Τετάρτη 17 Ιουνίου 2015

Οι νύχτες στο Φλόρες - César Aira




Όταν πριν δυο χρόνια σχεδόν, διάβασα για πρώτη φορά, μετά από προτροπή του Α., κάποιο έργο του Αργεντινού συγγραφέα Σέσαρ Άιρα, το Βαράμο, η γεύση που μου άφησε θα μπορούσε να περιγραφεί ως εξής: κορμί τέλειο, απουσία ψυχής. Όμως, και είναι ίδιον των σπουδαίων δημιουργών αυτό, ο ελάχιστος σπόρος που μου άφησε συνέχισε να σκάβει αργά και σταθερά, να διεκδικεί το χώρο που του ήταν απαραίτητος για να ριζώσει και να ανθίσει, γεγονός που άργησα να αντιληφθώ και να παρατηρήσω, παρά μονάχα όταν ξαφνικά βρέθηκε ολάνθιστος να στέκει απέναντί μου. Τις τελευταίες μέρες είχα τη διάθεση για μια λογοτεχνική φάρσα από κάποιον εραστή της λογοτεχνίας, παιχνίδια του μυαλού, δύσκολο να εξηγηθούν και να περιγραφούν. Ο Άιρα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υπερκινητικός δημιουργός, ένα μυαλό που συνέχεια γεννά ιδέες και αρνείται να εγκλωβιστεί στα αδιέξοδά τους, με αποτέλεσμα το κάθε βιβλίο, η κάθε απλή ιστορία να είναι γαϊτανάκι εναλλαγών στυλ, ένα πανηγύρι. Αυτό είχα ανάγκη, την άρνηση του εγκλωβισμού.

Ο Άλντο και η Ροσίτα Πεϋρό, ένα παντρεμένο ζευγάρι ηλικιωμένων από το Φλόρες, άρχισαν να ασκούν ένα παράξενο επάγγελμα στο οποίο ήταν μοναδικοί και ξυπνούσαν την περιέργεια των λίγων που μάθαιναν γι' αυτό: έκαναν νυχτερινό delivery για λογαριασμό μιας συνοικιακής πιτσαρίας.

Οι νύχτες στο Φλόρες αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα της τεράστιας βιβλιογραφίας του Άιρα, που αριθμεί πάνω από ογδόντα τίτλους -χώρια οι μεταφράσεις, τα κριτικά κείμενα και οι μελέτες του. Η ιστορία ξεκινά με ένα ζευγάρι συνταξιούχων, οι οποίοι επιθυμούν ένα επιπλέον εισόδημα, για να ενισχύσουν τη χαμηλή σύνταξη που λαμβάνουν στην Αργεντινή της κρίσης, και δουλεύουν σε μια πιτσαρία, παραδίνοντας πίτσες με τα πόδια, πάντα ως ζευγάρι. Καταφέρνουν δε να είναι ανταγωνιστικοί στους χρόνους συγκριτικά με τους νεαρούς συναδέλφους τους, παρότι δεν διαθέτουν μηχανάκι. Ποτέ κανένα παράπονο δεν έφτασε για εκείνους, το αντίθετο, πολλοί είναι οι πελάτες εκείνοι, όπως κάποιες μοναχές για παράδειγμα, που ζητούν αποκλειστικά εκείνους για να τους εξυπηρετήσουν. Οι διαδρομές μέσα στη γειτονιά του Φλόρες δίνουν, αρχικά, την ευκαιρία στον συγγραφέα να αποτυπώσει, με διάθεση χιουμοριστική, την πραγματικότητα στα χρόνια της κρίσης, την άναρχη δόμηση, που μετατρέπει σε δυσεπίλυτο γρίφο τις οδηγίες εντοπισμού μιας απλής διεύθυνσης, την τρομολαγνία των ΜΜΕ και τη δεδομένη εγκληματικότητα. Όμως, στη λογοτεχνία του Άιρα τίποτα δεν συνεχίζει όπως ξεκινά ή όπως θα ανέμενε κανείς. Γρήγορα η ιστορία θα μετατραπεί σε αστυνομική, με την απαγωγή ενός νεαρού, ενώ ένα παράξενο πλάσμα, που συντροφεύει τους ηλικιωμένους στις βραδινές τους παραδόσεις, προσδίδει στην αφήγηση κάτι από μαγικό ρεαλισμό, και ένας συγγραφέας, που δεν είναι ακριβώς συγγραφέας, από τη Βολιβία επισκέπτεται έναν εισαγγελέα, μια διάθεση κριτική απέναντι στη μοντέρνα τέχνη, και άλλα πολλά απρόοπτα, και όλα αυτά σε μόλις εκατόν είκοσι σελίδες, που διαβάζονται απνευστί και διαθέτουν μια συνοχή, μάλλον αδύνατο να εξηγηθεί, προσφέροντας χαοτική απόλαυση και πηγαίο γέλιο.

Αυτή η διάθεση φάρσας σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει περιφρόνηση της λογοτεχνίας εκ μέρους του Άιρα, το αντίθετο μάλιστα. Η επαφή με το έργο του Άιρα αποπνέει αγάπη και σεβασμό, ενώ η προσέγγιση είναι σοβαρή και υποστηρίζεται από δουλειά και ταλέντο, αποτέλεσμα προσωπικής αισθητικής, καλλιεργημένης με τα χρόνια και χάρη στην επαφή με την παγκόσμια λογοτεχνία, και διόλου τυχαίο γεγονός.

Μετάφραση Κατερίνα Τζωρίδου
Εκδόσεις Καστανιώτη  


Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Σχεδόν διάφανο γαλάζιο - Ριού Μουρακάμι




Είναι δεδομένη η έλξη που μου ασκεί η λογοτεχνία του περιθωρίου, ένα το κρατούμενο. Δυνατότερη όμως έλξη μού ασκεί το περιθώριο της επιτυχίας. Aκριβές παράδειγμα: η λογοτεχνία του Νόρμαν Μαίηλερ. Άνθρωποι που είχαν τα προγνωστικά με το μέρος τους, χρήματα και σπουδές, ένα μέλλον να τους περιμένει με το χαλί τεντωμένο τέλεια, κι όμως απέτυχαν να περπατήσουν, κάπου σκόνταψαν και τώρα τρεκλίζουν, από το ποτό και τη δυστυχία, αποτυχημένοι συναισθηματικά, εγκλωβισμένοι. Δεν είναι η ταύτιση μαζί τους που με έλκει. Καμία ταύτιση δεν νιώθω, ίσως μια μικρή αποστροφή: εδώ ο κόσμος καίγεται, σκέφτομαι, και εκείνοι τριγυρνούν ανάμεσα στα αυτοσχέδια προβλήματά τους, έχοντας λυμένα τα πρωταρχικά, εκείνα για τα οποία αρκετοί παλεύουν κάθε στιγμή. Είναι η κατάρρευση του μαθηματικού μοντέλου ευτυχίας, όχι δεν είναι χαιρεκακία, όχι, αλλά η επιβεβαίωση για το μυστήριο της ζωής, που τόσο απέχει από τα εργαστήρια των επιστημόνων. Είναι αυτό το υπαρξιακό βάρος, για το οποίο τόσο υπάρχει η τάση να παραβλέπεται και να παραγνωρίζεται, εκείνο το άγνωστο κάτι που μας φταίει, που εκτροχιάζει τις πορείες και καταρρίπτει τις βεβαιότητες, εκείνο που εμπνέει κάποιους δημιουργούς να το περιγράψουν και να το αποδώσουν γυμνό.

Τέτοιοι είναι και οι ήρωες του Ριού Μουρακάμι, στο συγγραφικό του ντεμπούτο, Σχεδόν διάφανο γαλάζιο, γραμμένο το 1977, όταν εκείνος ήταν ακόμα φοιτητής και η έκδοσή του έπεσε σαν βόμβα στα θεμέλια της ιαπωνικής λογοτεχνικής σκηνής, αποσπώντας βραβεία σημαντικά και εγείροντας, πώς όχι άλλωστε, διαφωνίες και διαμάχες ανάμεσα σε φανατικούς υποστηρικτές και ορκισμένους πολέμιους, αποτυπώνοντας το κλίμα μιας παράλληλης πραγματικότητας, ανεξάρτητης, που δεν ανέκοπτε την κανονικότητα αλλά υπήρχε εκεί, διεκδικώντας το χώρο που της αναλογούσε. Σε ένα προάστιο του Τόκιο, στα μέσα της δεκαετίας του '70, κοντά στην αμερικανική βάση, μια παρέα εφήβων, προερχόμενων από τη μεσαία τάξη, δίχως προβλήματα επιβίωσης, από απλή βαρεμάρα, θαρρείς, τριγυρνούν στους δρόμους και πειραματίζονται με οτιδήποτε απαγορευμένο, ακολουθώντας ένα μοντέλο ζωής όπως το μετέφεραν τα κύματα του Ειρηνικού στις ιαπωνικές ακτές. Δοκιμάζουν, ασυνείδητα, τις αντοχές του σώματος και βιώνουν έντονα τα, όλο και πιο ασαφή, όρια του εγκεφάλου, μια καθημερινότητα γεμάτη παραισθήσεις και εμμονές. Μια ακαριαία ενηλικίωση.

Άρχισα να ουρλιάζω κάτι στίχους που θυμόμουν, του Jim Morrison: "When the music is over, when the music is over, put out all the lights, my brothers live at the bottom of the sea, my sister was killed, pulled up on land like a fish, her belly torn open, my sister was killed, when the music is over, put out all the lights, put out all the lights."
Σαν τους εξαίσιους άνδρες στα μυθιστορήματα του Ζαν Ζενέ, έφερα ένα γύρο το σάλιο μες στο στόμα μου και το μάζεψα στη γλώσσα μου -βρόμικος άσπρος γλυκερός αφρός. Έτριψα τα πόδια μου κι έγδαρα με τα νύχια το στήθος μου· τα μπούτια μου και τα δάχτυλα των ποδιών μου κολλούσαν. Ένιωσα το δέρμα σ' όλο μου το σώμα ν' ανατριχιάζει, σαν να μ' είχε τυλίξει ξαφνικά ολόκληρο μια ριπή παγωμένου αέρα, και όλη μου η δύναμη χάθηκε μεμιάς.

Η γλώσσα του Μουρακάμι τόσο προκλητική όσο και η πραγματικότητα που περιγράφει ο, συνονόματός του, αφηγητής, μέλος αναπόσπαστο της παρέας καθώς είναι, βιώνει στο πετσί του ακραίες ψυχολογικές και νευρολογικές διακυμάνσεις, αποτυπωμένες με σκληρά ξεσπάσματα και ποιητικές παύσεις, κολλήματα ενός διαταραγμένου εγκεφάλου, που έχει την διαύγεια να παρατηρήσει την απλή πτώση ενός φύλλου και να την αποτυπώσει σε αργή κίνηση με ακρίβεια και γλωσσικό πλούτο, λίγο πριν ή μετά από μια πυρετική βραδιά με εκκωφαντική μουσική, σεξουαλικά όργια και χρήση ναρκωτικών, από την περιγραφή της οποίας δεν απουσιάζει η βωμολοχία και η πρόκληση. Υπάρχει μια υπόνοια γλωσσικής επιτήδευσης σε όλο αυτό, εκεί άλλωστε στέκει και το σημείο διαφωνίας, η κατηγορία της πρόκλησης για την πρόκληση και το ερώτημα: είναι λογοτεχνία αυτό; Είναι ίσως αυτή η διαρκής αμφιβολία, αυτή η έλξη-απώθηση και η ανάμεικτη συναισθηματική κατάσταση του αναγνώστη, ένα τελικώς επιτυχημένο στοίχημα για τον δημιουργό, που μάλλον δεν θα αρνηθεί πως η πρόκληση αποτελεί πρωτεύον συστατικό του λογοτεχνικού του οικοδομήματος, μια προσπάθεια να ταρακουνήσει τα λιμνάζοντα ύδατα μιας λογοτεχνίας που αρκείται στο υψηλό και αρνείται να κοιτάξει έξω από τα παράθυρα των λογοτεχνικών σαλονιών, στη γωνία του δρόμου που κάποιοι έφηβοι τριπάρουν και αναρωτιούνται: "Ριού, βάλε λίγη μουσική, έχω μπουχτίσει πια με τα γαμήσια, δεν μπορεί, θα πρέπει να υπάρχει και κάτι άλλο, θέλω να πω, θα πρέπει να υπάρχουν και άλλοι τρόποι να περνάμε καλά."

Μετάφραση από τα Αγγλικά Αλέξανδρος Καρατζάς
Εκδόσεις Printa


 

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Οι νόμοι των συνόρων - Javier Cercas




Αφηγηματική γενναιοδωρία, έτσι θα συνόψιζα το συναίσθημα -τόσο κατά τη διάρκεια, αλλά κυρίως μετά το πέρας- της ανάγνωσης. Έτσι, λακωνικά και σε ποσοτική αντίστιξη με τις πεντακόσιες σελίδες του μυθιστορήματος, του καταξιωμένου -και στη χώρα μας- Χαβιέρ Θέρκας, γνωστού κυρίως για τους Στρατιώτες της Σαλαμίνας, μυθιστόρημα που μεταφέρθηκε με σχετική επιτυχία στον κινηματογράφο, διευρύνοντας αναπόφευκτα τα όρια της φήμης του γεννημένου στην επαρχία του Κάθερες συγγραφέα. Για μένα ήταν ο Ένοικος και η Ταχύτητα του φωτός τα έργα του που τον ενέταξαν, άπαξ και δια παντός, στο κλειστό κλαμπ των εκλεκτών ισπανόφωνων δημιουργών. Τώρα, έχοντας πίσω μου την ανάγνωση της ιστορίας του Γαλανομάτη, του Γυαλάκια και της Τέρε, νιώθω μια δικαίωση, πως δεν βιάστηκα στην κρίση μου.

-Αρχίζουμε;
-Ας αρχίσουμε. Προηγουμένως όμως επιτρέψτε μου να σας κάνω άλλη μια ερώτηση. Θα είναι η τελευταία.
-Παρακαλώ.
-Γιατί δεχτήκατε να γράψετε αυτό το βιβλίο;
-Μα δεν το 'παμε ήδη; Για τα χρήματα. Κερδίζω τα προς το ζην γράφοντας.
-Ναι, το ξέρω, αλλά μόνο γι' αυτό δεχτήκατε;
-Η αλήθεια είναι ότι δε σου παρουσιάζεται συχνά η ευκαιρία να γράψεις για ένα μυθικό πρόσωπο σαν τον Γαλανομάτη, αν αυτό εννοείτε.
-Θέλετε να πείτε ότι ο Γαλανομάτης σας ενδιέφερε και προτού σας προτείνουν να γράψετε γι' αυτόν;
-Φυσικά, όπως όλον τον κόσμο.

Βρισκόμαστε στην Χερόνα καλοκαίρι του 1978, και το φάντασμα του Φράνκο πλανάται ακόμα πάνω από την Ισπανία. Μια ομάδα εφήβων, ανάμεσα στους οποίους ο Γαλανομάτης, σε ρόλο αρχηγού, ο Γυαλάκιας και η Τέρε, συχνάζει στην κακόφημη πλευρά της πόλης, ανάμεσα σε οίκους ανοχής και σκοτεινά μπαρ, καπνίζει χόρτο και πίνει αλκοόλ, επιδίδεται σε μικροκλοπές για να χρηματοδοτήσει την καλοπέρασή της. Με το πέρασμα του χρόνου θα παίρνουν όλο και μεγαλύτερα ρίσκα, οργανώνοντας ένοπλες ληστείες τραπεζών και σπιτιών. Η σύλληψη του Γαλανομάτη θα δώσει τέλος στη δράση της ομάδας, αν και εκατοντάδες άλλες παρόμοιες ομάδας δημιουργήθηκαν και έδρασαν εκείνα τα χρόνια στην Ισπανία, με μια αίσθηση ρομαντικότητας, συνυφασμένης με το κλίμα ελευθερίας εκείνης της περιόδου. Γύρω από τον Γαλανομάτη, πρόσωπο το οποίο ο Θέρκας εμπνεύστηκε κυρίως από τον Juan José Moreno Cuenca, δημιουργήθηκε ένας μύθος. Ο ατίθασος χαρακτήρας του, οι δεκάδες απόπειρες απόδρασης από τις φυλακές, η διαρκής κόντρα του με τους δεσμοφύλακες, οι ερωτικές του ιστορίες τον μετέτρεψαν σε σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς. Ο Ιγνάθιο Κάνιας, γνωστός ως Γυαλάκιας, που ανήκε σε εντελώς διαφορετική κοινωνική τάξη, μπήκε στην ομάδα από σύμπτωση, αναζητώντας καταφύγιο από τις επιθέσεις των συμμαθητών του, και κατάφερε να διαφύγει της σύλληψης, κλείνοντας για πάντα την πόρτα στο παρελθόν και επιτυγχάνοντας, τριάντα χρόνια μετά, να θεωρείται ο σημαντικότερος δικηγόρος της Χερόνα. Η Τέρε, η απαραίτητη μοιραία γυναίκα, που στη θέα της ο έφηβος Γυαλάκιας έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια του, καθώς η εικόνα πάγωσε αντίθετα με εκείνη που, λαμπερή και πανέμορφη καθώς ήταν, συνέχισε να περπατά προς το μέρος του, κοιτάζοντάς τον ίσια μες στα μάτια.  

Αυτή την ιστορία καλείται να γράψει ο συγγραφέας-ήρωας του μυθιστορήματος και για τον λόγο αυτό παίρνει συνεντεύξεις από τα πρόσωπα-κλειδιά, με σκοπό τη συλλογή των απαραίτητων στοιχείων. Μέσα από την παράθεση των συνεντεύξεων ο Θέρκας διηγείται την ιστορία που εμπνεύστηκε σε γραμμική χρονική ακολουθία, χρησιμοποιώντας ένα αφηγηματικό εύρημα, που όχι απλώς λειτουργεί, μα που του επιτρέπει να προσδώσει περαιτέρω στοιχεία στην ιστορία του, τόσο ως προς την εξέλιξη της αφήγησης και τις διαρκείς ανατροπές της, καθώς νέα στοιχεία έρχονται να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν τα προηγούμενα, όσο και ως προς το στήσιμο των χαρακτήρων, καθώς η σχέση που αναπτύσσει ο συγγραφέας με τους συνεντευξιαζόμενους περνά από διάφορα στάδια, της επιφύλαξης και της εμπιστοσύνης κυρίως, αλλά και της απόπειρας του καθενός να διατηρήσει τα μυστικά, της αναμνήσεις και την εικόνα του. Επίσης, αυτό το διαρκές φλερτάρισμα με τον ρεαλισμό, η ύπαρξη ενός ολόκληρου κόσμου, αποτελούμενου από ταινίες, μαρτυρίες, τηλεοπτικές εκπομπές, μέρη και πρόσωπα, κατ' ουσίαν επινοημένου -αν και με τα απαραίτητα σπέρματα έμπνευσης και (αυτο)βιογραφίας- για να πλαισιώσει την ιστορία του Γαλανομάτη, όπως την οραματίστηκε στο σύνολό της ο Θέρκας, σύνολο σύνθετο, με πλήθος προσώπων και γεγονότων, και εκείνος, συγγραφέας και σκηνοθέτης ταυτόχρονα, καταφέρνει το ακατόρθωτο θαρρείς: να παραδώσει -με την υποστήριξη του επιμελητή του, να τα λέμε αυτά- ένα μυθιστόρημα πολυσέλιδο δίχως ίχνος κοιλιάς, δίχως ίχνος αχρείαστου και περιττού. Μια λογοτεχνία πλουραλιστική και πληθωρική, μια ιστορία που προκαλεί αναγνωστική δίψα και με μια αφήγηση που καθηλώνει ο Θέρκας παραδίδει ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, πολυεπίπεδο σε αναγνώσεις, σπουδαίο και προσιτό ταυτόχρονα.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Γεωργία Ζακοπούλου
Εκδόσεις Πατάκη

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

Ρέκβιεμ για τη Φάννυ Γκόλντμαν - Ingeborg Bachman




Η Μπάχμαν κατέχει περίοπτη θέση στη φράξια των καταραμένων δημιουργών, κυρίως λόγω του τραγικού της τέλους σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στη Ρώμη, την Αιώνια Πόλη, τι ειρωνεία, αλλά και εξαιτίας της σχέσης της με τον Μαξ Φρις, για την οποία λίγα γνωρίζω, και ποτέ δεν επεδίωξα να μάθω περισσότερα, μια τραγικότητα, ένα μονομερές τελικά πάθος, αυτό ένιωσα, ίσως λανθασμένα, και τον έρωτα αυτό πιστεύω πως διαβάζω σε κάθε βιβλίο της, ολοκληρωμένο ή όχι. Η λογοτεχνία που μπερδεύεται με τη ζωή, και που η βιογραφία, με τις λεπτομέρειες και την επιμονή της σε μια άχρηστη ακρίβεια, είναι ικανή να γκρεμίσει, αποτελεί έναν τόπο ξέχωρο, στον οποίο η μνήμη επανέρχεται από καιρό σε καιρό, όχι μόνο όταν διαβάζει κανείς κάποιο βιβλίο του συγγραφέα, αλλά και σε στιγμές φαινομενικά άσχετες, μια αμάθεια χρήσιμη για τη φαντασία εκείνων που δεν ανεβαίνουν σε συνεδριακά βήματα.

Είναι τέτοια η δύναμη της γραφής της Μπάχμαν που ακόμα και τα προσχέδιά της γνώρισαν επιτυχία, και ακολούθως μεταφράστηκαν και αντιμετωπίστηκαν ως λογοτεχνικά έργα, με τις παρενθέσεις και τα δυσανάγνωστα σημεία τους όχι μόνο να μην ενοχλούν αλλά και να δίνουν στον αναγνώστη το απαραίτητο περιθώριο, να πάρει μια ανάσα πριν συνεχίσει παρακάτω. Τα μυθιστορήματα Μαλίνα, Η Περίπτωση Φράντσα και το Ρέκβιεμ για τη Φάννυ Γκολντμαν, θα αποτελούσαν μέρη της τριλογίας Τρόποι Θανάτου, την οποία η Μπάχμαν άφησε ημιτελή, όπως και τόσα άλλα προσχέδια έργων, με το τρίτο μέρος να αποτελεί το πλέον αποσπασματικό και ανολοκλήρωτο, και παρ' όλα αυτά ικανό να δώσει αναγνωστική απόλαυση, που άλλα, και καλά ολοκληρωμένα, έργα ούτε να αγγίξουν δεν θα μπορούσαν. Διαβάζω ξανά το κείμενο ως εδώ, και μου φαίνεται πως ρέει ικανοποιητικά, εκτός από τη λέξη απόλαυση, στην οποία κολλάει η ανάγνωση, παράταιρη, θαρρείς, καθώς στέκει· ποια απόλαυση; Εμπειρία, ναι, εμπειρία στη θέση της απόλαυσης.

Η Φάννυ θα συνειδητοποιήσει, αργά και επίπονα, πως ο νεαρός εραστής της δεν την αγαπά, αλλά την εκμεταλλεύεται για να ικανοποιήσει τις συγγραφικές του φιλοδοξίες. Μια ιστορία που θυμίζει Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ, ενός άλλου σπουδαίου δημιουργού, του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, ένα θεατρικό έργο,που η κινηματογραφική του εκδοχή, σκηνοθετημένη από τον ίδιο τον συγγραφέα του, βγήκε στις αίθουσες έναν χρόνο πριν τον τραγικό χαμό της Μπάχμαν. Μια ιστορία πολυειπωμένη και όμως, λόγω του δοσίματος, ικανή να εμπλέξει συναισθηματικά τον δέκτη, όπως κάθε αυθεντική ιστορία αγάπης, με τις υπερβολές και τα κλισέ της, για τα οποία υπάρχει τέτοια ανάγκη, που δεν σταματούν στιγμή να αποτελούν πηγή έμπνευσης, είτε αυθεντικής είτε εμπορικής, εκ του αποτελέσματος κρινόμενης. Και η Μπάχμαν είχε αυτή την κατάρα/αρετή, να αφηγείται ιστορίες που εμπλέκουν τον αναγνώστη σε τέτοιο βαθμό, που να μοιάζει αδύνατο να τις θεωρήσει αποτέλεσμα φαντασίας και όχι βιώματος.

Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Άγρα         

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015

Γραμμένα στο κορμί - Jeanette Winterson



Ένα πρωί θα ξυπνήσεις δίπλα σε μια κοπέλα, εκείνη θα κοιμάται ακόμα, θα προσέξεις κάτι ανόητο, ίσως, για παράδειγμα, πως δεν αναπνέει σωστά, το στήθος θα ανεβοκατεβαίνει σε ρυθμό κοφτό και ασταθή, αυτή η παρατήρηση θα σε ενοχλήσει, θα νιώσεις μια απέχθεια αδικαιολόγητη, γεγονός που θα σε κάνει να νιώσεις άσχημα, καθώς η ηθική θα ισορροπεί πάνω από το κρεβάτι, θα σκεφτείς, από το πουθενά και άξαφνα, εκείνη την άλλη κοπέλα, ακόμα μία -έτσι πίστευες τότε βλακωδώς καθώς φαίνεται- και ούτε μαζί της το κενό έμοιαζε να κλείνει ενώ η λέξη ανεξαρτησία μπαντιέρα σε ψηλό ιστό κυμάτιζε ακόμα. Τώρα κατάλαβες. Δεν είναι απαραίτητα αργά, δεν είναι αυτό το -μοναδικό- πρόβλημα. Μαζί της ήταν διαφορετικά, όλα ήταν διαφορετικά, το σώμα το πιστοποιεί. Το σώμα; αναρωτιέσαι, πώς θα διηγηθώ μια ερωτική ιστορία τοποθετώντας το σώμα σε πρώτο πλάνο, δεν γίνεται έτσι, λένε.

Οι νευρικές απολήξεις, κάτω από το νεκρό δέρμα, δίνουν το ερέθισμα, τη σπίθα εκείνη για μια νέα φωτιά. Ήταν ο έρωτας -ακόμα ένα- γνωστικό πεδίο στο οποίο δήλωνες μέγας γνώστης, τα ήξερες όλα, και όλα ήταν πια τόσο βαρετά και αναμενόμενα, εκτός από τότε που έκανες κήρυγμα στους αδαείς, ενίοτε από άμβωνα, και τώρα; Το παραδέχεσαι ή το αρνείσαι; Πώς προχωράς;

Ο αφηγητής στην ιστορία της Winterson - μα καλά, τι νόμιζες;- ερωτεύεται τη Λουίζ. Πλέον ναι, μπορεί να το πει: ερωτεύεται. Τυχερός, θα σκεφτεί κάποιος, τυχερός που το βίωσε, τότε θα πεταχτεί μια φωνή γνώριμη και θα ψιθυρίσει: είναι η άγνοια ευλογία συχνά. Η Λουίζ είναι παντρεμένη. Από ιστορία σε ιστορία, ο αφηγητής αναζητά την θρυλούμενη εμπειρία που αποκτά κανείς στον έρωτα και στις σχέσεις, τίποτα όμως δεν μοιάζει με αυτό, όλα συμβαίνουν για πρώτη φορά. Επιτέλους έχεις μια ιστορία να διηγηθείς, του λέει κάποιος φίλος.

Μου λείπεις, Λουίζ. Το νερό δεν σβήνει την αγάπη, ούτε την πνίγουν οι πλημμύρες. Τι σκοτώνει τότε την αγάπη; Αυτό μονάχα: η αδιαφορία. Να μη σε βλέπω όταν στέκεσαι μπροστά μου. Να μη σε σκέφτομαι για το παραμικρό. Να μην ανοίγω για σένα δρόμο φαρδύ, να μη στρώνω για σένα το τραπέζι. Να σ' επιλέγω από συνήθεια κι όχι από επιθυμία, να προσπερνάω το ανθοπωλείο χωρίς δεύτερη σκέψη. Να αφήνω άπλυτα τα πιάτα, άστρωτο το κρεβάτι, να σε αγνοώ τα πρωινά, να σε χρησιμοποιώ τα βράδια. Να ποθώ άλλη την ώρα που τσιμπάω το μάγουλό σου. Να λέω το όνομά σου χωρίς να το ακούω, να το θεωρώ δεδομένο.
Ναι ξέρω, κι εγώ την ίδια ένσταση θα διατύπωνα αν δεν γνώριζα: δεν είναι λίγο μελό όλο αυτό; Όμως ξέρω, και λέω: όχι, δεν είναι λίγο μελό, είναι πολύ, είναι τόσο όσο πρέπει για να σου βαρύνει την καρδιά, να σε ενοχλήσει στο στομάχι, να σε κάνει να λαχταρίσεις. Η  Winterson θέλει να διηγηθεί μια ερωτική ιστορία, με όλα τα κλισέ και τις υπερβολές του έρωτα, και τα καταφέρνει επιτυχώς γιατί είναι μια μαστόρισσα άφταστη σε αυτό που κάνει, υποστηρίζοντας το κάθε βιβλίο της με τα απαραίτητα λογοτεχνικά εργαλεία, λαμβάνοντας υπόψη της την παράδοση και αντιλαμβανόμενη την ανάγκη για ανανέωση, γιατί ξέρει πότε να επικεντρωθεί στην ιστορία της και πότε να τη χρησιμοποιήσει ως όχημα φιλοσοφικού στοχασμού.

Γιατί δεν ισορροπεί η πλάστιγα της αγάπης;

Είναι μια από τις λογοτεχνικές μου απορίες γιατί δεν είναι τόσο γνωστή στον τόπο μας, παρότι τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί. Δεν ξέρω. Και αν δεν ήταν η Χ. δεν θα την ήξερα ακόμα μάλλον. Όλα ξεκίνησαν με το Πάθος, συνέχισαν με το Βάρος και κατέληξαν στη βασική απαίτηση: Πες μου μια ιστορία.


Μετάφραση Σάντυ Παρίση
Εκδόσεις Λιβάνη      

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

Ερωτοτροπίες - Javier Marías




Ήταν Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου, του τρέχοντος έτους, παραμονή των γενεθλίων μου, όταν σε μια βόλτα απ' το υπόγειο της Πολιτείας, και ενώ περιφερόμουν, φαινομενικά άσκοπα και δίχως σχέδιο, γύρισα μέτωπο προς τον πάγκο της μεταφρασμένης λογοτεχνίας και αντίκρισα ένα εξώφυλλο γνώριμο. Η εικόνα δεν άργησε να καθαρίσει, συνειδητοποίησα πως ήταν το εξώφυλλο από το μυθιστόρημα του Χαβιέρ Μαρίας, Ερωτοτροπίες, κοινό με την ισπανική έκδοση, και ίσως πιο κοντά στην αισθητική μου λόγω του χάρτινου εξώφυλλου, αντίθετα με το γυαλιστερό της ισπανικής εκδοχής, που εδώ και μήνες το είχα στο σπίτι, δώρο μιας φίλης από κάποιο ταξίδι της στη Μαδρίτη, και που την έκδοσή του στα ελληνικά ανέμενα από μήνα σε μήνα, σύμφωνα πάντα με το εκδοτικό πρόγραμμα του Πατάκη, για να μου προσφέρει την απαραίτητη ασφάλεια στην υλοποίηση της πρόθεσής μου να διαβάσω στο πρωτότυπο τον αγαπημένο μου, ίσως, συγγραφέα.

Και γιατί άφησες τόσο καιρό να περάσει, δίχως να διαβάσεις το βιβλίο που περισσότερο από κάθε άλλο, σύμφωνα με τα λεγόμενά σου τουλάχιστον, περίμενες να κυκλοφορήσει, με ρώτησε μια διαδικτυακή φίλη, μήπως σε φόβισαν οι προσδοκίες ή ο ντόρος της έκδοσης, συμπλήρωσε. Όχι, της απάντησα, ούτε οι προσδοκίες ούτε ο ντόρος, απλώς περίμενα την κατάλληλη στιγμή. Αλλιώς, είναι η αλήθεια, φανταζόμουν την κατάλληλη στιγμή και αλλιώς η ζωή τα έφερε -νιώθω επιρρεπής στο κλισέ τώρα τελευταία, δίχως όμως ίχνος ενοχής ή ανασφάλειας, παραδόξως. Μια βδομάδα ιδιαίτερη ξεδιπλωνόταν εμπρός μου, δίχως να προηγηθεί σκέψη, η απόφαση λήφθηκε: Ερωτοτροπίες.

Ναι, τα πάντα εξασθενούν, όμως είναι εξίσου αλήθεια ότι τίποτα δεν εξαφανίζεται ούτε χάνεται ποτέ εντελώς, παραμένουν αδύναμοι αντίλαλοι και φευγαλέες ενθυμήσεις που αναδύονται οποιαδήποτε στιγμή σαν θραύσματα από πέτρινες στήλες στην αίθουσα κάποιου μουσείου που κανείς δεν επισκέπτεται, απονεκρωμένα σαν ερείπια από αρχιτεκτονικά τύμπανα με μισοσβησμένες επιγραφές, ύλη του παρελθόντος, ύλη βουβή, σχεδόν ανεξιχνίαστα, δίχως νόημα καλά καλά, παράλογα κατάλοιπα που διατηρούνται δίχως κανένα σκοπό, γιατί δεν θα μπορέσουν ποτέ να ανασυσταθούν και είναι τώρα πια λιγότερο φως παρά σκοτάδι και πολύ λιγότερο θύμηση παρά λήθη.
Και το απόσπασμα αυτό, περισσότερο από κάθε άλλο, σε ένα βιβλίο γεμάτο από αποσπάσματα για υπογράμμιση και αναπαραγωγή, ήταν που αποτέλεσε τη δικαίωση της επιλογής, συνδυάζοντας, όπως άλλωστε και ο Μαρίας τόσο μαεστρικά κάνει, τη λογική εξήγηση με το συναισθηματικό βίωμα.
Η τελευταία φορά που είδα τον Μιγέλ Ντεσβέρν ή Ντεβέρν ήταν και η τελευταία φορά που τον είδε η γυναίκα του, η Λουίσα, γεγονός που δεν έπαψε να είναι περίεργο και ίσως και άδικο, εφόσον εκείνη ήταν ακριβώς αυτό, η γυναίκα του, ενώ εγώ ήμουν μια άγνωστη και ποτέ δεν είχα ανταλλάξει κουβέντα μαζί του.

Η Μαρία συνηθίζει να παίρνει πρωινό σε ένα μπαρ κοντά στον εκδοτικό οίκο που εργάζεται, κάθε μέρα την ίδια ώρα, βιαστικά, ώστε να είναι τυπική στο ωράριο της, μέρα με τη μέρα μια μικροκοινωνία σχηματίζεται, άνθρωποι που δουλεύουν την ίδια ώρα και επισκέπτονται το, μάλλον αδιάφορο κατά τα λοιπά, γειτονικό μπαρ, για να πιουν έναν καφέ ή και να φάνε κάτι. Ανάμεσα σε τόσα  πρόσωπα η Μαρία ξεχωρίζει ένα ζευγάρι, τη Λουίσα και τον Μιγέλ, γεγονός που μάλλον εύκολα εξηγείται, καθώς ο καθένας εκείνο που του λείπει αναζητά, εκείνο μεγεθύνει στο μυαλό του και του δίνει την ιδανική μορφή μέσω των τρίτων, οι ζωές των οποίων φαντάζουν, μακρόθεν, ιδανικές και άκοπες, έτσι και το ζευγάρι αυτό, των οποίων τα ονόματα η Μαρία δεν θα μάθει παρά πολύ αργότερα, όταν εκείνος θα είναι πια από μέρες νεκρός και εκείνη χήρα με δύο παιδιά, δείχνει να είναι ευτυχισμένο με έναν τρόπο ασυνήθιστο, που δεν ταιριάζει σε παντρεμένους με παιδιά. Και είναι αυτή η ευτυχία που έλκει την παρατήρηση και τη φαντασία της Μαρίας, σαν μια επιβεβαίωση πως η ευτυχία ναι, όντως υπάρχει. Και μια μέρα το ζευγάρι δεν θα εμφανιστεί, και η Μαρία δεν θα δώσει σημασία, παρά αρκετά αργότερα, καθώς η πρωινή απουσία τους από το μπαρ θα γίνει κανόνας, και μια συνάδελφός της, πιο ευαίσθητη από την ίδια στα κοινωνικά, θα της δείξει τη φωτογραφία του Μιγέλ Ντεσβέρν ή Ντεβέρν μαχαιρωμένου και με μισόβγαλτο το πουκάμισο, και εκείνη, σοκαρισμένη από την βίαιη αυτή εξέλιξη, θα συναντήσει τη Λουίσα, και θα εμπλακεί στα γρανάζια μιας ιστορίας σκοτεινής, αφήνοντας για πάντα πίσω της το ρόλο του απλού παρατηρητή.

Και είναι αυτός ο τρόπος του Μαρίας, ή καλύτερα μάλλον η ικανότητά του να διακρίνει, ή καλύτερα να δημιουργεί την κατάλληλη στιγμή εισόδου στο δράμα του αφηγητή-παρατηρητή σε μια ιστορία σκοτεινή, στην οποία, αν γνώριζε τις συνέπειες, σίγουρα θα απέφευγε να ανακατευτεί, μα που τώρα πια είναι αργά, και δεν του απομένει άλλη διέξοδος από την εξιστόρηση. Και είναι αυτός ο χαρακτηριστικός τρόπος του Μαρίας να διηγείται, με έναν διάχυτο εγκεφαλικό συναισθηματισμό, με μια ψυχρότητα στην παρατήρηση και στον συλλογισμό, δίχως να στερεί τίποτα από την εξέλιξη της πλοκής, πλοκής σφικτής και δουλεμένης στη λεπτομέρεια, ένα μείγμα συμπυκνωμένο, στο σχήμα της σπείρας, με ένα υπόγειο χιούμορ, μαύρο, για να ταιριάζει με την ιστορία του, διαρκώς παρόν. Με μια γοητευτική αίσθηση παρορμητικής γραφής να σκεπάζει σαν πέπλο τη λεπτοδουλειά, ίδιον ενός μεγάλου καλλιτέχνη, που σκοπός του δεν είναι να εντυπωσιάσει, επιδεικνύοντας ούτε την τεχνική ούτε το ταλέντο του, τοποθετώντας εμπόδια στον αναγνώστη, αλλά επιθυμεί -και επιτυχώς καταφέρνει- να παραδώσει ένα έργο προσιτό, μα πολυεπίπεδο.

Και γιατί αυτός ο τόσο προσωπικός, από μεριάς μου, πρόλογος άραγε, θα αναρωτηθεί κανείς, και με το δίκιο του· η σχέση μου με τον συγγραφέα δεν αρκεί. Ο Μαρίας έχει την απάντηση:
Το τι έγινε είναι το λιγότερο. Μια νουβέλα είναι, και ό,τι συμβαίνει στις νουβέλες και τα μυθιστορήματα δεν έχει σημασία και λησμονιέται μόλις τα τελειώσει κανείς. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι δυνατότητες και οι ιδέες που μας ενσταλάζουν και μας μεταβιβάζουν μέσα από τις φανταστικές τους υποθέσεις μάς μένουν με μεγαλύτερη σαφήνεια απ' ό,τι τα πραγματικά συμβάντα και τις λαμβάνουμε πιο πολύ υπόψη.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Χριστίνα Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη
       

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Γκιακ - Δημοσθένης Παπαμάρκος





Από τον περασμένο Δεκέμβρη, όταν και κυκλοφόρησε αυτή η συλλογή διηγημάτων, μέχρι και σήμερα, δεν έχουν σταματήσει οι κριτικές, αποθεωτικές στην πλειονότητά τους, προερχόμενες μάλιστα από διαφορετικές μεριές, αναγκάζοντας βιβλιοκοινότητες αντίπαλες να συμφωνήσουν, κατ' εξαίρεση, μεταξύ τους. Και επίσης, είναι μία από εκείνες τις ευτυχείς, μα σπάνιες, συγκυρίες, που κοινό και κριτικοί συμφωνούν, αφού οι έπαινοι δεν είναι δυσανάλογοι των πωληθέντων αντιτύπων. Κι εγώ που τόσα άκουγα και όλο μίκραινα το καλάθι των προσδοκιών, παρότι η ΜεταΠοίηση, η προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του Παπαμάρκου, πολύ μου είχε αρέσει, κυρίως γιατί τολμούσε να κοιτάξει λίγο προς τα εμπρός, να επιχειρήσει, έστω και ένα διστακτικό, βήμα προς την ανανέωση τόσο σε επίπεδο θεματικής όσο και τεχνικής, να ενσωματώσει όχι μόνο τις διαθήκες του παρελθόντος αλλά και τα μηνύματα του παρόντος, εγχώρια και μη, επικεντρωμένος όμως, όπως είναι φυσικό άλλωστε, στο μεγάλο πάθος του, την Ιστορία. Και ήταν εξαιτίας μιας Ισπανίδας, της Λ., μεταφράστριας, η οποία από χρόνια ζει στον τόπο μας, που παραμέρισα τελικά τις επιφυλάξεις μου, όχι αμέσως, όταν με ενθουσιασμό μού μίλησε για το Γκιακ, κι εγώ, ο άπιστος, τη ρώτησα: μα δεν είχες πρόβλημα με τη ντοπιολαλιά; Όχι ιδιαίτερο, μου είπε, και όταν κάπου δυσκολευόμουν, το διάβαζα δυνατά, να το ακούσω και τότε το ένιωθα. Τότε ήταν που ήξερα πως είχε φτάσει η στιγμή, και η τελευταία μου ένσταση, σχετικά με την αυθεντικότητα, υποχώρησε.

Είναι η ντοπιολαλιά και η παράδοση ένας τόπος, στον οποίο πολλοί δημιουργοί κρύφτηκαν, και ακόμα κρύβονται, τόσο για να μακιγιάρουν τις δεδομένες λογοτεχνικές τους αδυναμίες, όσο, και κύρια, για να συγκινήσουν, να εκβιάσουν το συναίσθημα. Η περίπτωση του Παπαμάρκου δεν είναι η παραπάνω, λίγες σελίδες αρκούν για να νιώσει ο αναγνώστης την αυθεντικότητα του λόγου, τη δυναμική του βιώματος, την ανάγκη τελικά του συγγραφέα να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα του τόπου του, για να διηγηθεί ιστορίες από το παρελθόν, ιστορίες που αφήνουν μια κάθε άλλο παρά ευχάριστη γεύση των περασμένων, σκληρές καθώς είναι, ποτισμένες με αίμα και δίχως περιττά στολίδια.

Τον Παπαμάρκο δείχνει να τον απασχολεί η σκιά της Ιστορίας, η ασμίλευτη όψη της, η διάρρηξη της σιωπηλής συμφωνίας για απόκρυψη και συγκάλυψη. Αυτό μοιάζει να είναι το κίνητρό του όταν επιλέγει να διηγηθεί ιστορίες στρατιωτών, που άφησαν τα χωριά τους και βρέθηκαν να πολεμούν στα βάθη της της Μικράς Ασίας, λίγο πριν το όραμα μιας Μεγάλης Ελλάδας υποχωρήσει κάτω από την αντεπίθεση του τούρκικου στρατού, επιλέγει να μιλήσει για όσα έγιναν τότε, όχι απαραίτητα ηρωικά, σε καμία περίπτωση για να δικαιολογήσει όσα ακολούθησαν, αλλά για να αναφερθεί σε όσα η επικρατούσα Ιστορία παρέλειψε. Τον εμπνέει όμως και η ζωή στην επαρχία, ελάχιστα ρομαντική και αγνή, με τα μυστικά της κρυμμένα καλά, τα στόματα κλειστά, έναν κώδικα τιμής και ηθικής άγραφο και πανίσχυρο, την οικογένεια και την εκκλησία να διαδραματίζουν ρόλο σημαντικό. Άνθρωποι που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, δίχως τη θέλησή τους, υπό την απειλή της ζωής τους, άλλοι έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους και άλλοι το έβαλαν πείσμα να επιστρέψουν, έστω και νεκροί στον τόπο τους. Αυτή η σκληρότητα, που παραλείπεται συνήθως, από μια νοσταλγία αφελή και μια διάθεση βουκολική, προερχόμενη από ανθρώπους της πόλης, που επισκέπτονται το χωριό τους για διακοπές, δίχως να έχουν περάσει έναν χειμώνα εκεί.

Η έντονη προφορικότητα του λόγου, εκείνο που η Λ. τόσο σωστά περιέγραψε, είναι σίγουρα το δυνατό σημείο της συλλογής, καθώς ο Παπαμάρκος επιτυχάνει να αποδώσει στο χαρτί μια γλώσσα πρωτίστως προφορική, προσδίδοντάς της την απαραίτητη αυθεντικότητα, δίχως όμως να στερείται, με αχρείαστη σοβαροφάνεια και λεκτική επιτήδευση, τη δεδομένη ευκολία της λαϊκής παράδοσης στην πρόσληψή της, ανεξάρτητα από την εκπαίδευση, την ηλικία ή την καταγωγή του αναγνώστη. Οι ιστορίες, γνώριμες από παλιά, με διαφορετικούς ήρωες σε άλλες εποχές, σε μια αέναη επανάληψη της μεγάλης Ιστορίας, ειπωμένες με μια ειλικρίνεια ικανή να χαράξει κάποιες εξ αυτών βαθιά στο μυαλό του αναγνώστη.

Αυτή είν' η αλήθεια όμως. Ούτε περηφανεύομαι ούτε ντρέπομαι. Εγώ έκανα αυτό που έκρινα για τη δικιά μ' οικογένεια. Εσύ κρίνεις για τη δικιά σ'.             

Εκδόσεις Αντίποδες