Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Λογαριασμοί που κλείνουν για να μείνουν ανοιχτοί (μέρος Α')

Και αυτές οι λίστες, πώς μεγαλώνουν, με τρόπους διάφορους, της επιμονής και της συγκυρίας, μεταξύ άλλων, αλλά κυρίως: διαβάζοντας· γεγονός που διόλου, αν και φαινομενικά, παράδοξο δεν είναι, διαβάζοντας, λοιπόν, οι λίστες αντί να μικραίνουν μεγαλώνουν. Διάβασες ένα βιβλίο, σου άρεσε, τσεκάρεις την υπόλοιπη εργογραφία, ποια έχουν μεταφραστεί, ποια κυκλοφορούν, η λίστα μεγαλώνει, ένας ακόμη συγγραφέας. Να μια εκδοχή των πραγμάτων.

Βιβλίο Ι, Να συνεχίζεις, Λωράν Μωβινιέ, μτφρ. Ισμήνη Δούκα, εκδόσεις Σοκόλη

Έντεκα χρόνια πριν, ένα μικρό σε μέγεθος βιβλίο, ένα πρωί, με διέλυσε, το διάβασα και δεύτερη και τρίτη φορά, μάλλον το χάρισα ή το δάνεισα, δεν το βρίσκω πια ανάμεσα στα ετοιμόρροπα ράφια, μπορεί και κάπου να έχει κρυφτεί, Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη (μτφρ. Σπύρος Γιανναράς, εκδόσεις Άγρα), από τότε θυμάμαι: μια άνευ σημασίας μικροκλοπή σ' ένα σούπερ μάρκετ, ένα πραγματικό γεγονός, η δολοφονία του ενόχου από τον σεκιουριτά, κυρίως όμως τον τρόπο με τον οποίο ο, άγνωστος ως τότε σε μένα, Λωράν Μωβινιέ κέντησε σε μια και μόνη περίοδο την ιστορία αυτή, και όταν αυτό συμβαίνει, το απεχθές περιεχόμενο να δίνεται αριστοτεχνικά, να μην μπορείς να το αφήσεις από τα μάτια σου παρά την οργή, τη φρίκη, τον ζόφο, η καλή λογοτεχνία το κάνει αυτό, η τέχνη εν γένει το κάνει αυτό, ανάμεσα σε τόσα άλλα, δεν μας αφήνει να αποστρέψουμε το βλέμμα.

Κάπου στην άκρη του μυαλού μου, ένας φάκελος είχε δημιουργηθεί, Λωράν Μωβινιέ. Ως τότε κάτι άλλο δικό του δεν είχε κυκλοφορήσει. Το Να συνεχίζεις κυκλοφόρησε το 2021, δεν το πήρα χαμπάρι, η πλήρης εποπτεία της εκδοτικής παραγωγής είναι ανέφικτη, δεν είναι δικαιολογία αυτό, είναι μια πραγματικότητα. Κάπου, κάπως, μέσα στον χειμώνα, χάζευα μεταχειρισμένα βιβλία, το όνομα του συγγραφέα κάτι μου θύμισε, όπα, τι έχουμε εδώ! Φτιάχνοντας τη στοίβα με τα βιβλία της διακοπής, το πρόσθεσα, στην υποκατηγορία βιβλία συγγραφέων που μου άρεσαν πολύ τα προηγούμενά τους.

Τι βιβλίο! Όσα και αν προσδοκούσα, δεν ήταν αρκετά, ενθουσιασμός. Ένα χωρισμένο από χρόνια ζευγάρι, ένας έφηβος γιος που εμπλέκεται σε μια απόπειρα ομαδικού βιασμού, η μητέρα αποφασίζει να πάρει τον έλεγχο, πουλάει όσα έχει στο όνομά της ώστε να χρηματοδοτήσει ένα ταξίδι στο Κιργιστάν με τον γιο της, ένα ταξίδι με άλογα σε εκτάσεις αχανείς. Αν είχα διαβάσει το οπισθόφυλλο, μη γνωρίζοντας τον συγγραφέα, μάλλον θα το προσπερνούσα, αυτό δεν σημαίνει πως το οπισθόφυλλο δεν είναι ακριβές, σημαίνει απλά και μόνο πως είτε τα λέμε φίλτρα είτε κολλήματα, όταν πρόκειται να επιλέξουμε ένα βιβλίο, αυτό πάντοτε γίνεται εις βάρος ενός άλλου.

Η αφήγηση ξεκινάει από τη μέση των πραγμάτων, οι δυο τους κάνουν ήδη το ταξίδι, «Την προηγούμενη νύχτα, ο Σαμυέλ και η Σιμπύλ αποκοιμήθηκαν βλέποντας τ' άλογα να χάνονται πίσω από τ' άγρια σκιάδια και τις συστάδες λουλουδιών στους ορεινούς λειμώνες· παγετώνες, βουνά, πυκνά σύννεφα, η κούραση σ' ολόκληρο το σώμα και η νύχτα κάτω από τ' άστρα, στην κορυφή ενός λόφου που σχημάτιζε το ιδεώδες πλάτωμα για δύο σκηνές». Εν συνεχεία, παράλληλα με το ταξίδι, ο Μωβινιέ αριστοτεχνικά θα εμπλέξει διάφορα αφηγηματικά κλαδιά, αναλήψεις από το παρελθόν, το μακρινό και το κοντινό, θα εστιάσει πότε στον έναν και πότε στην άλλη, θα φέρει τη Γαλλία στο Κιργιστάν, τις προετοιμασίες, τις προσδοκίες, τις ενστάσεις και τις δυσκολίες, την περιπέτεια να ιππεύεις σε μια άγνωστη επικράτεια, εκεί που η φύση είναι υπεύθυνη, η θεά αν προτιμάτε, και το κάνει αριστοτεχνικά, όχι μόνο γιατί πιάνει και αφήνει τα κορδόνια κίνησης χωρίς κραδασμούς στις συνδέσεις και τις μεταβάσεις, αλλά, κυρίως, γιατί ενώ φλερτάρει έντονα με τον εξωτικισμό και τον αναχωρητισμό, με το μελό και τον εσωτερισμό, με ένα πίστεψε σε σένα, πάρε τη ζωή στα χέρια σου, με όλα αυτά που θα μπορούσαν κατά μόνας ή σε ομάδες συστατικών να συνθέτουν μια κακή λογοτεχνία/φιλοσοφία/βοήθεια, ο Μωβινιέ τα μεταχειρίζεται με έναν τρόπο συγκλονιστικό, να τα κλισέ χτυπούν την πόρτα, δεν έχει σημασία, λένε, το τι, αλλά το πώς, καλά λένε.

υγ. Για το Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη, περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 

Βιβλίο ΙΙ, Ορλάντα, Ζακλίν Αρπμάν, μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, εκδόσεις Αλεξάδνρεια

Τη χρονιά που πέρασε διάβασα το Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες, δεν γνώριζα τη συγγραφέα, το βιβλίο μεταφράστηκε εκ νέου και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αίολος σε μετάφραση της Μυρσίνης Γκανά, υπήρχε ήδη ένα χάιπ σχετικό, διαβάζοντάς το αντιλήφθηκα το γιατί ένα βιβλίο τριάντα χρόνια μετά αποκτά δημοφιλία, πολλές αναγνώστριες το είχαν κιόλας διαβάσει στα αγγλικά ή στο πρωτότυπο, λειτούργησαν και αυτές ως ξερά κλαδάκι για τη φωτιά, κάπως έτσι κι εγώ το διάβασα, μου το επισήμαναν. Τελειώνεις ένα βιβλίο που σου άρεσε κτλ κτλ τα είπαμε παραπάνω, υπήρξε στα ελληνικά ακόμα ένα δικό της, το Ορλάντα, λέω υπήρξε γιατί πλέον δεν κυκλοφορεί, ως εξαντλημένο εμφανίζεται, πρόσθετη αξία η αναζήτηση, η εύρεση προσφέρει μια πρώτη ικανοποίηση, το κυνήγι του χαμένου θησαυρού που στέφθηκε με επιτυχία, μια χαρά παιδαριώδης, δική σας ευθύνη η ανάγνωση της λέξης.

Ήταν Αύγουστος και ένιωθα την ελευθερία —δική μου η φυλακή αλλά μπόνους η διακειμενική αναφορά στο Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες— να διαβάσω ό,τι θέλω χωρίς να σκέφτομαι επαγγελματικά ως υπάλληλος βιβλιοπωλείου, πως πρέπει να είμαι ενημερωμένος, γιατί άντε και πρότεινα σε κάποιον την Ορλάντα, μετά τι θα του έλεγα, τρέξε πάρε σβάρνα τα παλαιοβιβλιοπωλεία και ψάξε;

Η λογοτεχνία, η συγγραφή και η ανάγνωσή της, δύναται να είναι επικίνδυνη στάση ζωής. Ας πούμε, η Αλίν, περιμένοντας στον σταθμό του τρένου την αμαξοστοιχία για Βρυξέλλες, διάβαζε Βιρτζίνια Γουλφ, με ένα ενδιαφέρον έντονα ακαδημαϊκό, γύρευε ξανά και ξανά, τα ερμηνευτικά κλειδιά να αποκωδικοποιήσει, να κάνει χρήση του τι θέλει να πει η ποιήτρια, και τότε, αφού σήκωσε το βλέμμα, αντίκρισε έναν νεαρό και αποφάσισε, ακαριαία και χωρίς δεύτερη σκέψη των κινδύνων, ένα κομμάτι της, το πιο αρσενικό, η Ορλάντα, να μετοικίσει στο κορμί του ευειδούς νέου, να το καταλάβει, να χωριστεί έτσι στα δύο. Αυτή είναι η σύμβαση την οποία μετέρχεται η συγγραφέας, αυτή είναι η σφυρίχτρα ώστε το παιχνίδι να αρχινίσει, ναι, το παιχνίδι. Το εύρημα αυτό, που δεν ανήκει ακριβώς στο κυρίως σώμα της λογοτεχνίας του φανταστικού, αλλά περισσότερο βασίζεται σε μια διάθεση παιγνιώδους διακειμενικότητας και συνομιλίας, που ταυτόχρονα βρίσκεται εντός του ευρύτερου πεδίου ενδιαφέροντος  της ψυχαναλύτριας συγγραφέα.

Το αποτέλεσμα υπήρξε πολύ ενδιαφέρον, η ανάγνωση κυλούσε, τα διακειμενικά νήματα ήταν παρόντα, η διάθεση για παιχνίδι εμφανής, ωστόσο δεν έπαθα πλάκα, ίσως γιατί το εύρημα και η ακολουθία του, που η συγγραφέας ορθά υλοποίησε ώστε να μη χαθεί στο γκροτέσκο χωρίς δυνατότητα επιστροφής, δεν επέτρεψαν στο μυθιστόρημα αυτό να λειτουργήσει πέρα από την επιφάνεια των σελίδων του, η ιστορία έμεινε καλά κλεισμένη εντός του, το ενδιαφέρον ήταν αυτό που έμεινε να το χαρακτηρίζει, άλλωστε, πιάνοντας το νήμα το Ορλάντο δεν το θεωρώ κορυφή στην εργογραφία της Γουλφ παρά την αδιαμφισβήτητη αξία και σημασία του, κυκλοφόρησε μην το ξεχνάμε πριν από εκατό χρόνια. Τρία χρόνια πριν την Βελγίδα συγγραφέα, η Βρετανή Ζανέτ Ουΐντερσον θα γράψει Το πάθος πατώντας με τον τρόπο της επίσης πάνω στο βιβλίο της Γουλφ.

υγ. Για το Εγώ που δεν γνώρισα του άντρες περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Ορλάντο της Γουλφ εδώ και για Το πάθος της Ουΐντερσον εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Και τι να πεις

α 

Το άγχος πριν από τις διακοπές. Πλησιάζουν, ολοένα και πλησιάζουν, μετράς αντίστροφα, κάτι θα γαμηθεί τελευταία στιγμή, κάτι θα το πάρει και θα το εξαπολύσει ίσα με τον διάβολο, σκέφτεσαι, ενάντια σε όποιον ορθολογισμό, σε κάθε μην αγχώνεσαι, σε κάθε όλα καλά θα πάνε, θα δεις τι θα κάνεις όταν συμβεί, θα έχω χάσει τις διακοπές μου, αντέτεινα, σε μένα κυρίως. Έτσι μετράω την ανάγκη μου για διακοπές, κάποια χρόνια τώρα, με βαθμίδες άγχους, αυτό δείχνει πόσο ανάγκη τις έχω, φέτος πολύ, τις είχα, για την ακρίβεια, τώρα γύρισα και σχεδόν τίποτα δεν συνέβη, τζάμπα το άγχος δηλαδή, ναι καλά, εκ των υστέρων σάπια λόγια. Το πρώτο θύμα του άγχους είναι οι προσδοκίες, μειούμενες σχεδόν αδιόρατες, απλώς να μη δουλεύω, απλώς να διαβάσω, απλώς να κοιμηθώ χωρίς ξυπνητήρι, απλώς να κάνω ένα δύο μπάνια, απλώς να μη σκάσει καμιά χειροβομβίδα στα χέρια μου, τέτοια πράγματα, όσο λιγότερα, όσο ταπεινότερα, ίσως κάτω απ' το ραντάρ, όχι συναγερμοί και όχι εκπλήξεις, παρακαλώ, αυτό ήταν το τραγούδι που έβαλα πρώτο ν' ακούσω την τελευταία μέρα στη δουλειά, ένα ξόρκι.

β

Εσείς, από τι θέλετε να διακόψετε, παρακαλώ; Η κοπέλα, σφιχτογελαστή, πίσω από το γκισέ, μια τεράστια ουρά απλώνεται μπροστά της, την παρατηρώ, δεν χαλαρώνει ποτέ το στόμα της, ούτε όταν μιλάει, σφιχτό και μαρμάρινο, πληκτρολογεί τις απαντήσεις, δεν ζητάει διευκρινίσεις, ευχαριστώ, ο επόμενος, εσείς από τι θέλετε να διακόψετε, παρακαλώ; Φτάνει η σειρά μου, είναι δύο τρία πράγματα, διστάζω να πω, σφικτό και μαρμάρινο εκείνο, να, ξέρετε, συνεχίζω, ενώ νιώθω κιόλας το βάρος της ουράς στην πλάτη μου, μα εσείς ζητάτε ένα μόνο, σωστά, λογοκρίνομαι, σφιχτό και μαρμάρινο εκείνο, αλλά δεν είναι απλό, είναι κάπως σύνθετο το ερώτημά σας, γιατί ξέρετε εμένα η δουλειά μου μου αρέσει, δουλεύω σε βιβλιοπωλείο, η ρουτίνα μου μου αρέσει, αν και θα ήθελα να γράφω λίγο παραπάνω, έχω και ένα μπλογκ ξέρετε, γράφω κυρίως για βιβλία που διάβασα, είναι κάποια χρόνια τώρα, τον Αύγουστο συνηθίζω να μην ανανεώνω το περιεχόμενό του, φέτος σκεφτόμουν μήπως διαβάσω αποκλειστικά και μόνο βιβλία παλιά, ακόμα και εξαντλημένα, τόσα έχουν πια μαζευτεί στο σπίτι, ροχαλίζεις, αγάπη μου.

γ

Πού τη θυμήθηκες/Πώς σου ήρθε. Κάπου την άνοιξη το πρωτοσκέφτηκα, έτσι ξαφνικά, δεν έχω διαβάσει Ντιράς/Ντυράς, έχω δει, και αν έχω δει, το Χιροσίμα, αγάπη μου, σίγουρα στην κορυφαία τριάδα μου, μιλώντας για ταινίες, αλλά δικό της τίποτα δεν έχω διαβάσει, σκέφτηκα έτσι ξαφνικά, όπως συνηθίζω να σκέφτομαι, γεγονός, η ξαφνικότητα, που με κάνει ν' αμφιβάλλω αν πρόκειται πραγματικά για σκέψη, αν η σκέψη για να οριστεί ως τέτοια απαιτεί κάποια συνειδητά στάδια και όχι αναλαμπές, άλλη συζήτηση όμως αυτή. Ξεκίνησα την αναζήτηση, η μισή χαρά είναι εδώ, ένα σωρό βιβλία της στα ελληνικά, τελευταίος ασχολήθηκε μαζί της ο Μαραγκόπουλος, το 2017 επανεκδόθηκε η μετάφρασή του στο Moderato Cantabile, όλα τα άλλα χανόντουσαν πίσω στα βάθη, αυτό το κενό ενίσχυσε την επιθυμία μου, άρχισα σιγά σιγά να μαζεύω βιβλία της, ένα από εδώ και ένα από εκεί, όπως όλα τα φιλόδοξα σχέδια, το άφησα για αργότερα. Τον Αύγουστο ξεκίνησα ένα παράλληλο αναγνωστικό πρότζεκτ, το βιβλίο που διαβάζω και ένα δικό της βιβλίο.

δ

8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ξεκούραση, 8 ώρες ελεύθερος χρόνος. Που ποτέ δεν είναι 8 ώρες η δουλειά, που ποτέ δεν είναι 8 ώρες η ξεκούραση, άσε ήσυχο τον ελεύθερο χρόνο. 8 ώρες διάβασμα. Να μια μαθηματική αποτύπωση των διακοπών, μια απλή αντικατάσταση, μια λέξη αλλάζει και ακούγεται διαφορετικό, σχεδόν ποθητό, αν και τα σλόγκαν σπάνια βγαίνουν σε καλό, τα μικρά γράμματα, ο σύνδεσμος που ποτέ δεν επισκέφτηκες, η συναίνεση που βιάστηκες μέσα στην απελπισία σου να δώσεις. Ίσως στις διακοπές σου καταφέρεις να μην είσαι μονόχνοτος αλλά ούτε και μίζερος, όταν δεν διαβάζεις είσαι μίζερος, αγάπη μου, ας είμαστε ειλικρινείς. Έπαιζα, κάποτε, εκείνο το παιχνίδι που αδειάζεις χρωματιστά υγρά μέχρι να διαχωριστούν, ίσως κάπως έτσι να αποτύπωνα τη διαδικασία πίσω από τα μαθηματικά, η κάθε επόμενη πίστα ήταν όλο και πιο δύσκολη, αλλά δεν ήταν αυτό το πρόβλημα, η επίγνωση της τυχαιότητας στην επίλυση, αυτό ήταν που στερούσε τη χαρά, που δεν έχτιζε αυτοπεποίθηση, απλά βάραινε, ήλπιζες, τα βλέφαρα.

ε

Με κοίταξε καχύποπτα, είδα στα μάτια τον τρόμο, αλήθεια σας λέω, ωχ τι με περιμένει, αναβόσβηνε η ρεκλάμα, θα διακόψω της είχα πει, αυτή είναι η τελευταία φορά, αν άθροιζα τις τελευταίες φορές, ένα λοφάκι στον κάμπο θα το είχα, θα διακόψω, δεν είμαι σίγουρος γιατί, πέρα από τα προφανή, χαίρω πολύ, Γιάννης, υπάρχει αυτό το δυσδιάκριτο όριο, μέχρι πιο σημείο με φροντίζω και από πιο σημείο με κακοποιώ, μια συζήτηση περί εξαρτήσεων και νηφαλιότητας, ήταν άδεια η Αθήνα και εμείς περπατούσαμε, άνοιξε μια ελάχιστη ρωγμή, πόσο φως θα τρύπωνε, έμενε να φανεί, σκέφτηκα, πάλι ξαφνικά, ακόμα κάτι, χρειαζόμουν οτιδήποτε δεν είχε γλιστερή επιφάνεια για να πιαστώ, η σχέση με τον χρόνο, αυτό είναι, η διακοπή που κάνει τα πάντα έναν παχύρρευστο χυλό, ο χρόνος μένει κολλημένος, τι καλύτερο δηλαδή για διακοπές, μια ανάμνηση παιδική, η βαρεμάρα στο τέλος του καλοκαιριού, σχεδόν να πεθαίνεις για να ανοίξει το σχολείο, ενδοκαπιταλιστικές μανούβρες, σκέφτηκα, αλλά η παγίδα ήταν εκεί, τι έχω να κερδίσω, τι κερδίζω τώρα που το κάνω, ποια είναι η ανταμοιβή μου, τη θέλω τώρα στο χέρι, μη μου μιλάς για μεσομακροπρόθεσμα λουκουμάκια, μια δεύτερη παγίδα, οι διακοπές τελείωσαν, με τη διακοπή τι θα γίνει, το σώμα λέει πλέον αδιαφορεί, αλλά δεν είμαστε μόνο σώμα, τα χούγια μας ρε γαμώτο.

ζ

Ό,τι καλύτερο μου συνέβη είναι πως αυτός ο Αύγουστος ήταν ο λιγότερος Αύγουστος που θυμάμαι. Συνήθιζε να είναι: μεταβατικός, πολύβουος, αγχώδης. Όσα δεν θα έπρεπε δηλαδή. Έτσι ήταν. Βάραινε από σχέδια, δεσμεύσεις, μεταθέσεις. Τώρα είναι η αλλαγή του έτους, είμαι από αυτούς, σχεδόν με καμάρι το έλεγα. Και έσκαγε το τέλος του στα μούτρα μου. Έμενα να δίνω μεταθέσεις, να λύνω δεσμεύσεις, να επανασχεδιάζω. Ήταν κάθε μήνας, κάθε βδομάδα, κάθε μέρα λίγο Αύγουστος, τώρα το σκέφτομαι αυτό, έπασχα από Αύγουστο, ήθελα τόσα να κάνω, αφηρημένα, γενικά και αόριστα, να κάνω, να σταματήσω και να αρχίσω, να βάλω τελείες και να αλλάξω παραγράφους, ο χρόνος ερχόταν μετωπικά, πάντα έτσι έρχεται. Έλεγα στην Κ., όταν κάτι πάει καλά, έχω πλέον τη σοφία και την τύχη να μην το ξεψαχνίζω, να μην σκάβω μέσα στον μηχανισμό του, να μην μπλέκω με βίδες και ελατήρια, αν λειτουργεί, καλώς, λες και δεν έχουμε βλάβες να ξεκοιλιάσουμε. Δεν ξέρω, λοιπόν, θέλω να πω, γιατί αυτός ο Αύγουστος ήταν ο λιγότερο Αύγουστος, παρά την αγωνία που νιώθω αν θα συνεχίσει να λειτουργεί ή αν στην επόμενη στροφή η μετωπική σύγκρουση θα είναι οδυνηρή.

η

Για ποιο βιβλίο θα γράψεις, με ρώτησε, δεν ξέρω, της απάντησα, έχουμε καιρό, σκέφτηκα, ας ανοίξω λίγο να αεριστεί ο χώρος. Σεπτέμβρης.  

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Μια φράση

Οι συνθήκες δεν θα είναι ποτέ οι κατάλληλες, τουλάχιστον όχι εκ των προτέρων, εκ των υστέρων μπορεί, έτσι όπως αναπολείς το παρελθόν και τι άλλο να το κάνεις δηλαδή το παρελθόν, αν όχι να το κοιτάς έτσι όπως ολοένα και ξεμακραίνει, εκείνα τα νησιά, πότε συμπλέγματα, πότε ελάχιστες επιφάνειες στεριάς, που, αργά ή γρήγορα, το ξέρεις, το έχεις καταλάβει, θα τις καλύψει ολοκληρωτικά η άνοδος της στάθμης της λήθης, οι νέες καταχωρήσεις, τα νερά που κατεβάζει ο χείμαρρος του παρόντος, φουσκωμένα ακόμα και όταν όλα μοιάζει να λιμνάζουν ενοχλητικά, ίσως μια κορυφή να διακρίνεται πού και πού, αλλά και πάλι, σκέφτεσαι, πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσες πως βαριέσαι, σαν παιδί συνέβαινε συνέχεια, εκείνο το απόγευμα, ο δείκτης είχε μετακινηθεί εποχικά, πήγαινες και ερχόσουν από το τσιμεντένιο γήπεδο στο σπίτι, με τα πόδια ή με το ποδήλατο, δεν περνούσε η ώρα, δεν νύχτωνε, η ενόχληση σε διέλυε, η βαρεμάρα ή, μάλλον, η απουσία της να είναι άραγε ο πυρήνας της ενηλικίωσης, ο χρόνος που τρέχει καταπάνω σου, όλο λες να θα τον δαμάσω, θα τον πιάσω από τα κέρατα, όλο ξεγλιστρά αυτός.

Δεν έχεις άλλο τρόπο να γράψεις παρά μόνο αυτόν, μια φράση σου έρχεται στο μυαλό, οι συνθήκες δεν θα είναι ποτέ οι κατάλληλες, τουλάχιστον όχι εκ των προτέρων, εκ των υστέρων μπορεί, κάθεσαι εδώ στην κουζίνα, πληκτρολογείς και η στιγμή έχει παρέλθει, η φράση μένει χτυπημένη στην οθόνη, ο κέρσορας αναβοσβήνει, οι συνθήκες δεν θα είναι ποτέ οι κατάλληλες, βλέπεις, εκ των υστέρων θα μετανιώσεις, τότε ήταν η κατάλληλη στιγμή, εκείνη κοιμάται, το κινητό είναι ακόμα στο αθόρυβο, ο καφές δεν είχε τελειώσει, το φλιτζάνι σου ήταν πλυμένο και έτοιμο, ανακάτεψες κάποιους κόκκους ζάχαρης, έκαιγε πολύ, εσύ λαχταρούσες, πήρες στα χέρια σου το βιβλίο που το βράδυ στενάχωρα εγκατέλειψες για χάρη του ύπνου, του κακού ύπνου, να σηκώνεσαι ξανά και ξανά να γυρεύεις κάτι με γεύση, ο εγκέφαλος, είπε μια ειδικός, έχει εκπαιδευτεί να γουστάρει όποτε γουστάρει και να απαιτεί ενέργεια, τα μωρά, συνέχισε, τα ξεγελάνε με χαμομήλι, το στομάχι γεμίζει και στέλνει σήμα πληρότητας, ο εγκέφαλος, ωστόσο δεν παίρνει την ενέργεια που λαχταρούσε, σιγά σιγά παραδίδεται σε έναν ύπνο συνεχόμενο, ο καφές κρυώνει, ενώ εσύ διαβάζεις, ο καφές τελειώνει, ενώ εσύ πασχίζεις να διατηρήσεις τη στιγμή, αυτή η ιδέα, έμμονη ή περιοδικά μόνο επαναλαμβανόμενη, πως αυτό σου αρέσει να κάνεις τα πρωινά.

Η αντανάκλαση της μυρωδιάς σου στην επιφάνεια του απέναντι ήχου είναι μια φράση που δεν λέει τίποτα παρά μόνο πως σε αναζητούσα, την ώρα που σκέφτεσαι πως ζούμε σ' έναν κόσμο όπου ο άνεμος ονομάζεται από πού έρχεται και όχι πού μας πηγαίνει, αν μας πηγαίνει, μια θεώρηση παθητική, στατική, πεισματική, ο άνεμος ως κάτι κακό και όχι ως μια μεταφορά, την ώρα που σκέφτεσαι πως το πρόβλημα με το τσάι είναι πως η μυρωδιά του υπόσχεται περισσότερα απ' όσα η γεύση του προσφέρει, ο καφές τελείωσε και η φράση οι συνθήκες δεν θα είναι ποτέ οι κατάλληλες, τουλάχιστον όχι εκ των προτέρων, εκ των υστέρων μπορεί, σκέφτεσαι/θυμάσαι πως ήρθε μαζί με την εικόνα σας να περπατάτε στην ολοένα και πιο άδεια πόλη, είχε πια βραδιάσει, σε κάποια κόκκινη αναμονή εκείνη το είπε, όχι ακριβώς έτσι αλλά αυτό ήταν το νόημα, θα μπορούσε να πει μην χάνεις τον χρόνο περιμένοντας κάτι που δεν υπάρχει, κάτι που ποτέ δεν υπάρχει παρά μόνο εκ των υστέρων μπορεί, παρά μόνο ως αντικεμενικοποίηση ενός παρατηρητή εξωτερικού, του ίδιου σου του εαυτού πιθανότατα, οι τότε συνθήκες, άψογες και ιδανικές, επιτείνουν την ακαταλληλότητα των τωρινών, η ανακαίνιση στο πάνω διαμέρισμα, ο πονοκέφαλος, η μη έμπνευση, η μη επιθυμία να κάτσεις στο τραπέζι της κουζίνας, η αναμονή, η αναστάτωση, τα καρπούζια του Βαγγέλη, εκείνη που από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνήσει, το ρεπό που θα μεσημεριάσει, η κόπωση της εβδομάδας, η διαταραχή του ελεύθερου χρόνου, οι δυνατότητες άπειρες, η ματαιότητα τα σκήπτρα.

Ξανά τον Σεπτέμβρη.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι - Γιάννης Καρκανέβατος

Μια γυναίκα αποφασίζει να αναλάβει μόνιμα τη βραδινή βάρδια στην εργασία της, κάτι που κανείς άλλος από τους συναδέλφους της δεν προτιμά, βγάζοντας από τη δύσκολη θέση την προϊσταμένη της και υπεύθυνη κατάρτισης του εβδομαδιαίου προγράμματος, χωρίς να πει γιατί, απλά το ζητά, η προϊσταμένη της ανακουφίζεται, εκείνη της αποκρύπτει, μήπως φανεί ή δείξει αφελής, πως το πραγματικό διακύβευμα είναι να κοιμάται χωρίς τη δαμόκλειο σπάθη του ξυπνητηριού που έρχεται και καρατομεί τα όνειρά της.

Υπάρχουν κάποιες ιδέες γέννησης ή περιστροφής ενός λογοτεχνικού κειμένου ταυτόχρονα πρωτότυπες και προφανείς, που οδηγούν τον αναγνώστη, άσχετα αν είναι ή όχι επίδοξος γραφιάς, να αμφιταλαντευτεί, ακριβώς επειδή είναι ταυτόχρονα πρωτότυπη και προφανής στην περίπτωσή μας η ιδέα/επιθυμία/ανάγκη ενός ατόμου να πάψει να ζει υπό την απειλή του πρωινού ξυπνητηριού διεκδικώντας τα όνειρά του, να αμφιταλαντευτεί για το αν είναι απλώς μια καλή ιδέα για ένα διήγημα ή αν είναι μια δική του ανάγκη, και επειδή μιλάμε για όνειρα, λέξη λάστιχο που τραβιέται τεντώνεται ξεχειλώνει ή σπάει, αυτή η αμφιταλάντευση επιτείνεται ακόμα περισσότερο, εσύ τι ονειρεύεσαι, με ρωτάει εκείνη η κοπέλα, και εγώ της απαντώ πως δεν ξέρω, χωρίς να είμαι σίγουρος σε ποια όνειρα αναφέρεται, του ύπνου ή του ξύπνιου, της λογικής σκέψης ή της συναισθηματικής φαντασίας, του ρεαλιστικού ή του ρομαντικού βασιλείου, του βυθού ή του ορίζοντα, όπως και να έχει δεν ξέρω, αυτό της λέω ενώ περπατάμε στην άδεια Πατησίων.

Και αυτή η γυναίκα και η διεκδίκηση των ονείρων της, παρόλο που κανείς δεν της στέκεται εμπόδιο, το αντίθετο συμβαίνει, το ξεφύσημα ανακούφισης της προϊσταμένης της το δείχνει, με κάποιο τρόπο έρχεται να συνοψίσει εν πολλοίς αυτή τη συλλογή διηγημάτων, το δεύτερο λογοτεχνικό έργο του Γιάννη Καρκανέβατου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Μια ιδέα ταυτόχρονα ορθή και λοξή, προφανής και πρωτότυπη με τον τρόπο της, ο καμβάς, ο μετασχηματιστής που θέτει το υπό διαμόρφωση σε κίνηση. Όπως και ο συγκάτοικός της, λίγα διηγήματα νωρίτερα, που παλεύει να βρει σπίτι στο Παρίσι και η μία κακοτεχνία διαδέχεται την επόμενη, τώρα εκείνος κρατάει μια γυάλινη σφαίρα, ένα σουβενίρ της πόλης, την αναποδογυρίζει και τότε χιονίζει, όποτε θέλει εκείνος χιονίζει στο Παρίσι, η αναζήτηση σπιτιού, σχέσεις τιμής και απόδοσης, επιθυμίας και συμβιβασμού, αποκτά κάτι το γκροτέσκο, δεν μπορείς παρά να γελάσεις με την αρχιτεκτονική ταχυδακτυλουργία, δεν μπορείς, ταυτόχρονα, να μη διακρίνεις το ζοφερό της συνθήκης, παρότι η ανάληψη αντλεί από τον παρελθοντικό ταμιευτήρα, όσα έγιναν έγιναν, τώρα ο αφηγητής κρατάει μια γυάλινη μπάλα στα χέρια του, αναθυμάται και εξιστορεί, ένας μικρός χιονοθεός.

Μικρού σχετικά μεγέθους, τα διηγήματα της συλλογής διαπνέονται από μια συνοχή, πότε χειροπιαστή και πότε διαισθητική, πότε ανά ζεύγη και πότε εν συνόλω, πότε τεχνικά και πότε στη σύστασή τους. Η συνοχή του συνόλου, ανάμεσα σε άλλα, λειτουργεί και ως ένα επόμενο δωμάτιο, εκεί διαδραματίζεται κάποια άλλη ιστορία, ταυτόχρονα όμως υπάρχει και ο απαραίτητος χώρος ώστε η προηγούμενη να συνεχίσει να επιδρά, η ουρά της καταφέρνει να ακολουθήσει τον αναγνώστη στο γύρισμα της σελίδας και στον επόμενο τίτλο, η βραδεία καύση εκτονώνεται, πυροδοτεί την ανάγνωση του επόμενου διηγήματος, μια αλυσίδα διαδοχικής αντίδρασης. Η βραδεία καύση, επί τούτου ή εκ της φύσεως της γραφής, διχοτομεί την ανάγνωση, μετά τα δύο τρία πρώτα διηγήματα, μέχρι ο καυστήρας να λειτουργήσει, μια αμηχανία κυριαρχεί, ακολούθως αυτή παύει, το τώρα της ανάγνωσης (το διήγημα που διαβάζεις) αναπτύσσεται με το τώρα της πυροδότησης (τα διηγήματα που διάβασες προηγουμένως). Η διχοτόμηση, συχνά και σε περισσότερα των δύο μερών, που στην πλειοψηφία της λογοτεχνίας υπάρχει από καταβολής της, το τότε και το τώρα, το αφηγηματικό υποκείμενο, η συγγραφική σκιά, η πραγματικότητα και η μυθοπλασία, το εσωτερικό και το εξωτερικό, μεταξύ άλλων, εμπλουτίζεται περαιτέρω.

Η απλότητα είναι ποθητή, σίγουρα. Ωστόσο, δεν είναι απλή στην αναγνωστική πρόσληψη, απαιτεί με έναν τρόπο χαμηλότονο, ήπιο, ευγενή, παίρνει όλο το ρίσκο να μην λειτουργήσει, έτσι είναι πλασμένη, αυτή είναι, διατεθειμένη να πεθάνει για τις ιδέες της. Η απλότητα είναι ένα ακόμα συστατικό συνοχής της παρούσας συλλογής. Η απουσία απόπειρας εντυπωσιασμού, επίσης, αν και η ίδια η απλότητα μπορεί να υπάρξει εργαλείο στα χέρια ενός εντυπωσιαστή, ας το θυμάμαι αυτό. Διάφορα ζεύγη χορεύουν στο κεφάλι μου αυτή τη στιγμή. Τυχαία τα φωτογραφίζω, αρμονικά και ετερόκλητα καθώς περιστρέφονται, σίγουρα εξισορροπιστικά, το κάθε μέλος αναδεικνύει τις αρετές του παρτενέρ του, την ώρα που τις δικές του δεν τις λαμβάνει περί πολλού. Ο συγγραφέας και τα διηγήματα, να ένα ζευγάρι, να ένα καλό (παρά)δειγμα. Ο γραφιάς και ο αναγνώστης, δύο εκφάνσεις μιας φύσης, να ακόμα ένα ζευγάρι.

Αυτό το ζευγάρι ίσως μπορεί να αποδειχτεί πεδίο γόνιμο για τον συλλογισμό, αλλά και για το συναίσθημά, μου. Ο αναγνώστης έχει διαβάσει επαρκώς, με τη δίψα ακόρεστη, τον ενθουσιασμό παρόντα, την απογοήτευση οδυνηρή όταν συμβαίνει, την απόπειρα να διακρίνει τα συστατικά της εκάστοτε κατασκευής, φιλόδοξος να απαντήσει ακόμα και στο γιατί του άρεσε τόσο πολύ, γιατί το θεωρεί υποδειγματικό ή σπουδαίο δείγμα γραφής, η ζήλια, εκείνο το συναίσθημα που σηκώνοντας το βλέμμα από μια σελίδα κοιτάζοντας ξανά εκείνο που έχεις κάθε λόγο να υποθέσεις πως σε περιμένει να το αντικρίσεις να μην είναι πια το ίδιο, σκέφτεται πως η συγγραφή είναι άλλο πράγμα, πιο σύνθετο, πιο απαιτητικό στον χώρο και τον χρόνο που γυρεύει αχόρταγα. Ο γραφιάς τρέφεται από την ανάγνωση, το ξέρει και γι' αυτό ποθεί υπό απειλή του δικού του αφανισμού τον αναγνώστη εαυτό του, συγκρίνεται αναπόφευκτα μαζί του, τι είναι εκείνο που αξίζει εδώ, αν όλα έχουν πια ειπωθεί, τι μένει ακόμα, αμφισβητεί ακόμα και την ίδια του τη φύση, την απόφαση, τη μέρα που κατάλαβα ότι θέλω να γίνω συγγραφέας, από ποιο ταμιευτήρα θα αντλήσει το απαραίτητο νερό ενός υδροφόρου ορίζοντα αγνώστου ποσότητας και ποιότητας κοιτάσματος, αν είναι ο γραφιάς ή ο αναγνώστης εκείνος που κοιτάζει, θυμάται, επιθυμεί να αφηγηθεί, αν ο τρόπος είναι ο δικός του ή αν πια τα δάνεια είναι τόσα πολλά που το αποταμιευτικό κεφάλαιο πια χάνεται πίσω από δεκάδες γραφειοκρατικές διεργασίες μέσα στα χρόνια, για να μην αναφερθούμε στο τι, ποιες από τις αναμνήσεις/ιδέες είναι δικές του χωρίς να παρεμβάλλεται ο αναγνώστης εαυτός. Οι δυο τους χορεύουν, δεν είναι πως υποτιμούν τον εαυτό τους, είναι πως νιώθουν πως χρειάζονται τον άλλον, πως μόνο μαζί του ο χορός μπορεί να έχει κάποιο νόημα, όποιο και αν είναι αυτό, κάποια ευχαρίστηση.

Σε πλάγια γράμματα παραπάνω χρησιμοποίησα τον τίτλο του καταληκτικού διηγήματος Επίλογος ή Η μέρα που κατάλαβα σε πλήρες ανάπτυγμα, μια εγκιβωτισμένη συλλογή μικροδιηγημάτων ή συμπυκνωμένων διηγημάτων εν σπέρματι, αποτελούμενη από δώδεκα καρέ, που απαντάνε στο ερώτημα ποια ήταν η μέρα που κατάλαβε ότι θέλει να γίνει συγγραφέας, και τώρα που είναι συγγραφέας τα αναπολεί, τώρα μπορεί να τα διακρίνει, ένα ακόμα ζευγάρι που χορεύει. Αλλά και το παιχνίδι που φλερτάρει με την αναξιοπιστία, η μέρα που κατάλαβα ότι θέλω να γίνω συγγραφέας δεν είναι μία. Αυτό το υβριδικό διήγημα δεν εξαντλείται στην ποιητική του συγγραφέα, δεν απαντά απλώς σε ερωτήματα, αν κάτι τέτοιο συνέβαινε θα είχε αξία απλώς αυτοδοκιμιακή ή θα ήταν μια καταχώρηση ημερολογιακού ενδιαφέροντος, αντίθετα καταφέρνει να λειτουργήσει τόσο αυτόνομα, όπως η ίδια η συλλογή στην οποία ανήκει, όσο και ως μια μινιατούρα, ένα κατασκευαστικό μοντέλο, ένα προσχέδιο που συνοψίζει προθέσεις, επιθυμίες και ιδιότητες του συγγραφικού πια υποκειμένου, αυτό που θα γινόταν τελικά.

Τελευταίο ζευγάρι: η κατασκευή και η ψίχα κάθε ιστορίας, η κατασκευή και η ψίχα τής συλλογής αυτής, το περιβόητο πώς και το απαραίτητο τι, και τα δύο τόσο δημοφιλή, εδώ συνυπάρχουν αντιστικτικά και ασύγχρονα, ιδανικά αλληλοτροφοδοτούμενα, πιάνονται και αφήνονται, κάθε ένα έτοιμο να ακολουθήσει το βήμα του άλλου, να θυσιάσει κάτι δικό του για να αναδείξει κάτι του παρτενέρ, ο οποίος με τη σειρά του θυσιάζεται για να αναδείξει κάτι από τη δεξιότητα του άλλου, και ξανά και ξανά και διαρκώς, ακόμα και όταν η τελευταία σελίδα γυρίσει, αυτό το ζευγάρι έχοντας απεκδυθεί των διαφορετικών κοστουμιών και σκηνικών τού εκάστοτε καρέ συνεχίζει να χορεύει, το βιβλίο είναι πια στο ράφι της καλής λογοτεχνίας.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Εκδόσεις Το βιβλιοπωλείο της εστίας 

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Σατόρ - Στεφανία Κερκή

Μικρός τόπος, πότε ασφυκτικός, πότε ανακουφιστικός, η λογοτεχνική κοινότητα. Τον Μάρτη κυκλοφόρησε το Σατόρ, το πρωτόλειο της Στεφανίας Κερκή από τις εκδόσεις Σμίλη, ανάμεσα σε τόσα άλλα, το αδύνατο του πανοπτικού, τα έχουμε πει. Αντίτυπα έρχονταν και αντίτυπα έφευγαν, με ρυθμό σταθερό. Παρέα και τα πρώτα καλά λόγια. Τη σκυτάλη πήρε σύντομα ο ψηφιακός κόσμος, τα καλά λόγια ήρθαν και αθροίστηκαν. Πέρασα μια περίοδο που διάβαζα αποκλειστικά και μόνο ελληνική λογοτεχνία, λογοτεχνία γραμμένη πρωτότυπα στα ελληνικά, ίσως καλύτερα έτσι διατυπωμένο, το Σατόρ πήρε τη θέση του ανάμεσά τους.

Η λεπτομέρεια στο όμορφο εξώφυλλο από το έργο I AM-AIM, ξυλογραφία σε όρθιο ξύλο, του Ευριπίδη Παπαδοπετράκη. Το βιογραφικό κάτω από τη φωτογραφία, η Στεφανία Κερκή γεννήθηκε στην Αθήνα. Εννέα διηγήματα που απλώνονται σε διακόσιες σελίδες και χωρίζονται σε τέσσερις υποομάδες, Οι αισθηματίες (LeidenschaftLimboLimerenceLacuna), Intermezzo (Το στοχαστικό σταχτοδοχείο), Οι ακτήμονες (LumpenΛαίτμαLares) και Reprise (Σατόρ). Διηγήματα μεσαίου προς μεγάλου μεγέθους.

Οι πρώτες προτάσεις κάθε διηγήματος εν είδει εισαγωγής· Είχα παράσταση τα βράδια της Πέμπτης κι εκείνος δούλευε στο θέατρο τα απογεύματα του Σαββάτου, οπότε ήταν σίγουρο ότι δεν θα συναντιόμασταν, παρά μόνο από κάποιο στραβοπάτημα της τύχης/Ο δρόμος χωριζόταν στα δύο/Δεν είχε καμία αμφιβολία/Αν με ρωτάς, αν αυτό είναι ένα ερωτικό γράμμα, δεν ξέρω να σου απαντήσω/Εκεί, εκεί μπροστά σας/Το πρώτο πράγμα που μαθαίνουν οι φτωχοί είναι η υπομονή/Το Πύθιον ήταν στην άκρη του θεού/Η γεύση του αίματος ήταν ζάχαρη και σκουριά/η Καλλιδρομίου.

Ξανά και ξανά. Η μικρή φόρμα δεν είναι του γούστου μου. Ο τρόπος να πεις μια ιστορία > τι θα αφηγηθείς. Ο συνδετικός ιστός ανάμεσα στα διηγήματα μιας συλλογής. Η δυσκολία της μικρής φόρμας. Η συγχρονία ως παράπλευρο ζητούμενο. Το παγόβουνο, ένα μικρό μέρος ορατό, ένα άλλο, τεράστιο, κάτω από την επιφάνεια. Τέτοια πράγματα σκέφτομαι κατασκευάζοντας αυτό τον ορίζοντα προσδοκιών. Δίπλα στο καθένα βάζω και ένα κουτάκι που ελπίζει να φιλοξενήσει το τικ, σε όλα εκτός από το πρώτο, εκεί η ελπίδα έχει να κάνει με τη χρήση τού παρότι. Τα τικ μπήκανε, το παρότι επίσης. Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ.

Φιλοδοξία. Είναι κάτι που μου λείπει, όταν τη διακρίνω πορώνομαι. Η μικρή φόρμα σπάνια τη φέρει διακριτή, αντίθετα με τη μεγάλη, συχνά μεταμοντέρνα, ξαδέρφη της. Η δυσκολία της μικρής φόρμας, είπα παραπάνω, δεν έγκειται μόνο στην κατασκευή αλλά και στη λήψη, στην ανάγνωση, η δυσκολία της ανάγνωσης της μικρής φόρμας, για διάφορους λόγους, πεζούς με μια δεύτερη χρήση της λέξης, την υποτιμητική. Ξεχωρίζω δύο. Την πεποίθηση, διαδεδομένη άγνωστο γιατί, πως κι εγώ θα μπορούσα να το κάνω, που ίσως πηγάζει από την αίσθηση του πλήρους ελέγχου, όλα είναι εκεί, έτσι μοιάζει, ξέρω για τι μιλάει, απλό φαίνεται, απλό όμως δεν είναι. Η διάκριση του περισσεύματος, εκείνο που λείπει και εκείνο που δεν θα μπορούσε να λείπει, η αμετροέπεια που σε ένα μυθιστόρημα θα μπορούσε να είναι ακόμα και γοητευτική άσχετα από τη λειτουργικότητά της, εδώ τιμωρείται πάραυτα. Οι λίγες λέξεις είναι η δυσκολία. Η φιλοδοξία εδώ λείπει ή τουλάχιστον δεν στέκεται στολισμένη στην είσοδο. Δεν μου έλειψε, ωστόσο, παρακάτω θα πω για τη σιγουριά. Πατάω λίγο και στον τρόπο. Η Κερκή διαθέτει κάτι σημαντικό, κάτι που επίσης σπανίζει, την αφηγηματική άνεση, το χάρισμα του αφηγητή ιστοριών, έχει ιστορίες να πει, έχει τον τρόπο να το κάνει, χωρίς να το διατυμπανίζει διαρκώς, παρότι πρωτόλειο, τα διηγήματα αποπνέουν μια σιγουριά, καθησυχαστική με τον τρόπο τους. Η αφηγηματική άνεση συνοδεύει τη γνώση, η συγγραφέας ξέρει για τι μιλάει, ξέρει, όπως λέει το κλισέ, τι ρούχα έχουν στην κλειστή ντουλάπα τα πρόσωπα.

Η συγχρονία. Η συγγραφέας έχει περπατήσει τους δρόμους αυτούς, δεν τους έχει φανταστεί από την απόσταση του σαλονιού της, ή, τουλάχιστον, έτσι μοιάζει, και αυτό αποδεικνύεται, στα μάτια μου, καταλυτικό. Η λογοτεχνία, η ομόγλωσση και συγκαιρινή, περιλαμβάνει σπόρους σε κοινή θέα, σπόρους που αποζητούν το κατάλληλο έδαφος και την απαραίτητη φροντίδα, αλλιώς δεν βλασταίνουν, δεν βγάζουν λουλούδι ή καρπό. Η συγχρονία δεν έχει τόσο να κάνει με όσα μοιραζόμαστε, αλλά με όσα εντόπισε η ματιά της δημιουργού και μπόρεσε να μετατρέψει σε λογοτεχνία, σε καλή λογοτεχνία, την ώρα που εμείς γυρεύουμε μια πρωτότυπη ιδέα, κάτι που κανείς άλλος δεν έχει φανταστεί, κάτι ξεχωριστό, αδιαφορώντας για όσα έχει η καθημερινότητα προς άπλετη διάθεση, το ελάχιστο και το κοινότοπο, η ματιά πάνω στα πράγματα, στα πρόσωπα, στις καταστάσεις. Η ανάγκη για μεταβολισμό, η διάθεση ένα καρέ να απλωθεί. Επανέρχομαι στο κι εγώ θα μπορούσα να γράψω μια ερωτική ιστορία σε ένα μπαρ, μια ιστορία για ένα τασάκι, μια ιστορία ενός εγκλωβισμένου πρόσφυγα, ναι καλά.

Η συνοχή. Θα αρκούσε και μόνο η αφηγηματική φωνή, το ύφος και το στυλ που η Κερκή έχει κατακτήσει και οικειοποιηθεί. Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Το σύμπαν που τα διηγήματα αφήνουν να εννοηθεί, αυτά που συμπεριλήφθηκαν και εκείνα που έμειναν σκαριφήματα, το σύμπαν αυτό, παρά τις όποιες κοινές μεταβλητές με άλλα γειτονικά σύμπαντα, είναι δικό της ευδιάκριτα. Το ενιαίο σύμπαν διαφαίνεται και στον τρόπο με τον οποίο οι ιστορίες συνομιλούν μεταξύ τους, όχι με τρόπο επιτηδευμένο, όχι για να απλώσουν νήματα επικοινωνίας, όχι για χάρη ενός παιχνιδιού, αλλά γιατί γειτνιάζουν, γιατί οι φυσικοί κανόνες είναι εν πολλοίς κοινοί, γιατί είναι παγόβουνα που ανήκουν στην ίδια οροσειρά. Το Σατόρ, είναι κάπου εδώ η στιγμή να επανέλθω και να πω, δεν το βαραίνει η αμηχανία ενός πρωτόλειου, η ανάγκη μπροστά στο μικρόφωνο να φυσήξεις, να μετρήσεις ως το τέσσερα, να δοκιμάσεις τη φωνή σου, να σιγουρευτείς πως ακούγεσαι σε μια προς το παρόν άδεια αίθουσα, το συνεκτικό σύμπαν επιτείνει την αίσθηση αυτή, ξέρεις τι θέλεις να πεις, ξέρεις πώς να το πεις, το λες. Είναι, επίσης, κάπου εδώ η στιγμή να πω πως απουσιάζει ακόμα κάτι, η ανισότητα μεταξύ των διηγημάτων. Η ανισότητα δεν έχει διόλου να κάνει με το αν κάποιο από τα διηγήματα σε στοίχειωσε περισσότερο, αν σου άρεσε, πιο απλά, πιο πολύ σε σχέση με κάποιο άλλο, αυτό είναι το προσωπικό γούστο, η αναγνωστική συγκυρία, κάτι άλλο. Ούτε, η μη ανισότητα, έχει να κάνει με μετριότητα, κάθε άλλο.

Παρότι. Μου άρεσε πολύ. Και όταν το παρότι υπεισέρχεται στην αναγνωστική εξίσωση, επιφέροντας ένα ξεβόλεμα, όταν δεν το περιμένεις, τότε σε βρίσκει ανοιχτό και χωρίς άμυνες, αυτό συνέβη με το Σατόρ.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Εκδόσεις Σμίλη 

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Παραντί - Κατερίνα Ηλιοπούλου

«Θα ξεκινήσω από την αρχή, γιατί αλλιώς καθόλου.
Επειδή κάπως θα έφτασα εδώ.
Να εξηγήσω ότι βρίσκομαι μπροστά στην οθόνη ή μάλλον μπροστά στο πληκτρολόγιο, δηλαδή γράφω. Έχω ξεκινήσει μια πράξη καταγραφής, πράξη που μου προκαλεί βαθύ τρόμο και με παραλύει και την αρνούμαι σχεδόν την ώρα που συμβαίνει, γιατί δεν είμαι συγγραφέας, αλλά από αυτή τη στιγμή είμαι, γίνομαι.
Πώς έφτασα εδώ; Υποθέτω από τη μοναξιά».

Πώς έφτασα εδώ, μπροστά στην οθόνη, να γράφω μ' ένα αίσθημα παράλυσης, να νιώθω την ανάγκη να πάρω τα πράγματα από την αρχή, γιατί αλλιώς καθόλου, η μοναξιά, κάπως θα έφτασα εδώ. Παίρνω τα λόγια του Α. —άνεργος και πρόσφατα χωρισμένος, καλοκαίρι στην ολοένα και πιο άδεια Αθήνα μόνη του παρέα ένας σκύλος— αντιστρέφω, αναδιατυπώνω, παίζω μαζί τους. Διαβάζω τις πρώτες αυτές γραμμές, ξανά και ξανά, τα πόδια στο κρύο νερό της θάλασσας που υπόσχεται, το γοργό βήμα πάνω στο καυτό χαλίκι παγώνει, μένω να κοιτάζω πού θέλω να βρεθώ, μια ανάσα, μια δεύτερη, ακόμα μια, δεν το παίρνω απόφαση να βουτήξω. Αναλογίζομαι το γιατί της συγγραφής, το πώς εδώ, την παράλυση, λίγο πριν όλα έμοιαζαν να μπορούν να μπουν στη θέση τους, να δημιουργήσουν μια αφήγηση, ένα καταφύγιο, ένα παρατεταμένο παρόν. Οι λέξεις είναι λέξεις, τα συναισθήματα, τα γεγονότα, τα πρόσωπα πρέπει (εναλλακτικά: ελπίζω) να γίνουν και αυτά με τη σειρά τους άθροισμα χτυπημάτων στο πληκτρολόγιο, γιατί όμως;

Στο κατάστρωμα ενός πλοίου, ένα δρομολόγιο που πια έχει καταργηθεί, τσακώνομαι με δύο φοιτητές, πάνε ένα σωρό χρόνια, εκείνοι εμμένουν στην επικοινωνία, αυτό σπουδάζουν, η γραφή λένε είναι μια πράξη επικοινωνίας, κάποιος εκπέμπει και κάποιος λαμβάνει, νιώθω την ανάγκη να σχηματοποιήσω στην οθόνη, δεν σκέφτομαι τον παραλήπτη, όχι εκούσια τουλάχιστον, εκείνοι έχουν τη βεβαιότητά τους αποσκευή, έχω μπλέξει σε ένα αδιέξοδο, αρκεί να παραδεχτώ ήττα, η συζήτηση θα λάβει τέλος, είμαι όμως ακόμα νέος για κάτι τέτοιο, επιμένω με πείσμα. Η θεωρία είναι καλή και χρήσιμη, ενίοτε. Είμαι εδώ τώρα, ωστόσο, για να γράψω για το Παραντί της Κατερίνας Ηλιοπούλου. Κάθε φόρα είμαι εδώ με κάποια αφορμή, πότε (με) κρύβω πίσω της, πότε την κρύβω πίσω μου.

Τριγυρνώ, ξανά και ξανά, γύρω από την αυτομυθοπλασία, ενίοτε με κουράζει, επιστρέφω ωστόσο, υπάρχει κάτι εκεί, στη συνείδηση του αφηγηματικού υποκειμένου, στην ταύτιση συγγραφέα αφηγητή κυρίως προσώπου και της πράξης της συγγραφής, δεν με ενδιαφέρει η αλήθεια, αλλά η διαχείρισή της, κάθε που κινούμε να αφηγηθούμε μια ιστορία, ακόμα και τη δική μας που τόσο καλά την ξέρουμε, που στο πετσί μας τη ζήσαμε, άλλο δεν είμαστε παρά κιβδηλοποιοί, παραχαράκτες, ξέρετε πιο είναι το ενδιαφέρον; αυτό γίνεται ασυνείδητα. Ο Α. δεν μπορεί να είναι η Κατερίνα. Βλακείες λέω, μια χαρά μπορεί. Ο Α. που κάποια στιγμή θα νιώσει την ανάγκη να υποδυθεί ένα γυναικείο αφηγηματικό πρωτοπρόσωπο υποκείμενο, να δοκιμάσει, ίσως έτσι. Γιατί κάθεται μπροστά από την οθόνη, γιατί μετατρέπεται σε συγγραφέα, παρότι κάτι τέτοιο τον παραλύει; Εκεί κρύβονται τα υλικά με τα οποία θα σκιαγραφήσω έναν ορίζοντα προσδοκιών, εκεί κρύβονται τα υλικά με τα οποία θα τον μεταποιήσω, αφού πρώτα ίσως χρειαστεί να τον γκρεμίσω εντελώς.

Κάπου λέει: «Δεν ξέρω πότε κατάλαβα πως είμαι αρχείο ιστοριών. Τις μάζευα για χρόνια από τον περίγυρό μου, τους συγγενείς και τους γείτονες»· τσακίζω τη σελίδα πάνω δεξιά για όταν θα έχω ξεχάσει αυτή την φράση. Όλοι ακούμε ιστορίες, ας συμφωνήσουμε σε αυτό. Ίσως να μην είμαστε αρχεία, όχι ακόμα, όχι συνειδητά, ίσως εκείνη τη μέρα που θα καταλάβουμε πως είμαστε ένας ταμιευτήρας ιστοριών, τότε να προκύψει η ανάγκη. Αν θα έπρεπε με δύο λόγια να πω τι είναι το Παραντί, ίσως να έλεγα πως πρόκειται για την αποδελτίωση ενός αρχείου ιστοριών, η απόλυση και ο χωρισμός, η καλοκαιρινή Αθήνα, ο σκύλος, οι βόλτες, ίσως να είναι απλά η φλόγα, ο καπνός, το τσιγαρόχαρτο, αντίστοιχα, αυτό που καίγεται και αφήνει πίσω του στάχτη. Ένα παλίμψηστο ιστοριών με έναν τρόπο μεταμοντέρνο συνειδητά χαοτικό, θα πρόσθετα.

Κάθε βιβλίο, λένε, είναι μια κατασκευή, ίσως σε κάποια αυτό να είναι πιο εμφανές. Αυτό συμβαίνει εδώ. Διάβαζα το βιβλίο αχόρταγα, συνέχιζα από εκεί που είχα σταματήσει, δεν το επεδίωξα αυτό, συνέβη. Κλείνοντας την τελευταία σελίδα, η λογική αποπειράθηκε να ζητήσει την τροφή της, η απόλαυση είναι ένα πλάσμα συχνά ακατανόητο, δεν πειθαρχεί στην αιτιοκρατία, το γιατί μου άρεσε μένει συχνά αναπάντητο, και τι με αυτό; Η λογική επιμένει, οι λέξεις μένει να σχηματιστούν. Τυλίγω το κουβάρι προς τα πίσω, επιστρέφω στον Α. μπροστά από την οθόνη, τον Α. που εκείνη τη στιγμή γίνεται συγγραφέας, οι ιστορίες που αρχειοθέτησε, οι ιστορίες που συνέβησαν ενώσω επέστρεφε στο πληκτρολόγιο, κι ας παρέλειπε στην πορεία αυτή να μας το υπενθυμίζει διαρκώς. Είναι οι δικές του Χίλιες και μία νύχτες, η δική του ανάγκη να πάρει παράταση για ακόμα μία νύχτα.

Εγκιβωτισμός, θα αναφωνούσε η θεωρία, επιβίωση, θα ψιθύριζε θαρρώ εκείνος. Η ανάγκη για ιστορίες και η επιστροφή σε αυτές. Η περιδιάβαση στην πόλη, οι ιστορίες της. Η συγκυρία, οι ιστορίες της. Η ανάγκη να συνεχίσει κανείς, η πιο απαραίτητη απ' όλες. Η ιδιωτεία της αφήγησης του προσωπικού, το εγώ στο κέντρο, η αφετηρία της ανάγκης για άθροισμα χτυπημάτων στο πληκτρολόγιο, το μονοπάτι που προσφέρει εναλλακτικές διαδρομές, πού ξεκίνησα να πάω, πώς βρέθηκα εδώ, ξανά και ξανά. Η ανάγκη για ιστορίες είναι η ραχοκοκκαλιά του μυθιστορήματος αυτού, η ανάγκη για ιστορίες είναι η ραχοκοκκαλιά κάθε αναγνώστη, εδώ συναντούνται οι δυο τους, το γιατί γράφω δεν στέκει μόνο του, το γιατί διαβάζω του κάνει παρέα, ποια η ανάγκη;

Η απόλαυση δεδομένη. Η λογική ακόμα γυρεύει. Όσο η απόλαυση συνέβαινε η λογική καιροφυλακτούσε, δεν βρήκε χαραμάδα να χωθεί, μετά την τελευταία σελίδα επανήλθε για ακόμα μια απόπειρα αιτιοκρατική, αράδιασε τα γιατί της, περίμενε. Με έναν τρόπο μεταμοντέρνο συνειδητά χαοτικό, έγραφα παραπάνω, επανέρχομαι σε αυτό. Η Ηλιοπούλου, που τη γνώριζα ως ποιήτρια, έχει μια δεδομένη δεινότητα στην αφήγηση, μια γεννήτρια που παράγει ιστορίες και χωρίς ανάγκη για μετασχηματιστή τις αφήνει να εισέλθουν στη ροή της κεντρικής αφήγησης, ακόμα και όταν μοιάζει εκείνη να έχει παραμεριστεί και κάπου αλλού να έχουμε βρεθεί, μακριά από τον Α. Αυτή η ομαλή ένταξη των ιστοριών στην κεντρική ροή δεν επιτρέπει να δημιουργηθεί η χαραμάδα μέσω της οποίας η λογική θα εισχωρούσε να αναρωτηθεί γιατί το ένα και γιατί το άλλο. Η κατασκευή λειτουργεί, η κατασκευάστρια αυτό επιθυμεί, η κατασκευή της να λειτουργήσει και όχι να μας περηφανευτεί γι' αυτό, δεν περιφέρεται ανάμεσα στους αρμούς φωνάζοντας: κοιτάξτε με τι έκανα· παραμερίζει, βγαίνει από το κάδρο παρέα με τον Α.

Οι ιστορίες, εν μέρει αυτόνομες, μεταφέρουν στις πλάτες τους την πολυπλοκότητα του κόσμου, αφήνουν πίσω τους την όποια προσήλωση στην ιδιωτεία, επίσης δεν το βροντοφωνάζουν, απλά συμβαίνει, ο κόσμος τριγύρω καίγεται, η λογοτεχνία είναι ένα προνόμιο, ωστόσο ενίοτε αποτελεί και ένα εργαλείο παρατήρησης του κόσμου γύρω της, το εγώ λειτουργεί απορροφητικά και ανακλαστικά ταυτόχρονα, ένας μετασχηματιστής στο μεγάλο κύκλωμα, που όσο λειτουργεί επιβιώνει και δεν καίγεται. Η φιλοδοξία, σκέφτομαι, που κρύβεται πίσω από το Παραντί είναι η κατασκευή να λειτουργήσει εν συνόλω, η μια ιστορία να χύνεται μέσα στην άλλη, όλα μέσα σε όλα, όλα παρ' όλο που, όλα ταυτόχρονα, σε μια στιγμή. Η φιλοδοξία αυτό να αποτελέσει ένα μυθιστόρημα και όχι κάποια διηγήματα ή νουβέλες. Η φιλοδοξία η πράξη της γραφής να διερευνηθεί στο πεδίο της ζωής, ένας χωρισμός, μια απόλυση, ένας σκύλος, μια άδεια Αθήνα, η απόφαση του Α. να κάτσει μπροστά από το πληκτρολόγιο, τα άλλα συμβαίνουν, φαινομενικά απλά, εκεί η αρετή, η απλότητα που κρύβει επαρκώς τους αρμούς, συμβαίνουν όπως συμβαίνει η ζωή, συμβαίνουν παράλληλα με την ανάγκη για γραφή και ανάγνωση, συμβαίνουν και είναι εκεί.

Στο Παραντί η ποιήτρια δημιουργεί τον χώρο, το εργαστήριο μέσα στο οποίο θα δουλέψει ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί, εκεί υποδέχεται τον αναγνώστη, μαζί του θα βολτάρει στην άδεια και σκοτεινή, ποικιλοτρόπως σκοτεινή, Αθήνα, θα δοκιμάσει και θα καταφέρει να δείξει πως η λογοτεχνία είναι ένα δοχείο ποικίλων και ετερόκλητων συστατικών, έτσι όπως είναι απορροφητήρας και ανακλαστήρας της ζωής εκεί έξω. Οι ερωτήσεις είναι καμιά φορά σημαντικότερες από τις απαντήσεις ή όπως θα έλεγε ο τραγουδοποιός: όσο μικραίνω γύρω ο κόσμος μεγαλώνει.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας 

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Δύο καλά παραδείγματα

Η σκοτεινή πλευρά του έρωτα, ο χωρισμός και η απόρριψη, το τέλος, το μαύρο κουτί της πρόσκρουσης, η επόμενη μέρα, η συναισθηματική μονάδα αντικατάστασης που εμφανίζεται και η καλή (ελληνική) λογοτεχνία. Η Ρένα Λούνα, γεννημένη το 1992, και ο Φώτης Μανίκας, γεννημένος το 1982, πραγματοποίησαν πρόσφατα το δεύτερο λογοτεχνικό τους βήμα, κάτι παραπάνω από δύο χρόνια μετά. Με διαφορετικό τρόπο, εκείνη με ένα παλιακό, στα όρια της επιτήδευσης, πρωτοπρόσωπο επιστολικό μυθιστόρημα απεύθυνσης προς το αντικείμενο του έρωτά της, εκείνος με μια στακάτη πρόζα, ένας παντογνώστης αφηγητής στα συντρίμμια μιας σχέσης που, όπως τόσες και τόσες άλλες, απλώς κατέρρευσε.

Οι αλεπούδες του Περ-Λασαίζ (Ο Μωβ Σκίουρος, 2023) συζητήθηκαν αρκετά, στόμα με στόμα διαβάστηκαν, ένα πρωτόλειο έργο που εντυπωσίασε με τη φιλόδοξη πρόζα του, παρά το νεαρό της ηλικίας της Λούνα, λειτουργική και τεχνικά άρτια. Στο Αγαπητή Μαρμάρινη Πλάκα, με σκηνικό δράσης εκ νέου το Παρίσι, εκεί που η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια βρέθηκε, εγκαταλείποντας το νησί στο οποίο γεννήθηκε, για να σπουδάσει λογοτεχνία, με ένα αξιόλογο πρώτο βιβλίο στις αποσκευές της, αυτή τη φορά πιο κοντά στο σήμερα, η Λούνα δοκιμάζει κάτι φιλόδοξο.

Μια σύνθεση από ιδιότυπες επιστολές, που μένει αναπάντητο αν επιδόθηκαν στον παραλήπτη, τον κατά είκοσι πέντε χρόνια μεγαλύτερο της καθηγητή, τη Μαρμάρινη Πλάκα, ή αν αποτελούν ενός είδους ημερολόγιο καταστρώματος μιας χιμαιρικής σχέσης, που βύθισε τη νεαρή κοπέλα στην άβυσσο του ανέφικτου, για να γίνουν αργότερα τμήμα μιας έκθεσης, όταν εκείνη πια θα είχε γυρίσει πίσω στο νησί. Το απόσπασμα, ανάμεσα σε άλλα, από το I love Dick της Κρις Κράους, αναδεικνύει μια εκλεκτική συγγένεια. Περαιτέρω, το αντικείμενο των σπουδών δεν δικαιολογεί απλώς, αλλά ως ένα βαθμό επιβάλλει, τόσο το πιο λογοτεχνικό ύφος, στο όριο της επιτήδευσης, όσο και τις δεκάδες διακειμενικές αναφορές που ο αναγνώστης συναντά εδώ, σε ένα χορταστικό γαϊτανάκι στην επικράτεια της λογοτεχνίας.

Η Αγαπητή Μαρμάρινη Πλάκα είναι έργο φιλόδοξο γιατί επιχειρεί να υπερκεράσει τους όποιους ειδολογικούς περιορισμούς, στοχεύοντας σε κάτι πιο σύνθετο από ένα απλό επιστολικό μυθιστόρημα με θέμα τον ανεκπλήρωτο έρωτα. Η Λούνα, με περισσή αφηγηματική άνεση και συνεχώς ανατροφοδοτούμενη έμπνευση, κατασκευάζει ένα εντυπωσιακό παλίμψηστο, που δεν απολύει σε καμία στιγμή τη δυναμική του, κατορθώνοντας να τραβήξει μαζί του τον αναγνώστη στα βάθη της απόγνωσης, στις ατραπούς της ψυχικής κατάπτωσης, διερευνώντας αβίαστα τις εκτάσεις μιας σκοτεινής επικράτειας. Φιλόδοξο, επίσης, γιατί εξαρχής γνωρίζει πώς θέλει να χρησιμοποιήσει το περιεχόμενο των επιστολών, που αποτελούν τον κυρίως όγκο του μυθιστορήματος, δεν ξεμυαλίζεται από την ίδια της την πένα, από τη γοητεία της. Καταφέρνει έτσι να εξαλείψει την όποια υπόνοια περί ανοικονόμητου, τόσο γιατί η υπερβολή είναι εγγενές χαρακτηριστικό του ερωτικού υποκειμένου, όσο και γιατί κάθε επόμενη καταγραφή έρχεται να προσθέσει φύλλα στην επιχειρούμενη ιδιότυπη αυτή χαρτογράφηση.

Το Δεν θυμάμαι να υπήρχε κάποια πόρτα κοντά μας (Loggia, 2023), μια συλλογή διηγημάτων με μερικές όμορφες κορυφές, υπήρξε, επίσης, ένα βιβλίο που διαβάστηκε, ενώ ως πρωτοεμφανιζόμενος ο Μανίκας βραβεύτηκε με τα αντίστοιχα βραβεία του Περιοδικού Αναγνώστης και της Εταιρείας Συγγραφέων. Στο Δεν υπήρχε πιο πιστό επιχείρημα ότι ήταν ζευγάρι από τον τρόπο που κοιτάξανε τον ουρανό, αφήνει τη μικρή φόρμα για το μυθιστόρημα. Δυο άνθρωποι είναι μαζί και μετά δεν είναι πια. Ο χωροχρόνος είναι η σημερινή Αθήνα, το κέντρο της συγκεκριμένα. Με έναν λόγο στακάτο και αρκετά κοφτό, ο Μανίκας πιάνει το νήμα από το σημείο μηδέν: «Το είπε. "Μαρία, θα φύγω"». Άπαξ και ειπωθεί, αφήνει μια ρωγμή στο κουκούλι της σχέσης, ακόμα και αν δεν σχιστεί εξαρχής, η φθορά, που ίσως να ένιωθαν οι ένοικοι, γίνεται ορατή, ολοένα και περισσότερο.

Μια ακόμα ερωτική ιστορία που λήγει άδοξα, τίποτα το καινοφανές εδώ, ένας στακάτος τρόπος, αρκετά προσωπικός και χαρακτηριστικός, για να ξετυλιχτεί το κουβάρι, όμως ούτε αυτό αρκεί να δικαιολογήσει το πόσο μου άρεσε το μυθιστόρημα αυτό, υπάρχει κάτι ακόμα που ο Μανίκας κάνει καλά, στο υπέδαφος και τις άκρες της ιστορίας των δύο προσώπων έρχεται και φυτεύει την καθημερινότητα, το πλαίσιο, τις συνθήκες, με την οξυδερκή ματιά κάποιου που ζει και περπατά το κέντρο της μεγάλης μας πόλης, αποτυπώνει τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν, χωρίς όμως αυτό να τον αποπροσανατολίζει από την επιθυμία/απόφαση να αφηγηθεί το τέλος μιας σχέσης, την επόμενη μέρα του εγώ αντί του εμείς. Το «Μαρία, θα φύγω», εκτός από μια τελεία στον μικρόκοσμο των δύο, αποτυπώνει κάτι ευρύτερο, την επιθυμία ή την αγωνία, αν προτιμάτε, της φυγής από το εδώ, η κούραση που περικλείει δεν έχει να κάνει μόνο με τον άλλον, αλλά εκτείνεται σε κάθε γωνιά της επικράτειας της απόπειρας να ζήσει κάποιος εδώ.

Δύο όψεις μιας κοινής επιφάνειας, δύο τρόποι που συναντιούνται στην ίδια αρένα, δύο καλά μυθιστορήματα που υπενθυμίζουν πως η απαξίωση της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, ακόμα και αν τη δεχτούμε ως κανόνα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως διαθέτει αρκετές εξαιρέσεις. Και να δύο καλά παραδείγματα.

[Αγαπητή Μαρμάρινη Πλάκα - Ρένα Λούνα (εκδόσεις Ίκαρος)]
[Δεν υπήρχε πιο πιστό επιχείρημα ότι ήταν ζευγάρι από τον τρόπο που κοιτάξανε τον ουρανό - Φώτης Μανίκας (εκδόσεις Μεταίχμιο)]
 
υγ. Για το πρωτόλειο έργο της Λούνα, Οι αλεπούδες του Πιερ Λασαίζ, περισσότερα θα βρείτε εδώ, ενώ για το I love Dick της Κράους εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!