Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2020

Οι γονείς που θα θέλαμε να γίνουμε





Η συγκυρία αποτελεί έναν μάλλον υποτιμημένο παράγοντα στην πρόσληψη της τέχνης. Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός πως δρα ανεξέλεγκτα και απολύτως υποκειμενικά, και γι' αυτό είναι μάλλον δύσκολο να οριστεί ποσοτικά. Πόσες φορές δεν έχετε αναρωτηθεί πώς θα σας είχε φανεί το τάδε ή το δείνα έργο, αν είχατε έρθει αντιμέτωποι μαζί του κάποια άλλη στιγμή; Δεν ξέρω αν υπάρχει αυτός ο ψυχρός θεατής, που, ανεπηρέαστος απ' όσα συμβαίνουν μέσα και γύρω του, δύναται να κρίνει ανά πάσα στιγμή ορθά και αδέκαστα, υπακούοντας σε μια αντικειμενική και πανανθρώπινη αλήθεια. Η ιδέα του απομονωμένου αυτού αισθητικού κριτηρίου, του τόσο απομακρυσμένου από το βίωμα, μου προκαλεί τρόμο. Υπάρχουν μέρες που το ελάχιστο μπορεί να αναστατώσει, και άλλες, που το υπέρλαμπρο να μην διαπερνά το σκοτάδι. 

Να με φωνάζεις με τ' όνομά σου.
Τι θα πει ο κόσμος. 

Αν δεν είχα δει τις ταινίες αυτές, τη μία πίσω από την άλλη, και μάλιστα τυχαία, τότε, δεν θα έγραφα τίποτα γι' αυτές. Είναι ένας κάποιος δείκτης για μένα αυτός, η ύπαρξη αφορμής που θα αποτελέσει την κινητήριο περιστροφή και θα οδηγήσει σ' ένα κείμενο, ιδιαίτερα για μια πιο εφήμερη εμπειρία όπως αυτή του σινεμά. Με τα βιβλία είναι αλλιώς, ο χρόνος που περνά κανείς μαζί τους φέρνει σκέψεις και εμπειρίες, εγκοπές ελάχιστες μα ικανές για να πιαστεί το νήμα, να ξετυλιχτεί ένα κείμενο. Και οι δύο ταινίες βγήκαν στις αίθουσες το 2017, και αν για Το τι θα πει ο κόσμος δεν ήξερα τίποτα, το Να με φωνάζεις με τ' όνομά σου το θεωρούσα a priori  overhyped, όπως και το βιβλίο στο οποίο στηρίχτηκε (βλ. το ένστικτο του αναγνώστη). Και αν για την πρώτη η επιλογή ανήκε σε άλλον, για τη δεύτερη, η επιλογή του play ήταν δική μου, βασισμένη στα καλά λόγια ενός φίλου που εμπιστεύομαι.

Το Τι θα πει ο κόσμος είναι η σπαραξικάρδια ιστορία μιας δεκαεξάχρονης Πακιστανής, μεγαλωμένης στη Νορβηγία, την οποία ο πατέρας της πιάνει επ' αυτοφόρω μ' ένα αγόρι. Για τη συντηρητική οικογένεια και το ακόμα πιο συντηρητικό περιβάλλον της πακιστανικής κοινότητας της πόλης, το σοκ είναι μεγάλο. Η κοπέλα, αφού αρνείται να παντρευτεί το αγόρι, μεταφέρεται βίαια από τον πατέρα της στο Πακιστάν για να μείνει με την οικογένεια της αδερφής του και να συμμορφωθεί. Συναισθηματική καθοδήγηση στα κόκκινα, κάτι στο οποίο έχω αλλεργία, εδώ όμως η αληθοφάνεια της ιστορίας, η γνώση πως ιστορίες όπως αυτή συμβαίνουν, πως τα σώματα κυρίως των γυναικών αποτελούν τον στόχο της συντήρησης σε διεθνές επίπεδο, οι γυναικοκτονίες και η ενδοοικογενειακή βία, με έκαναν να αντιδρώ ως χούλιγκαν στη διάρκεια της ταινίας, βρίζοντας και χειρονομώντας προς την οθόνη, σοκαρισμένος από το γεγονός πως το κράτος αποτελούσε τη μοναδική απτή ελπίδα της κυνηγημένης από την ίδια της την οικογένεια κοπέλας.

Να με φωνάζεις με τ' όνομά σου ζητάει από τον έφηβο ήρωα ο μυστήριος, μα τόσο γοητευτικός, διδακτορικός φοιτητής που εισβάλλει -ναι αυτό είναι το κατάλληλο ρήμα, μην απορείτε- στη ζωή μιας οικογένειας μορφωμένων αστών, στην εξοχική τους κατοικία κάπου στην Ιταλία. Μια καλογυρισμένη ταινία, που όμως δεν κατάλαβα γιατί κάποιοι τη θεώρησαν κορυφαία της χρονιάς. Σκεφτόμουν διαρκώς τον Πολ Μπόουλς κατά την προβολή, αναρωτιόμουν πόσο πιο ενδιαφέρων θα γινόταν ο "ξένος" στα χέρια του, αυτή η εισβολή ήταν εκείνο που περισσότερο με τράβηξε στο κάπως κοινότοπο, και διόλου μα διόλου προκλητικό ή εναλλακτικό, σενάριο. Εδώ βρισκόμαστε στον γονεϊκό αντίποδα, οι γονείς του νεαρού είναι αυτό που θα λέγαμε προχωρημένοι, σε σημείο τέτοιο που να προκαλούν την αμφισβήτηση του θεατή. Είναι αστοί, μορφωμένοι και πλούσιοι. Έχουν ένα δίχτυ ασφαλείας δηλαδή, είναι πιο εύκολο ίσως να είσαι προχωρημένος αν έχεις τα κατάλληλα εφόδια, και εκείνοι μοιάζει να τα έχουν.

Βλέποντας αυτές τις δύο ταινίες, τη μία πίσω από την άλλη, η συμπεριφορά των γονέων δεν μπορούσε παρά να αποτελέσει τον κοινό τόπο προσέγγισης, τον δεσμό που έμμεσα τις ένωσε μέσα μου. Και αν οι προσλαμβάνουσές μας μοιάζουν ισχυρές για να μας καθησυχάσουν πως δεν θα γίνουμε ποτέ σαν τους γονείς της νεαρής κοπέλας, δεν είναι ταυτόχρονα αρκετές για να μας γεμίσουν ψευδαισθήσεις πως θα μπορούσαμε να είμαστε τόσο ανεκτικοί, όσο οι γονείς του νεαρού, πως ούτε ο φόβος δεν θα μας ωθούσε να τοποθετήσουμε εμπόδια και περιορισμούς. Και αν το πρότυπο αποφυγής είναι εδώ και λειτουργεί ως φάρος λαμπρός μέσα στη νύχτα των άλλων, η απέναντι ακτή δεν είναι εύκολα προσβάσιμη, δεν είμαι σίγουρος αν αποτελεί καν μια εφικτή επιδίωξη. Άλλωστε, η ανοχή του καθενός μας δοκιμάζεται καθημερινά, ακόμα και στα πιο μικρά. Η εκ του ασφαλούς θεωρία συναντά την απτή πραγματικότητα, τα λόγια μένουν λόγια, και εμφανίζονται τα "εγώ δεν είμαι -ρατσιστής, συντηρητικός κ.τ.λ. κ.τ.λ.- αλλά...". Καταλαβαίνετε, πιστεύω, τι εννοώ.

Αφού έτσι ξεκίνησε το κείμενο αυτό, έτσι ας τελειώσει, λοιπόν, με μια διερώτηση σχετικά με τη συγκυρία. Πώς θα έβλεπε, άραγε, ο νεαρός εαυτός μου τις ταινίες αυτές, εκείνος που θεωρούσε τους γονείς μια μακρινή και ξένη κατάσταση, εκείνος που πίστευε πως ο κόσμος γυρίζει γύρω από αυτόν, χωρίς να μπορεί καν να φανταστεί πως το ίδιο ακριβώς ίσχυε και για τους γονείς του;


          

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου