Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Η επαιτεία - Max De Paz

Η φτώχεια. Η επαιτεία. Η αστεγία.

Ένα επικίνδυνα μεταδιδόμενο νόσημα. Η απόσταση είναι η λύση. Το στρίψιμο του κεφαλιού. Από την άλλη, η θεωρητικοποίηση, ο αισθητικισμός, η ποιητικότητα. Η φιλανθρωπία. Να επιθυμείς να ορίσεις την κατάσταση, τη συμπεριφορά, την αμφίεση, το στυλ. Είναι άδικη η επίκληση διαρκώς στη Μαρία Αντουανέτα, ακόμα και ως παράδειγμα, ως σχήμα λόγου. Με βατήρα το δικό του προνόμιο ο καθένας μας. Ο εξοβελισμός σε μια καπιταλιστική ηθική, το λάθος, η μη προσπάθεια, να η αιτία που οδηγεί στο σχίσιμο του μανδύα της λύπησης. Η ευθύνη του υποκειμένου, τα καθαρά δικά μας χέρια.

Ήμουν είκοσι χρονών. Σαφέστατα ανώριμος. Τουρίστας στο Παρίσι με χόμπι τη φωτογραφία δρόμου, το κλείστρο, η έκθεση, το ασπρόμαυρο φιλμ. Μόνο ο φόβος με κρατούσε, όχι η ντροπή. Σήκωνα τον φακό από απόσταση να τραβήξω τους κλοσάρ. Ένα αξιοθέατο πραγματικής ζωής, κάτι που ο Άιφελ δεν ήταν. Ακόμα θυμάμαι την ενόχληση στο βλέμμα εκείνου. Καθόταν σε ένα ηλιόλουστο πεζούλι διαβάζοντας εφημερίδα. Με κοίταξε στα μάτια. Μετακινήθηκε πιο πέρα. Μόνο αργότερα κατάλαβα πως ο καημένος ήμουν εγώ.

Το μειωμένο προνόμιο αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη ορατότητα. Πια και οι αποχρώσεις αποδίδονται με κάποιο τρόπο. Δεν είναι όλες οι γυναίκες στην ίδια θέση, δεν είναι όλα τα κουήρ άτομα στην ίδια θέση, δεν είναι όλα τα μη λευκά άτομα στην ίδια θέση. Όσο και αν η γενίκευση υποστηρίζεται με μανία. Η φτώχεια είναι ίσως η συνθήκη που λιγότερο μπορεί να γίνει ορατή. Η συνθήκη εντός της οποίας η γραφή είναι μια πολυτέλεια. Οι αποχρώσεις είναι ακόμα περισσότερες.

Το 2024 διάβασα τα δύο βιβλία του Χάντερ (Chav Αλληλεγγύη από τα υπόγειαΑθλητικά ρούχα ψυχικά τραύματα προδότες της τάξης μας). Μια γροθιά στα μούτρα μου. Μια γροθιά που επαναλαμβανόταν όταν ο αφηγητής, μιας ζωής φρικώδης, συνέχιζε να επαναλαμβάνει: φίλε, εγώ φουλ προνόμιο, δεν έχεις επίγνωση τι συμβαίνει εκεί κάτω. Πώς ήταν δυνατόν, απλοϊκά σκεφτόμουν, ένα άτομο με μια τέτοια ζωή, να οικειοποιείται ένα προνόμιο; Δεν έχουμε καμία επίγνωση. Όσα νούμερα και αν διαβάσουμε. Όσα μέσα μαζικής μεταφοράς και αν χρησιμοποιήσουμε. Καμία μα καμία επίγνωση.

Η ανάγνωση, ο τρόπος να γνωρίζουμε τις εκτάσεις της ανθρώπινης συνθήκης. Το προνόμιο τής ανάγνωσης, της τέχνης, της θεωρίας, της απόστασης, της μη ευθύνης. Τουρίστες. Το 2015 διαβάζω το Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη, ένα λογοτεχνικό κομψοτέχνημα, μια απόπειρα να διασωθεί η ιστορία του φτωχού μετανάστη που πίνει μια μπύρα στο σούπερ μάρκετ, ο φύλακας τον βλέπει, τον κυκλώνουν, τον δέρνουν μέχρι θανάτου, η κάμερα αποτυπώνει, ο δικαστής λέει πως κανένας άνθρωπος δεν αξίζει να πεθάνει για μια μπύρα, η δημοσιότητα ελάχιστο χώρο και χρόνο καταλαμβάνει, ποιος είναι το τέρας, άραγε; Το στομάχι σφίγγεται, η οργή αποτυπώνεται, ωστόσο υπάρχει χώρος και για απόλαυση αναγνωστική. Υπάρχει ένα παιδικό βιβλίο που στον τίτλο του αναρωτιέται αν η ενσυναίσθηση τρώγεται.

Ακόμα και παραδεχόμενος πως δεν έχω καμία επίγνωση, ελάχιστη σημασία έχει. Με διατηρεί σε απόσταση, με ενδύει περαιτέρω με χιτώνες γαματοσύνης, πόσο ξεχωριστός είμαι εγώ, κοιτάξτε με πώς δηλώνω άγνοια σε μια εποχή που όλα δηλώνουν γνώση, τι γαμάτος που είμαι που το παραδέχομαι. Τους καημένους, μοιάζει να λέω. Περπατάμε στους ίδιους δρόμους, εγώ πετώ και εκείνοι μαζεύουν. Κάτι πρέπει να μας καθησυχάζει. Σαν μια ασπιρίνη για τον πονοκέφαλο. Κάτι πρέπει να μας αθωώνει. Κάτι πρέπει να μας δίνει μια αίσθηση ελέγχου της ζωής μας. Η όποια τυχαιότητα δεν θα μας άφηνε από αγωνία να κοιμηθούμε.

Είχα αμφιβολίες για το βιβλίο αυτό. Είκοσι δύο ετών ο Max De Paz γράφει την Επαιτεία. Το βιβλίο κάνει κάποια αίσθηση. Είναι η ιστορία ενός άστεγου επαίτη στο Παρίσι. Το βιβλίο μεταφράζεται και κυκλοφορεί στα ελληνικά. Το Ναπάλμ στην καρδιά, στην ίδια σειρά, μου άρεσε πολύ, πάρα πολύ, παρά τις αμφιβολίες ο αναγνώστης μέσα μου ζητά την ανάγνωση. Το ασπρόμαυρο μίνιμαλ εξώφυλλο με τον κουνημένο Άιφελ επιτείνει την επιθυμία.

Η αμφιβολία με συνοδεύει. Περιτριγυρίζοντας την αμφιβολία αυτή, εξετάζοντάς την, θα μπορούσα να καταλάβω πράγματα για μένα τον ίδιο. Δεν έχω χέρια καθαρά. Δεν έχω ήσυχη συνείδηση. Δεν έχω αυτοπεποίθηση πως τα κάνω όλα σωστά. Τι μπορεί, τελευταίο οχυρό άμυνας, να ξέρει ένας εικοσιδιάχρονος για τη ζωή στον δρόμο; Κάποιο άλλο κίνητρο θα έχει στην κρυφή ατζέντα. Κάπως θα πρέπει και εκείνος να χτίσει την προσωπική του γαματοσύνη. Βλέπετε πώς σπρώχνω το βαρκάκι αυτό ε;

Στο περιεχόμενο επωαζόταν η αμφιβολία, στον τρόπο η απόλαυση. Οι σελίδες περνούσαν. Οι σελίδες πέρασαν. Το αμφίθυμο ντουέτο συνέχισε να κινείται καθώς οι μέρες περνούσαν. Η μπίλια δεν καθόταν. Με τα χρόνια έχω αναδείξει την αδιαφορία ως το χειρότερο που μπορεί να χαρακτηρίσει κάποιο βιβλίο μέσα μου. Η σκέψη αυτή επιβεβαιώνεται ξανά και ξανά. Η επαιτεία δεν είχε, ωστόσο, να κάνει ακριβώς με αυτό, δεν ήταν μη αδιαφορία αυτό που ένιωθα. Και αφού η απόλαυση είχε κάπως αποκτήσει βάσεις, ο τρόπος, η αφήγηση, η γλώσσα, η οικονομία, όλα αυτά ήταν εκεί, από μόνα τους κάνουν συνήθως ένα καλό βιβλίο, η αμφιβολία δεν έλεγε να δαμαστεί. Μέσα από κανάλια διάφορα κάπως έγινε περιγράψιμη, κάπως αποκολλήθηκε από το αόριστο.

Απόπειρα να διατυπωθεί: Εκείνο το γιατί κάποιος εικοσιδιάχρονος γράφει μια τέτοια ιστορία παραμερίζει, εκείνο επίσης το πώς μπορεί κάποιος να γράψει για κάτι τέτοιο, εκείνο που κυρίως μένει να τρέφει την αμφιβολία, να τη τσιγκλά να γίνει θυμός και άρνηση και επίθεση και υπεράσπιση εαυτού είναι το να τοποθετήσει αυτούς τους ανθρώπους απέναντι στους περαστικούς, να αποτυπώσει τη χρωματική παλέτα, ενόχληση, περιφρόνηση, ενοχή ή φόβος, κάποια από αυτά τα χρώματα. Η πλοκή, η ιστορία παραμερίζουν, αυτονομούνται, περνούν στην επικράτεια της λογοτεχνικής αφήγησης, της μυθοπλασίας. Ο Max De Paz μας επιστρέφει το βλέμμα, των άλλων και το δικό μας, τη ντροπή και την ετεροντροπή. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί κανείς να κάνει ακόμα και αν δεν είναι άστεγος επαίτης.

Η αμφιβολία έγινε το βλέμμα. Το δικό μας βλέμμα και όχι το δικό τους. Το δικό μας βλέμμα μάς ενοχλεί, μας πειράζει, δεν το θέλουμε, από το δικό μας βλέμμα θα θέλαμε να αποστρέψουμε το βλέμμα, από την ελάχιστη συγκατοίκηση μαζί τους, από την απειροελάχιστη χωροχρονική στιγμή. Θυμάμαι το βλέμμα εκείνου του κλοσάρ. Την ενόχλησή του. Του χαλούσα τη στιγμή στον ήλιο με την εφημερίδα. Αδιαφορούσε για μένα. Το βλέμμα του έμεινε ανεξίτηλο. Το βλέμμα μου ηλίθιο, τουλάχιστον. Το δικό μου βλέμμα είναι εκείνο που με ενοχλεί, μαζί του ζω, εγώ το φέρω, εμένα εξωστρακίζει από τη γαματοσύνη. Ήμουν μικρός, ανώριμος, μπλα μπλα μπλα.

Ο συγγραφέας πίσω από τον αφηγητή δεν γυρεύει από μένα τον αναγνώστη/διαβάτη τίποτα. Ο συγγραφέας πίσω από τον αφηγητή δεν θεωρητικολογεί, δεν επιχειρεί να διατυπώσει βεβαιότητες, να αποτυπώσει με ακρίβεια αυτή τη ζώνη, να πουλήσει. Δεν έχουμε ένα δοκίμιο ενός προνομιούχου, αν είχα αυτή την αμφιβολία. Ξέρω, θα μπορούσα να κρυφτώ πίσω από ένα αυτά τα ξέρουμε, να με βάλω σε ένα πρώτο πληθυντικό. Θα μπορούσα να μιλήσω για την έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης. Να προτείνω λύσεις. Με άλλους εμείς να συζητώ τι μπορεί να γίνει. Σε ένα σαλόνι να μιλήσουμε για τους υπονόμους. Να κουνήσουμε το κεφάλι. Να μείνουμε για λίγο σιωπηλοί. Οτιδήποτε παρά να αντικρίσω το βλέμμα μου. Οτιδήποτε παρά να νιώσω δυσφορία.

Η ανάγνωση. Το προνόμιο της ανάγνωσης. Πράξη ενεργητική όταν δεν αναζητά επιβεβαίωση. Κοιτάξτε πώς η γαματοσύνη υπεισέρχεται, με πόση μαεστρία θα πω: να διαβάζεις θέτοντας σε κίνδυνο τον ίδιο σου τον εαυτό, καθώς ανά πάσα στιγμή το οχυρό των βεβαιοτήτων μπορεί να γκρεμιστεί αρκεί ένα μικρό πετραδάκι να κουνηθεί. Κίνδυνος, ρίσκο, ενεργητικότητα, λέω. Και ύστερα κλείνω το βιβλίο και κοιμάμαι.

υγ. Το 2018 κυκλοφόρησε ένα αριστούργημα η Καινούργια μέρα. Δεν εκτιμήθηκε όσο θα του έπρεπε, ρίξτε εδώ μια ματιά αλλά κυρίως αναζητείστε το βιβλίο αυτό. Για τα βιβλία του Χάντερ περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για το Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Κλαιρ Νεβέ, Εύη Σιούγγαρη
Εκδόσεις Κείμενα 

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Σαλόνι ομορφιάς - Mario Bellatin

Για τι πράγμα μιλάω, όταν μιλάω για εναρκτήριες φράσεις, για το κριτήριο ανάγνωσης με βάση αυτές:

«Πριν από μερικά χρόνια το ενδιαφέρον μου για τα ενυδρεία με έκανε να διακοσμήσω το σαλόνι ομορφιάς μου με ψάρια διαφορετικών χρωμάτων. Τώρα που το σαλόνι έχει μετατραπεί σε Νεκροκομείο, όπου περνούν τα τελευταία τους όσοι δεν έχουν πού αλλού να πάνε, δυσκολεύομαι να βλέπω τα ψάρια να χάνονται σιγά σιγά. Ίσως φταίει το πολύ χλώριο στο νερό της βρύσης ή που δεν έχω πια αρκετά χρόνο να τα φροντίζω όπως τους αρμόζει».

Έπαιξε με το μυαλό μου, άπαξ και εισήλθε σε αυτό, το απόσπασμα λειτούργησε ταυτόχρονα ανεξάρτητα, ένα σαλόνι ομορφιάς γεμάτο με ενυδρεία που μετατρέπεται σε Νεκροκομείο για απόκληρους ασθενείς, αλλά και υποσχετικά, τι θα ακολουθούσε, άραγε. Το σκεφτόμουν μέχρι να σχολάσω, συνέχισα την ανάγνωση περπατώντας για το σπίτι, Σάββατο απόγευμα, στην άδεια Κυψέλη. 

Σε ελάχιστες λέξεις ο Μάριο Μπεγιατίν, δια μέσου του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, υποδέχεται, εισάγει, δίνει τις καιρικές συνθήκες, το πώς ξεκίνησαν τα πράγματα, ανάλαφρα με ένα σαλόνι ομορφιάς, πώς κατέληξαν, τρομακτικά, και κάπου ανάμεσα τα πολύχρωμα ενυδρεία με τα εγκλωβισμένα ψάρια στους ψεύτικους βυθούς, μια ευσύνοπτη περίληψη, τα χαρτιά στο τραπέζι ανοιχτά, μια ανάληψη από το παρελθόν, τώρα που το μέλλον, τότε άγνωστο, ίσως και υποσχόμενο, τρεις συνέταιροι που ανοίγουν ένα σαλόνι ομορφιάς, που παρότι είναι unisex, μόνο γυναίκες το επισκέπτονται, η φήμη του διαρκώς αυξάνει, εκείνοι ντυμένοι όπως τους αρέσει, με γυναικεία ρούχα, χρωματιστά και αέρινα, περιποιούνται τις πελάτισσες, ο καιρός περνάει, τα ενυδρεία ολοένα και γεμίζουν, στην αρχή με βασιλικά γκάπι, τα πλέον ανθεκτικά, ιδανικά για έναν πρωτάρη, εν συνεχεία με πιο ευαίσθητα ψάρια, πολύχρωμα, ώσπου, μια άγνωστη και θανατηφόρα ασθένεια, κάπου αποκαλείται πανούκλα, ίσως είναι το έιτζ, ίσως κάτι άλλο, όπως και να έχει θανατηφόρα, οδηγεί στο σαλόνι ομορφιάς άντρες λίγο πριν από τον θάνατο, στην αρχή δοκιμάσανε γιατρούς και φάρμακα και θεραπείες και τίποτα δεν είχε άλλο αποτέλεσμα παρά την επιμήκυνση της ταλαιπωρίας και του πόνου, τώρα εκείνος, που έχει απομείνει μόνος, έχει θέσει κανόνες, μόνο άντρες, μόνο πραγματικά ετοιμοθάνατοι, όχι γιατροί και όχι φάρμακα, όχι επισκέψεις, μόνο ησυχία και μια ελάχιστη περιποίηση, η έξοδος από τη σκηνή να είναι όσο το δυνατόν πιο ανώδυνη, σωματικά και συναισθηματικά, η ελπίδα να μην εισχωρήσει γεμάτη από υποσχέσεις και ψέματα.

Δεν ήξερα τίποτα για το βιβλίο αυτό, ίσως κάποια ανάρτηση πως επρόκειτο να κυκλοφορήσει, τίποτα άλλο, ούτε γι' αυτό, ούτε για τον συγγραφέα, τον Μάριο Μπεγιατίν, γεννημένο στο Μεξικό, μεγαλωμένο στο Περού, απ' όπου και καταγόταν, σπούδασε θεολογία, επέστρεψε στα τριάντα πέντε του στην Πόλη του Μεξικού όπου ανέλαβε τη διεύθυνση του Τμήματος Λογοτεχνικών Σπουδών στο Universidad del Claustro de Sor Juana και ίδρυσε την πειραματική σχολή δημιουργικής γραφής Escuela Dinámica de Escritores. Αλλά είπαμε, η πρώτη φράση έφερε τη δεύτερη και ύστερα ακόμα μία και αυτό ήταν αρκετό.

Η νουβέλα, χωρισμένη σε επιμέρους μικρά κεφάλαια, λεπτοδουλεμένη και συμπαγής, με σχεδόν όλη τη δράση να διαδραματίζεται μέσα στο (άλλοτε) σαλόνι ομορφιάς, που, κάπως παράδοξα, αντί για ασφυξία προσφέρει μια ζώνη ασφάλειας, ένα καταφύγιο από τον έξω κόσμο, εδώ η κοινή γνώμη δεν εισέρχεται παρά μόνο ως ένα σύνολο από άναρθρες κραυγές, είναι κάτι που συνηθίζει να κάνει απέναντι στο διαφορετικό, απέναντι σε εκείνο που της δείχνει τι δεν μπορεί να είναι, απέναντι στον καθρέφτη που δεν λέει ψέματα, που αναδεικνύει τη βρωμιά και την ασχήμια της, που της στερεί το καθησυχαστικό έτσι κάνουν όλοι. Και ο αφηγητής που δεν επιθυμεί να επιδείξει ή να διδάξει, και σίγουρα όχι να απολογηθεί με κανέναν τρόπο, έτσι έκανα γιατί έτσι ήθελα να κάνω.

Ένα άθροισμα από ετερογενή συστατικά συμβιώνουν, λειτουργούν αντιστικτικά, έτσι αθροίζεται το ρεαλιστικό αποτύπωμα, η σκληρότητα, επίσης, το συναίσθημα αβίαστο, έτσι το φαινομενικά απλό, ίσως και οριακά απλοϊκό, μετατρέπεται σε κάτι πιο βαθύ, πιο οδυνηρό, έτσι ο Μπεγιατίν καταφέρνει να συμπεριλάβει κάτι από τον κόσμο μας σε αυτό το σαλόνι ομορφιάς, τα όνειρα και την επιθυμία για ομορφιά, τα όνειρα και την επιθυμία για ένα δικό μας μονοπάτι, με αυτά ξεκινάμε, τον σκληρό κόσμο που αργά ή γρήγορα θα ποδοπατήσει τα χωράφια και τις καλύβες, τη διάχυτη ματαιότητα, το τέρας του μισανθρωπισμού που ολοένα και αποκτά διαστάσεις τέρατος, αλλά και την αλληλεγγύη απέναντι στο κακό, καθώς το τέλος κοντοζυγώνει.

Η ανάλαφρη βιτρίνα ενός σαλονιού ομορφιάς, εξ αρχής κρύβει τα σκοτεινά ενδότερα, η πρόσχαρη καθημερινότητα τον ζόφο. Και όμως, ο Μπεγιατίν δεν επαναπαύεται στις μεταφορές και τις αναλογίες, δεν αγκαλιάζει μια ποιητικότητα σχηματική ή αναχωρητική, δεν πασπαλίζει με γκλίτερ, δεν αφήνει τη μαγεία ή την παραμυθία να εισχωρήσουν παραπάνω απ' όσο ο ρεαλισμός τους επιτρέπει, αλλά και από το αντιδιαμετρικά αντίθετο σημείο εκκίνησης, δεν τα παραμελεί όλα αυτά, γιατί υπάρχουν, γιατί μας επιτρέπουν να ζούμε εντός του δεδομένου πλαισίου. Δεν μηρυκάζει τη σκληρότητα και τη βία, δεν παραδίδεται σε αυτή, δεν υπερβάλλει, δεν ξύνει διαρκώς την πληγή ώστε εκείνη να ματώνει, δεν εκβιάζει το συναίσθημα. Ξέρει πως κάθε αφήγηση είναι πολιτική, δεν τη φορτώνει περαιτέρω. Μια θαυμαστή ισορροπία μεταξύ των δύο, πότε, σπάνια, παράλληλων, πότε, συνήθως, διασταυρωμένων μονοπατιών, γεμάτα από συγκρούσεις, αλλά και από στιγμές ελευθερίας όταν για λίγο ο ορίζοντας δεν σκιάζεται.

Το σαλόνι ομορφιάς, μια άρτια κατασκευή, που δεν παραλείπει τον πειραματισμό και το παιχνίδι, είναι ένα βιβλίο που με ενθουσίασε, αναγνωστικά, γιατί συναισθηματικά πέρασε από πάνω μου, από την πρώτη πρώτη φράση μέχρι το τέλος, και που παρά το μικρό του μέγεθος, γυρίζοντας την τελευταία σελίδα ένιωθα πως είχα διαβάσει κάτι πολυσέλιδο, μια εκτεταμένη αφήγηση, με πλήθος από λεπτομέρειες, και αυτό το φαινόμενο του παγόβουνου, όλα αυτά που υποθαλάσσια και αδιάκριτα δηλώνουν συνεχώς την παρουσία τους, ο τρόπος με τον οποίο η κοινή επικράτεια απλώνεται, όπου το φαινομενικά ανοίκειο και το επώδυνα οικείο βρίσκονται ταυτόχρονα ζευγάρι στη σκηνή. Τι βιβλίο!

Ένα σαλόνι ομορφιάς που μετατρέπεται σε νεκροκομείο εμπεριέχει σίγουρα κάτι το παράδοξο, κάτι το αλλόκοτο, κάτι το παράξενο, κάτι το ασυνήθιστο, ένα μικρό τι στο διάολο ίσως να ακουστεί. Και αυτό το παράδοξο, συχνά κάπως αφημένο σε ένα στρώμα υπερρεαλισμού ή μεταφυσικού, είναι κάτι που η σύγχρονη λογοτεχνία, ειδικά στο νότιο τμήμα της αμερικανικής ηπείρου, το διαπραγματεύεται, περίμενα κάτι τέτοιο, διαβάζοντας τις πρώτες φράσεις, αλλά όχι, ήταν όσο παράδοξο όσο το μυαλό μου το εξέλαβε αρχικά ως τέτοιο, η νουβέλα του Μπεγιατίν δοκίμασε τα όρια της αντίληψής μου, όχι με κάποιο φοβερά ιδιότυπο και πρωτότυπο εύρημα, αλλά κολυμπώντας στα ανοιχτά του ρεαλισμού.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Άλκηστη Ευθυμίου
Εκδόσεις Πλήθος 

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Να σώσουμε τη φωτιά - Guillermo Arriaga

Τότε, συνήθως κάτι δεν πάει καλά. Η ανάγκη για διχοτόμηση είναι διάχυτη. Μια παράλληλη πραγματικότητα, σκέφτομαι, αυτό χρειάζομαι. Η επιλογή γίνεται με βάση το μέγεθος· ένα πολυσέλιδο βιβλίο, μια πολυήμερη ανάγνωση, ένα ολοένα και πιο οικείο περιβάλλον, γνώριμοι χαρακτήρες. Είχε μόλις φτάσει το βιβλίο του Γκιγιέρμο Αριάγα, Να σώσουμε τη φωτιά, σχεδόν χίλιες σελίδες, πληρούσε τις προϋποθέσεις.

Το όνομά του γνωστό από άλλο μετερίζι, εκείνο του κινηματογράφου, στον ρόλο του σεναριογράφου, Χαμένες αγάπες21 γραμμάρια και –κυρίως– Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα, το Βαβέλ, ωστόσο, ήταν μια μικρή απογοήτευση, έστω. Στη συνεργασία με τον Ινιάριτου, που τους καθιέρωσε και τους δυο πέρα και μακριά από τα σύνορα του Μεξικού, τρεις παράλληλες αφηγήσεις που έρχονταν να συναντηθούν σε μια κοινή κορύφωση, μαύρο πηχτό.

Στο Να σώσουμε τη φωτιά ακολουθεί παρεμφερές μονοπάτι, τρεις αφηγήσεις που έρχονται να συναντηθούν. Μια πρωτοπρόσωπη, της Μαρίνας, χορογράφου/χορεύτριας μιας κάποιας αναγνώρισης, μια τριτοπρόσωπη, ενός παντογνώστη αφηγητή, με κύριο πρόσωπο τον Χοσέ Κουαουτέμοκ Ουίστλικ, που πυρπόλησε τον πατέρα του και εξέτισε ποινή κράτησης σε μια σκληρή φυλακή, και μια επιστολή, του αδερφού του, με απεύθυνση στον πυρπολημένο πατέρα. Ανά σημεία η τριπλή αυτή ροή διακόπτεται από κείμενα φυλακισμένων.

Ο Αριάγα παίρνει από το χέρι τον αναγνώστη, δεν πιάνει το νήμα από την αρχή, ποια άλλωστε θα μπορούσε να είναι η αρχή, και τον ξεναγεί μέσα από την τριπλή αφήγηση σε ένα περιβάλλον ζοφερό, εκεί που το Μεξικό έρχεται να διχοτομηθεί στα δύο, στους προνομιούχους και στους μη προνομιούχους, οι πρώτοι παλεύουν να διατηρήσουν σε περιβάλλον ασφάλειας την ήρεμη και τακτοποιημένη ζωή τους, οι δεύτεροι καταφεύγουν στο έγκλημα, και δη στο εμπόριο ναρκωτικών για να τα κονομήσουν, για να επιζήσουν σε μια κοινωνία που τους έκοψε φτερά και πόδια ήδη από τα πρώτα μέτρα της διαδρομής τους.

Ένας έρωτας τρελός, έξω και πέρα από το αναμενόμενο, ο έρωτας της Μαρίνας και του Χοσέ, βρίσκεται στο επίκεντρο. Τότε, λέει η Μαρίνα, ξεκίνησαν όλα, «αν έπρεπε να διαλέξω τη στιγμή που άλλαξε η ζωή μου, θα 'λεγα πως ήταν τότε που ο Έκτορ μας κάλεσε να περάσουμε μια μέρα στο σπίτι του στο Τεποστλάν». Μια μέρα με τους χίπηδες φίλους της Μαρίνας, ο άντρας της ο Κλαούδιο τους βαριόταν θανάσιμα, του αρκούσε ένα δείπνο με τους γονείς του, μια οικογενειακή μάζωξη, δέχτηκε ωστόσο. Εκεί αναφέρθηκαν στα μαθήματα δημιουργικής γραφής που ο Έκτορ με τον σύντροφό του πρόσφεραν στη φυλακή, θα μπορούσες, της πρότειναν, να δώσεις μια παράσταση με την ομάδα σου για εκείνους τους απόκληρους, όπως και έγινε, της μίλησαν για έναν τύπο που σίγουρα θα τον ερωτευόταν με την πρώτη ματιά, όπως και έγινε, ο ηλεκτρισμός συνέβη όταν πλησίασαν τα δύο σώματα.

Μια παράνομη σχέση, λοιπόν, μια βολεμένη, ξανθιά, καλοπαντρεμένη μητέρα τριών μικρών παιδιών, με τη δική της ομάδα χορού, χωρίς οικονομικά προβλήματα που θα την απέτρεπαν από το να κάνει τέχνη, ερωτεύεται έναν φυλακισμένο, τον Χοσέ, που παρότι ήταν αποφασισμένος να ακολουθήσει ένα μονοπάτι πιο ήσυχο μετά την αποφυλάκισή του, βρέθηκε και πάλι στο εδώλιο, πάλι στη στενή. Και οι τρεις αφηγήσεις γίνονται εκ των υστέρων, όταν όλα θα έχουν πάει κατά διαόλου, όταν οι ανεμόμυλοι αισιοδοξίας θα χαθούν σε ένα άνοιγμα και κλείσιμο των βλεφάρων.

Αναρωτιέμαι αν ο Αριάγα είχε εξαρχής την πρόθεση να γράψει ένα μυθιστόρημα ή αν προσέβλεπε σε ένα κινηματογραφικό σενάριο. Είναι μια κατηγορία η οποία ολοένα και συχνότερα προσάπτεται στη σύγχρονη λογοτεχνία, το τάδε βιβλίο, λένε, γράφτηκε με τη φιλοδοξία να μεταφερθεί στην μικρή οθόνη και να γίνει σειρά. Ωστόσο, σκέφτομαι, ο Αριάγα είναι ένας καταξιωμένος σεναριογράφος, δεν μοιάζει να χρειάζεται μια τέτοια παράκαμψη. Το Να σώσουμε τη φωτιά είναι ένα μυθιστόρημα δράσης που διαθέτει σε αφθονία και επάρκεια όλα τα ειδολογικά χαρακτηριστικά.

Όχι ακριβώς του γούστου μου, αφού σπάνια με απασχολεί το πώς τελειώνει ένα μυθιστόρημα, αλλά το πώς ο συγγραφέας περπατά μέχρι την τελευταία σελίδα, όμως, ίσως και επειδή είχα την ανάγκη να βουλιάξω σε μια εκτεταμένη αφήγηση, το απόλαυσα αρκετά αυτό το βιβλίο, παρά τις όποιες αδυναμίες του. Αδυναμίες εξαιτίας της μη προτίμησής μου για τα βιβλία δράσης, ανατροπών και κορυφώσεων, που αναπόφευκτα αφήνουν άλλα συστατικά έξω από την εκτέλεση. Χρειαζόμουν, ωστόσο, μια μεγάλη αφήγηση, κατά τόπους ανοικονόμητη και επιφανειακή, και το Να σώσουμε τη φωτιά μου την προσέφερε απλόχερα, φαντάζομαι, για τους ίδιους λόγους κάποιοι θα επιλέγουν να δουν μια σειρά.

Αναπόφευκτα το μυθιστόρημα διαθέτει μια σειρά από ευκολίες και στερεότυπα, αρχής γενομένης από τον παράνομο και τρελό έρωτα. Και αν η επιφάνεια είναι αυτή, και το βάθος της Μαρίνας και του κόσμου της, της γυάλας μέσα στην οποία έζησε μέχρι να μπλεχτεί σε αυτή τη σχέση, είναι πεπερασμένο και κάπως αφελές, δεν συμβαίνει το ίδιο με το υπέδαφος των δύο αδελφιών. Η επιστολή προς τον νεκρό πατέρα διαθέτει μια ισχυρή δυναμική, οι αντιφάσεις του, η παρουσία του στο σπίτι, η σύγκρουση ανάμεσα στα πιστεύω του και την καθημερινή πρακτική, που οδήγησε τον Χοσέ να του βάλει φωτιά και να τον κάψει ζωντανό, να πληρώσει γι' αυτό, να πληρώσει σκληρά, αλλά και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας να απομείνουν πίσω, ανάμεσα στη στάχτη με την οποία γέμισε η ζωή τους, κυρίως ο μεγαλύτερος αδερφός, που κατά κάποιο τρόπο θαύμαζε τον μικρότερο, την κοινωνική του άνεση, την ερωτική του αυτοπεποίθηση, την εξωτερική του εμφάνιση, ξανθός και ψηλός, σαν να ήταν παιδί άλλων γονιών, και τώρα, απευθυνόμενος στον πατέρα, να πιάσει το νήμα από την αρχή, να του υπενθυμίσει τα λάθη του, τις στιγμές τρόμου, τον φόβο με τον οποίο τα τρία του παιδιά μεγάλωσαν με μια αυστηρή εκπαίδευση, και όσα έγιναν από τη δολοφονία του και ύστερα, αυτή τη λεπτή ισορροπία της σχέσης των δύο αδελφιών, το πώς ο μεγαλύτερος διαχειρίστηκε τον θυμό και τον θαυμασμό για τον μικρότερο, που χτύπησε το χέρι στο τραπέζι και βροντοφώναξε ένα: ως εδώ.

Το Να σώσουμε τη φωτιά, για το είδος του, διευκρινίζω, είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα που υπόσχεται μια αχόρταγη ανάγνωση, φιλόδοξο και μεγαλεπήβολο, παρά τις όποιες αδυναμίες διαθέτει. Είναι σημαντικό, θεωρώ, να καλύπτεται η ανάγκη πίσω από την κάθε ανάγνωση, να μπορεί ο αναγνώστης να απαντήσει με ειλικρίνεια τι ήταν εκείνο που πρόσμενε και τι εκείνο που εν τέλει έλαβε. Θέλω να πω πως αν ήθελα να διαβάσω ένα μυθιστόρημα ιδεών που δυνητικά να μπορούσε να καταταγεί στην υψηλή λογοτεχνία, τότε εξαρχής η επιλογή του συγκεκριμένου θα ήταν προβληματική και άστοχη. Ήθελα μια μεγάλη αφήγηση, κάτι παραπάνω, είχα ανάγκη από μια μεγάλη αφήγηση και πόνταρα στο μυθιστόρημα του Αριάγα, επιλογή που εκ των υστέρων αποδείχτηκε η κατάλληλη.

Επιπλέον, πέρα της απόλαυσης της παράλληλης πραγματικότητας, η επιστολή του μεγάλου αδερφού προς τον πατέρα προσέδωσε στην εμπειρία μια υπεραξία που δεν την περίμενα, μια υποαφήγηση που στηρίχτηκε στις άλλες δύο, μόνη της και ως υπήρξε δεν θα λειτουργούσε με τον ίδιο τρόπο. Τώρα, τελειώνοντας το κείμενο αυτό, σκέφτομαι πως χωρίς αυτή ίσως και να μην έγραφα καν, εκείνη είναι που περισσότερο θέλω να διατηρήσω στη μελλοντική μου μνήμη, όταν ίσως για το βιβλίο αυτό να μην θυμάμαι τίποτα περισσότερο από το ότι πέρασα καλά, πως απόλαυσα μια μεγάλη σε έκταση αφήγηση όταν την είχα ανάγκη. Μαζί και μια υπενθύμιση, ο αρχικός ορίζοντας προσδοκιών μόνο στο τέλος της διαδρομής δύναται να κριθεί. Και εδώ οι προσδοκίες υπερκεράστηκαν και με το παραπάνω.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Νάννα Παπανικολάου
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Καρδιά, Γ. - Ευθύμης Φιλίππου

Τις Τρίτες, πριν πάω στο βιβλιοπωλείο, κατεβαίνω στο κέντρο για την απαραίτητη περισυλλογή. Ανάμεσα σε άλλες καινούριες εκδόσεις και αυτή. Στο λεωφορείο, βρήκα και έκατσα, πράγμα σπάνιο. Άρχισα να διαβάζω τις πρώτες σελίδες. Η αναγγελία της στάσης με άφησε ανικανοποίητο, ήθελα λίγη ακόμα διαδρομή, πράγμα σπάνιο. Είχα διαβάσει είκοσι σελίδες περίπου. Αργότερα, καθώς το μεσημέρι βάθαινε προς το απόγευμα και η Δροσοπούλου, πράγμα σπάνιο, ήταν ήσυχη από κόρνες, το έπιασα ξανά στα χέρια μου. Περιπατητικό διάβασμα, δεξιότητα που ανέπτυξα στην ελληνική αεροπορία ως μέτρο αντιμετώπισης της όχλησης από την σκοπιά. Διάβασα ακόμα αρκετές σελίδες. Το βράδυ στο σπίτι το τελείωσα.

«Ο Γιώργος γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου του 1962 στο μαιευτήριο της Αγόριανης, ένα πετρόκτιστο αρχοντικό που σώζεται ως τις μέρες μας. Ο πατέρας του, Θωμάς, ήταν αγρότης· η μητέρα του, Βασιλική, συμβολαιογράφος».

Το Γ. του τίτλου μοιάζει να ανήκει στον Γιώργο. Στον Γιώργο αφιερώνει και τη νουβέλα του ο Ευθύμης Φιλίππου. Οι αντιστοιχίες είναι απλές υποθέσεις, ωστόσο. Είναι η ιστορία του Γιώργου, λοιπόν, το μικρό μέγεθος της νουβέλας δεν επιτρέπει την παράθεση περαιτέρω πληροφοριών, ακόμα και το οπισθόφυλλο περιορίζεται στις πρώτες παραγράφους, ό,τι άλλο θα πλήξει την αναγνωστική εμπειρία. Ογδόντα σελίδες που ακολουθούν τον Γιώργο από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο, αυτό ναι, μπορώ να το μαρτυρήσω, τρία κεφάλαια, η αρχή, η μέση και το τέλος, αποτελούν τη νουβέλα αυτή.

Την επόμενη μέρα τη διάβασα ξανά. Ο κύριος λόγος γι' αυτό ήταν η αίσθηση πυκνότητας που μου άφησε, δυσανάλογος του μεγέθους και της διάρκειας της ανάγνωσης, το εμβαδόν της ιστορίας μέσα μου ήταν πλατύτερο. Το Καρδιά, Γ. θα μπορούσε να εκτείνεται σε πολύ περισσότερες σελίδες, δεν είναι η ιστορία αυτή που ορίζει το μέγεθος, αλλά μια ξεκάθαρα συγγραφική επιλογή. Κοφτά και περιεκτικά ο Φιλίππου, διαμέσου του παντογνώστη αφηγητή του, εξιστορεί τη ζωή του Γιώργου με έναν τρόπο μινιμαλιστικό αλλά και ανησυχαστικό ταυτόχρονα. Διαρκώς κάτι αιωρείται, κάτι έξω από το αναμενόμενο με τη λογική, το κακό, σε ποικίλα σχήματα και εκφάνσεις, δηλώνει διαρκώς το παρόν, εκεί έγκειται το ανησυχαστικό που διασαλεύει την απλότητα της ιστορίας του Γιώργου. Ο κοφτός και περιεκτικός λόγος εγκυμονεί μικρές χαραμάδες από τις οποίες εισχωρεί το κακό, όλα στην επιφάνεια μοιάζουν και ίσως και να είναι στρωτά και περιγράψιμα, ο πυθμένας, ωστόσο, βράζει.

Το κινηματογραφικό έργο του Φιλίππου μου άφησε αρχικά την αίσθηση πως η συγγραφή της νουβέλας αυτής ήταν μια άσκηση τρέιλερ, μια σειρά από στιγμιότυπα, ανθολογημένα με τρόπο που να δελεάσουν τον υποψήφιο θεατή. Ωστόσο, στη δεύτερη ανάγνωση, με τη γνώση της πρώτης, η υποψία αυτή υποχώρησε, η νουβέλα δεν είναι μέρος ενός ευρύτερου έργου, αλλά μια αυτόνομη ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος, που μπορεί, και το κάνει, να σταθεί ανεξάρτητη και πλήρης. Η αίσθηση πυκνότητας, η ακρίβεια στη χρήση των μέσων, όλα αυτά σε ευθεία διαμάχη με το μέγεθος, έχουν ως αποτέλεσμα κάτι το ενοχλητικό, κάτι το δυσάρεστο ή ανησυχαστικό όπως προείπα. Και τα τρία αυτά επίθετα μοιάζει να αποτελούν συγγραφικές επιδιώξεις. Η όχληση, θα ήταν κάπως αφελές, να συσχετιστεί αυτόματα με την ποιοτική στάθμη του έργου, θα ήταν κάπως ρηχό η προσδοκία της ανάγνωσης αλλά και η ίδια η ανάγνωση να περιορίζονταν σε κάτι γενικόλογα περιγραφόμενο ως ευχάριστο.

Η πυκνότητα και η ακρίβεια προσδίδουν μια χειρουργική αποστείρωση, ο αφηγητής στέκεται σε απόσταση, χωρίς να αφήνει να διαφανεί το συναίσθημά του, επιτελεί τον ρόλο που του ανατέθηκε από τον συγγραφέα. Πολλά από τα βιογραφικά στοιχεία, αρκετά από τα επεισόδια της διαδρομής του Γιώργου, θα μπορούσαν με ευκολία να ανήκουν σε μια λογοτεχνία πιο απλοϊκή, μια ιστορία που μέρη της θα μπορούσαν να απασχολούν τα μεσημεριανά σλοτ των τηλεοπτικών σταθμών, πάνελ και παρεμβάσεις από τηλεθεατές, μια σαπουνόπερα βγαλμένη από τη ζωή. Το ανησυχαστικό μέρος, ωστόσο, αποτρέπει κάτι τέτοιο, όσο και να φλερτάρει μαζί του, ο υπερρεαλισμός εδώ χρησιμοποιείται διαφορετικά από το σύνηθες, από το αναμενόμενο. Σε διάφορα σημεία αναλογίστηκα τον πολυαγαπημένο Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, η ενασχόληση με το σενάριο επίσης απλώνει ένα ακόμα νήμα σύνδεσης των δύο. Το Καρδιά, Γ. ανήκει σε μια λογοτεχνία που στο σήμερα στην Αργεντινή ξέρουν να κάνουν πολύ καλά, η Μαριάννα Ενρίκες, να ένα καλό παράδειγμα. Σίγουρα γνώριμο και συγγενές με το κινηματογραφικό και θεατρικό του έργο.

«Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα» έτσι αρχίζει το Καρδιά τόσο άσπρη του Χαβιέρ Μαρίας. Αυτή η φράση, μια από τις πλέον υποδειγματικές πρώτες φράσεις, συμπυκνώνει το συναίσθημά μου απέναντι σε αυτή τη νουβέλα. Και τώρα που έμαθα δεν γίνεται να ξεμάθω, το συναίσθημα είναι εδώ, πέρα και πίσω από την καθημερινότητα, η ιστορία του Γιώργου με τις σκοτεινές γωνιές και τις αναπάντεχες ατραπούς παρούσα. Ο υποδόριος τρόμος, το κακό, τα όρια του ορθολογικού, το δυσερμήνευτο της ύπαρξης. Ο Φιλίππου εμφυσά το κακό πάνω από τη νουβέλα του, σχηματίζει κάποιες λίγες εικόνες, δεν επεξηγεί, δεν τονίζει κάτι σε σχέση με κάτι άλλο, αφήνει τον αναγνώστη να την αντιμετωπίσει, χωρίς τρικ, όχι εμφανή τουλάχιστον, με οικονομία στα μέσα δημιουργεί την ατμόσφαιρα, ο Γιώργος πατάει στο οικείο και το ανοίκειο, και το οικείο, πόσο μάλλον το ανοίκειο, αποτελεί γόνιμο έδαφος για τον υπαρξιακό τρόμο, για την ενεργοποίηση του στοιχειώματος.

υγ. Για την τελευταία νουβέλα του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, Το όνομά σου, περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για το υπέροχα σκοτεινό μυθιστόρημα της Μαριάννα Ενρίκες, Η δική μας πλευρά της νύχτας, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Ρίζες - Ματίνα Αποστόλου

«Κατεβαίνοντας τη Συγγρού υπάρχει ένα σημείο, στο ύψος του Παντείου, που αν η μέρα είναι καθαρή και κοιτάξεις ευθεία, το μάτι σου φτάνει στη θάλασσα. Αυτό είναι το σημείο όπου μαθαίνω από το τηλεφώνημα της αδερφής της μητέρας μου ότι ο μπαμπάς μου πέθανε. Η φωνή της Βάσως είναι ήρεμη, χωρίς συναίσθημα, σαν εκφωνήτρια συνηθισμένη στις άσχημες ειδήσεις. Ο μπαμπάς μου πέθανε και με περιμένουν».

Κάπου στα μισά, το απόσπασμα με παίρνει και με σηκώνει, όση άμυνα κρατούσα, κατέρρευσε. Εκείνος, για τον αναγνώστη, έχει ήδη πεθάνει, για εκείνη μόλις, χάνει την έξοδο, βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα να ψάχνει αναστροφή. Για τον ίδιο τον θάνατο, οι του ορθολογισμού, δεν ξέρουμε τίποτα εκτός από το αδιαμφισβήτητο θα 'ρθει, ο θάνατος αφορά εκείνους που απομένουν στη ζωή, στη μνήμη, στην απώλεια, όχι τον θανόντα, εκείνος πια δεν υπάρχει. Τι πιο κοινότοπο. Τι πιο βέβαιο, πιο αναπόφευκτο. Τι πιο καθηλωτικό, ωστόσο. Τι πιο απρόσμενο, πιο ιδιωτικό, πιο εγωκεντρικό, ακόμα.

Η κόρη. 

Ροή ειδήσεων, καταιγιστικός ρυθμός, το κυνήγι της πρωτιάς, σε μια καρέκλα, μπροστά σε έναν υπολογιστή, ο κόσμος όλος, το ωράριο ελαστικό, ο μισθός μικρός, οι νεκρολογίες ήδη έτοιμες, σεξάκι το βραδάκι, δύο φορές τη βδομάδα, οι μπότες σε προσφορά, η Συγγρού με κόντρα τον ήλιο στον γυρισμό, το τηλέφωνο χτυπάει, θα χρειαστεί δανεικά για τη βενζίνη, είναι οι τελευταίες μέρες του μήνα.

Εκείνος θύμωσε, η αδυναμία τον θύμωσε, ο εξοστρακισμός ενός αναλογικά επικίνδυνου για την ψηφιακή μας πολιτεία, δεν μπορεί να πληρώσει έναν λογαριασμό, επαιτεία και περηφάνια τσαλακωμένη, η τελευταία τους επικοινωνία, πατέρας και κόρη δεν μιλούσαν συχνά, τώρα αυτός ο λογαριασμός με τον μακροσκελή κωδικό πληρωμής είναι η ύστατη ανάμνηση, άραγε πρέπει να πληρωθεί; 

Η σύζυγος. 

Η φωνή της που μένει αναπάντητη, τη θυμώνει η αδιαφορία, γυρίζει στο σαλόνι και τον αντικρίζει νεκρό. Λίγο πριν σκεφτόταν πως τον ξεγέλασαν στη λαϊκή, τόσα λεφτά για τρεις ντομάτες, τι και αν ωραίες και κατάλληλες για γεμιστά, βρίσκουν και τα κάνουν, ήταν εκείνος που ήξερε καλύτερα από κάθε άλλο, κάθε έκφραση, κάθε κουβέντα, κάθε σιωπή, κυρίως αυτές, τώρα είναι πολλά που πρέπει να γίνουν, στον διάολο οι ντομάτες, ήταν νεκρός και εκείνη του θύμωνε που δεν απαντούσε, που δεν ερχόταν να βάλει ένα χέρι, τα καλύμματα θα γίνουν μούσκεμα, βρέχει πάλι. Τι και αν δεν έχει διαβάσει Τζόαν Ντιντιόν, η χρονιά της μαγικής σκέψης μόλις εγκαινιάσθηκε.

Η αδερφή. 

Το τηλέφωνο που δεν θα χτυπά πια αργά το βράδυ, μεγάλωσαν παρέα, ύστερα πήραν τους δρόμους τους, σχέση αίματος, έχετε ο ένας την άλλη, και αν δεν το άκουγαν έτσι ακριβώς, εννοούταν, ο αδερφός την αδερφή, απομακρύνθηκαν, τα παιχνίδια και οι τσακωμοί είναι τόσο μακρινά, τα παράπονα βυθίστηκαν στη ματαιότητα, μια καθησυχαστική τυπικότητα, οι εκπνοές αργές, μη ριγήσουν την υδάτινη επιφάνεια.

Η κόρη αφηγείται πρωτοπρόσωπα. Υποψιάζομαι πως εκείνη βρίσκεται πίσω από την τριτοπρόσωπη αφήγηση όταν ο φακός στρέφεται στις άλλες γυναίκες. Διόλου παντογνώστρια δεν είναι, ούτε καν στα του εαυτού, έτσι όπως η κατηφόρα την κάνει να λαχανιάζει. Πίσω από τον θάνατο ιχνηλατώ αυθαίρετα τη σκέψη πίσω από τις Ρίζες, τη βεβαιότητα πως γνωρίζουμε τους οικείους μας, βεβαιότητα που κατακρημνίζεται με ένα τίποτα, σε μια στιγμή, όταν δοκιμάσουμε να μπούμε στα παπούτσια τους, όταν δεν είμαστε σίγουροι τι νούμερο παπούτσια φοράμε εμείς. Η επιστήμη δοκιμάζει τα όρια της αντίληψης, γιατί ο θάνατος τι κάνει;

Ένα εγώ ξέρω βοά στον αέρα, κατακλύζει τα πάντα, τα ξέρω όλα, οι χαράδρες αντιλαλούν.

Ιχνηλατώ αυθαίρετα, στο ύψος του Παντείου λυγίζω, αυτό ήταν.

Μας γάμησες, της έστειλα.

Για κάτι τόσο κοινότοπο, ως σκέψη και ως βεβαιότητα και ως βίωμα, δεν είναι απλό να μιλήσει κανείς, απλό είναι, δηλαδή, αλλά χρειάζεται κάτι περισσότερο από σκέψη, βεβαιότητα και βίωμα, αν δεν εγκλωβιστεί κανείς στο διακύβευμα, στο κρέας της ιστορίας, στο τι έγινε, εκείνος πέθανε και εκείνες μαζεύτηκαν στο σπίτι για όσα έπρεπε να γίνουν, και η Αποστόλου αυτό το κάτι περισσότερο το διαθέτει. Πιο σταθερά και αποφασιστικά κάνει ένα δεύτερο βήμα, τα σωματίδια έγιναν ρίζες.

Ιχνηλατώ αυθαίρετα και διακρίνω την κοινή επικράτεια, τις υπερκοστολογημένες ντομάτες, τον απλήρωτο λογαριασμό, τις τελευταίες αναμνήσεις. Ιχνηλατώ αυθαίρετα και διακρίνω το πλήγμα στη βεβαιότητα, την υπενθύμιση που με κάνει να της στείλω μας γάμησες, κάποιες ώρες βαριές, ύστερα ο εγκέφαλος θα αυτορυθμιστεί, θα με παραδώσει στον ύπνο, έτσι συνεχίζουμε, το ένστικτο της επιβίωσης. Ιχνηλατώ αυθαίρετα και απορρίπτω αυθαίρετα το στενά αυτοβιογραφικό, η σκέψη, η βεβαιότητα και το βίωμα δεν είναι αρκετά για τη λογοτεχνία, ακόμα και αν είναι παρόντα, η αφήγηση τα διαφεντεύει.

Ιχνηλατώ αυθαίρετα, συνεχίζω. Τα κομμάτια της πρωτοπρόσωπης αφήγησης έχουν κάτι το συγκλονιστικά καθηλωτικό, το σύγχρονο και το οικείο, το χάος και την παράνοια της καθημερινότητας, παρά την ταχύτητα τα κενά είναι διακριτά, η ταχύτητα ίσως δεν μας αφήνει να πέσουμε μέσα, απλώς συνεχίζουμε, ξυπνητήρι, γραφείο, Συγγρού, βραδάκι με σεξ, και πάλι από την αρχή. Στα κομμάτια της τριτοπρόσωπης αφήγησης η απόσταση είναι διακριτή, οι υποθέσεις, η αναστήλωση με την πίστη πως το πρωτότυπο θα προκύψει αντίγραφο ακριβές, ιχνηλατώ μια πρόθεση σε αυτή την απόσταση, τώρα που εκείνος έχει πεθάνει είναι η στιγμή η βεβαιότητα της γνώσης των οικείων να γκρεμιστεί, ωστόσο κάποια αφήγηση πρέπει να απομείνει, έστω και εν γνώση αυθαίρετη, υποκειμενική, της παρατηρήτριας, η αφήγηση που θα απομείνει μετά το τέλος.

Ιχνηλατώ αυθαίρετα, λίγο ακόμα. Η πύκνωση, το εκτενές κοινότοπο που αφαιρείται, συντονίζεται και λειτουργεί περίφημα, σε πρώτο ή σε τρίτο πρόσωπο, οι δυνατότητες της επέκτασης είναι εκεί, σίδερα σε οικοδομή που υπόσχονται μεγαλύτερα μεγέθη, η Αποστόλου τα αφήνει εκεί για πάσα χρήση, δεν γοητεύεται από τις δυνατότητες, από την ίδια της την πρόζα, τι και αν έχει βρει τη φωνή της ιστορίας, αποφασίζει να μην παρασυρθεί, όλα δεν μπορούν να ειπωθούν, το ξέρει.

Η νομιμοποίηση της αυθαιρεσίας ίσως προκύπτει από το αναγνωστικό συναίσθημα, την απόπειρα διερωτήσεων με αντικειμενικότητα του υποκειμενικού, αυτό το μας γάμησες, που κάθε αδιαφορία διαλύει, η αδιαφορία είναι, εκτεταμένη και κρυμμένη πίσω από το ξέρω εγώ, εκείνη εχθρεύεται (και) τη λογοτεχνική αφήγηση, ίσως γιατί το ένστικτο επιβίωσης το διατάζει. Ματίνα, αν ήθελες να μας γαμήσεις, δεν θα τα κατάφερνες, δεν έχουμε χώρο για ενσυναίσθηση και για λύπη έξω από εμάς, κάτι δικό μας διαπραγματεύτηκες, και ας μην κατεβαίνουμε καθημερινά τη Συγγρού.

υγ. Για τα σωματίδια είχα γράψει αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Εκδόσεις Ίκαρος

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Καιρός των κρυστάλλων - Ελένη Στελλάτου

Μια μικρή, ανώνυμη και ίσως φανταστική, παραθαλάσσια πόλη των αρχών του 20ού αιώνα πλήττεται από μια παράδοξη, μεταδοτική ασθένεια, που μετατρέπει τα σώματα όσων προσβάλλονται σε πορσελάνινα, έτοιμα να θρυμματιστούν με το παραμικρό άγγιγμα. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, Εμανουέλ Περόν, τρίτης γενιάς ντρογκερίστας της πόλης, θα επιφορτιστεί με την ανάγκη εξεύρεσης γιατρικού, πριν ο θάνατος κυριαρχήσει, πριν η ανέχεια του οικονομικοκοινωνικού παγώματος εγκαθιδρυθεί. Έχοντας, πλέον, τη συλλογική εμπειρία από τις απόπειρες καθησυχασμού μιας πανδημίας, όλα τα μέτρα που λαμβάνονται μοιάζουν αναμενόμενα, ευκαιριακά ή σωτήρια, οι φήμες και οι συνωμοσίες, επίσης, η επιστήμη συγκρούεται με τον τσαρλατανισμό, οι εύκολες απαντήσεις και λύσεις μοιάζουν πάντα καλοδεχούμενες, είναι όμως επικίνδυνες.

Η Στελλάτου απομακρύνει το βλέμμα χωροχρονικά, ταξιδεύει στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και σκιαγραφεί μια πόλη χειροπιαστού μεγέθους, εκεί που όλες οι συνδέσεις εξουσίας, λειτουργών και πολιτών είναι ορατές, χωρίς να έχει προτεραιότητα τον παραβολικό χαρακτήρα της ιστορίας της, χωρίς να την ενδιαφέρει η προφανής σύνδεση του τότε με το πρόσφατα, χωρίς να τραβάει από τα μαλλιά αναλογίες και έτσι, παρότι η ιστορία φαντάζει δυσφορικά οικεία, σύντομα αυτονομείται καθώς η πλοκή ξεδιπλώνεται. Ισορροπεί ανάμεσα στον πειραματικό χαρακτήρα εντός ενός πεπερασμένου συστήματος αντιμέτωπου με μια απειλή θανάτου, και σε μια ιστορία με πρόσωπα, πλοκή και ανατροπές.

Όμως, όσο καλοδουλεμένη και αν είναι η πλοκή, όσο αληθοφανή και ανθρώπινα τα πρόσωπα, όσο οικείες ή μη οι συνθήκες και οι καταστάσεις, τίποτα δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει, να οικοδομηθεί και να σταθεί χωρίς τη γλώσσα. Ακόμα και στα σημεία ταχείας ανάπτυξης της πλοκής, η Στελλάτου έχει φροντίσει γλωσσικά το μυθιστόρημά της, έχει σκύψει και δουλέψει στις μικρολεπτομέρειες της γλώσσας, έχει με ζηλευτή άνεση διαπλέξει τον πλάγιο με τον ευθύ λόγο, και ίσως πάνω απ' όλα έχει χρησιμοποιήσει την κατάλληλη γλώσσα ώστε να ενισχύσει τη χωροχρονική συνθήκη, χωρίς να ξενίζει τον αναγνώστη. Η γλώσσα συντελεί στην ατμόσφαιρα ασφυξίας και δυσφορίας, την ώρα που η ίδια ανοίγει τις χαραμάδες που επιτρέπουν στο φως της ελπίδας ενός καλύτερου αύριο να διεισδύσει στον χώρο.

Στον καμβά της ιστορίας, που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, με τρόπο ομαλό ενσωματώνονται διάφορα γνώριμα χαρακτηριστικά και διακυβεύματα που απασχολούν τη γραφή από τις απαρχές της, όπως, μεταξύ άλλων, η μάχη του καλού με το κακό, η ηθική στάση, η υπαρξιακή αγωνία, η σχέση με την οικογένεια, ο έρωτας, η μοναξιά, η ανάγκη για μια υπεράνθρωπη πίστη, για νοηματοδότηση της ανθρώπινης εμπειρίας ή το δέος εμπρός στον θάνατο. Η Στελλάτου ωστόσο δεν αποπροσανατολίζεται στιγμή, δεν απολύει τον βηματισμό που εξαρχής επέλεξε, όλα τα συνοδευτικά της πλοκής είναι παραφερνάλια, σημαίνοντα και σημαινόμενα από αντανάκλαση της θέσης του ανθρώπινου απέναντι σε μια στιγμή αγωνίας και απειλής θανάτου, όταν το κοινωνικό, οικονομικό και ηλικιακό στάτους παραμερίζονται και όλοι μοιάζουμε με υποψήφια θύματα. 

Ο Καιρός των κρυστάλλων λειτουργεί σε δύο επίπεδα, στο πρώτο και εκτενέστερο βρίσκεται η πλοκή, το τι θα συμβεί στην επόμενη σελίδα, στο πώς θα εξελιχθεί η ιστορία, πώς η πόλη θα διαφύγει ή όχι της στενωπού, στο δεύτερο κατοικούν διαρκή ερωτήματα που θέτουν και τον αναγνώστη απέναντί τους, ανασύροντας τις ιδιαίτερες αναμνήσεις καθενός μας από την προ πενταετίας εμπειρία, μια ευκαιρία αναστοχασμού και κατανόησης. Σπάνια συμβαίνει, και με την πανδημία συνέβη, μια εμπειρία να είναι τόσο κοινή ανάμεσα στον πληθυσμό σε παγκόσμιο επίπεδο, να που όσα η λογοτεχνία του φανταστικού προοικονομούσε συνέβησαν. Η κοινή εμπειρία αναδεικνύει και τη διαφορετικότητα, την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου, την ύπαρξη διαβαθμίσεων στις επιλογές και τη στάση μας, όταν το υγρό βράζει και η ψυχραιμία είναι μια δαπανηρή πολυτέλεια.

Η Στελλάτου παραδίδει ένα ωραίο μυθιστόρημα, με δυνατή γλώσσα και σασπένς, πετυχαίνοντας την κατάλληλη δοσολογία των πρώτων υλών, ξεφεύγοντας από το ένα ακόμα λογοτεχνικό έργο για την πανδημία, αποκρούοντας με σαφήνεια κάθε μομφή για καιροσκοπισμό, επιμένοντας, ωστόσο, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, πως λειτουργία της λογοτεχνίας δεν θα έπρεπε να είναι ο εφησυχασμός και το νανούρισμα, πως οι δαίμονες συνεχώς ουρλιάζουν εκεί έξω. Ο Καιρός των κρυστάλλων είναι ένα πλήρες μυθιστόρημα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Η επέτειος - Andrea Banjani

Παιδί-γονείς, συνήθως νεκροί, εντός ή εκτός εισαγωγικών. Το ενδιαφέρον έχει δύο πλευρές, ωστόσο. Επιθυμία για το επόμενο, ενημέρωση μιας βιβλιογραφίας/Κορεσμός και επανάληψη, κίνδυνος. Οι προσδοκίες μου εξαντλούνται στο διακύβευμα. Κάπου στο βάθος, έχουν όλα ειπωθεί, πότε με ερωτηματικό, πότε με κάποια βεβαιότητα. Στην άκρη του νήματος, το Γράμμα στον πατέρα. Μικρότερες και μεγαλύτερες γυαλένιες, η μια δίπλα στην άλλη.

Η επέτειος τιμήθηκε με το σημαντικότερο ιταλικό βιβλίο λογοτεχνίας, το Strega. Μεταφράζεται σε διάφορες γλώσσες, στα ελληνικά από την έμπειρη και ανήσυχη Δήμητρα Δότση. Ένα βιβλίο που κινείται, διαβάζεται και σχολιάζεται.

Όταν ο αφηγητής χαιρέτισε τους γονείς του, η μητέρα του του ζήτησε να επιβεβαιώσει πως θα επιστρέψει, από την ενηλικίωση και μετά, άφησε το σπίτι στο μικρό χωριό για να σπουδάσει στο Τορίνο, από εκεί ερχόταν για κάποιες επισκέψεις, αυτή ήταν η τελευταία, ωστόσο, θα το συνειδητοποιούσε αργότερα, θα το επικύρωνε, δεν θα επέστρεφε ξανά. Πέρασαν από τότε δέκα χρόνια, να η επέτειος.

Μόνο αργότερα, μόνο ύστερα από την ερώτηση, πού το ξέρουμε, αμφισβητήθηκε μέσα μου το αυτοβιογραφικό της ιστορίας αυτής, μια υπόθεση από κεκτημένη ταχύτητα, η αυτομυθοπλασία ολοένα και καταλαμβάνει μεγαλύτερο χώρο στις αναγνώσεις μου, εκεί που παλιότερα ήταν εκ προοιμίου η διάκριση συγγραφέα και πρωτοπρόσωπου αφηγητή, τώρα συμβαίνει το ανάποδο, η ταύτιση, ωστόσο, ποια είναι η διαφορά, δεν διαβάζω για την αλήθεια αλλά για την αφήγηση, τι και αν συνέβη, τι και αν επινοήθηκε, δεν έχει και τόση σημασία.

«Το να αποσπάσω, λοιπόν, τη μητέρα μου από τον πατέρα μου ισοδυναμεί με το να τη βγάλω από εκείνο το σκοτάδι και να τη μετατρέψω ουσιαστικά σε μυθιστορηματικό πρόσωπο. Ίσως γι' αυτό να μην είχα γράψει ποτέ μέχρι σήμερα μυθιστόρημα. Έναν μηχανισμό δηλαδή που δίνει υπόσταση σε ένα σύμπαν στο οποίο δεν ήμουν άμεσος μάρτυρας, παρά μόνο εν μέρει».

Μια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος, κοντινού και μακρινού, οι γονείς πριν γίνουν και αφού έγιναν γονείς, ο πατέρας αφέντης, η μητέρα που ανεχόταν, τα παιδιά που προσπαθούσαν να βρουν και να καταλάβουν χώρο, ο αφηγητής που κάποια στιγμή αποφάσισε να μην επιστρέψει ξανά, να κλείσει την πόρτα πίσω του, να μην την ανοίξει. Μια σειρά από φωτογραφίες είναι τα κομμάτια του παζλ που σιγά-σιγά παίρνουν τη θέση τους στη συμπλήρωση της μεγάλης εικόνας. Διάλογοι δεν υπάρχουν, δράση ελάχιστη, ταμπλό βιβάν με voice over, ένα άλμπουμ με οικογενειακές φωτογραφίες, η κίνηση είναι μόνο η επιστροφή ή η αναχώρηση από το σπίτι, όχι το ενδιάμεσο, μόνο το σημείο άφιξης και αναχώρησης. Το παρελθόν είναι αυτό που πάντα είναι, παγωμένο, δεδομένο, ακίνητο. Αυτή η επιλογή λειτουργεί απόλυτα. Η απόσταση από εκείνο δίνεται με έναν τρόπο ξεχωριστό, που τονίζει και αναδεικνύει την απόφαση του αφηγητή, οριστική και αμετάκλητη, να μην επιστρέψει.

«[...] σε γενικές γραμμές, νομίζω πως ήταν μια από τις βαθύτερες παρεξηγήσεις μεταξύ των γονιών μου: εκείνος, που την εξουσίαζε, ήθελε από εκείνη να είναι ένα τίποτα ενώ εκείνος να είναι κάτι, κι εκείνη, από τη μεριά της, ήθελε να είναι ένα τίποτα, γιατί το τίποτα ήταν τουλάχιστον κάτι».  

Ο πατέρας, βίαιος, εκβιαστής, αφέντης. Η μητέρα παραδομένη. Το παιδί, ανεξάρτητα από την ηλικία, πάντα θα είναι το παιδί, μέμφεται εκείνη, που δεν αντέδρασε, που δεν πάτησε πόδι, που δεν είπε αρκετά, που δεν προστάτεψε τα παιδιά. Τη μέμφεται έμμεσα ή άμεσα, το δηλώνει ή το αφήνει να αιωρείται. Το κτήνος είναι κτήνος. Υπάρχει ένα σημείο σκέψης που το νιώθω οικείο, μου κόστισε, το κατακτώ όλο και περισσότερο, πιστεύω. Έχει να κάνει με τη διάκριση της εξήγησης και της αποδοχής. Διάσπαρτα στη αφήγηση υπάρχουν στοιχεία που ως ένα βαθμό εξηγούν τη συμπεριφορά και των δύο, γιατί εκείνος έκανε όσα έκανε και γιατί εκείνη δεν έκανε όσα θα έπρεπε. Αυτό δε σημαίνει κάτι παραπάνω. Τα αίτια και οι συνθήκες εξηγούν, δεν συγχωρούν, δεν δικαιολογούν, δεν απαλλάσσουν, κυρίως αυτό, δεν απαλλάσσουν. 

Ο αφηγητής δεν επιχειρεί να αναστήσει το παρελθόν, να καταφύγει σε μυριάδες τι θα συνέβαινε εάν, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα. Υποψιάζομαι πως σε κάποιους αναγνώστες θα λείψει το εύρος των συμβάντων, περισσότερα περιστατικά βίας, περισσότερα ενοχοποιητικά στοιχεία, περισσότερη δράση που θα τόνιζε τη μη δράση της μητέρας, που θα τους επέτρεπε να ταυτιστούν στη μομφή του γιου απέναντί της. Η αφαιρετικότητα, το συμπύκνωμα, οι επιστροφές ξανά και ξανά στην περιδίνηση, τα λίγα λόγια που μοιράζεται για τον εαυτό του μαζί μας, η άρνηση να μπει σε μια λογική μου συμβαίνει αυτό γιατί μου συνέβη εκείνο. Η απλότητα διατηρεί ως τέλους ενεργή τη σχέση γονείς-παιδί. Αυτή η απλότητα, παιδικότητα την είχα χαρακτηρίσει τότε, μου έφερε στο νου το υπέροχο Η μητέρα μου γελάει. Το παιδί που γράφει για τους γονείς του χωρίς να προβάλλει διαρκώς την ενήλικη εκδοχή του.

Παράδειγμα. Το γεγονός πως ο αφηγητής σπούδασε στο πανεπιστήμιο, ήδη τον τοποθετεί ψηλότερα από εκείνους. Αυτό όμως δεν έχει να κάνει με το διακύβευμα, το τι συνέβαινε τότε παλιά. Για να φέρω ένα λογοτεχνικό παράδειγμα, θα αναφερθώ στο Ο κηπουρός και ο θάνατος του Γκοσποντίνοφ. Τεχνικά άρτιο, συναισθηματικά δυνατό, ένα καλό βιβλίο για τη συγκεκριμένη θεματική. Ωστόσο, η σύμβαση πατέρας-γιος σπάει, ο γιος έχει ξεπεράσει κατά πολύ τον πατέρα, τώρα εκείνος έχει τον ρόλο του φροντιστή, ο πατέρας είναι άβουλος. Δεν το κρίνω, προφανώς όχι, με όρους αληθοφάνειας ή ρεαλισμού, εννοείται πως συμβαίνει κατά κόρον, όμως η σύμβαση σπάει.

Διαρκώς θεωρούσα δεδομένο πως οι γονείς έχουν πεθάνει, διαρκώς η αφήγηση μου υπενθύμιζε πως όχι. Η ακινησία ήταν της ποιότητας του θανάτου, παρότι δυνητικά υπήρχε δυνατότητα επιστροφής, το κλείσιμο της πόρτας υπήρξε οριστικό. Θυμήθηκα τον Βουόνγκ που γράφει στα αγγλικά ένα γράμμα στη μητέρα του που ούτε στη μητρική της γλώσσα δεν ξέρει να διαβάζει, πόσο μάλλον σε μια ξένη γλώσσα, μια ακόμα μεμβράνη προστασίας για τον γιο. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει το στοιχείο της αυτομυθοπλασίας εδώ, αν οι γονείς ζουν, πώς θα ένιωσαν διαβάζοντας το βιβλίο αυτό. Ειδικά η μητέρα. Τον πατέρα τον φαντάζομαι να λέει: τέτοιο μαλακισμένο ήταν πάντα.

Η στατικότητα και η αφαιρετικότητα απορροφούν μεγάλο μέρος από τη βιασμένη επιβολή συναισθήματος, εκείνος εν πολλοίς στέκεται στη σκιά, στις αποστροφές μόνο αποκαλύπτεται φευγαλέα ποιος είναι ο αφηγητής, ποιος είναι πραγματικά, ποιος είναι ως άτομο, ως ταυτότητα, πώς ζει, πώς αισθάνεται. Ένας παρατηρητής που δεν επιθυμεί να φανερωθεί, δεν επιθυμεί να παρατηρηθεί.

Άσχετα αν πρόκειται για προϊόν ακριβής αυτομυθοπλασίας ή όχι, ο Μπαγιάνι τα καταφέρνει περίφημα σε μια αρένα που ο ανταγωνισμός είναι ιδιαιτέρως έντονος. Ακόμα ένας πρωτοπρόσωπος αφηγητής που θα μας πει την ιστορία των γονιών του, ακόμα ένα οικογενειακό δράμα, σίγουρα αυτή η σκέψη κάπου υπάρχει εκεί πίσω στο μυαλό τη στιγμή που ένα βιβλίο όπως αυτό αφήνει τις σελίδες του να ανοιχτούν στον αναγνώστη. Αυτό που ήθελε να πει, το περιεχόμενο δηλαδή, η ιστορία είναι που επιβεβαιώνει πως η κατασκευή, ο τρόπος δηλαδή, λειτούργησε άψογα. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί να ιδωθεί με μια κάποια αντικειμενικότητα, το περιεχόμενο δύσκολα.

Μια ακόμα γυαλένια στο νήμα της λογοτεχνίας παιδί γονείς. Μια ακόμα γυαλένια στην καλή ιταλική λογοτεχνία που τα τελευταία χρόνια όλο εκπλήξεις είναι.

υγ. Για το Η μητέρα μου γελάει περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Για το Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι εδώ. Για το Ο κηπουρός και ο θάνατος εδώ. Τελευταία σχετικά διάβασα και το υπέροχο Ο μεγάλος Ρέι, περισσότερα εδώ. Λινκ για την ετικέτα Ιταλία θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Ίκαρος