Σάββατο, 6 Ιουνίου 2020

El espiritu de la colmena (1973)





Όταν σ' ένα χωριό της Καστίλης θα φτάσει το καινούριο έργο του κινηματογράφου, τα παιδιά θα τρέξουν φωνάζοντας πίσω από το φορτηγό με τον εξοπλισμό και τη μπομπίνα, θα το περικυκλώσουν και θα ρωτήσουν με λαχτάρα τον επιχειρηματία να μάθουν αν πρόκειται για θρίλερ ή για καουμπόικο, καθώς δεν αντέχουν να περιμένουν ως την προβολή το απόγευμα. Η αίθουσα δεν θα αργήσει να γεμίσει, καθένας φέρνει την καρέκλα του, πληρώνει το εισιτήριο του, βολεύεται όπου βρει κενό, ο τεχνικός ξεβιδώνει τη λάμπα και η προβολή ξεκινά. Διεσταλμένες κόρες και λαμπερά από την αντανάκλαση πρόσωπα. Μέχρι να φτάσει στο χωριό αυτό ο Φράνκεστάιν θα είναι ήδη εννέα χρονών και θα έχει προλάβει να στοιχειώσει κιόλας τα όνειρα χιλιάδων θεατών. Αυτή εδώ είναι η ιστορία της μικρής Άνα, για την οποία ακόμα όλα είναι πιθανά.

Η οικογένεια της Άνα ζει σ' ένα αρχοντικό, το οποίο, αν και με τα σημάδια του χρόνου και της εγκατάλειψης να είναι εμφανή, σημαίνει την υψηλή κοινωνική θέση των ενοίκων του. Ο πατέρας, αυστηρός και απόμακρος συνήθως, με σπάνιες στιγμές τρυφερότητας, εκ των οποίων οι περισσότερες στα κρυφά, όταν τα παιδιά έχουν πια κοιμηθεί, για παράδειγμα, και εκείνος στέκει στην πόρτα και τα χαζεύει όλο στοργή. Ο πατέρας με το πάθος για τα γράμματα και τα μελίσσια, με το ρολόι τσέπης που είναι ταυτόχρονα και μουσικό κουτί. Στον ρόλο αυτόν ο Fernando Fernán Gómez που τόσο μου θύμιζε φυσιογνωμικά τον Μπέρνχαρντ. Η μητέρα που μοιάζει χαμένη, που ελέγχει το ταχυδρομείο συχνά, μη διστάζοντας να καλύψει την απόσταση με το ποδήλατο, που μοιάζει στεναχωρημένη με τον τρόπο εκείνων που κάτι άλλο περίμεναν από τη ζωή, με τον τρόπο εκείνων που συμβιβάστηκαν. Και οι δυο μικρές, η Άνα, με τα τόσο εκφραστικά μάτια, μεγάλα και θλιμμένα, έτοιμη να αντικρίσει θαύματα και πνεύματα, γυρίζει με την αδερφή της από την προβολή μαγεμένη και φοβισμένη, ζητάει από την Ιζαμπέλ, μεγαλύτερη καθώς είναι, διευκρινίσεις. Λέξη δική της δεν αφήνει να πέσει κάτω. Η Ιζαμπέλ δεν είναι πως δεν αγαπάει τη μικρή της αδερφή, δεν διστάζει μάλιστα να της ψιθυρίζει τις σωστές απαντήσεις όταν η δασκάλα τη ρωτά, είναι όμως παιδί και θέλει να παίζει και το να τρομάζει κανείς κάποιον μικρότερο φαντάζει, ώρες-ώρες, διασκεδαστικό, ακόμα και όταν δεν είσαι παιδί πια, όπως το να κλείνεις τα μάτια και να κάνεις τον νεκρό, από ανασφάλεια ίσως για να δεις αν σε αγαπούν τόσο ώστε ο θάνατός σου να προκαλέσει τρόμο.

Με κυρίως σκηνικό αυτό το μικρό χωριό, με τους χωμάτινους δρόμους και τον απέραντο κάμπο, σε μια δύσκολη χρονική συγκυρία για την Ισπανία, με τους νικητές του πρόσφατου εμφυλίου να ζητούν την εξόντωση κάθε δημοκρατικού κυττάρου, ο Ερίθε γυρίζει μια ταινία με ένα σενάριο στο οποίο τα περισσότερα δεν λέγονται αλλά ευκόλως εννοούνται, ανάλογα και με τις προσλαμβάνουσες που ο κάθε θεατής διαθέτει. Ο Ερίθε επιτυγχάνει να παραδώσει μια ταινία με οικουμενική διάσταση, μια ταινία όπου η ποίηση συνεπικουρούμενη από το φανταστικό συναντά την πολιτική. Το σενάριο παρότι μοιάζει με μια πρώτη προσέγγιση απλό, δεν είναι σε καμία περίπτωση απλοϊκό. Ο εγκιβωτισμός της ταινίας του Φράνκεστάιν δεν αποτελεί απλώς και μόνο έναν φόρο τιμής, αλλά αποτελεί το κυρίως εύρημα για την εξέλιξη της πλοκής. Αυτό το κατά πολλούς τέρας που όμως κάθεται δίπλα στη λίμνη με το μικρό κορίτσι πετώντας λουλούδια στο νερό και ο φυγάς πολιτικός κρατούμενος που βρίσκει καταφύγιο σε έναν εγκαταλελειμμένο στάβλο δημιουργούν ένα ζεύγος με πλήθος συμβολισμών και παραλληλισμών. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τα μελίσσια, η οργάνωση της κοινωνικής δομής των οποίων τίθεται αναπόφευκτα σε αναλογία με την ανθρώπινη πραγματικότητα, χωρίς να απαιτείται λεκτικός σχολιασμός. Ο κινηματογράφος είναι άλλωστε η τέχνη της εικόνας και το μοντάζ υπεύθυνο -μεταξύ άλλων- για την νοηματοδότηση των εικόνων. Ένα τρίτο θεματικό πόλο αποτελεί το ζευγάρι πατέρα-μητέρας, ο τρόπος με τον οποίο σχετίζονται και επικοινωνούν, αυτή η σιωπηλή αποδοχή. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως δεν υπάρχει ένα πλάνο που να περιλαμβάνει και τα τέσσερα μέλη της οικογένειας, ακόμα και σε μια σκηνή δείπνου, που όλοι κάθονται γύρω από το τραπέζι.

Πάνω και πέρα από όλα η ταινία αυτή είναι η ιστορία μιας πρώιμης ενηλικίωσης, ένα πρώτο ρήγμα στην επιφάνεια της πραγματικότητας του μεγάλο κόσμο. Αναρωτιέμαι, πώς να εξηγούσε άραγε ο Ερίθε στα δύο παιδιά, και ειδικά στην Άνα, τι ήταν εκείνο που ήθελε, ποιες λέξεις να χρησιμοποιούσε. Χωρίς το βλέμμα της Άνα στα πράγματα δεν θα ήταν η ίδια ταινία. Κάθε κάδρο στην ταινία αυτή μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής. Πλάνα με την κάμερα ακίνητη, όπως εκείνα που δείχνουν τη μητέρα να φεύγει με το ποδήλατο από το χωριό ή με την προσέλευση των μαθητών στο σχολείο, αλλά και πλάνα με την κάμερα να κινείται όπως εκείνο με τον πατέρα και τις δύο κόρες να γυρεύουν μανιτάρια ανάμεσα στα δέντρα, μένουν αξέχαστα στον θεατή.

Το πνεύμα του μελισσιού είναι μία από τις κορυφαίες ισπανικές ταινίες, κατά κάποιους η κορυφαία. Ο Βίκτορ Ερίθε αφού δοκίμασε πρώτα στον ρόλο του κριτικού, γράφοντας για το Nuestro Cine, έχοντας ολοκληρώσει ήδη τις σπουδές του στον κινηματογράφο, σκηνοθέτησε ακολούθως κάποιες μικρού μήκους ταινίες και το 1973, δύο χρόνια πριν πεθάνει ο Φράνκο, θα παρουσιάσει αυτό το τουλάχιστον εντυπωσιακό ντεμπούτο. Συνολικά μέχρι σήμερα έχει γυρίσει δύο μεγάλου μήκους ταινίες και ένα ντοκιμαντέρ, με απόσταση δέκα χρόνων κάθε φορά, δείχνοντας τα τελευταία χρόνια μια διάθεση για συνεργασίες και παράλληλα πρότζεκτ.

         

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου