Και αυτές οι λίστες, πώς μεγαλώνουν, με τρόπους διάφορους, της επιμονής και της συγκυρίας, μεταξύ άλλων, αλλά κυρίως: διαβάζοντας· γεγονός που διόλου, αν και φαινομενικά, παράδοξο δεν είναι, διαβάζοντας, λοιπόν, οι λίστες αντί να μικραίνουν μεγαλώνουν. Διάβασες ένα βιβλίο, σου άρεσε, τσεκάρεις την υπόλοιπη εργογραφία, ποια έχουν μεταφραστεί, ποια κυκλοφορούν, η λίστα μεγαλώνει, ένας ακόμη συγγραφέας. Να μια εκδοχή των πραγμάτων.
(το μέρος Α' το βρίσκετε εδώ)
Βιβλίο ΙΙΙ, Η βροχή και άλλα παιδιά, Ροδρίγο Ρέι Ρόσα, μτφρ. Μαρίνα Διάφα, Γιάννα Σκαρβέλη, εκδόσεις Μαγια
Στις αρχές του καλοκαιριού διάβασα τη Σεβερίνα του Ροδρίγο Ρέι Ρόσα (μτφρ. Καλυψώ Αγγελοπούλου, εκδόσεις Κυψέλη), με τον τρόπο της υποβλητική, ίσως και λόγω επαγγελματικής συγγένειας με τον αφηγητή, υπάλληλος σε βιβλιοπωλείο και εκείνος, μια ερωτική ιστορία στην κόψη της παρανομίας και της εκμετάλλευσης, παλπ και στακάτος ρυθμός, ισορροπία ανάμεσα στον σκληρό ρεαλισμό και τον αναχωρητισμό, ένα ερωτεύσιμο αερικό, με λίγα λόγια μου άρεσε πολύ το βιβλίο αυτό. Κάπου εκεί γύρω κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Κώστα Αθανασίου η Μυστική φυλακή, μια καλοδεχούμενη συγκυρία!
Ψάχνοντας περισσότερα για τον συγγραφέα, εντόπισα μια παλιότερη έκδοση, του 1994, με τίτλο Η βροχή και άλλα παιδιά, η οποία στην ουσία είναι η έκδοση σε έναν τόμο των πρώτων δύο συλλογών με διηγήματα του Ρόσα. Δεν έχω καταφέρει ακόμα να σιγουρευτώ για το πού μπαίνει ο τόνος στις εκδόσεις Μάγια/Μαγιά, και οι δύο εκδοχές μου αρέσουν, ίσως η έλλειψη τόνου να είναι μέρος του παιχνιδιού, όπως και να έχει λειτούργησαν με έδρα τη Θεσσαλονίκη στα πέριξ της δεκαετίας του '90. Δεν κουράζομαι ποτέ να λέω πόσο τυχεροί, σε άλλα τόσο άτυχοι, είμαστε όσον αφορά τη λογοτεχνία στον τόπο μας, η πολυτέλεια να υπάρχουν τόσο πολλές και τόσο καλές επιλογές για όλα τα γούστα. Με λίγο ψάξιμο, να μην τα πολυλογώ, το βρήκα. Αποφάσισα να πιάσω το νήμα από την αρχή, σύντομα θα ακολουθήσει η Μυστική φυλακή.
Για τον Ρόσα είχε εκφραστεί με κολακευτικά λόγια ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, ωστόσο, υπάρχει ακόμα ένας τεράστιος συγγραφέας, τέτοιος υπήρξε ο Πολ Μπόουλς, που μάλλον στην Ελλάδα δεν αναγνωρίστηκε στο βαθμό που του αναλογούσε, ο οποίος, εκτός από φιλικές σχέσεις μαζί του, μετέφρασε στα αγγλικά κάποια από τα πρώτα έργα του, τι παράσημο!
Η έκδοση περιλαμβάνει 37 διηγήματα, μικρού σχετικά μεγέθους στην πλειοψηφία τους, τα οποία διέπονται από την συνύφανση δύο κόσμων, που τουλάχιστον στα μάτια του μακρινού παρατηρητή χαρακτηρίζουν τη Λατινική Αμερική, όπως αυτή αποτυπώνεται λογοτεχνικά, ιδιαίτερα μετά την επέλαση του μαγικού ρεαλισμού αλλά και την επιρροή του φαινομένου Μπόρχες, ένας κόσμος μαγικός, ανοιχτός στο παράδοξο και το παράλογο, αλλά και τον σκληρό ρεαλισμό μιας περιοχής με μεγάλη παράδοση στην πολιτική αστάθεια, στην οικονομική δυσπραγία, στη μεταποικιακή πραγματικότητα, χώρες των ανισοτήτων και της βίας. Ο Ρόσα, στα πρώτα του αυτά διηγήματα, περισσότερο από το προσωπικό του στυλ, ευδιάκριτο αλλά όχι ιδιαίτερα προσωπικό, ίσως η μεσολάβηση των χρόνων να παίζει τον ρόλο της, ορίζει τα όρια της επικράτειας εντός της οποίας επιθυμεί να κινηθεί λογοτεχνικά, τους μικρόκοσμους εντός της πραγματικότητας που θέλει να χτίσει, και αυτό είναι που διέπει τα διηγήματα των δύο συλλογών, το κακό και ο έρωτας, η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς, μια σκοτεινή ματιά χωρίς να εγκλωβίζεται στον εξωτισμό, διηγήματα ψηφίδες, διηγήματα κεφάλαια, διηγήματα γέφυρες, προλογίζουν και προοικονομούν ένα μυαλό που γεννά ιστορίες, τις πρώτες καταχωρήσεις σε μια εργογραφία που μένει να εξελιχθεί.
Βιβλίο IV, Το μεγάλο όνειρο του παραδείσου, Σαμ Σέπαρντ, μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδόσεις Καστανιώτη
Όταν διάβασα το Ο άλλος μέσα του, δεν ήμουν προετοιμασμένος γι' αυτό που θα μου συνέβαινε, κανείς δεν είχε βρεθεί να με προειδοποιήσει, μια καινούρια έκδοση, κάτι μου έλεγε το όνομα του συγγραφέα, δεν άργησα να φτάσω στο Παρίσι, Τέξας, αυτό ήταν, το αγόρασα, το διάβασα, σοκ και δέος. Είμαστε στο 2019, δύο χρόνια αφού ο Σέπαρντ είχε φύγει από τη ζωή, και αυτό αποδείχτηκε το καλύτερο βιβλίο που διάβασα σύμφωνα με εκείνη την ετήσια απογραφή. Κάποιος, ενώ μοιραζόμουν το δέος, μου είπε πως επρόκειτο να κυκλοφορήσει και το τελευταίο βιβλίο του που εκδόθηκε, ακόμα τίποτα. Πέρασαν κάποια χρόνια, το βιβλίο ακόμα έστεκε μέσα μου, επανερχόταν στην ασθενή μου μνήμη διαρκώς, ωστόσο παρότι συγκέντρωσα, καλό μυρμήγκι είμαι ώρες και φορές, και άλλα βιβλία του, έφτασε το περσινό καλοκαίρι για να νιώσω την ανάγκη καταφυγής σε κάτι ακόμα δικό του, τα Χρονικά των Μοτέλ.
Είναι σωτήριο, στο όριο της υπερβολής κινούμαι και το ξέρω, να υπάρχει στη βιβλιοθήκη σου κάποιο αδιάβαστο βιβλίο ενός συγγραφέα που ξέρεις πως θα σε συντρέξει όταν η ανάγκη παρουσιαστεί. Και φέτος, σχεδιάζοντας το πλάνο διακοπής, με έκανα εικόνα να διαβάζω ένα διήγημά του και ύστερα να κάνω μια βουτιά, και κάπως έτσι να περάσω μια ολόκληρη μέρα στη θάλασσα κυνηγώντας τη σκιά, να διαβάζω ένα διήγημα και να βουτάω, ίσως γιατί διαισθητικά πρόσμενα το εφέ Κάρβερ, που, δική μου επινόηση, έχει να κάνει με τον τρόπο που το κάθε διήγημα περνάει στο επόμενο, πως άλλα πρόσωπα σε άλλα σαλόνια ανεβαίνουν σε κάθε επόμενη σκηνή, αλλά είναι πάντα η ίδια ατμόσφαιρα, ο ίδιος καμβάς, η μια ιστορία μέσα στην άλλη, και ναι, κάθε ένα διήγημα, του Κάρβερ, αλλά και του Σέπαρντ στην προκειμένη περίπτωση, μπορεί με θαυμαστή άνεση να σταθεί μόνο του, ωστόσο η μαγεία να διαβάζεις διαδοχικά τα διηγήματα, ειδικά αν μεσολαβεί μια βουτιά σε ιδανικά προς το παγωμένη θάλασσα, αγγίζει άλλες σφαίρες αναγνωστικής απόλαυσης.
Και τα διηγήματα του Σέπαρντ επιτέλεσαν με θαυμαστή ακρίβεια τον ρόλο τους έτσι όπως τον είχα φανταστεί και επιθυμήσει, παρότι η θάλασσα ήταν ρηχή και ζεστή, εκείνα άφηναν ξέφτια από νήματα για να ενώνονται, κάθε ένα από εκείνα ακόμα ένα κομμάτι στο συνολικό παζλ. Περιττό να μιλήσω για την τεχνική αρτιότητα, βαρετό να αναφερθώ σε κάθε μία από τις επιμέρους πλοκές. Για μια ώρα ανάγκης έχω στη βιβλιοθήκη το Διασχίζοντας τον παράδεισο, ίσως για κάποια επόμενη διακοπή, για κάποια επόμενη θάλασσα.







