Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν - Lucie Rico

Η Πολ, λίγο μετά τα τριάντα πέντε, έχει εγκαταλείψει το χωριό όπου μεγάλωσε, εκεί που η οικογένειά της εκτρέφει και πουλάει πουλερικά, για τη μεγάλη πόλη. Επιστρέφει σπάνια, αυτή τη φορά για τον επικείμενο θάνατο της μητέρας της. Εκείνη, λίγο πριν ξεψυχήσει, θα της ζητήσει/επιβάλει μια τελευταία επιθυμία. Να σφάξει τον Τεοντόρ, το μονόματο κοτόπουλο. «Θα πρέπει κάποιος να σκοτώσει τον Τεοντόρ. Τον μονόματο. Θα ήθελα να το αναλάβεις εσύ». Εκείνη δέχεται, είναι πιο εύκολο να δεχτεί παρά να αρνηθεί, ο θάνατός της, πιστεύει, θα την απαλλάξει από την υποχρέωση αυτή, τότε η μητέρα δεν θα υπάρχει. «Είναι, αναμφίβολα, δύσκολο να πει κάποιος στα παιδιά του τι στ' αλήθεια προσδοκά εκ μέρους τους». Και τα παιδιά, από μικρά ακόμα, κουβαλούν αυτό το ανείπωτο παράπονο σταυρό στις πλάτες, το ανικανοποίητο των γεννητόρων, τη διαρκή μομφή που αιωρείται, ακόμα και όταν τα παιδιά μεγαλώσουν και απογαλακτιστούν και αποκτήσουν βάδισμα και εγκαταλείψουν την οικογενειακή στέγη και πάρουν, πιστεύουν, τη ζωή στα χέρια του, εκείνη η μομφή διαρκώς αιωρείται. Έτσι συμβαίνει.

«Η Πολ έκλεισε, για την επομένη, ένα πάγκο στην αγορά. Θα μοσχοπουλήσει τον Τεοντόρ και, στη συνέχεια, θα αποδεσμευτεί. Λέει και ξαναλέει: έτσι πρέπει να γίνεται με τα νεκρά κοτόπουλα». Πάνε είκοσι χρόνια τώρα που εκείνη δεν τρώει κρέας. Ήταν τα δέκατα έκτα γενέθλιά της, έφαγε μια μπριζόλα καπνιστή, κάπνισε το πρώτο της τσιγάρο, είδε τη μητέρα της να κάνει κάτι που έκανε σε όλη της τη ζωή, να πιάνει ένα κοτόπουλο που με τόση αγάπη και φροντίδα είχε μεγαλώσει και να το στραγγαλίζει με τα γυμνά της χέρια, της φάνηκε ξάφνου παράλογο. Τώρα όμως βρίσκεται εδώ, η τέφρα της μητέρας της σε ένα βάζο πάνω στο τραπέζι, ο Τεοντόρ ανύποπτος στην αγκαλιά της. Μια τελευταία υπόσχεση, να σφάξει τον Τέοντορ, και ύστερα θα είναι ελεύθερη να γυρίσει στη μεγάλη πόλη να συνεχίσει τη ζωή που επέλεξε για εκείνη, το τελευταίο νήμα θα έχει κοπεί. Παίρνει μολύβι και χαρτί. Σημειώνει ό,τι της έρχεται στο κεφάλι για τον Τεοντόρ. «Κοτόπουλο εύρωστο και γλυκό, μαθημένο στην προσήλωση και την τρυφερότητα, κοτόπουλο που αξίζει την αγάπη. Κι ύστερα "κοτόπουλο-κλόουν". Θα ήθελε εκείνοι που θα το καταβροχθίσουν να έχουν συνείδηση της κατάστασής του».

Την επομένη θα πάει στην αγορά. Θα πουλήσει τον Τεοντόρ. Γυρίζοντας στο σπίτι των παιδικών της χρόνων έχει ξοφλήσει το τελευταίο γραμμάτιο που σύναψε με τη μητέρα. Είναι πια ελεύθερη. Είναι πια ελεύθερη; «Είναι, αναμφίβολα, δύσκολο να πει κάποιος στα παιδιά του τι στ' αλήθεια προσδοκά εκ μέρους τους». Η αντίδραση των παιδιών είναι συνήθης, επί αυτής σφυρηλατείται ο προθάλαμος της ενήλικης ζωής. Αρκεί μια ελάχιστη, στο μάτι του παρατηρητή τέτοια, για το υποκείμενο τεράστια και καθοριστική, διαφοροποίηση. Θα το κάνω, σκεφτόμαστε, με τους δικούς μου όρους. Έτσι όπως εγώ το θέλω. Καμία σχέση με όσα έκαναν εκείνοι. Καμία σχέση. Οι νεκρολογίες σε μορφή βιογραφικού σημειώματος, ξεχωριστή για κάθε πτώμα, είναι η καθοριστική διαφοροποίηση, μια πράξη αγάπης που έρχεται να ρίξει καθησυχαστικό μανδύα στη δολοφονία και την πώληση της νεκρής, ξεπουπουλιασμένης σάρκας. Η Πολ, χωρίς να το σχεδιάσει, χωρίς να το καταλάβει καλά-καλά, συνεχίζει την οικογενειακή επιχείρηση, είπαμε όμως, με τους δικούς της όρους, ιδία επιλογή και βούληση, αναβάλει ολοένα και περισσότερο την επιστροφή, ο αγαπητικός απαντά στα τηλέφωνα, δείχνει κατανόηση σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως πένθος.

Η Ρικό, γεννημένη το 1988 στο Περπινιάν της Γαλλίας, κάνει το λογοτεχνικό της ντεμπούτο με το μυθιστόρημα αυτό, το οποίο με μια πρώτη ματιά θα μπορούσε να το κατατάξει κανείς στην οικολογική πεζογραφία, άλλωστε το 2021 το Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν τιμήθηκε με το βραβείο οικολογικού μυθιστορήματος. Όμως, με κάθε αυστηρή κατάταξη συμβαίνει αυτό, δεν είναι μόνο ένα οικολογικό μυθιστόρημα. Σε μια εποχή που στη Γαλλία, όπως και στη χώρα μας, η κτηνοτροφία βρίσκεται στο επίκεντρο, ένας κλάδος που τις τελευταίες δεκαετίες έχει πλήρως βιομηχανοποιηθεί, η Πολ, χορτοφάγος από επιλογή, νιώθει πως βιογραφώντας το κάθε κοτόπουλο διαφεύγει του αιματοβαμμένου μοτίβου. Το εύρημα αυτό, παιχνιδιάρικο περισσότερο παρά πρωτότυπο, επιτρέπει στη Ρικό να γλεντήσει τους τρόπους με τους οποίους πείθουμε εαυτούς σχετικά με την ηθική μας υπεροχή, τις δικαιολογίες που μετερχόμαστε για να αναδυθούμε ξεχωριστοί και ακέραιοι. Μαύρο χιούμορ, όπως το αίμα από τα σφαγμένα κοτόπουλα, στο όριο της φάρσας. Η συγγραφέας αξιοποιεί το εύρημά της, το εντάσσει σε μια πλοκή ολοένα και πιο αποκαλυπτική για την τύχη που η αυτοπειθώ αναπόφευκτα έχει.

Το εύρημα, ωστόσο, εξαρχής ταυτίζεται με την ικανοποίηση της γονεϊκής επιθυμίας, καίτοι ανείπωτη, γενική και ανικανοποίητη, παγίδα, παρότι εμφανής, δύσκολο να αποφευχθεί κατά την αυτόνομη βάδιση. Θυμήθηκα ένα μικρό μυθιστόρημα που διάβασα πριν από δώδεκα χρόνια και ακόμα το θυμάμαι, το Δείπνο με μύδια, της Μπιργκίτ Βαντερμπέκε, τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύτηκε τον πόλεμο εντός της οικογενειακής εστίας πίσω από ένα ξεχωριστό δείπνο με μύδια. Σίγουρα το Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν ικανοποιεί τις συμβατικές υποχρεώσεις του οικολογικού μυθιστορήματος, με τρόπο ευφυώς πλάγιο αναφέρεται στην βιολογική κτηνοτροφία, στις αρετές με τις οποίες ενδύονται οι οικογενειακές, μικρές φάρμες, το πλεονέκτημα που διαθέτουν έναντι της βιομηχανοποιημένης κτηνοτροφίας, όχι μόνο σε επίπεδο ποιότητος αλλά και ηθικής. Και το κάνει με ένα τρόπο έξυπνο, αποφεύγοντας το προφανές που όλοι γνωρίζουμε ή απλώς κάνουμε πως δεν γνωρίζουμε, δεν στοχεύει να ενημερώσει το καταναλωτικό κοινό για τις συνθήκες διαβίωσης, εκτροφής και θανάτωσης των πτηνών, το πώς η αγορά καιροφυλακτεί να εκμεταλλευτεί το όποιο πλεονέκτημα, αλλά κυρίως, όπως κάνει με την ίδια την Πολ, έτσι και με τον αναγνώστη, η Ρικό τοποθετεί στο επίκεντρο όλες αυτές τις δικαιολογίες, όλα αυτά τα κομμάτια γαματοσύνης που μας κάνουν να νιώθουμε ξεχωριστοί, και σε αυτή την επικράτεια.

Δεν εξαντλείται όμως σε αυτό το μυθιστόρημα αυτό. Με τη μητέρα πια νεκρή και απενεργοποιημένη, η Πολ θεωρητικά, έτσι πρόσμενε, είναι πλέον ελεύθερη και απαλλαγμένη από όλο αυτό το βάρος που εν ζωή οι δικοί της άφηναν με τα χρόνια στους ώμους της. Η φυγή και η χάραξη μιας ζωής εντελώς διαφορετικής δεν ήταν, ποτέ δεν είναι, αρκετή. Το κομμάτι της αυτογνωσίας απαιτεί πολλά περισσότερα, η απλή ερώτηση, ποια είμαι, μόνο απλή δεν είναι. Το αντιπαράδειγμα, το οποίο οι γονείς συχνά προσωποποιούν, αποδεικνύεται δυσκολοκατάβλητο, μοιάζει απλό το να μην γίνω σαν αυτούς αλλά μόνο απλό δεν είναι. Η Ρικό, εκτός από το οικολογικό κομμάτι, με το οποίο έρχεται να επιτεθεί στην αυτοεικόνα μας ως καταναλωτές, διαπραγματεύεται, σε δεύτερο αλλά καθοριστικό επίπεδο, την προαιώνια διαμάχη γονέα-τέκνου, και δη νεκρού γονέα-τέκνου.

Η συγγραφέας με τρόπο ευφάνταστο, χωρίς να απολύει τον βηματισμό, δίνοντας την απαραίτητη προσοχή στις μικρές λεπτομέρειες της πλοκής, διατηρώντας ένα διαολεμένο κέφι να κανιβαλίσει και να δει το γέλιο να παγώνει στο πρόσωπο του αναγνώστη, χωρίς να έχει και να εκφράζει πρόθεση να διδάξει, άλλωστε, κάποια που γράφει ένα τέτοιο μυθιστόρημα θα έπρεπε να είναι η πρώτη που γνωρίζει πόσο τρωτή είναι η αυτοεικόνα μας στην εποχή της ιδιώτευσης και της ατομικής ευθύνης, παραδίδει ένα χορταστικό μυθιστόρημα, που διαφεύγει με άνεση των ειδολογικών του περιορισμών, μια ευχάριστη έκπληξη.

υγ. Για το Δείπνο με μύδια περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Μαρία Γυπαράκη
Εκδόσεις Στίλβη

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Μάλινα - Ingeborg Bachmann

Ο χρόνος κυλούσε. Η αναμονή παρατεινόταν. Το βιβλίο έφτασε. Πειθάρχησα. Δεν ήταν εκείνη η στιγμή. Πολλές φορές έχω παρομοιάσει την ανάγνωση με την φυσική άσκηση. Μέχρι να μπουν και τα τελευταία δώρα κάτω από το δέντρο, η ανάγνωση δεν βρίσκει χρόνο. Οι κυκλοφορίες στο τέλος της χρονιάς έρχονται και στοιβάζουν τις αναγνωστικές επιθυμίες, λαχτάρα και ανυπομονησία. Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος πως είναι η κατάλληλη στιγμή να διαβάσεις ένα βιβλίο. Ισχύει. Ισχύει επίσης πως ενίοτε ένα βιβλίο έρχεται σε μια δύσκολη/ακατάλληλη περίοδο και τη φέρνει στα μέτρα του. Ένιωθα πως έπρεπε να περιμένω. Να επανέλθω αργά και σταδιακά. Να είμαι έτοιμος για μια αναγνωστική επιστροφή που λαχταρούσα καιρό.

Το 2013. Τότε είχα διαβάσει το μυθιστόρημα της Μπάχμαν, το μοναδικό που εξέδωσε εν ζωή, το Μάλινα, στα ελληνικά, σε μετάφραση Ιάκωβου Κοπερτί, είχε μεταφερθεί ως Ο Ιβάν, ο Μαλίνα κι Εγώ. Είχε προηγηθεί το σοκ με το ανολοκλήρωτο Η περίπτωση Φράντσα, νωρίτερα τα βιβλία του Μαξ Φρις, ακριβώς πριν η Τζέννυ Έρπενμπεκ. Το μου άρεσε/δεν μου άρεσε ως δίπολο συχνά η λογοτεχνία το διαπερνά, το αφήνει πίσω της, άλλα ρήματα πρέπει να αναζητήσει κανείς. Τέτοια η περίπτωση της Μπάχμαν. Ίσως με στοίχειωσε; Ο χρόνος κύλησε. Το βιβλίο μεταφράστηκε ξανά από τον Αλέξανδρο Κυπριώτη, βρέθηκε στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Πότλατς. Ένιωθα έτοιμος για μια διπλή αναμέτρηση, με το βιβλίο και την επιστροφή μου, δώδεκα χρόνια μετά, σ' αυτό.

Αντί εισαγωγής, φράση πρώτη: Αν είχαμε τον λόγο, θα είχαμε τη γλώσσα, δεν θα χρειαζόμασταν όπλα. Αντί εισαγωγής, φράση τελευταία: Θα σας μαρτυρήσω ένα τρομερό μυστικό: η γλώσσα είναι η τιμωρία. Μπαίνοντας στο μυθιστόρημα, παρουσιάζονται τα πρόσωπα της πλοκής. Ύστερα ορίζεται ο χρόνος, αφού πρώτα το Εγώ της αφήγησης διατυπώσει τη δυσανεξία του για το σήμερα: Όποιος έχει γράψει ποτέ ένα τρομερά ικετευτικό γράμμα, για να το κάνει μετά ωστόσο κομμάτια και να τ' απορρίψει, γνωρίζει ακόμα καλύτερα τι εννοούμε με το «σήμερα» εδώ. Με τον τόπο, τη Βιέννη, τα πράγματα είναι πιο απλά, αποτέλεσμα μιας ήπιας σύμπτωσης καθώς υπήρξε. Όταν ο Ζίγκφριντ, πιθανότατα ο Ζίγκφριντ Ούνζελντ, διευθυντής του γερμανικού εκδοτικού οίκου Suhrkamp, ρωτάει το Εγώ: Τι βιβλίο θα είναι, τι θα είναι δηλαδή το βιβλίο σου; Εκείνο, στην κορυφή του πόλου, απ' την οποία δεν υπάρχει επιστροφή, ουρλιάζει: Ένα βιβλίο για την κόλαση. Ένα βιβλίο για την κόλαση!

Τα παραπάνω κομμάτια δίνουν μια ιδέα, δεν απαντούν ωστόσο: ποιος ήταν ο Μάλινα; Ακόμα πιο πέρα: ήταν ο Μάλινα; Κάποιες φορές, τα ερωτήματα επιφέρουν περαιτέρω ερωτήματα, όχι απαντήσεις, είναι λίγο σαν να απλώνεται μπροστά σου μια θέα που κόβει την ανάσα, ο συσχετισμός είναι παρών, οι απαντήσεις μάλλον όχι, το αίσθημα είναι ιλίγγου ή δέους, μια ανοίκεια οικειότητα, της θέας αυτής, σκέφτεσαι, μέρος είμαι κι εγώ, δεν βοηθά πολύ η σκέψη αυτή, μάλλον επιτείνει το συναίσθημα. Το τερατώδες τι θέλει να πει ο ποιητής, η απόπειρα για μονοσημία, για καλούπι, εδώ αδυνατεί ακόμα και να επιχειρηθεί να εφαρμοστεί, ερωτήματα και επιπλέον ερωτήματα. Κάποιοι διαβάζουν για τις απαντήσεις, κάποιοι για τις ερωτήσεις, κάποιοι για το ταξίδι ανάμεσα σε υψώσεις και καταρρεύσεις.

Ας κάνω πρώτα ένα διαισθητικό σχόλιο γύρω από τη μετάφραση. Συνυπολογίζοντας τα χρόνια που μεσολάβησαν, όσα η εμπειρία και η λήθη επέφεραν, τότε, διαβάζοντας μαγεμένος αυτό το λογοτεχνικό επίτευγμα, ένιωθα πως ανάμεσα σε μένα και ένα ακραία απαιτητικό κείμενο κρεμόταν ένα πέπλο να δυσχεραίνει την επαφή. Αυτή τη φορά, σε αυτή τη μετάφραση αυτό δεν υπήρχε. Στέκομαι σε αυτή την υποκειμενική αίσθηση, γερμανικά δεν ξέρω, μου φαίνεται απλό και φτηνό να κρίνω την προηγούμενη μετάφραση απλά και μόνο εξαιτίας του διαφορετικού τίτλου και του παρατονισμένου ονόματος του Μάλινα.

Η τυχαιότητα είναι μια μομφή που αποδίδεται ελαφρά τη καρδία, θεραπεία για πάσα νόσο, λες και αυτό και μόνο αρκεί για να περικλύσει, για να καθυποτάξει το κρινόμενο. Η συνειρμική γραφή, η ροή της συνείδησης, αναλογιστείτε, πώς έγινε η υποδοχή τους στην αρχή. Προτεταμένα δάκτυλα υποδείκνυαν. Η τυχαιότητα είναι ένας εύκολος και ασφαλής δρόμος κρίσης. Το Μάλινα, όταν κυκλοφόρησε, η κριτική το υποδέχτηκε με δυσπιστία, ας μην πω με δυσφορία. Κάτι που ήταν γυναίκα η συγγραφέας, κάτι που το κείμενο δεν προσέφερε απαντήσεις συγκεκριμένες, κάτι το απαιτητό της διαρκούς εγρήγορσης, κάτι το δυσφορικό της ενοίκησης εντός ενός μυαλού σε έκσταση και πυρετό, ίσως τίποτα απ' όλα αυτά, ίσως όλα μαζί.

Διαισθητικά, όπως εγώ το υποδέχτηκα, με τα δικά μου εργαλεία, τη στιγμή που το υποδέχτηκα, με τη δική μου ικανότητα να αφήνομαι μάλλον μικρή, θα χρησιμοποιούσα τη λέξη παραλήρημα. Τεράστιου εύρους, κυρίως ανεξερεύνητων επικρατειών, επιλογή που επιτείνει το ανένταχτο του εγχειρήματος, την υπέρβαση των θεωρητικών ορισμών ενός λογοτεχνικού λεξικού. Η ανάγνωση συχνά είναι και εμπειρία, όχι πάντα, όχι, σίγουρα όχι πάντα. Από την πλευρά των υποστηρικτών, έρχεται ακόμα ένας περιορισμός, για μένα, για εκείνους τιμητικός τίτλος που επιτείνει την εν γένει σημαντικότητα του βιβλίου, αντιπατριαρχικό ή φεμινιστικό. Ναι, σίγουρα έχει στοιχεία τέτοια, αρκετά ίσως, αλλά είναι στενό και άβολο και αυτό το δωματιάκι.

Στο οπισθόφυλλο υπάρχει το απόσπασμα από μια συνέντευξη: Ήθελα να δείξω ότι η κοινωνία μας είναι τόσο άρρωστη, που αυτή αρρωσταίνει και το άτομο. Πεθαίνει, λένε. Όμως δεν είναι αλήθεια αυτό: ο καθένας από μας σε τελική ανάλυση δολοφονείται.

Κάπου, παράφραση δική μου, λέει το Εγώ κάτι που θα συνοψιζόταν στο τι άλλο να έκανε, άντρας ήταν. Στο περίπου. Το τριγκάρισμα είναι ακαριαίο, διόλου αντιπατριαρχικό δεν είναι αυτό, ένα στεγνό ξέπλυμα, μια φωνή αντίδρασης. Υπάρχουν έργα, τα σπουδαία έργα, που είναι ακατάβλητα θηρία, κάπου κάτι κυνηγάς, κάτι άλλο σε περικυκλώνει, ξεφεύγεις, επιστρέφεις και πάλι από την αρχή, εγκλωβίζεις και εγκλωβίζεσαι. Είναι κλισέ, αλλά αμελείται συχνά, ενίοτε και εμπρόθετα, κάποια έργα δεν υποτάσσονται ποτέ οριστικά στην ανάγνωση, απλώς τοποθετούνται στο απλό μου άρεσε/δεν μου άρεσε και προχωράμε μπροστά. Ποτέ δεν είμαστε οι ίδιοι.

Τα ερωτήματα που ένα τέτοιο βιβλίο γεννά δεν περιορίζονται σε όσα διαδραματίζονται εντός των γραμμών της πλοκής, όσο προσχηματική και αν είναι αυτή η πλοκή, αλλά έρχονται και παίρνουν θέση και στο εσωτερικό, στον μέσα πυρήνα της ανάγνωσης, αρχικά με μια ανάγκη κατανόησης, απαντήσεων, ακολούθως το πώς νιώθω γι' αυτό που διαβάζω να μετατρέπεται σε πώς νιώθω με αυτό που διαβάζω, εν τέλει: πώς νιώθω; Και το Μάλινα, στο οποίο υπάρχουν κάποια ρήγματα στον ορθολογισμό, κάποια σκόρπια κομμάτια και αποστροφές λόγου που σαν να προλόγισαν τα όσα ακολούθως συνέβησαν στη ζωή της Μπάχμαν, μαζί με το υπόλοιπο έργο της, την έντονη προσωπικότητά της και την παρουσία της στα πράγματα, κυρίως αλλά όχι μόνο στα λογοτεχνικά, μετέτρεψαν για πολλούς το πρόσωπο σε λογοτεχνία, είναι και αυτός ένας τρόπος να αναζητήσει κανείς απαντήσεις, λογικές και αντικειμενικές ζαριές σε ασφαλές περιβάλλον παιχνιδιού, παρέα με τις πιο εμετικές: γυναίκα, σαλή και/ή διαταραγμένη.

Ούτε είμαι σίγουρος πως επισημαίνοντας πως η Μπάχμαν υπήρξε εξαίρετη ποιήτρια, και αυτό είναι κάτι πιο συνολικά αποδεκτό, δίνουμε μια κατεύθυνση σύλληψης, εκτέλεσης και πρόσληψης του Μάλινα. Ούτε αυτό είναι αρκετό. Κάπου προς το τέλος, το Εγώ, συνομιλώντας με τον Μάλινα, λέει: Δεν αφηγούμαι, ποτέ δεν θ' αφηγηθώ, είναι κάτι παραπάνω από μια διαταραχή στη μνήμη μου. Κάτι τελευταίο. Συχνά λέγεται για κάποιο έργο τέχνης πως ο δημιουργός επιχείρησε και πέτυχε/δεν πέτυχε να εντάξει την εποχή του ή ακόμα και τη συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης. Τότε, επισημαίνονται αυτά και συντελούν στο πέτυχε/δεν πέτυχε. Η Μπάχμαν πέτυχε, ακόμα και αν δεν είναι πρόδηλο πως επιχείρησε κάτι τέτοιο, μια ανθρωποποίηση, μια οριακή συνθήκη διάπλευσης του ρεύματος.

Η ανάγνωση είναι αυτό που μας μένει και η καθησυχαστική προοπτική πως το βιβλίο θα είναι εκεί, αν το χρειαστούμε ξανά.

υγ. Όσα έγραφα το 2013 για το βιβλίο αυτό, τα βρίσκετε εδώ. Για το Η περίπτωση Φράντσα εδώ. Για το Ρέκβιεμ για τη Φάννυ Γκόλντμαν εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Πότλατς 

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Οι υπάλληλοι - Olga Ravn

Είχα πρωτοακούσει γι' αυτό το βιβλίο και τη συγγραφέα του, τη Δανή Όλγα Ράουν, πριν κάποια χρόνια, όταν Οι υπάλληλοι βρέθηκαν στη βραχεία λίστα για το Διεθνές Βραβείο Booker 2021. Πρόσφατα, κυκλοφόρησαν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ίκαρος σε μεταφραστική φροντίδα τού Σωτήρη Σουλιώτη.

Μια ειδική επιτροπή εξετάζει το σύνολο των εργαζομένων, ανθρώπων και ανθρωποειδών, στο Πλοίο Έξι Χιλιάδες, έτη φωτός μακριά από τη γη, με αφορμή κάποια ανωμαλία ή παρέκκλιση του αρχικού σχεδιασμού. Το υβριδικά αποσπασματικό αυτό μυθιστόρημα αρθρώνεται από μέρη των ανώνυμων, σηματοδοτημένων με απλή αρίθμηση, μαρτυριών του πληρώματος. Ειδολογικά, με ισχυρή βεβαιότητα, θα το κατέτασσε κανείς στη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, που έχει, πάντοτε είχε, την τάση να λειτουργεί ως ένα εναλλακτικό ρεαλιστικό εργαστήρι, οικείο και ανοίκειο για τον αναγνώστη, ιδιαίτερα τον συσκαιρινό της συγγραφής.

Υπάρχουν ιδέες-ευρήματα που κατά ένα μεγάλο ποσοστό καθορίζουν την πλοκή και τα πρόσωπα, με μια διάθεση μαξιμαλιστική και τη φιλοδοξία να δημιουργήσουν έναν ολόκληρο κόσμο. Υπάρχουν και ιδέες-ευρήματα που λειτουργούν με έναν πιο μινιμαλιστικό τρόπο, μια συνθήκη, μια λεπτή μεμβράνη που περικλείει την πλοκή και τα πρόσωπα, που κυρίως επιτείνουν την ατμοσφαιρικότητα και συντελούν στο ενδοκειμενικό κλίμα. Οι υπάλληλοι ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία, ο σκοπός και η καθημερινότητα του Πλοίου Έξι Χιλιάδες συντίθεται έμμεσα και σταδιακά μέσα από τις απρόσωπες και σχετικά ψυχρές μαρτυρίες. Καθώς τα κομμάτια σιγά σιγά παίρνουν τη θέση τους, ο αναγνώστης αργά και σταθερά εικονοποιεί και κατανοεί τη συνθήκη.

Η Ράουν κάνει ιδανική χρήση της ιδέας-ευρήματος, χωρίς να αυτοεγκλωβίζεται την αξιοποιεί. Πρόσθετο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προμετωπίδα ευχαριστίας στην καλλιτέχνιδα Λέα Γκουλντίτε Έστερλουντ για τις εγκαταστάσεις και τα γλυπτά της, ωδή στο άγνωστο πού και πώς η έμπνευση εμφανίζεται και επενεργεί γονιμοποιητικά. Η λογοτεχνία επιστημονικής λογοτεχνίας είθισται να σημαίνει ένα καμπανάκι κινδύνου, μια προειδοποίηση και όχι προφητεία των επερχόμενων, η καλή λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας με έναν τρόπο διακριτικό, όχι προφανή, υπαινικτικό και όχι υπό το πρίσμα μιας στείρας πολιτικής στράτευσης, επιτρέπει στη φαντασία του αναγνώστη, στο ευρύτερο σύστημα πρόσληψής του, να λειτουργήσει εν μέρει αυτόνομα, να συνάψει τις δύο πραγματικότητες, να διακρίνει τις αναλογίες. Σε καμία περίπτωση δεν είναι μειονέκτημα ο χειρισμός της συγγραφέα, δεν είναι πως δεν έχει τις απαντήσεις για τα ερωτήματα που προκύπτουν, δεν είναι η ιδέα-εύρημα ένας ναός, αλλά μια διαδρομή προσκυνήματος, μια επικράτεια απόκοσμη και ανοίκεια, ταυτόχρονα, παράδοξα, ίσως και όχι, γνώριμη, διαμορφωμένη από ερωτήματα και αγωνίες, χωρίς να προσφέρει αφειδώς ψευδοβεβαιότητες ανακούφισης.

Με την τεχνητή νοημοσύνη σε μια λεωφόρο χωρίς όριο ταχύτητας, αυτό που φανταζόμασταν πριν πέντε χρόνια είναι πια αιώνες μακρινό. Ο αφαιρετικός και υπαινικτικός τρόπος της Ράουν επιτρέπει στο μυθιστόρημα να επιζήσει της επέλασης, ακριβώς γιατί δεν συγκεκριμενοποιεί, επιτείνοντας με την ψυχρότητα των μαρτυριών και το μπέρδεμα ανθρώπινου και τεχνικού υποκειμένου τη ροπή της απομάκρυνσης από τον αναλογικό φυσικό κόσμο σε μια πραγματικότητα ψηφιακής και τεχνολογικής κυριαρχίας. Έτσι, τα ψήγματα και οι υποψίες συναισθήματος, διασκορπισμένα στην επικράτεια των μαρτυριών, απόρροια της μνήμης ή του αλγόριθμου, αναδύονται και με τον τρόπο τους τρομοκρατούν τον αναγνώστη, υπενθυμίζοντάς του με πόση ευκολία η εικονική πραγματικότητα ναρκώνει και μας αφήνει συναισθηματικά απροστάτευτους.

Ωστόσο, το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, που πετυχαίνει η Ράουν και αποδίδεται ικανοποιητικά στη μετάφραση είναι η αφηγηματική ποιητικότητα, μια γλώσσα αλλόκοτη και χωρίς φτιασίδια, μια γλώσσα στέρεη, ακριβής, μια εταιρική διάλεκτος ανάκρισης, με τους ανακριτές στο σκοτάδι, που ξεπερνά την ίδια την αρχική ιδέα-εύρημα, και αποδεικνύεται καθοριστική για τη συνολική λειτουργία της κατασκευής, οριακής και αρχικά δυσνόητης ως προς τη χρησιμότητα και τη λειτουργία της. Ποίηση όπως εκείνη των ορόσημων του είδους της επιστημονικής φαντασίας, ποίηση που συχνά αποτυπώνεται υπέροχα στις κινηματογραφικές της μεταφορές, ποίηση σε μορφή πάγου, που προκαλεί αυτό το μεικτό και αντιθετικό συναίσθημα ηδονής-πόνου στην επαφή με το δέρμα, ποίηση που φιλοδοξεί να ανθίσει σε έναν μη τόπο αποστειρωμένο και πλήρως ελεγχόμενο όπως ένα επανδρωμένο διαστημικό πλοίο με το πλήρωμα να αποτελείται από ανθρώπους και ανθρωποειδή, με τα όρια και τις διαφορές μεταξύ τους ολοένα και να γίνονται δυσδιάκριτα. Ονειρεύονται οι άνθρωποι το ανθρώπινο;

(πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Η ατμόσφαιρα μου θύμισε τις Τροχιές της Σαμάνθα Χάρβεϊ, περισσότερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Σωτήρης Σουλιώτης
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Ταξίδι στην άκρη της ζωής - Tezer Özlü

Μια θέση προνομίου. Μπορώ να ρωτάω, σας άρεσε κάποιο βιβλίο που διαβάσατε τελευταία. Να ακούω την απάντηση, κυρίως να αντικρίζω το βλέμμα. Την Τεζέρ Οζλού δεν την γνώριζα. Οι κόρες των ματιών του διαστάλησαν ενώ έλεγε: διάβασα ένα πολύ ωραίο βιβλίο. Σημείωσα τις λεπτομέρειες. Ανάμεσά τους το όνομα της μεταφράστριας. Νίκη Σταυρίδη. Δική της μετάφραση το αριστούργημα του Ογούζ Ατάι, Αποσυνάγωγοι, δικαίως εντάχθηκε στη σειρά Orbis Literae. Ήμασταν, λίγο αργότερα, καλεσμένοι και οι δύο στο Πατάρι, τη σαββατιάτικη σύναξη των εκδόσεων Gutenberg. Το πάθος, ο λόγος, η στάση της. Η κυρία Νίκη μετέφρασε και το Ταξίδι στην άκρη της ζωής. Τα νήματα έγιναν ξεκάθαρα, η επιθυμία να διαβάσω άμεσα το βιβλίο αυτό επιτακτική.

Συγγραφέας και βιβλίο έξω και πέρα από την επικράτεια της προσδοκίας. Ούτε την έκδοση ως έκδοση δεν είχα υπόψη μου. Τι και αν περνάω το μεγαλύτερο μέρος της μέρας μου ανάμεσα σε βιβλία. Η επαφή με τη λογοτεχνία θρέφει την αυτοπεποίθηση, η επαφή με τη λογοτεχνία την γκρεμίζει. Αν κάτι μένει, είναι η άγνοια, είναι η αίσθηση αδυναμίας ελέγχου, ευτυχώς, αν με ρωτάτε. Το γκρέμισμα της προσδοκίας θεριεύει την έκπληξη. Είχα το βλέμμα του, είχα το όνομα της μεταφράστριας. Αυτά είχα. Από τις πρώτες σελίδες ένα σοκ. Αυτό είναι ένα φοβερό βιβλίο, σκεφτόμουν.

Γεννήθηκε το 1943, πέθανε το 1986. Έζησε πολλά χρόνια μακριά από την πατρίδα της την Τουρκία. Πέθανε στη Ζυρίχη αυτοεξόριστη. Φοίτησε σε σχολείο Αυστριακών καλογριών, τα γερμανικά ήταν σχεδόν μητρική της γλώσσα, εξάσκησε τη μετάφραση.

Παλιά, στρέφαμε τη φωτογραφική μηχανή προς το μέρος μας, βγάζαμε φωτογραφία τον εαυτό μας, το αποτέλεσμα ήταν συνήθως αποκαρδιωτικό. Αργότερα, στην ψηφιακή εποχή, δεν χρειάζεται αυτό, καδράρουμε τους εαυτούς μας, δοκιμάζουμε όσες φορές θέλουμε, σβήνουμε όσες δεν θέλουμε, διαμοιραζόμαστε όσες μας κολακεύουν. Στο ενδιάμεσο η φωτογραφία εαυτού απέκτησε όνομα, σέλφι. Τι ήταν εκείνο που κάναμε παλιά; Σκέφτομαι πως η αντανάκλασή μας είναι η διαφορά.

Η Λ. είπε: τι και αν δεν είχε όνομα, η αυτομυθοπλασία υπήρχε από χρόνια. Αναφερόταν στη λογοτεχνία της Οζλού, μεταξύ άλλων. Σκέφτομαι πως η αντανάκλασή μας είναι η διαφορά. Τα εργαλεία του μάρκετινγκ, επίσης, η ολοένα και μεγαλύτερη ροπή στην ιδιώτευση. Όταν κυκλοφόρησαν τα βιβλία της, η τουρκική κριτική δεν είχε υπόψη της κάτι ανάλογο. Ακόμα αποκαλείται: η θλιμμένη πριγκίπισσα της τουρκικής λογοτεχνίας. Με εκνευρίζει ο χαρακτηρισμός αυτός, εκείνη ίσως να την έκανε να γελά, σκέφτομαι. Οι κανόνες, τα ήθη και τα έθιμα της λογοτεχνίας είναι από τα πλέον επιβλητικά πλαίσια, εκτός αυτών δεν σου επιτρέπεται να κινηθείς. Αν είσαι τυχερή, κάποιοι κάποτε θα διακρίνουν τις αρετές, τη σπουδαιότητα, εσύ θα είσαι νεκρή πια.

Το βιβλίο γράφτηκε αρχικά στα γερμανικά υπό τον τίτλο: Στα ίχνη μιας αυτοκτονίας. Βραβεύτηκε, μεταφράστηκε σε άλλες γλώσσες. Η ίδια το μετέφερε στα τουρκικά, ο εκεί εκδότης ούτε που ήθελε να ακούσει για τον πρωτότυπο τίτλο, η Οζλού συμβιβάστηκε με το Ταξίδι στην άκρη της ζωής, λιγότερο απαισιόδοξο, θύμιζε και το ταξίδι του Σελίν.

Το μυθιστόρημα διαπραγματεύεται όντως ένα ταξίδι, χιλιόμετρα διανυθέντα, διανυκτερεύσεις σε πάμπολλα ξενοδοχεία, η Πράγα του Κάφκα, η Τεργέστη του Σβέβο, το Τορίνο του Παβέζε. Τα αποσπάσματα από το έργο του αυτόχειρα Παβέζε αναμειγνύονται με τις σημειώσεις του ταξιδιού αυτού. Η Οζλού δεν γράφει για να αποκαλύψει, αλλά ούτε και για να αποκρύψει. Τι και αν το εγώ είναι διαρκώς παρόν. Τι και αν κάνει αλλεπάλληλες εναλλαγές απεύθυνσης, απευθυνόμενη συχνά στην εαυτή της με ένα εσύ που δοκιμάζει να δημιουργήσει μια απόσταση, ικανή για παρατήρηση και στοχασμό, μια προσωρινά λυτρωτική έξοδος από το σαρκίο, από την καρδιά και το μυαλό. Η Οζλού γράφει σ' ένα περιβάλλον αναγκαιότητας, σαν να μην μπορούσε να κάνει αλλιώς, αλλά διαφεύγει αυτής της ανάγκης, δεν την προβάλει, δεν κρύβεται πίσω της, δεν παίρνει την εαυτή της στα σοβαρά, αλλά δεν την περιφρονεί κιόλας. Η πρόζα της είναι καθηλωτική, μια διαρκής διερεύνηση της επάρκειας των λέξεων να φέρουν την εμπειρία της ζωής στο χαρτί, να ανακουφίσουν, όχι, όχι αυτό, σίγουρα όχι να ανακουφίσουν. Κομίζει τιμαλφή στη λογοτεχνία, αντίδωρα για όσα έλαβε, ένα παράδοξα ανθρώπινο ανταποδοτικό τέλος.

Η λογοτεχνία είναι έντονα παρούσα από άκρη σε άκρη. Ένα απόσπασμα είναι αντιπροσωπευτικό, για το πώς η λογοτεχνία και η ορμή της διαφυγής συναποτελούν την ύπαρξή της. «Το πρωί βλέπω ένα μεγάλο μέρος της πόλης από το παράθυρο. Έπρεπε τάχα να γνωρίσω τόσο πολλές χώρες, τόσο πολλούς ανθρώπους, τόσο πολλούς ήρωες μυθιστορημάτων; Έπρεπε οι στενότεροι φίλοι μου να είναι οι συγγραφείς που βρίσκονται πίσω από τους ήρωες μυθιστορημάτων; Έπρεπε τάχα να ανέβω σε τόσο πολλά αεροπλάνα, τρένα, λεωφορεία; Να ζήσω την προέκταση της νύχτας διάφορων πόλεων και ξυπνώντας το πρωί να περπατήσω στις μακριές λεωφόρους τους; Γιατί η ζωή μου δεν περιορίστηκε σε μια μικρή πόλη με μια πλατεία και μερικούς δρόμους; Αφήνω την ενατένιση της πλατιάς θέας της πόλης και κάθομαι στο τραπέζι». Κάπου αλλού θα αναρωτιέται ποιος θα της έλεγε όταν μετέφραζε τις Άγριες φράουλες του Μπεργκμαν πως κάποια χρόνια αργότερα θα βρισκόταν στη Σουηδία μαζεύοντας αυτό το φρούτο.

Ένιωσα μέσα μου να συμπληρώνεται μια αγία τριάδα, το νεότερο μέλος της η Οζλού, στο πλευρό της Λισπέκτορ και της Μπάχμαν. Αλλά πολλές φορές αναλογίστηκα τον Ζέμπαλντ, τον τρόπο με τον οποίο σχεδίαζε τα καλοκαιρινά του ταξίδια, χειμώνα στην Αγγλία.

Το σκεφτόμουν και με αφορμή τον Μάλινα της Μπαχμαν που επίσης διάβασα πρόσφατα. Όποια και αν είναι η αγαθή πρόθεση τοποθέτησης, κάθε ταμπέλα απλά περιορίζει, χτίζει ένα μικρό δωμάτιο εντός του οποίου η σπουδαία λογοτεχνία ασφυκτιά, περισσότερο και από την ασφυξία που δημιουργοί όπως η Οζλού ένιωθε στην ίδια της την ύπαρξη. Είναι αντιπατριαρχικό, είναι φεμινιστικό, είναι αυτομυθοπλασία, είναι ωδή στη λογοτεχνία, είναι ροή συνείδησης, είναι φιλοσοφικό, είναι ταξιδιωτικό, είναι άλλα τόσα, δεν είναι μόνο αυτά. Τέτοιες ταμπέλες μας βοηθούν να φέρουμε στα μέτρα μας έργα όπως αυτό της Οζλού, εξομαλύνουν το δέος του ανοίκειου, παρέα με τις ταμπέλες και οι μονοσήμαντες ερμηνείες, αυτό και εκείνο θέλει να πει, γι' αυτό γράφει.

Η Οζλού, πρώτη και κύρια, μήτε την εαυτή της, μήτε τη λογοτεχνία την ίδια τις αντιμετωπίζει ως κάτι που μπορεί να φέρει στα μέτρα της, να ελέγξει και να εξηγήσει. Διερευνά και αποδέχεται, ευγνωμονεί τα νήματα που τις προσφέρονται, τα επεξεργάζεται με προσοχή, μέρος του όλου νιώθει να είναι. Η στάση της, που δεν είναι η ταπεινότητα που τη χαρακτηρίζει, απαλλάσσει τη γραφή της από δύο συνήθης νόσους, τουλάχιστον στην εποχή αυτή που ζούμε, τη διδαχή και τον αυτοθαυμασμό. Η λογοτεχνία της είναι κάτι το πολύ διαφορετικό, φαινομενικά ιδιωτική, αλλά με τον τρόπο της συμπεριληπτική, φαινομενικά αναχωρητική, αλλά έντονα πολιτική, φαινομενικά απότοκο της συγκεκριμένης χωροχρονικής συνθήκης, αλλά πέρα και έξω από κάθε τι συγκεκριμένο, φαινομενικά ποιητική, αλλά εξόχως ρεαλιστική, ένας χαμαιλέοντας γραφής που παίρνει το χρώμα δέρματος που έχει το βλέμμα που τον αντικρίζει.


Είχα καιρό να πάθω τέτοιο σοκ. Έψαξα και βρήκα και τα άλλα δύο βιβλία της που κυκλοφορούν στα ελληνικά, το ένα, Οι κρύες παιδικές νύχτες, εξαντλημένο, το άλλο, Παλιός κήπος Παλιά αγάπη, επίσης σε μετάφραση Νίκης Σταυρίδη, κυκλοφορεί. Διαβάζοντας τα βιβλία της Οζλού μου έρχονταν κατά νου αναγνώστριες στις οποίες θα άρεσε πολύ η συγγραφέας αυτή. Οι αναγνώστριες είναι πιο ανοιχτές σε δοκιμές, ίσως γιατί θυμούνται πώς ήταν/πώς είναι τα πράγματα εκεί έξω, η λογοτεχνική πατριαρχική συντήρηση, παρότι μοιάζει να πνέει εδώ και χρόνια τα λοίσθια, μέσα από τις στάχτες της αναγεννιέται και κρατάει με μανία το ρόπτρο της θύρας της αίθουσας της καλής λογοτεχνίας, ποιος θα μπει και ποια θα μείνει απέξω. 

Δεν υπάρχει αυτόφωτο αστέρι στον λογοτεχνικό γαλαξία. Υπάρχουν ωστόσο αστέρια ταμιευτήρες φωτός, που ακόμα και όταν βιολογικά σβήσουν, μοιάζουν με ήλιους. Τέτοια (και) η περίπτωση της Οζλού.

υγ. Για τους Αποσυνάγωγους περισσότερα θα βρείτε εδώ, παρέα με τον Α. κάναμε και μια ανάγνωση ενός συγκλονιστικού αποσπάσματος, το βρίσκετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Νίκη Σταυρίδη
Εκδόσεις Τσουκάτου

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Κακιά - Myriam Gurba

Σε φάση πλημμυρίδας, λίγο πριν από τις γιορτές, μια έκπληξη. Από το 2019, σε σταθερό βηματισμό, το έντυπο Yusra έχει καταφέρει να δημιουργήσει έναν πυρήνα ανατροφοδοτούμενου διαλόγου για το εδώ και το τώρα, διευρύνοντας ολοένα το αναγνωστικό κοινό. Η είδηση της επικείμενης κυκλοφορίας ενός βιβλίου, η συστέγαση ενός εκδοτικού οίκου στο περιοδικό εγχείρημα, δημιούργησε, όπως ήταν αναμενόμενο, προσδοκίες. Προσδοκίες ποικίλες, μεταξύ άλλων, η συγχρονία. Η Κακιά, της Μίριαμ Γκούρμπα, σε μετάφραση Ζωής Κόκκα και επιμέλεια Γιώτας Τεμπρίδου, με την ιδιαίτερη αισθητική στην έκδοση, ήταν πια στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

Η Σοφία, διέσχιζε ένα βράδυ το γήπεδο μπέιζμπολ της γειτονιάς, ένιωσε μια παρουσία, ήρθε αντιμέτωπη με τον βιαστή και δολοφόνο της. Το αίμα κύλησε σκούρο. «Ένας παρουσιαστής στις ειδήσεις περιέγραψε τον φόνο ως "τον μέχρι θανάτου ξυλοδαρμό με ρόπαλο μιας περαστικής στο Όουκλι Παρκ"», η Σοφία, η βιασμένη και νεκρή Σοφία ήταν για τον παρουσιαστή στις ειδήσεις μια περαστική, μια ανώνυμη περαστική, σε λάθος σημείο και σε λάθος στιγμή. Η Σοφία, όμως, ήταν και κάτι άλλο, μια Ιφιγένεια που θυσιάστηκε, στη θέση άλλων περαστικών στο Όουκλι Παρκ. Το προνόμιο, μεταξύ άλλων, εδράζεται και στην τυχαιότητα, στη συγκυρία, όχι στη σύνθετη μόνο, σε εκείνη που φέρνει στον κόσμο ένα άτομο, μη λευκό, μη αρσενικό, μη πλούσιο, μη προνομιούχο, αλλά και στην απλή συγκυρία, στην επιλογή διάσχισης ενός πάρκου, μια νύχτα. Η αφηγήτρια, που έχουμε κάθε λόγο να θεωρούμε πως ταυτίζεται με τη συγγραφέα, περνούσε και εκείνη από το πάρκο αυτό. Μάλιστα, ένα βράδυ παραλίγο θα ήταν η Σοφία ή η Ιφιγένεια, εκείνη γλίτωσε, το κακό είναι και αυτό σχετικό. «Η Σοφία είναι πάντα μαζί μου. Με στοιχειώνει. Η ενοχή είναι φάντασμα».

Η ενοχή του ελάχιστου προνομίου, της απλής σύμπτωσης, του τυχαίου που γεννά τον τρόμο του μη ελέγχου. Η αφηγήτρια θα πιάσει το νήμα από τη γέννησή της, σελίδα τη σελίδα θα πλησιάσει ως εκεί, μια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του χρόνου, μια σειρά από συμπτώσεις, μια σειρά από αποφάσεις, μια σειρά από απλά γεγονότα, όπως η απλή επιλογή της διάσχισης ενός πάρκου μια συγκεκριμένη νύχτα. Η ενοχή εκλύεται από δύο παρεμφερή σημεία, θα μπορούσα να είμαι εγώ, μπορεί να είμαι εγώ, δεν ήμουν εγώ, όχι ακόμα, ήταν η Σοφία, ήταν η κάθε Σοφία, η κάθε ανώνυμη και αβιογράφητη περαστική ενός πάρκου.

Φέτος το καλοκαίρι διάβασα Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, ήταν μια από τις πιο δυνατές εμπειρίες. Η αφήγηση της αδερφής της Λιλιάνα ακόμα διευρύνεται μέσα μου. Κυρίως γιατί ήρθε να σπάσει το απόστημα της περαστικής ενός πάρκου, των αρχικών ενός ονόματος, τον αριθμό μιας ηλικίας, μια ακόμα προσθήκη σε ένα άθροισμα δολοφονημένων γυναικών. Η αδερφή της έρχεται να συγκρουστεί με αυτό. Η Λιλιάνα υπήρξε. Η Λιλιάνα υπήρξε και δολοφονήθηκε.

Υπήρχε μια περίοδος που το μόνο που ενδιέφερε την αφηγήτρια ήταν το διάβασμα και η γυμναστική, αδιαφορούσε για ό,τι άλλο, να δυναμώσει το μυαλό, να δυναμώσει το σώμα, να καταστεί πρώτα ένας άρτιος αμυντικός μηχανισμός, ύστερα επιθετικός, η απειλή ήταν παντού. Πιάνομαι από το σημείο αυτό για δύο λόγους, ο πρώτος, προσωπικός και υποκειμενικός, γιατί ένιωσα μια κάποιου είδους, ανεδαφική το παραδέχομαι, ταύτιση, ένιωσα να καταλαβαίνω την εμμονή αυτή, με την αδυναμία στον πυρήνα, αδυναμία που γεννοβολά διαρκώς τρόμο που θέτει επί κινδύνω την ίδια την ύπαρξη· ο δεύτερος είναι γιατί διακρίνω εδώ μια επιφάνεια επιθετικότητας από την πλευρά του προνομίου του να νιώθεις άτρωτος και ασφαλής, νιώθω να ακούω, συνοδεία ενός μειδιάματος, έναν ψίθυρο, ύφους αμέτρητων καρδιναλίων, προς τι τέτοια επιθετικότητα, προς τι τέτοια στάση, αρκεί να προσέχει, τι φοράει, με ποιον κυκλοφορεί, πού πηγαίνει, η υπερβολή δεν μου αρέσει, νιώθω να λέει αυτός ο ψίθυρος, για να καταλήξει, χωρίς πρωτοτυπία, σε θεωρητικές ριπές, αυτό εδώ δεν είναι λογοτεχνία.

Υπάρχει αυτή η μερίδα του πληθυσμού, διόλου αναπάντεχα διαθέτει προνόμιο, που αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με όρους θεάματος, όταν βαρεθεί κάτι απλώς σταματάει να παρακολουθεί, διατυμπανίζει τη βαρεμάρα που του προκαλούν όλα αυτά, βαρέθηκα λέει με όλη αυτή την υπερβολή με τις γυναικοκτονίες, κούρασε όλο αυτό. Και κάπως έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, προστίθεται λίπασμα και κοπριά στο παρτέρι της ενοχοποίησης του θύματος και όσων προστρέχουν σε αλληλεγγύη. Πού είναι τα παλιά τα χρόνια που η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, αφορούσε ένα ελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού, ωραίες εποχές, ωραία χρόνια, η ομορφιά των εικόνων και των λέξεων, η συντήρηση σε χαμηλή θερμοκρασία.

Επιστρέφω στο μυθιστόρημα αυτό καθαυτό. Μετά τις πρώτες ποιητικές σελίδες, στις οποίες η αφηγήτρια μας μιλάει για εκείνο το βράδυ όταν η Σοφία βιάστηκε και δολοφονήθηκε, συνεχίζει με ένα πιο στακάτο, πιο θυμωμένο, πιο γυμνό βηματισμό, πιάνει την ιστορία της, της αφηγήτριας, από την αρχή. Η ποιητικότητα των πρώτων σελίδων, ίσως ξενίσει, ίσως φανεί κάπως γλυκερή, ιδιαίτερα σε σχέση με τον τίτλο του μυθιστορήματος, δικαιολογείται ωστόσο, ένας ελάχιστος φόρος τιμής στη Σοφία, στον οποίο η αφηγήτρια δεν κρύβει την αμηχανία που ένιωσε στο άκουσμα της είδησης, τις χαζές σκέψεις αναλογίας που της ήρθαν κατά νου, η πρωτεύουσα της Βουλγαρίας, το γιαούρτι, η Σοφία Λόρεν. Θα ήταν απάνθρωπη μια σοβαροφανής αντιμετώπιση, εκ των υστέρων σμιλεμένη, ανεξάρτητα από την όποια θεωρητική σκευή η χρονική απόσταση προσκόμισε. Ο τρόμος, ο θυμός, η οργή, η θλίψη, αρχικά προκαλούν μια αμηχανία, μια αποσύνδεση, μια συνθήκη εκτός πλαισίου, ένα κακό αστείο, ένα καθόλου αστείο λογοπαίγνιο, μια σκέψη βαλβίδα εκτόνωσης.

Στη συνέχεια, με την άνεση που η χωροχρονική απόσταση προσφέρει απλόχερα, η αφηγήτρια θα πιάσει το νήμα από την αρχή, θα φτάσει ως εκείνο το βράδυ, θα αναμετρηθεί με μια ενοχή άδικη αλλά υπαρκτή, όχι ενός στείρου ανθρωπισμού, κάτι του στυλ καλύτερα να είχαν βιάσει και δολοφονήσει εμένα, κροκοδείλια και υποκριτική στάση, αλλά μια ενοχή ανακούφισης, μια ενοχή σύμπτωσης, μια υπενθύμιση, ωστόσο, προς την ίδια την εαυτή της. Θυμός και οργή ακόλουθα της θλίψης και του φόβου.

Ας διευκρινίσουμε, ωστόσο. Το περιεχόμενο της αφήγησης από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό. Η όποια αρχική δυναμική του σύντομα θα εξασθενούσε και επειδή δεν έχει τη μορφή θεωρίας ή δημοσιογραφικού λόγου δεν θα είχε το απαραίτητο καύσιμο. Η Κακιά διαβάζεται σε υψηλή ένταση. Συμβαίνει και εδώ, όπως ακόμα πιο εμφανώς μου συνέβη διαβάζοντας Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, να υπάρχει μια διαρκής αμφιθυμία, ο ζόφος και η αναγνωστική απόλαυση, τι ντούετο, η ενοχή του αναγνώστη που απολαμβάνει μια σκληρότητα, που αντί να αποστρέφει το βλέμμα βυθίζεται στην ανάγνωση. Η Γκούρμπα λεκτικοποιεί την οργή, τον φόβο, τον θυμό, τη θλίψη, αρνείται να διαπραγματευτεί τα αίτια, αρνείται να διδάξει, δεν επαναφέρει διαρκώς το ζήτημα του προνομίου, εκείνο υπάρχει εκεί και κινείται παράλληλα, το θα μπορούσα να είμαι εγώ δεν είναι μια υποκριτική λούπα συναισθηματικού εκβιασμού και χειραγώγησης, θα μπορούσε να είναι εκείνη, θα μπορούσε να είναι όποια άλλη, θα μπορούσε να είναι εκείνη αλλού, μέρα μεσημέρι μέσα στο αυτοκίνητό της γυρίζοντας σπίτι της αρνούμενη να δεχτεί τον έλεγχο ενός ένστολου τέρατος, για παράδειγμα.

Η Γκούρμπα καταφέρνει και κάτι ακόμα σημαντικό, με έναν τρόπο φαινομενικά παράδοξο. Μιλάει για την εαυτή της, δεν επιχειρεί να μιλήσει στο όνομα της φυλής και του φύλου, όχι περισσότερο απ' όσο αυτά συνθέτουν μαζί με άλλα την ταυτότητά της. Και όμως, αντί αυτό να έχει ως αποτέλεσμα μια εγωκεντρική ιδιώτευση, μια αναχωρητικότητα με ρεαλιστικό μανδύα, η Κακιά πετυχαίνει να συμπεριλάβει, να ενσωματώσει, να αποτυπώσει το ζόφο. Το κάνει επειδή δεν το κάνει. Το κάνει γιατί δεν το εκβιάζει. Γιατί δεν το περιορίζει. Λέξεις κενές η ειλικρίνεια και η ρεαλιστική αποτύπωση. Δεν αρνούμαι, φλέρταρα μαζί τους, να τις προσθέσω στις αρετές. Είναι ωστόσο κενές. Είναι κενές γιατί δεν διακυβεύεται αυτό εδώ. Υπάρχει αυτή η παρεξήγηση, ηθελημένη σε μεγάλο βαθμό, η αυτομυθοπλασία να κρίνεται με βάση την ακρίβεια και την αλήθεια. Θυμάμαι και οργίζομαι με εκείνον τον γόνο που αμφισβήτησε τον βιασμό που διαπραγματεύεται ο Λουί στο δεύτερο βιβλίο του. Πρόσφατα έγραψα ένα κείμενο για τις Αδέσποτες σκύλες της Ντάλια ντε λα Σέρδα, διακρίνω ένα νήμα σύνδεσης μεταξύ των δύο βιβλίων, άσχετα που τις Αδέσποτες σκύλες τις περιβάλλει ένα (λεπτό) χαρτί μυθοπλασίας.

Η Κακιά είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο από ένταση, ένα παράδοξα τρυφερό και γεμάτο από οργή ανάθημα, μια αφήγηση γύρω από ένα εγώ που δημιουργεί ωστόσο έναν τόπο κοινό, που δεν ενισχύει απλώς την εικόνα μας για τον κόσμο, δεν επιβεβαιώνει ή σοκάρει, άραγε ποιους;, τα όσα γνωρίζαμε από πριν, δεν έρχεται με προγραμματικές θέσεις και προθέσειςκαι ίσως γι' αυτό τα καταφέρνει και σε αυτό το πεδίο, πέρα από εκείνο της καλής λογοτεχνίας.

υγ. Για Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, για τις Αδέσποτες σκύλες εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ζωή Κόκκα
Εκδόσεις Yusra

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Η πηγή των δακρύων - Jean-Paul Dubois

Η πηγή των δακρύων είναι το τρίτο βιβλίο του Ζαν-Πωλ Ντυμπουά που μεταφράζεται στα ελληνικά. Είχαν προηγηθεί Ο φωτογράφος της Τουλούζης (μτφρ. Κώστας Κατσουλάρης, εκδόσεις Διήγηση) και το Δεν κατοικούν όλοι οι άνθρωποι τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο (μτφρ. Μαρία Γαβαλά, εκδόσεις Δώμα) για το οποίο είχε τιμηθεί το 2019 με το σημαντικό βραβείο Goncourt.

Ο θεματικός άξονας περιστροφής του μυθιστορήματος είναι γνώριμος και λογοτεχνικά πολυφορεμένος, η ταραχώδης, κακή σχέση γιου πατέρα, ο πρωτοπρόσωπος απολογισμός από τον γιο μετά τον θάνατο του γεννήτορα, παρότι κάθε τέτοια δυάδα, παρά τα όποια κοινά μοτίβα, μοιάζει και ίσως και να είναι στον πυρήνα της μοναδική. Ο Ντυμπουά προσθέτει ένα επεισόδιο-σφήνα, ένα εύρημα καθοριστικό. Ο Πωλ, αφού ταξίδεψε από τη Γαλλία για τον Καναδά με σκοπό να φέρει πίσω το σώμα του νεκρού από φυσικά αίτια πατέρα του, το βράδυ της δεκάτης εβδόμης Μαρτίου του 2031 θα μπει στο νεκροτομείο, θα τραβήξει έξω το συρτάρι και θα τον πυροβολήσει δύο φορές στο κεφάλι. Θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στο δικαστήριο, από το οποίο και θα υποχρεωθεί σε δωδεκάμηνη ψυχοθεραπεία, ως βασική προϋπόθεση για την αναστολή της ποινής του.

Το εύρημα με τον πυροβολισμό του νεκρού συνεισφέρει διπλά στο μυθιστόρημα. Στο πνεύμα, καθώς η παράλογη αυτή πράξη, που δείχνει ταυτόχρονα προς δύο, φαινομενικά αντιδιαμετρικές, κατευθύνσεις, εκείνη του γκροτέσκο και εκείνη των σκοτεινών υδάτων στον βυθό της ψυχής του Πωλ, το ολοκληρωτικό μίσος για τον πατέρα, την ανάγκη να έχει τον τελευταίο λόγο στον θάνατό του, προσδίδει στο μυθιστόρημα μια παιγνιώδη ίντριγκα. Αλλά και στην αφηγηματική κατασκευή, αφού η ψυχοθεραπεία στην οποία αναγκάζεται ο Πωλ θα αποτελέσει το κυρίως όχημα για την εξέλιξη της πλοκής μέσω της ανάληψης των όσων προηγήθηκαν, το κυρίως κομμάτι του παγόβουνου, δηλαδή.

Η παιγνιώδης αυτή ίντριγκα διατηρεί διαρκώς εν αμφιβόλω τη στάση του συγγραφέα απέναντι στον αφηγητή-ήρωα, που γεννήθηκε στην Τουλούζη και όχι στη Θήβα· τον συμμερίζεται ή τον ειρωνεύεται, τον αγαπά ή τον περιφρονεί, αναρωτιέται συχνά-πυκνά ο αναγνώστης. Ο Ντυμπουά έχει μια καλή ιστορία να αφηγηθεί, αλλά και την απαραίτητη μαστοριά, συνδυασμός πρωταρχικής και ύψιστης σημασίας στη συγγραφή. Όμως, δεν αρκείται σε αυτό. Εκείνο που διαφοροποιεί το Η πηγή των δακρύων από άλλες καλλιτεχνικές εκφάνσεις της σχέσης πατέρα-γιου είναι ο ευφυής τρόπος αποφυγής του εγκλωβισμού στο ιδιωτικό της προσωπικής ιστορίας, μένοντας ωστόσο εντός του αφηγηματικού πλαισίου και στα όσα εξ αυτού εκπορεύονται, χωρίς να δοκιμάζει τη διαφυγή σε επικράτειες ψευδοδοκιμιακές ή ψευδοφιλοσοφικές.

Χωρίς, λοιπόν, να χάνει τον έλεγχο της ατομικής ιστορίας του Πωλ, ο Ντυμπουά διαπραγματεύεται τον θάνατο απεκδυόμενος την όποια αλλοτινή, ιδεαλιστική και προσποιητά ηθική, κοινωνική στάση απέναντί του. Όπως κάθε έκφανση της ζωής, έτσι και το τέλος της, άλλο δεν αποτελούν παρά μια οικονομική και πολιτική συνισταμένη, που υποσκελίζει ακόμα και το παρωχημένο πια θέσφατο της δικαίωσης του νεκρού ως αναφέρετο προνόμιο. Σ' αυτή την κατεύθυνση, εκμεταλλεύεται και την επαγγελματική ιδιότητα του Πωλ, που είναι ιδιοκτήτης μιας εταιρείας που παρασκευάζει νεκρικούς σάκους, η οικονομική επιτυχία της οποίας καθορίζεται από την έγκαιρη πρόβλεψη των ανά την υφήλιο θανατηφόρων κινδύνων —πείνα, ασθένειες, πόλεμοι—, ώστε η παραγωγή να μπορέσει να ανταποκριθεί στις αυξομειώσεις της ζήτησης και να επιζήσει του σκληρού ανταγωνισμού.

Οι συνάξεις των επαγγελματιών του θανάτου φέρνει στον νου του αναγνώστη το μυθιστόρημα του Ματίας Ενάρ, Το ετήσιο συμπόσιο της συντεχνίας των νεκροθαφτών, ενισχύοντας περαιτέρω την κεντρική κωμικοτραγική αντίφαση ενός επαγγελματία του θανάτου απέναντι στον θάνατο. Η ακριβής πρόζα τού Ντυμπουά, αλλά και η αμφίσημη στάση του απέναντι στον ήρωά του και κατ' επέκταση στα ανθρώπινα, θυμίζει κάτι από Ουελμπέκ, η εικόνα ενός αρλεκίνου που φαινομενικά υπακούει τις εντολές και τις ορέξεις της αυλής, αλλά κατά βάθος της βγάζει τη γλώσσα, παρότι στα καμαρίνια ίσως και να κλαίει.

Η πηγή των δακρύων είναι ένα καλό μυθιστόρημα, αβίαστα προκλητικό και σύγχρονο, που δεν αναλώνεται στη συναισθηματική αναμάσηση της θεματικής πατέρας-γιος. Τη φροντισμένη έκδοση, με τον ταιριαστό πίνακα του Γκόγια στο εξώφυλλο, επιμελήθηκαν οι εκδόσεις Δώμα, τη μετάφραση έφερε εις πέρας με μεράκι η Στέλα Ζουμπουλάκη.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Στέλα Ζουμπουλάκη
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες

Όταν περνούν οι γιορτές, η εργασιακή εντατικοποίηση παραμερίζει, αφήνει πλέον χρόνο και χώρο στο πριν και μετά του ωραρίου, και τότε μία από τις απόπειρες επιστροφής είναι εκείνη προς την επικράτεια της ανάγνωσης, καθώς η στοίβα των επιθυμητών έχει γιγαντωθεί στα απόνερα της εκδοτικής πλημμυρίδας, η επανένταξη στις ράγες, η ανάκτηση του ρυθμού, η διεκδίκηση του ελέγχου απαιτούν μια ομαλή μετάβαση, σαν τον αθλητή που ξεκινά αποθεραπεία πριν επιστρέψει στο αγωνιστικό ταρτάν. Βιβλία σύντομα σε έκταση, η απώλεια της αναγνωστικής κατάστασης να μην προδώσει την αναμέτρηση, βιβλία με υποσχόμενο ωστόσο ορίζοντα προσδοκιών, επανεθισμός. Να ένα βιβλίο που ταίριαζε στην περιγραφή.

Λίγο πριν το τέλος της χρονιάς, ενώ οι λίστες με τα πιο αγαπημένα συντάσσονταν συνειδητά και κυρίως υποσυνείδητα, κυκλοφόρησε στην καινούρια σειρά μεταφρασμένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Αλεξάνδρεια, και σε μετάφραση Δανάης Σιώζου, το δύσκολα ειδολογικά κατατάξιμο Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες του Τζον Μπέρτζερ, που για χρόνια πρόφερα το όνομά του Μπέργκερ, ένα βιβλίο που συμπτωματικώς και μόνο απουσίασε εν τέλει από τη λίστα των αγαπημένων.

Εκείνο που με τα χρόνια μεταβάλλεται είναι η επίγνωση της άγνοιας, η άγνοια προϋπήρχε, ο ωκεανός ήταν εκεί έξω, τα κοντινά νησιά της ήρεμης και γνώριμης θάλασσας τον κρατούσαν μακριά, όσο οι πλοηγήσεις πύκνωναν η υποψία εμφανίστηκε, αργότερα η επίγνωση της άγνοιας, αρχικά ο τρόμος του άπειρου, ακολούθως, μετά από αρκετά ναυτικά μίλια, η καθησύχαση, έτσι είναι. Πριν δέκα χρόνια, λοιπόν, δεν γνώριζα τον Τζον Μπέρτζερ, δεν είχα σχετικές σπουδές ώστε να έχω αναπόφευκτα πέσει πάνω στο Η εικόνα και το βλέμμα, μία από τις βίβλους των παραστατικών τεχνών. Τότε η Ν. μου μίλησε με ενθουσιασμό για το Από την Άιντα στον Χαβιέρ. Έτσι ξεκίνησαν όλα.

Ύστερα, λες και όλα εκεί έξω περίμεναν αυτή τη γνωριμία, έπεφτα διαρκώς πάνω στο όνομά του, αναφορές στο έργο του, αποσπάσματα από τα λόγια του, μια παρουσία οικουμενικής χροιάς, ένας homo universalis από αυτούς που τόσο μας λείπουν πια στην εποχή της ολοένα εξειδίκευσης και απομάγευσης, εδώ που τα νήματα πια δεν γραπώνονται από πεινασμένα χέρια, στέκουν ορφανά.

Δεν είναι εύκολο, αλλά ούτε και χρήσιμο, να κατατάξει κανείς το συγκεκριμένο βιβλίο, κάπου στην επικράτεια της λογοτεχνίας κινείται, αλλά αυτό πολλά και τίποτα λέει. Μια σύνθεση ποιητικής πρόζας, με διάσταση εμφανώς πολιτική, με διάχυτη την ανάγκη για αναστοχασμό, με τον έρωτα στο επίκεντρο, χέρι χέρι με τη βούληση, παρέα με το κόστος αυτής, για έναν κόσμο πιο δίκαιο, που καταφέρνει, ιδιοφυώς πώς, να λειτουργήσει ως σύνολο, παρότι αποτελείται από θραύσματα που αναγκάζουν τον αναγνώστη να σταθεί, να επαναλάβει και να σημειώσει, πριν προχωρήσει, την ώρα που μια δευτεροπρόσωπη απεύθυνση κυλάει πότε υπόγεια, εξαφανίζεται, πότε επίγεια, επανεμφανίζεται, μια απεύθυνση συγκεκριμένα ερωτική, μια επιστολή, ένα ημερολόγιο, ένα ποίημα σε μέρη πεζά, ένα άθροισμα από υποσύνολα, χωρισμένο στα δύο, Το πρώτο μέρος είναι για τον χρόνο, το δεύτερο μέρος είναι για τον τόπο σηματοδοτεί εξαρχής ο συγγραφέας.

Διόλου διδακτικά αποστειρωμένο. 

Στην εποχή της εκτεταμένης και επείγουσας ιδιώτευσης, ο Μπέρτζερ, σαράντα και πλέον χρόνια πριν, κληροδοτεί ένα υπόδειγμα στάσης στη δημιουργία, στην καλλιτεχνική έκφραση αλλά και στην ίδια τη ζωή, πώς ξεκινάει από το εγώ, τον πυρήνα της σκέψης, του βιώματος, του συναισθήματος, της πρόσληψης, της εμπειρίας της ζωής και της ύπαρξης, της ανάγκης να εκφράσει και να προσδιορίσει αυτό το άγνωστο και πώς κατευθύνεται προς το συλλογικό, πώς το συμπεριλαμβάνει, πώς επωμίζεται την ευθύνη για τον κόσμο, πώς η μαρξιστική θεωρία στέκει παρά πόδα, πώς η δημιουργία από αναχωρητική δύναται να μεταβληθεί σε ενεργητική πολιτική στάση, πώς η ποίηση δεν αιωρείται αλλά πατάει στη γη, στο χώμα και το νερό, τη λάσπη, σύνθεση ρυπαρά σιχαμερή μα ταυτόχρονα οικοδομικά πολύτιμη.

Διατρέχω το κείμενο και στέκομαι σε διάφορα σημεία που ξεχώρισα και σηματοδότησα, αναρωτιέμαι αν το ένα ή το άλλο θα ήταν αντιπροσωπευτικό, διστάζω, δεν είναι πως εκτοπισμένα από το σύνολο δεν στέκουν, μια χαρά το κάνουν, αλλά ποιο να ξεχωρίσεις, σε ποιο να στρέψεις τον στιγμιαίο προβολέα σε ένα κείμενο όπως αυτό, χωρίς να αμφιταλαντευτείς, ξανά και ξανά, μήπως κάποιο άλλο θα ήταν πιο ταιριαστό, πιο αντιπροσωπευτικό, πιο επείγον με τον τρόπο που μια αποστροφή λόγου μπορεί να είναι.

Υπάρχουν βιβλία που σε αναγκάζουν να διαβάσεις ξανά και ξανά κάποιες επικράτειες που διέσχισες, κάποια, όχι αυτό, για λόγους κατανόησης, αυτό για την άμεση αναβίωση του στιγμιαίου συναισθήματος που σπινθηροβόλησε. Εκείνη γράφει ποίηση. Έμοιαζα να είμαι έτοιμος να τα αφήσω πίσω όλα. Σήμερα της έγραψα, νομίζω πως θα σου αρέσει αυτό το βιβλίο, υποσχέθηκε, βαρύγδουπο ψέμα, απλά είπε πως θα το αγοράσει, της άρεσε πολύ ο τίτλος, έτσι και αλλιώς.

Ύστερα από το καθηλωτικά πολιτικό και ποιητικό συνάμα, Από την Άιντα στον Χαβιέρ, ακολούθησε το Ένας ζωγράφος του καιρού μας, ένα μυθιστόρημα που βασίζεται στο εύρημα της εύρεσης του ημερολογίου ενός ζωγράφου, πάντοτε, όταν αναθυμάμαι το μυθιστόρημα αυτό, κάθε φορά κάνω το ίδιο lapsus, προσθέτοντας έναν επιθετικό προσδιορισμό, Ένας ζωγράφος του ρευστού καιρού μας, κάθε lapsus κάτι δείχνει, δεν απαιτείται ψυχαναλυτική εμπειρία για να το υποψιαστεί αυτό κανείς.

Μπορεί η ομορφιά να σώσει τον κόσμο; Εξαρτάται τι ορίζει ως κόσμο κανείς, σκέφτομαι, χωρίς το είδος μας, προχωρώ τη σκέψη μου, η ομορφιά είναι αδιαπραγμάτευτα παρούσα, παρ' όλα τα αντιθετικά ζεύγη, ζωή-θάνατος, φως-σκοτάδι, κυρίαρχα αυτά. Επιστρέφω στα παραπάνω λόγια, το έργο του Μπέρτζερ, στο σύνολό του, είναι μια παρακαταθήκη, ένας οδηγός πλοήγησης εντός της ιδιώτευσης, μια υπενθύμιση πως η δημιουργία, σε όποια μορφή, με όποιο τρόπο επιτέλεσης, δεν διαχωρίζεται από την ευθύνη, από τον λόγο, από την ηθική, την πολιτική, το αίσθημα δικαίου, δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση το υποκείμενο. Καταφέρνει, ο Μπέρτζερ, να συνδυάσει το πολιτικό με το ποιητικό, τον έρωτα, την ηδονή και τον πόνο, επίσης, σε ένα κείμενο που αναβλύζει μια διάχυτη προσωπική ανάγκη, μια σωσίβια λέμβος ατομική, μια απόπειρα οι λέξεις να αποδώσουν και να εκτονώσουν το φλέγον μέσα, καταφέρνει, έλεγα, ένα τέτοιο κείμενο να λειτουργήσει συμπεριληπτικά, οικουμενικά, όχι γιατί ο αναγνώστης, εγώ στην προκειμένη περίπτωση, απλώς θα βρει, βρήκα είναι η αλήθεια, δικά του πράγματα, σκέψεις και συναισθήματα, ανάγκες και φόβους, ελπίδες και ματαίωση, πείνα και δίψα, αλλά γιατί ο αναγνώστης, πάλι εγώ, θα διακρίνει μια σπορά για έναν κόσμο που πρέπει, διάολε, κάποια στιγμή να αλλάξει.

Κάπου στα μέσα της νεαρής μεσήλικης ζωής μου, αναρωτιέμαι, συχνά το κάνω, μήπως είναι κάποιο μπαρμπαδίστικο αντανακλαστικό εκείνο που με κάνει να βλέπω με τρόμο το παρόν και το μέλλον επιπλέον ζοφερό, ανέλπιδο, εφιαλτικό, ή αν όντως έτσι είναι, ευχόμενος να θυσιάσω την αισιόδοξη και έτοιμη ανά πάσα στιγμή να βγάλει τη γλώσσα νεότητά μου, να κάνω λάθος, να είμαι λάθος. Αναρωτιέμαι αν κάποιος σαν τον Μπέρτζερ, με αυτή την διάχυτη αισιοδοξία και πίστη, τι και αν κρυμμένες πίσω από την παρατήρηση εκ του σύνεγγυς της αδικίας, ας χρησιμοποιήσω μόνο αυτή τη λέξη, αναρωτιέμαι αν κάποιος σαν τον Μπέρτζερ ζούσε στο σήμερα, πώς θα αντιδρούσε;

Διαισθητικά, άγνωστο μέσα από ποια κανάλια σκέψης, ανάμνησης και συναισθήματος, το Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες, ήρθε και στάθηκε στον αντίποδα της ανάγνωσης των σκέψεων του Λεοπάρντι στο Η θεωρία της ηδονής, που διάβαζα αχόρταγα, χωμένος μέσα στο ατομικό μου παλάτι πόνου και ηδονής, ένα καλοκαίρι, είκοσι χρόνια πριν, κάπου στο Αιγαίο. Αντίποδας που έχει να κάνει ακριβώς με αυτό που το κείμενό μου τελικά διαπραγματεύεται, τη θέση του παρόντος βιβλίου στην εποχή της ιδιώτευσης.

Πολύτιμο.

υγ. Για το Από την Άιντα στον Χαβιέρ περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Ένας ζωγράφος του καιρού μας εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δανάη Σιώζου
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια