Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

Κάτσε να μπει η άνοιξη, Μπαντίνι - John Fante

Τι ωραία, τι καλά, το Κουαρτέτο του Μπαντίνι σιγά σιγά στα ελληνικά!

Πάνε πολλά χρόνια, θαρρώ ήταν στο παζάρι της Κλαυθμώνος, που αγόρασα το Ρώτα τον άνεμο, επρόκειτο για το Ask the dust, Τέος Ρόμβος ο μεταφραστής, Απόπειρα οι εκδόσεις, ίσως, τώρα που το σκέφτομαι λίγο καλύτερα, να διάβασα το βιβλίο λίγο πριν ή λίγο μετά που μπήκα στον στρατό, οπότε βρισκόμαστε κάπου στο 2007, θυμάμαι τον ενθουσιασμό μου, αχνά έναν νεαρό ονειροπόλο αλητάκο και μια σκέψη σύγκρισης με το Ο Φύλακας στη σίκαλη, η αίσθηση πως διάβασα κάτι εξαιρετικό, μια σκέψη για το πώς θα ήταν η αναγνωστική επιστροφή σ' αυτό. 

Αργότερα, έμαθα πως αυτό ήταν το τρίτο μέρος ενός κουαρτέτου, το πιο γνωστό και δημοφιλές μέρος, αλλά και πάλι, γιατί μόνο αυτό; Από το 2021 και δώθε, από τις εκδόσεις Δώμα, κυκλοφορούν κάθε λίγο και μια νουβέλα (ή εκτεταμένο διήγημά) του, πρώτα Το όργιο, ύστερα η Γεμάτη ζωή και Ο σκύλος μου ο Ηλίθιος κι εγώ ήλπιζα πως αργά ή γρήγορα από κάπου ξάφνου θα ξεμύτιζε ο Μπαντίνι, τον περίμενα, κάθε επόμενη έκδοση έργου του Φάντε στα ελληνικά, τον άφηνε πιο πίσω, διατηρούσε όμως την ουρά ενεργή, κάτι ήταν και αυτό, αποδείχτηκα πιο υπομονετικός από τον Μπαντίνι, αλλά αυτό μάλλον είναι ευκολάκι.

Το Κάτσε να μπει η άνοιξη, Μπαντίνι είναι το πρώτο έργο τού Φάντε που δημοσιεύεται, το 1938, είχε ήδη γράψει το δεύτερο μέρος, Ο δρόμος για το Λος Άντζελες, που όμως δεν εκδόθηκε παρά το 1985 πια, το τελευταίο που θα χωθεί στο ράφι. Ο Αρτούρο Μπαντίνι, άλτερ έγκο του συγγραφέα σε αυτή τη σειρά με έντονο το αυτοβιογραφικό στοιχείο, είναι ο μεγαλύτερος από τους τρεις γιους της οικογένειας του Σβέβο και της Μαρίας, που ζουν κάπου στο Κολοράντο, όπου έχει αρχίσει να χιονίζει και δεν προβλέπεται σύντομα να σταματήσει, κάθε χρόνο τα ίδια, κάθε χρόνο ο Σβέβο μετανιώνει που δεν έφυγε για την Καλιφόρνια και τώρα είναι εγκλωβισμένος και χωρίς δουλειά, ποιος τρελός θα έκανε οικοδομικές εργασίες με τέτοιο καιρό και επιπλέον εν μέσω Μεγάλης Ύφεσης, της Μεγάλης Κατάθλιψης σε απόλυτους μεταφραστικούς όρους, μάλλον πιο αντιπροσωπευτική της ζωής τότε.

Η οικογένεια Μπαντίνι, Ιταλοί στην καταγωγή, μεροδούλι μεροφάι, με μια σειρά από στερεότυπα και κλισέ, αν εξαιρέσει κανείς το χιόνι, δύσκολα θα βρει διαφορές ανάμεσα στο Κολοράντο και τον ιταλικό νότο, ο άντρας που δουλεύει και φέρνει τα φράγκα, και όταν δεν δουλεύει πίνει ένα ποτήρι, μπορεί και παραπάνω, στο μπαρ, η γυναίκα που φορτώθηκε και γέννησε μια σειρά παιδιά, δούλα και νοικοκυρά, η ανάμνηση των υποσχέσεων, για παράδειγμα εκείνη για την κατασκευή μιας μπανιέρας, η καταφυγή στο ροζάριο, τα αγόρια με σειρά εμφάνισης παίρνουν πρωτοβουλίες, κυρίως φέρνουν μπελάδες, τραβούν προς την εφηβεία και την ενηλικίωση, με κάποιο τρόπο το σύνολο συνέχεται από κάποια στοιχεία αγάπης και νοιαξίματος, αυτή είναι η οικογένεια Μπαντίνι, μια ακόμα οικογένεια όπως τόσες και τόσες άλλες.

Πάντα με εντυπωσιάζει η φρεσκάδα αφηγήσεων όπως αυτή του Φάντε, σίγουρα δεν είναι σημερινή, αλλά άνετα θα μπορούσε να είναι στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα. Και μάλλον είναι αυτή η φρεσκάδα που καθιστά γοητευτικό και απολαυστικό ένα στη βάση του ρεαλιστικό μυθιστόρημα στην περίοδο του κραχ, κάτι γνώριμο δηλαδή ως συνθήκη και σκηνικό δράσης, ανέφερα και παραπάνω τα στερεότυπα της οικογένειας, ας προσθέσω και μια πεθερά, τη μητέρα της Μαρίας, που ανά διαστήματα δεν αρκείται στο να στέλνει απλώς χρήματα αλλά τους επισκέπτεται κιόλας, γεγονός που κάνει έξαλλο τον Σβέβο, σχεδόν όσο και το χιόνι και η τελειότητα της γυναίκας του, που δεν του επιτρέπει να της συμπεριφερθεί άσχημα, μέχρι που θα γνωρίσει μια πλούσια χήρα.

Ο Σβέβο και ο Αρτούρο είναι τα πρόσωπα μέσα από τα οποία αντικρίζουμε κυρίως τα γεγονότα, γι' αυτούς τους δύο αποκτάμε μια σχετική πρόσβαση στα συναισθήματα και στον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται, τα βάσανα και τις στεναχώριες τους, τις δικαιολογίες που λένε στον εαυτό τους κάνοντας το ένα σφάλμα πίσω απ' τ' άλλο, ενώ στη σκιά τους, του συζύγου και του πρωτότοκου αρσενικού, η σιωπή της συζύγου και μάνας, η υπομονή, η επιμονή και η πίστη, επίσης, εκείνη πρωταγωνιστεί και όταν απουσιάζει από την αναμενόμενη θέση της, τότε όλοι τους ανησυχούν.

Αγαπώ τους συγγραφείς και για τους συγγραφείς που διάβασαν εκείνοι πριν γίνουν συγγραφείς (αν δεν αποφάσισαν γι' αυτό να γίνουν), και ήταν όντως ευτύχημα που έγιναν, και τώρα που αναζωπυρώθηκε μέσα μου το πώς είναι να συναντάς τον Μπαντίνι, σκέφτομαι πόσο τυχερός ήμουν σε εκείνη την απογευματινή βόλτα στο παγωμένο παζάρι βιβλίου. Ο Φάντε, θέλω να πω, κάθεται ψαρεύοντας σχετικά στις αρχές του ποταμού της λογοτεχνίας που μου αρέσει, μαζί με άλλους σπουδαίους τύπους.

Σκέφτομαι την εποχή εκείνη, τον ζόφο και τη δυσκολία, στο κατώφλι ενός ακόμα πολέμου, υπάρχει κάτι, δεν ξέρω αν αισιόδοξο είναι το κατάλληλο επίθετο, αλλά υπάρχει ένα άνοιγμα για μια ανεμελιά σχεδόν πλήρως αντιστικτική, μια ελπίδα ίσως πως άλλο τίποτα δεν έμενε να χαθεί, αφού όλα είχαν χαθεί, πως αν χτυπήσεις πάτο δεν έχει παρακάτω, πως μένοντας εκεί ίσως συνηθίσεις και σιγά σιγά κοιτάξεις δειλά προς τα πάνω, δεν ξέρω, λίγο αργότερα, ακόμα και στη σκιά του Ονείρου, άλλο τέτοιο ξέφωτο δεν νιώθω να υπάρχει, ίσως το ορόσημο να είναι η κυκλοφορία του Δρόμου, δεν έχω τα στοιχεία, ως σκέψη την αφήνω εδώ αυτή την παράγραφο. 

Ο Φάντε δεν έχει ως τώρα την αποδοχή που του αξίζει στη χώρα μας, θεωρώ, τα τρία μικρότερα σε έκταση έργα του, ωστόσο, αγαπήθηκαν αρκετά και πιστεύω πως θα λειτουργήσουν ως ένα επαρκές προσάναμμα για την υποδοχή του Μπαντίνι, αυτού του γοητευτικού αλητάκου.

Μετρώ κιόλας αντίστροφα. 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 

Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Δώμα 

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

Στάλαγκ VI C - Όμηρος Πέλλας

Δεν θυμάμαι ποιος, δεν θυμάμαι πού, δεν θυμάμαι πώς έφτασα στο βιβλίο αυτό, στον συγγραφέα αυτόν, τίποτα δεν γνώριζα μέχρι που κάποιος μου μίλησε για τον Όμηρο Πέλα, μέχρι που κάπου διάβασα για το Στάλαγκ VI C, το έψαξα και το βρήκα μεταχειρισμένο, ταλαιπωρημένο και διαβασμένο, μοιάζει να είναι εξαντλημένο πια. Αυτή η μη ανάμνηση ήταν που το τράβηξε από τη στοίβα, διέξοδος αποκατάστασης του σεβασμού η άμεση ανάγνωσή του.

«Δώδεκα μέρες μετά την απελευθέρωση, πέθανε ο φίλος που μαζί του πέρασα όλον εκείνον το δύσκολο καιρό μέχρι τελευταία που έφυγε από το νοσοκομείο. Εγώ έμεινα και εκεί με βρήκε η απελευθέρωση.

»Όταν, λίγο αργότερα, πριν φύγουμε για το γυρισμό, βρήκα την ομάδα του, ένας, εκτελώντας την τελευταία του παραγγελία, μου παράδωσε ένα πακέτο. Χρόνια τώρα το κρατούσα κλειστό. Φοβόμουν να τ' ανοίξω όπως φοβόμαστε ν' ανοίξουμε μια πληγή».

Ο ανώνυμος συγκρατούμενος –φίλος του θανόντα, που τόσο άτυχα απεβίωσε, δώδεκα μέρες μετά την απελευθέρωση, δεν άντεξε, όταν η επιστροφή έφεγγε λιγότερο αχνά πια– χρόνια κρατούσε το πακέτο κλειστό, ανάμεσα στα υπάρχοντα του νεκρού, μια μεταλλική ταυτότητα και ένα κομμάτι κουβέρτα, ένα πιστοποιητικό θανάτου και αρκετά χαρτάκια γεμάτα χειροποίητα γράμματα, η ζωή τους εκεί, η μη ζωή τους, μάλλον, ο εγκλεισμός σε στρατόπεδο συγκέντρωσης λόγω ιδεολογικού αδικήματος εκείνοι, λόγω φυλής, λόγω διαφορετικότητας άλλοι, η φρίκη.

Ο Οδυσσέας Γιαννόπουλος, το επίσημο πίσω από το ψευδώνυμο, ο συγκρατούμενος στον οποίο παραδόθηκε το δέμα, ο Όμηρος Πέλας εκείνος που δεν πρόκαμε να ζήσει τη λευτεριά. Δεν είναι απλά ένα αφηγηματικό παιχνίδι αυτό, ο μεσάζων που στα χέρια του φτάνει ένα χειρόγραφο, τέχνασμα πολλάκις χρησιμοποιημένο, για πλείστους λόγους, εντυπωσιασμού ή λειτουργικότητας, εδώ, που το κείμενο ξερνάει φρίκη βιώματος, που το πρώτο ενικό και το πρώτο πληθυντικό έρχονται να γίνουν ένα, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα απλό αφηγηματικό τερτίπι, αλλά με την απαλοιφή του όποιου ίχνους ηρωισμού θα μπορούσαν να φέρουν ψευδώς και αποπροσανατολιστικά αυτές οι σελίδες. Δεν είναι μια ιστορία ηρωική αυτή, μόνο από σύμπτωση και συγκυρία ο Γιαννόπουλος δεν πέθανε εκεί, αυτό το χρονικό είναι μια μη μυθοπλαστική λογοτεχνία, αυτή η πρώτη διευκρινιστική σελίδα, ένα ελάχιστο και διάφανο περίβλημα έρχεται να τυλίξει τη φρίκη, αλλά και τη μνήμη όσων δεν επέστρεψαν ποτέ.

Το Στάλαγκ VI C ανήκει στο σώμα της στρατοπεδικής λογοτεχνίας, εξέχον μέλος της λογοτεχνίας της μη λήθης, εκεί όπου το βίωμα και το ντοκουμέντο ηγούνται της τεχνικής, αλλά τελικά, εξαιτίας εκείνης ξεχωρίζουν, επιζούν και εντάσσονται και στο σώμα της λογοτεχνίας και όχι μόνο της ιστορίας, διπλοί πράκτορες. Σε μια εποχή που η αφήγηση του εαυτού γνωρίζει άνθηση, βιβλία όπως αυτό μοιάζουν με προπομπούς γραμμένους με αίμα κάπου ανάμεσα στα πρώτα πρόσωπα, στο εγώ και στο εμείς, σε ένα εγώ που ένιωθε μέρος ενός εμείς, που το χρειαζόταν για να επιζήσει και να ελπίσει, σε ένα εμείς που γύρευε να έρθει και να αθροιστεί σε ένα ακόμα μεγαλύτερο, που μαρτύρησε ή δεν μαρτύρησε, δεν έχει σημασία, δεν θα έπρεπε να έχει σημασία, ένα εμείς που θα φέρει ζωή και όχι θάνατο.

Η απλότητα, η ευθύτητα, η αγωνία και η λαχτάρα, ανάμεσα σε άλλα αντίστοιχα ουσιαστικά, χαρακτηρίζει τη γραφή, αμφιταλαντεύτηκα να μιλήσω ή όχι για τη γραφή, για τη λογοτεχνία πέρα από το ντοκουμέντο, αποφάσισα πως καλό θα ήταν να γίνει αναφορά, όχι για ποιότητες φιλολογικές, όχι για φιοριτούρες, αλλά για το πώς περιγράφεται η φρίκη, πώς συντίθεται το βίωμα, πώς η γραφίδα ακριβής και αληθινή αθροίζει στην ελπίδα την πιο σκοτεινή στιγμή, λίγο πριν χαράξει, πριν η ιστορία πει πως ο ναζισμός νικήθηκε, πώς η συνθήκη εγκλεισμού και βασανισμού και αφανισμού διαθέτει ομοιότητες με έναν κόσμο επιβολής και εξουσίας, έξω από τα στρατόπεδα εκείνα, η μη λήθη δεν έγκειται μόνο στο γεγονός ως γεγονός, αλλά και στο πώς ξημέρωσε η επόμενη μέρα, πώς κύλησαν οι μέρες ως τα σήμερα, η ανάμνηση ως ενεργητική συνθήκη επιφυλακής για το ποτέ ξανά, τώρα που η νύχτα πέφτει και το σκοτάδι γίνεται ολοένα και πιο βαθύ, εκεί που σκέφτεσαι πόσο ακόμα, πολύ, έρχεται να σου πει.

«Τούτη τη στιγμή που έπιασα να γράψω, σκέφτηκα πάλι τούτο το γραφτό. Έχω βέβαια πάντα τη συναίσθηση ενός χρέους που εκτελώ όταν γράφω. Αναρωτιέμαι όμως: θα μπορέσει κανείς απ' όσους το διαβάσουν –αν το διαβάσουν ποτέ– να καταλάβει την κατάστασή μας; Μου φαίνεται κάπως δύσκολο. Θα διαβάζει, π.χ., κάτι σχετικό με βομβαρδισμό, θα ξεχνάει την πείνα· θα διαβάζει για ξύλο, θα ξεχνάει την κούραση· θα διαβάζει πως κρυώνουμε, θα ξεχνάει τις ψείρες και τη διάρροια· θα διαβάζει για τη δουλειά, θα ξεχνάει τη βροχή, το βομβαρδισμό, τις πληγές στα πόδια. Ύστερα πώς να πεις για την πείνα και την κούραση; Είναι ένα συνεχές, ασταμάτητο πράγμα, χωρίς διακοπές η δυνατότητα φυγής ή λήθης. Βάνει τη σφραγίδα του σ' όλα: Ξυπνάμε πεινάμε, παίρνουμε συσσίτιο και το τρώμε πεινάμε, πάμε στο μέρος πεινάμε, ξαπλώνουμε πεινάμε, γελάμε πεινάμε, μας ξυπνούν για το καταφύγιο πεινάμε, κλαίμε πεινάμε, τρώμε ξύλο πεινάμε, στο αναρρωτήριο πεινάμε, πεινάμε, πεινάμε. Λέω τούτη τη λέξη πολλές φορές και μου φαίνεται άχρωμη, αδειανή. Μπορεί μια λέξη να χωρέσει κείνο το άδειο που νιώθουμε ανάμεσα στα πλευρά και στη λεκάνη σαν να μην είναι δεμένα με τ' άλλο κορμί, κείνη την ασύλληπτη λάμψη που 'χουν τα μάτια;» 

Ξέρω δεν θα πει θυμάμαι.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Εκδόσεις Νεφέλη

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

Επικράτηση - Nina Allan

Φαινομενικά και μόνο η λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας αποτυπώνει ένα δυσοίωνο μέλλον, αντανακλά ένα παρόν που δεν μοιράζει ελπίδες και υποσχέσεις, την προέκταση ενός παρελθόντος μάλλον ανησυχητικού, απαιτεί έναν ιδιότυπο ρεαλισμό, μια απόπειρα αποκρυπτογράφησης, την ανάγκη ύπαρξης ενός σχεδίου, τι και αν καταστροφικού, αίτιο και αιτιατό, ματαιότητα και παραδοξότητα, ένστικτα, συναισθήματα, φόβους και ελπίδες, καμπανάκια και επισημάνσεις, προπαντός όχι προφητικού, πολιτικού σαφέστατα ναι, κοινωνικού, ανθρωπολογικού, οικονομικού, σίγουρα, όλα αυτά κάπως μαζί, να συμβαίνουν ταυτόχρονα. Δεν είμαι φαν του είδους, αν με ρωτήσει κανείς, αυτό θα του πω, πως δεν είμαι φαν του είδους, ύστερα, εκείνος ή εγώ, μια ματιά στη στοίβα με τα διαβασμένα, να ένα, να ακόμα ένα κ.τ.λ., περισσότερα όσο περνάει ο καιρός, ίσως γιατί μεγαλώνοντας η έννοια του ρεαλισμού μετατοπίζεται, μετασχηματίζεται μέσα μου, ίσως γιατί οι συμβάσεις της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας είναι σχεδόν παιδικές σε σχέση με τις εξελίξεις εκεί έξω, ίσως απλά να μεγαλώνω και να θέλω και εγώ να αρχίσω να λέω πως πια οι εποχές είναι σκατά και το μέλλον σκατότερο, πάνε τα καλά τα χρόνια, όπως και να έχει διαβάζω περισσότερη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας.

Μόνο η ελευθερία είχε σημασία, αυτή και η γνώση της αλήθειας. Ο Φρανκ δεν την έβρισκε μ' αυτή καθ' αυτήν την παραβίαση των κανόνων, όπως συνέβαινε με κάποιους φίλους του. Ο Φρανκ αντιμετώπιζε τους κανόνες και τους νόμους σαν νήματα απόψεων, άλλα σωστά και άλλα λανθασμένα. Ακολουθούσε δίχως κανένα πρόβλημα όσα είχαν λογική, όσα όμως δεν είχαν (με τα λόγια του Καρλ Μαρξ) τα έβλεπε ως μέρος ενός συστήματος καταπίεσης στο οποίο έπρεπε να αντιταχθεί. [...] Σαν τις Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ (BWV 988), όσο περισσότερο διαρκούσε το παιχνίδι τόσο πιο σύνθετο γινόταν, τόσο πιο έντονο.

Η Επικράτηση είναι το πρώτο βιβλίο της Νίνα Άλαν (Λονδίνο 1966) που μεταφράζεται στα ελληνικά, οι εκδόσεις Πόλις έχουν παράδοση στη σύσταση καλής λογοτεχνίας, και αυτή εδώ είναι καλή λογοτεχνία πέρα από οτιδήποτε άλλο, ας ξεκινήσουμε θέτοντας αυτό στο κέντρο της σκηνής.

Ο Φρανκ, ικανός προγραμματιστής, θα φύγει για το Παρίσι να συναντήσει τα μέλη μιας ομάδας με την οποία έχει αναπτύξει ψηφιακή διασύνδεση, μια οργάνωση πολιτική, στα όρια της συνωμοσιολογίας, τα ίχνη του θα χαθούν, η κοπέλα του θα τον αναζητήσει, μια πρώην αστυνομικός θα αναλάβει ιδιωτικά την υπόθεση, ενώ υπάρχει και ένα παλιό βιβλίο, κυκλοφόρησε τη δεκαετία του 50', που περιγράφει έναν εν εξελίξει πόλεμο από εξωγήινους, και το πάθος για τον Μπαχ, διάχυτο στις σελίδες του μυθιστορήματος.

Αναλογίζομαι το βιβλίο που διάβασα, την πλοκή, τις πλοκές για την ακρίβεια, την επικράτεια στην οποία κινήθηκε η Άλαν, πιάνω στα χέρια μου το βιβλίο, μόλις τριακόσιες πενήντα σελίδες, μόλις για ένα τέτοιο πλουραλιστικό μυθιστόρημα, ένα εγχείρημα φιλόδοξο ως προς τη σύλληψη και ως προς την εκτέλεση, το ταλέντο της συγγραφέα περισσότερο έγκειται στο μοντάζ, στο απαραίτητο υλικό το οποίο θα χρησιμοποιήσει στην τελική σύνθεση, πώς θα κοπούν τα περιττά, όχι τόσο από στιλιστική επιλογή, αλλά από λειτουργική, εδώ εντοπίζεται άλλωστε η δυσκολία, ο κόσμος, οι ήρωες και οι περιπέτειές τους να λειτουργήσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ο αναγνώστης να μη χαθεί σε λεπτομέρειες και σύμπαντα, χωρίς ταυτόχρονα το προσφερόμενο να μοιάζει ή να είναι απλοϊκό ως προς τη σύλληψη και την εκτέλεση, αυτή είναι η ισορροπία που πετυχαίνει η Άλαν, κατά τη γνώμη μου, το τελικό μοντάζ στην ιστορία της, μικρή έκταση και όμως βγάζει νόημα και καθηλώνει, καταφέρνει να συμπυκνώσει και να μην αποδειχθεί κρυπτική, να μην αναζητήσει ευκολίες γύρω από τη συσκότιση και το μπέρδεμα.

Ανάμεσα στη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας και της αστυνομικής συναδέλφου της, αναδύεται ένα μυθιστόρημα ιδεών, έντονα πολιτικό, που αντανακλά με ενδιαφέρον τη συγχρονία εντός της οποίας κινείται, αυτός ο ιδιότυπος ρεαλισμός, υπεύθυνος για το γεγονός πως τον αναγνώστη λίγα πράγματα τον ξενίζουν και του φαίνονται ανοίκεια, η Άλαν επισημαίνει, όχι πρωτότυπα, την υπό διαμόρφωση πολιτική συνείδηση, τον ακτιβισμό, την αντίσταση, την κατανόηση του κόσμου εν γένει, θα συμπλήρωνα, χωρίς να πολιτικολογεί και να υποδεικνύει φτηνά, χωρίς να επιθυμεί να προειδοποιήσει, δεν είναι, θέλω να πω, μια στρατευμένα αγκυλωμένη λογοτεχνία αλλά ούτε και μια αναχωρητική και απόμακρη της συγχρονίας. Στον πυρήνα του, ωστόσο, εκείνο που περισσότερο διέκρινα, ίσως γιατί και εμένα με απασχολεί, ίσως γιατί είναι τρομερά και ολοένα και πιο επίκαιρο, είναι η εμπιστοσύνη και όλα τα παραφερνάλια της, το πώς εμπιστευόμαστε κάποιον, κυρίως αυτό, πώς χαρακτηρίζουμε την απόφαση του Φρανκ να φύγει για το Παρίσι, για παράδειγμα. Η Επικράτηση είναι πολλά, χωρίς να κουράζει, χωρίς να φλυαρεί, χωρίς να προσπαθεί, είναι ένα χορταστικό μυθιστόρημα, το οποίο διαβάζεται τροχάδην και λαίμαργα, φέρνοντας στο νου έναν από τους καλύτερους του είδους, τον Ντέιβιντ Μίτσελ.

Ένα ωραίο βιβλίο.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026

Ένας χωρισμός - Katie Kitamura

Κλείνοντας το κείμενο για το Οντισιόν, το πρώτο βιβλίο της Κιταμούρα που διάβασα πριν από λίγους μήνες, στάθηκα στον ανησυχασμό που ίσως νιώσει ο αναγνώστης, τόσο κατά τη διάρκεια, όσο και μετά το τέλος της ανάγνωσης, τουλάχιστον αυτό συνέβη σε μένα, αυτό ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του βιβλίου αυτού, που περισσότερο από άλλα ένιωσα να ακροβατεί ποιοτικά, άραγε μια περίτεχνη φιγούρα ή μια απάτη, το αναρωτήθηκα, το υποδόρια ανησυχαστικό, το λοξό, το παράξενο, το ανοίκειο σ' ένα περιβάλλον καθ' όλα γνώριμο υπερνίκησε την όποια ένσταση, μου έμεινε αυτό το βιβλίο ως αίσθηση, αυτό το φαινομενικά απλό στην κατασκευή μυθιστόρημα είχε κάτι το δυσδιάκριτα γοητευτικό.

Το Ένας χωρισμός είχε κυκλοφορήσει παλαιότερα από τις εκδόσεις Κέδρος, δεν το είχα διαβάσει. Κυκλοφόρησε ξανά από τις εκδόσεις Διόπτρα, έσπευσα, η ανάμνηση του Οντισιόν με πρόσταξε.

Όταν ο Κρίστοφερ και η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια αποφάσισαν να περάσουν σε στάτους διάστασης μετά από ένα γάμο λίγων χρόνων, εκείνος της ζήτησε να μην το αποκαλύψουν στον περίγυρό τους. Έτσι, όταν η μητέρα του, μη βρίσκοντάς τον, την καλεί στο τηλέφωνο, με έκπληξη την ακούει να της λέει πως έχει πάνω από ένα μήνα να μιλήσει μαζί του και καμία ιδέα δεν είχε για το ταξίδι του Κρίστοφερ στην Ελλάδα, στο πλαίσιο, πιθανότατα, της έρευνας για το βιβλίο που εδώ και χρόνια έγραφε με θέμα τα ταφικά έθιμα ή, χωρίς το ένα να αποκλείει το άλλο, κάποιας γκομενοδουλειάς. Η πεθερά της θα επιμείνει και εκείνη θα δεχτεί να ταξιδέψει στην Ελλάδα, θα βρεθεί στον Γερολιμένα της Μάνης, άδειο από τουρίστες στο τέλος της σεζόν και ενώ οι εκτεταμένες φωτιές έχουν αφήσει πίσω τους μαύρη γη.

Αυτή, εν ολίγοις, είναι η υπόθεση του βιβλίου αυτού. Και ίσως η αναφορά στην υπόθεση να επιτρέπει να διακρίνει κανείς το λοξό, έστω και ελάχιστα, συστατικό της πλοκής εκεί που μια πρακτικά πρώην σύντροφος θα βρεθεί να αναζητεί τον τυπικά σύζυγό της καθ' υπόδειξη της μητέρας του. Δεν στέκομαι σε αυτό το στοιχείο καθόλου με όρους πρωτοτυπίας, αλλά με λοξότητας, ένα μικρό χαλικάκι που αργά ή γρήγορα θα αρχίσει να βρίσκει και να χτυπά καθώς ο μηχανισμός θα κινείται.

Στο Οντισιόν έκανα αναφορά σ' ένα βιβλίο που θεωρώ γενικότερα καθοριστικό, το Πρόσωπα σε απόγνωση της Πάουλα Φοξ, εδώ χωρίς διόλου να τον βλέπω να έρχεται από το βάθος εμφανίστηκε ο Χαβιέρ Μαρίας. Θα φτάσω όμως και σε αυτό.

Για πολλές σελίδες δεν πίστευα πως η κεντρική ιδέα θα διέθετε αρκετή καύσιμη ύλη ώστε να διανύσει διακόσιες και πλέον σελίδες μυθιστορίας, χωρίς να περιέλθει σε τέλμα, ωστόσο κάθε σελίδα που γυρνούσα αχόρταγα μου αποδείκνυε το αντίθετο. Από το Λονδίνο στον Γερολιμένα, η Κιταμούρα προωθεί αργά και σταθερά την ιστορία σε ένα περίκλειστο και ασφυκτικό περιβάλλον, μια τέλεια παγίδα στην οποία τα πρόσωπα, όχι μόνο τα κύρια, βρίσκονται, συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνονται, το ίδιο συμβαίνει και με το αναγνωστικό υποκείμενο, που σιγά σιγά υπνωτίζεται και ακολουθεί αυτό που έμοιαζε να είναι κάτι ανάλαφρο, μια ιστορία με αστυνομική εσάνς, μια συζήτηση περί σχέσεων ίσως, λίγο φολκλόρ ακόμα ακόμα, αλλά επ' ουδενί αυτό το εγκεφαλικό κατασκεύασμα στο οποίο βρέθηκε εγκλωβισμένο, όχι εξαιτίας κάποιας ανατροπής, όλα εδώ δίνονται σχετικά εύκολα, η συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να κρατήσει μέσω της αγωνίας τον αναγνώστη της, αλλά να τον εγκλωβίσει μέσα σε αυτή την κατασκευή.

Η εγκεφαλικότητα, η αναλυτική σκέψη, η αποστασιοποίηση, η παρατήρηση συναισθημάτων, γεγονότων και καταστάσεων από πλήθος διαφορετικών γωνιών, η σπειροειδής γραφή, δυσδιάκριτη στην αρχή, ο πρώτος περίγυρος άλλωστε διαθέτει μεγάλη περίμετρο, λίγο να αφαιρεθεί κανείς και δεν θα καταλάβει πως ο πρώτο κύκλος κλείνει και ένας επόμενος ξεκινά και να που βρίσκεται όλο και πιο μέσα, όλο και μικρότερος ο γύρω χώρος. Και κάπου εκεί, τη στιγμή που η αναχώρηση από τον Γερολιμένα πλησίαζε, οι εναρκτήριες φράσεις των έργων του Χαβιέρ Μαρίας άρχισαν να με παρενοχλούν, όπως για παράδειγμα: Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα ή (ακόμα πιο έντονα) Κανείς δεν σκέφτεται ποτέ πως μπορεί να βρεθεί με μια πεθαμένη στην αγκαλιά του και πως δεν θα ξαναδεί πια το πρόσωπο του οποίου το όνομα θυμάται.

Αν θα έπρεπε να συγκρίνει κανείς τα δύο βιβλία, τότε με ευκολία θα έλεγα πως το Ένας χωρισμός υπερέχει λογοτεχνικά, ωστόσο, και αυτό έχει τρομερό ενδιαφέρον, η λοξότητα του Οντισιόν έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στην αναγνωστική μου μνήμη, χωρίς να είμαι σίγουρος για το πώς ή το γιατί, χωρίς να μου είναι ξεκάθαρο πού πατάει η γραφή της Κιταμούρα μέσα μου και μου προκαλεί αυτή την ανησυχία, αυτό το ανοίκειο παρότι φαινομενικά γνώριμο, παρά τα απλά πρώτα υλικά, είναι ο τρόπος της εν γένει, χωρίς να φωνάζει πως εδώ έχουμε σπουδαία λογοτεχνία, η αυτοπεποίθηση που ωστόσο δεν συνοδεύεται από διάθεση για επίδειξη, κάτι το οποίο σαφέστατα περνάει οργανικά και στην ίδια τη γραφή, στιβαρή και βέβαιη, πετυχαίνοντας να δημιουργήσει ένα ανησυχαστικό υπόστρωμα στην ιστορία, βάσει σχεδίου και όχι τυχαία, και εκεί θεωρώ πως βρίσκεται το κλειδί, η ιστορία δεν είναι η πρόφαση, δεν είναι η αφορμή αλλά είναι το επίκεντρο του μυθιστορήματος, η πλοκή με όλα της τα νήματα, τα πρόσωπα και τα γεγονότα, μια ιστορία που μοιάζει και ίσως είναι χιλιοειπωμένη, δύο εραστές που αποφάσισαν να ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους και οι δρόμοι τους ήρθαν να συναντηθούν ξανά, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, και αυτό έχει τεράστια σημασία χωρίς να αποτελεί την ίδια στιγμή μια αναμασημένη τροφή. 

Στο Ένας χωρισμός σημασία δεν έχει μόνο το πώς αλλά και το τι, παρότι συχνά πυκνά στέκομαι στο πρώτο μέρος ως το πλέον σημαντικό, ενίοτε υπάρχουν και εξαιρέσεις.

Ξεκινάω να κλείσω το κείμενο αυτό και όλο νιώθω πως θέλω να προσθέσω κάτι ακόμα, μια αποποίηση ευθύνης, ίσως γιατί είναι και εδώ έντονο αυτό το δίπτυχο, περίτεχνη φιγούρα ή απάτη, ίσως γιατί στη λογοτεχνία της Κιταμούρα κάπως νιώθω άβολα και εκτός των βεβαιοτήτων μου, και όχι μόνο αυτό, αλλά έχοντας πληγεί με ανεξίτηλο υλικό, χωρίς να μπορώ να αντιληφθώ σίγουρα και ξεκάθαρα πώς ακριβώς συνέβη αυτό, φοβάμαι πως μπορεί να είμαι θύμα μιας απάτης, εξού και η διάθεση για μια αποποίηση ευθύνης, την οποία και περιλαμβάνω για μελλοντική χρήση, όταν κάποτε, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, αν και μάλλον τυχαία, θα επιστρέψω στο κείμενο αυτό, τότε ίσως η περαιτέρω απόσταση να μου επιτρέψει μια πιο καθαρή ματιά και αυτή είναι μια σημείωση για εκείνη την επιστροφή.

υγ. Για το Οντισιόν περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για τα Πρόσωπα σε απόγνωση εδώ, για το Καρδιά τόσο άσπρη εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Γιώργος Μαραγκός
Εκδόσεις Διόπτρα

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

Οντισιόν - Katie Kitamura

Υπάρχουν κάποια βιβλία που, μέσα στα χρόνια, αποδεικνύονται καθοριστικά για το λογοτεχνικό ποτάμι. Και ίσως διαισθητικά ο αναγνώστης να το νιώθει, όμως μόνο τα επόμενα βιβλία στο μονοπάτι επιβεβαιώνουν εκείνη την, αρχικά αυθαίρετη, υποψία ή επιτρέπουν στη λήθη να κυριαρχήσει. Έτσι, προχωρά και εμπλουτίζεται η ιστορία της λογοτεχνίας. Ένα τέτοιο βιβλίο θεωρώ πως είναι το ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα της Πάουλα Φοξ, Πρόσωπα σε απόγνωση, που κυκλοφόρησε το 1970. Ο ήπιος και υπομονετικός τρόπος τής συγγραφέα να παρατηρήσει μια ελάχιστη ρωγμή στη ζωή ενός προνομιούχου ζευγαριού, χωρίς εξάρσεις και φωνές, όπως η ίδια η ζωή επίσης συχνά αποφεύγει. Διαβάζοντας το βιβλίο της Κέιτι Κιταμούρα, σκεφτόμουν το βιβλίο της Φοξ, ένα υποκειμενικό, τι άλλο, νήμα αναδύθηκε.

Με το Οντισιόν η Κιταμούρα έφτασε μέχρι τη Βραχεία Λίστα του Βραβείου Μπούκερ 2025. Η συγγραφέας επιλέγει μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, δίνει τον λόγο σε μια ηθοποιό, που ζει με τον σύντροφό της, συγγραφέας εκείνος, σε ένα άνετο σπίτι στη Νέα Υόρκη. Ένας πετυχημένος ρόλος, παρότι μικρός, αποδείχθηκε καθοριστικός για την καριέρα της. Βρίσκεται σε πρόβες για μια επόμενη παράσταση, δεν είναι σίγουρη πως έχει καταφέρει να ξεκλειδώσει το κείμενο, τη συγγραφική σκέψη, τη σκηνοθετική επιθυμία, η πρεμιέρα πλησιάζει ανησυχητικά και εκείνη είναι χαμένη σε ένα άγχος πότε δημιουργικό και πότε καθηλωτικό. Ένας νεαρός άντρας, μέλος της παραγωγής, θα της ζητήσει να πιουν έναν καφέ. Εκεί θα της ανακοινώσει πως πιστεύει πως είναι γιος της. Μπορεί να είναι σίγουρη πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει, μπορεί να σκεφτεί πώς δημιουργήθηκε αυτή η παρεξήγηση, πως είχε έναν γιο και τον έδωσε για υιοθεσία, πώς μια δημοσιογράφος παραποίησε τα λόγια της σε μια συνέντευξη.

Η βεβαιότητα είναι η μια πλευρά της όχθης, η απέναντι είναι εκείνη του τι θα συνέβαινε εάν. Η Κιταμούρα επιλέγει έναν παράδοξο τρόπο για να εξετάσει αυτή την εναλλακτική επικράτεια, χωρίζει το μυθιστόρημα σε δύο μέρη, διατηρεί κάποιες σταθερές, μεταβάλλει κάποιες άλλες. Μέρος της πλοκής η ιστορία μιας παράστασης, οι πρώτες επαφές, η ανάγνωση, η συμφωνία, οι πρόβες, η ένταση, η πρεμιέρα, η επιτυχία ή μη, το κατέβασμα της παράστασης, βιαστικό ή μεταχρονολογημένο εξαιτίας ενός θριάμβου. Το επάγγελμα της ηθοποιού, ειδικά κατά την περίοδο εκείνη που κάποια βράδια ενδύεται τη ζωή κάποιου άλλου προσώπου, για να γυρίσει ύστερα στο σπίτι της, στη δική της ζωή, με τα απρόοπτα και τις απαιτήσεις της, μοιάζει ιδανικό για την ανατομική μελέτη του διαχωρισμού αυτού.

Επιλέγοντας την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η Κιταμούρα επισημαίνει και στρέφει το βλέμμα της σε ένα ακόμα χαρακτηριστικό της ηθοποιού, εκείνου που την καθιστά αντικείμενο παρατήρησης από δεκάδες μάτια σε κάθε παράσταση. Δεν είναι ακριβώς συγγραφικό τέχνασμα, αλλά ως τέτοιο λειτουργεί ενισχυτικά σε αυτή την εσωστρεφή αφήγηση, έτσι όπως οι σκέψεις και τα συναισθήματα της αφηγήτριας συσσωρεύονται. Μπορεί το διακύβευμα, το καταλυτικό γεγονός να μην είναι από μόνο του σημαντικό, καθότι αυθαίρετο και απίθανο, εντούτοις χαρίζει μια χαραμάδα για να εισέλθει εκείνη σε μια επικράτεια εναλλακτικής πραγματικότητας, και μάλιστα σε μια στιγμή που εκείνη η μη απόφαση έχει πάψει να την απασχολεί, έχοντας απομείνει μια ακόμα παρελθοντική αποσκευή.

Η Κιταμούρα επιτρέπει στο αφηγηματικό υποκείμενο την ανεξαρτησία, την ελευθερία κινήσεων, σκέψεων και συναισθημάτων, ένα υποκείμενο υπό παρατήρηση, αποφεύγει με αυτό τον τρόπο να αναγκαστεί να πάρει φανερή θέση απέναντί της, ακόμα και αν η θέση εκείνη θα ήταν μια αδιάφορη απόσταση, χωρίς κατανόηση και κριτική διάθεση. Το Οντισιόν διατηρεί καθ' όλη τη διάρκειά του μια εσωτερικότητα, μια σταθερή οπτική στα πράγματα, δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα είδος πειράματος, μια πλατφόρμα αναλογιών, μια κεκαλυμμένη πραγματεία απέναντι στις ανθρώπινες σχέσεις. Διατηρεί τον προβολέα στραμμένο στην αφηγήτρια, τα υπόλοιπα πρόσωπα της πλοκής φανερώνονται και δρουν μέσα από εκείνη, με το βλέμμα και τον τρόπο της. Αυτή η κλειστή, μα λειτουργική, κατασκευή λειτουργεί με έναν τρόπο υποβλητικό, ο αναγνώστης παρακολουθεί την προώθηση της πλοκής μέσα από εκείνη.

Στυλιζαρισμένο όσο χρειάζεται, δουλεμένο στη λεπτομέρεια, λειτουργικά ήπιο και χαμηλότονο, το Οντισιόν είναι ένα μυθιστόρημα που δύναται να λειτουργήσει ανησυχαστικά σε δύο χρόνους, κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας της ανάγνωσης, και αυτό είναι που κλείνοντας σημειώνω ως το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Για το βιβλίο της Φοξ, Πρόσωπα σε απόγνωση, περισσότερα θα βρείτε εδώ. 
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 
 
Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Διόπτρα

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

Διαγραφές - Justin Torres

Πριν δώδεκα χρόνια διάβασα το Εμείς τα θηρία, το πρωτόλειο, χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια/στιγμιότυπα, μυθιστόρημα του Τζάστιν Τόρρες, με στοιχεία αυτοβιογραφικά, μια ιστορία ενηλικίωσης μέσα σε ένα περιβάλλον βίαιο και ασταθές, εκεί που κάθε στιγμή μια έκρηξη μπορούσε να συμβεί, χωρίς προειδοποίηση ενώ στα πέριξ τριγυρνούσε διαρκώς η επωδός της μη πρόθεσης και της επιθυμίας για ό,τι καλύτερο.

Με τη συμπλήρωση δώδεκα χρόνων από την κυκλοφορία του πρωτολείου, το οποίο βραβεύτηκε, διαβάστηκε, μεταφράστηκε, μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη, ήταν δηλαδή κάτι παραπάνω από ένα επιτυχημένο ντεμπούτο, κυκλοφόρησε το επόμενο μυθιστόρημά του, δώδεκα χρόνια εκδοτική σιωπής, δεν ξέρω αν υπάρχουν διηγήματά του σε περιοδικά ή εφημερίδες, ακόμα και να υπάρχουν δεν διαρρηγνύουν την πέπλο απουσίας από τα πράγματα.

Αρχές καλοκαιριού, τα ύψη εκδόσεων δυσθεώρητα, μια ακόμα έκδοση ανάμεσα σε τόσες άλλες, η κυκλοφορία τού Διαγραφές με χαροποίησε, μια θετική ανάμνηση έχω από εκείνη την ανάγνωση, όπως και το όνομα του Θωμά Σκάσση στη μετάφραση, είναι με τα χρόνια μια κάποια εγγύηση, όχι μόνο για το αποτέλεσμα αλλά και για την ίδια την επιλογή. Ένα από τα βιβλία του καλοκαιριού.

Μια παράκαμψη προπομπός. Είμαι από τους αναγνώστες εκείνους που δεν λαχταρούν για την αλήθεια και την ακρίβεια αλλά για τον μύθο, δηλώνω πρόθυμος να παραιτηθώ από κάθε δικαίωμα επεξήγησης και σημείωσης, ένα καλό παράδειγμα είναι στα ονόματα που αραδιάζει ο Μπολάνιο στα έργα του, ονόματα ποιητών κυρίως, που ποτέ δεν τσεκάρω να δω αν όντως υπάρχουν και μόνο από σπόντα, αν τα πετύχω πουθενά αλλού, τότε κάνω τις συνδέσεις, όμως, σκέφτομαι, αν ήθελα να διαβάσω ιστορία της λογοτεχνίας δεν θα διάβαζα λογοτεχνία.

Προλέγω αυτό γιατί στις Διαγραφές η ανάγνωση, η εμπειρία, όπως μου αρέσει να την αποκαλώ, είχε σε μεγάλο βαθμό να κάνει με την απόφαση αυτή, να μην αναζητώ διαρκώς πού η αλήθεια και πού ο μύθος, να αντιμετωπίζω την κατασκευή ως κάτι το ενιαίο και αδιαίρετο, ως το τελικό αποτέλεσμα της έμπνευσης και του μόχθου του συγγραφέα. Λίγα λόγια για την υπόθεση όμως, λείπουν σίγουρα, διορθώνω:

Κάποια αποσπάσματα: «Σε μια άλλη ζωή, ο Χουάν κι εγώ είχαμε βρεθεί μαζί συνολικά δεκαοχτώ μέρες μόνο, μια δεκαετία νωρίτερα, τότε που ήμουν μόλις δεκαεπτά χρονών». «Το μέγα έργο που επρόκειτο να ολοκληρώσω μετά τον θάνατο του Χουάν είχε να κάνει με ένα ντοσιέ γεμάτο χαρτάκια, αποκόμματα εφημερίδων, φωτογραφίες και χειρόγραφες σημειώσεις, μαζί με δύο ογκώδη βιβλία, οι σελίδες των οποίων ήταν σχεδόν εντελώς γεμάτες διαγραφές. Τα βιβλία αφορούσαν μια δίτομη έρευνα με τίτλο: Σεξουαλικές Παραλλαγές: Μια μελέτη των ομοφυλοφιλικών προτύπων».

Ο Χουάν, στον τελευταίο διάδρομο, δέχεται επισκέψεις από έναν νεαρό. Είχαν γνωριστεί πριν από χρόνια, και τότε έμοιαζε εκείνος γέρος, ο νεαρός ακόμα πιο νεαρός. Οι συζητήσεις τους συνέχουν, παρότι συχνά ασύνδετες και ονειρικής χροιάς, την κατασκευή, τα σχόλια του νεαρού σαν συγκολλητική ουσία, οι αναλήψεις και οι προλήψεις εξίσου εξισορροπιστικές, οι σημειώσεις, η βιβλιογραφία, τα δάνεια από τα αρχεία, τα σενάρια φανταστικών ταινιών, επίσης. Δεν είναι μάλλον απλό να χωρέσει η φιλοδοξία του Τόρρες σε μια σύντομη περίληψη σχετικά με τις Διαγραφές, θα μπορούσε να ειπωθεί κάτι του στυλ: η Ιστορία άλλο δεν είναι από τη σύνθεση ιστοριών ή η ατομική ιστορία αναπόφευκτα φέρει σκόνη των διαδρομών που λίγο λίγο διανοίγονταν ή μια παρομοίωση με τη σκυταλοδρομία, καθένας πορεύεται όπως μπορεί/επιθυμεί, στο τέλος της διαδρομής παραδίδει (ιδανικά) τη σκυτάλη στον επόμενο και ίσως αυτή η ενδεχόμενη παράδοση να είναι ένας μειωτής ματαιότητας.

Η σεξουαλικότητα, ο προσανατολισμός, τα ήθη, τα καταγώγια που φωτίστηκαν, οι αρχές, η συντήρηση, ο έλεγχος, η εκμετάλλευση, η επιστήμη, το νερό που κυλάει και παρασέρνει μεγάλο αριθμό από ακαθαρσίες, ευτυχώς, η δυσωδία που καταπολεμάτε εσείς, ξέρετε ποιοι, οι συλλογικότητες που συναθροίζονται γύρω από τη φωτιά του κόσμου, και το γρανάζι γυρνάει και προχωρά και πάει, παρά τις ανασχέσεις, παρά τις αντεπιθέσεις της συντήρησης και των κύκλων της. Επίσης, μια σύντομη περίληψη, θα μπορούσε να είναι η σημασία της καταγραφής της ιστορίας, η χαρτογράφηση του μονοπατιού ως τα εδώ, το ανάπτυγμα ηρώων και εχθρών, τα διαγραμμένα από τη λογοκρισία, πάσης φύσεως και προέλευσης, έχουν τεράστια σημασία, θα επανεγγραφούν.

Οι Διαγραφές δεν είναι δοκίμιο, ακόμα και στα κομμάτια που μοιάζουν με τέτοιο, είναι όμως μια σειρά από νήματα, χρώματος και υφής ποικίλων, για όποιο θέλει να τραβήξει και να ακολουθήσει, να δει στο τέρμα του τι θα αντικρίσει, αν και μάλλον η διαδρομή θα έχει το μέγιστο ενδιαφέρον, η αρχή θα είναι συγκινητική/θυμωτική ένα δωμάτιο απελπισίας, μια ντουλάπα κλειστή, ένα αίσθημα ντροπής. Ο Τόρρες τοποθετεί τον πήχη ψηλά, πιο ψηλά και από την ενδελεχή έρευνα που μοιάζει να έχει κάνει, είναι κάτι άλλο εκείνο που επιθυμεί, ένα μυθιστόρημα θέσης και φυγής, που όμως δεν θα εξαντλείται σε αυτό, στη νομιμοποίηση και τον ψυχολογικό καθησυχασμό, αλλά, θα περιλαμβάνει πολλά κομμάτια ζωής, κομμάτια σχεδόν αναχωρητικά, τόσο ποιητικά και απίθανα, όσο η ίδια η ζωή ακόμα και με την πλέον ρεαλιστική περιγραφή της, το τελικό μοντάζ αποδεικνύεται λειτουργικά ιδανικό, καθηλώνει το βλέμμα, εδώ, σκέφτεσαι, δεν έχουμε απλά και μόνο λογοτεχνία υψηλής στάθμης.

Στο προ δωδεκαετίας κείμενό μου συζητούσα την πιθανή έλλειψη κάποιων πολαρόιντ στιγμιοτύπων στην αρχή κάθε κεφαλαίου, έτσι, πίστευα, θα ήταν πιο ολοκληρωμένη η ανάγνωση, και να που εδώ, οι φωτογραφίες, παρέα με τις σελίδες με τις διαγραφές και τα υπόλοιπα ντοκουμέντα, υπάρχουν και επιτείνουν το κλίμα μέσα στο οποίο κυλάει η αφήγηση, ο τρόπος του αφηγητή να επιβεβαιώσει πως θα χρησιμοποιήσει, χρησιμοποιεί ήδη το υλικό, πως δεν θα αφήσει τη σκυτάλη.

υγ. Ο Τζάστιν Τόρρες μου θυμίζει τον Τζούνο Ντίας, με κάποιο τρόπο αφηρημένο και διαισθητικό. Επίσης, οι Διαγραφές μου έφεραν στο νου ένα ακόμα σπουδαίο μυθιστόρημα που διάβασα πρόσφατα το Oh, Canada του σημαντικού Ράσελ Μπανκς.
υ.υγ. Για το Εμείς τα θηρία έγραφα αυτό. Για τον Ντίας κάποια πράγματα θα βρείτε εδώ, για το Oh, Canada εδώ.
υ.υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Θωμάς Σκάσσης
Εκδόσεις Πατάκη 

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Γελάει καλύτερα όποιος έχει δόντια - Ζίτα Ρούτζκα

«Δύσκολο να βρεις καλά παπούτσια για μακαρίτη».

Κάπως ιδιαίτερη πρώτη πρόταση, αυτή η ισορροπία που παγώνει κάπως το γέλιο που θα τρέξει να προλάβει να διαγραφεί. 

«Άλλα τα παπούτσια για τον τάφο, άλλα για τη ζωή. Τα παπούτσια για τον φρεσκοπεθαμένο είναι καλά αν είναι καινούρια. Ή φορεμένα αλλά να μοιάζουν ακριβά. Ιδανικά —καινούρια και ακριβά. [...] Από κανονικό παπούτσι κάνεις νεκροπάπουτσο. Το αντίστροφο δεν γίνεται».

Τη Ζίτα Ρούτζκα δεν τη γνώριζα, φρόντισαν γι' αυτό η Αναστασία Χατζηγιαννίδη και οι εκδόσεις Loggia, η εμπιστοσύνη είναι κάτι που κερδίζεται στο πεδίο της ανάγνωσης. Δεν τη γνώριζα, λοιπόν, τη συγγραφέα, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο της στα ελληνικά, στην ωραία μίνιμαλ αισθητική των εξώφυλλων, με τον παιγνιώδη τίτλο και το κλειστό ψαλίδι σκίτσο. Αν εκείνη τη μέρα, όταν πρωτοέπιασα το βιβλίο στα χέρια μου, είχα διαβάσει την πρώτη πρόταση, σίγουρα η ανάγνωση θα είχε συμβεί πολύ νωρίτερα, ίσως να μην περνούσε από τη διαδικασία της στοίβας καν, η παιγνιώδης διάθεση του τίτλου συνεχιζόταν, οξύνοντας, σε πρώτη φάση, την περιέργεια να δεις πώς θα συνεχίσει, πού θα το πάει, πόσο μακριά θα το φτάσει. Η ανάγνωση συνέβη όταν έψαχνα να δω τι θα διαβάσω μετά τις ιδιαίτερες Γκερίλλες της Βιτίγκ, δεν ήταν μια απλή απόφαση, ποτέ δεν είναι, η πρώτη φράση έδωσε την απάντηση, δύσκολο να βρεις καλά παπούτσια για μακαρίτη, εδώ είμαστε, σκέφτηκα.

Συνοπτικά: Ο άντρας της Βέρας, ο Τζόκεϊ, αλόγων και όχι δίσκων, πεθαίνει, τα οικονομικά είναι στενά, τα συναισθήματα θηριώδη, η παράδοση και η κοινωνική τσιμπίδα ακριβή, ξεκινάς από τα καινούρια παπούτσια και μέχρι να φτάσεις στην ταφή ένα σωρό λεπτομέρειες, ωστόσο, πρέπει να φτάσεις στην ταφή, πώς αλλιώς; Αυτή είναι η ιστορία της Βέρας, όπως η ίδια μας την αφηγείται, όταν ο Τζόκεϊ ξεκαβάλησε τη φοράδα της ζωής και εκείνη έπρεπε να τον κηδέψει. 

Η πρώτη πρόταση, η πρώτη παράγραφος, η πρώτη σελίδα, το πρώτο κεφάλαιο, το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο, κυλούσε η ανάγνωση γάργαρη, η περιέργεια ισορροπούσε με την απόλαυση σταδιακά, σταμάτησα την πρώτη αναγνωστική έφοδο κάπου στη σελίδα πενήντα, η πρόζα, η διαχείριση της ιδέας και η προώθηση της πλοκής ήταν διακριτές αρετές, οι λόγοι που είχα φτάσει ως εκεί και δη χωρίς σταματημό. Η δυσπιστία μετά την ελάχιστη απομάκρυνση, για πόσο ακόμα θα έχει καύσιμο στη μηχανή, πόσο ακόμα θα λειτουργεί, χωρίς να κουράσει, να επαναληφθεί, να έρθει και να καταπλακωθεί από τον ίδιο της τον εαυτό, να πνιγεί από ασφυξία, χωρίς οξειδωτικό υλικό κάθε φωτιά σβήνει. Διαφορετικός τρόπος να ησυχάσει η δυσπιστία δεν υπήρχε παρά να συνεχίσω την ανάγνωση. Πάνω από διακόσιες σελίδες, έφτασα στο τέλος με μεγάλα χρονικά περάσματα, αργούσα να το αφήσω από τα χέρια μου, δηλαδή, όσο ήταν σε εκείνα η δύναμη της επιλογής.

Πρόζα: τσεκ, διαχείριση ιδέας: τσεκ, προώθηση πλοκής: τσεκ, δυσπιστία: αρνητικό, ασφυξία: αρνητικό, απόλαυση: φουλ.

Το Γελάει καλύτερα όποιος έχει δόντια είναι ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο. Ιδιαίτερο γιατί η μεταναγνωστική προσέγγισή του αποδεικνύεται σύνθετη και πολυσχιδής. Είναι ένα μυθιστόρημα ισορροπίας, να μια καλή αρχή, η αποφυγή της πτώσης είναι ένα ζητούμενο, η χάρη της διάβασης ακόμα ένα, οι εξωτερικές συνθήκες ένα τρίτο, η διπλής όψεως νοηματοδότηση, γιατί ισορροπώ και γιατί σε παρατηρώ να ισορροπείς, ένα τέταρτο, και κάπως έτσι θα μπορούσα να συνεχίσω και ίσως να δείξω σε τι συνίσταται το σύνθετο και το πολυσχιδές του βιβλίου. Υπάρχουν πολλές πύλες προσέγγισης, ας δοκιμάσω και έτσι, είναι ένα αστείο βιβλίο, μαύρα αστείο, αλλά αστείο, ναι, είναι ένα βιβλίο για την απώλεια, με τον τρόπο του, αλλά ναι, είναι ένα βιβλίο με έντονο το στοιχείο του φολκλόρ, ναι είναι, είναι ένα βιβλίο για το εκείνοι και εγώ, για το κοινωνικό και το ατομικό, το πώς αναμένεται κανείς να αντιδράσει και το πώς τελικά αντιδρά και τι αντίδραση με τη σειρά του φέρνει, ναι είναι, είναι ένα έξυπνα γραμμένο βιβλίο, ναι είναι, είναι αναχωρητικό, με τον τρόπο του ναι, είναι ρεαλιστικό και (υπο)γειωμένο, επίσης με τον τρόπο του ναι, αλλά και υπερρεαλιστικό, προφανώς, βρίθει συμβολισμών και υπονοούμενων, θα έλεγα επίσης ναι, έχει πρωτοτυπία, ναι έχει, παρότι πατάει στέρεα στην παράδοση του κεντροευρωπαϊκού μυθιστορήματος, ας αφήσω εδώ να υπάρχει το όνομα του Βίτολντ Γκομπρόβιτς, είναι ναι, είναι μια ερωτική ιστορία, μα περί αυτού πρόκειται, είναι ένα βιβλίο που δυσκολεύεσαι να το αφήσεις από τα χέρια σου, ναι είναι, ακριβώς γιατί είναι όλα αυτά.

Το παιγνιώδες, μια αρετή συχνά παρεξηγημένη, είναι εκείνο που επιτρέπει στην κατασκευή να λειτουργήσει, το μη σοβαροφανές, το δεν παίρνω τον εαυτό μου στα σοβαρά. Η λειτουργία της κατασκευής έγκειται, θεωρώ, στο πώς τοποθετείται απέναντι στο βλέμμα του αναγνώστη, αυτή η αναρχική αφήγηση της Ρούτζκα διαμέσου της χήρας αφηγήτριας, που παρασέρνει και παρασέρνεται την ίδια στιγμή, η παιγνιώδης διάθεση, η ζαβολιά, το βγάλσιμο της γλώσσας, αλλά όχι απλά για να γίνει, όχι για να κοροϊδέψει, όχι για να κλέψει, όχι για να προκαλέσει, όχι για να εντυπωσιάσει, όχι για να πάρει τον εαυτό της στα σοβαρά, να το κλειδί, να η δυσκολία, να η αρετή, να ο τρόπος της, να το μικροσύμπαν, να τα παιδιά που τα δίνουν όλα στο παιχνίδι, χαρούμενα και ξεθεωμένα, γδαρμένα και τσακωμένα, χαρούμενα, χωρίς η δίψα να έχει σβήσει, αύριο πάλι, ξανά.

Πολύ μου άρεσε.

υγ. Για τις Γκερίλλες που είχαν προηγηθεί, περισσότερα εδώ. Ένα νήμα που οδηγεί στον Γκομπρόβιτς θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αναστασία Χατζηγιαννίδη
Εκδόσεις Loggia