Δευτέρα, 17 Μαΐου 2021

Όταν έπεσα στο μελανοδοχείο - Νίκος Μπακουνάκης

Πιάνοντας στα χέρια μου το βιβλίο του Νίκου Μπακουνάκη, Όταν έπεσα στο μελανοδοχείο, προσδοκούσα να διαβάσω τη μαρτυρία ενός αναγνώστη σχετικά με την εφηβική ανακάλυψη της ηδονής της ανάγνωσης, το πέρασμα από το κόμικ στον Καμύ, τον έρωτα για τις βιβλιοθήκες και  τα αρχεία, τη διατήρηση της απόλαυσης παρά την επαγγελματική ενασχόληση με το αντικείμενο του πόθου, το βιβλίο. Άλλωστε, η φωτογραφία του Κώστα Ορδόλη στο εξώφυλλο, με το γεμάτο κόσμο εσωτερικό του πατρινού βιβλιοπωλείου Πολύεδρο, ενός από τα ομορφότερα της χώρας, προδιέθετε για κάτι τέτοιο.

Λείπουν, θεωρώ, τέτοιου είδους βιβλία από την ελληνική, τουλάχιστον, βιβλιογραφία. Βιβλία που να προτάσσουν την αναγνωστική ιδιότητα πέρα από την ταυτότητα του κριτικού ή του φιλολόγου, πρωτίστως βιωματικά και ακολούθως θεωρητικά, βιβλία που να εστιάζουν στην προσωπική εμπειρία της ανάγνωσης, τοποθετώντας το υποκείμενο στο κάδρο, εκεί που, πέρα από τις σελίδες του βιβλίου, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν ο χαρακτήρας και η ψυχολογική κατάσταση του αναγνώστη, ο τόπος και ο χρόνος της ανάγνωσης, η παράλληλη της ανάγνωσης πραγματικότητα, ή, ακόμα ακόμα, και δευτερεύοντα ‒όχι όμως ήσσονος σημασίας‒ στοιχεία της αναγνωστικής πλοκής, όπως είναι τα νήματα, συχνά αόρατα, που οδήγησαν ως εκείνο ή το άλλο βιβλίο· η βόλτα στο βιβλιοπωλείο, το εξώφυλλο, το πάθος στη ματιά ενός φίλου που το πρότεινε, η τυχαιότητα. Στη λίστα αυτή θα μπορούσε κανείς να προσθέσει αρκετά ακόμα δεδομένα προς εξέταση, όπως, για παράδειγμα, την κοινωνικοποίηση του αναγνώστη ή την ερωτική ζωή κάποιου που τα βράδια ανυπομονεί να πλαγιάσει και να συνεχίσει την ανάγνωση του βιβλίου του. Κυρίως, και πέρα απ' όλα όμως, βρίσκεται η αέναη μάχη ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, η αναζήτηση στο ερώτημα γιατί μου άρεσε εκείνο ή το άλλο βιβλίο, γιατί, παρά τις αντιρρήσεις της λογικής, θα τοποθετούσα εκείνο το βιβλίο στην λίστα με τα αγαπημένα μου βιβλία, αλλά και το αντίθετο. Εκεί που τα όρια της φιλολογίας δοκιμάζονται, εκεί που παρά τις εμφανείς γλωσσικές, τεχνικές ή οποιουδήποτε άλλου χαρακτήρα αδυναμίες η καρδιά σκιρτά ή παρά τις όποιες δεδομένες αρετές αδιαφορεί. Εκείνο το μεταίχμιο που εν πολλοίς δείχνει ‒τουλάχιστον σ' εμάς που προσδιοριζόμαστε σε μεγάλο βαθμό μέσω της ανάγνωσης‒ ποιοι πραγματικά είμαστε κάτω από την επιφάνεια της λογικής και της συνείδησης.

Ας επιστρέψω, όμως, στο βιβλίο του Μπακουνάκη, που αν και τελείωσε τη Νομική, δεν ασχολήθηκε ποτέ μαζί της επαγγελματικά, ακολουθώντας άλλους επαγγελματικούς δρόμους. Οι φαινομενικά άσχετες σπουδές, άλλωστε, μοιάζει να αποτελούν κοινό τόπο για τη συντριπτική πλειοψηφία όσων βρέθηκαν αργότερα σε κάποιο λογοτεχνικό μετερίζι. Σ' ένα αρκετά συγκινητικό σημείο αναφέρει πως στα πρώτα του βιβλία συνήθιζε να προσθέτει το πατρώνυμο, ενδιάμεσα στο ονοματεπώνυμό του, ως αντίδωρο για τον πατέρα του Ανδρέα, που τον περίμενε να γυρίσει δικηγόρος πίσω στην Πάτρα. Το Όταν έπεσα στο μελανοδοχείο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του.

Εκείνο που οφείλει κανείς πρώτα και κύρια να σχολιάσει είναι η αφηγηματική δεινότητα του Μπακουνάκη, ο τρόπος με τον οποίο οργανώνει και διαχειρίζεται το υλικό μιας ζωής. Σ' ένα κείμενο όπως αυτό, οι παρεκβάσεις είναι αναμενόμενες και σε μεγάλο βαθμό επιθυμητές, αφού χωρίς αυτές η αφήγηση θα ήταν κάπως στεγνή, προσιδιάζοντας περισσότερο σε δοκίμιο παρά σ' ένα κείμενο αυτοβιογραφικού χαρακτήρα. Στις παρεκβάσεις, ωστόσο, ελοχεύει ο κίνδυνος του χάους. Ο Μπακουνάκης αφήνει συχνά την κυρίως αφήγηση για χάρη ενός περιστατικού ή μιας ανάμνησης, γεγονός που προσθέτει το στοιχείο του μη αναμενόμενου, δίνοντας την εντύπωση πως ο συγγραφέας αφήνεται να παρασυρθεί από τους άναρχους μηχανισμούς της μνήμης, τις απαραίτητες μαντλέν. Όμως, με την άνεση του έμπειρου και ικανού γραφιά, πιάνει με άνεση το νήμα της κυρίως αφήγησης από εκεί που το άφησε, εξασφαλίζοντας την ‒επίσης‒ απαραίτητη συνοχή και γραμμικότητα. Άλλωστε, όπως σημειώνει και ο ίδιος ο συγγραφέας στην εισαγωγή του βιβλίου, γνώριζε εξ αρχής τι ήθελε να αφηγηθεί, γιατί ήθελε να γράψει αυτό το βιβλίο.

Το Όταν έπεσα στο μελανοδοχείο χωρίζεται σε τρία κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο, με τίτλο Πώς γίνεσαι, είναι η ιστορία ενηλικίωσης του συγγραφέα, που από την Πάτρα του Παλαμά βρέθηκε στη Νομική της Αθήνας και από εκεί στο Παρίσι και πάλι πίσω στην Αθήνα. Παιδικές αναμνήσεις και αναφορές, οικογενειακό περιβάλλον, πρώτα διαβάσματα, σπουδές, η είσοδος στη δημοσιογραφία και ο Οργανισμός Λαμπράκη, η γέννηση της ιδέας για τα «Βιβλία». Στο δεύτερο κεφάλαιο, με τίτλο Ποιος ήταν, ο Μπακουνάκης νιώθει την ανάγκη να μιλήσει για τον Λαμπράκη, από τη σκοπιά του άμεσου συνεργάτη, αλλά και για το γενικότερο περιβάλλον του Βήματος, έτσι όπως εκείνος το έζησε από μέσα, στην πορεία του από το ζενίθ της παντοδυναμίας στο ναδίρ της πτώχευσης. Σε αυτό το κεφάλαιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μεταξύ άλλων, παρουσιάζει η αναφορά στο γνωστό, παλιό, λαϊκό περιοδικό Ρομάντσο, το οποίο κάποια στιγμή αγοράστηκε από τον Οργανισμό Λαμπράκη. Στο τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο, με τίτλο Τι είναι, ο Μπακουνάκης αφηγείται την ιστορία της δημιουργίας και της πορείας του ένθετου «Βιβλία», του πρώτου ένθετου αποκλειστικά εστιασμένου στο βιβλίο, ως συνοδευτικό του Βήματος της Κυριακής και του οποίου για χρόνια είχε την αρχισυνταξία. Οι ιδέες, οι επιρροές από αντίστοιχα ξένα έντυπα, οι συχνά απρόσμενες συνεργασίες, το πλήθος των κριτικών, επαγγελματιών ή μη, οι αναπόφευκτες στο σινάφι έριδες, η εισαγωγή της έννοιας του ευπώλητου, η ενασχόληση με την πολιτική σχετικά με το βιβλίο, μα πάνω απ' όλα η αγάπη για το βιβλίο, τη γραφή και την ανάγνωση κυριαρχούν εδώ. Αγάπη που εν πολλοίς αποτυπώνεται στο ακόλουθο απόσπασμα:

Λένε ότι η επαγγελματική ενασχόληση με ένα αντικείμενο σκοτώνει τον έρωτα για το αντικείμενο αυτό. Ο έρωτάς μου για το βιβλίο, όμως, δεν έσβησε ποτέ. Και η πιο αγωνιώδης στιγμή αυτής της σχέσης είναι πάντα η στιγμή της αναμονής, καθώς ανοίγω τον φάκελο και περιμένω να μου αποκαλυφθεί το βιβλίο που βρίσκεται μέσα. Έτσι κι αλλιώς, το βιβλίο είναι μια περιπέτεια, που σε παρασύρει σε ποικίλους δρόμους εικόνων, συναισθημάτων και σκέψεων.
Το Όταν έπεσα στο μελανοδοχείο δεν νοσεί από εγωπάθεια· ο Μπακουνάκης γνωρίζει πως ακόμα και σε μια αυτοβιογραφική αφήγηση το εγώ δεν πρέπει να επισκιάζει τα πάντα. Ένα βιβλίο για το βιβλίο, η ομολογία ενός παθιασμένου αναγνώστη, η οξυδερκής μαρτυρία εκ των έσω για τον εκδοτικό χώρο, χωρίς διάθεση για κουτσομπολιό και ίντριγκα, βιβλίο ιδιαίτερα ενδιαφέρον σε διάφορα επίπεδα, που κάποιες στιγμές θυμίζει μυθιστόρημα, τόσο εξαιτίας της αφήγησης, όσο και του περιεχομένου του.
 
Εκδόσεις Πόλις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου