Ήταν Τετάρτη και έβρεχε. Αργότερα, θα έβρεχε περισσότερο, είχαν ενημερώσει. Ακόμα ωστόσο όχι, έβρεχε συνεχόμενα και ελαφριά, χωρίς κεραυνούς. Επικρατούσε ησυχία, ανακουφιστική και καθησυχαστική, όχι προπομπός δεινών. Σαν όλοι να είχαν ένα λόγο να παραμείνουν σιωπηλοί. Ένα από τα πολλά άγχη που μας κληροδοτήθηκαν ήταν να μην βραχούμε. Θα αρπάζαμε πάλι κρύωμα, θα στεγνώναμε πάνω μας, ίσως να μας έβλεπαν ζάχαρη, θα λιώναμε. Ένα πιτσιρίκι, το ένα χέρι στη γυναίκα, το άλλο ελεύθερο, εντόπιζε από μακριά τις λακκούβες, ποδοπατούσε με μανία. Απόλαυση, ηδονή, ανεμελιά. Και ας κρυώσω, και ας στεγνώσω, και ας λιώσω. Ο μεσήλικας εαυτός μου έβαζε τα λόγια στο ανείπωτο συννεφάκι σκέψης. Εκείνο απλά τσαλαβουτούσε.
Θυμήθηκα αρκετές φορές αυτό το πιτσιρίκι διαβάζοντας τις ιστορίες της Κ. Απόλαυση, ηδονή, ανεμελιά. Και ας κρυώσω, και ας στεγνώσω, και ας λιώσω. Απόλαυση, ηδονή ανεμελιά. Δεν είναι οι τρεις δικές μου λέξεις, όχι αυτές που θα χάριζα στην Κ. Εκείνη κάνει συλλογή από αυτές. Τις αιτείται, τις υποδέχεται, τις σημειώνει. Πιο σημαντικές και από φωτογραφικά καρέ. Όχι σημαντικές. Κάποιο άλλο επίθετο θα ταίριαζε καλύτερα. Πολύτιμες; Του προσανατολισμού; Της μνήμης; Της ατομικής οδοποιίας; Της επικείμενης γραφής; Του πονηρού χαμόγελου; Της απώλειας; Της αναπόφευκτης κατάρρευσης; Μπορεί και όχι.
Ήταν Τετάρτη και έβρεχε. Πήρα ομπρέλα, την άνοιξα. Κατηφόρισα τον άδειο πεζόδρομο. Οι ψιχάλες του αέρα συναντούσαν τις ψιχάλες του εδάφους, ενώνονταν ξανά. Ήταν ατμός, γίνανε νερό, θα στέγνωναν, χώμα. Εκείνη με περίμενε με παράπονο. Ως τέτοιο το εξέλαβα. Ως τέτοιο το αντιμετώπισα. Αδιαφόρησε και ήρθε στην αγκαλιά μου. Πέρασε το πόδι της πάνω από το χέρι μου, βολεύτηκε. Ήξερε πως δεν θα έρθει κανείς. Όχι ακόμα, όχι. Ένιωσα εκλεκτός. Τι και αν σκεπτόμουν, όπως ήρθε θα φύγει, μην το ξεχνάς.
Είναι μια έκφραση που τη νιώθω οικεία. Αν κάτι μπορούσα να ξεχωρίσω πως επιχειρώ, θα ήταν μια έκφραση εαυτού. Δέκτης και πομπός, επεξεργαστής. Κρυψώνα του προσωπικού, φλερτάρω με αυτή την περιγραφή, πού και πού στα κείμενα την επαναλαμβάνω. Αφήνω, προς το παρόν να στέκει το: για ό,τι είδα, διάβασα και άκουσα· καλύτερα έτσι. Καλύτερα να μεταθέτω την κρυψώνα, το μπούνκερ ακόμα καλύτερα, στη συνθήκη. Η ανάγνωση, η θέαση, η ακρόαση είναι τα μπούνκερ. Εγώ καταφεύγω εκεί. Εκείνη παραπονιέται. Όλο κρύβεσαι, νιώθω να λέει. Κάλυψη και αποκάλυψη σε καιρό ειρήνης, γύρω μαίνεται πόλεμος, λένε.
Τα μπούνκερ βλέπουν τον ορίζοντα να καταρρέει, τέτοια είναι η θέση/πρόθεση/λειτουργία τους. Μια συλλογή διηγημάτων έβλεπα απέξω. Ήθελα κάποια στιγμή να τα διαβάσω. Ήταν Τετάρτη και έβρεχε. Έκατσα, εκείνη πάνω μου, άνοιξα την πρώτη σελίδα. Ήξερα πως δεν θα έρθει κανείς. Όχι ακόμα, όχι. «Οι ιστορίες της Κ. ήταν σαν να, αλλά δεν ήταν στιγμιότυπα αφήγησης». Ήταν σαν να, αλλά δεν ήταν. Και ας προηγείται η διευκρίνιση της ανάγνωσης. Αυτό που διάβασες/θα διαβάσεις ήταν σαν να, αλλά δεν ήταν. Προκαταβολή, προοικονομία, πρόληψη από τον μελλοντικό ταμιευτήρα. Μια ευγενική υπενθύμιση. Δικό μου το ευγενική, δικό μου και το υπενθύμιση. Ένας ορίζοντας που απλωνόταν. Μια συλλογή διηγημάτων που ήταν σαν να, αλλά δεν ήταν.
Η Κ. και οι ιστορίες της. Κ. όπως Καλλιόπη; Προφανές; Παγίδα;
Πριν μπω στο μπούνκερ, πριν βρεθώ στο μπούνκερ, ας είμαι ακριβής, κανείς δεν μπαίνει, απλά αν βρεθεί, βρίσκεται σε αυτό. Τη μια στιγμή απέξω την άλλη μέσα, οι τοίχοι γεμάτοι από καθρέφτες, το μπαλκόνι να κοιτάζει στον ορίζοντα. Οι καθρέφτες εναλλάσσονται, πότε πιστοί και πότε παραμορφωτικοί, ο ορίζοντας πέρα μακριά, το ποιος ήμουν, το ποιος πίστευα πως ήμουν. Τη μια στιγμή απέξω την άλλη μέσα. Μια συλλογή διηγημάτων που ήταν σαν, αλλά δεν ήταν. Οι ιστορίες της Κ. Οι σελίδες διαδέχονταν η μία την άλλη. Εκείνη στην αγκαλιά μου. Ακόμα.
Την ευγενική υπενθύμιση την αμέλησα. Η Κ. έπαιρνε σχήμα και μορφή. Ένα κολάζ υπό κατασκευή, η μια φράση πάνω στην άλλη, μετά ακόμα μία, και άλλη, και άλλη. Στιγμιότυπα αφήγησης, καρέ αφήγησης, κομμάτια διάσπαρτα, κάπου πατούν και κάπου χάνονται, απομακρύνονται. Πήγαιναν στους άλλους, γύριζαν πίσω σε εκείνη, το βλέμμα έδινε, η αφή έδινε, το δέρμα και τα μάτια, κυρίως αυτά, έρχονταν να συναντήσουν όλα όσα συνέβησαν στην επικράτεια του ενδεχόμενου, εκείνα που ενστρωματώθηκαν, όπως ίσως μόνο η γεωλογία από τις επιστήμες όλες καλύτερα εξηγεί σε χάρτες με εγκάρσια τομή, η ανατομία, και εκείνη, παλεύει επίσης, κάτι χάνεται, η μνήμη των στρωμάτων ίσως.
Είναι μια έκφραση που τη νιώθω οικεία. Η Κ. αφήνει περισσότερο χώρο κρυψώνας στο προσωπικό, όχι για να συσκοτίσει, ποιον ενδιαφέρει, όχι για να φανερώσει, ποιον ενδιαφέρει, αλλά για να παράξει, αφού πρώτα με την απόλυτα προσωπική της μέθοδο, πώς αλλιώς, ταξινομήσει το συναίσθημα και το βίωμα, τα της όρασης και της αφής, δηλαδή. Το χέρι που ακουμπάει στο ελάχιστα ακάλυπτο δέρμα, δήθεν άθελα, πίσω από την πέπλο του ύπνου, το χέρι που χουφτώνει με μανία το στήθος, το χέρι που υπακούει στο άλογο, το χέρι που αιφνιδιάζει. Δεν θα μπορούσε, πώς θα μπορούσε, να είναι κάτι διαφορετικό από μια συστοιχία τροχιών γύρω από ένα εγώ, γύρω από την Κ.
Ένα κολάζ υπό κατασκευή. Το κολάζ μοιάζει να είναι μια τεχνική προσιτή. Κόβεις και κολλάς. Κόβεις και κολλάς. Από το ένα στρώμα περνάς στο επόμενο. Στο προσιτό ενυπάρχει το τυχαίο. Στη ζωή των άλλων συμβαίνει επίσης αυτό. Η τυχαιότητα αποπροσανατολίζει, ίσως και να καθησυχάζει την έλλειψη προσπάθειας, την αδυναμία σύνθεσης, την έλλειψη κλίσης. Ποιες είναι εκείνες οι σπουδές, άραγε, που απαιτούνται. Σε μια εποχή ολοένα και πιο απομαγευτική, το τυχαίο γοητεύει και εξοργίζει, συχνά ταυτόχρονα. Το ασύλληπτο, το μη διαδοχικά εξηγήσιμο. Άμυνα του εαυτού, υπεράσπιση της ατομικής γαματοσύνης, η αποθέωση της ιδιώτευσης, λέω.
Οι ιστορίες της Κ. αδιαφορούν. Κόστισε χρόνο και ματαίωση, απέλπιδες προσπάθειες στο κατ' εικόνα και στο καθ' ομοίωσιν, στις παραδομένες οδηγίες χρήσης και διέλευσης. Είναι το αποτέλεσμα μιας αδιαφορίας, με τον καιρό σύμφυτης και απαραίτητης. Η αδιαφορία που επιδεικνύουν οι ιστορίες της Κ., χωρίς να έχουν σκοπό να το κάνουν, άλλωστε κάτι τέτοιο θα υπονόμευε την όλη απόπειρα, η αδιαφορία τους εξοργίζει και έλκει, ταυτόχρονα ίσως, ίσως και αιτιοκρατικά, επειδή έλκουν να εξοργίζουν, το αντίστροφο ίσως όχι. Είναι οι ιστορίες της Κ. που αδιαφορεί, τώρα πια μπορεί, το απολαμβάνει, ναι.
Από στρώση σε στρώση, από συγκόλληση σε συγκόλληση, κάποιες χαραμάδες ανοίγονται, δημιουργούνται, ύπουλα αλλά όχι σκόπιμα, η αδιαφορία το εξασφαλίζει αυτό, ο αναγνώστης, εγώ με εκείνη στην αγκαλιά, έξω συνεχίζει να βρέχει και κανείς να μην έρχεται, καίτοι προσεκτικός με αυτά, φοβικός και υπεύθυνος, πλατσουρίζει, όχι όπως εκείνος ο πιτσιρικάς, κατά λάθος, από απροσεξία, από παράδοση, από διάσπαση προσοχής. Από το βάθος φτάνει: Θα αρπάζαμε πάλι κρύωμα, θα στεγνώναμε πάνω μας, —ίσως να μας έβλεπαν ζάχαρη— θα λιώναμε. Κάτι τέτοιο είναι ενοχλητικό, εξοργιστικό προείπα, πιο έντονο, ναι. Πώς την πατήσαμε έτσι τη λακκούβα, πού είχαμε το μυαλό μας. Το πρώτο πληθυντικό διευρύνει το μέτωπο της ενοχής και της ευθύνης.
Οι ιστορίες της Κ. δεν θέλουν, δεν επιθυμούν, αδιαφορούν να είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι, οι ιστορίες της, δηλαδή. Αδιαφορούν να σημάνουν έναν δρόμο, να χαράξουν ένα μονοπάτι, έναν οδηγό πλοήγησης. Τις κόστισε τόσο η αδιαφορία. Χρόνο και κόπο, απογοήτευση να μην χωράς στο καλούπι, να περισσεύεις, να ασφυκτιείς εκεί που οι άλλοι μοιάζουν να βολεύονται, να το σπας, να ποδοπατάς πάνω στα κοφτερά συντρίμμια, να πονέσει μέχρι να σκληρύνει η πέτσα, ύστερα να υποδεχτεί το χέρι εκείνο, να αναριγήσει. Δεν ήταν καλή μαθήτρια, ποτέ της δεν ήταν, ακόμα και όταν την επιβράβευαν, όταν ήταν πρώτη μαθήτρια, δεν ήταν και το ήξερε, δεν τολμούσε ωστόσο να το φωνάξει, σαν τον διάολο δεν ήθελε το χτύπημα στην πλάτη, το αυτοκόλλητο με τη φάτσα που γελά. Αν κάτι έμαθε, ήταν πως δυσκολευόταν να μάθει. Αν κάτι έμαθε, επειδή δυσκολευόταν να μάθει, ήταν να αποτινάξει από πάνω της την όποια διάθεση για να γίνει δασκάλα, να ανέβει στο πάλκο μπροστά από τον πίνακα, με κιμωλία ή μαρκαδόρο, να διδάξει με βεβαιότητα στο μάθημα της αβεβαιότητας, η γιορτή της αβεβαιότητας, το σφουγγάρι να μην το χρειάζεται.
Εγώ ίσως να έλεγα η λογοτεχνία, εκείνη ίσως να έλεγε η ίδια η ζωή, διέρρηξε δια παντός τη μονοσημία του κόσμου, απελευθέρωσε το εγώ, διεύρυνε, ξεχείλωσε την επικράτεια του πιθανού, και έτσι και αλλιώς και αλλιώτικα, με δυσκολία, πώς αλλιώς, έσπρωξε και έριξε από το βάραθρο στην άβυσσο το σωστό και το λάθος, το μόνο έτσι, τότε μπορούσε να κάνει αναστροφή σε όποιο σημείο της διαδρομής επιθυμούσε, τοποθετούσε και αφαιρούσε κατά βούληση τις πινακίδες, αν και το απαγορεύεται η είσοδος έστεκε αυστηρό, για τους άλλους.
Κείμενα όπως αυτές οι ιστορίες δεν πατούν τόσο ανάμεσα στο πραγματικό και το μυθοπλαστικό, όσο ανάμεσα στην πρόζα και το δοκίμιο, φλερτάρουν μαζί του, το υπαινίσσονται, το σιμώνουν, αδιαφορούν εν τέλει γι' αυτό, προχωράνε, κινούνται στον αντίποδα της αυτοβοήθειας, τι μάστιγα και αυτή, όποιο μανδύα και αν ενδύεται. Κάποιοι θα νιώσουν πως εδώ ένα σύστημα διατυπώνεται, η δυσανεξία στην αδιαφορία, λέω εγώ, θα οργιστούν, θα επιχειρήσουν να το διαρρήξουν, να το τρυπήσουν, θα αποτύχουν, πάλι εγώ λέω. Αυτό το εγώ έκανα/ένιωσα/απόλαυσα/έκλαψα από κάποιες γωνίες υψώνει τείχη/βεβαιότητες/οδηγίες. Ίσως γιατί πλήττει, άθελά του, αδιαφορώντας, είπαμε, το εγώ δεν έκανα/δεν ένιωσα/ δεν απόλαυσα/δεν έκλαψα, δεν επιχείρησα καν ποτέ να διερευνήσω τις πιθανότητές μου, να λάβω το ρίσκο του ορίου. Ίσως γιατί μέσα μας ταυτίζεται η ιδιώτευση της δημιουργίας και εκείνη της πρόσληψής της, μια τερατογένεση αναδύεται, το υποκείμενο της γραφής για μένα γράφει, σε μένα απευθύνεται, προσωπικά σε μένα, άμεσα, και ίσως έτσι να είναι, αν έτσι προτιμάτε, αν δεν μπορείτε να διακρίνετε την απόσταση.
Έχει μέρες τώρα που δεν βρέχει. Όλο και κάποιος μπαίνει τα πρωινά. Εκείνη τρέχει να του κουνήσει την ουρά της νωχελικά, πάντα νωχελικά και αδιάφορα, μια πρόσκληση που στην είσοδο θα δυσκολευτεί. Οι ιστορίες της Κ. πήραν πάλι τη θέση τους. Η αδιαφορία, σκέφτομαι, είναι το όχημα διέλευσης, το δεν με νοιάζει να είναι ο πολιορκητικός κριός της μετουσίωσης σε αυτό που επιθυμούμε να είμαστε.
Είναι μια έκφραση που τη νιώθει οικεία, συγγενή. Ο τρόπος πρόσληψης και αποτύπωσης της ανθρώπινης εμπειρίας. Η μάχη υπέρ της αβεβαιότητας, ή της ελάχιστης, απαραίτητης βεβαιότητας, σε έναν κόσμο που τα πάντα επιχειρείται να αιτιολογηθούν και να αποτυπωθούν στον πίνακα διδασκαλίας.
υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
Εκδόσεις 3.1






