Πώς έφτασα εδώ, μπροστά στην οθόνη, να γράφω μ' ένα αίσθημα παράλυσης, να νιώθω την ανάγκη να πάρω τα πράγματα από την αρχή, γιατί αλλιώς καθόλου, η μοναξιά, κάπως θα έφτασα εδώ. Παίρνω τα λόγια του Α. —άνεργος και πρόσφατα χωρισμένος, καλοκαίρι στην ολοένα και πιο άδεια Αθήνα μόνη του παρέα ένας σκύλος— αντιστρέφω, αναδιατυπώνω, παίζω μαζί τους. Διαβάζω τις πρώτες αυτές γραμμές, ξανά και ξανά, τα πόδια στο κρύο νερό της θάλασσας που υπόσχεται, το γοργό βήμα πάνω στο καυτό χαλίκι παγώνει, μένω να κοιτάζω πού θέλω να βρεθώ, μια ανάσα, μια δεύτερη, ακόμα μια, δεν το παίρνω απόφαση να βουτήξω. Αναλογίζομαι το γιατί της συγγραφής, το πώς εδώ, την παράλυση, λίγο πριν όλα έμοιαζαν να μπορούν να μπουν στη θέση τους, να δημιουργήσουν μια αφήγηση, ένα καταφύγιο, ένα παρατεταμένο παρόν. Οι λέξεις είναι λέξεις, τα συναισθήματα, τα γεγονότα, τα πρόσωπα πρέπει (εναλλακτικά: ελπίζω) να γίνουν και αυτά με τη σειρά τους άθροισμα χτυπημάτων στο πληκτρολόγιο, γιατί όμως;
Στο κατάστρωμα ενός πλοίου, ένα δρομολόγιο που πια έχει καταργηθεί, τσακώνομαι με δύο φοιτητές, πάνε ένα σωρό χρόνια, εκείνοι εμμένουν στην επικοινωνία, αυτό σπουδάζουν, η γραφή λένε είναι μια πράξη επικοινωνίας, κάποιος εκπέμπει και κάποιος λαμβάνει, νιώθω την ανάγκη να σχηματοποιήσω στην οθόνη, δεν σκέφτομαι τον παραλήπτη, όχι εκούσια τουλάχιστον, εκείνοι έχουν τη βεβαιότητά τους αποσκευή, έχω μπλέξει σε ένα αδιέξοδο, αρκεί να παραδεχτώ ήττα, η συζήτηση θα λάβει τέλος, είμαι όμως ακόμα νέος για κάτι τέτοιο, επιμένω με πείσμα. Η θεωρία είναι καλή και χρήσιμη, ενίοτε. Είμαι εδώ τώρα, ωστόσο, για να γράψω για το Παραντί της Κατερίνας Ηλιοπούλου. Κάθε φόρα είμαι εδώ με κάποια αφορμή, πότε (με) κρύβω πίσω της, πότε την κρύβω πίσω μου.
Τριγυρνώ, ξανά και ξανά, γύρω από την αυτομυθοπλασία, ενίοτε με κουράζει, επιστρέφω ωστόσο, υπάρχει κάτι εκεί, στη συνείδηση του αφηγηματικού υποκειμένου, στην ταύτιση συγγραφέα αφηγητή κυρίως προσώπου και της πράξης της συγγραφής, δεν με ενδιαφέρει η αλήθεια, αλλά η διαχείρισή της, κάθε που κινούμε να αφηγηθούμε μια ιστορία, ακόμα και τη δική μας που τόσο καλά την ξέρουμε, που στο πετσί μας τη ζήσαμε, άλλο δεν είμαστε παρά κιβδηλοποιοί, παραχαράκτες, ξέρετε πιο είναι το ενδιαφέρον; αυτό γίνεται ασυνείδητα. Ο Α. δεν μπορεί να είναι η Κατερίνα. Βλακείες λέω, μια χαρά μπορεί. Ο Α. που κάποια στιγμή θα νιώσει την ανάγκη να υποδυθεί ένα γυναικείο αφηγηματικό πρωτοπρόσωπο υποκείμενο, να δοκιμάσει, ίσως έτσι. Γιατί κάθεται μπροστά από την οθόνη, γιατί μετατρέπεται σε συγγραφέα, παρότι κάτι τέτοιο τον παραλύει; Εκεί κρύβονται τα υλικά με τα οποία θα σκιαγραφήσω έναν ορίζοντα προσδοκιών, εκεί κρύβονται τα υλικά με τα οποία θα τον μεταποιήσω, αφού πρώτα ίσως χρειαστεί να τον γκρεμίσω εντελώς.
Κάπου λέει: «Δεν ξέρω πότε κατάλαβα πως είμαι αρχείο ιστοριών. Τις μάζευα για χρόνια από τον περίγυρό μου, τους συγγενείς και τους γείτονες»· τσακίζω τη σελίδα πάνω δεξιά για όταν θα έχω ξεχάσει αυτή την φράση. Όλοι ακούμε ιστορίες, ας συμφωνήσουμε σε αυτό. Ίσως να μην είμαστε αρχεία, όχι ακόμα, όχι συνειδητά, ίσως εκείνη τη μέρα που θα καταλάβουμε πως είμαστε ένας ταμιευτήρας ιστοριών, τότε να προκύψει η ανάγκη. Αν θα έπρεπε με δύο λόγια να πω τι είναι το Παραντί, ίσως να έλεγα πως πρόκειται για την αποδελτίωση ενός αρχείου ιστοριών, η απόλυση και ο χωρισμός, η καλοκαιρινή Αθήνα, ο σκύλος, οι βόλτες, ίσως να είναι απλά η φλόγα, ο καπνός, το τσιγαρόχαρτο, αντίστοιχα, αυτό που καίγεται και αφήνει πίσω του στάχτη. Ένα παλίμψηστο ιστοριών με έναν τρόπο μεταμοντέρνο συνειδητά χαοτικό, θα πρόσθετα.
Κάθε βιβλίο, λένε, είναι μια κατασκευή, ίσως σε κάποια αυτό να είναι πιο εμφανές. Αυτό συμβαίνει εδώ. Διάβαζα το βιβλίο αχόρταγα, συνέχιζα από εκεί που είχα σταματήσει, δεν το επεδίωξα αυτό, συνέβη. Κλείνοντας την τελευταία σελίδα, η λογική αποπειράθηκε να ζητήσει την τροφή της, η απόλαυση είναι ένα πλάσμα συχνά ακατανόητο, δεν πειθαρχεί στην αιτιοκρατία, το γιατί μου άρεσε μένει συχνά αναπάντητο, και τι με αυτό; Η λογική επιμένει, οι λέξεις μένει να σχηματιστούν. Τυλίγω το κουβάρι προς τα πίσω, επιστρέφω στον Α. μπροστά από την οθόνη, τον Α. που εκείνη τη στιγμή γίνεται συγγραφέας, οι ιστορίες που αρχειοθέτησε, οι ιστορίες που συνέβησαν ενώσω επέστρεφε στο πληκτρολόγιο, κι ας παρέλειπε στην πορεία αυτή να μας το υπενθυμίζει διαρκώς. Είναι οι δικές του Χίλιες και μία νύχτες, η δική του ανάγκη να πάρει παράταση για ακόμα μία νύχτα.
Εγκιβωτισμός, θα αναφωνούσε η θεωρία, επιβίωση, θα ψιθύριζε θαρρώ εκείνος. Η ανάγκη για ιστορίες και η επιστροφή σε αυτές. Η περιδιάβαση στην πόλη, οι ιστορίες της. Η συγκυρία, οι ιστορίες της. Η ανάγκη να συνεχίσει κανείς, η πιο απαραίτητη απ' όλες. Η ιδιωτεία της αφήγησης του προσωπικού, το εγώ στο κέντρο, η αφετηρία της ανάγκης για άθροισμα χτυπημάτων στο πληκτρολόγιο, το μονοπάτι που προσφέρει εναλλακτικές διαδρομές, πού ξεκίνησα να πάω, πώς βρέθηκα εδώ, ξανά και ξανά. Η ανάγκη για ιστορίες είναι η ραχοκοκκαλιά του μυθιστορήματος αυτού, η ανάγκη για ιστορίες είναι η ραχοκοκκαλιά κάθε αναγνώστη, εδώ συναντούνται οι δυο τους, το γιατί γράφω δεν στέκει μόνο του, το γιατί διαβάζω του κάνει παρέα, ποια η ανάγκη;
Η απόλαυση δεδομένη. Η λογική ακόμα γυρεύει. Όσο η απόλαυση συνέβαινε η λογική καιροφυλακτούσε, δεν βρήκε χαραμάδα να χωθεί, μετά την τελευταία σελίδα επανήλθε για ακόμα μια απόπειρα αιτιοκρατική, αράδιασε τα γιατί της, περίμενε. Με έναν τρόπο μεταμοντέρνο συνειδητά χαοτικό, έγραφα παραπάνω, επανέρχομαι σε αυτό. Η Ηλιοπούλου, που τη γνώριζα ως ποιήτρια, έχει μια δεδομένη δεινότητα στην αφήγηση, μια γεννήτρια που παράγει ιστορίες και χωρίς ανάγκη για μετασχηματιστή τις αφήνει να εισέλθουν στη ροή της κεντρικής αφήγησης, ακόμα και όταν μοιάζει εκείνη να έχει παραμεριστεί και κάπου αλλού να έχουμε βρεθεί, μακριά από τον Α. Αυτή η ομαλή ένταξη των ιστοριών στην κεντρική ροή δεν επιτρέπει να δημιουργηθεί η χαραμάδα μέσω της οποίας η λογική θα εισχωρούσε να αναρωτηθεί γιατί το ένα και γιατί το άλλο. Η κατασκευή λειτουργεί, η κατασκευάστρια αυτό επιθυμεί, η κατασκευή της να λειτουργήσει και όχι να μας περηφανευτεί γι' αυτό, δεν περιφέρεται ανάμεσα στους αρμούς φωνάζοντας: κοιτάξτε με τι έκανα· παραμερίζει, βγαίνει από το κάδρο παρέα με τον Α.
Οι ιστορίες, εν μέρει αυτόνομες, μεταφέρουν στις πλάτες τους την πολυπλοκότητα του κόσμου, αφήνουν πίσω τους την όποια προσήλωση στην ιδιωτεία, επίσης δεν το βροντοφωνάζουν, απλά συμβαίνει, ο κόσμος τριγύρω καίγεται, η λογοτεχνία είναι ένα προνόμιο, ωστόσο ενίοτε αποτελεί και ένα εργαλείο παρατήρησης του κόσμου γύρω της, το εγώ λειτουργεί απορροφητικά και ανακλαστικά ταυτόχρονα, ένας μετασχηματιστής στο μεγάλο κύκλωμα, που όσο λειτουργεί επιβιώνει και δεν καίγεται. Η φιλοδοξία, σκέφτομαι, που κρύβεται πίσω από το Παραντί είναι η κατασκευή να λειτουργήσει εν συνόλω, η μια ιστορία να χύνεται μέσα στην άλλη, όλα μέσα σε όλα, όλα παρ' όλο που, όλα ταυτόχρονα, σε μια στιγμή. Η φιλοδοξία αυτό να αποτελέσει ένα μυθιστόρημα και όχι κάποια διηγήματα ή νουβέλες. Η φιλοδοξία η πράξη της γραφής να διερευνηθεί στο πεδίο της ζωής, ένας χωρισμός, μια απόλυση, ένας σκύλος, μια άδεια Αθήνα, η απόφαση του Α. να κάτσει μπροστά από το πληκτρολόγιο, τα άλλα συμβαίνουν, φαινομενικά απλά, εκεί η αρετή, η απλότητα που κρύβει επαρκώς τους αρμούς, συμβαίνουν όπως συμβαίνει η ζωή, συμβαίνουν παράλληλα με την ανάγκη για γραφή και ανάγνωση, συμβαίνουν και είναι εκεί.
Στο Παραντί η ποιήτρια δημιουργεί τον χώρο, το εργαστήριο μέσα στο οποίο θα δουλέψει ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί, εκεί υποδέχεται τον αναγνώστη, μαζί του θα βολτάρει στην άδεια και σκοτεινή, ποικιλοτρόπως σκοτεινή, Αθήνα, θα δοκιμάσει και θα καταφέρει να δείξει πως η λογοτεχνία είναι ένα δοχείο ποικίλων και ετερόκλητων συστατικών, έτσι όπως είναι απορροφητήρας και ανακλαστήρας της ζωής εκεί έξω. Οι ερωτήσεις είναι καμιά φορά σημαντικότερες από τις απαντήσεις ή όπως θα έλεγε ο τραγουδοποιός: όσο μικραίνω γύρω ο κόσμος μεγαλώνει.
υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας







