Σάββατο, 10 Απριλίου 2021

Μια ‒μάλλον‒ παράξενη επιλογή

Τηλεοπτικές σειρές γενικά δεν βλέπω. Ποτέ δεν έβλεπα, άλλωστε. Υπήρξαν βέβαια εξαιρέσεις στον κανόνα όλα αυτά τα χρόνια. Τελευταία σειρά που παρακολούθησα και μου άρεσε ‒και μάλιστα πάρα πολύ‒ ήταν το Normal People, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Sally Rooney· το μυθιστόρημα ακόμα δεν το έχω διαβάσει. Από τότε πέρασαν αρκετοί μήνες, μήνες εγκλεισμού, περίοδος φαινομενικά κατάλληλη για «κάψιμο». Στα κοινωνικά δίκτυα ο βομβαρδισμός με σειρές είναι διαρκής και ασίγαστος, κατά καιρούς φλέρταρα με κάποιες απ' αυτές αλλά χωρίς ευτυχή κατάληξη· είδα κάποια πρώτα επεισόδια, στα περισσότερα δεν έφτασα καν στους τίτλους τέλους. Στην κορυφή της πυραμίδας άρνησης στέκει η δέσμευση, ο χρόνος που πρέπει να αφιερώσω. Προτιμώ τις ταινίες. Εκ προοιμίου απορρίπτονται οι σειρές που δεν έχουν ολοκληρωθεί· είμαι ανυπόμονος. Κάποια στιγμή πέρυσι είδα το πολυπαινεμένο Bridge, κατάφερα να φτάσω ως το τέλος, αν και μάλλον ασθμαίνοντας. Δεν αρνούμαι πως είχε διάφορα ενδιαφέροντα σημεία, όμως το επαναλαμβανόμενο μοτίβο κάθε επεισοδίου, με την κορύφωση και το ανοιχτό τέλος (βλ. cliffhunger) με κούραζε, μου φαινόταν επιτηδευμένο. Είμαι από εκείνους (τους παράξενους;) που δεν ενδιαφέρονται τόσο για τον προορισμό όσο για το ταξίδι, και αυτός είναι ο λόγος που δεν διαβάζω και τόσα αστυνομικά μυθιστορήματα άλλωστε.

Η φράση κλειδί ήταν πως θυμίζει πολυσέλιδο μυθιστόρημα. Αυτή η φράση μου κίνησε το ενδιαφέρον. Μια φίλη μου μιλούσε για το Six Feet Under, μια αρκετά παλιά σειρά που έβλεπε ξανά και που ως τίτλος κάτι μου θύμιζε. Θυμίζει πολυσέλιδο μυθιστόρημα, μου είπε. Δεν διάβασα τίποτα σχετικό για να μην επηρεαστώ προκαταβολικά αν και μαγκώθηκα όταν είδα πως ήταν πέντε σεζόν. Εντούτοις αποφάσισα να της δώσω μια ευκαιρία, δεν θα υπέγραφα και κανένα συμβόλαιο άλλωστε. Κάπως έτσι είδα το πρώτο επεισόδιο. Και μου άρεσε πολύ. Πάρα πολύ. Κυρίως για το μαύρο του χιούμορ. Το πρώτο εκείνο βράδυ είδα τρία, ίσως τέσσερα, επεισόδια. Η αίσθηση του χιούμορ υποχώρησε αρκετά και αυτό με προβλημάτισε, το μεταφυσικό στοιχείο ‒που συνήθως με ενοχλεί‒ μου γέννησε κάποιες επιφυλάξεις. Την επόμενη μέρα σκεφτόμουν αρκετά τους χαρακτήρες, με συνέλαβα να αναρωτιέμαι σχετικά με την εξέλιξη της πλοκής, κυρίως σε συναισθηματική συνάρτηση με την απώλεια του πατέρα. Παράλληλα, η κεντρική ιδέα της σειράς, που περιστρέφεται γύρω από την καθημερινότητα ενός γραφείου τελετών, μια περίοδο κατά την οποία ο θάνατος μοιάζει να βρίσκεται παντού έκανε την επιλογή να φαντάζει κάπως παράξενη. Κάθε επεισόδιο ξεκινά δείχνοντας κάποιον να πεθαίνει, θάνατος ο οποίος οδηγεί τους οικείους του στο γραφείο τελετών· η προετοιμασία του νεκρού και η τελετή ακολουθούν. Όμως η φίλη είχε απόλυτο δίκιο, η εμπειρία προσομοίαζε αρκετά με την ανάγνωση ενός πολυσέλιδου μυθιστορήματος, στα οποία τρέφω ιδιαίτερη αδυναμία για την παράλληλη πραγματικότητα που δημιουργούν. Ας δω τον πρώτο κύκλο και βλέπουμε, σκέφτηκα. Κάπως έτσι σκεφτόμουν αρχίζοντας τον κάθε επόμενο. Μην τα πολυλογώ, δεν άργησα να φτάσω ως το τέλος, παρότι σε κάποιες στιγμές το όλο πράγμα έμοιαζε κάπως να κάνει κοιλιά, μια δυο μέρες αποχής ήταν αρκετές για να με στήσουν εκ νέου μπροστά στην οθόνη. Ένα ακόμα επεισόδιο και μετά ύπνο, υποσχόμουν. Υπόσχεση που δεν τηρούσα πάντοτε.

Για όποιον δεν ξέρει τη σειρά αυτή, θα πω δυο λόγια σχετικά με την κεντρική υπόθεση, χωρίς ιδιαίτερα ενοχλητικές αποκαλύψεις. Οι Φίσερ, πατέρας και γιος, έχουν ένα ανεξάρτητο γραφείο τελετών. Στο πρώτο επεισόδιο, παραμονές Χριστουγέννων, ο πατέρας πηγαίνει με το αμάξι στο αεροδρόμιο να παραλάβει τον Νέητ, τον μεγάλο γιο, το μαύρο πρόβατο της οικογένειας, που όταν έγινε δεκαεπτά έφυγε από το σπίτι, περιπλανήθηκε αρκετά και κατέληξε στο Σηάτλ να δουλεύει σε έναν μικρό συνεταιρισμό βιολογικών τροφίμων, και τώρα γυρίζει σπίτι για τις οικογενειακές γιορτές. Στη διαδρομή, ο πατέρας θα τρακάρει και θα σκοτωθεί. Ο Νέητ θα παρατείνει για λίγες μέρες την παραμονή του στο Λος Άντζελες. Έτσι ξεκινούν όλα. Ο κυρίως πυρήνας χαρακτήρων ανήκει στην οικογένεια Φίσερ, ο πατέρας-φάντασμα, η χήρα μάνα και τα τρία παιδιά. Σ' αυτούς προστίθεται και ο Ρίκο που δουλεύει στην επιχείρηση, επιχείρηση που στεγάζεται στο σπίτι της οικογένειας Φίσερ, και κάποια ακόμα πρόσωπα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σχετίζονται μαζί τους. 

Η σειρά ανήκει στην κατηγορία του οικογενειακού δράματος και η εξέλιξη της πλοκής στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην εξέλιξη των χαρακτήρων και των μεταξύ τους σχέσεων. Σε αυτό το κομμάτι η σειρά παίρνει άριστα δέκα, οι χαρακτήρες ‒παρά τα όποια κλισέ‒ είναι καλοσχηματισμένοι και αληθοφανείς, με την εξέλιξή τους να είναι εμφανής και πειστική. Οι μεταξύ τους σχέσεις, οι εντάσεις και το σίμωμα, η ωρίμανση και η αντιμετώπιση του πένθους από την απώλεια του πατέρα αλλά και όσων η ζωή φέρνει στο διάβα της, ήταν εκείνο που περισσότερο με συνέδεσε συναισθηματικά. Ιδιαίτερα η απόπειρα των γιων, κυρίως του πρωτότοκου Νέητ, να συνθέσουν μια πλήρη εικόνα του ποιος ήταν πραγματικά ο πατέρας τους, να ανακαλύψουν τα μυστικά και τις κρυφές πτυχές της ζωής του, τα πράγματα δηλαδή που ‒ελπίζω πως μόνο‒ παλαιότερα δεν συζητιούνταν, καθώς δεν περιλαμβάνονταν στο εγχειρίδιο της σχέσης γονιού‒τέκνου. Τα κλισέ και κάποια πρόσκαιρα τραβήγματα του σεναρίου δεν στάθηκαν ικανά να αλλοιώσουν τη γεύση που η σειρά τελικά αφήνει, ενώ ακόμα και οι φάσεις κοιλιάς αποδεικνύεται τελικά πως, παρά την πρόσκαιρη ενόχληση και τις σκέψεις εγκατάλειψης, εν μέρει λειτουργούν για την προώθηση της πλοκής, προσφέροντας τον απαραίτητο χρόνο μεταξύ των κορυφώσεων της έντασης. Εκείνο όμως που κυρίως με κράτησε ήταν η διάρθρωση των επεισοδίων, η αίσθηση, αν μπορώ να το εκφράσω όπως το έχω στο μυαλό μου, της ομαλής μετάβασης από το ένα στο άλλο, χωρίς αυτή να εξαρτάται διαρκώς και αποκλειστικά από κάποιο cliffhunger. Με τον τρόπο αυτό δεν ένιωθα μια εκβιαστική αγωνία για να δω τι θα γίνει στο επόμενο καρέ ‒οκ, συνέβη και αυτό μια δυο φορές‒ αλλά μια πιο αβίαστη επιθυμία σχετικά με την εξέλιξη. Συμβαίνει κι εδώ ό,τι συμβαίνει και στα πολυσέλιδα μυθιστορήματα χαρακτήρων και σχέσεων. Συναισθήματα προς τα πρόσωπα γεννιούνται, συναισθήματα δυναμικά και έντονα, ταύτισης και ενσυναίσθησης, αλλά και αδιαφορίας και όχλησης, καθώς μια οικειότητα μαζί τους αναπτύσσεται διαρκώς, τη στιγμή που οι ηθοποιοί μετατρέπονται σε υπαρκτά πρόσωπα.

Γράφω αυτές τις γραμμές όντας στα μισά του πέμπτου κύκλου. Παρότι η αποθέωση του φινάλε αποτελεί κοινό τόπο όσων έχω ως τώρα ‒ευτυχώς χωρίς σπόιλερς‒ ακούσει, είναι κάτι που δεν πρόκειται να επηρεάσει ‒θεωρώ‒ τη γνώμη μου σχετικά με τη σειρά αυτή, την οποία πραγματικά απόλαυσα και που, σε δεύτερο επίπεδο, λειτούργησε και κάπως εξορκιστικά σε σχέση με τη θανατίλα των ημερών αυτών. Βέβαια, η δέσμευση με μια σειρά εξήντα τριών επεισοδίων είχε ως προφανή παρενέργεια μια παρατεταμένη κινηματογραφική αποχή, αλλά κάθε τι έχει το κόστος του, τουλάχιστον η σειρά άξιζε μια τέτοια θυσία και με το παραπάνω!           

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου