Λίγους μήνες πριν, διάβασα ένα ωραίο μυθιστόρημα, ήταν το Τέσσερα ερωτικά γράμματα του Ιρλανδού Νάιαλ Ουίλλιαμς, κλασσικότροπο, καλώς εννοούμενο παλιακό, με επικέντρωση στην πλοκή και τη γλώσσα, αργού ρυθμού που πρόσφερε χρόνο για βύθιση κατά την ανάγνωση, σημείωνα τότε πως «λογοτεχνία ίσως να είναι η τέχνη με την οποία μια ιστορία, που μπορεί να συνοψίσει κανείς σε μερικές μόλις γραμμές, να απλώνεται σε δεκάδες σελίδες. Και ίσως αναγνωστική απόλαυση να είναι όταν η ανυπομονησία για το τι συνέβη τελικά να παραμερίζεται για να δώσει τη θέση της στο πώς συνέβησαν τα πράγματα, στην απόλαυση της διαδρομής, στην ανάγκη για λεπτομέρειες, αναλήψεις, παρεκβάσεις και εσωτερικούς μονολόγους, λεπτομέρειες για ανθρώπους και τοπία. Και ακόμα παραπέρα, όταν το τέλος του βιβλίου αφήνει τον αναγνώστη με την επιθυμία για έστω λίγο ακόμη, για μια αναγνωστική παράταση. Αν τα παραπάνω όντως ισχύουν, τότε η λογοτεχνία του Ουίλλιαμς είναι σπουδαία».
Μόλις κυκλοφόρησε Το αγόρι από τη θάλασσα, διαισθητικά σκέφτηκα το Τέσσερα ερωτικά γράμματα, η ανάμνηση της ανάγνωσης εκείνης ξύπνησε μέσα μου ένα όμορφο συναίσθημα, μια νοσταλγία, για το σαββατοκύριακο προβλέπονταν βροχές, η συνθήκη έμοιαζε ιδανική.
Μια μικρή, παραθαλάσσια, σχετικά απομονωμένη πόλη, στη Δυτική Ιρλανδία, εκεί όπου όσοι κάτοικοι παρέμεναν και δεν μετανάστευαν για την Αγγλία ή το Δουβλίνο ασχολούνταν κατά κύριο λόγο με την αλιεία. Μια μέρα, ένας σαλός, από αυτούς που κάθε μικρός τόπος διαθέτει, και όπου μόλις χαθεί κάποιος άλλος βρίσκεται να πάρει τη θέση του, εμφανίζεται με ένα μωρό στην αγκαλιά, το οποίο, κατά δήλωσή του, το βρήκε μέσα σε ένα σχισμένο στα δύο πλαστικό βαρέλι να επιπλέει στη θάλασσα κοντά στην ακτή. Η τοπική κοινωνία το υποδέχεται με διάθεση φροντιστική. Ο Άμπροουζ, ψαράς, πατέρας ήδη ενός αγοριού, σύζυγος της Κριστίν, το φέρνει μια μέρα στο σπίτι, το υιοθετούν, τα γραφειοκρατικά εμπόδια ξεπερνιούνται σύντομα, το ονομάζει Μπρένταν, βρισκόμαστε στο 1973.
Ο Καρ, δάσκαλος δημιουργικής γραφής και συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας, με Το αγόρι από τη θάλασσα κάνει το ντεμπούτο του στην ενήλικη λογοτεχνία. Επιλέγει μια αφήγηση σε πρώτο πληθυντικό, έναν συλλογικό παντογνώστη αφηγητή, μια απόφαση που λειτουργεί τόσο αφηγηματικά, όσο και ως μια υπενθύμιση πως σε τόπους μικρούς οι πάντες γνωρίζουν τα πάντα και μάλιστα με λεπτομέρειες. Η πλοκή δεν έχει κάποια ιδιαίτερη πρωτοτυπία, μια ιστορία ενηλικίωσης δύο παιδιών που η μοίρα τα χαρακτήρισε αδέρφια, το εύρημα της άφιξης του αγοριού απλώς λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης της αφήγησης. Πότε επιταχύνοντας και πότε επιβραδύνοντας, ο Καρ διανύει διάφορες χρονικές περιόδους σε διάστημα δύο δεκαετιών, όπου, παράλληλα με την ιστορία των δύο αγοριών και της οικογένειάς τους, αφηγείται και την ιστορία του τόπου, τη χρυσή εποχή της αλιείας, την είσοδο στην ευρωπαϊκή ένωση, το επαγγελματικό άνοιγμα των συνόρων και τους διάφορους περιορισμούς. Με έναν τρόπο συνοπτικό, κάθε τόσο, αναφέρει διάφορα γεγονότα στη ζωή των υπόλοιπων κατοίκων, μικρές μεταβολές, αρρώστιες, θάνατοι και χρεοκοπίες, μεταξύ άλλων.
Το εύρημα της άφιξης του Μπρένταν από τη θάλασσα, η ροπή του στο να διανύει περπατώντας μεγάλες αποστάσεις και να επισκέπτεται κατοίκους με δυσκολίες ώστε να τους παρηγορήσει με έναν τρόπο μάλλον παιδικό παρά μεταφυσικής υφής, σε συνδυασμό με το μέτωπο του τόπου στον Ατλαντικό Ωκεανό και τον καιρό του, αλλά και τον απόηχο της ιρλανδικής ροπής προς το μαγικό παρέα με τον βαθύ χριστιανισμό, συντελούν στη δημιουργία μιας ατμοσφαιρικής συνοχής, στην οποία ο αναγνώστης, ακόμα και εκείνος που δεν γνωρίζει τα μέρη από πρώτο χέρι, βρίσκεται να πατάει αργά και σταδιακά.
Μια αφήγηση χαμηλού τόνου και ρυθμού, παλιακή και κλασικότροπη, χωρίς διάθεση για πειραματισμούς και πρωτοτυπίες, επιτρέπει στη συνολική κατασκευή να λειτουργήσει, δημιουργώντας τις κατάλληλες αναγνωστικές συνθήκες για τον αναγνώστη εκείνο που επιθυμεί να χωθεί μέσα σε μια αφήγηση και να χαλαρώσει, ελάχιστα είναι απαιτητά από εκείνον, μια ρέουσα αφήγηση, ολοένα και πιο αναμενόμενη, με την καλή έννοια, κάποιες λίγες ανατροπές, όχι βεβιασμένες, μια επιτυχής ισορροπία ανάμεσα στο λυρικό και το ρεαλιστικό, ανάμεσα σε μια λογοτεχνία παραμυθένια και σε μια αντίστοιχη κοινωνικοπολιτική, χωρίς βεβιασμένες γέφυρες αναλογίας, με ελάχιστη ως καθόλου πρόθεση συναισθηματικής καθοδήγησης, χωρίς περιττές εξάρσεις. Και αυτό το αφηγηματικό εμείς υποστηρίζει πλήρως όσα μοιάζει να αποτελούν συγγραφική πρόθεση.
Υπάρχει, και αναφέρομαι συχνά πυκνά σ' αυτό, μια λογοτεχνία που την χαρακτηρίζω τίμια, μια λογοτεχνία που δεν υπόσχεται περισσότερα απ' όσα μπορεί να εκπληρώσει, που στέκεται αντίκρυ στο εξεζητημένο, που δεν στοχεύει στην έκπληξη, παρότι η εποχή δείχνει να το ζητά, καθώς ολοένα και περισσότερο ακούγεται η φράση απόρριψης δεν ήταν κάτι το ξεχωριστό. Αυτή η τίμια λογοτεχνία, που οι Ιρλανδοί ξέρουν να παράγουν με αξιοσύνη, είναι μια λογοτεχνία καταφύγιο, που δεν επιθυμεί να τα κάνει όλα άνω κάτω, αλλά πετυχαίνει να χαρίσει μια όμορφη παράλληλη πραγματικότητα στον αναγνώστη, τον κουρασμένο αναγνώστη από τη ζωή και την καθημερινότητα, εκεί όπου η απομάγευση, και ας μείνω σε αυτήν, κυριαρχεί κατασπαράζοντας κάθε τι στο διάβα της.
Μου άρεσε πολύ αυτό το μυθιστόρημα, εκτίμησα την απλότητά του, τον ομαλό τρόπο με τον οποίο ενέταξε στοιχεία γνώριμα, και συχνά λάφυρα εξωτισμού, όπως τη ζωή του ναυτικού-ψαρά στην καθημερινότητα ενός τόπου πάνω στον Ατλαντικό, ίσως γιατί μου θύμισε πως χρειάζεται κάποια δεξιότητα ώστε να μπορέσεις να αντικρίσεις κάτι ελάχιστα μαγικό μέσα σε έναν κόσμο σκληρό, να χαλαρώσεις και να διαβάσεις για την ιστορία ενός παιδιού, πόσα παραμύθια δεν ξεκινούν έτσι, που ήρθε από τη θάλασσα.
Όπως συνέβη και με τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα, έτσι και Το αγόρι από τη θάλασσα μου έφερε ξανά στην μνήμη την ανάγνωση ενός από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα πέρυσι, την Υδάτινη χώρα του Γκράχαμ Σουίφτ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου