Φαινομενικά και μόνο η λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας αποτυπώνει ένα δυσοίωνο μέλλον, αντανακλά ένα παρόν που δεν μοιράζει ελπίδες και υποσχέσεις, την προέκταση ενός παρελθόντος μάλλον ανησυχητικού, απαιτεί έναν ιδιότυπο ρεαλισμό, μια απόπειρα αποκρυπτογράφησης, την ανάγκη ύπαρξης ενός σχεδίου, τι και αν καταστροφικού, αίτιο και αιτιατό, ματαιότητα και παραδοξότητα, ένστικτα, συναισθήματα, φόβους και ελπίδες, καμπανάκια και επισημάνσεις, προπαντός όχι προφητικού, πολιτικού σαφέστατα ναι, κοινωνικού, ανθρωπολογικού, οικονομικού, σίγουρα, όλα αυτά κάπως μαζί, να συμβαίνουν ταυτόχρονα. Δεν είμαι φαν του είδους, αν με ρωτήσει κανείς, αυτό θα του πω, πως δεν είμαι φαν του είδους, ύστερα, εκείνος ή εγώ, μια ματιά στη στοίβα με τα διαβασμένα, να ένα, να ακόμα ένα κ.τ.λ., περισσότερα όσο περνάει ο καιρός, ίσως γιατί μεγαλώνοντας η έννοια του ρεαλισμού μετατοπίζεται, μετασχηματίζεται μέσα μου, ίσως γιατί οι συμβάσεις της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας είναι σχεδόν παιδικές σε σχέση με τις εξελίξεις εκεί έξω, ίσως απλά να μεγαλώνω και να θέλω και εγώ να αρχίσω να λέω πως πια οι εποχές είναι σκατά και το μέλλον σκατότερο, πάνε τα καλά τα χρόνια, όπως και να έχει διαβάζω περισσότερη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας.
Μόνο η ελευθερία είχε σημασία, αυτή και η γνώση της αλήθειας. Ο Φρανκ δεν την έβρισκε μ' αυτή καθ' αυτήν την παραβίαση των κανόνων, όπως συνέβαινε με κάποιους φίλους του. Ο Φρανκ αντιμετώπιζε τους κανόνες και τους νόμους σαν νήματα απόψεων, άλλα σωστά και άλλα λανθασμένα. Ακολουθούσε δίχως κανένα πρόβλημα όσα είχαν λογική, όσα όμως δεν είχαν (με τα λόγια του Καρλ Μαρξ) τα έβλεπε ως μέρος ενός συστήματος καταπίεσης στο οποίο έπρεπε να αντιταχθεί. [...] Σαν τις Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ (BWV 988), όσο περισσότερο διαρκούσε το παιχνίδι τόσο πιο σύνθετο γινόταν, τόσο πιο έντονο.
Η Επικράτηση είναι το πρώτο βιβλίο της Νίνα Άλαν (Λονδίνο 1966) που μεταφράζεται στα ελληνικά, οι εκδόσεις Πόλις έχουν παράδοση στη σύσταση καλής λογοτεχνίας, και αυτή εδώ είναι καλή λογοτεχνία πέρα από οτιδήποτε άλλο, ας ξεκινήσουμε θέτοντας αυτό στο κέντρο της σκηνής.
Ο Φρανκ, ικανός προγραμματιστής, θα φύγει για το Παρίσι να συναντήσει τα μέλη μιας ομάδας με την οποία έχει αναπτύξει ψηφιακή διασύνδεση, μια οργάνωση πολιτική, στα όρια της συνωμοσιολογίας, τα ίχνη του θα χαθούν, η κοπέλα του θα τον αναζητήσει, μια πρώην αστυνομικός θα αναλάβει ιδιωτικά την υπόθεση, ενώ υπάρχει και ένα παλιό βιβλίο, κυκλοφόρησε τη δεκαετία του 50', που περιγράφει έναν εν εξελίξει πόλεμο από εξωγήινους, και το πάθος για τον Μπαχ, διάχυτο στις σελίδες του μυθιστορήματος.
Αναλογίζομαι το βιβλίο που διάβασα, την πλοκή, τις πλοκές για την ακρίβεια, την επικράτεια στην οποία κινήθηκε η Άλαν, πιάνω στα χέρια μου το βιβλίο, μόλις τριακόσιες πενήντα σελίδες, μόλις για ένα τέτοιο πλουραλιστικό μυθιστόρημα, ένα εγχείρημα φιλόδοξο ως προς τη σύλληψη και ως προς την εκτέλεση, το ταλέντο της συγγραφέα περισσότερο έγκειται στο μοντάζ, στο απαραίτητο υλικό το οποίο θα χρησιμοποιήσει στην τελική σύνθεση, πώς θα κοπούν τα περιττά, όχι τόσο από στιλιστική επιλογή, αλλά από λειτουργική, εδώ εντοπίζεται άλλωστε η δυσκολία, ο κόσμος, οι ήρωες και οι περιπέτειές τους να λειτουργήσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ο αναγνώστης να μη χαθεί σε λεπτομέρειες και σύμπαντα, χωρίς ταυτόχρονα το προσφερόμενο να μοιάζει ή να είναι απλοϊκό ως προς τη σύλληψη και την εκτέλεση, αυτή είναι η ισορροπία που πετυχαίνει η Άλαν, κατά τη γνώμη μου, το τελικό μοντάζ στην ιστορία της, μικρή έκταση και όμως βγάζει νόημα και καθηλώνει, καταφέρνει να συμπυκνώσει και να μην αποδειχθεί κρυπτική, να μην αναζητήσει ευκολίες γύρω από τη συσκότιση και το μπέρδεμα.
Ανάμεσα στη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας και της αστυνομικής συναδέλφου της, αναδύεται ένα μυθιστόρημα ιδεών, έντονα πολιτικό, που αντανακλά με ενδιαφέρον τη συγχρονία εντός της οποίας κινείται, αυτός ο ιδιότυπος ρεαλισμός, υπεύθυνος για το γεγονός πως τον αναγνώστη λίγα πράγματα τον ξενίζουν και του φαίνονται ανοίκεια, η Άλαν επισημαίνει, όχι πρωτότυπα, την υπό διαμόρφωση πολιτική συνείδηση, τον ακτιβισμό, την αντίσταση, την κατανόηση του κόσμου εν γένει, θα συμπλήρωνα, χωρίς να πολιτικολογεί και να υποδεικνύει φτηνά, χωρίς να επιθυμεί να προειδοποιήσει, δεν είναι, θέλω να πω, μια στρατευμένα αγκυλωμένη λογοτεχνία αλλά ούτε και μια αναχωρητική και απόμακρη της συγχρονίας. Στον πυρήνα του, ωστόσο, εκείνο που περισσότερο διέκρινα, ίσως γιατί και εμένα με απασχολεί, ίσως γιατί είναι τρομερά και ολοένα και πιο επίκαιρο, είναι η εμπιστοσύνη και όλα τα παραφερνάλια της, το πώς εμπιστευόμαστε κάποιον, κυρίως αυτό, πώς χαρακτηρίζουμε την απόφαση του Φρανκ να φύγει για το Παρίσι, για παράδειγμα. Η Επικράτηση είναι πολλά, χωρίς να κουράζει, χωρίς να φλυαρεί, χωρίς να προσπαθεί, είναι ένα χορταστικό μυθιστόρημα, το οποίο διαβάζεται τροχάδην και λαίμαργα, φέρνοντας στο νου έναν από τους καλύτερους του είδους, τον Ντέιβιντ Μίτσελ.
Ένα ωραίο βιβλίο.
υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!






