Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Μια φράση

Οι συνθήκες δεν θα είναι ποτέ οι κατάλληλες, τουλάχιστον όχι εκ των προτέρων, εκ των υστέρων μπορεί, έτσι όπως αναπολείς το παρελθόν και τι άλλο να το κάνεις δηλαδή το παρελθόν, αν όχι να το κοιτάς έτσι όπως ολοένα και ξεμακραίνει, εκείνα τα νησιά, πότε συμπλέγματα, πότε ελάχιστες επιφάνειες στεριάς, που, αργά ή γρήγορα, το ξέρεις, το έχεις καταλάβει, θα τις καλύψει ολοκληρωτικά η άνοδος της στάθμης της λήθης, οι νέες καταχωρήσεις, τα νερά που κατεβάζει ο χείμαρρος του παρόντος, φουσκωμένα ακόμα και όταν όλα μοιάζει να λιμνάζουν ενοχλητικά, ίσως μια κορυφή να διακρίνεται πού και πού, αλλά και πάλι, σκέφτεσαι, πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσες πως βαριέσαι, σαν παιδί συνέβαινε συνέχεια, εκείνο το απόγευμα, ο δείκτης είχε μετακινηθεί εποχικά, πήγαινες και ερχόσουν από το τσιμεντένιο γήπεδο στο σπίτι, με τα πόδια ή με το ποδήλατο, δεν περνούσε η ώρα, δεν νύχτωνε, η ενόχληση σε διέλυε, η βαρεμάρα ή, μάλλον, η απουσία της να είναι άραγε ο πυρήνας της ενηλικίωσης, ο χρόνος που τρέχει καταπάνω σου, όλο λες να θα τον δαμάσω, θα τον πιάσω από τα κέρατα, όλο ξεγλιστρά αυτός.

Δεν έχεις άλλο τρόπο να γράψεις παρά μόνο αυτόν, μια φράση σου έρχεται στο μυαλό, οι συνθήκες δεν θα είναι ποτέ οι κατάλληλες, τουλάχιστον όχι εκ των προτέρων, εκ των υστέρων μπορεί, κάθεσαι εδώ στην κουζίνα, πληκτρολογείς και η στιγμή έχει παρέλθει, η φράση μένει χτυπημένη στην οθόνη, ο κέρσορας αναβοσβήνει, οι συνθήκες δεν θα είναι ποτέ οι κατάλληλες, βλέπεις, εκ των υστέρων θα μετανιώσεις, τότε ήταν η κατάλληλη στιγμή, εκείνη κοιμάται, το κινητό είναι ακόμα στο αθόρυβο, ο καφές δεν είχε τελειώσει, το φλιτζάνι σου ήταν πλυμένο και έτοιμο, ανακάτεψες κάποιους κόκκους ζάχαρης, έκαιγε πολύ, εσύ λαχταρούσες, πήρες στα χέρια σου το βιβλίο που το βράδυ στενάχωρα εγκατέλειψες για χάρη του ύπνου, του κακού ύπνου, να σηκώνεσαι ξανά και ξανά να γυρεύεις κάτι με γεύση, ο εγκέφαλος, είπε μια ειδικός, έχει εκπαιδευτεί να γουστάρει όποτε γουστάρει και να απαιτεί ενέργεια, τα μωρά, συνέχισε, τα ξεγελάνε με χαμομήλι, το στομάχι γεμίζει και στέλνει σήμα πληρότητας, ο εγκέφαλος, ωστόσο δεν παίρνει την ενέργεια που λαχταρούσε, σιγά σιγά παραδίδεται σε έναν ύπνο συνεχόμενο, ο καφές κρυώνει, ενώ εσύ διαβάζεις, ο καφές τελειώνει, ενώ εσύ πασχίζεις να διατηρήσεις τη στιγμή, αυτή η ιδέα, έμμονη ή περιοδικά μόνο επαναλαμβανόμενη, πως αυτό σου αρέσει να κάνεις τα πρωινά.

Η αντανάκλαση της μυρωδιάς σου στην επιφάνεια του απέναντι ήχου είναι μια φράση που δεν λέει τίποτα παρά μόνο πως σε αναζητούσα, την ώρα που σκέφτεσαι πως ζούμε σ' έναν κόσμο όπου ο άνεμος ονομάζεται από πού έρχεται και όχι πού μας πηγαίνει, αν μας πηγαίνει, μια θεώρηση παθητική, στατική, πεισματική, ο άνεμος ως κάτι κακό και όχι ως μια μεταφορά, την ώρα που σκέφτεσαι πως το πρόβλημα με το τσάι είναι πως η μυρωδιά του υπόσχεται περισσότερα απ' όσα η γεύση του προσφέρει, ο καφές τελείωσε και η φράση οι συνθήκες δεν θα είναι ποτέ οι κατάλληλες, τουλάχιστον όχι εκ των προτέρων, εκ των υστέρων μπορεί, σκέφτεσαι/θυμάσαι πως ήρθε μαζί με την εικόνα σας να περπατάτε στην ολοένα και πιο άδεια πόλη, είχε πια βραδιάσει, σε κάποια κόκκινη αναμονή εκείνη το είπε, όχι ακριβώς έτσι αλλά αυτό ήταν το νόημα, θα μπορούσε να πει μην χάνεις τον χρόνο περιμένοντας κάτι που δεν υπάρχει, κάτι που ποτέ δεν υπάρχει παρά μόνο εκ των υστέρων μπορεί, παρά μόνο ως αντικεμενικοποίηση ενός παρατηρητή εξωτερικού, του ίδιου σου του εαυτού πιθανότατα, οι τότε συνθήκες, άψογες και ιδανικές, επιτείνουν την ακαταλληλότητα των τωρινών, η ανακαίνιση στο πάνω διαμέρισμα, ο πονοκέφαλος, η μη έμπνευση, η μη επιθυμία να κάτσεις στο τραπέζι της κουζίνας, η αναμονή, η αναστάτωση, τα καρπούζια του Βαγγέλη, εκείνη που από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνήσει, το ρεπό που θα μεσημεριάσει, η κόπωση της εβδομάδας, η διαταραχή του ελεύθερου χρόνου, οι δυνατότητες άπειρες, η ματαιότητα τα σκήπτρα.

Ξανά τον Σεπτέμβρη.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι - Γιάννης Καρκανέβατος

Μια γυναίκα αποφασίζει να αναλάβει μόνιμα τη βραδινή βάρδια στην εργασία της, κάτι που κανείς άλλος από τους συναδέλφους της δεν προτιμά, βγάζοντας από τη δύσκολη θέση την προϊσταμένη της και υπεύθυνη κατάρτισης του εβδομαδιαίου προγράμματος, χωρίς να πει γιατί, απλά το ζητά, η προϊσταμένη της ανακουφίζεται, εκείνη της αποκρύπτει, μήπως φανεί ή δείξει αφελής, πως το πραγματικό διακύβευμα είναι να κοιμάται χωρίς τη δαμόκλειο σπάθη του ξυπνητηριού που έρχεται και καρατομεί τα όνειρά της.

Υπάρχουν κάποιες ιδέες γέννησης ή περιστροφής ενός λογοτεχνικού κειμένου ταυτόχρονα πρωτότυπες και προφανείς, που οδηγούν τον αναγνώστη, άσχετα αν είναι ή όχι επίδοξος γραφιάς, να αμφιταλαντευτεί, ακριβώς επειδή είναι ταυτόχρονα πρωτότυπη και προφανής στην περίπτωσή μας η ιδέα/επιθυμία/ανάγκη ενός ατόμου να πάψει να ζει υπό την απειλή του πρωινού ξυπνητηριού διεκδικώντας τα όνειρά του, να αμφιταλαντευτεί για το αν είναι απλώς μια καλή ιδέα για ένα διήγημα ή αν είναι μια δική του ανάγκη, και επειδή μιλάμε για όνειρα, λέξη λάστιχο που τραβιέται τεντώνεται ξεχειλώνει ή σπάει, αυτή η αμφιταλάντευση επιτείνεται ακόμα περισσότερο, εσύ τι ονειρεύεσαι, με ρωτάει εκείνη η κοπέλα, και εγώ της απαντώ πως δεν ξέρω, χωρίς να είμαι σίγουρος σε ποια όνειρα αναφέρεται, του ύπνου ή του ξύπνιου, της λογικής σκέψης ή της συναισθηματικής φαντασίας, του ρεαλιστικού ή του ρομαντικού βασιλείου, του βυθού ή του ορίζοντα, όπως και να έχει δεν ξέρω, αυτό της λέω ενώ περπατάμε στην άδεια Πατησίων.

Και αυτή η γυναίκα και η διεκδίκηση των ονείρων της, παρόλο που κανείς δεν της στέκεται εμπόδιο, το αντίθετο συμβαίνει, το ξεφύσημα ανακούφισης της προϊσταμένης της το δείχνει, με κάποιο τρόπο έρχεται να συνοψίσει εν πολλοίς αυτή τη συλλογή διηγημάτων, το δεύτερο λογοτεχνικό έργο του Γιάννη Καρκανέβατου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Μια ιδέα ταυτόχρονα ορθή και λοξή, προφανής και πρωτότυπη με τον τρόπο της, ο καμβάς, ο μετασχηματιστής που θέτει το υπό διαμόρφωση σε κίνηση. Όπως και ο συγκάτοικός της, λίγα διηγήματα νωρίτερα, που παλεύει να βρει σπίτι στο Παρίσι και η μία κακοτεχνία διαδέχεται την επόμενη, τώρα εκείνος κρατάει μια γυάλινη σφαίρα, ένα σουβενίρ της πόλης, την αναποδογυρίζει και τότε χιονίζει, όποτε θέλει εκείνος χιονίζει στο Παρίσι, η αναζήτηση σπιτιού, σχέσεις τιμής και απόδοσης, επιθυμίας και συμβιβασμού, αποκτά κάτι το γκροτέσκο, δεν μπορείς παρά να γελάσεις με την αρχιτεκτονική ταχυδακτυλουργία, δεν μπορείς, ταυτόχρονα, να μη διακρίνεις το ζοφερό της συνθήκης, παρότι η ανάληψη αντλεί από τον παρελθοντικό ταμιευτήρα, όσα έγιναν έγιναν, τώρα ο αφηγητής κρατάει μια γυάλινη μπάλα στα χέρια του, αναθυμάται και εξιστορεί, ένας μικρός χιονοθεός.

Μικρού σχετικά μεγέθους, τα διηγήματα της συλλογής διαπνέονται από μια συνοχή, πότε χειροπιαστή και πότε διαισθητική, πότε ανά ζεύγη και πότε εν συνόλω, πότε τεχνικά και πότε στη σύστασή τους. Η συνοχή του συνόλου, ανάμεσα σε άλλα, λειτουργεί και ως ένα επόμενο δωμάτιο, εκεί διαδραματίζεται κάποια άλλη ιστορία, ταυτόχρονα όμως υπάρχει και ο απαραίτητος χώρος ώστε η προηγούμενη να συνεχίσει να επιδρά, η ουρά της καταφέρνει να ακολουθήσει τον αναγνώστη στο γύρισμα της σελίδας και στον επόμενο τίτλο, η βραδεία καύση εκτονώνεται, πυροδοτεί την ανάγνωση του επόμενου διηγήματος, μια αλυσίδα διαδοχικής αντίδρασης. Η βραδεία καύση, επί τούτου ή εκ της φύσεως της γραφής, διχοτομεί την ανάγνωση, μετά τα δύο τρία πρώτα διηγήματα, μέχρι ο καυστήρας να λειτουργήσει, μια αμηχανία κυριαρχεί, ακολούθως αυτή παύει, το τώρα της ανάγνωσης (το διήγημα που διαβάζεις) αναπτύσσεται με το τώρα της πυροδότησης (τα διηγήματα που διάβασες προηγουμένως). Η διχοτόμηση, συχνά και σε περισσότερα των δύο μερών, που στην πλειοψηφία της λογοτεχνίας υπάρχει από καταβολής της, το τότε και το τώρα, το αφηγηματικό υποκείμενο, η συγγραφική σκιά, η πραγματικότητα και η μυθοπλασία, το εσωτερικό και το εξωτερικό, μεταξύ άλλων, εμπλουτίζεται περαιτέρω.

Η απλότητα είναι ποθητή, σίγουρα. Ωστόσο, δεν είναι απλή στην αναγνωστική πρόσληψη, απαιτεί με έναν τρόπο χαμηλότονο, ήπιο, ευγενή, παίρνει όλο το ρίσκο να μην λειτουργήσει, έτσι είναι πλασμένη, αυτή είναι, διατεθειμένη να πεθάνει για τις ιδέες της. Η απλότητα είναι ένα ακόμα συστατικό συνοχής της παρούσας συλλογής. Η απουσία απόπειρας εντυπωσιασμού, επίσης, αν και η ίδια η απλότητα μπορεί να υπάρξει εργαλείο στα χέρια ενός εντυπωσιαστή, ας το θυμάμαι αυτό. Διάφορα ζεύγη χορεύουν στο κεφάλι μου αυτή τη στιγμή. Τυχαία τα φωτογραφίζω, αρμονικά και ετερόκλητα καθώς περιστρέφονται, σίγουρα εξισορροπιστικά, το κάθε μέλος αναδεικνύει τις αρετές του παρτενέρ του, την ώρα που τις δικές του δεν τις λαμβάνει περί πολλού. Ο συγγραφέας και τα διηγήματα, να ένα ζευγάρι, να ένα καλό (παρά)δειγμα. Ο γραφιάς και ο αναγνώστης, δύο εκφάνσεις μιας φύσης, να ακόμα ένα ζευγάρι.

Αυτό το ζευγάρι ίσως μπορεί να αποδειχτεί πεδίο γόνιμο για τον συλλογισμό, αλλά και για το συναίσθημά, μου. Ο αναγνώστης έχει διαβάσει επαρκώς, με τη δίψα ακόρεστη, τον ενθουσιασμό παρόντα, την απογοήτευση οδυνηρή όταν συμβαίνει, την απόπειρα να διακρίνει τα συστατικά της εκάστοτε κατασκευής, φιλόδοξος να απαντήσει ακόμα και στο γιατί του άρεσε τόσο πολύ, γιατί το θεωρεί υποδειγματικό ή σπουδαίο δείγμα γραφής, η ζήλια, εκείνο το συναίσθημα που σηκώνοντας το βλέμμα από μια σελίδα κοιτάζοντας ξανά εκείνο που έχεις κάθε λόγο να υποθέσεις πως σε περιμένει να το αντικρίσεις να μην είναι πια το ίδιο, σκέφτεται πως η συγγραφή είναι άλλο πράγμα, πιο σύνθετο, πιο απαιτητικό στον χώρο και τον χρόνο που γυρεύει αχόρταγα. Ο γραφιάς τρέφεται από την ανάγνωση, το ξέρει και γι' αυτό ποθεί υπό απειλή του δικού του αφανισμού τον αναγνώστη εαυτό του, συγκρίνεται αναπόφευκτα μαζί του, τι είναι εκείνο που αξίζει εδώ, αν όλα έχουν πια ειπωθεί, τι μένει ακόμα, αμφισβητεί ακόμα και την ίδια του τη φύση, την απόφαση, τη μέρα που κατάλαβα ότι θέλω να γίνω συγγραφέας, από ποιο ταμιευτήρα θα αντλήσει το απαραίτητο νερό ενός υδροφόρου ορίζοντα αγνώστου ποσότητας και ποιότητας κοιτάσματος, αν είναι ο γραφιάς ή ο αναγνώστης εκείνος που κοιτάζει, θυμάται, επιθυμεί να αφηγηθεί, αν ο τρόπος είναι ο δικός του ή αν πια τα δάνεια είναι τόσα πολλά που το αποταμιευτικό κεφάλαιο πια χάνεται πίσω από δεκάδες γραφειοκρατικές διεργασίες μέσα στα χρόνια, για να μην αναφερθούμε στο τι, ποιες από τις αναμνήσεις/ιδέες είναι δικές του χωρίς να παρεμβάλλεται ο αναγνώστης εαυτός. Οι δυο τους χορεύουν, δεν είναι πως υποτιμούν τον εαυτό τους, είναι πως νιώθουν πως χρειάζονται τον άλλον, πως μόνο μαζί του ο χορός μπορεί να έχει κάποιο νόημα, όποιο και αν είναι αυτό, κάποια ευχαρίστηση.

Σε πλάγια γράμματα παραπάνω χρησιμοποίησα τον τίτλο του καταληκτικού διηγήματος Επίλογος ή Η μέρα που κατάλαβα σε πλήρες ανάπτυγμα, μια εγκιβωτισμένη συλλογή μικροδιηγημάτων ή συμπυκνωμένων διηγημάτων εν σπέρματι, αποτελούμενη από δώδεκα καρέ, που απαντάνε στο ερώτημα ποια ήταν η μέρα που κατάλαβε ότι θέλει να γίνει συγγραφέας, και τώρα που είναι συγγραφέας τα αναπολεί, τώρα μπορεί να τα διακρίνει, ένα ακόμα ζευγάρι που χορεύει. Αλλά και το παιχνίδι που φλερτάρει με την αναξιοπιστία, η μέρα που κατάλαβα ότι θέλω να γίνω συγγραφέας δεν είναι μία. Αυτό το υβριδικό διήγημα δεν εξαντλείται στην ποιητική του συγγραφέα, δεν απαντά απλώς σε ερωτήματα, αν κάτι τέτοιο συνέβαινε θα είχε αξία απλώς αυτοδοκιμιακή ή θα ήταν μια καταχώρηση ημερολογιακού ενδιαφέροντος, αντίθετα καταφέρνει να λειτουργήσει τόσο αυτόνομα, όπως η ίδια η συλλογή στην οποία ανήκει, όσο και ως μια μινιατούρα, ένα κατασκευαστικό μοντέλο, ένα προσχέδιο που συνοψίζει προθέσεις, επιθυμίες και ιδιότητες του συγγραφικού πια υποκειμένου, αυτό που θα γινόταν τελικά.

Τελευταίο ζευγάρι: η κατασκευή και η ψίχα κάθε ιστορίας, η κατασκευή και η ψίχα τής συλλογής αυτής, το περιβόητο πώς και το απαραίτητο τι, και τα δύο τόσο δημοφιλή, εδώ συνυπάρχουν αντιστικτικά και ασύγχρονα, ιδανικά αλληλοτροφοδοτούμενα, πιάνονται και αφήνονται, κάθε ένα έτοιμο να ακολουθήσει το βήμα του άλλου, να θυσιάσει κάτι δικό του για να αναδείξει κάτι του παρτενέρ, ο οποίος με τη σειρά του θυσιάζεται για να αναδείξει κάτι από τη δεξιότητα του άλλου, και ξανά και ξανά και διαρκώς, ακόμα και όταν η τελευταία σελίδα γυρίσει, αυτό το ζευγάρι έχοντας απεκδυθεί των διαφορετικών κοστουμιών και σκηνικών τού εκάστοτε καρέ συνεχίζει να χορεύει, το βιβλίο είναι πια στο ράφι της καλής λογοτεχνίας.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Εκδόσεις Το βιβλιοπωλείο της εστίας 

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Σατόρ - Στεφανία Κερκή

Μικρός τόπος, πότε ασφυκτικός, πότε ανακουφιστικός, η λογοτεχνική κοινότητα. Τον Μάρτη κυκλοφόρησε το Σατόρ, το πρωτόλειο της Στεφανίας Κερκή από τις εκδόσεις Σμίλη, ανάμεσα σε τόσα άλλα, το αδύνατο του πανοπτικού, τα έχουμε πει. Αντίτυπα έρχονταν και αντίτυπα έφευγαν, με ρυθμό σταθερό. Παρέα και τα πρώτα καλά λόγια. Τη σκυτάλη πήρε σύντομα ο ψηφιακός κόσμος, τα καλά λόγια ήρθαν και αθροίστηκαν. Πέρασα μια περίοδο που διάβαζα αποκλειστικά και μόνο ελληνική λογοτεχνία, λογοτεχνία γραμμένη πρωτότυπα στα ελληνικά, ίσως καλύτερα έτσι διατυπωμένο, το Σατόρ πήρε τη θέση του ανάμεσά τους.

Η λεπτομέρεια στο όμορφο εξώφυλλο από το έργο I AM-AIM, ξυλογραφία σε όρθιο ξύλο, του Ευριπίδη Παπαδοπετράκη. Το βιογραφικό κάτω από τη φωτογραφία, η Στεφανία Κερκή γεννήθηκε στην Αθήνα. Εννέα διηγήματα που απλώνονται σε διακόσιες σελίδες και χωρίζονται σε τέσσερις υποομάδες, Οι αισθηματίες (LeidenschaftLimboLimerenceLacuna), Intermezzo (Το στοχαστικό σταχτοδοχείο), Οι ακτήμονες (LumpenΛαίτμαLares) και Reprise (Σατόρ). Διηγήματα μεσαίου προς μεγάλου μεγέθους.

Οι πρώτες προτάσεις κάθε διηγήματος εν είδει εισαγωγής· Είχα παράσταση τα βράδια της Πέμπτης κι εκείνος δούλευε στο θέατρο τα απογεύματα του Σαββάτου, οπότε ήταν σίγουρο ότι δεν θα συναντιόμασταν, παρά μόνο από κάποιο στραβοπάτημα της τύχης/Ο δρόμος χωριζόταν στα δύο/Δεν είχε καμία αμφιβολία/Αν με ρωτάς, αν αυτό είναι ένα ερωτικό γράμμα, δεν ξέρω να σου απαντήσω/Εκεί, εκεί μπροστά σας/Το πρώτο πράγμα που μαθαίνουν οι φτωχοί είναι η υπομονή/Το Πύθιον ήταν στην άκρη του θεού/Η γεύση του αίματος ήταν ζάχαρη και σκουριά/η Καλλιδρομίου.

Ξανά και ξανά. Η μικρή φόρμα δεν είναι του γούστου μου. Ο τρόπος να πεις μια ιστορία > τι θα αφηγηθείς. Ο συνδετικός ιστός ανάμεσα στα διηγήματα μιας συλλογής. Η δυσκολία της μικρής φόρμας. Η συγχρονία ως παράπλευρο ζητούμενο. Το παγόβουνο, ένα μικρό μέρος ορατό, ένα άλλο, τεράστιο, κάτω από την επιφάνεια. Τέτοια πράγματα σκέφτομαι κατασκευάζοντας αυτό τον ορίζοντα προσδοκιών. Δίπλα στο καθένα βάζω και ένα κουτάκι που ελπίζει να φιλοξενήσει το τικ, σε όλα εκτός από το πρώτο, εκεί η ελπίδα έχει να κάνει με τη χρήση τού παρότι. Τα τικ μπήκανε, το παρότι επίσης. Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ.

Φιλοδοξία. Είναι κάτι που μου λείπει, όταν τη διακρίνω πορώνομαι. Η μικρή φόρμα σπάνια τη φέρει διακριτή, αντίθετα με τη μεγάλη, συχνά μεταμοντέρνα, ξαδέρφη της. Η δυσκολία της μικρής φόρμας, είπα παραπάνω, δεν έγκειται μόνο στην κατασκευή αλλά και στη λήψη, στην ανάγνωση, η δυσκολία της ανάγνωσης της μικρής φόρμας, για διάφορους λόγους, πεζούς με μια δεύτερη χρήση της λέξης, την υποτιμητική. Ξεχωρίζω δύο. Την πεποίθηση, διαδεδομένη άγνωστο γιατί, πως κι εγώ θα μπορούσα να το κάνω, που ίσως πηγάζει από την αίσθηση του πλήρους ελέγχου, όλα είναι εκεί, έτσι μοιάζει, ξέρω για τι μιλάει, απλό φαίνεται, απλό όμως δεν είναι. Η διάκριση του περισσεύματος, εκείνο που λείπει και εκείνο που δεν θα μπορούσε να λείπει, η αμετροέπεια που σε ένα μυθιστόρημα θα μπορούσε να είναι ακόμα και γοητευτική άσχετα από τη λειτουργικότητά της, εδώ τιμωρείται πάραυτα. Οι λίγες λέξεις είναι η δυσκολία. Η φιλοδοξία εδώ λείπει ή τουλάχιστον δεν στέκεται στολισμένη στην είσοδο. Δεν μου έλειψε, ωστόσο, παρακάτω θα πω για τη σιγουριά. Πατάω λίγο και στον τρόπο. Η Κερκή διαθέτει κάτι σημαντικό, κάτι που επίσης σπανίζει, την αφηγηματική άνεση, το χάρισμα του αφηγητή ιστοριών, έχει ιστορίες να πει, έχει τον τρόπο να το κάνει, χωρίς να το διατυμπανίζει διαρκώς, παρότι πρωτόλειο, τα διηγήματα αποπνέουν μια σιγουριά, καθησυχαστική με τον τρόπο τους. Η αφηγηματική άνεση συνοδεύει τη γνώση, η συγγραφέας ξέρει για τι μιλάει, ξέρει, όπως λέει το κλισέ, τι ρούχα έχουν στην κλειστή ντουλάπα τα πρόσωπα.

Η συγχρονία. Η συγγραφέας έχει περπατήσει τους δρόμους αυτούς, δεν τους έχει φανταστεί από την απόσταση του σαλονιού της, ή, τουλάχιστον, έτσι μοιάζει, και αυτό αποδεικνύεται, στα μάτια μου, καταλυτικό. Η λογοτεχνία, η ομόγλωσση και συγκαιρινή, περιλαμβάνει σπόρους σε κοινή θέα, σπόρους που αποζητούν το κατάλληλο έδαφος και την απαραίτητη φροντίδα, αλλιώς δεν βλασταίνουν, δεν βγάζουν λουλούδι ή καρπό. Η συγχρονία δεν έχει τόσο να κάνει με όσα μοιραζόμαστε, αλλά με όσα εντόπισε η ματιά της δημιουργού και μπόρεσε να μετατρέψει σε λογοτεχνία, σε καλή λογοτεχνία, την ώρα που εμείς γυρεύουμε μια πρωτότυπη ιδέα, κάτι που κανείς άλλος δεν έχει φανταστεί, κάτι ξεχωριστό, αδιαφορώντας για όσα έχει η καθημερινότητα προς άπλετη διάθεση, το ελάχιστο και το κοινότοπο, η ματιά πάνω στα πράγματα, στα πρόσωπα, στις καταστάσεις. Η ανάγκη για μεταβολισμό, η διάθεση ένα καρέ να απλωθεί. Επανέρχομαι στο κι εγώ θα μπορούσα να γράψω μια ερωτική ιστορία σε ένα μπαρ, μια ιστορία για ένα τασάκι, μια ιστορία ενός εγκλωβισμένου πρόσφυγα, ναι καλά.

Η συνοχή. Θα αρκούσε και μόνο η αφηγηματική φωνή, το ύφος και το στυλ που η Κερκή έχει κατακτήσει και οικειοποιηθεί. Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Το σύμπαν που τα διηγήματα αφήνουν να εννοηθεί, αυτά που συμπεριλήφθηκαν και εκείνα που έμειναν σκαριφήματα, το σύμπαν αυτό, παρά τις όποιες κοινές μεταβλητές με άλλα γειτονικά σύμπαντα, είναι δικό της ευδιάκριτα. Το ενιαίο σύμπαν διαφαίνεται και στον τρόπο με τον οποίο οι ιστορίες συνομιλούν μεταξύ τους, όχι με τρόπο επιτηδευμένο, όχι για να απλώσουν νήματα επικοινωνίας, όχι για χάρη ενός παιχνιδιού, αλλά γιατί γειτνιάζουν, γιατί οι φυσικοί κανόνες είναι εν πολλοίς κοινοί, γιατί είναι παγόβουνα που ανήκουν στην ίδια οροσειρά. Το Σατόρ, είναι κάπου εδώ η στιγμή να επανέλθω και να πω, δεν το βαραίνει η αμηχανία ενός πρωτόλειου, η ανάγκη μπροστά στο μικρόφωνο να φυσήξεις, να μετρήσεις ως το τέσσερα, να δοκιμάσεις τη φωνή σου, να σιγουρευτείς πως ακούγεσαι σε μια προς το παρόν άδεια αίθουσα, το συνεκτικό σύμπαν επιτείνει την αίσθηση αυτή, ξέρεις τι θέλεις να πεις, ξέρεις πώς να το πεις, το λες. Είναι, επίσης, κάπου εδώ η στιγμή να πω πως απουσιάζει ακόμα κάτι, η ανισότητα μεταξύ των διηγημάτων. Η ανισότητα δεν έχει διόλου να κάνει με το αν κάποιο από τα διηγήματα σε στοίχειωσε περισσότερο, αν σου άρεσε, πιο απλά, πιο πολύ σε σχέση με κάποιο άλλο, αυτό είναι το προσωπικό γούστο, η αναγνωστική συγκυρία, κάτι άλλο. Ούτε, η μη ανισότητα, έχει να κάνει με μετριότητα, κάθε άλλο.

Παρότι. Μου άρεσε πολύ. Και όταν το παρότι υπεισέρχεται στην αναγνωστική εξίσωση, επιφέροντας ένα ξεβόλεμα, όταν δεν το περιμένεις, τότε σε βρίσκει ανοιχτό και χωρίς άμυνες, αυτό συνέβη με το Σατόρ.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Εκδόσεις Σμίλη 

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Παραντί - Κατερίνα Ηλιοπούλου

«Θα ξεκινήσω από την αρχή, γιατί αλλιώς καθόλου.
Επειδή κάπως θα έφτασα εδώ.
Να εξηγήσω ότι βρίσκομαι μπροστά στην οθόνη ή μάλλον μπροστά στο πληκτρολόγιο, δηλαδή γράφω. Έχω ξεκινήσει μια πράξη καταγραφής, πράξη που μου προκαλεί βαθύ τρόμο και με παραλύει και την αρνούμαι σχεδόν την ώρα που συμβαίνει, γιατί δεν είμαι συγγραφέας, αλλά από αυτή τη στιγμή είμαι, γίνομαι.
Πώς έφτασα εδώ; Υποθέτω από τη μοναξιά».

Πώς έφτασα εδώ, μπροστά στην οθόνη, να γράφω μ' ένα αίσθημα παράλυσης, να νιώθω την ανάγκη να πάρω τα πράγματα από την αρχή, γιατί αλλιώς καθόλου, η μοναξιά, κάπως θα έφτασα εδώ. Παίρνω τα λόγια του Α. —άνεργος και πρόσφατα χωρισμένος, καλοκαίρι στην ολοένα και πιο άδεια Αθήνα μόνη του παρέα ένας σκύλος— αντιστρέφω, αναδιατυπώνω, παίζω μαζί τους. Διαβάζω τις πρώτες αυτές γραμμές, ξανά και ξανά, τα πόδια στο κρύο νερό της θάλασσας που υπόσχεται, το γοργό βήμα πάνω στο καυτό χαλίκι παγώνει, μένω να κοιτάζω πού θέλω να βρεθώ, μια ανάσα, μια δεύτερη, ακόμα μια, δεν το παίρνω απόφαση να βουτήξω. Αναλογίζομαι το γιατί της συγγραφής, το πώς εδώ, την παράλυση, λίγο πριν όλα έμοιαζαν να μπορούν να μπουν στη θέση τους, να δημιουργήσουν μια αφήγηση, ένα καταφύγιο, ένα παρατεταμένο παρόν. Οι λέξεις είναι λέξεις, τα συναισθήματα, τα γεγονότα, τα πρόσωπα πρέπει (εναλλακτικά: ελπίζω) να γίνουν και αυτά με τη σειρά τους άθροισμα χτυπημάτων στο πληκτρολόγιο, γιατί όμως;

Στο κατάστρωμα ενός πλοίου, ένα δρομολόγιο που πια έχει καταργηθεί, τσακώνομαι με δύο φοιτητές, πάνε ένα σωρό χρόνια, εκείνοι εμμένουν στην επικοινωνία, αυτό σπουδάζουν, η γραφή λένε είναι μια πράξη επικοινωνίας, κάποιος εκπέμπει και κάποιος λαμβάνει, νιώθω την ανάγκη να σχηματοποιήσω στην οθόνη, δεν σκέφτομαι τον παραλήπτη, όχι εκούσια τουλάχιστον, εκείνοι έχουν τη βεβαιότητά τους αποσκευή, έχω μπλέξει σε ένα αδιέξοδο, αρκεί να παραδεχτώ ήττα, η συζήτηση θα λάβει τέλος, είμαι όμως ακόμα νέος για κάτι τέτοιο, επιμένω με πείσμα. Η θεωρία είναι καλή και χρήσιμη, ενίοτε. Είμαι εδώ τώρα, ωστόσο, για να γράψω για το Παραντί της Κατερίνας Ηλιοπούλου. Κάθε φόρα είμαι εδώ με κάποια αφορμή, πότε (με) κρύβω πίσω της, πότε την κρύβω πίσω μου.

Τριγυρνώ, ξανά και ξανά, γύρω από την αυτομυθοπλασία, ενίοτε με κουράζει, επιστρέφω ωστόσο, υπάρχει κάτι εκεί, στη συνείδηση του αφηγηματικού υποκειμένου, στην ταύτιση συγγραφέα αφηγητή κυρίως προσώπου και της πράξης της συγγραφής, δεν με ενδιαφέρει η αλήθεια, αλλά η διαχείρισή της, κάθε που κινούμε να αφηγηθούμε μια ιστορία, ακόμα και τη δική μας που τόσο καλά την ξέρουμε, που στο πετσί μας τη ζήσαμε, άλλο δεν είμαστε παρά κιβδηλοποιοί, παραχαράκτες, ξέρετε πιο είναι το ενδιαφέρον; αυτό γίνεται ασυνείδητα. Ο Α. δεν μπορεί να είναι η Κατερίνα. Βλακείες λέω, μια χαρά μπορεί. Ο Α. που κάποια στιγμή θα νιώσει την ανάγκη να υποδυθεί ένα γυναικείο αφηγηματικό πρωτοπρόσωπο υποκείμενο, να δοκιμάσει, ίσως έτσι. Γιατί κάθεται μπροστά από την οθόνη, γιατί μετατρέπεται σε συγγραφέα, παρότι κάτι τέτοιο τον παραλύει; Εκεί κρύβονται τα υλικά με τα οποία θα σκιαγραφήσω έναν ορίζοντα προσδοκιών, εκεί κρύβονται τα υλικά με τα οποία θα τον μεταποιήσω, αφού πρώτα ίσως χρειαστεί να τον γκρεμίσω εντελώς.

Κάπου λέει: «Δεν ξέρω πότε κατάλαβα πως είμαι αρχείο ιστοριών. Τις μάζευα για χρόνια από τον περίγυρό μου, τους συγγενείς και τους γείτονες»· τσακίζω τη σελίδα πάνω δεξιά για όταν θα έχω ξεχάσει αυτή την φράση. Όλοι ακούμε ιστορίες, ας συμφωνήσουμε σε αυτό. Ίσως να μην είμαστε αρχεία, όχι ακόμα, όχι συνειδητά, ίσως εκείνη τη μέρα που θα καταλάβουμε πως είμαστε ένας ταμιευτήρας ιστοριών, τότε να προκύψει η ανάγκη. Αν θα έπρεπε με δύο λόγια να πω τι είναι το Παραντί, ίσως να έλεγα πως πρόκειται για την αποδελτίωση ενός αρχείου ιστοριών, η απόλυση και ο χωρισμός, η καλοκαιρινή Αθήνα, ο σκύλος, οι βόλτες, ίσως να είναι απλά η φλόγα, ο καπνός, το τσιγαρόχαρτο, αντίστοιχα, αυτό που καίγεται και αφήνει πίσω του στάχτη. Ένα παλίμψηστο ιστοριών με έναν τρόπο μεταμοντέρνο συνειδητά χαοτικό, θα πρόσθετα.

Κάθε βιβλίο, λένε, είναι μια κατασκευή, ίσως σε κάποια αυτό να είναι πιο εμφανές. Αυτό συμβαίνει εδώ. Διάβαζα το βιβλίο αχόρταγα, συνέχιζα από εκεί που είχα σταματήσει, δεν το επεδίωξα αυτό, συνέβη. Κλείνοντας την τελευταία σελίδα, η λογική αποπειράθηκε να ζητήσει την τροφή της, η απόλαυση είναι ένα πλάσμα συχνά ακατανόητο, δεν πειθαρχεί στην αιτιοκρατία, το γιατί μου άρεσε μένει συχνά αναπάντητο, και τι με αυτό; Η λογική επιμένει, οι λέξεις μένει να σχηματιστούν. Τυλίγω το κουβάρι προς τα πίσω, επιστρέφω στον Α. μπροστά από την οθόνη, τον Α. που εκείνη τη στιγμή γίνεται συγγραφέας, οι ιστορίες που αρχειοθέτησε, οι ιστορίες που συνέβησαν ενώσω επέστρεφε στο πληκτρολόγιο, κι ας παρέλειπε στην πορεία αυτή να μας το υπενθυμίζει διαρκώς. Είναι οι δικές του Χίλιες και μία νύχτες, η δική του ανάγκη να πάρει παράταση για ακόμα μία νύχτα.

Εγκιβωτισμός, θα αναφωνούσε η θεωρία, επιβίωση, θα ψιθύριζε θαρρώ εκείνος. Η ανάγκη για ιστορίες και η επιστροφή σε αυτές. Η περιδιάβαση στην πόλη, οι ιστορίες της. Η συγκυρία, οι ιστορίες της. Η ανάγκη να συνεχίσει κανείς, η πιο απαραίτητη απ' όλες. Η ιδιωτεία της αφήγησης του προσωπικού, το εγώ στο κέντρο, η αφετηρία της ανάγκης για άθροισμα χτυπημάτων στο πληκτρολόγιο, το μονοπάτι που προσφέρει εναλλακτικές διαδρομές, πού ξεκίνησα να πάω, πώς βρέθηκα εδώ, ξανά και ξανά. Η ανάγκη για ιστορίες είναι η ραχοκοκκαλιά του μυθιστορήματος αυτού, η ανάγκη για ιστορίες είναι η ραχοκοκκαλιά κάθε αναγνώστη, εδώ συναντούνται οι δυο τους, το γιατί γράφω δεν στέκει μόνο του, το γιατί διαβάζω του κάνει παρέα, ποια η ανάγκη;

Η απόλαυση δεδομένη. Η λογική ακόμα γυρεύει. Όσο η απόλαυση συνέβαινε η λογική καιροφυλακτούσε, δεν βρήκε χαραμάδα να χωθεί, μετά την τελευταία σελίδα επανήλθε για ακόμα μια απόπειρα αιτιοκρατική, αράδιασε τα γιατί της, περίμενε. Με έναν τρόπο μεταμοντέρνο συνειδητά χαοτικό, έγραφα παραπάνω, επανέρχομαι σε αυτό. Η Ηλιοπούλου, που τη γνώριζα ως ποιήτρια, έχει μια δεδομένη δεινότητα στην αφήγηση, μια γεννήτρια που παράγει ιστορίες και χωρίς ανάγκη για μετασχηματιστή τις αφήνει να εισέλθουν στη ροή της κεντρικής αφήγησης, ακόμα και όταν μοιάζει εκείνη να έχει παραμεριστεί και κάπου αλλού να έχουμε βρεθεί, μακριά από τον Α. Αυτή η ομαλή ένταξη των ιστοριών στην κεντρική ροή δεν επιτρέπει να δημιουργηθεί η χαραμάδα μέσω της οποίας η λογική θα εισχωρούσε να αναρωτηθεί γιατί το ένα και γιατί το άλλο. Η κατασκευή λειτουργεί, η κατασκευάστρια αυτό επιθυμεί, η κατασκευή της να λειτουργήσει και όχι να μας περηφανευτεί γι' αυτό, δεν περιφέρεται ανάμεσα στους αρμούς φωνάζοντας: κοιτάξτε με τι έκανα· παραμερίζει, βγαίνει από το κάδρο παρέα με τον Α.

Οι ιστορίες, εν μέρει αυτόνομες, μεταφέρουν στις πλάτες τους την πολυπλοκότητα του κόσμου, αφήνουν πίσω τους την όποια προσήλωση στην ιδιωτεία, επίσης δεν το βροντοφωνάζουν, απλά συμβαίνει, ο κόσμος τριγύρω καίγεται, η λογοτεχνία είναι ένα προνόμιο, ωστόσο ενίοτε αποτελεί και ένα εργαλείο παρατήρησης του κόσμου γύρω της, το εγώ λειτουργεί απορροφητικά και ανακλαστικά ταυτόχρονα, ένας μετασχηματιστής στο μεγάλο κύκλωμα, που όσο λειτουργεί επιβιώνει και δεν καίγεται. Η φιλοδοξία, σκέφτομαι, που κρύβεται πίσω από το Παραντί είναι η κατασκευή να λειτουργήσει εν συνόλω, η μια ιστορία να χύνεται μέσα στην άλλη, όλα μέσα σε όλα, όλα παρ' όλο που, όλα ταυτόχρονα, σε μια στιγμή. Η φιλοδοξία αυτό να αποτελέσει ένα μυθιστόρημα και όχι κάποια διηγήματα ή νουβέλες. Η φιλοδοξία η πράξη της γραφής να διερευνηθεί στο πεδίο της ζωής, ένας χωρισμός, μια απόλυση, ένας σκύλος, μια άδεια Αθήνα, η απόφαση του Α. να κάτσει μπροστά από το πληκτρολόγιο, τα άλλα συμβαίνουν, φαινομενικά απλά, εκεί η αρετή, η απλότητα που κρύβει επαρκώς τους αρμούς, συμβαίνουν όπως συμβαίνει η ζωή, συμβαίνουν παράλληλα με την ανάγκη για γραφή και ανάγνωση, συμβαίνουν και είναι εκεί.

Στο Παραντί η ποιήτρια δημιουργεί τον χώρο, το εργαστήριο μέσα στο οποίο θα δουλέψει ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί, εκεί υποδέχεται τον αναγνώστη, μαζί του θα βολτάρει στην άδεια και σκοτεινή, ποικιλοτρόπως σκοτεινή, Αθήνα, θα δοκιμάσει και θα καταφέρει να δείξει πως η λογοτεχνία είναι ένα δοχείο ποικίλων και ετερόκλητων συστατικών, έτσι όπως είναι απορροφητήρας και ανακλαστήρας της ζωής εκεί έξω. Οι ερωτήσεις είναι καμιά φορά σημαντικότερες από τις απαντήσεις ή όπως θα έλεγε ο τραγουδοποιός: όσο μικραίνω γύρω ο κόσμος μεγαλώνει.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας 

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Δύο καλά παραδείγματα

Η σκοτεινή πλευρά του έρωτα, ο χωρισμός και η απόρριψη, το τέλος, το μαύρο κουτί της πρόσκρουσης, η επόμενη μέρα, η συναισθηματική μονάδα αντικατάστασης που εμφανίζεται και η καλή (ελληνική) λογοτεχνία. Η Ρένα Λούνα, γεννημένη το 1992, και ο Φώτης Μανίκας, γεννημένος το 1982, πραγματοποίησαν πρόσφατα το δεύτερο λογοτεχνικό τους βήμα, κάτι παραπάνω από δύο χρόνια μετά. Με διαφορετικό τρόπο, εκείνη με ένα παλιακό, στα όρια της επιτήδευσης, πρωτοπρόσωπο επιστολικό μυθιστόρημα απεύθυνσης προς το αντικείμενο του έρωτά της, εκείνος με μια στακάτη πρόζα, ένας παντογνώστης αφηγητής στα συντρίμμια μιας σχέσης που, όπως τόσες και τόσες άλλες, απλώς κατέρρευσε.

Οι αλεπούδες του Περ-Λασαίζ (Ο Μωβ Σκίουρος, 2023) συζητήθηκαν αρκετά, στόμα με στόμα διαβάστηκαν, ένα πρωτόλειο έργο που εντυπωσίασε με τη φιλόδοξη πρόζα του, παρά το νεαρό της ηλικίας της Λούνα, λειτουργική και τεχνικά άρτια. Στο Αγαπητή Μαρμάρινη Πλάκα, με σκηνικό δράσης εκ νέου το Παρίσι, εκεί που η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια βρέθηκε, εγκαταλείποντας το νησί στο οποίο γεννήθηκε, για να σπουδάσει λογοτεχνία, με ένα αξιόλογο πρώτο βιβλίο στις αποσκευές της, αυτή τη φορά πιο κοντά στο σήμερα, η Λούνα δοκιμάζει κάτι φιλόδοξο.

Μια σύνθεση από ιδιότυπες επιστολές, που μένει αναπάντητο αν επιδόθηκαν στον παραλήπτη, τον κατά είκοσι πέντε χρόνια μεγαλύτερο της καθηγητή, τη Μαρμάρινη Πλάκα, ή αν αποτελούν ενός είδους ημερολόγιο καταστρώματος μιας χιμαιρικής σχέσης, που βύθισε τη νεαρή κοπέλα στην άβυσσο του ανέφικτου, για να γίνουν αργότερα τμήμα μιας έκθεσης, όταν εκείνη πια θα είχε γυρίσει πίσω στο νησί. Το απόσπασμα, ανάμεσα σε άλλα, από το I love Dick της Κρις Κράους, αναδεικνύει μια εκλεκτική συγγένεια. Περαιτέρω, το αντικείμενο των σπουδών δεν δικαιολογεί απλώς, αλλά ως ένα βαθμό επιβάλλει, τόσο το πιο λογοτεχνικό ύφος, στο όριο της επιτήδευσης, όσο και τις δεκάδες διακειμενικές αναφορές που ο αναγνώστης συναντά εδώ, σε ένα χορταστικό γαϊτανάκι στην επικράτεια της λογοτεχνίας.

Η Αγαπητή Μαρμάρινη Πλάκα είναι έργο φιλόδοξο γιατί επιχειρεί να υπερκεράσει τους όποιους ειδολογικούς περιορισμούς, στοχεύοντας σε κάτι πιο σύνθετο από ένα απλό επιστολικό μυθιστόρημα με θέμα τον ανεκπλήρωτο έρωτα. Η Λούνα, με περισσή αφηγηματική άνεση και συνεχώς ανατροφοδοτούμενη έμπνευση, κατασκευάζει ένα εντυπωσιακό παλίμψηστο, που δεν απολύει σε καμία στιγμή τη δυναμική του, κατορθώνοντας να τραβήξει μαζί του τον αναγνώστη στα βάθη της απόγνωσης, στις ατραπούς της ψυχικής κατάπτωσης, διερευνώντας αβίαστα τις εκτάσεις μιας σκοτεινής επικράτειας. Φιλόδοξο, επίσης, γιατί εξαρχής γνωρίζει πώς θέλει να χρησιμοποιήσει το περιεχόμενο των επιστολών, που αποτελούν τον κυρίως όγκο του μυθιστορήματος, δεν ξεμυαλίζεται από την ίδια της την πένα, από τη γοητεία της. Καταφέρνει έτσι να εξαλείψει την όποια υπόνοια περί ανοικονόμητου, τόσο γιατί η υπερβολή είναι εγγενές χαρακτηριστικό του ερωτικού υποκειμένου, όσο και γιατί κάθε επόμενη καταγραφή έρχεται να προσθέσει φύλλα στην επιχειρούμενη ιδιότυπη αυτή χαρτογράφηση.

Το Δεν θυμάμαι να υπήρχε κάποια πόρτα κοντά μας (Loggia, 2023), μια συλλογή διηγημάτων με μερικές όμορφες κορυφές, υπήρξε, επίσης, ένα βιβλίο που διαβάστηκε, ενώ ως πρωτοεμφανιζόμενος ο Μανίκας βραβεύτηκε με τα αντίστοιχα βραβεία του Περιοδικού Αναγνώστης και της Εταιρείας Συγγραφέων. Στο Δεν υπήρχε πιο πιστό επιχείρημα ότι ήταν ζευγάρι από τον τρόπο που κοιτάξανε τον ουρανό, αφήνει τη μικρή φόρμα για το μυθιστόρημα. Δυο άνθρωποι είναι μαζί και μετά δεν είναι πια. Ο χωροχρόνος είναι η σημερινή Αθήνα, το κέντρο της συγκεκριμένα. Με έναν λόγο στακάτο και αρκετά κοφτό, ο Μανίκας πιάνει το νήμα από το σημείο μηδέν: «Το είπε. "Μαρία, θα φύγω"». Άπαξ και ειπωθεί, αφήνει μια ρωγμή στο κουκούλι της σχέσης, ακόμα και αν δεν σχιστεί εξαρχής, η φθορά, που ίσως να ένιωθαν οι ένοικοι, γίνεται ορατή, ολοένα και περισσότερο.

Μια ακόμα ερωτική ιστορία που λήγει άδοξα, τίποτα το καινοφανές εδώ, ένας στακάτος τρόπος, αρκετά προσωπικός και χαρακτηριστικός, για να ξετυλιχτεί το κουβάρι, όμως ούτε αυτό αρκεί να δικαιολογήσει το πόσο μου άρεσε το μυθιστόρημα αυτό, υπάρχει κάτι ακόμα που ο Μανίκας κάνει καλά, στο υπέδαφος και τις άκρες της ιστορίας των δύο προσώπων έρχεται και φυτεύει την καθημερινότητα, το πλαίσιο, τις συνθήκες, με την οξυδερκή ματιά κάποιου που ζει και περπατά το κέντρο της μεγάλης μας πόλης, αποτυπώνει τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν, χωρίς όμως αυτό να τον αποπροσανατολίζει από την επιθυμία/απόφαση να αφηγηθεί το τέλος μιας σχέσης, την επόμενη μέρα του εγώ αντί του εμείς. Το «Μαρία, θα φύγω», εκτός από μια τελεία στον μικρόκοσμο των δύο, αποτυπώνει κάτι ευρύτερο, την επιθυμία ή την αγωνία, αν προτιμάτε, της φυγής από το εδώ, η κούραση που περικλείει δεν έχει να κάνει μόνο με τον άλλον, αλλά εκτείνεται σε κάθε γωνιά της επικράτειας της απόπειρας να ζήσει κάποιος εδώ.

Δύο όψεις μιας κοινής επιφάνειας, δύο τρόποι που συναντιούνται στην ίδια αρένα, δύο καλά μυθιστορήματα που υπενθυμίζουν πως η απαξίωση της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, ακόμα και αν τη δεχτούμε ως κανόνα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως διαθέτει αρκετές εξαιρέσεις. Και να δύο καλά παραδείγματα.

[Αγαπητή Μαρμάρινη Πλάκα - Ρένα Λούνα (εκδόσεις Ίκαρος)]
[Δεν υπήρχε πιο πιστό επιχείρημα ότι ήταν ζευγάρι από τον τρόπο που κοιτάξανε τον ουρανό - Φώτης Μανίκας (εκδόσεις Μεταίχμιο)]
 
υγ. Για το πρωτόλειο έργο της Λούνα, Οι αλεπούδες του Πιερ Λασαίζ, περισσότερα θα βρείτε εδώ, ενώ για το I love Dick της Κράους εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

Κατεδάφιση - Άνια Βουλούδη

Το κριτήριο της πρώτης φράσης: «Στέφανε, τι ανέμπνευστη εποχή είναι αυτή».

Περνούσα μια φάση που διάβαζα με μανία νεοεκδοθείσα ελληνική λογοτεχνία, την ώρα που το καλοκαίρι εισέβαλε δυναμικά στο προσκήνιο, η ζέστη και η εγκατάλειψη της πόλης σταδιακά, είχα τελειώσει κάποια πολύ ωραία διηγήματα, ήμουν στη δουλειά, έπιασα στα χέρια μου την Κατεδάφιση, διάβασα την παραπάνω εναρκτήρια φράση, η επιλογή είχε γίνει.

Με την ποίηση δεν ασχολούμαι, καθόλου εντύπωση δεν μου κάνει που αγνοούσα την πρωτόλεια ποιητική συλλογή της Βουλούδη με τον φοβερό, πάντως, τίτλο: Η πλατεία ως μια βέβαιη κατάληξη. Όπως πια δεν μου κάνει καθόλου εντύπωση πως διαβάζω ολοένα και συχνότερα συγγραφείς πιο νέους από μένα, κάποτε ήταν με τον τρόπο του σοκαριστικό και ίσως σπάνιο, τώρα πια όχι.

Μια σειρά από επιστολές, με αποδέκτη τον Στέφανο, συνθέτουν τη νουβέλα αυτή. Μια σειρά από αναπάντητες επιστολές, ο Στέφανος άμεσα δεν ακούγεται καθόλου, μόνο μέσα από την αφήγηση της Άνιας. Αυτή η μονομερής επιστολική λογοτεχνία, ως αφηγηματικό όχημα, διαθέτει δύο κυρίως πρόσωπα, τον αποστολέα και τον παραλήπτη(;), βάζω το ερωτηματικό γιατί δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο αν οι επιστολές αυτές στάλθηκαν και διαβάστηκαν, ένας μονόλογος, ιδιότυπος σίγουρα, λοιπόν, η Άνια ανασύρει από τον ταμιευτήρα, καταστάσεις, σκέψεις, συναισθήματα, συμβάντα, πρόσωπα, από το παρελθόν, λιγότερο ή περισσότερο μακρινό, με μια μάλλον γραμμική αφήγηση στην οποία ο Στέφανος, μη αναμενόμενα μάλλον, δεν είναι το κυρίαρχο πρόσωπο.

Διόλου πρωτότυπο δεν είναι κάτι τέτοιο, ιδιαίτερα στην εποχή μας, εκεί που το αυτομυθοπλαστικό ολοένα και περισσότερο χώρο καταλαμβάνει, εκεί που το ατομικό ολοένα και ισχυροποιεί τη θέση του. Μου άρεσε πολύ το βιβλίο αυτό ωστόσο και αυτό σίγουρα έχει να κάνει με τον αφηγηματικό τρόπο της Βουλούδη, την πρόζα της, την αμεσότητα, την ποιητική ματιά σε ένα εν πολλοίς ρεαλιστικό ταμπλό, σε πράγματα που συνέβησαν. Τις επιστολές συνέχει ένα ιδιότροπο ζεύγος, από τη μια η αίσθηση της πτώσης, από την άλλη η αντίστοιχη μιας προόδου, μιας ωρίμανσης, μιας γνώσης, παρέα με μια απομάγευση, ωστόσο, πάντοτε η απομάγευση, αργά ή γρήγορα, παίρνει όλο και περισσότερο χώρο και χρόνο καθώς η ενηλικίωση προχωρά.

Μιλώντας για το αίσθημα της πτώσης, αντιγράφω αυτό: «Στέφανε, θα πρέπει τώρα να σου μιλήσω για την αίσθηση που έχω ότι τα πράγματα κατηφορίζουν. Είμαι σίγουρη πως υπάρχει μια κλίση δυσδιάκριτη και πως όλα κατρακυλούν, κι εγώ μαζί τους, κι οι άνθρωποι, οι δικοί μου κι οι άλλοι, ξεκινάμε μια ανεπαίσθητη κίνηση προς τα κάτω». Παρακάτω, επίσης: «Τότε ακριβώς ξεκίνησε για μένα μια κάθοδος ισχυρή, μοναχική, περίπου αληθινή, χοντροκομμένη και μάταιη, μια κάθοδος απαιτητική σαν καταβύθιση, σαν πτώση, λες και ο μοναδικός τρόπος για να σωθεί κανείς είναι να ζήσει στο υπέδαφος, κάτω απ' τους άλλους, έξω απ' τον αέρα, μέσα στην παρατήρηση της ζωής και τη σκληρότητα του χώματος, κάτω στον εαυτό του παράλογου βάθους και της σκοτεινιάς».

Δεν ξέρω, και διόλου με ενδιαφέρει, αν η πρώτη ύλη των επιστολών διαθέτει στοιχεία αυτομυθοπλασίας ή όχι. Ας το ξεκαθαρίσω αυτό. Η Βουλούδη, ο αφηγηματικός της τρόπος, καλύτερα, διαθέτει την απαραίτητη ισχύ ώστε να συμπορευτεί το ατομικό βίωμα παρέα με μια, για μένα ζητούμενη, ματιά στον γύρω κόσμο, και ας μην έχω περπατήσει εκείνους τους ίδιους δρόμους της Θεσσαλονίκης, και ας μην έχω αλλάξει τόσα σπίτια, τι σημασία έχει κάτι τέτοιο, καμία. Καθόλου δεν είναι του γούστου μου η ανίχνευση συγγραφικών προθέσεων με βάση τα όσα εγώ γυρεύω να διαβάσω και νιώθω πως διαβάζω. Η δυσδιάκριτη αφετηρία από την οποίο εκκινούν οι επιστολές, αυτό το κάπως αφηρημένο, αλλά τόσο εύστοχο: Στέφανε, τι ανέμπνευστη εποχή είναι αυτή· στο οποίο πολλοί, αν όχι όλοι, οι περισσότεροι θα ένιωθαν ταύτιση, ανέμπνευστη, σίγουρα, απομαγευμένη, επίσης, αυτή η εποχή στην οποία ζούμε παρόλο που συμβαίνουν όσα συμβαίνουν, που καθένας μας με το όποιο προνόμιό του, μικρότερο ή μεγαλύτερο, παρόλα τα όσα συμβαίνουν, συνεχίζει να ζει και να γυρεύει, να πέφτει και να σηκώνεται, να κοιτάζει πότε μέσα και πότε έξω, πότε με ενοχή και πότε με την πανοπλία ενός αναφαίρετου δικαιώματος.

Και αυτή η αρχή, η αναφορά στην ανέμπνευστη εποχή, το άφημα της φράση αυτής εκεί, στην αρχή, ακολουθείται από μια παρεμφερή αόριστη αίσθηση, χέρι-χέρι με τα όσα συνέβησαν, με τις αποφάσεις που πήρε ενεργητικά ή που αναγκάστηκε να πάρει, η διαδοχή των καταστάσεων, των συναισθημάτων, των προσώπων, του ίδιου του εαυτού που μεγαλώνει, που αθροίζεται, που επαναπροσδιορίζεται διαρκώς, αυτή η ανάγκη για ανάληψη ενώ όλα προχωράνε και συνεχίζουν, ο χρόνος τέτοιος είναι, δυσδιάκριτος όσο έρχεται, στιγμιαίος όταν πλησιάζει, άπιαστος μόλις ξεμακρύνει ελάχιστα. Σε άλλες λογοτεχνικές απόπειρες, παρεμφερείς, εντοπίζω συχνά μια ανάγκη στην αφήγηση, εδώ αυτή η αίσθηση δεν υπάρχει, δεν νιώθεις διαβάζοντας τις επιστολές πως η Άνια θα σκάσει αν δεν τα τοποθετήσει στο χαρτί, ή για να είμαι πιο ανοιχτός, δεν κυριαρχεί αυτό το συναίσθημα, και αυτό είναι κάτι που διόλου δεν υποβιβάζει το όλο εγχείρημα, ίσα ίσα που το απελευθερώνει, το ελαφραίνει, του επιτρέπει να πάρει τα μέτρα και τις διαστάσεις του, η εικόνα καθαρίζει έτσι, εδώ υπεισέρχεται εκείνο το δεύτερο χαρακτηριστικό του ζεύγους, η πρόοδος, η ωρίμανση, η γνώση και η απομάγευση, καθένας ας το βαφτίσει όπως επιθυμεί και νιώθει.

Διαβάζω ξανά τα παραπάνω και η αναφορά σε προόδους, ωριμάνσεις και γνώσεις μου χτυπάει άσχημα, σαν να είναι κάποιο βιβλίο αυτοβοήθειας, ψευδοφιλοσοφικό. Και εγώ καθόλου έτσι δεν το εννοώ. Τότε, τι είναι αυτό που λέω; Δεν είμαι σίγουρος. Καθόλου. Διαβάζω ξανά τα παραπάνω. Πάλι μου χτυπάνε άσχημα, αλλά, ταυτόχρονα, η αίσθηση είναι εκεί. Ίσως να φταίει ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφερόμαστε απέναντι στις λέξεις πρόοδος, ωρίμανση και γνώση. Η γαμημένη εκλογίκευση των πάντων. Ίσως και όχι. Η αίσθηση του ζεύγους είναι εκεί. Ίσως έχω ανάγκη να εντοπίσω το αντίβαρο που δεν αφήνει τις επιστολές να καταβυθιστούν, να περιχαρακωθούν, να εγκλωβιστούν. Ίσως να φταίει ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφερόμαστε στη λέξη πτώση. Η ποιητικότητα, ο ρομαντισμός, το νεαρό της ηλικίας. Δεν είμαι σίγουρος. Καθόλου. Αναρωτιέμαι, δεν είναι η πρώτη φορά, αν θα έπρεπε να σταθώ σε έναν βατήρα πιο φιλολογικό, να αναζητήσω και να εντοπίσω στην αντικειμενικότητα τις αρετές της γραφής της Βουλούδη. Φιλόλογος ωστόσο δεν είμαι, ευτυχώς. Τι σχέση θα είχε μια τέτοια απόπειρα με την καταγραφή της αναγνωστικής εμπειρίας, καμία, σπεύδω να απαντήσω. Συναγερμός κλισέ: διαβάζουμε αυτό που είμαστε, διαβάζουμε αυτό που νιώθουμε πως μας αντανακλά, αυτό που έχουμε ανάγκη. Αυτό το πλαίσιο, το γεμάτο κλισέ, απλοποιεί, διαβάζω και νιώθω, όπως ζω και νιώθω και δεν μπορώ, όχι πάντα και όχι με επιτυχία, παρά υποκειμενικά, να ανασύρω το σύνολο των συστατικών και τις μεταξύ τους απόλυτα εμφανείς διασυνδέσεις.

Διαβάζω ξανά τα παραπάνω και τόσο η αναφορά (πρόοδος, ωρίμανση, γνώση) όσο και ο σκεπτικισμός επί αυτών μου χτυπάνε άσχημα, ταυτόχρονα, ωστόσο, εύστοχα, συνεχίζουν να βγάζουν νόημα για μένα, για την ανάγνωσή μου, για τα σημεία εκείνα που διάβασα ξανά και ξανά, στον κολοφώνα διαβάζω κάτι που νιώθω συγγενές: Την Κατεδάφιση της Άνιας Βουλούδη επιμελήθηκε ο Κώστας Σπαθαράκης και ταυτίστηκαν διορθώνοντας η Εύα Πλιάκου και η Ίριδα Αλυσανδράτου. Ίσως έτσι ειπωμένο να βγάζει νόημα.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Εκδόσεις Αντίποδες

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Στα θερμοκήπια του Αυγούστου - Άκης Παπαντώνης

Στέκουν τα χρόνια πίσω, αρκετά πια, κάποιοι συγγραφείς εξέδωσαν ενώ υπήρχε ο τόπος αυτός, ενώ συνέβαινε αυτό που ύστερα από το πρώτο κείμενο συνέβη κι ακόμα συμβαίνει, εξέδωσαν ξανά, επεσήμανες, διέκρινες, μοιράστηκες, αγάπησες, μια διπλή πορεία, παράλληλη, που οι ροές της έρχονταν να συναντηθούν σε κάθε έκδοση/ανάγνωση, ποιοι ήσασταν και ποιοι είστε, πώς διαβάζατε, πώς γράφατε, πώς διαβάζετε και πώς γράφετε, με τις εναλλαγές στα υποκείμενα των πράξεων, και εκείνος διάβαζε, και εσύ έγραφες, και εναλλάξ. Όταν ανακοινώθηκε το επόμενο πεζογραφικό βιβλίο τού Άκη Παπαντώνη, Στα θερμοκήπια του Αυγούστου, πρόλαβες ταυτόχρονα να ενθουσιαστείς και να απογοητευτείς, ένα καινούριο βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων ωστόσο, που δεν είναι του ακριβούς γούστου σου, σχημάτισαν ζευγάρι οι δυο τους, τα βήματα οδήγησαν στην ανάγνωση, έστω και μόνο για την εποπτεία, σκέφτηκες, την παρατήρηση στην εξέλιξη και την πρόοδο, στη συνάντηση των ροών, έστω και μόνο γι' αυτό, οι προσδοκίες ζήτησαν δικαίωμα, δεν άνοιξαν στο τραπέζι τα φύλλα τους. Έτσι σου συνέβη.

«Δεν ήξερες ακόμη να το πεις, αλλά ήσουν ερωτευμένος:» δεν περίμενες αυτή τη φαινομενικά ευθεία απεύθυνση, αυτό το εσύ σε βρήκε απροετοίμαστο, σε πήρε από το χέρι, σε οδήγησε.

Συνηθίζεις να λες πως ένα από τα χαρακτηριστικά της μικρής φόρμας που σε δυσκολεύει είναι η τυχαία συνύπαρξη στο πλαίσιο μιας έκδοσης, η απουσία συνδετικού ιστού και ενότητας, και αυτή η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση, όχι στον αναγνώστη, όχι σε κάποιο τρίτο πρόσωπο, αλλά στο κυρίως πρόσωπο της κάθε μικροπλοκής, αυτό το μη αναμενόμενο εσύ, παρέσυρε και διέλυσε το ανάχωμα των επιφυλάξεων, απλώθηκε ένας ενιαίος καμβάς πάνω στον οποίο οι ιστορίες τοποθετήθηκαν, το ύφος και η γλώσσα, εν πολλοίς γνώριμα, ήταν επίσης εκεί στην υποστήριξη της κατασκευής, ένας γνωστός από χρόνια που συναντάς και έχει καινούρια πράγματα να σου πει, αναγνωρίζεις τη φωνή και τις χειρονομίες, διακρίνεις τον χρόνο που μεσολάβησε.

Συνηθίζεις να αντιμετωπίζεις, δεν το παραδέχεσαι, σπάνια το επικοινωνείς, τη μικρή φόρμα ως μια σειρά από μυθιστορηματικές δυνατότητες που δεν κάρπισαν, μια σειρά από δοκιμές, υποβαθμίζεις έτσι κάτι που δεν είναι του γούστου σου, που δεν το κατανοείς, ωστόσο και ταυτόχρονα, αφήνεις να εννοηθεί πως η έκδοση μιας συλλογής διηγημάτων είναι μια γέφυρα χρόνου ανάμεσα στο προηγούμενο και το επόμενο βιβλίο ενός συγγραφέα, όταν όμως συμβεί, όπως τώρα δα συνέβη, να διαβάσεις μια συλλογή διηγημάτων, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, για τη συνάντηση, την εποπτεία, την περιέργεια, τη διαδρομή με το λεωφορείο, παραδείγματα όλα αυτά, όταν λοιπόν συμβεί όπως τώρα δα συνέβη να διαβάσεις μια συλλογή διηγημάτων και με εξασθενημένη την άμυνα, αφημένη την προσδοκία, προχειροφτιαγμένο τον ορίζοντα προσδοκιών, ακόμα κάτοικος του προηγούμενου μυθιστορήματος, περιμένοντας τα κλειδιά για το επόμενο, όταν λοιπόν συμβεί όπως τώρα δα συνέβη να διαβάσεις μια συλλογή διηγημάτων και η πρώτη απεύθυνση να σε πετύχει ανυποψίαστο διαβάτη, δεν ήξερες ακόμα να το πεις αλλά ήσουν, γυρίζεις το κεφάλι, αναρωτιέσαι αν σε σένα κατευθύνεται, βρίσκεσαι στα θερμοκήπια του Αυγούστου, προσαρμόζεσαι χωρίς κόπο τελικά στο μικροκλίμα και περιφέρεσαι στις διάφορες αράδες.

Είπες για δοκιμές. Τα δικά σου λόγια είναι. Το είπες με κάποιο υπονοούμενο, σίγουρα όχι ουδέτερα. Δοκιμές, λοιπόν. Ο συγγραφέας δοκιμάζει και οι δοκιμές συνέχουν τα διηγήματα, τι έχεις να πεις τώρα; Σκέφτεσαι τον Παπαντώνη πειραματιστή βιολόγο, με ρόμπα λευκή, πλαστικά γυαλιά, κλεισμένο σ' ένα εργαστήριο. Το ένα διήγημα δίνει τη θέση του στο επόμενο. Βρίσκεσαι στα ανοιχτά των μέσα σελίδων. Το ένα διήγημα εισέρχεται στο επόμενο, πέρα από τον εκάστοτε τόπο και χρόνο, πέρα από την εναλλαγή των προσώπων, πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις θυμάσαι τον Κάρβερ, τη Μπερλίν ακόμα την έχεις αδιάβαστη, θυμάσαι τον Κάρβερ, που ο Παπαντώνης αγαπά, ανθολόγησε και μετέφρασε κάποια ποιήματά του παλαιότερα, θυμάσαι τον Κάρβερ γι' αυτό το συναίσθημα, πως μια πόρτα ανοίγει και τα πρόσωπα αλλάζουν σαλόνι, κάτι διακόπτεται και κάτι άλλο συνεχίζεται, και άλλη μια πόρτα ανοίγει, πότε κλείνει πίσω τους και πότε μένει, λίγο ή πολύ, ανοιχτή.

Όταν διαβάζεις διηγήματα που σου αρέσουν, ναι συμβαίνει αυτό, επαναλαμβανόμενο κλισέ χρησιμοποιείς τα σχετικά με το παγόβουνο, πόσο φαίνεται και πόσο δεν φαίνεται αλλά υπάρχει παγωμένη μάζα κάτω από την επιφάνεια, το αισθάνεσαι, είναι και αυτός ένας τρόπος να προσεγγίσεις κάτι, όσο καλά ορισμένο από τη θεωρία και αν είναι δεν παύει να είναι τελικά απροσδιόριστο, αφού μια αίσθηση είναι η πύκνωση, το σφίξιμο, το τίποτα που δεν περισσεύει, το κάθε τι που είναι στην κατάλληλη θέση, η λεπτοδουλειά. Ο Παπαντώνης, πάντα με ρόμπα λευκή, πλαστικά γυαλιά, κλεισμένος σ' ένα εργαστήριο, δοκιμάζει τις υποσημειώσεις ως ένα πεδίο διερεύνησης, ως μια επιφάνεια ανάδυσης μικρών κομματιών πάγου από το αθέατο σύμπαν της κάθε ιστορίας, κάτι που συνέβη, μία παρέκβαση και ύστερα άλλη μία, τι από αυτά που συνέβησαν μπορεί άραγε να είναι άσχετο με όσα τώρα εξιστορούνται; Και αυτές οι δοκιμές, τα δικά σου λόγια είναι, το υπονοούμενο και η μη ουδετερότητα, επίσης, εξαρχής αποδεικνύονται λειτουργικές, πετούν από πάνω τους τη σκόνη της επεξήγησης, τον μανδύα του μεταφραστή ή του επιμελητή, ο συγγραφέας είναι εδώ που τις χρησιμοποιεί οργανικά και όχι προσθετικά, δοκιμάζεις στο τέλος της ανάγνωσης να επιστρέψεις και να διαβάσεις τις υποσημειώσεις αυτές στη σειρά, πώς θα ήταν μια συνεχής υποσημείωση ως ένα αυτόνομο κείμενο, και να που λειτουργεί, με έναν τρόπο ιδιότυπο, αλλά λειτουργεί, ένα διήγημα προστίθεται στη συλλογή και εσύ έχεις περάσει για τα καλά στην επικράτεια της υποψίας και της απόδοσης προθέσεων, η ανάγνωση πράξη ενεργητική, το έργο όταν φύγει από τα χέρια του δημιουργού αυτονομείται, η πολυσημία της λογοτεχνίας, να μερικά ακόμα κλισέ.

Συνεχίζεις να δοκιμάζεις βόλτες σε γειτονιές που δεν είναι, λες, του γούστου σου (και) γιατί ενίοτε συμβαίνει αυτό που τώρα δα συνέβη με αυτή τη γειτονιά, κάπως έπεφτε το φως, κάπως έστριψες σ' ένα στενό, κάπως συνέβη να ανασκουμπωθείς, η έκπληξη που κανείς πια δεν μοιάζει να τη θέλει, όχι συναγερμοί και όχι εκπλήξεις παρακαλώ, λέει εκείνο το τραγούδι, τότε τις ήθελες, τις αποζητούσες, κάτι να διαρρήξει την ανία και το αναμενόμενο, μεγάλωσες και δεν τις θες, το τηλέφωνο από άγνωστο νούμερο, ένα μήνυμα από μια υπηρεσία, μια γραφειοκρατική πρόκληση, μια ζημιά, μια αναταραχή, ένας θάνατος, μια απόλυση, ένα κακό, ανησυχαστικό μαντάτο, να τι είναι, ή σκέφτεσαι πως είναι, οι εκπλήξεις πια, εσύ και άλλοι πολλοί, αλλά κάτι από τα παλιά υπάρχει, κάτι που ίσως στα εργαστήρια οι βιολόγοι εντοπίζουν στον καρυότυπο, κάτι υπάρχει ακόμα, κάτι παιδικό ίσως, εφηβικό ή νεανικό, τέλος πάντων, κάτι υπάρχει ακόμα στο ανασκούμπωμα της έκπληξης, μια μετακίνηση, λίγο ακόμα καύσιμο για τις επόμενες βόλτες έξω από τη ζώνη ασφάλειας, και αυτά τα βιβλία, οι εκπλήξεις, που σε βρίσκουν απροετοίμαστο και βαρύθυμο, σε διεγείρουν, τα φύλλα έπεσαν στο τραπέζι, η κέντα, νομίζω, είναι ένας καλός συνδυασμός.

υγ. Όλα ξεκίνησαν με τον Καρυότυπο (εδώ), συνέχισαν με το ρηχό νερό, σκιές (εδώ) και το Η τελευταία αρκούδα του δάσους (εδώ).
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Εκδόσεις Κίχλη

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Περιγραφή ενός χωριού - Marie Luise Kaschnitz

«Μια μέρα, ίσως πολύ σύντομα κιόλας, θα κάνω την απόπειρα να περιγράψω το χωριό», έτσι ξεκινάει η περιγραφή ενός χωριού, η περιγραφή μιας επικείμενης περιγραφής του χωριού, ένα πλάνο περιγραφής, ένα σχεδίασμα μιας περιγραφής, χωρισμένο σε μέρες εργασίας, από την πρώτη, όταν μια πανοραμική εικόνα του χωριού θα δοθεί, όπως τα πουλιά και οι επιβάτες ενός αεροπλάνου το βλέπουν από ψηλά, με τις ιδιαιτερότητές του αλλά και τις ομοιότητές του με άλλα χωριά, με τη φύση που το περικυκλώνει, τη φύση την ανεξέλεγκτη και τη φύση την τιθασευμένη από τον άνθρωπο και τις μηχανές, έως την εικοστή πρώτη μέρα, όταν θα αναλογιστεί γιατί το άρχισε όλο αυτό, γιατί κατέφυγε στο σχεδίασμα της αναπαράστασης του χωριού.

Αυτό το ολιγοσέλιδο, υβριδικό έργο, που το θέμα του, η επικείμενη απόπειρα περιγραφής του χωριού, καθορίζει τη φόρμα, τον χωρισμό του σε κεφάλαια ανά ημέρα εργασίας, που μοιάζει με σημειώσεις εργασίας, ίσως έτσι θα μπορούσε να περιγραφεί, ένας σχεδιασμός εργασίας που διακρίνεται για τον φορμαλισμό του, όχι όμως σε βάρος του περιεχομένου, όπως θα περίμενε ίσως κανείς, αλλά προς εξυπηρέτησή του, όποια οδό προσέγγισης και αν επιχειρήσει κανείς, θα βρει εμπόδια και στοιχεία παράταιρα προς την ομαλή ένταξή του σε κάποιο συγκεκριμένο περιγραφικό σχήμα, γι' αυτό και πριν απ' όλα μετά το ποσοτικό ολιγοσέλιδο ακολούθησε το υβριδικό.

Συνέβαινε και ακόμα πιο έντονα συμβαίνει στη λογοτεχνία η πρωτοτυπία, το κυνήγι της —για να το πω καλύτερα—, να αποτελεί το ζητούμενο, ό,τι πιο κοντά στην παρθενογένεση, ζητούμενο που σπάνια εντυπωσιάζει τον αναγνώστη, ζητούμενο που συχνά βαραίνει και καθιστά δυσλειτουργικό το τελικό αποτέλεσμα. Εδώ δεν έχουμε μια τέτοια περίπτωση, παρότι είναι μια τέτοια περίπτωση. Δεν είναι όμως μια τέτοια περίπτωση, γιατί ακόμα και αν συμφωνήσουμε πως στόχος της Κάσνιτς ήταν η πρωτοτυπία, το να μιλήσει γι' αυτό που η λογοτεχνία μιλάει, να περιγράψει αυτό που η λογοτεχνία περιγράφει, τον τόπο και τους ανθρώπους, τη φυσική και την ανθρώπινη επικράτεια, τα δυσδιάκριτα όρια τους, τον τόπο ως σκηνικό δράσης της ιστορίας, των δυνατοτήτων και των εκφάνσεών της, δεν είναι μια τέτοια περίπτωση, γιατί δεν εγκλωβίζεται μέσα σε αυτή την πρόθεση, παρότι το θέμα καθορίζει, το είπαμε κιόλας, τη φόρμα απ' άκρη σ' άκρη.

Στο τώρα έρχεται το μέλλον να συναντήσει το παρελθόν, στο σχεδιάγραμμα των ημερών εργασίας, που πρόκειται να συμβεί, αν όντως συμβεί, η Κάσνιτς θα προεκτείνει το παρόν στην κάθε μια μέρα από τις είκοσί μία, για να φέρει το παρελθόν που συνέβη στο μέλλον που συμβαίνει, σε όσα άλλαξαν και σε όσα διατηρήθηκαν, σε αυτό που εκείνη ήταν και σε όσα εκείνη είναι, παρότι η παρουσία της, ευδιάκριτη με έναν τρόπο δυσδιάκριτο, πανταχού παρούσα παρότι ενδεδυμένη τον μανδύα του παρατηρητή καταγραφέα, η αντικειμενικότητα της παρατήρησης μόνο φαινομενικά θα καλύψει το υποκειμενικό, το συναίσθημα και την ανάγκη για την περιγραφή του χωριού, και αν δεν ήταν αυτό το χωριό θα ήταν ένα άλλο, και αν δεν ήταν χωριό θα ήταν μια πόλη, μια χώρα, μια ήπειρος, δεν έχει και τόση σημασία αυτό, παρότι μοιάζει να έχει τεράστια σημασία, η ακρίβεια και η πλήρης σύνοψη, κάθε γωνιά του χωριού να αποδοθεί με μια αυστηρότητα ή με μια γλυκύτητα, η συγγραφέας δεν θα ανοίξει εντελώς τα χαρτιά της, μόνο κάποιες μικρές νύξεις, εδώ και εκεί σπαρμένες.

Έτσι όπως αιωρείσαι ή περιφέρεσαι στο χωριό, έτσι όπως σου υποδεικνύεται το ένα λιβάδι ή το δάσος ή τα σπίτια ή το κοιμητήριο ή κάτι που δεν υπήρχε και κάτι άλλο που τώρα υπάρχει, ένας μικρόκοσμος, φιλήσυχος και απλός, όσα δίνει η γη και όσα παίρνει η γη, ο χρόνος κυλάει πιο αργά εδώ, τα μοτίβα της φύσης το κάνουν αυτό, η εναλλαγή των εποχών και η ρουτίνα τους. Αναλογίζομαι εξ αρχής τη λέξη υπαινιγμός, θα ταίριαζε και θα συνόψιζε, δεν θα έπαυε ωστόσο να είναι περιοριστική, όπως το ίδιο συμβαίνει και με τη γνώση που ο αναγνώστης έχει σχετικά με την περίοδο, πότε έχει γραφτεί, τι είχε συμβεί μόλις πριν, μια υπαινιχτική λογοτεχνία στο φάσμα εκείνης της μη λήθης, μια μικρή επαναλαμβανόμενη νύξη είναι εκείνο το «όταν εμείς κάναμε πως κοιμόμαστε», μια παραδοχή ενοχής, μια άχρηστη ίσως πια παραδοχή, μια μεταχρονολογημένη παραδοχή συνενοχής, σιωπής, αδιαφορίας.

Το τώρα, όταν μοιάζει αδύνατο, μάταιο ή δύσκολο, έχει ανάγκη από κάτι μελλοντικό, ένα ορόσημο τοποθετημένο κάπου ύστερα, κάτι να έχει κανείς να πλησιάσει, να κοιμηθεί και να ξυπνήσει. Το τώρα, επίσης, όταν μοιάζει φορτωμένο με αποσκευές ατάκτως τοποθετημένες, το τώρα όταν ξαφνικά έγινε τώρα, όταν έγινε μετά, όταν το χρέος προς το παρελθόν κατέστη άμεσα εξοφλητέο, όταν δεν είναι μόνο τα ανθρώπινα δικαστήρια εκείνα που θα λάβουν αποφάσεις ενοχής ή αθωότητας, θα εξετάσουν τεκμήρια και εξηγήσεις, θα αποφανθούν πιστεύοντας πως οι λογαριασμοί με το παρελθόν δύναται να καταστούν επιλυμένοι οριστικά και αμετάκλητα, πως το τώρα επιτέλους μπορεί να γίνει ένα σημείο επανεκκίνησης, ένας βωμός του ό,τι έγινε έγινε, μια συλλογική ανακούφιση, το ξύπνημα από έναν εφιάλτη, το τίναγμα από τις βάτες του ώμου κάθε ίχνους ευθύνης, ευθύνης δράσης και μη δράσης, το εμείς που θα γιγαντωθεί να μας συμπεριλάβει όλους, ομοψυχία και ομόνοια, μια νέα αφήγηση, ένα άρον άρον κλείσιμο της δικογραφίας.

Το μυαλό δεν χορταίνει με το αφηρημένο, επιζητά το χειροπιαστό και το συγκεκριμένο, επιθυμεί να καταλάβει. Έτσι και το δικό μου. Ακόμα ένα ουσιαστικό με περιτριγύριζε κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης και με περιτριγυρίζει και μετά το πέρας της: ποιήτρια. Μια ποιήτρια που επιχειρεί κάτι ενάντια στη λογοτεχνική της φύση. Ενάντια σύμφωνα με τα στερεότυπα για την ποίηση. Σύμφυτα, ωστόσο. Με τον δικό της τρόπο. Το υφαντό της στερεοτυπίας καθώς κυλιέται και σέρνεται στο χώμα μαζεύει διάφορες βρομίτσες, βιαζόμαστε να τείνουμε το δάκτυλο, να μιλήσουμε για αναχωρητισμό, να πούμε πως εδώ ο κόσμος καίγεται, να κατηγορήσουμε για κάποιο προνόμιο, να επισημάνουμε, ακόμα ακόμα, και κάποια αφέλεια. Είναι η Περιγραφή ενός χωριού ένα κείμενο ποιητικό; Ναι, είναι. Είναι μόνο αυτό; Όχι, δεν είναι. Είναι η Κάσνιτς μια ποιήτρια που επιχειρεί να αποτυπώσει το ανθρώπινο και το περιβάλλον εντός του οποίου αυτό φύεται; Δεν είμαι σίγουρος. Όπως δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο, παρά τα βιογραφικά στοιχεία για τη ζωή της, παρά την υποψία που το αυτομυθοπλαστικό θρέφει, είναι κάτι απόλυτα και αυστηρά αυτοβιογραφικό.

Σκέφτομαι τον Μπελ, σκέφτομαι τη Σβάρτσενμπαχ, σκέφτομαι την Μπάχμαν, σκέφτομαι την Έρπενμπεκ, ανάμεσα σε άλλους και άλλες. Σκέφτομαι την εσωτερική αυτοεξορία κατά τη διάρκεια του ζόφου. Σκέφτομαι το σήμερα, το αναλογικά με τσιτώνει. Σκέφτομαι το κλισέ, εύκολο στην εκστόμιση, δύσκολο/αδύνατο στην πράξη, το κλισέ που λέει να νιώθεις υπεύθυνος για όσα έκανες ή δεν έκανες, να είσαι εσύ που θα σε ξεσκεπάσεις ή που θα σε χτυπήσεις φιλικά στην πλάτη. Σκέφτομαι τη διττή ανάγκη της λογοτεχνίας, της γραφής και της ανάγνωσης. Σκέφτομαι τη διάκριση από την ιστορία, όχι μόνο γιατί η λογοτεχνία μπορεί να συμβεί όταν ακόμα το έδαφος είναι υγρό, αλλά γιατί κάτι άλλο έχει να συνεισφέρει. Σκέφτομαι τα παιδικά χρόνια. Σκέφτομαι το παρελθόν. Σκέφτομαι τη ματαιότητα και τη δυσκολία. Σκέφτομαι τις επαναλαμβανόμενες τροχιές. Σκέφτομαι πόσα μπορούμε να πούμε για να αποφύγουμε αυτό που (όποιο ρήμα θέλετε) να πούμε. Σκέφτομαι το σπίτι υπ' αρ. 84. Αυτό το σκέφτομαι πολύ.

Διαβάζω δεύτερη και τρίτη φορά το βιβλίο. Ακόμα και το υβριδικό μου φαίνεται λίγο, παρότι ιδιαιτέρως ευρύχωρο. Σκέφτομαι την ποιήτρια, ξανά. Επιθυμεί να περιγράψει αυτό που υπάρχει στη θέση αυτού που υπήρξε, χωρίς να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού υπ' αρ. 84. Σκέφτομαι τους ζωγράφους που στήνουν τα καβαλέτο τους απέναντι στο θέμα τους, σκέφτομαι πως η άριστη και ακριβής αποτύπωση σε κανέναν τους δεν χάρισε ένα διαβατήριο για το μέλλον, ήρθε η φωτογραφία, ήρθε η κίνηση, η παρατεταμένη εποχή της εικόνας. Σκέφτομαι ένα απλό χωριό, λίγες σελίδες στο βιβλίο της ιστορίας. Σκέφτομαι τον κηπουρό στο σπίτι της Δοκιμασίας.

Η εισαγωγή, το πώς και το πότε της ανάγνωσης του μετέπειτα μεταφραστή, τυχαία ένα βράδυ, το βιβλίο τραβηγμένο από μια βιβλιοθήκη χαρισμένη από έναν δάσκαλό του, απλώνει μια επικράτεια κοινή, τα παραφερνάλια μιας ανάγνωσης, του πού, το πώς, το πότε. Το επίμετρο έρχεται να επιβεβαιώσει διάφορα, να φανερώσει περισσότερα να εντείνει το συναίσθημα πως η Περιγραφή ενός χωριού, παρά τη σταθερότητα, έχει την αρετή της διαφυγής, εκεί που νομίζεις πως στο αδιέξοδο κάποιου μονοπατιού τη στρίμωξες, γλιστρά και χάνεται ξανά, εσύ στο κατόπι. Σκέφτεσαι πως δεν είναι αυτό που φαίνεται και είναι αυτό που φαίνεται. Σκέφτεσαι τον υπαινιγμό και να που πάλι ο ρεαλισμός θριαμβεύει. Σκέφτεσαι το ατομικό και ξεπηδά το συλλογικό, αργότερα το αντίστροφο. Σκέφτεσαι εκείνη και εμφανίζεται το είδωλό σου. Σκέφτεσαι το σπίτι υπ' αρ. 84 απλά να βρίσκεται εκεί και να υπάρχει. Σκέφτεσαι την επιτήδευση και τον φορμαλισμό και πάλι σου ξεφεύγει. Σκέφτεσαι πως έχεις τις απαντήσεις και ανακουφίζεσαι που δεν τις έχεις. Σκέφτεσαι μια άσκηση γραφής και να η λογοτεχνία αδιάφορη για πεζά και κεφαλαία.

υγ. Για το Μπιλιάρδο στις εννιάμισι του Χάινριχ Μπελ, περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για το Η ευτυχισμένη κοιλάδα της Σβάρτσενμπαχ εδώ. Για το Μάλινα της Μπάχμαν εδώ. Για τη Δοκιμασία της Έρπενμπεκ εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Η Βαλίτσα

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Κυνηγόσκυλο - Don DeLillo

Ντον ΝτεΛίλλο, ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή συγγραφείς παγκοσμίως. Το Κυνηγόσκυλο, γραμμένο το 1978, το έκτο στη σειρά μυθιστόρημά του, κυκλοφόρησε πρόσφατα για πρώτη φορά στα ελληνικά, σε υψηλού επιπέδου μετάφραση του Αποστόλη Πρίτσα, από τις εκδόσεις Gutenberg.

Λίγο αφότου κυκλοφόρησε το βιβλίο αυτό, ο ΝτεΛίλλο έλαβε την υποτροφία του ιδρύματος Γκουγκενχάιμ, με την οποία ταξίδεψε στη Μέση Ανατολή πριν εγκατασταθεί στην Ελλάδα και μπει στην πλέον γόνιμη συγγραφική περίοδο, τα έργα της οποίας, αποκορύφωμά τους ο Υπόγειος κόσμος, του προσέδωσαν δικαίως τεράστια φήμη και εκτεταμένη αποδοχή.

Μια φήμη κυκλοφορεί έντονα, η ύπαρξη μιας μπομπίνας, μια πορνοταινία γυρισμένη στα υπόγεια του αρχηγείου των Ναζί, με πρωταγωνιστή τον Αδόλφο Χίτλερ. Φήμη ικανή να προκαλέσει ντελίριο ενδιαφέροντος σε συλλέκτες τέχνης, συνωμοσιολόγους, μαικήνες του πορνό και στελέχη μυστικών υπηρεσιών, τα θολά ύδατα θα ανακινηθούν. Αυτή, σε λίγες γραμμές, είναι η υπόθεση του τρελού αυτού μυθιστορήματος, μια παλπ κατασκευή υψηλών προδιαγραφών, γραμμένη μισό αιώνα πριν και όμως διόλου παρωχημένη, ούτε ως προς την χωροχρονική επικράτεια, ούτε ως προς τα συστατικά. 

Ο κόσμος, όσο παράδοξο και αν φαντάζει, ελάχιστα έχει μεταβληθεί από τότε στον πυρήνα του, και η παραδοξότητα αυτή πηγάζει από τη διάχυση της συνωμοσιολαγνείας, την επικράτησή της στα υψηλά στρώματα εξουσίας και διοίκησης, αλλά και το κακό, σε όποια μορφή, τη δόξα, την εξουσία, το χρήμα, το σεξ, επίσης. Ο συγγραφέας διαθέτει αυξημένη οξυδέρκεια, ιδιαίτερα ευαίσθητες κεραίες λήψης της πραγματικότητας, ζει και δημιουργεί πέρα από το προφανές και την επιβεβλημένη μονοσημία, χρησιμοποιεί τον κόσμο ως πρώτη ύλη. Η ομοιότητα αφαιρεί την, έτσι και αλλιώς προβληματική, χρήση του επιθέτου προφητικός. Ο ΝτεΛίλλο δεν είδε το μέλλον, αλλά το παρόν. Αφήνω εδώ το όνομα του Τζέφρι Έπστιν να υπάρχει.

Ο ΝτεΛίλλο περνάει καλά μέσα σε αυτό το ζοφερό σκηνικό, περνάει καλά γιατί ίσως δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, το κωμικοτραγικό γλέντι είναι μια νησίδα επιβίωσης, το χιούμορ επίσης, το μαύρο χιούμορ για την ακρίβεια, όταν κανείς δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, παρά να σατιρίσει και να γελάσει, έστω και αν η επίγευση είναι πικρή, πικρότατη. Ο Χίτλερ πρωταγωνιστής σε μια ταινία πορνό, το απόλυτο κακό με κατεβασμένα τα εσώρουχα να λαμβάνει μέρος σε ένα όργιο. Η ύπαρξη και μόνο της φήμης είναι αρκετή να κινητοποιήσει μια σειρά από μηχανισμούς. Μηχανισμοί υπόγειοι, παράλληλοι, αδιόρατοι, πλην όμως παρόντες.

Ένα παράλληλο αναγνωστικό ενδιαφέρον, πέρα του ίδιου του βιβλίου και της απόλαυσης που αυτό μεμονωμένα χαρίζει, είναι η αναζήτηση και εύρεση κοινών στοιχείων, μοτίβων και τεχνικών που συνέχουν το συνολικό κόρπους ενός συγγραφέα σημαντικού. Το πλέον εμφανές, και κατά τη γνώμη μου σημαντικό, έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται τον χρόνο, την επιβράδυνση και την επιτάχυνσή του, με έναν τρόπο μοναδικό, που ίσως μόνο ο κινηματογράφος να είναι σε θέση να πετύχει. 

Το Κυνηγόσκυλο είναι μια σειρά από στιγμιότυπα, σπαρμένα κατά μήκος των σελίδων, που προωθούν την πλοκή συνέχοντάς την ολοένα και περισσότερο, παραπόταμοι που συναντιούνται και ενώνονται. Στιγμιότυπα έξω από τον κυρίως χωροχρόνο, αποκομμένα από τη σύνθετη επικράτεια, τεχνητά αποσυνδεδεμένα, τοποθετημένα ωστόσο μαεστρικά, αυτάρκη και ικανά να αυτονομηθούν, να σταθούν και να συνθέσουν την πλοκή του μυθιστορήματος, ως υποπλοκή του σύνθετου κόσμου που τη συμπεριλαμβάνει. 

Η απόκτηση της ταινίας αποτελεί τον αυτοσκοπό των προσώπων της πλοκής, το έντονο φως του προβολέα που στρέφει ο συγγραφέας/αφηγητής εντείνει το τριγύρω σκοτάδι, λες και ο έξω κόσμος έχει παυθεί, έχει ακινητοποιηθεί, η ψυχρότητα του ανατομικού εργαστηρίου, η υποδόρια αίσθηση, αλλά και η αληθοφάνεια, αυτός ο ιδιότυπος ρεαλισμός που χαρακτηρίζει συνολικά το έργο του. 

Ο τρόπος με τον οποίο ο ΝτεΛίλλο συναρμόζει τα στιγμιότυπα και διαχειρίζεται τον χρόνο, σε συνδυασμό πάντα με τη δεδομένη ικανότητά του σε κάθε αναγκαίο μετερίζι της γραφής, επιτρέπει κάτι ακόμα μοναδικά παράδοξο. Ενώ προγραμματικά το Κυνηγόσκυλο, όπως και η πλειοψηφία των μυθιστορημάτων του, έχει έντονη τη φιλοδοξία που κάθε μεγάλο μυθιστόρημα οφείλει να έχει, αναγκαιότητα που επιτρέπει, δικαιολογεί και ενίοτε καλωσορίζει την αμετροέπεια, η τελική αίσθηση που ο αναγνώστης απολαμβάνει διαπνέεται από μια δωρικότητα, από την αίσθηση πως κάθε περιττό ίχνος λίπους έχει αφαιρεθεί με ακρίβεια χιλιοστού. Η ικανότητα αυτή του ΝτεΛίλλο, που στις νουβέλες της τελευταίας περιόδου έφτασε στο αποκορύφωμά της, διαπνέει (και αυτό) το μυθιστόρημα από άκρη σε άκρη.

Μια παλπ κατασκευή, λοιπόν, ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, ωστόσο, ένα μείζον λογοτεχνικό γεγονός από το άλμπουμ αυτού του σπουδαίου, του Ντον ΝτεΛίλλο. Αυτό είναι το Κυνηγόσκυλο.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Περισσότερα κείμενα για βιβλία του Ντον ΝτεΛίλλο βρίσκετε: εδώ για το Κοσμόπολις, εδώ για το Σημείο Ωμέγα, εδώ για τον Λευκό Θόρυβο, εδώ για το Οι χρόνοι του σώματος, εδώ για το Zero K, εδώ για τη Σιωπή, εδώ για το Υπόγειος κόσμος, εδώ για το Ζυγός.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αποστόλης Πρίτσας
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Το καλό μες στο κακό - Samanta Schweblin

Πέρασαν έξι χρόνια, μοιάζει σχεδόν χτες, όταν διάβασα το Απόσταση ασφαλείας, το μυθιστόρημα με το οποίο η Σαμάντα Σβέμπλιν συστήθηκε στο ελληνικό κοινό. Δεν θυμάμαι πολλά από την ιστορία, μια γυναίκα στο κρεβάτι, η επιμονή κάποιου να την κάνει να θυμηθεί, ένα μεταφυσικό πέπλο, η απόσταση ασφαλείας είναι η απαραίτητη απόσταση από τη μνήμη, το συναίσθημα, την εμπειρία, που επιτρέπει στο υποκείμενο να νιώθει τη μικρότερη δυνατή ανασφάλεια, να μπορεί να ανασάνει, να σκεφτεί ψύχραιμα και να διατηρεί μια κάποια ψυχραιμία, θυμάμαι όμως καλά πως διαβάζοντάς το ένιωθα κάτι το υποδόρια ανησυχαστικό. Το Κεντούκι, πέντε χρόνια αργότερα και αφού η συλλογή διηγημάτων της, Επτά άδεια σπίτια, είχε μεσολαβήσει, με το κεντρικό εύρημα που το μετακινεί πιο μέσα στην επικράτεια της επιστημονικής φαντασίας, χωρίς ωστόσο να εγκλωβίζεται πλήρως σε αυτή, επίσης ανησυχαστικό, όχι υποδόρια αυτή τη φορά, αλλά στην επιφάνεια της ιστορίας, πιο απτό και επομένως πιο διαχειρίσιμο. Όλα τα βιβλία τής Αργεντινής συγγραφέα στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Έφης Γιαννοπούλου.

Δεν είναι πάντοτε απλό, συνήθως είναι σπάνιο, να εντοπίσει κανείς επακριβώς τι είναι εκείνο που του ασκεί έλξη σε κάποιο βιβλίο, σε κάποια συγγραφέα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η Σαμάντα Σβέμπλιν, με τη διεθνή φήμη και τα πολλά βραβεία. Η φαινομενική απλότητα είναι που το κάνει ακόμα πιο σύνθετο και δύσκολο. Η κυκλοφορία των διηγημάτων της και η επικείμενη παρουσία της στο φεστιβάλ ΛΕΑ επέσπευσαν την ανάγνωση, ήθελα να πάω διαβασμένος στο πάνελ που μοιράστηκε με τον Νίκο Μάντη, σκασμένος που δεν θα μπορούσα να βρεθώ στη συζήτησή της με την Αλεξάνδρα Κ.

Την παρούσα συλλογή, Το καλό μες στο κακό, την αποτελούν έξι αρκετά μεγάλα διηγήματα, δύο από αυτά της τάξης των πενήντα σελίδων, τα πέντε πρώτα διαθέτουν πρωτοπρόσωπη αφήγηση, στο τελευταίο επιστρατεύεται ένας παντογνώστης αφηγητής. Δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο νήμα σύνδεσης μεταξύ των διηγημάτων, σίγουρα δεν υπάρχει μετακίνηση προσώπων και καταστάσεων από το ένα στο άλλο, ωστόσο αυτό σε καμία περίπτωση δεν γεννά τη σκέψη πως απλώς εκδόθηκαν παρέα ώστε να δημιουργηθεί ένα βιβλίο. Ήδη από το πρώτο διήγημα, ο αναγνώστης που έχει διαβάσει κάποιο από τα προηγούμενα βιβλία της, αναγνωρίζει το ύφος, τη φωνή, το παράδοξο από το οποίο απειλούνται τα πρόσωπα. Το παράδοξο, συνήθως με τον μανδύα του μεταφυσικού ή της οριακότητας στην αντίληψη, είναι το μυαλό που παίζει παιχνίδια ή το εξωτερικό περιβάλλον, άραγε. Το μέγεθος, αλλά και το ταλέντο, η κλίση και η λεπτοδουλειά, επιτρέπει στη Σβέμπλιν να χτίσει αργά και σταθερά τις ιστορίες της, να κάνει τις απαραίτητες αναλήψεις από το παρελθόν, παρεκβάσεις αβίαστες που δεν πετούν τον αναγνώστη εκτός της ιστορίας, αλλά αντίθετα τον εισάγουν σε αυτή σε όλο της το μήκος.

Η ανισότητα, πάθηση συνήθης στις συλλογές διηγημάτων, φαινόμενο Βασίλης Παπακωνσταντίνου όπως μου αρέσει να το αποκαλώ, όταν ένα άντε δύο τραγούδια ήταν αυτά που άξιζαν και τα υπόλοιπα απλώς συμπλήρωναν το σιντί, εδώ δεν παρατηρείται. Το κάθε διήγημα καταλαμβάνει τον χώρο του, συντελεί στη συνολική αίσθηση της ανάγνωσης, τι και αν αργότερα ένα ή δύο θα είναι αυτά που η μνήμη θα συγκρατήσει, στην περίπτωσή μου τα δύο μεγαλύτερα, τώρα, δέκα μέρες μετά την ανάγνωση, που πιάνω να γράψω αυτό το κείμενο, Το μάτι στο λαρύγγι και Η γυναίκα από την Ατλαντίδα, το τέταρτο και το πέμπτο αντίστοιχα, αν και πιο ανησυχαστικά σίγουρα λειτούργησε το Ο Γουίλλιαμ στο παράθυρο, κυρίως γιατί στο τέλος η Σβέμπλιν αναφέρει πως «συνέβη στα αλήθεια. Ίσως είναι το πιο αυτοβιογραφικό διήγημα που έχω γράψει κι ίσως επίσης, γι' αυτό ακριβώς, είναι καλύτερα να μην πω τίποτε περισσότερο».

Εκείνο που περισσότερο από όλα μου έκανε εντύπωση, και τώρα συνειδητοποιώ πως αποτελεί χαρακτηριστικό της αφηγηματικής επικράτειας της Σβέμπλιν, είναι πως πετυχαίνει μια ιδιότροπη συγχρονία. Λέω ιδιότροπη, θα μπορούσα σίγουρα να έχω πιο απλά χρησιμοποιήσει το επίθετο ιδιότυπη, αλλά νιώθω πως για κάποιο λόγο ταιριάζει καλύτερα εδώ. Δεν είναι μόνο η παράδοση της Νοτίου Αμερικής, και δη της Αργεντινής, στο διήγημα που ορίζει τις πηγές του λογοτεχνικού ποταμού στον οποίο κινείται η συγγραφέας, αλλά της ευρύτερης παράδοσης του παράδοξου ή μεταφυσικού κλίματος. Και ενώ, λοιπόν, η πλεύση στον ποταμό αυτό είναι εμφανής, εντούτοις τα διηγήματά της, στην προκειμένη περίπτωση αλλά και το συνολικό έργο της γενικότερα, δύσκολα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν παλιακά. Τείνω να ισχυριστώ μετά υποκειμενικής βεβαιότητας πως η ιδιότροπη συγχρονία που νιώθω κατά την ανάγνωση έχει να κάνει με τον δέκτη, και όχι με τον πομπό, που και η ίδια είναι δέκτρια με τη σειρά της. Χωρίς να το εκβιάζει, χωρίς να επιχειρεί να πιάσει το zeitgeist, χωρίς να χρησιμοποιήσει απευθείας την πρώτη ύλη από τον κοινωνικό ή πολιτικό ταμιευτήρα του παρόντος, εντούτοις, και αφού πρώτα έχει κατακτήσει και οικειοποιηθεί τη δική της φωνή, το δικό της ύφος, διακριτά και όχι φωναχτά σαν κάποιος που θα ήθελε να πείσει πως στα ερείπια χτίζει το δικό του λογοτεχνικό ανάκτορο, πετυχαίνει να προκαλέσει το αίσθημα του ανοίκειου στον σημερινό αναγνώστη, θύμα και θήτη ταυτόχρονα του επιστημονικά άτεγκτου ορθολογισμού και της απόλυτης αιτιοκρατίας, με ένα τρόπο που κάποτε μετήλθε η λογοτεχνία του φανταστικού, όταν πια οι κοινωνίες έπαψαν να λένε παραμύθια γύρω από τη φωτιά.

Η Σβέμπλιν, θεωρώ, πως πετυχαίνει εκεί που τόσοι άλλοι αποτυγχάνουν, ίσως γιατί δεν είναι εκείνη η κύρια επιδίωξή της, ίσως γιατί πρώτιστα επιθυμεί να υπηρετήσει με τον καλύτερο και αρτιότερα δυνατό τρόπο την κατασκευή και την εκτέλεση κάθε ιστορίας της, χωρίς να διατυμπανίζει πως είναι αποφασισμένη να κατέλθει στα μύχια της αντίληψης και πως είναι ανοιχτή στο παράλογο, στέκεται, θέλω να πω, στη σκιά σε απόσταση ασφαλείας. Κάνει κάτι που με τα χρόνια αμελείται, η λογοτεχνία, η κάθε τέχνη, δεν είναι μια αντικειμενική και επιστημολογικά συνεπής διεργασία, υπάρχουν άλλωστε η ιστορία, η κοινωνιολογία, η ανθρωπολογία και άλλες επιστήμες, θεωρητικές ή θετικές, γι' αυτό, αλλά ο εκάστοτε συγγραφέας διαθέτει τις ευαίσθητες εκείνες κεραίες ώστε να διακρίνει εκείνο που είναι δύσκολο να διατυπωθεί με σαφήνεια και ακρίβεια, και το απαραίτητο ταλέντο, σκληρή δουλειά επίσης μην το ξεχνάμε παρακαλώ, ώστε να το μεταφέρει στο χαρτί με τον κατάλληλο τρόπο, μια εμπειρία οριακή γίνεται τότε η γραφή και η ανάγνωση, χωρίς να διαφημίζεται και να φωνάζει πως είναι τέτοια. Και ίσως μερικούς μια γραφή όπως αυτή να τους ξενίζει, γιατί έχουν κιόλας συνηθίσει, είτε λόγω της παρέλευσης ικανού χρόνου, είτε γιατί η λογοτεχνία πηγαίνει προς μια κατεύθυνση αντικεμενικοποίησης, εκεί που οι φιλόλογοι και οι καθηγητές δημιουργικής γραφής νιώθουν αυτοπεποίθηση στην αποδόμηση και την εξήγηση του γιατί και του πώς λειτουργεί το κάθε κείμενο, πρώτη ύλη για τη διδασκαλία τους.

Κλείνοντας, να πω μόνο αυτό το κλισέ ακόμα, πως η έλξη στη λογοτεχνία της Σβέμπλιν μοιάζει με ένα παγάκι, σε δροσίζει και σε καίει, θες και δεν θες ταυτόχρονα να το κρατήσεις στη χούφτα σου, πόσο μάλλον να την κλείσεις σφιχτά. Και όλο αυτό ένα απλό παγάκι, η ηδονή και η ανησυχία, από τις απολήξεις νεύρων μέχρι το κέντρο ελέγχου.

υγ. Για την Απόσταση ασφαλείας έγραφα αυτό, για το Κεντούκι αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Άλογα - Ορέστης Φιωτάκης

Πρώτα μίλησε η Σ., ύστερα η Γ. Εκείνο που κυρίως με ιντρίγκαρε ήταν το παρ' όλο που. Παρ' όλο που, είπαν, το οπισθόφυλλο περιγράφει κάτι που δεν είναι στα άμεσα αναγνωστικά ενδιαφέροντά μου, ο τρόπος του Φιωτάκη με κατέπληξε, κάτι φρέσκο και υποσχόμενο υπάρχει σε αυτό το μυθιστόρημα, να το τσεκάρεις. Τα Άλογα πήραν άμεσα θέση για τα προσεχώς. Θα συμπλήρωνα επίσης εκτός των αναγνωστικών ενδιαφερόντων μου, μια συμμορία νεαρών μοτοσυκλετιστών σε κάποια ανώνυμη επαρχία, πως μια τέτοια ιστορία έχει πολλάκις και με πλείστους τρόπους ειπωθεί. Εδώ θα καταθέσω το δικό μου παρ' όλο που.

Σε μια εκτενώς ποικιλόμορφη λογοτεχνική παραγωγή, εγχώρια και μεταφρασμένη, σύγχρονη και κλασική, η αδυναμία μου είναι η καλή, συγκαιρινή, ελληνική λογοτεχνία. Η κοινόχρηστη χωροχρονική αρένα από τη μια, η αδιαμεσολάβητη αναγνωστική εμπειρία από την άλλη, οι δύο πόλοι της αδυναμίας αυτής. Επιπρόσθετη απολαβή το μειδίαμα απέναντι σε εκείνους τους αφοριστικούς της συντήρησης και της ξενομανίας, του τίποτα αξιόλογο δεν γράφεται πια, του οι Έλληνες δεν ξέρουν να γράφουν. Απλό μειδίαμα γιατί ο χρόνος είναι πολύτιμος για να ασχολείται κανείς περαιτέρω.

Και το οπισθόφυλλο διόλου δεν παραπλανούσε. Ο πρωτοπρόσωπος, ανώνυμος αφηγητής, πέριξ της ηλικίας των είκοσι, εγκλωβισμένος ποικιλοτρόπως, κυρίως συναισθηματικά, σε μια άγονη επαρχία, βρίσκει διέξοδο στα Άλογα, μια συμμορία νεαρών που με τις μηχανές τους αναζητούν την απαραίτητη αδρεναλίνη ως αντίδοτο. Ο Ν., φυσικός αρχηγός της συμμορίας, είναι ο καλύτερός του φίλος.

«Πολύ μικρός, είχα ονειρευτεί έναν φλεγόμενο ουρανό. Ίσως και να έχω επινοήσει την ανάμνηση του ονείρου, οπότε δεν ξέρω πόσο αληθινό είναι αυτό που θα περιγράψω. Έτσι και αλλιώς, πάντα δυσκολευόμουν να ξεχωρίσω την αλήθεια από το ψέμα. Θα προσπαθήσω όμως να είμαι όσο πιο σαφής μπορώ».

Έτσι ξεκινάει η αφήγηση αυτή. Μια ειλικρινής δήλωση πιθανής ανειλικρίνειας, μια ομολογία αδυναμίας, μια υπόσχεση σαφήνειας. Εξ αρχής, ο αφηγητής πετάει από πάνω του την όποια εμπιστοσύνη, είμαι πιθανώς αναξιόπιστος, όχι από πρόθεση, αλλά επειδή αυτός είμαι, μας λέει ήδη στο κατώφλι.

Μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση μιας ζωής, στην οποία επιπροσθέτως λίγα συμβαίνουν, αν δεν υποστηριχτεί κατάλληλα, έχει κοντά ποδάρια, λίγες μόνο σελίδες μπορεί να διανύσει πριν προκαλέσει τον εκνευρισμό ή την αδιαφορία του αναγνώστη. Άλλωστε, υπάρχουν πολλά αδιάφορα διηγήματα που θα ταίριαζαν στην περιγραφή της συνθήκης. Αυτή ήταν και η καίρια αμφιβολία μου, το παρ' όλο που που με ιντρίγκαρε εξαρχής, η αναρώτηση για το τι παραπάνω ή διαφορετικό έχει να μας πει ο γεννημένος το 2001 στην Κρήτη Φιωτάκης. Είναι, και ορθώς ως ένα βαθμό, από τις πλέον συνήθεις μομφές για την εγχώρια λογοτεχνία αυτό που συνοψίζεται ως επαρχιωτισμός, παρά τον παρόντα ελιτισμό για κάτι το κοσμοπολίτικο και την όποια αλλεργία αυτός προκαλεί.

Η ιστορία δεν είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το περιβάλλον εντός του οποίου λαμβάνει χώρα, παρότι προφανώς και προσαρμόζεται σε αυτό και το εκμεταλλεύεται κατάλληλα. Με τη μη άρρηκτη σύνδεση θέλω να επισημάνω πως ο Φιωτάκης δεν χρησιμοποιεί την επαρχία ως μια συνθήκη εργαστηρίου για να κάνει ένα πείραμα όσο το δυνατό πιο ελεγχόμενο. Συμβαίνει εκεί απλώς γιατί συμβαίνει. Έτσι, συνοδεία μιας άχρονης αίσθησης, μια πρώτη επιφύλαξη ενός γενικού και αόριστου επαρχιωτισμού αποσύρεται. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει επίσης και με την κουήρ διάσταση, αλλά και με το σύνολο των βιογραφικών συστατικών.

Δύο είναι οι βασικοί πυλώνες επί και πέριξ των οποίων η κατασκευή τοποθετείται και λειτουργεί, ο ένας έχει να κάνει με την αφηγηματική δεινότητα που είναι η ραχοκοκκαλιά του μυθιστορήματος αυτού, μια αφήγηση διαρκώς ανατροφοδοτούμενη, που διατηρεί τον αναγνώστη στην ανάγνωση, που επιτρέπει στην πλοκή, την όποια πλοκή, να προωθηθεί, ο άλλος πυλώνας έχει να κάνει με την αρχική αυτοϋπονόμευση, που τη διέπει, με πρώτο και κύριο θύμα τον ίδιο τον αφηγητή, ως προς τον έλεγχο της ίδιας του τη ζωής.

Η αυτοϋπονόμευση είναι το αμφίβιο εκείνο συστατικό που εντοπίζεται τόσο στο περιεχόμενο όσο και στον τρόπο με τον οποίο αυτό εξιστορείται. Άπαξ και το συστατικό βρέθηκε και αποφασίστηκε να χρησιμοποιηθεί ως η κύρια βάση, ένα βήμα είχε πραγματοποιηθεί. Έμεναν, ωστόσο, πολλά ακόμα να γίνουν ώστε η κατασκευή να ολοκληρωθεί και να παραδοθεί προς ανάγνωση. Δεν αρκούσε θέλω να πω ο απλός εντοπισμός, το κατά κάποιο τρόπο κεντρικό εύρημα. Δεν αρκούσε ούτε η αφηγηματική ικανότητα, η γλώσσα και η χρήση της, αν και καθόλου δεν πρέπει να υποτιμάται, το αντίθετο, πρέπει να επιβραβεύεται ως συγγραφική δεξιότητα. Η αυτοϋπονόμευση κινείται διαρκώς μεταξύ σκιάς, κυρίως, και φωτός, δεν απομακρύνεται ποτέ, απλώς μετατοπίζεται σύμφωνα με τη συγγραφική βούληση από το επίκεντρο για να επανεμφανιστεί σε αυτό όταν οι συνθήκες το ζητούν.

Αλλά και ως αρχική σύλληψη, παρά και πέρα από το όποιο ενδιαφέρον αυτή παρουσιάζει, σίγουρα δεν αποτελεί κάποια πρωτοφανή ιδέα, που ακόμα και έτσι να ήταν δεν θα ήταν επαρκής άμα τη εμφανίσει της, κρύβει, όπως κάθε καλή ιδέα άλλωστε, μια σειρά από παγίδες, με κύρια αυτή της απώλειας του ελέγχου επί αυτής, τον κίνδυνο για ένα χαοτικό και άναρχο αποτέλεσμα, που θα επένδυε, ατυχώς, στη σύγχυση, ο συγγραφέας αιχμάλωτος της προσωρινής λάμψης ενός ευρήματος. Οπότε, πέρα από τον αρχικό κίνδυνο του πόσο να αντέξει μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση με κοντά ποδάρια, αντίστοιχα τίθεται το ερώτημα του πόσο να αντέξει ένα πυροτέχνημα πριν παραδώσει πάλι τα πάντα στο σκοτάδι. Ο Φιωτάκης πετυχαίνει να αποδώσει τη συνθήκη που επικρατεί στο μυαλό του αφηγητή του, αλλά δεν σταματά εκεί, παίζει και με το μυαλό του αναγνώστη, δημιουργώντας διάφορα ενδιαφέροντα δίδυμα, όπως για παράδειγμα το προφανές και το ανησυχαστικό, το αληθές και το ψευδές, την αξιοπιστία και την κατάρρευση του υπό διαμόρφωση ορίζοντα, και κυρίως, όπως κάθε καλός σκαπανέας της αφήγησης, θέτοντας διαρκώς το ερώτημα αν μπορεί κανείς να αφηγηθεί χωρίς να παραμορφώσει, ακόμα και αν αναλάβει ο ίδιος τη δική του αφήγηση.

Παρόλο που, λοιπόν, εκείνο που το οπισθόφυλλο ορθώς περιέγραφε και τις πρώτες σελίδες που το επιβεβαίωναν, τα Άλογα μου άρεσαν πολύ. Υπάρχει εδώ μια φιλοδοξία, χωρίς να φωνάζεται και να διακηρύσσεται με ύφος ικανού αριθμού καρδιναλίων, υπάρχει μια δεξιότητα, υποταγμένη και στρατευμένη στην εξυπηρέτηση της τελικής κατασκευής χωρίς να δείχνεται, υπάρχει κάτι το φρέσκο, που τα παρ' όλο που στα οποία αναφέρθηκα με τρόπο κάπως αντιστικτικό το αναδεικνύουν, αντί να το πλακώνουν και να το θάβουν στον τάφο του αναμασήματος των ίδιων και των ίδιων.

Ένα καλό βιβλίο και μια ενδιαφέρουσα περίπτωση συγγραφέα προς παρακολούθηση· τα Άλογα του Ορέση Φιωτάκη.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Εκδόσεις Πατάκη

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Ηθοποιός - Anne Enright

Είναι μια λίστα, ολοένα μεγαλώνει, γεμάτη ονόματα βιβλίων και συγγραφέων, που ακόμα δεν έχω διαβάσει, που για κάποιο λόγο και από κάποιο μονοπάτι εισήλθαν και κάθισαν, δεν έχει τέλος. Είναι μια λίστα δυστυχώς προχειροφτιαγμένη, λείπει η καταχώρηση του νήματος, πώς συναντήθηκα μαζί τους, ποιος μου μίλησε, πού διάβασα, πώς δελεάστηκα. Είναι η παγίδα που η αυτάρεσκη σκέψη στήνει, θα το θυμάμαι, λες και το πιστεύεις, και ύστερα από λίγο το ξεχνάς, έτσι πάει το παιχνίδι αυτό, α-λήθεια. Ανάμεσά τους, το όνομα της Ιρλανδής Ένραϊτ, η καταγωγή, κάποιο διακειμενικό νήμα, κάποιο κείμενο, ποιος ξέρει τι και πώς, βρέθηκε στη λίστα. Πρόσφατα, σχετικά, κυκλοφόρησε η Ηθοποιός, σε μετάφραση Μαρίας Φακίνου, μια ακόμα προσθήκη στην περιώνυμη σειρά Συγγραφείς απ' όλο τον κόσμο. Ένα γραμμάτιο προς τακτοποίηση, σ' ένα συνολικό χρέος μη βιώσιμο.

Η αφηγήτρια, Νόρα Ο'Ντελ, σε πρώτο πρόσωπο, απευθυνόμενη στον σύντροφό της, υφαίνει με διπλό υφάδι δύο ζωές, της μητέρας της, διάσημης θεατρικής ηθοποιού, και της δικής της, ενός παιδιού αγνώστου πατρός μεγαλωμένου στα πέριξ της λάμψης και της πτώσης μιας διασημότητας, και όπως κάθετες και οριζόντιες σειρές από κλωστές τοποθετούνται με ακρίβεια και γνώση του τελικού σχεδίου, οι δυο ζωές αποκαλύπτονται, διακλαδώνονται και αναπόφευκτα μπλέκονται με την κυρίως ιστορία, το χωροχρονικό αποτύπωμα μιας παρελθούσας εποχής.

Μια αφήγηση πρωτοπρόσωπη με διάθεση σύνθεσης μέσω μεγάλων ποσών ανάληψης από τον παρελθοντικό ταμιευτήρα, εκεί όπου τα γεγονότα στέκουν πια ακίνητα και συντελεσμένα, όσα στο εκάστοτε παρόν έμοιαζαν και ήταν δυναμικά και ανοιχτά, μια τέτοια αφήγηση οφείλει να διαθέτει μια ένταση, ένα νεύρο, να απαντάει με τον τρόπο της στο γιατί της αφήγησης. Στην κακή ή μέτρια λογοτεχνία μια απάντηση σε αυτό το γιατί μπορεί να είναι ένα γεγονός ή ένα εύρημα, κάτι το ξεχωριστό που συνέβη αληθινά ή μυθοπλαστικά στο παρελθόν του αφηγηματικού υποκειμένου, σπάνια όμως από μόνο του αρκετό ώστε πάνω του να οικοδομηθεί η συνολική κατασκευή, έδαφος μάλλον σαθρό, έτσι όπως η πυκνότητα εξαντλείται γύρω από ένα μεμονωμένο σημείο και το υπόλοιπο περιστρέφεται αδιάφορα γύρω του. Για παράδειγμα εδώ, μια μέτρια λογοτεχνική απόπειρα θα περιοριζόταν στο σχήμα παιδί στη σκιά μιας διασημότητας, παιδί που ελευθερωμένο πια, ύστερα από τον μητρικό θάνατο, θα μάζευε το κουράγιο του να δηλώσει παρούσα, να πει: να εδώ είμαι κοιτάξτε με. Και αυτό, ακόμα και αν η ιστορία ήταν στηριγμένη σε πραγματικά γεγονότα, ελάχιστη υποβοήθηση θα πρόσθετε στο αφηγηματικό όχημα, σύντομα θα ξέμενε από καύσιμα πριν καν βγει στις ανηφόρες.

Είναι αυθαίρετο και παρακινδυνευμένο να επιχειρήσει κανείς να εντοπίσει συγγραφικές προθέσεις και επιδιώξεις πίσω από ένα βιβλίο, ίσως να μην είμαι τόσο απόλυτος και αυστηρός και να το θέσω ως κομμάτι της ανάγνωσης, πράξη πρωτίστως υποκειμενική, που έρχεται σε ολική ρήξη με τη σχολική πραγματικότητα αλλά και την κακή κριτική του τι θέλει να πει ο ποιητής. Διαβάζοντας την Ηθοποιό σκεφτόμουν έντονα τη θέση του εντός μιας εποχής στην οποία το αυτομυθοπλαστικό κυριαρχεί, η αλήθεια της αφήγησης, ειδικά της πρωτοπρόσωπης δείχνει να επικρατεί, τόσο ως παραγωγή όσο και ως πρόσληψη. Σκεφτόμουν, λοιπόν, τη θέση ενός μυθοπλαστικού βιβλίου όπως αυτό, που ακόμα και η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια αποτελεί συγγραφικό παράγωγο, και άρα και η ιστορία στο σύνολό της, παρά τα όσα ψήγματα συνάφειας και αλήθειας φέρει, και ένιωθα πως είναι μια πράξη αρκετά ρηξικέλευθη, να κατασκευάσει η Ένραϊτ μια ηθοποιό με μια κόρη αγνώστου πατρός, να την οπλίσει με το απαραίτητο νεύρο, να τοποθετήσει στο πλευρό της έναν σιωπηλό σύντροφο προς τον οποίον απευθύνεται η αφήγηση αυτή, ρηξικέλευθο γιατί απομακρύνεται από τον κύκλο της αφήγησης του εγώ, τοποθετεί στο επίκεντρο τη μυθοπλασία χωρίς να κλείνει το μάτι λιγότερο ή περισσότερο πως όλα αυτά συνέβησαν, πως όλα αυτά ως γεγονότα, σκέψεις και συναισθήματα υπήρξαν, αλλά και βέβαια υπήρξαν, εκεί που ανέκαθεν υπήρξαν, στη συγγραφική σύλληψη και εκτέλεση, πριν το εγώ αποκτήσει την υποχρέωση ή την ανάγκη του πραγματικού και του αληθινού, πριν οι αναγνώστες χρειαστούν μεγεθυντικό φακό πιστοποίησης της αλήθειας για την ανάγνωσή τους.

Και το βιβλίο αυτό υπήρξε αναγνωστικά απολαυστικό με τον τρόπο που η λογοτεχνία είναι απολαυστική, όποια και αν είναι η πρώτη της ύλη, αρκεί να πρόκειται για καλή λογοτεχνία. Μοιάζει τόσο απλό, σίγουρα δεν είναι τόσο. Η αυτομυθοπλασία είναι κάτι που συχνά πυκνά είναι του γούστου μου, αναρωτιέμαι τότε, είτε μου άρεσε είτε όχι το εκάστοτε βιβλίο, αν αυτό σχετίζεται με την αλήθεια που φέρει, τείνω να καταλήξω οριστικά στο συμπέρασμα πως η αλήθεια είναι -στη λογοτεχνία αλλά και στη ζωή εν γένει- μια έννοια σχετική, σίγουρα υποκειμενική, πολλαπλών διαδρομών προσέγγισης και περιδιάβασης. Επανέρχομαι σε όσα παραπάνω είπα πως «μια τέτοια αφήγηση οφείλει να διαθέτει μια ένταση, ένα νεύρο, να απαντάει με τον τρόπο της στο γιατί της αφήγησης», κάτι το οποίο ελάχιστα έχει να κάνει με το αν το περιεχόμενο είναι με στενούς όρους αληθινό ή πραγματικό. Η Ένραϊτ, σε μια εποχή που, συνεπικουρούμενη σίγουρα από τα κοινωνικά δίκτυα και την κουλτούρα που αυτά διαμορφώνουν, η λογοτεχνία μετατοπίζεται ολοένα και περισσότερο στο βίωμα και στο τραύμα, επιλέγει να αφηγηθεί τη συγκεκριμένη ιστορία.

Και το κάνει τεχνικά άρτια, χωρίς η κατασκευή να υπολείπεται εκείνου του δύσκολα περιγράψιμου κάτι, πείτε το ψυχή ή όπως αλλιώς επιθυμείτε, που η καλή λογοτεχνία διαθέτει. Η τεχνική αρτιότητα σε μεγάλο βαθμό έχει να κάνει με τη λεπτομερή γνώση του αφηγηματικού υποκειμένου, η συγγραφέας γνωρίζει πολύ καλά τη Νόρα και γνωρίζοντάς την σε τέτοιο βάθος δύναται να αποτυπώσει αφηγηματικά τη σχέση της κόρης με τη νεκρή μητέρα, κατεβαίνοντας σε βάθη πέρα από τα όποια βιογραφικά βράχια στα οποία ο καθείς μας έχει πρόσβαση, εγκαταλείποντας την επιφάνεια του τετριμμένου και του στερεοτυπικού της σχέσης μάνας κόρης. Και αυτό, διόλου παράδοξα και αντιφατικά, αντί να προσδίδει ιδιωτεία στην αφήγηση ή να την περιορίζει ποικιλοτρόπως, την καθιστά έδαφος κοινό, πέρα από το προφανές, όχι γιατί όλοι έχουμε μια μητέρα διάσημη και ζήσαμε στη σκιά της ή γιατί περάσαμε μια ζωή γυρεύοντας την ταυτότητα του πατέρα μας ή για ό,τι άλλο, αλλά γιατί κατέρχεται σε βάθη σκοτεινά, εκεί όπου το φως δεν φτάνει, εκεί που το αιτιοκρατικό αδυνατεί να δώσει απαντήσεις, στην επικράτεια του γιατί έχουμε ανάγκη τη λογοτεχνία, την αφήγηση εν γένει. Ίσως, τελικά, η αδυναμία προσδιορισμού της συγγραφικής πρόθεσης ή επιδίωξης, αυτό το άγνωστο γιατί επέλεξε η Ένραϊτ να αφηγηθεί αυτή την ιστορία, να εμπλουτίζει περαιτέρω με εκείνο το δύσκολα περιγράψιμο κάτι το μυθιστόρημα.

Διαβάζοντας την Ηθοποιό σκεφτόμουν έντονα δύο άλλα βιβλία. Το ένα, η Ανησυχία της Λιν Ούλμαν, είναι μάλλον προφανές αφού το αυτομυθοπλαστικό σύμπαν αναπόφευκτα περιλαμβάνει τους πλανήτες των διάσημων γονέων, το άλλο, ωστόσο, Το πίσω δωμάτιο της Κάρμεν Μαρτίν Γκάιτε, δεν είναι εύκολο να απαντηθεί το γιατί το σκεφτόμουν, ως αίσθηση, ως αφηγηματική ατμόσφαιρα, δεν ξέρω, μια συγγένεια εκλεκτική, ξεκάθαρα υποκειμενική, διαισθητική.

Ένα όνομα διαγράφηκε από τη λίστα με τους προς γνωριμία δημιουργούς, όμως τουλάχιστον τρία ακόμα βιβλία της που κυκλοφορούν στα ελληνικά προστέθηκαν στη διπλανή λίστα με τα βιβλία που θέλω να διαβάσω, έτσι πάει το παιχνίδι αυτό, έτσι το χρέος εκτοξεύεται.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για την Ανησυχία της Λιν Ούλμαν περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Πίσω δωμάτιο  της Κάρμεν Μάρτιν Γκάιτε εδώ.

Μετάφραση Μαρία Φακίνου
Εκδόσεις Καστανιώτη