Πριν από δύο χρόνια περίπου, κυκλοφόρησαν στα ελληνικά Τα παλιοκόριτσα (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Opera) της Καμίλα Σόσα Βιγιάδα, ένα βιβλίο που έκανε ιδιαίτερη αίσθηση, διαβάστηκε και συζητήθηκε ευρέως, μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, έντονα αυτοβιογραφική, με σκηνικό τη νύχτα, μια διαδικασία μεταμορφωτικής ενηλικίωσης, ένα μονοπάτι κακοτράχαλο γεμάτο ωστόσο από ομορφιές και πίστη, σκληρό μα πασπαλισμένο από χρυσόσκονη.
Πρόσφατα, πάντα από τις εκδόσεις Opera, σε μετάφραση της Μαρίας Μπεζαντάκου, κυκλοφόρησε η Πραγματεία μιας εξημέρωσης, το δεύτερο βιβλίο της Καμίλα Σόσα Βιγιάδα, που γεννήθηκε ως Κριστιάν Ομάρ το 1982 και προτιμάει τον όρο τραβεστί έναντι του τρανς γυναίκα ή τρανσέξουαλ, αφού έτσι μεγάλωσε όπως δηλώνει σε κάθε ευκαιρία.
Εδώ, η συγγραφέας αφήνει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση κατά μέρος, για να αφηγηθεί την ιστορία της τραβεστί θεατρίνας, πρώην πόρνης, όπως ο πατέρας της είχε προβλέψει, και νυν σταρ, όπως μόνο εκείνη πίστεψε πως θα μπορούσε να γίνει, που έχει αφήσει πια πίσω της τον δρόμο και τις σκοτεινές του γωνιές· επιτυχία και οικονομική ευμάρεια, να το προνόμιο της. Το προνόμιο είναι στο κέντρο της αφήγησης, λειτουργώντας διττά, από τη μια, η αποδοχή του άλλοτε τέρατος, η λάμψη που η επιτυχία και το χρήμα εκπέμπουν, από την άλλη, η αναπόφευκτη εξημέρωση, η κανονικοποίηση των επιθυμιών και των αναγκών.
Αποφασίζει να ανεβάσει, με κάθε κόστος και παρά τις περί του αντιθέτου συμβουλές, το θεατρικό του Κοκτώ, Η ανθρώπινη φωνή, έτσι ξεκινά η αφήγηση αυτή, «Μια θεατρίνα. Μόνη πάνω στη σκηνή. Στα θεωρεία, στην πλατεία, στον εξώστη, το κενό που την κοιτάζει. Ούτε μια θέση κενή». Η σύσταση του κοινού μεσοαστική, εκείνοι που άλλοτε θα αποστρέφαν το βλέμμα τώρα γυρεύουν ένα εισιτήριο. Ο γκέι σύζυγός της, επιτυχημένος δικηγόρος από πλούσια οικογένεια, την περιμένει σπίτι μαζί με τον υιοθετημένο γιο τους, που διαρκώς βανδαλίζει με μπογιές και χρώματα τους κοινόχρηστους χώρους της υπερπολυτελούς πολυκατοικίας στην οποία μένουν, προκαλώντας την οργή των γειτόνων. Την επομένη, αφού πρώτα εκείνη καθαρίσει τον καθρέφτη στην είσοδο, θα ξεκινήσουν για την πόλη που μεγάλωσε, εκεί ζει η οικογένειά της, οι χωρισμένοι γονείς της και ο αδερφός της, παντρεμένος με παιδί.
Η αφηγηματική φωνή· αποστασιοποιημένη, απόμακρη, κυνική, ειρωνική, δεικτική και επιτηδευμένη· υποστηρίζει έξοχα ως ένα ιδιότυπο voice over το τράβελινγκ της κάμερας διαμέσου της καθημερινότητας της διάσημης θεατρίνας, που όλοι πια την αγαπούν και τη φθονούν, όπως είθισται να συμβαίνει. Η Βιγιάδα στήνει μια καλοσχεδιασμένη παγίδα, αφήνοντας να αιωρείται το ερώτημα: ποιος φαντάστηκε τη ζωή αυτή, εμείς ή εκείνη, ποιος έφερε ποιον στα μέτρα του, ποιος εγκλωβίστηκε στο κυρίαρχο σχήμα της επιτυχίας, του προνομίου, ποιος εξημερώνει και ποιος εξημερώνεται, η θεατρίνα ή οι θεατές, είναι η επιθυμία εκείνου του αγοριού να ζήσει όπως θέλησε, που πάλεψε για όλα αυτά και κυρίως για την αποδοχή και την έξοδο από την οικονομική ανέχεια, ή είναι η μοναδική δίοδος της μεσοαστικής ετεροκανονικότητας να πλησιάσει και να θεωρητικοποιήσει, να απενοχοποιηθεί, να νιώσει προοδευτική και ανοιχτόμυαλη, σχεδιάζοντας εκείνη το πώς φαντάζεται την επιτυχία μιας τραβεστί θεατρίνας;
Σε ένα σύμπαν που αναπόφευκτα φέρνει στο νου τον Αλμοδόβαρ, η Βιγιάδα δεν εγκλωβίζεται στον στερεοτυπικό ιστό με τον οποίο πλέκει την κατασκευή της, πετυχαίνει να προσδώσει στην αφήγησή της, εκτός των λογοτεχνικών περγαμηνών, ένα ενδιαφέρον δοκιμιακό πλαίσιο, κινούμενη στο όριο της πρόκλησης, όχι της αναμενόμενης, εκείνης που ένας ανυποψίαστος αναγνώστης θα εκλάμβανε ως τέτοια, αλλά περισσότερο στις επικράτειες που διέσχισε ο Πολ Πρεθιάδο στο Είμαι το τέρας που σας μιλά (μτφρ. Αναστασία Μελία Ελευθερίου, εκδόσεις Αντίποδες), συνεχίζοντας το νήμα της αφήγησης των διάφορων μεταμορφωτικών ενηλικιώσεων, μη βάζοντας την τελεία στο ίδιο σημείο, προχωρώντας σε κάτι που μοιάζει με μια ιδιότυπη ονειροφαντασία.
Σε μια περίοδο, που οι προοδευτικές κοινωνικές ομάδες μιλούν για τρανς ορατότητα, γενικά και αόριστα στην πλειοψηφία των εκδοχών, μέσα από τα δικά τους προνόμια και εργαλεία, η Βιγιάδα έρχεται να δοκιμάσει περαιτέρω την (αν)ελαστικότητά μας με όρους καλής λογοτεχνίας.
(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου