Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2019

Το οριζόντιο ύψος - Αργύρης Χιόνης





Αργύρη Χιόνη δεν είχα διαβάσει ως τώρα. Αν και ήταν αρκετοί εκείνοι που με προέτρεπαν να το κάνω, θα σου αρέσει, μου έλεγαν, αλλά δεν επέμεναν, τουλάχιστον όχι εκείνοι που με ξέρουν καλά και γνωρίζουν την υπομονή μου στην επιμονή. Άλλη ιστορία αυτή όμως. Αργύρη Χιόνη δεν είχα διαβάσει, λοιπόν, ως τώρα και δεν ξέρω γιατί, όπως δεν ξέρω και γιατί διάβασα τώρα. Είναι αυτά τα παράθυρα που ανοίγει η σύμπτωση και μπαίνει το μεταφυσικό στο δωμάτιο, αν είσαι τέτοιος άνθρωπος. Αυτή κι αν είναι άλλη ιστορία.

Στις πρώτες ιστορίες απογοητεύτηκα. Κάτι άλλο περίμενα. Δεν ξέρω τι. Κάτι άλλο όμως, κάτι διαφορετικό απ' αυτό που διάβαζα. Αυτό που διάβαζα ήταν γλυκό και καλογραμμένο. Δεν ήταν όμως καθόλου του γούστου μου, η αίσθηση παραμυθιού και παραβολής δεν μου ταιριάζει, με ενοχλεί κιόλας. Ήμουν έτοιμος να το εγκαταλείψω στα μισά. Είναι κάτι που κάνω σπάνια αλλά το κάνω. Ιδιαίτερα με τα διηγήματα είναι πιο απλό. Μια φίλη λέει πως τα ποιήματα δεν παρεξηγούνται αν δεν τα διαβάσεις, για την πεζογραφία δεν είναι σίγουρη, λέει, πως ισχύει το ίδιο, τη θεωρεί πιο ματαιόδοξη. 

Και ίσως να είχα παρατήσει το οριζόντιο ύψος όντως στα μισά αν δεν ήμουν εκεί που ήμουν τη στιγμή που ήμουν, όταν η ανάγνωση ήταν μια κάποια διέξοδος απέναντι στο βάρος του χρόνου. Δεν ήταν το πιο δροσερό σπίτι, αλλά τουλάχιστον πρόσφερε σκιά, για να το θέσω κάπως πιο σχηματικά. Και τα παράθυρα είχαν μείνει ανοιχτά. 

Σημασία έχει -τελικά- πως δεν άφησα το βιβλίο στα μισά. Προχωρώντας στα πιο μέσα δωμάτια, βρήκα τη δροσιά που γύρευα, όταν οι προσδοκίες είχαν καταρρεύσει και δεν περίμενα τίποτα πια. Είναι μια ιστορία γνωστή αυτή.

Ο ανδριάντας είναι ένα εξαιρετικό διήγημα. Και μόνο για αυτό θα άξιζε να διαβάσει κανείς τη συλλογή αυτή. Αφού όμως πρώτα διαβάσει όλα τα διηγήματα μέχρι να φτάσει σε αυτό, η διαδρομή είναι απαραίτητη, για να προετοιμαστεί και να μυηθεί ο αναγνώστης στον τρόπο με τον οποίο ο Χιόνης βλέπει τον κόσμο, έναν τρόπο γλυκά λοξό, με μια γλύκα στα όρια της αφέλειας, μια γλύκα που καταφέρνει να μακιγιάρει τη μελαγχολία. Ο ανδριάντας είναι το μόνο αστικό διήγημα της συλλογής και ξεκινάει έτσι:
Στη μικρή επαρχιακή πόλη Κ. υπήρχαν μόνο δύο μνημεία. Το ένα ήταν μια στήλη από ροζ γρανίτη με, χαραγμένα πάνω της, τα ονόματα των πεσόντων κατά τον τελευταίο πόλεμο, στα οποία, επειδή δεν ήσαν αρκετά, ώστε να δικαιολογείται η τοπική υπερηφάνεια, είχαν προστεθεί και μερικά φανταστικά, που, όμως, με το πέρασμα του χρόνου και το αδυνάτισμα της μνήμης των κατοίκων, είχανε τόσο καλά αφομοιωθεί απ' τα πραγματικά, ώστε κανένας πλέον δεν ξεχώριζε τους γνήσιους ήρωες απ' τους πλαστούς. Το άλλο ήταν ο ανδριάντας ενός εθνικού ευεργέτη, που έφυγε, παιδί ακόμη, από την πόλη Κ. και, αφού πούλησε κουλούρια, γυάλισε παπούτσια και έπλυνε πιάτα σε πλούσια μεγαλούπολη του εξωτερικού, έγινε τραπεζίτης, χωρίς όμως να ξεχάσει ποτέ τις ρίζες του. 
Η γλυκύτητα είναι κάτι στο οποίο έχω δυσανεξία. Μου μυρίζει αφέλεια και μου γεννά καχυποψία. Αυτή είναι μια ιστορία για κάποιο ντιβάνι. Παραδέχομαι όμως πως η επιμονή στη γλυκύτητα μπορεί να γλυκάνει κάποιον. Κάτι τέτοιο έπαθα, έτσι νιώθω. Και ας μην κράτησε πολύ, κράτησε τόσο ώστε να διαβάσω τον Ανδριάντα και αυτό αρκεί.

Σκεφτόμουν πως εδώ ίσως η απομάγευση να προηγείται. Εξηγώ, όπως μπορώ, και λέω: Συνήθως συμβαίνει το εξής: διαβάζεις ένα βιβλίο και αυτό το βιβλίο σε συγκλονίζει, νιώθεις πως σου αλλάζει τη ζωή, ύστερα γνωρίζεις τον συγγραφέα, δυστυχώς, παρά τον αρχικό ενθουσιασμό, σε απογοητεύει. Εδώ η απομάγευση προηγείται. Έτσι σκέφτομαι τώρα. Αν άκουγα τις ιστορίες αυτές, ακόμα και εκείνες που καθόλου δεν μου άρεσαν, να τις αφηγείται ο ίδιος στον κήπο του στην ορεινή Κορινθία, τότε θα ήταν μια διαφορετική εμπειρία. Μπορεί και όχι βέβαια.

Γυρίζοντας σπίτι αναρωτιόμουν πώς θα μου φαινόταν ο Μίσσιος σήμερα και ο Χιόνης τότε.  



Εκδόσεις Κίχλη   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου