυρίως, αλλά και το εξωτικό Πολύγωνο και η κακόφημη οδός Φυλής. Και ο Μαλαφέκας το κάνει αυτό χωρίς να πουλά εξωτισμό, η Αθήνα είναι απλά η πόλη στην οποία λαμβάνει χώρα η περιπέτεια του Κρόκου, το πλαίσιο εντός του οποίου συμβαίνει η Ντοκουμέντα. Γιατί είναι η Αθήνα που επιτρέπει την ετερόκλητη αυτή συνύπαρξη προσώπων και καταστάσεων και προσφέρει έδαφος γόνιμο στη συγγραφική φαντασία. Όμως, χωρίς τον Κρόκο, τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε πολλή σημασία. Αυτός είναι το πραγματικό συγγραφικό επίτευγμα του Μαλαφέκα, έτσι όπως ισορροπεί οριακά, γαμάτος αλλά και λίγο μαλάκας, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, διαθέτοντας μια ικανοποιητική εικόνα εαυτού, μην πασχίζοντας να επιδείξει γαματοσύνη, πόσο μάλλον άμεμπτη ηθική.

Η πλοκή στις ιστορίες του Κρόκου είναι με τον τρόπο της δευτερεύουσα. Καλοστημένη και λειτουργική, με ευρήματα και ανατροπές, αλλά όχι ευαγγέλιο ιερό, όχι στοιχείο εντυπωσιασμού. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες είναι πειστικοί και όσο πρέπει στερεοτυπικοί. Εγώ τη Ματίνα αγάπησα περισσότερο απ' όλους, να ξέρετε. Η στερεοτυπία είναι μια αναγκαία συνθήκη στην παλπ, με ροπή προς το νουάρ, λογοτεχνία. Έτσι και εδώ έχουμε έναν παράδοξα συμπαθή αντιήρωα, μια μοιραία γυναίκα, κάποιους κακούς, μια εξιχνίαση, συμφέροντα και θεωρίες συνωμοσίας, μια πόλη σκοτεινή και καυτή· έχουμε επίσης διάχυτο κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, μαύρο χιούμορ, κορυφώσεις στην αγωνία. Και όμως, οι συμβάσεις αυτές, εκτός από αναμενόμενες, είναι και ειδολογικά αναγκαίες. Ο Μαλαφέκας το είδος το ξέρει αρκετά καλά και το υπηρετεί με συνέπεια. Αυτό από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό ωστόσο. Μια ακόμη σύμβαση του είδους είναι η υποχρεωτική έλλειψη σεβασμού προς αυτό, που θα δώσει τον απαραίτητο χώρο για το προσωπικό στίγμα. Και ο Μαλαφέκας προσωπικό στίγμα διαθέτει άφθονο.

Το Δε λες κουβέντα μου πρόσφερε αναγνωστικά περισσότερα απ' όσα ανέμενα, παρότι πίστευα, έχοντας διαβάσει τη Μεσακτή, πως ήξερα ακριβώς τι να περιμένω. Τώρα, αναμονή μέχρι το επόμενο μπλέξιμο του Κρόκου.

υγ. Τη Ντοκουμέντα του Κάσελ, την εκδοχή νούμερο 13, γλέντησε ο λατρεμένος Ενρίκε Βίλα Μάτας Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική, για το οποίο περισσότερα θα βρείτε εδώ. Περισσότερα για τη Μεσακτή θα βρείτε εδώ.

υγ2. Το βιβλίο τώρα, μετά από μια αρμένικη βίζιτα στη βιβλιοθήκη μου, θα επιστραφεί στη νόμιμη κάτοχο με αφιέρωση του συγγραφέα. Να δανείζετε!

Εκδόσεις Μελάνι

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2022

Μας καταβροχθίζει η φωτιά - Jaume Cabré

Μετά την εκκωφαντική, αναγνωστική, αλλά και εμπορική, επιτυχία του Confiteor στη χώρα μας, κάθε νέο βιβλίο του Ζάουμε Καμπρέ αποτελεί σημαίνον εκδοτικό γεγονός, καταδικασμένο ωστόσο στη σύγκριση με το πρότερο έργο του, κυρίως με το Confiteor αλλά και τις Φωνές του ποταμού Παμάνο. Σύγκριση άδικη μα αναπόφευκτη. Παραδοχή: ξεκίνησα να διαβάζω το Μας καταβροχθίζει η φωτιά περισσότερο από περιέργεια παρά από προσδοκία· περιέργεια να δω τον Καμπρέ να καταπιάνεται με το νουάρ. Οι όποιες προσδοκίες έμελλε να υψωθούν στην πορεία.

Ο Ισμαήλ γεννήθηκε την πιο κρύα μέρα του χρόνου. Ήταν Τετάρτη και ο λιγοστός κόσμος, που κυκλοφορούσε στις οκτώ η ώρα το πρωί, το μόνο που σκεφτόταν ήταν να μπει το γρηγορότερο δυνατόν κάπου ζεστά. Η πιο κρύα μέρα του χρόνου, ίσως και της δεκαετίας.

Έχασε τη μητέρα του μικρός και ο πατέρας του δεν έχανε ευκαιρία να τον κατηγορεί διαρκώς και για το οτιδήποτε. Εκείνος σύντομα κατέληξε σε μια ψυχιατρική κλινική και ο Ισμαήλ σε ένα διαμέρισμα ανηλίκων. Από τότε είχε να δει τη Λέο, τον παιδικό του έρωτα. Εν τω μεταξύ τα χρόνια πέρασαν, ο Ισμαήλ τελείωσε τη φιλολογία και ξεκίνησε να εργάζεται ως καθηγητής, μια ζωή μετρημένη, χωρίς εκπλήξεις, με τη λογοτεχνία να τον συντροφεύει και να του χαρίζει τα ύψη στα οποία η καθημερινότητα αποτυγχάνει με συνέπεια ξανά και ξανά. Όταν στάθηκε μπροστά της στο κατάστημα με τις κλωστές, δεν την αναγνώρισε. Δεν περίμενε τίποτα πια, δεν είχε λόγους να κοιτά με προσοχή, να γυρεύει θαύματα. Μη μου μιλάς στον πληθυντικό, θα του πει εκείνη, παίζαμε στο πλατύσκαλο, εσύ κι εγώ. Και να που το χαρτί της ζωής μοιάζει να γυρνά. Φευ.

Ο τίτλος του πλέον πρόσφατου μυθιστορήματος του Καταλανού συγγραφέα είναι μέρος της παλίνδρομης λατινικής φράσης In girum imus nocte et consumirum igni, Στριφογυρίζουμε μες στη νύχτα και μας καταβροχθίζει η φωτιά. Η φράση αυτή εν πολλοίς συμπυκνώνει την αίσθηση κατά την ανάγνωση, αφού η αφηγηματική φωνή, και η παρεπόμενη αυτής ατμόσφαιρα, φέρνει στο νου προφορική αφήγηση παραμυθιού γύρω από μεγάλη φωτιά που πυκνώνει το σκοτάδι τριγύρω. Αίσθηση που λειτουργεί καθηλωτικά, επιβάλλοντας μια αδιάκοπη, κατά το δυνατόν, ανάγνωση, ενεργοποιώντας παιδικές αναγνωστικές μνήμες. Σε τεχνικό επίπεδο, η σύμβαση αυτή επιτρέπει στις διάφορες παρεκβάσεις που φέρουν κάτι από μαγικό ρεαλισμό να λειτουργήσουν, αλλά και να δικαιολογηθεί η χρήση της ποιητικής και υπαινικτικής γλώσσας, αφηγηματικά συστατικά μη αναμενόμενα σε μια ιστορία με στοιχεία νουάρ, αλλά απαραίτητα σε ένα σκοτεινό παραμύθι. Η αποκάλυψη της ταυτότητας του παντογνώστη αφηγητή, στο τέλος της ιστορίας, επισφραγίζει τη σύμβαση.

Ο Καμπρέ πετυχαίνει μια όμορφη αντίστιξη ανάμεσα στην αφηγηματική φωνή και το περιεχόμενο, καθώς η ιστορία του Ισμαήλ ως αφήγηση μοιάζει αρχετυπική αλλά ως προς το περιεχόμενο σύγχρονη, και αυτή η αντίστιξη διαθέτει μια γοητεία, που αναδεικνύει τη συγγραφική μαστοριά, την ικανότητα να αφηγηθεί με τρόπο παλιακό μια ιστορία συγκαιρινή, την ιστορία του Ισμαήλ και της Λέο, που τόσο κοντά έφτασαν στην ευτυχία. Το Μας καταβροχθίζει η φωτιά είναι ένα ιδιότυπο νουάρ, με τον τρόπο που η Τοκάρτσουκ έφερε τα τελευταία χρόνια στο ευρωπαϊκό λογοτεχνικό προσκήνιο, με την επαναμάγευση του τριγύρω ζόφου, με την επιστροφή στις πηγές του μύθου, χωρίς ωστόσο καμία διάθεση αναχωρητισμού. Ο Καμπρέ μας υπενθυμίζει ότι σημασία σε μια ιστορία δεν έχει τόσο το τι αλλά το πώς. 

Ένα πολυεπίπεδο, παρότι φαινομενικά απλό, μυθιστόρημα.

Μετάφραση Ευρυβιάδης Σοφός
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2022

Ο κόσμος είναι ένας γάμος - Delmore Schwartz

Το όνομα του Ντέλμορ Σβαρτς στο εξώφυλλο δεν μου έλεγε τίποτα. Ωστόσο, το ίδιο το εξώφυλλο —ξεκάθαρη υποψηφιότητα για ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα της χρονιάς—, συνεπικουρούμενο από τον αρκούντως παράδοξο τίτλο, Ο κόσμος είναι ένας γάμος, μου κίνησε την περιέργεια. Πήρα το βιβλίο στα χέρια μου, το περιεργάστηκα, διάβασα το οπισθόφυλλο σε μια απόπειρα να διαλευκάνω αν επρόκειτο για μυθοπλασία ή δοκίμιο. Η αναφορά στη Νέα Υόρκη της Μεγάλης Ύφεσης, ως χωροχρονικό σημείο κατά το οποίο διαδραματίζεται η πλοκή της νουβέλας, ήταν αρκετή για να ενεργοποιήσει προσδοκίες και επιθυμίες ανάγνωσης. Έτσι έγιναν τα πράγματα.

Ο κύκλος των ανθρώπινων πλασμάτων που ένωσαν η ανάγκη και η αγάπη εγκαινιάστηκε με την αποφοίτηση, ή αναχώρηση, του Ράντγιαρντ Μπελ από το σχολείο, ακριβώς την εποχή που ξεσπούσε η μεγάλη οικονομική ύφεση. Ο Ράντγιαρντ ήταν αρχηγός και καπετάνιος σ' όλες τις καρδιές, και το διαμέρισμα της αδερφής του, της Λόρα, ήταν ο τόπος που ολοκληρώθηκε η δημιουργία του κύκλου. Όταν αποφοίτησε ο Ράντγιαρντ, αποφάσισε να αφοσιωθεί στη συγγραφή θεατρικών έργων. Η θεία του είχε προτείνει να γίνει καθηγητής στη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση μέχρι να αποδείξει την αξία του ως δραματουργού, αλλά ο Ράντγιαρντ απέρριψε την πρότασή της. Είπε πως το να είσαι θεατρικός συγγραφέας ήταν επάγγελμα ευγενές και δύσκολο, στο οποίο έπρεπε να δώσεις όλο σου το είναι.

Ένας κύκλος νέων ανθρώπων με φιλοδοξία αναντίστοιχη της εποχής κατά την οποία όλα γύρω καταρρέουν, που οι κραυγές των απελπισμένων ακούγονται λίγο πριν την πρόσκρουση στο έδαφος, αλλά εκείνοι, ίσως επειδή είναι νέοι, ίσως επειδή δεν τα έχουν χάσει όλα, όχι ακόμα τουλάχιστον, συνεχίζουν να επιμένουν, νιώθοντας πως κάποια πράγματα, αν όχι τα πάντα, δικαιωματικά τους αξίζουν. Ο ρουμανοεβραϊκής καταγωγής Σβαρτς, γεννημένος το 1913 στη Νέα Υόρκη, ανήκε σε αντίστοιχους κύκλους με τους ήρωες της νουβέλας του. Είναι ένας κόσμος που γνώριζε καλά, αυτός της μεσαίας τάξης της δεύτερης γενιάς μεταναστών, ένας κόσμος εν πολλοίς περίκλειστος, που διατηρεί μια δεδομένη, αν και μάλλον τυχαία, απόσταση με όσα τρομακτικά συμβαίνουν τριγύρω, διαθέτοντας ακόμα μια σειρά από προνόμια, με βασικό εκείνο της έλλειψης προβλημάτων επιβίωσης, ένας κόσμος που ακόμα μπορεί να γελά εις βάρος της αποτυχίας των άλλων και να μη φοβάται πως αργά ή γρήγορα θα βρεθεί στην ίδια δεινή θέση. Ο Σβαρτς, όχι τυχαία, στρέφει τα βέλη της σάτιρας προς τα μέλη του κύκλου, επιθυμώντας να εντείνει την απόσταση αυτή, κατασκευάζει έναν μικρόκοσμο εντός της μεγάλης εικόνας, ένα σύνολο μεμονωμένων, ατομικών αποτυχιών εντός μιας συλλογικής αποτυχίας, της —πρόσκαιρης μα με περισσό πάταγο— κατάρρευσης του αμερικανικού ονείρου. Καθένας, μοιάζει να λέει, έχει τα δικά του προβλήματα, τις δικές του υπό αίρεση βεβαιότητες, όλα εκείνα που θεωρούσε ως δεδομένα, ωστόσο, όσο απομακρύνεται κανείς από τον κύκλο, τόσο τα προβλήματα αυτά ξεφουσκώνουν και υποχωρούν υπό το ίδιο τους το βάρος, τόσο μοιάζουν κάπως αστεία.

Η νουβέλα, Ο κόσμος είναι ένας γάμος, παρότι τελικά συμπεριλήφθηκε στην ομώνυμη συλλογή διηγημάτων, αποτελούσε αρχικά κεφάλαιο ενός φιλόδοξου μυθιστορήματος το οποίο δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκε. Και λέω δυστυχώς, γιατί σ' αυτή την ανολοκλήρωτη φιλοδοξία ο αναγνώστης διακρίνει πολύ ενδιαφέροντα συστατικά, υποσχόμενα ένα σπουδαίο μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα, ικανό, στη φαντασία μου, να ενταχθεί στον κανόνα της σπουδαίας λογοτεχνίας των Εβραίων της Αμερικής. Ο Σβαρτς, δημιουργικά πολυσχιδής και αντιπροσωπευτικό δείγμα της αμερικανικής εκδοχής του μοντερνισμού, ασχολήθηκε κυρίως με την ποίηση, αλλά και με το θέατρο, και αυτό είναι κάτι το οποίο φαίνεται έντονα στις σελίδες της νουβέλας αυτής, τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο. Ξεχωρίζουν οι διάλογοι μεταξύ των προσώπων καθώς αποδεικνύονται καταλυτικοί για την ολοκλήρωση των χαρακτήρων και για την αποτύπωση της αποτυχίας και των ονείρων. Εντός αυτών, επίσης, ο Σβαρτς παραχώνει ένα μεγάλο μέρος της σατιρικής διάθεσης, αναδεικνύοντας την απόσταση που χωρίζει τον μικρό τους κύκλο από τον μεγάλο κόσμο μέσα από τα ίδια τους τα λόγια.

Γραφή θελκτική, ιδιότυπα ρεαλιστική, που συνοδεύει και υποστηρίζει γλωσσικά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα εντός του σαλονιού. Η αμφιθυμία αναδεικνύεται ως το κυρίαρχο συναίσθημα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Το γέλιο εδώ είναι γλυκόπικρο καθώς περιλαμβάνει και ένα σαφέστατο κομμάτι ενοχής υπό τη μορφή χαιρεκακίας στη θέα της αποτυχίας του άλλου. Οι αναλογίες με το δικό μας οικονομικό και κοινωνικό παρόν είναι ορατές, το σαλόνι εκείνο δεν μοιάζει και τόσο μακρινό τελικά. Να θυμάστε καλά: τα προβλήματά μας πάντα θα είναι μεγαλύτερα των άλλων και αλίμονο σε όποιον μας στερεί το δικαίωμα αυτό.

Υπερκάλυψη προσδοκιών. Ο κόσμος είναι ένας γάμος υπήρξε μια αναγνωστική έκπληξη.

Μετάφραση Σοφία Αυγερινού
Εκδόσεις Μάγμα

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2022

Χρονοσεισμός - Kurt Vonnegut

Μέχρι πρόσφατα, ελάχιστες εκδόσεις των βιβλίων του σπουδαίου Κερτ Βόννεγκατ (1922 - 2007) κυκλοφορούσαν στα ελληνικά. Η επανακυκλοφορία από τις εκδόσεις Πατάκη του Χρονοσεισμού, του τελευταίου μυθιστορήματός του, αποτελεί την απαρχή μιας νέας περιόδου ενδιαφέροντος για τον Αμερικανό συγγραφέα, καθώς εδώ γίνεται η προαναγγελία δύο υπό έκδοση μυθιστορημάτων (Ο θεός να σας έχει καλά, Το πρωινό των πρωταθλητών) σε μετάφραση Αλέξη Καλοφωλιά, τα οποία ο Βόννεγκατ έγραψε αντίστοιχα πριν και μετά από το διάσημο Σφαγείο Νούμερο Πέντε, τον αντιπολεμικό αυτό ύμνο με αφορμή την εμπειρία του ως αιχμαλώτου πολέμου στη Δρέσδη κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού της από τις συμμαχικές δυνάμεις τον Φεβρουάριο του '45.

Ο Χρονοσεισμός είναι ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας που διαδραματίζεται συμμετρικά στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 1997, τέσσερα χρόνια πριν λάβει χώρα ο χρονοσεισμός που συγκλόνισε τον πλανήτη και η ζωή γύρισε πίσω δέκα χρόνια για να επαναληφθεί ξανά από την αρχή και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, χωρίς καμία ελευθερία στη βούληση. Με αυτό το εύρημα στο επίκεντρο, ο Βόννεγκατ, έχοντας για παρέα το άλτερ έγκο του, Κίλγκορ Τράουτ, και με βηματισμό άναρχο, στήνει ένα τεράστιο πανηγύρι απολαμβάνοντας τη συγγραφική υπεροχή απέναντι στις δυνάμεις του χρόνου. Είναι η δική του αποχαιρετιστήρια γιορτή και είναι αποφασισμένος να το διασκεδάσει ανεβάζοντας στη σκηνή πρόσωπα αγαπημένα, υλοποιώντας μελλοντικά σχέδια, μιλώντας για όσα ο ίδιος κρίνει σημαντικά με τον δικό του τρόπο, υπενθυμίζοντας πως η ζωή, γεμάτη απροσδόκητες εκπλήξεις, θα υπερτερεί αναπόφευκτα έναντι οποιασδήποτε μυθοπλαστικής απόπειρας.   

Ο Βόννεγκατ εκφράζει εξ αρχής τη βεβαιότητα πως αυτό είναι το τελευταίο του μυθιστόρημα, καθώς συνειδητοποιεί πως με τα χρόνια η έμπνευση δεν τον επισκέπτεται πια τόσο συχνά όσο άλλοτε, κάτι το οποίο δεν διστάζει να μοιραστεί με τον αναγνώστη, επιδεικνύοντας μια διάθεση ειλικρινών προθέσεων. Αναζητά έμπνευση στην επίγνωση αυτή, στην επιθυμία να γράψει ένα τελευταίο βιβλίο, επινοεί την κατάλληλη κατασκευή γι' αυτό. Και παρότι όλα αυτά προδιαθέτουν για ένα βεβιασμένο εγχείρημα, μια τελευταία προσθήκη στον κατάλογο, ο Βόννεγκατ καταφέρνει να παραδώσει ένα υπέροχα ιδιαίτερο μυθιστόρημα, άκρως αντιπροσωπευτικό του κόρπους του, που πετυχαίνει να ισορροπήσει περίφημα ανάμεσα στην αυτοβιογραφία και τη μυθοπλασία. Μυθιστόρημα ικανό να σταθεί και χωρίς την προσθήκη του χαρακτηρισμού του ως διαθήκης.

Παρότι δύσκολο να καταταγεί ειδολογικά, ο Χρονοσεισμός αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα του συνολικού έργου του Βόννεγκατ, καθώς ο αυτοβιογραφικός χαρακτήρας, η σάτιρα, ο στοχασμός και η επιστημονική φαντασία, οι κύριοι δηλαδή πυλώνες του, εδώ συνυπάρχουν. Είναι ο τρόπος του Βόννεγκατ να πει το λογοτεχνικό του αντίο, να συνοψίσει και να ανακεφαλαιώσει μια ολόκληρη ζωή, μια ζωή που κινήθηκε ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, συχνά δε ταυτόχρονα. Συστατικά που θα ανέμενε κανείς να συναντήσει σ' ένα αποχαιρετιστήριο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, όπως ο αναστοχασμός και η νοσταλγία, για παράδειγμα, εδώ δεν κυριαρχούν, άλλωστε, ένας συμβατικός απολογισμός ζωής δεν μοιάζει να είναι του γούστου του και σίγουρα δεν αποτελεί συγγραφική επιδίωξη στον Χρονοσεισμό.

Η γραμμικότητα στην αφήγηση και η αιτιώδης διαδοχή των γεγονότων δεν χαρακτήρισαν ποτέ το έργο του Βόννεγκατ. Θα ήταν επομένως μια παράλογη επιλογή κάτι τέτοιο να συμβεί στον αποχαιρετισμό. Ωστόσο, αυτό το μεταμοντέρνο γαϊτανάκι, όπου κάθε σύμβαση υποχωρεί υπό το ίδιο της το βάρος, λειτουργεί αναγνωστικά με έναν τρόπο σχεδόν μαγικό, ικανοποιώντας πλήρως τον πρώτο κανόνα του ίδιου του Βόννεγκατ που συμβουλεύει τους επίδοξους συγγραφείς διηγημάτων να χρησιμοποιούν τον χρόνο ενός παντελώς άγνωστου (βλ. αναγνώστη) έτσι ώστε εκείνος να μη νιώθει πως πήγε χαμένος. Και κάθε άλλο παρά χαμένος θα αποδειχθεί ο χρόνος που ο αναγνώστης θα επενδύσει στην ανάγνωση κάθε βιβλίου του Βόννεγκατ. Ο τρόπος με τον οποίο μπλέκει το πραγματικό και το φανταστικό είναι απολαυστικός, η οξυδέρκεια με την οποία παρατηρεί και στέκεται απέναντι στα πράγματα, επίσης.

Συγγραφείς που έγραψαν κάποια στιγμή ένα βιβλίο που σύντομα χαρακτηρίστηκε αριστούργημα, όπως συνέβη με τον Βόννεγκατ και το Σφαγείο Νούμερο Πέντε, και το οποίο τους έδωσε φήμη και χρήμα, καταδικάστηκαν να ταυτιστούν με το βιβλίο αυτό. Ωστόσο, ο Βόννεγκατ, στην προκειμένη περίπτωση, είναι ένας συγγραφέας που αξίζει κανείς να διαβάσει στο σύνολό του και ο Χρονοσεισμός αποτελεί μια καλή υπενθύμιση.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ

Μετάφραση Χριστόδουλος Λιθαρής
Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2022

Αποσυνάγωγοι - Ογούζ Ατάι

Η είδηση της εξαφάνισης ενός νέου μηχανολόγου ονόματι Τουργκούτ Οζμπέν δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες ημερήσιας κυκλοφορίας κάπου στην τέταρτη ή πέμπτη σελίδα τους. Βρισκόμουν τότε στο εξωτερικό. [...] Ο λόγος για τον οποίο γράφω αυτές τις αράδες που φαινομενικά δεν έχουν καμία σχέση με τούτο το βιβλίο, είναι γιατί θέλω να πω λίγα επεξηγηματικά για την περιπέτειά του, η οποία θα μπορούσε και να ταιριάζει, από πολλές απόψεις, με εκείνη των άτυχων πρωταγωνιστών του.

Το χειρόγραφο, συνοδευόμενο από μια επιστολή, έφτασε με τη μορφή δέματος στο γραφείο του ανώνυμου συγγραφέα στην εφημερίδα που τότε εργαζόταν. Είχαν ήδη περάσει τρία χρόνια από την εξαφάνιση του νεαρού μηχανολόγου Τουργκούτ Οζμπέν που υπέγραφε την επιστολή. Οι δυο τους είχαν γνωριστεί ταξιδεύοντας με το τρένο και ο Τουργκούτ ζήτησε τη διεύθυνση του συνταξιδιώτη του καθώς ο ίδιος, τότε, δεν είχε πια μια σταθερή κατοικία, βρισκόταν ήδη σε πορεία εξαφάνισης. Το εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα ακολουθεί το αντίστοιχο από μεριάς του εκδοτικού οίκου, με το οποίο επισημαίνεται η απουσία οποιασδήποτε βεβαιότητος που θα καθιστούσε το περιεχόμενο του παρόντος βιβλίου πραγματικό και καλεί τον αναγνώστη να το εκλάβει ως ένα ντοκουμέντο ερμηνευτικό της προσωπικότητας του ανθρώπου ή των ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από τις σελίδες του. Έτσι, η ιστορία έκδοσης του βιβλίου, ο τρόπος με τον οποίο έφτασε στα χέρια του συγγραφέα, εγκιβωτίζεται στο ίδιο το μυθιστόρημα, καθιστώντας το πρωτεύον πρόσωπο της πλοκής του. Το εύρημα αυτό, γνώριμο στην ιστορία της λογοτεχνίας, αποσυνδέει τον συγγραφέα από το βιβλίο, καθιστώντας τον έναν μεσολαβητή, ένα απλό γρανάζι για την έκδοση του βιβλίου, σπρώχνοντας τον ίδιο τον Ατάι ακόμα πιο μακριά από τους Αποσυνάγωγους, ή ακόμα πιο βαθιά μέσα τους· όπως προτιμά κανείς.

Στο χειρόγραφο, πρωταγωνιστής είναι ένας απών, ο Σελίμ. Όταν ο Τουργκούτ μαθαίνει για την αυτοκτονία του, κάτι μέσα του σπάει οριστικά. Δεν είναι απλώς η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, αλλά η συνειδητοποίηση του πόσο άγνωστοι παραμένουμε σε αυτή τη ζωή, του πόσο μόνοι διάγουμε τον βίο, αντιμέτωποι με τις αγωνίες, τους φόβους, τα όνειρα και τις ελπίδες μας, παρά τις αγκαλιές, το κρασί και τις υποσχέσεις, γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι. Ποιος ήσουν Σελίμ; Σε ανύποπτη στιγμή, πριν την αυτοκτονία, ο Τουργκούτ θα παρουσιαζόταν βέβαιος για το βάθος της φιλίας αυτής, παρότι κάποια στιγμή η ζωή τους τράβηξε διαφορετικές τροχιές, έτσι όπως ο Τουργκούτ επέλεξε έναν δρόμο γνώριμο και χιλιοπατημένο, εκείνο που πολλοί αποκαλούν φυσική εξέλιξη μιας ζωής, τον γάμο και τα παιδιά, τη σταθερή δουλειά και όλα όσα εκείνα μαζί τους φέρνουν, όπως για παράδειγμα τα τραπεζομάντηλα μιας προίκας και την ακόλουθη επιλογή του κατάλληλου για την εκάστοτε περίσταση. Θα έλεγε, σίγουρα θα έλεγε ο Τουργκούτ πως είναι φίλοι με τον Σελίμ, και θα το πίστευε. Όμως, η αυτοκτονία του Σελίμ έρχεται να καταρρίψει τη βεβαιότητα τούτη, την ασυλλόγιστη βεβαιότητα, την από κεκτημένη ταχύτητας βεβαιότητα, ναι, θα έλεγε, είμαστε φίλοι με τον Σελίμ, καρδιακοί φίλοι. Ο Τουργκούτ επιχειρεί να συνθέσει το πορτραίτο του Σελίμ, να απαντήσει στο ερώτημα ποιος πραγματικά ήταν. Αυτό δεν είναι απλώς ένας φόρος τιμής προς τον εκλιπόντα, αλλά μια αναγκαιότητα που με την είδηση της αυτοχειρίας βαραίνει τον Τουργκούτ, καθώς εμφανίζει ένα ερώτημα, καλά καταχωνιασμένο για χρόνια σε μια εσοχή ολότελα δική του, ποιος είμαι; Σε αυτή τη διαδρομή έρευνας και ανασύνθεσης, ο Τουργκούτ θα συναντήσει διάφορα πρόσωπα με τα οποίο ο Σελίμ συνδέθηκε και θα ανατρέξει σ' όσα γραπτά άφησε πίσω του. Αυτή είναι η υπόθεση των Αποσυνάγωγων, απλή και ανθρώπινη.

Εκείνο που διατρέχει και συνέχει από άκρη σε άκρη τους Αποσυνάγωγους είναι το αίσθημα της αγωνίας, της βαθιάς υπαρξιακής και ανθρώπινης αγωνίας, η πυρετώδης αναζήτηση του Τουργκούτ που φέρνει στην επιφάνεια την πυρετώδη αναζήτηση του Σελίμ, η κοινή, καίτοι ετεροχρονισμένη, καταβύθιση ως την εξαφάνιση των δύο αυτών νεαρών, που υπήρξαν ή ένιωσαν αποσυνάγωγοι της πραγματικότητας, που υποχώρησαν κάτω από το βάρος της επιθυμίας για έναν κόσμο διαφορετικό. Ο Ατάι, για να εκπληρώσει τη φιλοδοξία του, συμμαχεί με τη γλώσσα. Σε εκείνη καταφεύγει για να αποτυπώσει την αγωνία. Οι Αποσυνάγωγοι είναι η γλώσσα, τα όρια της είναι εκείνα που επιτρέπουν στο μυθιστόρημα αυτό να υπάρξει και να επιτελέσει την αποστολή που του ανατέθηκε, να περιγράψει, δηλαδή, την ατομική, ανθρώπινη αγωνία ενάντια στη δεδομένη πραγματικότητα, στην κυρίαρχη πραγματικότητα, τη σύνθλιψη, πρώτα του εμείς, ύστερα του εγώ, αλλά και την αλλοτρίωση και την ποδοπάτηση ονείρων και αξιών.

Οι Αποσυνάγωγοι είναι ένα μυθιστόρημα συναισθηματικά δυσβάσταχτο. Ο Ατάι, παρότι αναφέρεται στην τουρκική πραγματικότητα, έχει την καθοριστική οξυδέρκεια να καταστήσει το μυθιστόρημά του οικουμενικό, προβάλλοντας την κοινή ανθρώπινη αγωνία, αποτυπώνοντάς την στο πλήρες της εύρος. Συναισθηματικά δυσβάσταχτο τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, η πανωλεθρία παραμονεύει σε κάθε γωνία, η αυτοχειρία του Σελίμ και η εξαφάνιση του Τουργκούτ προκαταβάλλονται άλλωστε. Δεν υφίσταται, ή δεν θα έπρεπε να υφίσταται, το αισιόδοξο-απαισιόδοξο ως ζεύγος προσέγγισης, όχι για το μυθιστόρημα αυτό τουλάχιστον. Οι Αποσυνάγωγοι διακρίνονται για τον ιδιότυπο ρεαλισμό τους, αυτό είναι το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένοι, η ίδια η ζωή. Και καθώς όλα υπάρχουν μέσα σε όλα, ο αναγνώστης θα διαβεί και σελίδες που γεννούν ένα γέλιο ασυγκράτητο, ιδιαίτερα εκείνες που έχουν να κάνουν με τον αγώνα ενός απλού πολίτη σε μια δημόσια υπηρεσία, η μάχη για μια απλή υπογραφή, το κυνήγι του προϊστάμενου και η απόπειρα σαγήνης του κλητήρα που θα οδηγήσει ως το γραφείο του διευθυντή.

Ανάμεσα σε άλλα, ο τρόπος με τον οποίο ενοικεί η ίδια η λογοτεχνία εντός της ιστορίας εντείνει τον προαναφερθέντα ρεαλισμό. Η σχέση των πρωταγωνιστών μαζί της, η απόσταση που ενίοτε εκείνη δημιουργεί από την πραγματική ζωή, η καταφυγή στη γραφή και η υποταγή στη ματαιότητα αυτής, οι αναγνωρίσιμες διακειμενικές αναφορές, η συχνά δυσδιάκριτη αποκοπή του αφηγηματικού προσώπου από το ίδιο το πρόσωπο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η λογοτεχνία λειτουργεί ενδοκειμενικά αποτελεί το ποίημα του Σελίμ, Χθες, σήμερα, αύριο, έκτασης εξακοσίων στίχων, χωρισμένο σε ωδές, το οποίο συνοδεύεται από πολυσέλιδο ερμηνευτικό σχολιασμό. Ποίημα το οποίο έρχεται να σταθεί δίπλα στις σελίδες ημερολογίου και τις προφορικές αφηγήσεις του Σελίμ, αποτελώντας καθοριστικά στοιχεία στην απόπειρα ανασύνθεσης που επιχειρεί ο Τουργκούτ.

Η ευφυής σύνθεση και διαχείριση του υλικού, οι εναλλαγές της αφηγηματικής φωνής αλλά και της απεύθυνσης, ο κυρίαρχος μοντερνισμός και ο υποδόριος μεταμοντερνισμός είναι τα κυρίαρχα τεχνικά χαρακτηριστικά της κατασκευής. Ωστόσο, η τεχνική αρτιότητα της κατασκευής, ας σημειωθεί εδώ πως ο Ατάι είχε σπουδάσει πολιτικός μηχανικός, δεν θα ήταν αρκετή από μόνη της, αρκετή δεν θα ήταν ούτε η αγάπη και η γνώση της παγκόσμιας γραμματείας, είναι, λέω ξανά, η ανθρώπινη αγωνία εκείνη που συνέχει το περίτεχνο αυτό κατασκεύασμα, είναι η οικεία οσμή της που λειτουργεί για τον αναγνώστη ως μίτος στον λαβύρινθο των φωνών που η κατάρρευση των συμβάσεων αφήνει πίσω της, καίτοι γνωρίζει την κατάληξη ήδη από την αρχή, ο Σελίμ είναι νεκρός, ο Τουργκούτ εξαφανισμένος.

Οι Αποσυνάγωγοι, παρά το λογοτεχνικό τους εκτόπισμα και τον αναγνωστικό ίλιγγο που προκαλούν, δεν είναι ένα μυθιστόρημα που απευθύνεται σε κάποια ελίτ. Λίγες μόνο σελίδες αρκούν για να γεννήσουν το δέος απέναντι σε αυτό που ο Ατάι οραματίστηκε και υλοποίησε στο πρώτο(!) του μυθιστόρημα. Λίγες σελίδες είναι αρκετές για να νιώσει ο αναγνώστης πως εδώ έχει να αναμετρηθεί μ' ένα μυθιστόρημα που ανήκει στον κανόνα της λογοτεχνίας, για να πειστεί πως η ίδια η διαδρομή, κατά τόπους δύσκολη στην αναπνοή, θα τον αποζημιώσει. Τέτοιο βιβλίο είναι οι Αποσυνάγωγοι, τέτοιου μεγέθους λογοτεχνία.

Η μετάφραση από τα τουρκικά, πραγματικός άθλος, ανήκει στη Νίκη Σταυρίδη· το κατατοπιστικό επίμετρο στον Βασίλη Δρόλια, που αγάπησε και πρότεινε το μυθιστόρημα αυτό ώστε να πάρει τη θέση του στη σειρά Orbis Literæ, εκεί που ορθά ανήκει.

Μετάφραση Νίκη Σταυρίδη
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2022

Οι μεταφορές του Βασιλιά - Joshua Cohen

Ήταν καλοκαίρι, πλησίαζε η εορταστική εβδομάδα —Ημέρα Μετακόμισης (τελευταία μέρα του μήνα, πρώτη μέρα του μήνα) και αμέσως μετά η Ημέρα της Ανεξαρτησίας— και ο Ντέιβιντ Κινγκ είχε πάει στα Χάμπτονς σε ένα πάρτι γενεθλίων για την Αμερική, στο οποίο ήταν προσκεκλημένος ως μέλος του Empire Club, που είχε ζητήσει από τους παρευρισκόμενους να δωρίσουν τουλάχιστον 4.000 δολάρια προσφέροντας ως αντάλλαγμα νερωμένα ποτά και άνοστο μπάρμπεκιου υπό την αιγίδα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Πρώτα σε προσκαλούσαν στο πάρτι και μετά σε έβαζαν να πληρώσεις: αυτό πάει να πει καλή κοινωνία. Να πώς οι δισεκατομμυριούχοι έβγαζαν τα λεφτά τους.

Πιάνοντας στα χέρια μου τις Μεταφορές του Βασιλιά επιθυμούσα σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία, φρέσκια και ενδεικτική του εκεί κλίματος. Αυτές ήταν οι προσδοκίες, συνεπικουρούμενες από την αξιοπιστία των επιλεγμένων τίτλων της λογοτεχνικής σειράς Aldina. Στις πρώτες κιόλας σελίδες, ο Ντέιβιντ Κινγκ, μεσήλικας επιχειρηματίας μεταφορών και αποθήκευσης, χωρισμένος και σε μια περίπλοκη νέα σχέση, θύμισε έντονα τον ανυπέρβλητο ήρωα του Ρίτσαρντ Φορντ, Φρανκ Μπάσκομπ, ιδιαίτερα την εκδοχή του στην Ημέρα Ανεξαρτησίας, όταν και διάγει την υπαρξιακή περίοδό του, έχοντας αφήσει προ πολλού πίσω τη λογοτεχνική συγγραφή και την αθλητικογραφία για να ασχοληθεί με τη μεσιτεία ακινήτων. Ξεφτισμένο αμερικανικό όνειρο και αντρική κρίση μέσης ηλικίας· ένας πολλά υποσχόμενος συνδυασμός για μυθιστόρημα.

Ο Κινγκ παλεύει να ανέλθει οικονομικά, φιλοδοξεί εκείνα που οι πλούσιοι λευκοί προτεστάντες απολαμβάνουν, δυσπρόσιτα ωστόσο για έναν αυτοδημιούργητο Εβραίο. Ο ρεπουμπλικανικός κόλπος υπόσχεται πολλά, στις δεξιώσεις εκείνες είναι καλό να συχνάζει ένας φιλόδοξος επιχειρηματίας. Όμως, υπάρχει και η παροιμία που λέει πως τα μεταξωτά βρακιά θέλουν και επιδέξιους κώλους. Και ο Ντέιβιντ, ακόμα και όταν παρανομεί φιλοδωρώντας έναν σερβιτόρο, δεν καταφέρνει να γνωρίσει το μεγάλο ψάρι, δεν πετυχαίνει αυτό για το οποίο πλήρωσε την ακριβή συμμετοχή, και τώρα, στην είσοδο του πάρκινγκ παρακαλά το φορτηγάκι του να φτάσει γρήγορα, πριν γίνει ρεζίλι στα μάτια κάποιου τον οποίο θα έπρεπε να γοητεύσει, και πώς να το κάνει αυτό δίπλα σε ένα φορτηγάκι επαγγελματικής χρήσης· ποιος πραγματικά επιτυχημένος κεφαλαιοποιεί εργασία; Είναι εκείνη η στιγμή που το μεγάλο ψάρι θα εμφανιστεί μπροστά του και θα τον αναγνωρίσει από ένα μεταμεσονύχτιο τηλεοπτικό διαφημιστικό σε ένα τοπικό κανάλι, με βασικό σλόγκαν: Ο Ντέιβιντ Κινγκ, ο Βασιλιάς των Μεταφορών που Μετακομίζει και το Σόι σου Μέσα. Αξέχαστο σλόγκαν, θα σχολιάσει.

Ο Κοέν, γεννημένος το 1980, από τους τελευταίους συγγραφείς που ο Χάρολντ Μπλουμ πρόσθεσε στη λίστα με τους σπουδαίους, δεν αρκείται στην εξιστόρηση μιας ιστορίας μεσήλικης αποτυχίας, αλλά φιλοδοξεί κάτι πιο πληθωρικό και σύνθετο. Σύντομα στην ιστορία θα προστεθεί και ο Γιοάβ, γιος μιας ξαδέρφης του Κινγκ που ζει στην Ιερουσαλήμ, που μόλις απολύθηκε από τον στρατό και έρχεται στην Αμερική με τα δικά του όνειρα και τα δικά του τραύματα. Ο Κινγκ θα του βρει σπίτι και θα τον βάλει στη δούλεψή του. Μαζί με τον Γιοάβ θα έρθει και ο Ούρι. Οι δύο νέοι υπηρέτησαν μαζί τη θητεία τους και η νέα τους δουλειά θυμίζει αρκετά μέρος των στρατιωτικών καθηκόντων τους, καθώς, παρότι μίλια μακριά από τη Λωρίδα της Γάζας, συνεχίζουν να εκτελούν εντολές έξωσης.

Το σύγχρονο εβραϊκό ζήτημα είναι εκείνο που διαπνέει τις σελίδες στις Μεταφορές του Βασιλιά, που ακολουθεί την παράδοση της λογοτεχνίας των Εβραίων της Αμερικής. Ο Κοέν δεν δείχνει καμία διάθεση κατάθεσης πιστοποιητικών εβραϊκού φρονήματος. Το κράτος του Ισραήλ έχει πάρει εδώ και χρόνια τη θέση των θυμάτων του Ολοκαυτώματος, οι Εβραίοι δεν είναι πια διωκόμενοι, αναγκασμένοι σε φυγή για να γλιτώσουν τη ζωή τους. Τώρα, είναι το ίδιο το Ισραήλ, που κάποτε υποδέχτηκε τους ανά την Ευρώπη κυνηγημένους, εκείνο που «διώχνει» τους δύο νέους μακριά από τους εφιάλτες μιας θητείας επίπονης. Αλλά και η Ιερουσαλήμ, το άλλοτε λίκνο του εβραϊσμού, η ιερή πόλη που έχει δεινοπαθήσει από ασφυκτική απομάγευση, έχοντας παραπέσει πια κάπου ανάμεσα σε τουριστικό θέρετρο και αεροδρόμιο. Κάποτε ο Κινγκ έκανε το ταξίδι ως εκεί, αλλά δεν βρήκε τίποτα άλλο πέρα από έναν τραπεζικό τρόπο να κρύψει μέρος των εισοδημάτων του από την πρώην γυναίκα του. Στις σελίδες αυτές δεν υπάρχει η ονειροπόληση ενός τόπου θαλπωρής, ενός σανατορίου ανάρρωσης από τα τραύματα της ενήλικης ζωής, όπως συμβαίνει με τους ήρωες της Κράους ή του Φόερ για παράδειγμα.

Ωστόσο, παρά τον διάχυτο εβραϊσμό του, το μυθιστόρημα δεν απομονώνεται σε αυτό, δεν είναι μόνο αυτό. Οι μεταφορές του Βασιλιά είναι ένα μυθιστόρημα έκδηλης συγχρονίας που αποτυπώνει τα παράδοξα και τις αντιφάσεις της ζωής στο μετακαπιταλιστικό περιβάλλον του 21ου αιώνα, κυρίως όμως δίνει χώρο στην αγωνία της ύπαρξης να παρεισφρήσει στις σελίδες του. Το υπόγειο χιούμορ, που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την τραγικότητα των καταστάσεων, δοκιμάζει τα όρια της ενσυναίσθησης του αναγνώστη. Την ίδια στιγμή, στην αντανάκλαση του ειδώλου ο συγγραφέας ύπουλα προσθέτει στοιχεία λιγότερο ή περισσότερο οικεία και σύμφυτα της ανθρώπινης υπόστασης. Οι χαρακτήρες τού μυθιστορήματος δεν είναι απομακρυσμένοι, διαθέτουν την απαραίτητη αληθοφάνεια, την απαραίτητη ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις γνώριμες.

Εδώ, ο Κοέν δεν καταφεύγει σε πολλά μεταμοντέρνα τεχνάσματα, για τα οποία φημίζεται, γεγονός το οποίο καθιστά το συγκεκριμένο μυθιστόρημα μια καλή πύλη γνωριμίας με το έργο του. Δεν θα είχε άδικο κάποιος να το χαρακτηρίσει σπονδυλωτό μυθιστόρημα, καθώς οι υποϊστορίες που το συνθέτουν συνδέονται με τρόπο χαλαρό, αφήνοντας μια αίσθηση αποσπασματικότητας να αιωρείται, κάτι που ωστόσο αποτελεί ξεκάθαρα συγγραφική απόφαση, αλλά δεν επιτρέπει στο βιβλίο τελικά να απογειωθεί και να περάσει στη σφαίρα του αριστουργήματος, παρότι διαθέτει σημεία εξαιρετικής ποιότητας, απόρροια ενός δυναμικού συνδυασμού οξυδέρκειας στην παρατήρηση και ταλέντου στην αφήγηση.

Το εισαγωγικό σημείωμα του Παναγιώτη Κεχαγιά, που υπογράφει και τη μετάφραση, είναι άκρως κατατοπιστικό, αν και θα έπρεπε να έχει τη θέση επιμέτρου, τοποθετημένου στο τέλος, ως ιδανικό συμπλήρωμα της ανάγνωσης του μυθιστορήματος και όχι ως προάγγελός της.

υγ. Για το αριστούργημα του Φορντ, Ημέρα Ανεξαρτησίας, περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Σκοτεινό δάσος της Νικόλ Κράους εδώ, και για το Ιδού εγώ του Τζόναθαν Φόερ εδώ.

Μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2022

Όμορφε κόσμε, πού είσαι - Sally Rooney

Ανέβαλλα διαρκώς τη γνωριμία με τη Σάλλυ Ρούνεϋ. Από το 2017 για την ακρίβεια, όταν και κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο στα ελληνικά. Κάπου ανάμεσα στο είναι/δεν είναι λογοτεχνία παράπεσε η δική μου περιέργεια/επιθυμία. Αλλά δεν χάθηκε. Πρόσφατα επέστρεψα σ' ένα μέρος που ο κόσμος, κάποιες στιγμές, έδειχνε όντως όμορφος. Ήταν μια δύσκολη επιστροφή, όμορφη μα δυσβάσταχτη. Με τη Μ. ανταλλάζαμε βιβλία συχνά-πυκνά. Εμένα μου άρεσε, είπε. Ούτε εκείνη είχε διαβάσει άλλο βιβλίο της νεαρής Ιρλανδής. Είχαμε δει σε σειρά το Κανονικοί άνθρωποι, είχαμε ενθουσιαστεί και είχαμε προγραμματίσει να δούμε και το Συζητήσεις με φίλους, εκείνη το είχε καταγράψει στο σημειωματάριό της μάλιστα· από καταχωρήσεις για το μέλλον, άλλο τίποτα. Πήρα το βιβλίο μαζί μου φεύγοντας· είχα ήδη αρχίσει να διαβάζω τις πρώτες σελίδες στην πλευρά του καναπέ που τόσο άνετα και οικεία ένιωθα.

Η Άλις συναντήθηκε νωρίς με την επιτυχία. Τα βιβλία της βραβεύτηκαν, πούλησαν, μεταφράστηκαν. Εκείνη ωστόσο δεν άντεξε. Υποχώρησε συναισθηματικά, κατρακύλησε σε βάθη σκοτεινά. Έλαβε και ιατρική γνωμάτευση να το πιστοποιεί. Άφησε πίσω της το Δουβλίνο για ένα χωριό παραθαλάσσιο, μακριά από τον πάσης φύσεως θόρυβο. Μέσω τίντερ, βγήκε ραντεβού με τον Φίλιξ, που για λίγο άντεξε τη δοκιμή της ζωής στο Λονδίνο πριν γυρίσει στον γνώριμο μικρόκοσμο, εκεί που δεν διατηρεί και την καλύτερη φήμη, αλλά αντέχει να ζει δουλεύοντας σε μια αποθήκη. Η Αϊλίν γνωρίστηκε με την Άλις στη σχολή. Κολλητές. Λιγότερο λαμπερή καριέρα, επιμελήτρια σ' ένα λογοτεχνικό περιοδικό που επιζεί χάρη στην κρατική χρηματοδότηση. Συγκατοικεί με αγνώστους εν μέσω στεγαστικής υστερίας, επιχειρεί να συνέλθει από έναν χωρισμό, κυρίως όμως παλεύει να απαντήσει στο ερώτημα ποια (θα ήθελε να) είναι τώρα που μεγαλώνει (ή μεγάλωσε). Όταν εκείνη  γεννήθηκε, ο Σάιμον ήταν κιόλας πέντε, μεγάλο παιδί με αναμνήσεις, συστήθηκαν ως οικογενειακοί φίλοι, με τον καιρό όμως η σχέση τους απογαλακτίστηκε. Εκείνος δουλεύει στην επικοινωνία ενός αριστερού κόμματος, ξεπληρώνει με σχετική άνεση το δάνειο πρώτης κατοικίας, αναλώνεται σε σχέσεις με νεότερες κοπέλες. Αυτοί είναι, σε πολύ αδρές γραμμές, οι τέσσερις κεντρικοί χαρακτήρες τού Όμορφε κόσμε, πού είσαι.

Η Ρούνεϋ επιστρατεύει εναλλάξ έναν παντογνώστη αφηγητή και την ηλεκτρονική συνομιλία της Άλις με την Αϊλίν για να αφηγηθεί μια ιστορία συγκαιρινή, κυρίως για όσους βρίσκονται κάπου ανάμεσα στην τρίτη και πέμπτη δεκαετία της ζωής τους. Με τον συγκεκριμένο αφηγηματικό τέχνασμα πετυχαίνει να συγκολλήσει τις επιμέρους ιστορίες που αποτελούν το μυθιστόρημα σ' ένα ενιαίο σώμα, αναδεικνύοντας τις μεταξύ τους σχέσεις. Και αυτό είναι άκρως σημαντικό ως προς την αναγνωστική πρόσληψη, αλλιώς θα επρόκειτο για ένα υπερβολικά χαλαρό σπονδυλωτό μυθιστόρημα που δύσκολα θα λειτουργούσε ως κατασκευή. Ταυτόχρονα όμως, εστιάζοντας πότε εδώ και πότε εκεί, η Ρούνεϋ καταφέρνει κάτι ακόμα σημαντικότερο, να συμπεριλάβει στην ιστορία της τον κόσμο εντός του οποίου ζουν οι τέσσερίς τους, τη μεγάλη εικόνα της εποχής, προσφέροντας στον αναγνώστη επιπλέον λαβές και εμβαδόν ταύτισης και συμπερίληψης, το αίσθημα πως αυτή η ιστορία τον αφορά καθώς μιλάει για πρόσωπα και καταστάσεις σε έντονο βαθμό οικείες.

Οι κοπέλες, λόγω της μεταξύ τους αλληλογραφίας, έχουν πιο μεγάλο εκτόπισμα ως χαρακτήρες, ενώ οι αντίστοιχοι αντρικοί είναι κατά κάποιο τρόπο πιο συμπληρωματικοί. Εντούτοις, και οι τέσσερις βασικοί χαρακτήρες είναι καλοσχηματισμένοι και πειστικοί, αληθινοί και σύγχρονοι. Εκείνο που κυρίως τους χαρακτηρίζει, όπως και την εποχή άλλωστε, είναι το αίσθημα της αβεβαιότητας, η ανάγκη για νοηματοδότηση της ύπαρξης σε όλες της πτυχές της καθημερινότητας, αλλά και η διαρκώς παρούσα αίσθηση πως ο κόσμος αυτός διολισθαίνει προς τον ίδιο του τον αφανισμό, πως η πτώση αυτή είναι πια αντιληπτή και ταχεία. Οι χαρακτήρες της Ρούνεϋ ανήκουν σε μια γενιά που, όπως κάθε γενιά, εκφράζει από νωρίς τις ενστάσεις και την απόρριψη προς τις προηγούμενες, ένα μεγαλοπρεπές και βροντώδες εμείς δεν θα ζήσουμε έτσι, μα μεγαλώνοντας έρχεται αντιμέτωπη, όπως κάθε προηγούμενη γενιά, με τα αδιέξοδα και την απουσία λύσεων, ενώ η συντήρηση καιροφυλακτεί. Κάποια στιγμή, για να δώσω ένα παράδειγμα, η Αϊλίν, που νωρίς απέρριψε το όνειρο μιας πυρηνικής οικογένειας, διακρίνοντας την παθογένεια, στέκεται μετέωρη ανάμεσα στην άρνησή της και τον φόβο της μοναξιάς, της έλλειψης συντροφικότητας. Και αν ακόμα αποφάσιζε να κάνει ένα παιδί, θα ήταν άραγε αυτή μια απόφαση σωστή για κάποια που διακρίνει μόνο ζοφερές μέρες στον ορίζοντα. Τι κάνουμε τώρα, ρωτάει τη φίλη της σε κάποιο μέηλ· πώς υπερνικά κανείς φόβους και βεβαιότητες στεκούμενος την ίδια στιγμή στην άκρη του βατήρα;

Παρότι η Άλις λειτουργεί ως ένα ενδοκειμενικό άλτερ έγκο της συγγραφέως, το Όμορφε κόσμε, πού είσαι δεν ανήκει στο υποείδος της αυτομυθοπλασίας παρά τις όποιες κρυψώνες του προσωπικού προσφέρει απλόχερα στη Ρούνεϋ. Το μυθιστόρημα αποφεύγει να δώσει απαντήσεις. Αποφεύγοντας τις απαντήσεις, αποφεύγεται και ο διδακτισμός, τα ερωτήματα εντείνονται και κυριαρχούν. Καμία υπόσχεση ασφάλειας δεν δίνεται, καμία εδαφική σταθερότητα δεν προαναγγέλλεται, ανακύκλωση και ανατροφοδότηση, διαρκής επανάληψη του μοτίβου, ξανά και ξανά, κάνοντας μια γνώριμη ιρλανδική επωδό να αντηχήσει κάπου στο βάθος. Τα ερωτήματα αυτά δεν χαρακτηρίζονται από πρωτοτυπία, όχι στον πυρήνα τους τουλάχιστον. Εκείνες που σίγουρα διαφέρουν είναι οι επικρατούσες συνθήκες, βέβαια το ίδιο ισχυρίζεται κάθε γενιά. Η Ρούνεϋ πιάνει τον σφυγμό ενός σημαντικού μέρους της νεολαίας –τι υπέροχα διευρυμένος όρος– του δυτικού κόσμου, δεν παραγνωρίζει τα προνόμια των χαρακτήρων της, ίσα-ίσα που στις αντιφάσεις αυτές σκύβει με προσοχή για να διακρίνει τους ίδιους σπόρους. Δεν είναι μόνο το δικαίωμα στην ευτυχία αλλά και το ανάποδό του, όποιο είναι για το καθένα αυτό, που γυρεύει χώρο να πετάξει κλαδιά.

Το Όμορφε κόσμε, πού είσαι μου άρεσε αρκετά, κατά τόπους υπερβολικά. Θα αναζητήσω, σε πρώτη ευκαιρία, και τα υπόλοιπα βιβλία της Ρούνεϋ, αυτό είναι σίγουρο. Σε όποιον αρέσει η Ρούνεϋ θα πρότεινα να διαβάσει το Θαλασσινό νερό της Τζέσικα Άντριους, ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος.

υγ. Για το Θαλασσινό νερό, περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Στέλλα Κάσδαγλη
Εκδόσεις Πατάκη