Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Σεβερίνα - Rodrigo Rey Rosa

«Την παρατήρησα από την πρώτη φορά που μπήκε, κι αμέσως κατάλαβα ότι ήταν κλέφτρα, παρόλο που εκείνη τη μέρα δεν έκλεψε τίποτα.
Τις Δευτέρες, τα απογεύματα, είχε συνήθως βραδιές ποίησης στο "Λα Εντρετενίδα", το βιβλιοπωλείο που είχαμε ανοίξει πρόσφατα μια παρέα φίλων παθιασμένων με τα βιβλία. Δεν είχαμε και τίποτα καλύτερο να κάνουμε και επίσης είχαμε κουραστεί να δίνουμε υπερβολικά ποσά για βιβλία που δεν ήταν του γούστου μας, πράγμα σύνηθες για τους περίεργους, όπως συχνά μας αποκαλούν στις επαρχιακές πόλεις. (Εδώ συμβαίνουν πολύ χειρότερα πράγματα, αλλά δεν θέλω να μιλήσω για αυτά τώρα.) Εντέλει, για να τελειώνουμε με αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση, ανοίξαμε το δικό μας κατάστημα».

Όταν η Σεβερίνα, που τότε εκείνος δεν ήξερε το όνομά της, μπήκε στο βιβλιοπωλείο αμέσως κατάλαβε πως ήταν κλέφτρα, λίγο πριν, λίγο μετά, ταυτόχρονα ίσως, τη βρήκε πανέμορφη, η γοητεία της τον κατέλαβε πάραυτα. Εκείνος, μαζί με κάτι φίλους, είχαν ανοίξει το βιβλιοπωλείο, ο τρόπος να κάνεις ένα ακριβό χόμπι επάγγελμα, ο τρόπος να σε βλέπουν οι άλλοι, αντί για περίεργο, ένα είδος επιχειρηματία. Όλα αυτά, ωστόσο, τα αναφέρει η πρώτη σελίδα. Τα υπόλοιπα τα αφήνει να εννοηθούν, τα προοικονομεί κατά κάποιο τρόπο, έπεται να τα αφηγηθεί εκείνος.

Αν ισχύει πως εκείνοι που γράφουν, είναι περισσότεροι από εκείνους που διαβάζουν, ίσως να ήταν ακόμα πιο σοκαριστικό, αν υπάρχει πια κάτι που να σοκάρει μια κοινωνία έτσι και αλλιώς σε σοκ, το ποσοστό των ανθρώπων που θα δήλωναν πως το όνειρό τους είναι να ανοίξουν ένα βιβλιοπωλείο, καθένας για τους δικούς του λόγους, φαινομενικά, κυρίως, ωστόσο, για να είναι, όπως θα δήλωναν, όλη μέρα ανάμεσα σε βιβλία, να διαβάζουν και να συζητούν γι' αυτά, και θα μπορούσα πολλά να πω για τα όνειρα που γίνονται φυλακές, για τους τόνους από λογιστικό χαρτί, για τη διαρκή ανατροφοδότηση με τίτλους, πωληθέντες και καινούργιους, για τα περιθώρια κέρδους, για όλα εκείνα που —αφελώς;— δεν τα σκέφτηκαν, δεν τα υπολόγισαν και τώρα γκρινιάζουν για όλα αυτά, όπως εκείνοι που μετά από χρόνια στο Λονδίνο συνεχίζουν να παραπονιούνται πως βρέχει διαρκώς, χωρίς να αναφέρονται στο βασικό, και αυτό δεν είναι το όνειρο που έγινε πραγματικότητα, αλλά το γεγονός πως ένα βιβλιοπωλείο είναι παρ' όλ' αυτά ένα μέρος μαγικό. Όλα αυτά, ωστόσο, είναι μάλλον άσχετα με το βιβλίο αυτό, ή και όχι.

Τα βιβλία που στο επίκεντρό τους έχουν βιβλία ή δημιουργούς βιβλίων ή χώρους βιβλίων, που συχνά χαρακτηρίζονται ως βιβλιοφιλικά, λες και υπάρχουν και βιβλιοεχθρικά, είναι για μένα μια συχνά ένοχη απόλαυση, ένοχη γιατί πια, τώρα που κάπως έχουν γίνει της μόδας, ούτε το πάθος, που παλιότερα χαρακτήριζε τη συγκεκριμένη κατηγορία, δεν υπάρχει, απλά μια διέξοδος πιθανής εμπορικής επιτυχίας διαφαίνεται, το βιβλιοπωλείο-φαρμακείο που σώζει χαμένες ψυχές, τα διαβάζω, αλλά ρίχνω και μια ματιά τριγύρω, μήπως κάποιος με παρακολουθεί, ενίοτε, όπως συνέβη με το Σεβερίνα, η αλυσίδα την ένοχης απόλαυσης απολύει τον χαρακτηρισμό της και απομένει μονάχη της. Και η αλυσίδα άξιζε το βάρος της.

Η κλοπή βιβλίων, ανάμεσα σε άλλες κλοπές, έχει ένα στοιχείο ευγένειας και ρομαντικότητας, σαν να μη πρόκειται για απλή κλοπή, καταδικασμένη απερίφραστα, ένας μύθος έχει δημιουργηθεί γύρω από αυτή, σαν κάτι προφανές, σαν κάτι που όλοι μας έχουμε κάνει, γιατί ήμασταν μικροί και φτωχοί και θέλαμε να διαβάσουμε. Η Σεβερίνα είναι μια κλέφτρα βιβλίων.

Ο αφηγητής μας την ερωτεύεται, την παρακολουθεί, την περιμένει να έρθει ξανά στον τόπο του εγκλήματος, το πάθος της κλοπής δύσκολα καταλαγιάζει, το ξέρουν όλοι αυτό, αργά ή γρήγορα εκείνη θα επιστρέψει, εκείνος θα την πιάσει στα πράσα, θα της δείξει τη λίστα με τα βιβλία που υπεξαίρεσε, θα της μιλήσει για κάμερες, αλλά η φωνή του θα τρέμει, είναι όμορφη η Σεβερίνα, και, μην το αμελούμε, μοιράζεται, ή μοιάζει να μοιράζεται, το ίδιο πάθος με εκείνον, τα βιβλία, εκείνη τα κλέβει, εκείνος άνοιξε ένα βιβλιοπωλείο.

Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, που η λογοτεχνία, παρέα με το διάχυτο κακό, ήταν ένας από τους βασικούς πόλους της λογοτεχνίας του, εκτός από δεινός γραφιάς, ένας από τους μεγάλους σύγχρονους, ένας ακόμα από τους πρόωρα χαμένους, που άφησε πίσω του τόσα βιβλία αλλά και τόσα τι θα συνέβαινε εάν δεν πέθαινε στα πενήντα του, ήταν και ένας δεινός αναγνώστης, με μεγάλη επάρκεια για τη συγκαιρινή του λογοτεχνία, επίσης, να κάτι που οι δεινοί κάνουν, δεν βάζουν φίλτρα και αναχώματα, αλλά διαβάζουν πολύ, είχε πει για τον Ροντρίγκο Ρέι Ρόσα: «Ο πιο αμείλικτος συγγραφέας της γενιάς μου, ο πιο διάφανος... ο πιο φωτεινός απ' όλους», και αυτός ο συγγραφέας, παρ' όλη την ισπανόφωνη λογοτεχνία που έχει μεταφραστεί, δεν υπήρχε πρακτικά στα ελληνικά, πλην μιας αρχαίας έκδοσης, το 1992 από τις εκδόσεις Μάγια, μέχρι που η Καλυψώ Αγγελοπούλου τον μετέφρασε ιδανικά και οι εκδόσεις Κυψέλη τον εξέδωσαν όμορφα, έτσι επανασυστήθηκε και τώρα περιμένουμε και άλλα βιβλία του να κυκλοφορήσουν, να ένα άγχος όταν διαβάζεις ένα βιβλίο που σου αρέσει πολύ, εύχεσαι/αγωνίας να πάει καλά εμπορικά.

Ο πήχης είχε τοποθετηθεί έτσι και αλλιώς ψηλά, όταν ένας σπουδαίος συγγραφέας συστήνει έναν ομότεχνό του, τότε οι λίστες έρχονται και γεμίζουν με νέα ονόματα, με επιπλέον βιβλία, λες και δεν μας έφταναν όσα ως τώρα είχαμε βάλει στο μάτι, λες και θα ζήσουμε σε καιρούς και χρόνια ανέφελα και πολλά, λες και μας περισσεύει χρόνος. Τέλος πάντων. Έλεγα για τον πήχη, ήδη τοποθετημένο ψηλά, ακολούθησε η πρώτη σελίδα, ψήλωσε και άλλο, η ανάγνωση έμενε να αποφανθεί επί αυτού. Όσο αυθαίρετος και αν είναι ο ορίζοντας προσδοκιών που, συνειδητά ή όχι, συνήθως όχι, δημιουργήθηκε άπαξ και το βιβλίο βρέθηκε μπροστά μου, κάπου μέσα μου ήξερα τι είδους βιβλίο θα ήταν αυτό, τι και αν γραμμένο χρόνια μετά τον θάνατο του Μπολάνιο, πως, αφού θα ήταν του γούστου του, τότε η λογοτεχνία και το κακό θα ήταν εκεί, με έναν χαρακτήρα παλπ διάχυτο, μια λογοτεχνία αλλεργιογόνα για τις αναγνωστικές ελίτ, με το πάθος διάχυτο, την αίσθηση πως εδώ διακυβεύονται τα πάντα, θαρρείς. Και ο Ρέι Ρόσα, στη Σεβερίνα, ανταποκρίθηκε εξαιρετικά σε όσα ο έρμος ορίζοντας προκατέλαβε. Μια —ακόμα μια— ιστορία αγάπης.

Στακάτος ρυθμός που ορίζει το αναγνωστικό τέμπο, άψογα αποτυπωμένη, η άβυσσος στην οποία με τη θέλησή του πέφτει μέσα της ο αφηγητής και η Σεβερίνα ένα αερικό, αδύνατο να το κρατήσει ανάμεσα στα χέρια του. Ο κόσμος της λογοτεχνίας, ένας κόσμος μέσα στον κόσμο, μια επικράτεια γνώριμη, οικεία για τον αναγνώστη, μια συγγένεια, η αναγνώριση ενός ομοίου, που συχνά μπερδεύεται ανάμεσα στο πραγματικό και το μυθοπλαστικό, που βλέπει τη λογική του να παραμερίζεται, να γίνεται ήρωας —εδώ γελάμε φωναχτά— μιας ιστορίας, η αφέλεια ποτίζει τον κήπο, εκείνος καρπίζει όνειρα με τα μάτια ανοιχτά και ένα βιβλίο ακουμπισμένο στο στήθος, το κακό παραφυλά, και εκείνη η παρένθεση πως (Εδώ συμβαίνουν πολύ χειρότερα πράγματα, αλλά δεν θέλω να μιλήσω για αυτά τώρα), αποδεικνύεται ξανά και ξανά τόσο απόλυτα σχετική με την ενασχόληση με τη λογοτεχνία, εντάξει και με τον έρωτα, τόσο απλά και τόσο κοινότοπα, το μπούνκερ όπως συνηθίζω να λέω, που δεν μαγεύει, δεν σκορπά χρυσόσκονη, δεν παρασέρνει με γλυκόλογα, αλλά είναι γεμάτο από ζωή και πράγματα των ανθρώπων. Μέσα στον κόσμο, αλλά για λίγο μέσα σε ένα κομμάτι του, τα άλλα σε παρένθεση, η φρίκη και ο ζόφος, παράπονο δεν έχουμε κανένα, άλλωστε. Μια λογοτεχνία που δεν μπλέκεται μέσα στα γρανάζια του απόλυτου, από τη μια ή την άλλη μπάντα, του σκληρού ρεαλισμού ή της αναχώρησης, μια λογοτεχνία που κάτι θυμίζει, κάτι σκάβει, κάτι βρίσκει, κάπου αγκιστρώνεται, κάτι αποκολλά και κάτι μεταμοσχεύει.

Αν ήταν βιβλίο του Μπολάνιο θα ήταν ίσως το Λούμπεν μυθιστορηματάκι, αν μια τέτοια αναλογία χρησιμεύει σε κάτι.

υγ. Για το Λούμπεν μυθιστορηματάκι περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Καλυψώ Αγγελοπούλου
Εκδόσεις Κυψέλη

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες - Jacqueline Harpman

Όσες ήξεραν, είχαν ήδη μιλήσει. Σημείωσα και περίμενα, αυτό ανάμεσα σε τόσα άλλα, κυκλοφόρησε. Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες. Περίμενα κάτι σύγχρονο, σίγουρα αυτομυθοπλασία, σε κάποια φεμινιστική απόχρωση, μια νεαρή συγγραφέα. Περνάω καλά κάνοντας αυτές τις υποθέσεις, είναι οι πρώτες στρώσεις επί των οποίων θα υψωθεί ο απολαυστικά αυθαίρετος ορίζοντας προσδοκιών, φανταστικά βιβλία. Έπεσα έξω τόσο που καμία νομιμοποίηση αυθαιρέτου δεν θα με κάλυπτε, κανένα πρόστιμο, καμιά γραφειοκρατική ελίτ τιμονιά κάποιου μηχανικού.

Η Χαρπμάν γεννήθηκε το 1929 στο Βέλγιο, πέθανε το 2012, εργάστηκε για κάποια χρόνια ως ψυχαναλύτρια, έγραψε αρκετά. Το βιβλίο, που ειδολογικά ανήκει στην επιστημονική φαντασία, εκδόθηκε το 1995, γνώρισε κάποια επιτυχία, πρόσφατα ανακαλύφθηκε ξανά, μια δεύτερη ζωή του δόθηκε. Το 1997 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση της Στύλβας Πράσσου, από χρόνια ήταν εξαντλημένο. Πρόσφατα κυκλοφόρησε εκ νέου από τις εκδόσεις Αίολος, αν κάποιοι ξέρουν καλά την επιστημονική φαντασία είναι αυτοί, σε νέα μετάφραση δια χειρός Μυρσίνης Γκανά.

«Από τότε που δεν βγαίνω πια σχεδόν καθόλου, περνάω πολύ χρόνο σε μια πολυθρόνα, ξαναδιαβάζοντας τα βιβλία. Μόνο τώρα τελευταία άρχισαν να με ενδιαφέρουν τα προλογικά σημειώματα. Οι συγγραφείς μιλούν εκεί πρόθυμα για τον εαυτό τους, εξηγούν για ποιους λόγους έγραψαν το έργο που παρουσιάζουν. Ξαφνιάζομαι: δεν ήταν λοιπόν πιο αυτονόητο σ' εκείνο τον κόσμο απ' ο,τι σε αυτόν που έζησα εγώ να μεταδίδει κανείς τις γνώσεις που είχε καταφέρει να αποκτήσει; Μοιάζουν να αισθάνονται συχνά την ανάγκη να διευκρινίσουν πως δεν υπάρχει κάποια έπαρση στο εγχείρημά τους, πως τους ζητήθηκε να γράψουν και πως δίστασαν πριν συναινέσουν. Τι παράξενο!».

Διάφορα νήματα ξεπηδούν από τις πρώτες αυτές γραμμές. Ορίζεται το αφηγηματικό παρόν, αφού όσα είναι να αφηγηθούν έχουν κιόλας συμβεί, ο ταμιευτήρας του παρελθόντος, σκοτεινός προς το παρόν, στέκει λίγο πιο πέρα. Ορίζεται ο τόπος, ένα μέρος από το οποίο η αφηγήτρια δεν βγαίνει πια. Διακρίνεται ο κόσμος, αυτός που εκείνη έζησε και ο άλλος για τον οποίο μαθαίνει μέσα από τα βιβλία που διαβάζει ξανά και ξανά. Μόνο πρόσφατα, μας λέει, απέκτησε ενδιαφέρον για τις εισαγωγές, για το γιατί της γραφής, δεν ήταν, υποθέτει εκείνη, κάτι το αυτονόητο, ο επίδοξος συγγραφέας έπρεπε πρώτα να πετάξει από πάνω του κάθε υπόνοια έπαρσης.

Δεν θυμάται πότε βρέθηκε στο κλουβί με τις άλλες γυναίκες, πρέπει να ήταν αρκετά μικρή, υποθέτει, είναι η μικρότερη από όλες, παρότι ο χρόνος εκεί, στην απομόνωση, δεν έχει τη σημασία που συνήθως του αποδίδεται, το τεχνητό φως διαρκώς παρόν, οι συνθήκες θερμοκρασίας πάντοτε σταθερές. Οι φύλακες, αμίλητοι, στέκουν διαρκώς σε επιφυλακή ώστε να επιβάλλουν τον κανονισμό, τι επιτρέπεται και τι όχι, ένα μαστίγιο σφυρίζει δίπλα σε εκείνη που τόλμησε, παρασύρθηκε, αφαιρέθηκε. Μια συνθήκη δυστοπική.

Μια από τις ελευθερίες που, μπορεί να είναι ευχή ή κατάρα για τον επίδοξο συγγραφέα, δίνει η επιστημονική φαντασία είναι πως η αιτιοκρατία διαθέτει μια κατά βούληση χαλαρότητα. Αυτός είναι ο κόσμος, η συνθήκη ζωής, αν προτιμάτε, που η Χαρπμάν οραματίστηκε, ο πυρήνας γύρω από τον οποίο αποφάσισε να βάλει σε περιστροφή την αφήγησή της, ένα κέντρο κράτησης γυναικών υπό το άγρυπνο βλέμμα των φυλάκων, μια από εκείνες θα αφηγηθεί εκ των υστέρων τη ζωή της.

Ανοίγω παρένθεση. Πρόσφατα σχετικά, καθ' υπόδειξη της σπουδαίας Τζέννυ Έρπενμπεκ, διάβασα το μυθιστόρημα της Μάρλεν Χαουσχόφερ, Ο τοίχος. Εκείνη την ανάγνωση θυμήθηκα αρκετές φορές διαβάζοντας το βιβλίο της Χαρπμάν, την ατμόσφαιρα, κυρίως, αλλά και τον αναληπτικό τρόπο αφήγησης των όσων συνέβησαν στο παρελθόν καθεμιάς από τις δύο αφηγήτριες. Κλείνει η παρένθεση.

Το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, που για χρόνια θεωρείτο παραλογοτεχνία, με τις ελευθερίες που προσφέρει, επιτρέπει στις επικράτειες της εναλλακτικής πραγματικότητας να γίνουν προσβάσιμες, και όταν κανείς αναφέρεται σε μια εναλλακτική, συνήθως αρνητική, σίγουρα όχι προφητική, με τον τρόπο της προειδοποιητική, τότε μπορεί να θίξει, πότε ευθέως αναλογικά και πότε παραβολικά, διάφορα ζητήματα, σκέψεις, ακόμα και να σπείρει κάποιες ιδέες φιλοσοφικές, κοινωνικές, πολιτικές ή ανθρωπολογικές. Είναι σημαντικό ωστόσο, ίσως το πλέον σημαντικό απ' όλα, η συγγραφέας να διαθέτει ένα πανοπτικό του υπό κατασκευή και λειτουργία κόσμου εντός του οποίου ενοικούν τα πρόσωπα και πραγματώνεται η πλοκή. Ακολούθως, είναι σημαντικός, επίσης, ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας θα ξεναγήσει/εξοικειώσει τον αναγνώστη με το σύμπαν αυτό. Η Χαρπμάν παίρνει άριστα δέκα και στα δύο αυτά κομμάτια.

Ο αναγνώστης, αντίθετα με την αφηγήτρια, γνωρίζει τον κόσμο στον οποίο θα ζούσε εκείνη αν δεν είχε βρεθεί σε αυτή τη φυλακή, όχι με ακρίβεια, αλλά το πλαίσιο μπορεί εύκολα και με ασφάλεια να εξαχθεί, για εκείνη είναι άγνωστο, από τις υπόλοιπες κρατούμενες και από τα βιβλία αντλεί τις γνώσεις εκείνες που τη βοηθούν να προβεί στις διάφορες υποθέσεις. Η αφηγήτρια, ωστόσο, διαθέτει ένα δικό της δυνατό χαρτί, ξέρει με ακρίβεια τα όσα συνέβησαν σε εκείνη ως τη στιγμή που πήρε την απόφαση να αφηγηθεί την ιστορία της. Έχουμε, λοιπόν, δύο πραγματικότητες, ο αναγνώστης τη δική του, την κοινή ανθρώπινη εμπειρία που για εκείνη είναι άγνωστη, και η αφηγήτρια αντίστοιχα τη δική της.

Το Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες είναι ένα βιβλίο ανησυχαστικό, το κλίμα που επικρατεί εντός του, επίσης. Άπαξ και το πιάσεις στα χέρια σου, δυσκολεύεσαι να το αφήσεις. Η αναγνωστική εμπειρία, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην εξέλιξη της πλοκής, δεν έχει μόνο να κάνει με τα ευρήματα και τις ανατροπές, απαραίτητες για να στηθεί και να σταθεί η κατασκευή, αλλά όχι περιοριστικές για το περιεχόμενο, ανοιχτό σε αναγνώσεις και ερμηνείες. Η Χαρπμάν, μεγάλη λάτρης της επιστημονικής φαντασίας, γνώστρια, λοιπόν, του είδους, παράλληλα με τις σπουδές και τις εμπειρίες της ψυχανάλυσης, σίγουρα με τριβή στα φεμινιστικά κινήματα, κατασκευάζει μια φυλακή, να ο Φουκό και η θεωρία του που παραπάνω προοικονομήθηκαν, κλείνει σε αυτή κάποιες γυναίκες, με τους άντρες να είναι παρόντες μόνο ως φύλακες, απανθρωποιεί και ανακατασκευάζει, διαπραγματεύεται, μέσω της αφηγήτριάς της, εκ νέου μια σειρά από πράγματα δεδομένα.

Η ανάγνωση, τριάντα και χρόνια μετά, του μυθιστορήματος αυτού, δικαιολογεί γιατί ήρθε ξανά στην επιφάνεια του αναγνωστικού ενδιαφέροντος, γιατί θεωρείται σημαντικό για ποικίλους λόγους, γιατί, εκτός από καλή λογοτεχνία, απολαυστική παρά το ζοφερό χαρακτήρα της, είναι ένα βιβλίο που αποδεικνύει για ακόμα μια φορά κάτι που συνηθίζουμε να αφήνουμε απέξω και έχει να κάνει με την οξυδέρκεια ως συγγραφική αρετή, την ικανότητα, στην επικράτεια του γενικού και αόριστου ορισμού του ταλέντου, στο όχημα της αφήγησης να φορτώνονται ένα σωρό ακόμα αποσκευές. Το Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες υπηρετεί άρτια τα ειδολογικά χαρακτηριστικά της επιστημονικής φαντασίας αλλά δεν εγκλωβίζεται και δεν περιορίζεται σε αυτά. Δεν πρόκειται για ένα βιβλίο που αφορά μόνο το φανατικό κοινό του είδους.

υγ. Για το Ο τοίχος έγραφα αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!  
 
Μετάφραση Μυρσίνη Γκανά
Εκδόσεις Αίολος

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Υφάντρα - Μαρία Ξυλούρη

Στα τέλη της πρώτης δεκαετίας αυτού του αιώνα κυκλοφόρησε το Rewind, το πρωτόλειο μυθιστόρημα της Μαρίας Ξυλούρη, απολαυστικό στη συγχρονία του μα κυρίως πολλά υποσχόμενο. Το Πώς τελειώνει ο κόσμος, τρία χρόνια αργότερα, επιβεβαίωσε και ενίσχυσε τις προσδοκίες, καθώς η συγγραφέας κατάφερε με άνεση να περάσει από τις στενωπούς του δεύτερου βήματος. Το 2015, Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου, υπήρξε μια αποκάλυψη, ένα σημαντικό λογοτεχνικό γεγονός για την εγχώρια λογοτεχνία, ένα τρομακτικής ομορφιάς και εκτέλεσης μυθιστόρημα, όλα πλέον ήταν ανοιχτά, η Ξυλούρη είχε βρει τη φωνή της, η αφηγηματική άνεση που συνείχε την απαιτητική αυτή κατασκευή διέθετε πάστα υψηλής λογοτεχνίας, επιπέδου Αντρέα Φραγκιά για να δώσω μια συντεταγμένη.

Τα Πέτρινα πλοία, η συλλογή διηγημάτων που κυκλοφόρησε το 2021, πέρα από την ικανοποίηση της ανάγνωσης, πρόσφερε στον αναγνώστη μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να επισκεφτεί τη συγγραφέα στο γραφείο της, να αντικρίσει στιγμιότυπα όσων την απασχολούσαν συγγραφικά, ο κόσμος της Ξυλούρη, αλλά και ο τρόπος που τον παρατηρεί και τον μεταφέρει στο χαρτί, ήταν εκεί, κάπου ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη μαγεία, στο ορθολογικό και το φανταστικό, στο καταφύγιο που η λογοτεχνία προσφέρει, μια διέξοδος ολοένα και πιο αναγκαία.

Δεν θα μπορούσα να περιμένω για να διαβάσω την Υφάντρα, άπαξ και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Η Μπιάνκα, η «λευκή», είναι υφάντρα. Υφάντρες υπήρξαν και οι γυναίκες στην οικογένειά της πριν από εκείνη, μια τέχνη στην οποία η χρηστικότητα και η ομορφιά συνυπάρχουν. Μαζί με την τέχνη, από γενιά σε γενιά, μεταβιβάζεται και ο ίδιος ο κόσμος, ο χάρτης πορείας εντός του, ο ορθολογισμός του υπολογισμού, της ποιότητας του μαλλιού, της υλοποίησης του υφαντού, αλλά και οι συνήθειες και οι πρακτικές, όπως η δακτυλήρθα γεμάτη αίμα στο πρεβάζι του παραθύρου κάθε Σάββατο, η δυστυχία και η δυσφορία, επίσης. 

Ο άντρας της την κακοποιεί, φεύγει, λείπει για καιρό επιστρέφει, μετά πάλι τα ίδια, η οικογένειά της πέρα από ένα μαχαίρι δεν της προσφέρει κάτι άλλο, το σκάει η Μπιάνκα, τριγυρνά στα χαμένα, από την ερημιά την περιμαζεύει ένας εκκεντρικός ξένος, ο κύριος Τέιλορ. Η ευγνωμοσύνη που δείχνει η φυγάδα για τον σωτήρα της κυριαρχεί καθώς ο φόβος μέρα με τη μέρα υποχωρεί, κουρνιάζει, μια ταξιδεύτρια που η ζωή δεν τη χωρούσε, βρίσκει λιμάνι. 

Όταν η σύζυγος του κυρίου Τέιλορ —για τη σχέση τους τόσα και τόσα λέγανε και ακόμα λένε στη γύρω περιοχή— αρρωστήσει βαριά, η Μπιάνκα θα προσκαλέσει την Επισκέπτρια.

Η άφιξή της θα πυροδοτήσει την πλοκή, δύο παράλληλες αφηγήσεις, μία σύγχρονη της άφιξης και της παρουσίας της Επισκέπτριας και μία αλιευμένη απ' τον ταμιευτήρα του παρελθόντος της Μπιάνκα ξετυλίγονται παράλληλα μέχρι να συναντηθούν στο αφηγηματικό παρόν, δύο μοτίβα ύφανσης που θα σμίξουν.

Παρότι η γλώσσα είναι αναντίρρητα σημαντικό συστατικό της γραφής, θα τη διαχωρίσω. Η Ξυλούρη εφοδιάζει την τριτοπρόσωπη αφηγήτρια με μια γλώσσα ταυτόχρονα εξεζητημένη και φυσική, που ρίχνει έναν μανδύα αχρονίας πάνω από την αφήγηση, αιωρούμενη με άνεση, άκοπα ρευστή, παρότι δουλεμένη από άκρη σε άκρη. Είναι η γλώσσα και ο πλήρης έλεγχος που η συγγραφέας διαθέτει επ' αυτής, η αφηγηματική άνεση, που προσφέρει τους αρμούς για την άψογη διάρθρωση των επιμέρους αφηγήσεων, καθιστώντας την τελική κατασκευή τόσο θαυμαστή όσο και λειτουργική.

Όπως και στον Καλλιγράφο, έτσι και εδώ, παρότι φαινομενικά αναχωρητική και άχρονη, αποσπασμένη από τον τριγύρω κόσμο, η ιστορία είναι πλασμένη από χώμα και νερό, το αρχέγονο αυτό μείγμα. Είναι σημαντικό να ειπωθεί αυτό. Ο κόσμος της Ξυλούρη είναι αυτός, για τις ανάγκες της αφήγησης προσαρμοσμένος, αλλά την ίδια στιγμή αληθινός και πραγματικός, το μεταφυσικό δεν έρχεται να συσκοτίσει αλλά να επιτρέψει στην απομάγευση να βρει ακόμα μία διέξοδο, το άχρονο δεν απομακρύνει το παρόν από το κάδρο, το εντάσσει, αντίθετα, στη μακρά ροή του ποταμού της ανθρωπότητας. Ωστόσο, η συγγραφέας δεν αποπροσανατολίζεται και δεν προσποιείται, δεν ενδύεται παραβολικών προθέσεων και αναλογιών με το εδώ και το τώρα, παραμένει σταθερή στην αφήγησή της ιστορίας, γι' αυτό η Υφάντρα καταφέρνει να διαφύγει του όποιου ειδολογικού ή άλλου περιορισμού και να αναπνεύσει στην επικράτεια της καλής λογοτεχνίας.

Ένα κομψοτέχνημα είναι η Υφάντρα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Για τα προηγούμενα βιβλία της Μαρίας Ξυλούρη: για το Rewind εδώ, για το Πώς τελειώνει ο κόσμος εδώ, για το Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου εδώ, για τα Πέτρινα πλοία εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Η επαιτεία - Max De Paz

Η φτώχεια. Η επαιτεία. Η αστεγία.

Ένα επικίνδυνα μεταδιδόμενο νόσημα. Η απόσταση είναι η λύση. Το στρίψιμο του κεφαλιού. Από την άλλη, η θεωρητικοποίηση, ο αισθητικισμός, η ποιητικότητα. Η φιλανθρωπία. Να επιθυμείς να ορίσεις την κατάσταση, τη συμπεριφορά, την αμφίεση, το στυλ. Είναι άδικη η επίκληση διαρκώς στη Μαρία Αντουανέτα, ακόμα και ως παράδειγμα, ως σχήμα λόγου. Με βατήρα το δικό του προνόμιο ο καθένας μας. Ο εξοβελισμός σε μια καπιταλιστική ηθική, το λάθος, η μη προσπάθεια, να η αιτία που οδηγεί στο σχίσιμο του μανδύα της λύπησης. Η ευθύνη του υποκειμένου, τα καθαρά δικά μας χέρια.

Ήμουν είκοσι χρονών. Σαφέστατα ανώριμος. Τουρίστας στο Παρίσι με χόμπι τη φωτογραφία δρόμου, το κλείστρο, η έκθεση, το ασπρόμαυρο φιλμ. Μόνο ο φόβος με κρατούσε, όχι η ντροπή. Σήκωνα τον φακό από απόσταση να τραβήξω τους κλοσάρ. Ένα αξιοθέατο πραγματικής ζωής, κάτι που ο Άιφελ δεν ήταν. Ακόμα θυμάμαι την ενόχληση στο βλέμμα εκείνου. Καθόταν σε ένα ηλιόλουστο πεζούλι διαβάζοντας εφημερίδα. Με κοίταξε στα μάτια. Μετακινήθηκε πιο πέρα. Μόνο αργότερα κατάλαβα πως ο καημένος ήμουν εγώ.

Το μειωμένο προνόμιο αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη ορατότητα. Πια και οι αποχρώσεις αποδίδονται με κάποιο τρόπο. Δεν είναι όλες οι γυναίκες στην ίδια θέση, δεν είναι όλα τα κουήρ άτομα στην ίδια θέση, δεν είναι όλα τα μη λευκά άτομα στην ίδια θέση. Όσο και αν η γενίκευση υποστηρίζεται με μανία. Η φτώχεια είναι ίσως η συνθήκη που λιγότερο μπορεί να γίνει ορατή. Η συνθήκη εντός της οποίας η γραφή είναι μια πολυτέλεια. Οι αποχρώσεις είναι ακόμα περισσότερες.

Το 2024 διάβασα τα δύο βιβλία του Χάντερ (Chav Αλληλεγγύη από τα υπόγειαΑθλητικά ρούχα ψυχικά τραύματα προδότες της τάξης μας). Μια γροθιά στα μούτρα μου. Μια γροθιά που επαναλαμβανόταν όταν ο αφηγητής, μιας ζωής φρικώδης, συνέχιζε να επαναλαμβάνει: φίλε, εγώ φουλ προνόμιο, δεν έχεις επίγνωση τι συμβαίνει εκεί κάτω. Πώς ήταν δυνατόν, απλοϊκά σκεφτόμουν, ένα άτομο με μια τέτοια ζωή, να οικειοποιείται ένα προνόμιο; Δεν έχουμε καμία επίγνωση. Όσα νούμερα και αν διαβάσουμε. Όσα μέσα μαζικής μεταφοράς και αν χρησιμοποιήσουμε. Καμία μα καμία επίγνωση.

Η ανάγνωση, ο τρόπος να γνωρίζουμε τις εκτάσεις της ανθρώπινης συνθήκης. Το προνόμιο τής ανάγνωσης, της τέχνης, της θεωρίας, της απόστασης, της μη ευθύνης. Τουρίστες. Το 2015 διαβάζω το Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη, ένα λογοτεχνικό κομψοτέχνημα, μια απόπειρα να διασωθεί η ιστορία του φτωχού μετανάστη που πίνει μια μπύρα στο σούπερ μάρκετ, ο φύλακας τον βλέπει, τον κυκλώνουν, τον δέρνουν μέχρι θανάτου, η κάμερα αποτυπώνει, ο δικαστής λέει πως κανένας άνθρωπος δεν αξίζει να πεθάνει για μια μπύρα, η δημοσιότητα ελάχιστο χώρο και χρόνο καταλαμβάνει, ποιος είναι το τέρας, άραγε; Το στομάχι σφίγγεται, η οργή αποτυπώνεται, ωστόσο υπάρχει χώρος και για απόλαυση αναγνωστική. Υπάρχει ένα παιδικό βιβλίο που στον τίτλο του αναρωτιέται αν η ενσυναίσθηση τρώγεται.

Ακόμα και παραδεχόμενος πως δεν έχω καμία επίγνωση, ελάχιστη σημασία έχει. Με διατηρεί σε απόσταση, με ενδύει περαιτέρω με χιτώνες γαματοσύνης, πόσο ξεχωριστός είμαι εγώ, κοιτάξτε με πώς δηλώνω άγνοια σε μια εποχή που όλα δηλώνουν γνώση, τι γαμάτος που είμαι που το παραδέχομαι. Τους καημένους, μοιάζει να λέω. Περπατάμε στους ίδιους δρόμους, εγώ πετώ και εκείνοι μαζεύουν. Κάτι πρέπει να μας καθησυχάζει. Σαν μια ασπιρίνη για τον πονοκέφαλο. Κάτι πρέπει να μας αθωώνει. Κάτι πρέπει να μας δίνει μια αίσθηση ελέγχου της ζωής μας. Η όποια τυχαιότητα δεν θα μας άφηνε από αγωνία να κοιμηθούμε.

Είχα αμφιβολίες για το βιβλίο αυτό. Είκοσι δύο ετών ο Max De Paz γράφει την Επαιτεία. Το βιβλίο κάνει κάποια αίσθηση. Είναι η ιστορία ενός άστεγου επαίτη στο Παρίσι. Το βιβλίο μεταφράζεται και κυκλοφορεί στα ελληνικά. Το Ναπάλμ στην καρδιά, στην ίδια σειρά, μου άρεσε πολύ, πάρα πολύ, παρά τις αμφιβολίες ο αναγνώστης μέσα μου ζητά την ανάγνωση. Το ασπρόμαυρο μίνιμαλ εξώφυλλο με τον κουνημένο Άιφελ επιτείνει την επιθυμία.

Η αμφιβολία με συνοδεύει. Περιτριγυρίζοντας την αμφιβολία αυτή, εξετάζοντάς την, θα μπορούσα να καταλάβω πράγματα για μένα τον ίδιο. Δεν έχω χέρια καθαρά. Δεν έχω ήσυχη συνείδηση. Δεν έχω αυτοπεποίθηση πως τα κάνω όλα σωστά. Τι μπορεί, τελευταίο οχυρό άμυνας, να ξέρει ένας εικοσιδιάχρονος για τη ζωή στον δρόμο; Κάποιο άλλο κίνητρο θα έχει στην κρυφή ατζέντα. Κάπως θα πρέπει και εκείνος να χτίσει την προσωπική του γαματοσύνη. Βλέπετε πώς σπρώχνω το βαρκάκι αυτό ε;

Στο περιεχόμενο επωαζόταν η αμφιβολία, στον τρόπο η απόλαυση. Οι σελίδες περνούσαν. Οι σελίδες πέρασαν. Το αμφίθυμο ντουέτο συνέχισε να κινείται καθώς οι μέρες περνούσαν. Η μπίλια δεν καθόταν. Με τα χρόνια έχω αναδείξει την αδιαφορία ως το χειρότερο που μπορεί να χαρακτηρίσει κάποιο βιβλίο μέσα μου. Η σκέψη αυτή επιβεβαιώνεται ξανά και ξανά. Η επαιτεία δεν είχε, ωστόσο, να κάνει ακριβώς με αυτό, δεν ήταν μη αδιαφορία αυτό που ένιωθα. Και αφού η απόλαυση είχε κάπως αποκτήσει βάσεις, ο τρόπος, η αφήγηση, η γλώσσα, η οικονομία, όλα αυτά ήταν εκεί, από μόνα τους κάνουν συνήθως ένα καλό βιβλίο, η αμφιβολία δεν έλεγε να δαμαστεί. Μέσα από κανάλια διάφορα κάπως έγινε περιγράψιμη, κάπως αποκολλήθηκε από το αόριστο.

Απόπειρα να διατυπωθεί: Εκείνο το γιατί κάποιος εικοσιδιάχρονος γράφει μια τέτοια ιστορία παραμερίζει, εκείνο επίσης το πώς μπορεί κάποιος να γράψει για κάτι τέτοιο, εκείνο που κυρίως μένει να τρέφει την αμφιβολία, να τη τσιγκλά να γίνει θυμός και άρνηση και επίθεση και υπεράσπιση εαυτού είναι το να τοποθετήσει αυτούς τους ανθρώπους απέναντι στους περαστικούς, να αποτυπώσει τη χρωματική παλέτα, ενόχληση, περιφρόνηση, ενοχή ή φόβος, κάποια από αυτά τα χρώματα. Η πλοκή, η ιστορία παραμερίζουν, αυτονομούνται, περνούν στην επικράτεια της λογοτεχνικής αφήγησης, της μυθοπλασίας. Ο Max De Paz μας επιστρέφει το βλέμμα, των άλλων και το δικό μας, τη ντροπή και την ετεροντροπή. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί κανείς να κάνει ακόμα και αν δεν είναι άστεγος επαίτης.

Η αμφιβολία έγινε το βλέμμα. Το δικό μας βλέμμα και όχι το δικό τους. Το δικό μας βλέμμα μάς ενοχλεί, μας πειράζει, δεν το θέλουμε, από το δικό μας βλέμμα θα θέλαμε να αποστρέψουμε το βλέμμα, από την ελάχιστη συγκατοίκηση μαζί τους, από την απειροελάχιστη χωροχρονική στιγμή. Θυμάμαι το βλέμμα εκείνου του κλοσάρ. Την ενόχλησή του. Του χαλούσα τη στιγμή στον ήλιο με την εφημερίδα. Αδιαφορούσε για μένα. Το βλέμμα του έμεινε ανεξίτηλο. Το βλέμμα μου ηλίθιο, τουλάχιστον. Το δικό μου βλέμμα είναι εκείνο που με ενοχλεί, μαζί του ζω, εγώ το φέρω, εμένα εξωστρακίζει από τη γαματοσύνη. Ήμουν μικρός, ανώριμος, μπλα μπλα μπλα.

Ο συγγραφέας πίσω από τον αφηγητή δεν γυρεύει από μένα τον αναγνώστη/διαβάτη τίποτα. Ο συγγραφέας πίσω από τον αφηγητή δεν θεωρητικολογεί, δεν επιχειρεί να διατυπώσει βεβαιότητες, να αποτυπώσει με ακρίβεια αυτή τη ζώνη, να πουλήσει. Δεν έχουμε ένα δοκίμιο ενός προνομιούχου, αν είχα αυτή την αμφιβολία. Ξέρω, θα μπορούσα να κρυφτώ πίσω από ένα αυτά τα ξέρουμε, να με βάλω σε ένα πρώτο πληθυντικό. Θα μπορούσα να μιλήσω για την έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης. Να προτείνω λύσεις. Με άλλους εμείς να συζητώ τι μπορεί να γίνει. Σε ένα σαλόνι να μιλήσουμε για τους υπονόμους. Να κουνήσουμε το κεφάλι. Να μείνουμε για λίγο σιωπηλοί. Οτιδήποτε παρά να αντικρίσω το βλέμμα μου. Οτιδήποτε παρά να νιώσω δυσφορία.

Η ανάγνωση. Το προνόμιο της ανάγνωσης. Πράξη ενεργητική όταν δεν αναζητά επιβεβαίωση. Κοιτάξτε πώς η γαματοσύνη υπεισέρχεται, με πόση μαεστρία θα πω: να διαβάζεις θέτοντας σε κίνδυνο τον ίδιο σου τον εαυτό, καθώς ανά πάσα στιγμή το οχυρό των βεβαιοτήτων μπορεί να γκρεμιστεί αρκεί ένα μικρό πετραδάκι να κουνηθεί. Κίνδυνος, ρίσκο, ενεργητικότητα, λέω. Και ύστερα κλείνω το βιβλίο και κοιμάμαι.

υγ. Το 2018 κυκλοφόρησε ένα αριστούργημα η Καινούργια μέρα. Δεν εκτιμήθηκε όσο θα του έπρεπε, ρίξτε εδώ μια ματιά αλλά κυρίως αναζητείστε το βιβλίο αυτό. Για τα βιβλία του Χάντερ περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για το Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Κλαιρ Νεβέ, Εύη Σιούγγαρη
Εκδόσεις Κείμενα 

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Σαλόνι ομορφιάς - Mario Bellatin

Για τι πράγμα μιλάω, όταν μιλάω για εναρκτήριες φράσεις, για το κριτήριο ανάγνωσης με βάση αυτές:

«Πριν από μερικά χρόνια το ενδιαφέρον μου για τα ενυδρεία με έκανε να διακοσμήσω το σαλόνι ομορφιάς μου με ψάρια διαφορετικών χρωμάτων. Τώρα που το σαλόνι έχει μετατραπεί σε Νεκροκομείο, όπου περνούν τα τελευταία τους όσοι δεν έχουν πού αλλού να πάνε, δυσκολεύομαι να βλέπω τα ψάρια να χάνονται σιγά σιγά. Ίσως φταίει το πολύ χλώριο στο νερό της βρύσης ή που δεν έχω πια αρκετά χρόνο να τα φροντίζω όπως τους αρμόζει».

Έπαιξε με το μυαλό μου, άπαξ και εισήλθε σε αυτό, το απόσπασμα λειτούργησε ταυτόχρονα ανεξάρτητα, ένα σαλόνι ομορφιάς γεμάτο με ενυδρεία που μετατρέπεται σε Νεκροκομείο για απόκληρους ασθενείς, αλλά και υποσχετικά, τι θα ακολουθούσε, άραγε. Το σκεφτόμουν μέχρι να σχολάσω, συνέχισα την ανάγνωση περπατώντας για το σπίτι, Σάββατο απόγευμα, στην άδεια Κυψέλη. 

Σε ελάχιστες λέξεις ο Μάριο Μπεγιατίν, δια μέσου του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, υποδέχεται, εισάγει, δίνει τις καιρικές συνθήκες, το πώς ξεκίνησαν τα πράγματα, ανάλαφρα με ένα σαλόνι ομορφιάς, πώς κατέληξαν, τρομακτικά, και κάπου ανάμεσα τα πολύχρωμα ενυδρεία με τα εγκλωβισμένα ψάρια στους ψεύτικους βυθούς, μια ευσύνοπτη περίληψη, τα χαρτιά στο τραπέζι ανοιχτά, μια ανάληψη από το παρελθόν, τώρα που το μέλλον, τότε άγνωστο, ίσως και υποσχόμενο, τρεις συνέταιροι που ανοίγουν ένα σαλόνι ομορφιάς, που παρότι είναι unisex, μόνο γυναίκες το επισκέπτονται, η φήμη του διαρκώς αυξάνει, εκείνοι ντυμένοι όπως τους αρέσει, με γυναικεία ρούχα, χρωματιστά και αέρινα, περιποιούνται τις πελάτισσες, ο καιρός περνάει, τα ενυδρεία ολοένα και γεμίζουν, στην αρχή με βασιλικά γκάπι, τα πλέον ανθεκτικά, ιδανικά για έναν πρωτάρη, εν συνεχεία με πιο ευαίσθητα ψάρια, πολύχρωμα, ώσπου, μια άγνωστη και θανατηφόρα ασθένεια, κάπου αποκαλείται πανούκλα, ίσως είναι το έιτζ, ίσως κάτι άλλο, όπως και να έχει θανατηφόρα, οδηγεί στο σαλόνι ομορφιάς άντρες λίγο πριν από τον θάνατο, στην αρχή δοκιμάσανε γιατρούς και φάρμακα και θεραπείες και τίποτα δεν είχε άλλο αποτέλεσμα παρά την επιμήκυνση της ταλαιπωρίας και του πόνου, τώρα εκείνος, που έχει απομείνει μόνος, έχει θέσει κανόνες, μόνο άντρες, μόνο πραγματικά ετοιμοθάνατοι, όχι γιατροί και όχι φάρμακα, όχι επισκέψεις, μόνο ησυχία και μια ελάχιστη περιποίηση, η έξοδος από τη σκηνή να είναι όσο το δυνατόν πιο ανώδυνη, σωματικά και συναισθηματικά, η ελπίδα να μην εισχωρήσει γεμάτη από υποσχέσεις και ψέματα.

Δεν ήξερα τίποτα για το βιβλίο αυτό, ίσως κάποια ανάρτηση πως επρόκειτο να κυκλοφορήσει, τίποτα άλλο, ούτε γι' αυτό, ούτε για τον συγγραφέα, τον Μάριο Μπεγιατίν, γεννημένο στο Μεξικό, μεγαλωμένο στο Περού, απ' όπου και καταγόταν, σπούδασε θεολογία, επέστρεψε στα τριάντα πέντε του στην Πόλη του Μεξικού όπου ανέλαβε τη διεύθυνση του Τμήματος Λογοτεχνικών Σπουδών στο Universidad del Claustro de Sor Juana και ίδρυσε την πειραματική σχολή δημιουργικής γραφής Escuela Dinámica de Escritores. Αλλά είπαμε, η πρώτη φράση έφερε τη δεύτερη και ύστερα ακόμα μία και αυτό ήταν αρκετό.

Η νουβέλα, χωρισμένη σε επιμέρους μικρά κεφάλαια, λεπτοδουλεμένη και συμπαγής, με σχεδόν όλη τη δράση να διαδραματίζεται μέσα στο (άλλοτε) σαλόνι ομορφιάς, που, κάπως παράδοξα, αντί για ασφυξία προσφέρει μια ζώνη ασφάλειας, ένα καταφύγιο από τον έξω κόσμο, εδώ η κοινή γνώμη δεν εισέρχεται παρά μόνο ως ένα σύνολο από άναρθρες κραυγές, είναι κάτι που συνηθίζει να κάνει απέναντι στο διαφορετικό, απέναντι σε εκείνο που της δείχνει τι δεν μπορεί να είναι, απέναντι στον καθρέφτη που δεν λέει ψέματα, που αναδεικνύει τη βρωμιά και την ασχήμια της, που της στερεί το καθησυχαστικό έτσι κάνουν όλοι. Και ο αφηγητής που δεν επιθυμεί να επιδείξει ή να διδάξει, και σίγουρα όχι να απολογηθεί με κανέναν τρόπο, έτσι έκανα γιατί έτσι ήθελα να κάνω.

Ένα άθροισμα από ετερογενή συστατικά συμβιώνουν, λειτουργούν αντιστικτικά, έτσι αθροίζεται το ρεαλιστικό αποτύπωμα, η σκληρότητα, επίσης, το συναίσθημα αβίαστο, έτσι το φαινομενικά απλό, ίσως και οριακά απλοϊκό, μετατρέπεται σε κάτι πιο βαθύ, πιο οδυνηρό, έτσι ο Μπεγιατίν καταφέρνει να συμπεριλάβει κάτι από τον κόσμο μας σε αυτό το σαλόνι ομορφιάς, τα όνειρα και την επιθυμία για ομορφιά, τα όνειρα και την επιθυμία για ένα δικό μας μονοπάτι, με αυτά ξεκινάμε, τον σκληρό κόσμο που αργά ή γρήγορα θα ποδοπατήσει τα χωράφια και τις καλύβες, τη διάχυτη ματαιότητα, το τέρας του μισανθρωπισμού που ολοένα και αποκτά διαστάσεις τέρατος, αλλά και την αλληλεγγύη απέναντι στο κακό, καθώς το τέλος κοντοζυγώνει.

Η ανάλαφρη βιτρίνα ενός σαλονιού ομορφιάς, εξ αρχής κρύβει τα σκοτεινά ενδότερα, η πρόσχαρη καθημερινότητα τον ζόφο. Και όμως, ο Μπεγιατίν δεν επαναπαύεται στις μεταφορές και τις αναλογίες, δεν αγκαλιάζει μια ποιητικότητα σχηματική ή αναχωρητική, δεν πασπαλίζει με γκλίτερ, δεν αφήνει τη μαγεία ή την παραμυθία να εισχωρήσουν παραπάνω απ' όσο ο ρεαλισμός τους επιτρέπει, αλλά και από το αντιδιαμετρικά αντίθετο σημείο εκκίνησης, δεν τα παραμελεί όλα αυτά, γιατί υπάρχουν, γιατί μας επιτρέπουν να ζούμε εντός του δεδομένου πλαισίου. Δεν μηρυκάζει τη σκληρότητα και τη βία, δεν παραδίδεται σε αυτή, δεν υπερβάλλει, δεν ξύνει διαρκώς την πληγή ώστε εκείνη να ματώνει, δεν εκβιάζει το συναίσθημα. Ξέρει πως κάθε αφήγηση είναι πολιτική, δεν τη φορτώνει περαιτέρω. Μια θαυμαστή ισορροπία μεταξύ των δύο, πότε, σπάνια, παράλληλων, πότε, συνήθως, διασταυρωμένων μονοπατιών, γεμάτα από συγκρούσεις, αλλά και από στιγμές ελευθερίας όταν για λίγο ο ορίζοντας δεν σκιάζεται.

Το σαλόνι ομορφιάς, μια άρτια κατασκευή, που δεν παραλείπει τον πειραματισμό και το παιχνίδι, είναι ένα βιβλίο που με ενθουσίασε, αναγνωστικά, γιατί συναισθηματικά πέρασε από πάνω μου, από την πρώτη πρώτη φράση μέχρι το τέλος, και που παρά το μικρό του μέγεθος, γυρίζοντας την τελευταία σελίδα ένιωθα πως είχα διαβάσει κάτι πολυσέλιδο, μια εκτεταμένη αφήγηση, με πλήθος από λεπτομέρειες, και αυτό το φαινόμενο του παγόβουνου, όλα αυτά που υποθαλάσσια και αδιάκριτα δηλώνουν συνεχώς την παρουσία τους, ο τρόπος με τον οποίο η κοινή επικράτεια απλώνεται, όπου το φαινομενικά ανοίκειο και το επώδυνα οικείο βρίσκονται ταυτόχρονα ζευγάρι στη σκηνή. Τι βιβλίο!

Ένα σαλόνι ομορφιάς που μετατρέπεται σε νεκροκομείο εμπεριέχει σίγουρα κάτι το παράδοξο, κάτι το αλλόκοτο, κάτι το παράξενο, κάτι το ασυνήθιστο, ένα μικρό τι στο διάολο ίσως να ακουστεί. Και αυτό το παράδοξο, συχνά κάπως αφημένο σε ένα στρώμα υπερρεαλισμού ή μεταφυσικού, είναι κάτι που η σύγχρονη λογοτεχνία, ειδικά στο νότιο τμήμα της αμερικανικής ηπείρου, το διαπραγματεύεται, περίμενα κάτι τέτοιο, διαβάζοντας τις πρώτες φράσεις, αλλά όχι, ήταν όσο παράδοξο όσο το μυαλό μου το εξέλαβε αρχικά ως τέτοιο, η νουβέλα του Μπεγιατίν δοκίμασε τα όρια της αντίληψής μου, όχι με κάποιο φοβερά ιδιότυπο και πρωτότυπο εύρημα, αλλά κολυμπώντας στα ανοιχτά του ρεαλισμού.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Άλκηστη Ευθυμίου
Εκδόσεις Πλήθος 

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Να σώσουμε τη φωτιά - Guillermo Arriaga

Τότε, συνήθως κάτι δεν πάει καλά. Η ανάγκη για διχοτόμηση είναι διάχυτη. Μια παράλληλη πραγματικότητα, σκέφτομαι, αυτό χρειάζομαι. Η επιλογή γίνεται με βάση το μέγεθος· ένα πολυσέλιδο βιβλίο, μια πολυήμερη ανάγνωση, ένα ολοένα και πιο οικείο περιβάλλον, γνώριμοι χαρακτήρες. Είχε μόλις φτάσει το βιβλίο του Γκιγιέρμο Αριάγα, Να σώσουμε τη φωτιά, σχεδόν χίλιες σελίδες, πληρούσε τις προϋποθέσεις.

Το όνομά του γνωστό από άλλο μετερίζι, εκείνο του κινηματογράφου, στον ρόλο του σεναριογράφου, Χαμένες αγάπες21 γραμμάρια και –κυρίως– Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα, το Βαβέλ, ωστόσο, ήταν μια μικρή απογοήτευση, έστω. Στη συνεργασία με τον Ινιάριτου, που τους καθιέρωσε και τους δυο πέρα και μακριά από τα σύνορα του Μεξικού, τρεις παράλληλες αφηγήσεις που έρχονταν να συναντηθούν σε μια κοινή κορύφωση, μαύρο πηχτό.

Στο Να σώσουμε τη φωτιά ακολουθεί παρεμφερές μονοπάτι, τρεις αφηγήσεις που έρχονται να συναντηθούν. Μια πρωτοπρόσωπη, της Μαρίνας, χορογράφου/χορεύτριας μιας κάποιας αναγνώρισης, μια τριτοπρόσωπη, ενός παντογνώστη αφηγητή, με κύριο πρόσωπο τον Χοσέ Κουαουτέμοκ Ουίστλικ, που πυρπόλησε τον πατέρα του και εξέτισε ποινή κράτησης σε μια σκληρή φυλακή, και μια επιστολή, του αδερφού του, με απεύθυνση στον πυρπολημένο πατέρα. Ανά σημεία η τριπλή αυτή ροή διακόπτεται από κείμενα φυλακισμένων.

Ο Αριάγα παίρνει από το χέρι τον αναγνώστη, δεν πιάνει το νήμα από την αρχή, ποια άλλωστε θα μπορούσε να είναι η αρχή, και τον ξεναγεί μέσα από την τριπλή αφήγηση σε ένα περιβάλλον ζοφερό, εκεί που το Μεξικό έρχεται να διχοτομηθεί στα δύο, στους προνομιούχους και στους μη προνομιούχους, οι πρώτοι παλεύουν να διατηρήσουν σε περιβάλλον ασφάλειας την ήρεμη και τακτοποιημένη ζωή τους, οι δεύτεροι καταφεύγουν στο έγκλημα, και δη στο εμπόριο ναρκωτικών για να τα κονομήσουν, για να επιζήσουν σε μια κοινωνία που τους έκοψε φτερά και πόδια ήδη από τα πρώτα μέτρα της διαδρομής τους.

Ένας έρωτας τρελός, έξω και πέρα από το αναμενόμενο, ο έρωτας της Μαρίνας και του Χοσέ, βρίσκεται στο επίκεντρο. Τότε, λέει η Μαρίνα, ξεκίνησαν όλα, «αν έπρεπε να διαλέξω τη στιγμή που άλλαξε η ζωή μου, θα 'λεγα πως ήταν τότε που ο Έκτορ μας κάλεσε να περάσουμε μια μέρα στο σπίτι του στο Τεποστλάν». Μια μέρα με τους χίπηδες φίλους της Μαρίνας, ο άντρας της ο Κλαούδιο τους βαριόταν θανάσιμα, του αρκούσε ένα δείπνο με τους γονείς του, μια οικογενειακή μάζωξη, δέχτηκε ωστόσο. Εκεί αναφέρθηκαν στα μαθήματα δημιουργικής γραφής που ο Έκτορ με τον σύντροφό του πρόσφεραν στη φυλακή, θα μπορούσες, της πρότειναν, να δώσεις μια παράσταση με την ομάδα σου για εκείνους τους απόκληρους, όπως και έγινε, της μίλησαν για έναν τύπο που σίγουρα θα τον ερωτευόταν με την πρώτη ματιά, όπως και έγινε, ο ηλεκτρισμός συνέβη όταν πλησίασαν τα δύο σώματα.

Μια παράνομη σχέση, λοιπόν, μια βολεμένη, ξανθιά, καλοπαντρεμένη μητέρα τριών μικρών παιδιών, με τη δική της ομάδα χορού, χωρίς οικονομικά προβλήματα που θα την απέτρεπαν από το να κάνει τέχνη, ερωτεύεται έναν φυλακισμένο, τον Χοσέ, που παρότι ήταν αποφασισμένος να ακολουθήσει ένα μονοπάτι πιο ήσυχο μετά την αποφυλάκισή του, βρέθηκε και πάλι στο εδώλιο, πάλι στη στενή. Και οι τρεις αφηγήσεις γίνονται εκ των υστέρων, όταν όλα θα έχουν πάει κατά διαόλου, όταν οι ανεμόμυλοι αισιοδοξίας θα χαθούν σε ένα άνοιγμα και κλείσιμο των βλεφάρων.

Αναρωτιέμαι αν ο Αριάγα είχε εξαρχής την πρόθεση να γράψει ένα μυθιστόρημα ή αν προσέβλεπε σε ένα κινηματογραφικό σενάριο. Είναι μια κατηγορία η οποία ολοένα και συχνότερα προσάπτεται στη σύγχρονη λογοτεχνία, το τάδε βιβλίο, λένε, γράφτηκε με τη φιλοδοξία να μεταφερθεί στην μικρή οθόνη και να γίνει σειρά. Ωστόσο, σκέφτομαι, ο Αριάγα είναι ένας καταξιωμένος σεναριογράφος, δεν μοιάζει να χρειάζεται μια τέτοια παράκαμψη. Το Να σώσουμε τη φωτιά είναι ένα μυθιστόρημα δράσης που διαθέτει σε αφθονία και επάρκεια όλα τα ειδολογικά χαρακτηριστικά.

Όχι ακριβώς του γούστου μου, αφού σπάνια με απασχολεί το πώς τελειώνει ένα μυθιστόρημα, αλλά το πώς ο συγγραφέας περπατά μέχρι την τελευταία σελίδα, όμως, ίσως και επειδή είχα την ανάγκη να βουλιάξω σε μια εκτεταμένη αφήγηση, το απόλαυσα αρκετά αυτό το βιβλίο, παρά τις όποιες αδυναμίες του. Αδυναμίες εξαιτίας της μη προτίμησής μου για τα βιβλία δράσης, ανατροπών και κορυφώσεων, που αναπόφευκτα αφήνουν άλλα συστατικά έξω από την εκτέλεση. Χρειαζόμουν, ωστόσο, μια μεγάλη αφήγηση, κατά τόπους ανοικονόμητη και επιφανειακή, και το Να σώσουμε τη φωτιά μου την προσέφερε απλόχερα, φαντάζομαι, για τους ίδιους λόγους κάποιοι θα επιλέγουν να δουν μια σειρά.

Αναπόφευκτα το μυθιστόρημα διαθέτει μια σειρά από ευκολίες και στερεότυπα, αρχής γενομένης από τον παράνομο και τρελό έρωτα. Και αν η επιφάνεια είναι αυτή, και το βάθος της Μαρίνας και του κόσμου της, της γυάλας μέσα στην οποία έζησε μέχρι να μπλεχτεί σε αυτή τη σχέση, είναι πεπερασμένο και κάπως αφελές, δεν συμβαίνει το ίδιο με το υπέδαφος των δύο αδελφιών. Η επιστολή προς τον νεκρό πατέρα διαθέτει μια ισχυρή δυναμική, οι αντιφάσεις του, η παρουσία του στο σπίτι, η σύγκρουση ανάμεσα στα πιστεύω του και την καθημερινή πρακτική, που οδήγησε τον Χοσέ να του βάλει φωτιά και να τον κάψει ζωντανό, να πληρώσει γι' αυτό, να πληρώσει σκληρά, αλλά και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας να απομείνουν πίσω, ανάμεσα στη στάχτη με την οποία γέμισε η ζωή τους, κυρίως ο μεγαλύτερος αδερφός, που κατά κάποιο τρόπο θαύμαζε τον μικρότερο, την κοινωνική του άνεση, την ερωτική του αυτοπεποίθηση, την εξωτερική του εμφάνιση, ξανθός και ψηλός, σαν να ήταν παιδί άλλων γονιών, και τώρα, απευθυνόμενος στον πατέρα, να πιάσει το νήμα από την αρχή, να του υπενθυμίσει τα λάθη του, τις στιγμές τρόμου, τον φόβο με τον οποίο τα τρία του παιδιά μεγάλωσαν με μια αυστηρή εκπαίδευση, και όσα έγιναν από τη δολοφονία του και ύστερα, αυτή τη λεπτή ισορροπία της σχέσης των δύο αδελφιών, το πώς ο μεγαλύτερος διαχειρίστηκε τον θυμό και τον θαυμασμό για τον μικρότερο, που χτύπησε το χέρι στο τραπέζι και βροντοφώναξε ένα: ως εδώ.

Το Να σώσουμε τη φωτιά, για το είδος του, διευκρινίζω, είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα που υπόσχεται μια αχόρταγη ανάγνωση, φιλόδοξο και μεγαλεπήβολο, παρά τις όποιες αδυναμίες διαθέτει. Είναι σημαντικό, θεωρώ, να καλύπτεται η ανάγκη πίσω από την κάθε ανάγνωση, να μπορεί ο αναγνώστης να απαντήσει με ειλικρίνεια τι ήταν εκείνο που πρόσμενε και τι εκείνο που εν τέλει έλαβε. Θέλω να πω πως αν ήθελα να διαβάσω ένα μυθιστόρημα ιδεών που δυνητικά να μπορούσε να καταταγεί στην υψηλή λογοτεχνία, τότε εξαρχής η επιλογή του συγκεκριμένου θα ήταν προβληματική και άστοχη. Ήθελα μια μεγάλη αφήγηση, κάτι παραπάνω, είχα ανάγκη από μια μεγάλη αφήγηση και πόνταρα στο μυθιστόρημα του Αριάγα, επιλογή που εκ των υστέρων αποδείχτηκε η κατάλληλη.

Επιπλέον, πέρα της απόλαυσης της παράλληλης πραγματικότητας, η επιστολή του μεγάλου αδερφού προς τον πατέρα προσέδωσε στην εμπειρία μια υπεραξία που δεν την περίμενα, μια υποαφήγηση που στηρίχτηκε στις άλλες δύο, μόνη της και ως υπήρξε δεν θα λειτουργούσε με τον ίδιο τρόπο. Τώρα, τελειώνοντας το κείμενο αυτό, σκέφτομαι πως χωρίς αυτή ίσως και να μην έγραφα καν, εκείνη είναι που περισσότερο θέλω να διατηρήσω στη μελλοντική μου μνήμη, όταν ίσως για το βιβλίο αυτό να μην θυμάμαι τίποτα περισσότερο από το ότι πέρασα καλά, πως απόλαυσα μια μεγάλη σε έκταση αφήγηση όταν την είχα ανάγκη. Μαζί και μια υπενθύμιση, ο αρχικός ορίζοντας προσδοκιών μόνο στο τέλος της διαδρομής δύναται να κριθεί. Και εδώ οι προσδοκίες υπερκεράστηκαν και με το παραπάνω.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Νάννα Παπανικολάου
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Καρδιά, Γ. - Ευθύμης Φιλίππου

Τις Τρίτες, πριν πάω στο βιβλιοπωλείο, κατεβαίνω στο κέντρο για την απαραίτητη περισυλλογή. Ανάμεσα σε άλλες καινούριες εκδόσεις και αυτή. Στο λεωφορείο, βρήκα και έκατσα, πράγμα σπάνιο. Άρχισα να διαβάζω τις πρώτες σελίδες. Η αναγγελία της στάσης με άφησε ανικανοποίητο, ήθελα λίγη ακόμα διαδρομή, πράγμα σπάνιο. Είχα διαβάσει είκοσι σελίδες περίπου. Αργότερα, καθώς το μεσημέρι βάθαινε προς το απόγευμα και η Δροσοπούλου, πράγμα σπάνιο, ήταν ήσυχη από κόρνες, το έπιασα ξανά στα χέρια μου. Περιπατητικό διάβασμα, δεξιότητα που ανέπτυξα στην ελληνική αεροπορία ως μέτρο αντιμετώπισης της όχλησης από την σκοπιά. Διάβασα ακόμα αρκετές σελίδες. Το βράδυ στο σπίτι το τελείωσα.

«Ο Γιώργος γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου του 1962 στο μαιευτήριο της Αγόριανης, ένα πετρόκτιστο αρχοντικό που σώζεται ως τις μέρες μας. Ο πατέρας του, Θωμάς, ήταν αγρότης· η μητέρα του, Βασιλική, συμβολαιογράφος».

Το Γ. του τίτλου μοιάζει να ανήκει στον Γιώργο. Στον Γιώργο αφιερώνει και τη νουβέλα του ο Ευθύμης Φιλίππου. Οι αντιστοιχίες είναι απλές υποθέσεις, ωστόσο. Είναι η ιστορία του Γιώργου, λοιπόν, το μικρό μέγεθος της νουβέλας δεν επιτρέπει την παράθεση περαιτέρω πληροφοριών, ακόμα και το οπισθόφυλλο περιορίζεται στις πρώτες παραγράφους, ό,τι άλλο θα πλήξει την αναγνωστική εμπειρία. Ογδόντα σελίδες που ακολουθούν τον Γιώργο από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο, αυτό ναι, μπορώ να το μαρτυρήσω, τρία κεφάλαια, η αρχή, η μέση και το τέλος, αποτελούν τη νουβέλα αυτή.

Την επόμενη μέρα τη διάβασα ξανά. Ο κύριος λόγος γι' αυτό ήταν η αίσθηση πυκνότητας που μου άφησε, δυσανάλογος του μεγέθους και της διάρκειας της ανάγνωσης, το εμβαδόν της ιστορίας μέσα μου ήταν πλατύτερο. Το Καρδιά, Γ. θα μπορούσε να εκτείνεται σε πολύ περισσότερες σελίδες, δεν είναι η ιστορία αυτή που ορίζει το μέγεθος, αλλά μια ξεκάθαρα συγγραφική επιλογή. Κοφτά και περιεκτικά ο Φιλίππου, διαμέσου του παντογνώστη αφηγητή του, εξιστορεί τη ζωή του Γιώργου με έναν τρόπο μινιμαλιστικό αλλά και ανησυχαστικό ταυτόχρονα. Διαρκώς κάτι αιωρείται, κάτι έξω από το αναμενόμενο με τη λογική, το κακό, σε ποικίλα σχήματα και εκφάνσεις, δηλώνει διαρκώς το παρόν, εκεί έγκειται το ανησυχαστικό που διασαλεύει την απλότητα της ιστορίας του Γιώργου. Ο κοφτός και περιεκτικός λόγος εγκυμονεί μικρές χαραμάδες από τις οποίες εισχωρεί το κακό, όλα στην επιφάνεια μοιάζουν και ίσως και να είναι στρωτά και περιγράψιμα, ο πυθμένας, ωστόσο, βράζει.

Το κινηματογραφικό έργο του Φιλίππου μου άφησε αρχικά την αίσθηση πως η συγγραφή της νουβέλας αυτής ήταν μια άσκηση τρέιλερ, μια σειρά από στιγμιότυπα, ανθολογημένα με τρόπο που να δελεάσουν τον υποψήφιο θεατή. Ωστόσο, στη δεύτερη ανάγνωση, με τη γνώση της πρώτης, η υποψία αυτή υποχώρησε, η νουβέλα δεν είναι μέρος ενός ευρύτερου έργου, αλλά μια αυτόνομη ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος, που μπορεί, και το κάνει, να σταθεί ανεξάρτητη και πλήρης. Η αίσθηση πυκνότητας, η ακρίβεια στη χρήση των μέσων, όλα αυτά σε ευθεία διαμάχη με το μέγεθος, έχουν ως αποτέλεσμα κάτι το ενοχλητικό, κάτι το δυσάρεστο ή ανησυχαστικό όπως προείπα. Και τα τρία αυτά επίθετα μοιάζει να αποτελούν συγγραφικές επιδιώξεις. Η όχληση, θα ήταν κάπως αφελές, να συσχετιστεί αυτόματα με την ποιοτική στάθμη του έργου, θα ήταν κάπως ρηχό η προσδοκία της ανάγνωσης αλλά και η ίδια η ανάγνωση να περιορίζονταν σε κάτι γενικόλογα περιγραφόμενο ως ευχάριστο.

Η πυκνότητα και η ακρίβεια προσδίδουν μια χειρουργική αποστείρωση, ο αφηγητής στέκεται σε απόσταση, χωρίς να αφήνει να διαφανεί το συναίσθημά του, επιτελεί τον ρόλο που του ανατέθηκε από τον συγγραφέα. Πολλά από τα βιογραφικά στοιχεία, αρκετά από τα επεισόδια της διαδρομής του Γιώργου, θα μπορούσαν με ευκολία να ανήκουν σε μια λογοτεχνία πιο απλοϊκή, μια ιστορία που μέρη της θα μπορούσαν να απασχολούν τα μεσημεριανά σλοτ των τηλεοπτικών σταθμών, πάνελ και παρεμβάσεις από τηλεθεατές, μια σαπουνόπερα βγαλμένη από τη ζωή. Το ανησυχαστικό μέρος, ωστόσο, αποτρέπει κάτι τέτοιο, όσο και να φλερτάρει μαζί του, ο υπερρεαλισμός εδώ χρησιμοποιείται διαφορετικά από το σύνηθες, από το αναμενόμενο. Σε διάφορα σημεία αναλογίστηκα τον πολυαγαπημένο Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, η ενασχόληση με το σενάριο επίσης απλώνει ένα ακόμα νήμα σύνδεσης των δύο. Το Καρδιά, Γ. ανήκει σε μια λογοτεχνία που στο σήμερα στην Αργεντινή ξέρουν να κάνουν πολύ καλά, η Μαριάννα Ενρίκες, να ένα καλό παράδειγμα. Σίγουρα γνώριμο και συγγενές με το κινηματογραφικό και θεατρικό του έργο.

«Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα» έτσι αρχίζει το Καρδιά τόσο άσπρη του Χαβιέρ Μαρίας. Αυτή η φράση, μια από τις πλέον υποδειγματικές πρώτες φράσεις, συμπυκνώνει το συναίσθημά μου απέναντι σε αυτή τη νουβέλα. Και τώρα που έμαθα δεν γίνεται να ξεμάθω, το συναίσθημα είναι εδώ, πέρα και πίσω από την καθημερινότητα, η ιστορία του Γιώργου με τις σκοτεινές γωνιές και τις αναπάντεχες ατραπούς παρούσα. Ο υποδόριος τρόμος, το κακό, τα όρια του ορθολογικού, το δυσερμήνευτο της ύπαρξης. Ο Φιλίππου εμφυσά το κακό πάνω από τη νουβέλα του, σχηματίζει κάποιες λίγες εικόνες, δεν επεξηγεί, δεν τονίζει κάτι σε σχέση με κάτι άλλο, αφήνει τον αναγνώστη να την αντιμετωπίσει, χωρίς τρικ, όχι εμφανή τουλάχιστον, με οικονομία στα μέσα δημιουργεί την ατμόσφαιρα, ο Γιώργος πατάει στο οικείο και το ανοίκειο, και το οικείο, πόσο μάλλον το ανοίκειο, αποτελεί γόνιμο έδαφος για τον υπαρξιακό τρόμο, για την ενεργοποίηση του στοιχειώματος.

υγ. Για την τελευταία νουβέλα του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, Το όνομά σου, περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για το υπέροχα σκοτεινό μυθιστόρημα της Μαριάννα Ενρίκες, Η δική μας πλευρά της νύχτας, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Ρίζες - Ματίνα Αποστόλου

«Κατεβαίνοντας τη Συγγρού υπάρχει ένα σημείο, στο ύψος του Παντείου, που αν η μέρα είναι καθαρή και κοιτάξεις ευθεία, το μάτι σου φτάνει στη θάλασσα. Αυτό είναι το σημείο όπου μαθαίνω από το τηλεφώνημα της αδερφής της μητέρας μου ότι ο μπαμπάς μου πέθανε. Η φωνή της Βάσως είναι ήρεμη, χωρίς συναίσθημα, σαν εκφωνήτρια συνηθισμένη στις άσχημες ειδήσεις. Ο μπαμπάς μου πέθανε και με περιμένουν».

Κάπου στα μισά, το απόσπασμα με παίρνει και με σηκώνει, όση άμυνα κρατούσα, κατέρρευσε. Εκείνος, για τον αναγνώστη, έχει ήδη πεθάνει, για εκείνη μόλις, χάνει την έξοδο, βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα να ψάχνει αναστροφή. Για τον ίδιο τον θάνατο, οι του ορθολογισμού, δεν ξέρουμε τίποτα εκτός από το αδιαμφισβήτητο θα 'ρθει, ο θάνατος αφορά εκείνους που απομένουν στη ζωή, στη μνήμη, στην απώλεια, όχι τον θανόντα, εκείνος πια δεν υπάρχει. Τι πιο κοινότοπο. Τι πιο βέβαιο, πιο αναπόφευκτο. Τι πιο καθηλωτικό, ωστόσο. Τι πιο απρόσμενο, πιο ιδιωτικό, πιο εγωκεντρικό, ακόμα.

Η κόρη. 

Ροή ειδήσεων, καταιγιστικός ρυθμός, το κυνήγι της πρωτιάς, σε μια καρέκλα, μπροστά σε έναν υπολογιστή, ο κόσμος όλος, το ωράριο ελαστικό, ο μισθός μικρός, οι νεκρολογίες ήδη έτοιμες, σεξάκι το βραδάκι, δύο φορές τη βδομάδα, οι μπότες σε προσφορά, η Συγγρού με κόντρα τον ήλιο στον γυρισμό, το τηλέφωνο χτυπάει, θα χρειαστεί δανεικά για τη βενζίνη, είναι οι τελευταίες μέρες του μήνα.

Εκείνος θύμωσε, η αδυναμία τον θύμωσε, ο εξοστρακισμός ενός αναλογικά επικίνδυνου για την ψηφιακή μας πολιτεία, δεν μπορεί να πληρώσει έναν λογαριασμό, επαιτεία και περηφάνια τσαλακωμένη, η τελευταία τους επικοινωνία, πατέρας και κόρη δεν μιλούσαν συχνά, τώρα αυτός ο λογαριασμός με τον μακροσκελή κωδικό πληρωμής είναι η ύστατη ανάμνηση, άραγε πρέπει να πληρωθεί; 

Η σύζυγος. 

Η φωνή της που μένει αναπάντητη, τη θυμώνει η αδιαφορία, γυρίζει στο σαλόνι και τον αντικρίζει νεκρό. Λίγο πριν σκεφτόταν πως τον ξεγέλασαν στη λαϊκή, τόσα λεφτά για τρεις ντομάτες, τι και αν ωραίες και κατάλληλες για γεμιστά, βρίσκουν και τα κάνουν, ήταν εκείνος που ήξερε καλύτερα από κάθε άλλο, κάθε έκφραση, κάθε κουβέντα, κάθε σιωπή, κυρίως αυτές, τώρα είναι πολλά που πρέπει να γίνουν, στον διάολο οι ντομάτες, ήταν νεκρός και εκείνη του θύμωνε που δεν απαντούσε, που δεν ερχόταν να βάλει ένα χέρι, τα καλύμματα θα γίνουν μούσκεμα, βρέχει πάλι. Τι και αν δεν έχει διαβάσει Τζόαν Ντιντιόν, η χρονιά της μαγικής σκέψης μόλις εγκαινιάσθηκε.

Η αδερφή. 

Το τηλέφωνο που δεν θα χτυπά πια αργά το βράδυ, μεγάλωσαν παρέα, ύστερα πήραν τους δρόμους τους, σχέση αίματος, έχετε ο ένας την άλλη, και αν δεν το άκουγαν έτσι ακριβώς, εννοούταν, ο αδερφός την αδερφή, απομακρύνθηκαν, τα παιχνίδια και οι τσακωμοί είναι τόσο μακρινά, τα παράπονα βυθίστηκαν στη ματαιότητα, μια καθησυχαστική τυπικότητα, οι εκπνοές αργές, μη ριγήσουν την υδάτινη επιφάνεια.

Η κόρη αφηγείται πρωτοπρόσωπα. Υποψιάζομαι πως εκείνη βρίσκεται πίσω από την τριτοπρόσωπη αφήγηση όταν ο φακός στρέφεται στις άλλες γυναίκες. Διόλου παντογνώστρια δεν είναι, ούτε καν στα του εαυτού, έτσι όπως η κατηφόρα την κάνει να λαχανιάζει. Πίσω από τον θάνατο ιχνηλατώ αυθαίρετα τη σκέψη πίσω από τις Ρίζες, τη βεβαιότητα πως γνωρίζουμε τους οικείους μας, βεβαιότητα που κατακρημνίζεται με ένα τίποτα, σε μια στιγμή, όταν δοκιμάσουμε να μπούμε στα παπούτσια τους, όταν δεν είμαστε σίγουροι τι νούμερο παπούτσια φοράμε εμείς. Η επιστήμη δοκιμάζει τα όρια της αντίληψης, γιατί ο θάνατος τι κάνει;

Ένα εγώ ξέρω βοά στον αέρα, κατακλύζει τα πάντα, τα ξέρω όλα, οι χαράδρες αντιλαλούν.

Ιχνηλατώ αυθαίρετα, στο ύψος του Παντείου λυγίζω, αυτό ήταν.

Μας γάμησες, της έστειλα.

Για κάτι τόσο κοινότοπο, ως σκέψη και ως βεβαιότητα και ως βίωμα, δεν είναι απλό να μιλήσει κανείς, απλό είναι, δηλαδή, αλλά χρειάζεται κάτι περισσότερο από σκέψη, βεβαιότητα και βίωμα, αν δεν εγκλωβιστεί κανείς στο διακύβευμα, στο κρέας της ιστορίας, στο τι έγινε, εκείνος πέθανε και εκείνες μαζεύτηκαν στο σπίτι για όσα έπρεπε να γίνουν, και η Αποστόλου αυτό το κάτι περισσότερο το διαθέτει. Πιο σταθερά και αποφασιστικά κάνει ένα δεύτερο βήμα, τα σωματίδια έγιναν ρίζες.

Ιχνηλατώ αυθαίρετα και διακρίνω την κοινή επικράτεια, τις υπερκοστολογημένες ντομάτες, τον απλήρωτο λογαριασμό, τις τελευταίες αναμνήσεις. Ιχνηλατώ αυθαίρετα και διακρίνω το πλήγμα στη βεβαιότητα, την υπενθύμιση που με κάνει να της στείλω μας γάμησες, κάποιες ώρες βαριές, ύστερα ο εγκέφαλος θα αυτορυθμιστεί, θα με παραδώσει στον ύπνο, έτσι συνεχίζουμε, το ένστικτο της επιβίωσης. Ιχνηλατώ αυθαίρετα και απορρίπτω αυθαίρετα το στενά αυτοβιογραφικό, η σκέψη, η βεβαιότητα και το βίωμα δεν είναι αρκετά για τη λογοτεχνία, ακόμα και αν είναι παρόντα, η αφήγηση τα διαφεντεύει.

Ιχνηλατώ αυθαίρετα, συνεχίζω. Τα κομμάτια της πρωτοπρόσωπης αφήγησης έχουν κάτι το συγκλονιστικά καθηλωτικό, το σύγχρονο και το οικείο, το χάος και την παράνοια της καθημερινότητας, παρά την ταχύτητα τα κενά είναι διακριτά, η ταχύτητα ίσως δεν μας αφήνει να πέσουμε μέσα, απλώς συνεχίζουμε, ξυπνητήρι, γραφείο, Συγγρού, βραδάκι με σεξ, και πάλι από την αρχή. Στα κομμάτια της τριτοπρόσωπης αφήγησης η απόσταση είναι διακριτή, οι υποθέσεις, η αναστήλωση με την πίστη πως το πρωτότυπο θα προκύψει αντίγραφο ακριβές, ιχνηλατώ μια πρόθεση σε αυτή την απόσταση, τώρα που εκείνος έχει πεθάνει είναι η στιγμή η βεβαιότητα της γνώσης των οικείων να γκρεμιστεί, ωστόσο κάποια αφήγηση πρέπει να απομείνει, έστω και εν γνώση αυθαίρετη, υποκειμενική, της παρατηρήτριας, η αφήγηση που θα απομείνει μετά το τέλος.

Ιχνηλατώ αυθαίρετα, λίγο ακόμα. Η πύκνωση, το εκτενές κοινότοπο που αφαιρείται, συντονίζεται και λειτουργεί περίφημα, σε πρώτο ή σε τρίτο πρόσωπο, οι δυνατότητες της επέκτασης είναι εκεί, σίδερα σε οικοδομή που υπόσχονται μεγαλύτερα μεγέθη, η Αποστόλου τα αφήνει εκεί για πάσα χρήση, δεν γοητεύεται από τις δυνατότητες, από την ίδια της την πρόζα, τι και αν έχει βρει τη φωνή της ιστορίας, αποφασίζει να μην παρασυρθεί, όλα δεν μπορούν να ειπωθούν, το ξέρει.

Η νομιμοποίηση της αυθαιρεσίας ίσως προκύπτει από το αναγνωστικό συναίσθημα, την απόπειρα διερωτήσεων με αντικειμενικότητα του υποκειμενικού, αυτό το μας γάμησες, που κάθε αδιαφορία διαλύει, η αδιαφορία είναι, εκτεταμένη και κρυμμένη πίσω από το ξέρω εγώ, εκείνη εχθρεύεται (και) τη λογοτεχνική αφήγηση, ίσως γιατί το ένστικτο επιβίωσης το διατάζει. Ματίνα, αν ήθελες να μας γαμήσεις, δεν θα τα κατάφερνες, δεν έχουμε χώρο για ενσυναίσθηση και για λύπη έξω από εμάς, κάτι δικό μας διαπραγματεύτηκες, και ας μην κατεβαίνουμε καθημερινά τη Συγγρού.

υγ. Για τα σωματίδια είχα γράψει αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Εκδόσεις Ίκαρος

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Καιρός των κρυστάλλων - Ελένη Στελλάτου

Μια μικρή, ανώνυμη και ίσως φανταστική, παραθαλάσσια πόλη των αρχών του 20ού αιώνα πλήττεται από μια παράδοξη, μεταδοτική ασθένεια, που μετατρέπει τα σώματα όσων προσβάλλονται σε πορσελάνινα, έτοιμα να θρυμματιστούν με το παραμικρό άγγιγμα. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, Εμανουέλ Περόν, τρίτης γενιάς ντρογκερίστας της πόλης, θα επιφορτιστεί με την ανάγκη εξεύρεσης γιατρικού, πριν ο θάνατος κυριαρχήσει, πριν η ανέχεια του οικονομικοκοινωνικού παγώματος εγκαθιδρυθεί. Έχοντας, πλέον, τη συλλογική εμπειρία από τις απόπειρες καθησυχασμού μιας πανδημίας, όλα τα μέτρα που λαμβάνονται μοιάζουν αναμενόμενα, ευκαιριακά ή σωτήρια, οι φήμες και οι συνωμοσίες, επίσης, η επιστήμη συγκρούεται με τον τσαρλατανισμό, οι εύκολες απαντήσεις και λύσεις μοιάζουν πάντα καλοδεχούμενες, είναι όμως επικίνδυνες.

Η Στελλάτου απομακρύνει το βλέμμα χωροχρονικά, ταξιδεύει στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και σκιαγραφεί μια πόλη χειροπιαστού μεγέθους, εκεί που όλες οι συνδέσεις εξουσίας, λειτουργών και πολιτών είναι ορατές, χωρίς να έχει προτεραιότητα τον παραβολικό χαρακτήρα της ιστορίας της, χωρίς να την ενδιαφέρει η προφανής σύνδεση του τότε με το πρόσφατα, χωρίς να τραβάει από τα μαλλιά αναλογίες και έτσι, παρότι η ιστορία φαντάζει δυσφορικά οικεία, σύντομα αυτονομείται καθώς η πλοκή ξεδιπλώνεται. Ισορροπεί ανάμεσα στον πειραματικό χαρακτήρα εντός ενός πεπερασμένου συστήματος αντιμέτωπου με μια απειλή θανάτου, και σε μια ιστορία με πρόσωπα, πλοκή και ανατροπές.

Όμως, όσο καλοδουλεμένη και αν είναι η πλοκή, όσο αληθοφανή και ανθρώπινα τα πρόσωπα, όσο οικείες ή μη οι συνθήκες και οι καταστάσεις, τίποτα δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει, να οικοδομηθεί και να σταθεί χωρίς τη γλώσσα. Ακόμα και στα σημεία ταχείας ανάπτυξης της πλοκής, η Στελλάτου έχει φροντίσει γλωσσικά το μυθιστόρημά της, έχει σκύψει και δουλέψει στις μικρολεπτομέρειες της γλώσσας, έχει με ζηλευτή άνεση διαπλέξει τον πλάγιο με τον ευθύ λόγο, και ίσως πάνω απ' όλα έχει χρησιμοποιήσει την κατάλληλη γλώσσα ώστε να ενισχύσει τη χωροχρονική συνθήκη, χωρίς να ξενίζει τον αναγνώστη. Η γλώσσα συντελεί στην ατμόσφαιρα ασφυξίας και δυσφορίας, την ώρα που η ίδια ανοίγει τις χαραμάδες που επιτρέπουν στο φως της ελπίδας ενός καλύτερου αύριο να διεισδύσει στον χώρο.

Στον καμβά της ιστορίας, που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, με τρόπο ομαλό ενσωματώνονται διάφορα γνώριμα χαρακτηριστικά και διακυβεύματα που απασχολούν τη γραφή από τις απαρχές της, όπως, μεταξύ άλλων, η μάχη του καλού με το κακό, η ηθική στάση, η υπαρξιακή αγωνία, η σχέση με την οικογένεια, ο έρωτας, η μοναξιά, η ανάγκη για μια υπεράνθρωπη πίστη, για νοηματοδότηση της ανθρώπινης εμπειρίας ή το δέος εμπρός στον θάνατο. Η Στελλάτου ωστόσο δεν αποπροσανατολίζεται στιγμή, δεν απολύει τον βηματισμό που εξαρχής επέλεξε, όλα τα συνοδευτικά της πλοκής είναι παραφερνάλια, σημαίνοντα και σημαινόμενα από αντανάκλαση της θέσης του ανθρώπινου απέναντι σε μια στιγμή αγωνίας και απειλής θανάτου, όταν το κοινωνικό, οικονομικό και ηλικιακό στάτους παραμερίζονται και όλοι μοιάζουμε με υποψήφια θύματα. 

Ο Καιρός των κρυστάλλων λειτουργεί σε δύο επίπεδα, στο πρώτο και εκτενέστερο βρίσκεται η πλοκή, το τι θα συμβεί στην επόμενη σελίδα, στο πώς θα εξελιχθεί η ιστορία, πώς η πόλη θα διαφύγει ή όχι της στενωπού, στο δεύτερο κατοικούν διαρκή ερωτήματα που θέτουν και τον αναγνώστη απέναντί τους, ανασύροντας τις ιδιαίτερες αναμνήσεις καθενός μας από την προ πενταετίας εμπειρία, μια ευκαιρία αναστοχασμού και κατανόησης. Σπάνια συμβαίνει, και με την πανδημία συνέβη, μια εμπειρία να είναι τόσο κοινή ανάμεσα στον πληθυσμό σε παγκόσμιο επίπεδο, να που όσα η λογοτεχνία του φανταστικού προοικονομούσε συνέβησαν. Η κοινή εμπειρία αναδεικνύει και τη διαφορετικότητα, την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου, την ύπαρξη διαβαθμίσεων στις επιλογές και τη στάση μας, όταν το υγρό βράζει και η ψυχραιμία είναι μια δαπανηρή πολυτέλεια.

Η Στελλάτου παραδίδει ένα ωραίο μυθιστόρημα, με δυνατή γλώσσα και σασπένς, πετυχαίνοντας την κατάλληλη δοσολογία των πρώτων υλών, ξεφεύγοντας από το ένα ακόμα λογοτεχνικό έργο για την πανδημία, αποκρούοντας με σαφήνεια κάθε μομφή για καιροσκοπισμό, επιμένοντας, ωστόσο, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, πως λειτουργία της λογοτεχνίας δεν θα έπρεπε να είναι ο εφησυχασμός και το νανούρισμα, πως οι δαίμονες συνεχώς ουρλιάζουν εκεί έξω. Ο Καιρός των κρυστάλλων είναι ένα πλήρες μυθιστόρημα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Η επέτειος - Andrea Banjani

Παιδί-γονείς, συνήθως νεκροί, εντός ή εκτός εισαγωγικών. Το ενδιαφέρον έχει δύο πλευρές, ωστόσο. Επιθυμία για το επόμενο, ενημέρωση μιας βιβλιογραφίας/Κορεσμός και επανάληψη, κίνδυνος. Οι προσδοκίες μου εξαντλούνται στο διακύβευμα. Κάπου στο βάθος, έχουν όλα ειπωθεί, πότε με ερωτηματικό, πότε με κάποια βεβαιότητα. Στην άκρη του νήματος, το Γράμμα στον πατέρα. Μικρότερες και μεγαλύτερες γυαλένιες, η μια δίπλα στην άλλη.

Η επέτειος τιμήθηκε με το σημαντικότερο ιταλικό βιβλίο λογοτεχνίας, το Strega. Μεταφράζεται σε διάφορες γλώσσες, στα ελληνικά από την έμπειρη και ανήσυχη Δήμητρα Δότση. Ένα βιβλίο που κινείται, διαβάζεται και σχολιάζεται.

Όταν ο αφηγητής χαιρέτισε τους γονείς του, η μητέρα του του ζήτησε να επιβεβαιώσει πως θα επιστρέψει, από την ενηλικίωση και μετά, άφησε το σπίτι στο μικρό χωριό για να σπουδάσει στο Τορίνο, από εκεί ερχόταν για κάποιες επισκέψεις, αυτή ήταν η τελευταία, ωστόσο, θα το συνειδητοποιούσε αργότερα, θα το επικύρωνε, δεν θα επέστρεφε ξανά. Πέρασαν από τότε δέκα χρόνια, να η επέτειος.

Μόνο αργότερα, μόνο ύστερα από την ερώτηση, πού το ξέρουμε, αμφισβητήθηκε μέσα μου το αυτοβιογραφικό της ιστορίας αυτής, μια υπόθεση από κεκτημένη ταχύτητα, η αυτομυθοπλασία ολοένα και καταλαμβάνει μεγαλύτερο χώρο στις αναγνώσεις μου, εκεί που παλιότερα ήταν εκ προοιμίου η διάκριση συγγραφέα και πρωτοπρόσωπου αφηγητή, τώρα συμβαίνει το ανάποδο, η ταύτιση, ωστόσο, ποια είναι η διαφορά, δεν διαβάζω για την αλήθεια αλλά για την αφήγηση, τι και αν συνέβη, τι και αν επινοήθηκε, δεν έχει και τόση σημασία.

«Το να αποσπάσω, λοιπόν, τη μητέρα μου από τον πατέρα μου ισοδυναμεί με το να τη βγάλω από εκείνο το σκοτάδι και να τη μετατρέψω ουσιαστικά σε μυθιστορηματικό πρόσωπο. Ίσως γι' αυτό να μην είχα γράψει ποτέ μέχρι σήμερα μυθιστόρημα. Έναν μηχανισμό δηλαδή που δίνει υπόσταση σε ένα σύμπαν στο οποίο δεν ήμουν άμεσος μάρτυρας, παρά μόνο εν μέρει».

Μια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος, κοντινού και μακρινού, οι γονείς πριν γίνουν και αφού έγιναν γονείς, ο πατέρας αφέντης, η μητέρα που ανεχόταν, τα παιδιά που προσπαθούσαν να βρουν και να καταλάβουν χώρο, ο αφηγητής που κάποια στιγμή αποφάσισε να μην επιστρέψει ξανά, να κλείσει την πόρτα πίσω του, να μην την ανοίξει. Μια σειρά από φωτογραφίες είναι τα κομμάτια του παζλ που σιγά-σιγά παίρνουν τη θέση τους στη συμπλήρωση της μεγάλης εικόνας. Διάλογοι δεν υπάρχουν, δράση ελάχιστη, ταμπλό βιβάν με voice over, ένα άλμπουμ με οικογενειακές φωτογραφίες, η κίνηση είναι μόνο η επιστροφή ή η αναχώρηση από το σπίτι, όχι το ενδιάμεσο, μόνο το σημείο άφιξης και αναχώρησης. Το παρελθόν είναι αυτό που πάντα είναι, παγωμένο, δεδομένο, ακίνητο. Αυτή η επιλογή λειτουργεί απόλυτα. Η απόσταση από εκείνο δίνεται με έναν τρόπο ξεχωριστό, που τονίζει και αναδεικνύει την απόφαση του αφηγητή, οριστική και αμετάκλητη, να μην επιστρέψει.

«[...] σε γενικές γραμμές, νομίζω πως ήταν μια από τις βαθύτερες παρεξηγήσεις μεταξύ των γονιών μου: εκείνος, που την εξουσίαζε, ήθελε από εκείνη να είναι ένα τίποτα ενώ εκείνος να είναι κάτι, κι εκείνη, από τη μεριά της, ήθελε να είναι ένα τίποτα, γιατί το τίποτα ήταν τουλάχιστον κάτι».  

Ο πατέρας, βίαιος, εκβιαστής, αφέντης. Η μητέρα παραδομένη. Το παιδί, ανεξάρτητα από την ηλικία, πάντα θα είναι το παιδί, μέμφεται εκείνη, που δεν αντέδρασε, που δεν πάτησε πόδι, που δεν είπε αρκετά, που δεν προστάτεψε τα παιδιά. Τη μέμφεται έμμεσα ή άμεσα, το δηλώνει ή το αφήνει να αιωρείται. Το κτήνος είναι κτήνος. Υπάρχει ένα σημείο σκέψης που το νιώθω οικείο, μου κόστισε, το κατακτώ όλο και περισσότερο, πιστεύω. Έχει να κάνει με τη διάκριση της εξήγησης και της αποδοχής. Διάσπαρτα στη αφήγηση υπάρχουν στοιχεία που ως ένα βαθμό εξηγούν τη συμπεριφορά και των δύο, γιατί εκείνος έκανε όσα έκανε και γιατί εκείνη δεν έκανε όσα θα έπρεπε. Αυτό δε σημαίνει κάτι παραπάνω. Τα αίτια και οι συνθήκες εξηγούν, δεν συγχωρούν, δεν δικαιολογούν, δεν απαλλάσσουν, κυρίως αυτό, δεν απαλλάσσουν. 

Ο αφηγητής δεν επιχειρεί να αναστήσει το παρελθόν, να καταφύγει σε μυριάδες τι θα συνέβαινε εάν, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα. Υποψιάζομαι πως σε κάποιους αναγνώστες θα λείψει το εύρος των συμβάντων, περισσότερα περιστατικά βίας, περισσότερα ενοχοποιητικά στοιχεία, περισσότερη δράση που θα τόνιζε τη μη δράση της μητέρας, που θα τους επέτρεπε να ταυτιστούν στη μομφή του γιου απέναντί της. Η αφαιρετικότητα, το συμπύκνωμα, οι επιστροφές ξανά και ξανά στην περιδίνηση, τα λίγα λόγια που μοιράζεται για τον εαυτό του μαζί μας, η άρνηση να μπει σε μια λογική μου συμβαίνει αυτό γιατί μου συνέβη εκείνο. Η απλότητα διατηρεί ως τέλους ενεργή τη σχέση γονείς-παιδί. Αυτή η απλότητα, παιδικότητα την είχα χαρακτηρίσει τότε, μου έφερε στο νου το υπέροχο Η μητέρα μου γελάει. Το παιδί που γράφει για τους γονείς του χωρίς να προβάλλει διαρκώς την ενήλικη εκδοχή του.

Παράδειγμα. Το γεγονός πως ο αφηγητής σπούδασε στο πανεπιστήμιο, ήδη τον τοποθετεί ψηλότερα από εκείνους. Αυτό όμως δεν έχει να κάνει με το διακύβευμα, το τι συνέβαινε τότε παλιά. Για να φέρω ένα λογοτεχνικό παράδειγμα, θα αναφερθώ στο Ο κηπουρός και ο θάνατος του Γκοσποντίνοφ. Τεχνικά άρτιο, συναισθηματικά δυνατό, ένα καλό βιβλίο για τη συγκεκριμένη θεματική. Ωστόσο, η σύμβαση πατέρας-γιος σπάει, ο γιος έχει ξεπεράσει κατά πολύ τον πατέρα, τώρα εκείνος έχει τον ρόλο του φροντιστή, ο πατέρας είναι άβουλος. Δεν το κρίνω, προφανώς όχι, με όρους αληθοφάνειας ή ρεαλισμού, εννοείται πως συμβαίνει κατά κόρον, όμως η σύμβαση σπάει.

Διαρκώς θεωρούσα δεδομένο πως οι γονείς έχουν πεθάνει, διαρκώς η αφήγηση μου υπενθύμιζε πως όχι. Η ακινησία ήταν της ποιότητας του θανάτου, παρότι δυνητικά υπήρχε δυνατότητα επιστροφής, το κλείσιμο της πόρτας υπήρξε οριστικό. Θυμήθηκα τον Βουόνγκ που γράφει στα αγγλικά ένα γράμμα στη μητέρα του που ούτε στη μητρική της γλώσσα δεν ξέρει να διαβάζει, πόσο μάλλον σε μια ξένη γλώσσα, μια ακόμα μεμβράνη προστασίας για τον γιο. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει το στοιχείο της αυτομυθοπλασίας εδώ, αν οι γονείς ζουν, πώς θα ένιωσαν διαβάζοντας το βιβλίο αυτό. Ειδικά η μητέρα. Τον πατέρα τον φαντάζομαι να λέει: τέτοιο μαλακισμένο ήταν πάντα.

Η στατικότητα και η αφαιρετικότητα απορροφούν μεγάλο μέρος από τη βιασμένη επιβολή συναισθήματος, εκείνος εν πολλοίς στέκεται στη σκιά, στις αποστροφές μόνο αποκαλύπτεται φευγαλέα ποιος είναι ο αφηγητής, ποιος είναι πραγματικά, ποιος είναι ως άτομο, ως ταυτότητα, πώς ζει, πώς αισθάνεται. Ένας παρατηρητής που δεν επιθυμεί να φανερωθεί, δεν επιθυμεί να παρατηρηθεί.

Άσχετα αν πρόκειται για προϊόν ακριβής αυτομυθοπλασίας ή όχι, ο Μπαγιάνι τα καταφέρνει περίφημα σε μια αρένα που ο ανταγωνισμός είναι ιδιαιτέρως έντονος. Ακόμα ένας πρωτοπρόσωπος αφηγητής που θα μας πει την ιστορία των γονιών του, ακόμα ένα οικογενειακό δράμα, σίγουρα αυτή η σκέψη κάπου υπάρχει εκεί πίσω στο μυαλό τη στιγμή που ένα βιβλίο όπως αυτό αφήνει τις σελίδες του να ανοιχτούν στον αναγνώστη. Αυτό που ήθελε να πει, το περιεχόμενο δηλαδή, η ιστορία είναι που επιβεβαιώνει πως η κατασκευή, ο τρόπος δηλαδή, λειτούργησε άψογα. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί να ιδωθεί με μια κάποια αντικειμενικότητα, το περιεχόμενο δύσκολα.

Μια ακόμα γυαλένια στο νήμα της λογοτεχνίας παιδί γονείς. Μια ακόμα γυαλένια στην καλή ιταλική λογοτεχνία που τα τελευταία χρόνια όλο εκπλήξεις είναι.

υγ. Για το Η μητέρα μου γελάει περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Για το Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι εδώ. Για το Ο κηπουρός και ο θάνατος εδώ. Τελευταία σχετικά διάβασα και το υπέροχο Ο μεγάλος Ρέι, περισσότερα εδώ. Λινκ για την ετικέτα Ιταλία θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Σπίτια καθαρά - María Agúndez

Το καλοκαίρι του '24 διάβασα το Ας πούμε πως είμαι εγώ (Βερόνικα Ράιμο, μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Δώμα), την επόμενη χρονιά τον Σουπερόσαυρο (Μέργεμ Ελ Μεγντάτι, μτφρ. Ιφιγένεια Ντούμη, εκδόσεις Carnívora). Αν και το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η αφηγηματική άνεση, μια γυναικεία πρωτοπρόσωπη πρόζα απολαυστική, φρέσκια και γάργαρη, εκείνο που στο μυαλό μου δημιούργησε δεσμό μεταξύ τους ήταν το γεγονός πως παρότι στην επιφάνεια της αφήγησης υπήρχε μια χαρουμενιά, κάτι το ανάλαφρο, κάπως αστείο, σίγουρα όχι σοβαροφανές, λίγο πιο κάτω, κρυμμένο καλά, υπήρχε ένας θυμός, ένα βάθος, μια αμφισβήτηση, γεγονός που δημιουργούσε μια διαρκή αντίστιξη, ένα χαμόγελο που σύντομα πάγωνε στα χείλη, για το οποίο μετάνιωνες, μια ελαφρότητα μόνο φαινομενική. Σίγουρα δεν διαθέτουν πολιτικοποιημένο φεμινισμό, ούτε σκληρή θεωρία φύλου, ωστόσο έχουν κάτι το ρεαλιστικό, κάτι από την κάθε μέρα, μικρές ψηφίδες που, παρότι εκεί, συχνά περνούν απαρατήρητες από το ραντάρ, ιδιαίτερα αν είσαι άντρας.

Διαβάζοντας τα Σπίτια καθαρά, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ένιωσα πως μια αναγνωστική τριπλέτα συμπληρωνόταν. Θα επιστρέψω σε αυτό.

Η Σολ, η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, εμμονική με την καθαριότητα, από τότε που έμεινε έγκυος δέχεται βοήθεια για τις δουλειές του σπιτιού. Το γεγονός αυτό της προκαλεί δύο προβλήματα, το ένα έχει να κάνει με την ποιότητα της καθαριότητας, το δεύτερο με τις κοινωνικοπολιτικές αρχές της. Συγυρίζει το σπίτι πριν οι καθαρίστριες έρθουν, τρέχει να φύγει ώστε να μην είναι παρούσα, προσπαθεί να είναι δίκαιη μαζί τους, κυρίως, επιχειρεί να κατευνάσει τις ενστάσεις του εαυτού της. Ένα κομμάτι τής σκέψης της σχετίζεται άμεσα με την εικόνα που έχουν οι άλλοι για εκείνη, το προνόμιο της μετατρέπεται σε βάρος, κάποια όπως η Σολ, λένε, δεν μπορεί να ασχολείται με τις δουλειές του σπιτιού, δεν μπορεί να θυσιάσει την επαγγελματική της καριέρα ώστε να αφοσιωθεί στην ανατροφή του παιδιού της, μια Λατινοαμερικάνα είναι η κατάλληλη γι' αυτό. Και αν εκείνη αυτό που θέλει να κάνει είναι να καθαρίζει με αμοιβή, αν αυτή θέλει να είναι η δουλειά της, ο τρόπος της να κερδίζει χρήματα, και όχι μια θέση ευθύνης στην κινηματογραφική παραγωγή, όλη μέρα μπροστά από μια οθόνη, με διαρκές στρες και άπειρες απλήρωτες υπερωρίες;

Επιστρέφοντας στην παραπάνω τριπλέτα, διαβάζοντας το Σπίτια καθαρά συνειδητοποίησα ακόμα κάτι κοινό και αυτό έχει να κάνει με τις αποχρώσεις του να είσαι γυναίκα. Το κοινό στοιχείο που συνδέει τις γυναίκες, τα κουήρ άτομα και τις φυλές, δεν είναι το γεγονός πως είναι γυναίκες, κουήρ άτομα ή ανήκουν στην ίδια φυλή, αλλά το ταξικό, μια πλούσια και μια φτωχή γυναίκα, για παράδειγμα, παρότι γυναίκες και οι δύο δεν αντιμετωπίζουν τις ίδιες καθημερινές δυσκολίες, το αυτό ισχύει και για τα υπόλοιπα παραδείγματα. Σκέφτομαι πόσο απλή, οριακά απλοϊκή μια τέτοια παρατήρηση μοιάζει, αλλά δυστυχώς πρέπει κανείς κάθε φορά να ξεκινάει από το πλέον προφανές για να δοκιμάσει τα όρια μιας συζήτησης για ένα σχετικό θέμα. Η Αγκούντεθ, μέσω της Σολ, χαρτογραφεί όλες αυτές τις αποχρώσεις, σε έναν κόσμο κυρίως γυναικείο και όμως όχι και με τόση συνοχή τελικά, με διαφορετικά προνόμια και δικαιώματα μεταξύ των μερών του. Γιατί, παρότι η Σολ έχει επίγνωση αυτού, αυτό δεν είναι αρκετό ώστε να εξαλείψει τις διαφορές. Επίσης, γιατί θα ήταν μονομερές να εξεταστούν μόνο τα προνόμια της Σολ σε σχέση με τις Λατινοαμερικάνες καθαρίστριες και τροφούς, χωρίς να γίνει λόγος για τα προνόμια τα οποία η Σολ στερείται σε σχέση με τις άλλες μάμις που συναναστρέφεται ή εκείνα τα προνόμια που κουβαλά και θέλει να τα πετάξει από πάνω της, όχι για έναν πιο δίκαιο κόσμο αλλά για να ζήσει όπως επιθυμεί και της αρέσει.

Η πρόζα της Αγκούντεθ είναι απολαυστική, η ανάγνωση ρέει και όμως εδώ και εκεί υπάρχουν διάφορα αγκαθάκια ή πετραδάκια που έρχονται να ενοχλήσουν, λιγότερο ή περισσότερο, αυτό έχει να κάνει και με το αναγνωστικό υποκείμενο, ένα βιβλίο δεν είναι μόνο το υποκείμενο της γραφής αλλά και εκείνο της ανάγνωσης. Χαλαρό και ευχάριστο, σε σημεία αφελές ακόμα-ακόμα,  ωστόσο φαινομενικά και επιφανειακά, από κάτω το πράγμα βράζει. Και έχει ενδιαφέρον η απόφαση της Αγκούντεθ να τοποθετήσει τη Σολ ως έναν καθρέφτη στο οποίο μεγάλο μέρος του αναγνωστικού κοινού θα αναγνωρίσει την εαυτή του ή κάποια που γνωρίζει. Ίσως και πιο ειλικρινές. Ίσως τελικά να ισχύει πως μόνο για ό,τι ξέρει κανείς μπορεί να γράψει με επιτυχία, αν η επιτυχία σχετίζεται με την αληθοφάνεια και τον ρεαλισμό, ή και τον κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό, τι και αν αυτός δεν είναι το βασικό διακύβευμα της αφήγησης.

Φρέσκο και σύγχρονο, αυτό σκέφτομαι για το Σπίτια καθαρά, ίσως γιατί πρόσφατα σε μια μεγάλη παρέα για ώρα συζητούσαν το πόσο δύσκολο είναι να βρεις και να εμπιστευτείς μια γυναίκα που θα σου καθαρίζει το σπίτι, και, συνέχιζαν, αν τυχόν βρεις τότε σου ζητάει ένα σκασμό λεφτά. Βαρέθηκα σύντομα τη συζήτηση. Αντιλαμβάνομαι πως είναι κάποιου είδους πρόβλημα αλλά όχι για να βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας, όχι για περισσότερα από ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, όχι για θεωρία και φιλοσοφία, αλλά ως αίτημα, ξέρεις κάποια γυναίκα να μου κάνει τις δουλειές του σπιτιού, ναι ή όχι και πάμε παρακάτω.

Η Αγκούντεθ δεν έχει απλώς μια καλή ή έξυπνη ιδέα, το μυθιστόρημα της δεν εξαντλείται σε αυτό. Έχει μια συγκεκριμένη ματιά στον κόσμο γύρω της, μια ματιά ικανή να μην χρειάζεται τόνους βιβλιογραφίας και επιστήμης, μια απλή ματιά κατανόησης του οικείου της κόσμου, μια διάθεση ζαβολιάς, μια διάθεση να ενοχλήσει λίγο πίσω από την πέπλο της χαρούμενης και αφελής αφήγησης, χωρίς να βαραίνει αχρείαστα το περιεχόμενο του μυθιστορήματος, χωρίς να γυρεύει εξεζητημένα κομμάτια θεωρίας ή στράτευσης και με αυτό τον τρόπο πετυχαίνει πολλά περισσότερα τελικά, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια.

Η Σολ είναι ένας αμφιλεγόμενος χαρακτήρας και θα εξηγήσω τι εννοώ. Ο προβληματισμός της γύρω από τη ζωή και τα πράγματα, ακόμα και αν υπερκεράσει κάποια εμπόδια και ιδωθεί, ακόμα και αν θεωρηθεί, θέλω να πω, υπαρκτός, δεν θα φτάσει μέχρι του σημείου του να θελήσεις να την πάρεις μια αγκαλιά ή να σκεφτείς πώς θα μπορούσες να την βοηθήσεις. Αυτό είναι που την κάνει αμφιλεγόμενη. Συμπαθητική και έχει δίκιο αλλά ως ένα σημείο. Υπάρχει ένα δεδομένο προνόμιο που της επιτρέπει να ελιχθεί ακόμα και ερχόμενη σε σύγκρουση με το ίδιο της το προνόμιο, η σύγκρουση αυτή απλώς θα σοκάρει τον περίγυρό της, θα τον προβληματίσει ή θα τον απογοητεύσει, αλλά δεν θα θέσει σε κίνδυνο την ίδια της την επιβίωση. Δεν είναι απλό, σίγουρα όχι αρεστό, να αμφισβητεί ο άλλος, ο κάθε άλλος, τα προβλήματά μας, να τα γειώνει και να μας απαντά για τις γυναίκες στη Λατινική Αμερική, για να δώσω ένα ενδοκειμενικό παράδειγμα. Δεν είναι ωραίο κάποιος να κατονομάζει το προνόμιο μας, ακόμα και αν αυτό είναι ελάχιστο, γιατί μας το υπενθυμίζει, γιατί μας αναγκάζει να το λάβουμε υπόψη, να το υπολογίσουμε στο παροντικό ταμείο, να κάνουμε τουλάχιστον ένα βήμα και από εκεί να παρατηρήσουμε ξανά τον εαυτό μας, να σκεφτούμε λίγο πριν ανοίξουμε το στόμα μας για να παραπονεθούμε. Και ξέρετε κάτι, υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα για τα οποία μπορούμε να παραπονεθούμε, τόσα πολλά πράγματα για τα οποία πρέπει να πολεμήσουμε και να διεκδικήσουμε. Ένα προνόμιο δεν μας στερεί αυτό το δικαίωμα, αυτή την ανάγκη. Κατά κάποιο τρόπο, το πώς παραπονιόμαστε, υποτιμά τον εαυτό μας, χαμηλώνει εξαιρετικά τον πήχη. Θέλω να πω: είναι ένα ζήτημα αν θα βρω κάποιο άτομο να με βοηθήσει με τις δουλειές του σπιτιού, αλλά είναι σίγουρα ένα μεγαλύτερο και σοβαρότερο ζήτημα το γεγονός πως δεν θα πάρω σύνταξη, όχι;

Βιβλία όπως τα Σπίτια καθαρά διαθέτουν μια σκανδαλιά που πολύ του γούστου μου είναι, ικανά να επιφέρουν ρωγμές πιο καίριες από άλλα πιο στρατευμένα που προσπαθούν πολύ να το κάνουν.

υγ. Για το Ας πούμε πως είμαι εγώ περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, για τον Σουπερόσαυρο εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Ναπάλμ στην καρδιά - Pol Guasch

«Ήρθε το κρύο, όπως έρχεται πάντα. Ένα πρωινό σηκώνεσαι και το έδαφος είναι άσπρο. Οι μέρες ήταν σύντομες και παγωμένες. Από το παράθυρο όλα γίνονταν μικροσκοπικά και αδιάφορα».

Ο τίτλος, το εξώφυλλο, ο μεταφραστής, ο εκδοτικός οίκος. Ναπάλμ στην καρδιά, λευκή επιφάνεια με μια εικαστική όρθια σύνθεση δεξιά, Ευρυβιάδης Σοφός, Κείμενα. Και ένα άγνωστο όνομα. Πολ Γουάσκ.

Δεν διάβασα το οπισθόφυλλο. Γύρισα την πρώτη σελίδα, ήρθε το κρύο, όπως έρχεται πάντα. Ήταν αρκετό αυτό, το επόμενο βιβλίο είχε λάβει θέση. Όλα συνέβησαν γρήγορα. Ο ορίζοντας προσδοκιών, επίσης. Από ποια μονοπάτια άραγε, η εικόνα από το εξώφυλλο του Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι αναδύθηκε. Μια κουήρ αυτομυθοπλασία περίμενα. Η εικόνα ολοένα και εξασθενούσε καθώς οι σελίδες γύριζαν, απομακρυνόταν η συγγένεια, κάτι άλλο δοκίμαζε να κάνει ο Γουάσκ.

Πάνε δεκαπέντε ή και περισσότερα χρόνια που διάβασα την Κίτρινη βροχή, τον μονόλογο του τελευταίου κατοίκου ενός χωριού στα Πυρηναία. Το σκεφτόμουν όλο και περισσότερο το βιβλίο εκείνο διαβάζοντας το Ναπάλμ στην καρδιά, εκεί όπου, σε ένα ερημωμένο χωριό στρατιωτικοποιημένης ζώνης, ένας ανώνυμος νεαρός περιμένει μια ευκαιρία για να δραπετεύσει.

Υπάρχουν δύο κύρια μονοπάτια σε ένα δυστοπικό μυθιστόρημα, στο ένα ο αφηγητής ξεναγεί και εξηγεί, στο άλλο απλώς καταγράφει τη συνθήκη στην οποία βρίσκεται. Ο ανώνυμος νεαρός πρωτοπρόσωπος αφηγητής ακολουθεί το δεύτερο. Κάθε αφηγηματική επιλογή έχει τα πλεονεκτήματά της, αρκεί να χρησιμοποιηθεί κατάλληλα. Μια ημερολογιακή καταγραφή του τώρα, μια αφήγηση του τότε και μια σειρά από επιστολές στον αγαπημένο του Μπόρις, αυτές οι τρεις αφηγηματικές ροές συνθέτουν το μυθιστόρημα αυτό. Ο αφηγητής ξέρει για τι πράγμα μιλάει, ο Μπόρις επίσης, οι όποιες επεξηγήσεις είναι, αν είναι, αναγκαίες και απαραίτητες για τον αναγνώστη.

Υπάρχουν στιγμές, ειδικά στην αρχή και όσο η ανάγνωση είναι αποσπασματική, που ο αναγνώστης ίσως νιώσει πως βαδίζει στα τυφλά, όσο η ανάγνωση προοδεύει και διαρκεί, αυτό το συναίσθημα δεν απολύεται μεν, μετατρέπεται σε οργανικό συστατικό της εμπειρίας δε, επιτρέπει σε μια κοινή επικράτεια να αναπτυχθεί, μια ιδιότυπη, σίγουρα, κοινή επικράτεια. Ο αφηγητής δεν απευθύνεται άμεσα σε κανέναν πλην του Μπόρις και του ίδιου του του εαυτού, η δυσφορία, η δυσκολία και η πνιγηρότητα κυριαρχούν. Σκέφτηκα να προσθέσω και την απελπισία, όμως θα έπρεπε, αποφασίζω, να την παρατάξω παρέα με την ελπίδα, σχήμα μάλλον οξύμωρο, ωστόσο παρόν. Μπορεί κάποιος που είναι απελπισμένος να ελπίζει; Μα και βέβαια. Κυρίως αυτό συμβαίνει.

Κανείς δεν μπορεί να βρεθεί στη θέση του άλλου, ακόμα περισσότερο όταν η μυθοπλαστική μεμβράνη τυλίγει την εξιστόρηση. Και όμως, η δυσφορία, η δυσκολία και η πνιγηρότητα χαρακτηρίζουν την ανάγνωση εξαιτίας αυτού του αόριστου και του αφηρημένου κόσμου στον οποίο κινείται εγκλωβισμένος ο αφηγητής, το συναίσθημα του να βρίσκεσαι σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και να ακούς μια ιστορία τρόμου, κάπως έτσι. Οι σελίδες συνεχίζουν να γυρίζουν, κάποια κομμάτια έρχονται να προστεθούν στο παζλ, κάποιες χαραμάδες αφήνουν κάποια ελάχιστα φωτόνια να εισέλθουν, ωστόσο εκείνο που μάλλον συμβαίνει είναι να ατονήσει σιγά σιγά το ενδιαφέρον του τι συμβαίνει και του πού βρισκόμαστε, δεν είναι αυτό το διακύβευμα.

Το δίπτυχο ελπίδα απελπισία δεν είναι το μόνο αντιθετικό και οξύμωρο. Η ποιητικότητα συμπορεύεται με τον κακοτράχαλο θυμό, η αναχωρητικότητα με τον σκληρό ρεαλισμό, η οικογενειακή ασφυξία με τον πόνο της απώλειας. Ο Γουάσκ, με αρκετές λογοτεχνικές σπουδές στο βιογραφικό του, περισσότερο από μια ιδέα, δείχνει να έχει ένα αρκετά προσωπικό όραμα, ένα σύμπαν, έναν τρόπο, μια φωνή, αυτά τα στοιχεία είναι που συνέχουν κυρίως το αφήγημα αυτό, που διατηρούν την ισορροπία και τη λειτουργικότητα, που το καθιστούν ξεχωριστό. Η ιδιαιτερότητα, παρότι ομόφωνα ποθητή, στην πράξη διχάζει, τα φιλόδοξα έργα το έχουν αυτό το χαρακτηριστικό, η αδιαφορία δεν τα αγγίζει, συνηθίζουν να διχάζουν και να πολώνουν, εκεί που κάποιος διακρίνει ένα αριστούργημα, κάποιος άλλος ισχυρίζεται πως η όση ανάγνωση ήταν απλώς και μόνο χάσιμο χρόνου. Δεν προσδίδει παράσημα η μία ή η άλλη υποδοχή, απλά συμβαίνει.

Τι και αν περίμενα κάτι διαφορετικό, το Ναπάλμ στην καρδιά με υπνώτισε και με βύθισε στον κόσμο του, τι και αν δεν μπόρεσα παρά ελάχιστα να τον αποτυπώσω στη φαντασία μου, η δυσφορία, η δυσκολία και η πνιγηρότητα με κατέλαβαν πλήρως, κάτω από την επιφάνεια της ανάγνωσης ο βυθός βίωνε μια αναστάτωση, μια ανάγνωση ανησυχαστική. Όσο παραβολικά ή μεταφορικά και αν σκέφτηκα επί του βιβλίου κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας της ανάγνωσης δεν κατάφερα να ξεχωρίσω τα νήματα αναμεταξύ μας, τα κομμάτια που μέσα μου κινούνταν, μετατοπίσεις και μικροσεισμοί, οι αναλογίες δεν υπήρχαν, όσο και αν ένιωθα δυσφορία, δυσκολία και πνιγηρότητα, δεν μπορούσα να εντοπίσω τι ήταν εκείνο που τις προκαλούσε, σίγουρα δεν ήταν απόλυτη, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα, ενσυναίσθηση, κάτι δικό μου με απασχολούσε. Σε αυτό το κενό βυθίστηκα, σε αυτό το άγνωστο γιατί. Η αφαιρετικότητα της αφήγησης ενίσχυε αυτό το βύθισμα, γνώριζα καλά έναν άνθρωπο χωρίς να τον ξέρω πραγματικά, διάβαζα μια αφήγηση που δεν απευθυνόταν σε μένα, που δεν μου ζητούσε, που δεν την ενδιέφερα.

Και ακριβώς επειδή δεν της προκαλούσα το ενδιαφέρον της απεύθυνσης ή του αιτήματος, δεν επιχειρούσε να με υπονομεύσει ή να με εκβιάσει συναισθηματικά, δεν επιχειρούσε να λάβει το στέμμα του θύματος, να γιατί μπορεί η ελπίδα να χορεύει σφιχτά πιασμένη με την απελπισία, να γιατί δεν χρειάζεται κάθε πρωτοπρόσωπη αφήγηση να πάσχει από εγωπάθεια και εγωκεντρισμό. Ίσως, σκέφτομαι, επειδή περίμενα μια κουήρ αυτουμυθοπλασία, και δεν τη διάβασα, ίσως γι' αυτό να μου άρεσε τόσο πολύ το βιβλίο αυτό, γιατί παρέα με αυτό που περίμενα υπήρχαν και ένα μάτσο ενστάσεις και φοβίες ειδολογικού ή της μόδας χαρακτήρα. Διαβάζοντας κάτι εντελώς, ή όχι και τόσο υπό μια έννοια, διαφορετικό, κάτι που δεν περίμενα και διόλου προετοιμασμένος δεν ήμουν, αλλά και πώς να ήμουν, το Ναπάλμ στην καρδιά σε σημεία με πήρε και με σήκωσε, να πώς μπορεί η δυσφορία να συνέρχεται με την απόλαυση, να πώς ο κόμπος στο στομάχι βρίσκεται λίγο πιο κάτω από το διάφραγμα που ανεβοκατεβαίνει ελεύθερο.

Αυτό είναι ένα πρωτόλειο έργο. Σκέφτομαι πάντα πως το δεύτερο βήμα ενός συγγραφέα ίσως και να είναι το πλέον κρίσιμο, στο πρώτο έχει αφιερώσει χρόνο, κόπο, συναίσθημα και βίωμα, η κυοφορία διήρκεσε αρκετά. Τώρα, έχοντας διαβάσει δύο φορές αυτό το βιβλίο, σκέφτομαι πως η αναμονή για το επόμενο διαθέτει μια διαφορετική ποιότητα. Σίγουρα ο χρόνος θα δείξει, αλλά σήμερα θα πόνταρα πως εδώ έχουμε την ανατολή μιας ενδιαφέρουσας και ιδιαίτερης λογοτεχνικής φωνής.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για την Κίτρινη βροχή περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ευρυβιάδης Σοφός
Εκδόσεις Κείμενα