Δευτέρα, 13 Απριλίου 2020

Ένα άλογο μπαίνει σ' ένα μπαρ - Νταβίντ Γκρόσμαν




Το Ένα άλογο μπαίνει σ' ένα μπαρ μιλάει για μια βραδιά stand-up comedy, που εξελίσσεται εντελώς διαφορετικά από ό,τι περίμεναν και μπορούσαν να φανταστούν οι θεατές. Κάποιοι, μάλιστα, δεν θα αντέξουν και θα φύγουν κατά τη διάρκεια της παράστασης, παρότι μένουν σε μια μικρή πόλη, όπου τέτοιου είδους ευκαιρίες διασκέδασης σπανίζουν. Οικοδεσπότης είναι ο μεσήλικας Ντόβαλε Γκρίνσταϊν. Λίγες μέρες πριν από την παράσταση, ο Ντόβαλε τηλεφωνεί στον παλιό του συμμαθητή, τον δικαστή Αβισάι Λαζάρ, με τον οποίο είχε να επικοινωνήσει πάνω από σαράντα χρόνια, και τον παρακαλεί να έρθει στην παράστασή του. Εκείνος, αν και στην αρχή αρνείται, αποδέχεται την πρόσκληση. Φτάνοντας στο μπαρ κάθεται στο τραπέζι που του έχει κρατήσει ο Ντόβαλε. Λίγο μετά ο παλιός συμμαθητής βγαίνει στη σκηνή, το πλήθος χειροκροτά.

Δεν αποτελεί σπάνιο λογοτεχνικό εύρημα η συνάντηση δύο χαρακτήρων μετά από μεγάλο διάστημα μη επικοινωνίας, καθώς και οι αποκαλύψεις που συνοδεύουν τις συναντήσεις αυτές. Πάνω σε αυτό το μοτίβο πατάει και ο Γκρόσμαν αρχικά, στο κλείσιμο των λογαριασμών με το παρελθόν. Ο Ντόβαλε ζητάει από τον Αβισάι να παρακολουθήσει την παράστασή του και εν συνεχεία να του πει τη γνώμη του. Ο Αβισάι δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον παλιό του συμμαθητή και ακόμα περισσότερο δυσκολεύεται να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους ο Ντόβαλε του ζητάει κάτι τέτοιο. Ο Ισραηλινός συγγραφέας δεν ακολουθεί μέχρι τέλους την πεπατημένη του μοτίβου, καθώς ο Αβισάι παρακολουθεί την παράσταση του Ντόβαλε, αναλογιζόμενος πότε θα τον συμπεριλάβει σε αυτή, μια ειδική, δηλαδή, σύμβαση πομπού και δέκτη. Ο Γκρόσμαν χρησιμοποιεί ουσιαστικά δύο πρωτοπρόσωπους αφηγητές, τον Ντόβαλε πίσω από το μικρόφωνο στη μικρή σκηνή του μπαρ να παρουσιάζει την παράστασή του, και τον Αβισάι που από τη θέση του θεατή μεταφέρει στον αναγνώστη τα λόγια του κωμικού, σχολιάζοντας ταυτόχρονα και την παρουσία του πάνω στη σκηνή και τις σκέψεις που γεννιούνται στον ίδιο. Με τον τρόπο αυτό ο Γκρόσμαν επιτρέπει στον Αβισάι να πει και τη δική του ιστορία. Εγκιβωτίζει έτσι μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση σε μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ένα πανέξυπνο και κυρίως λειτουργικό αφηγηματικό τρικ, ένας μονόλογος μέσα σε έναν μονόλογο, τον οποίο παρότι ο Αβισάι μεταφέρει επακριβώς, η παρεμβολή του δημιουργεί μια απόσταση ανάμεσα στον αναγνώστη και τον κεντρικό ήρωα, μια απόσταση με την αίσθηση που σου δίνει η ηχώ.
Το ξέρετε πως μόλις αποκτάς μια αρρώστια, ειδικά αν είναι έτσι ζουμερή, με προοπτική εξέλιξης, δηλαδή εκφυλιστική, όποιον συναντάς αμέσως προσπαθεί να σου αποδείξει πως δεν είναι καθόλου κακό, αντίθετα! Και όλοι ξαφνικά ξέρουν κάποιον που έχει ακούσει για κάποιον που ζει με σκλήρυνση κατά πλάκας ή με καρκίνο εδώ και είκοσι χρόνια, και η ζωή του είναι μια χαρά! Καλύτερη μάλιστα! Τόσο σου αλέθουν το μυαλό πόσο καλά και υπέροχα και σούπερ είναι, που αρχίζεις να σκέφτεσαι πόσο βλάκας ήσουν που δεν είχες αποκτήσει από καιρό αυτή τη σκλήρυνση! Τι τρελή ζωή θα μπορούσατε να έχετε οι δυο σας! Τι υπέροχο ζευγάρι!
Η αλήθεια είναι πως, διαβάζοντας το οπισθόφυλλο του βιβλίου αυτού, το μυαλό μου πήγε ευθύς αμέσως στο πλέον λυπηρό βιβλίο που έχω διαβάσει ποτέ, το μυθιστόρημα του Χάινριχ Μπελ Οι απόψεις ενός κλόουν, εκεί που ο κλόουν Χανς Σνηρ, εγκαταλελειμμένος πια από τη Μαρί, αφηγείται τη δική του πτώση. Δεν είχα προφανώς την απαίτηση να διαβάσω κάτι ισάξιο του Κλόουν. Όμως αυτή η αντίστιξη -ο κωμικός, που την ώρα της παράστασής του αποφασίζει να εξομολογηθεί διάφορα συμβάντα από τη ζωή του- μου κίνησε έντονα το ενδιαφέρον. Το βιβλίο ξεπέρασε τις όποιες αναγνωστικές προσδοκίες είχα. Η οξυδερκής ματιά του Γκρόσμαν, ο τρόπος του να μπολιάζει την ατομική ιστορία με τη μεγάλη ιστορία και η ικανότητά του να φλερτάρει με το κωμικοτραγικό αποτελούν τρομερά ατού, τα οποία, πατώντας πάνω στο εύρημα της παράστασης stand-up comedy, λειτουργούν περίφημα, καθώς η παρουσία του Ντόβαλε επί σκηνής είναι από μόνη της συναισθηματικά έντονη, χωρίς να χρειαστεί να προστεθεί κάτι άλλο, χωρίς να πρέπει ο συγγραφέας να καθοδηγήσει συναισθηματικά τον αναγνώστη. Η παρουσία του Αβισάι στο μεταίχμιο ανάμεσα στον ρόλο του αφηγητή και εκείνο του θεατή, εκτός από το απαραίτητο σασπένς για την εξέλιξη της βραδιάς, καθώς διαρκώς αναρωτιέται γιατί ο Ντόβαλε του ζήτησε να παραβρεθεί, προσδίδει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να ταυτιστεί μαζί του, να ταυτιστεί με τον θεατή της παράστασης και αφηγητή της ιστορίας.
  
Βέβαια, χωρίς ένα καλό κείμενο, όλο αυτό το τεχνικό καλούπι θα έμενε κούφιο, χωρίς ζωή. Και ο Γκρόσμαν είναι αρκετά πεπειραμένος για να ξέρει πως ένα εύρημα αποδεικνύεται λειτουργικό και ευφυές μέσω της αφήγησης και μόνο. Έτσι, έχοντας ξεκάθαρη άποψη σχετικά με το τεχνικό μέρος, ξέροντας ακριβώς πώς θέλει να πει την ιστορία του, τη συνθέτει κομμάτι κομμάτι, χτίζει την πλοκή του μαεστρικά, τοποθετώντας σε καίρια σημεία τις κορυφώσεις και τις ανατροπές, αναμειγνύοντας φτηνό και μαύρο χιούμορ, εναλλάσσοντας τους δύο αφηγητές, στρέφοντας τον προβολέα πότε στον έναν και πότε στον άλλο, χωρίς όμως να παραμελεί και τους υπόλοιπους θεατές. Και καθώς η ανάγνωση προχωρά με γρήγορους ρυθμούς, αναρωτιέσαι πώς θα επιλέξει ο συγγραφέας να κλείσει την ιστορία, ελπίζοντας σε ένα τέλος αντάξιο της αρχικής ιδέας, και ο Γκρόσμαν προσφέρει ένα τέτοιο τέλος.

υ.γ Περισσότερα για το βιβλίο του Μπελ, Οι απόψεις ενός κλόουν, μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Λουίζα Μιζάν
Εκδόσεις Ψυχογιός     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου