Πριν από δύο χρόνια, περίπου, διάβασα Το όνειρο της Ζέλμα και στην κατακλείδα του αντίστοιχου κειμένου σημείωνα: «Το όνειρο της Ζέλμα είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, που διαθέτει όλες τις αρετές ενός ευπώλητου ποιοτικού βιβλίου, κάτι το οποίο ήδη αποτυπώνεται στις διάφορες λίστες. Δεν ενδείκνυται ωστόσο για αναγνώστες που παίρνουν υπέρμετρα σοβαρά τον ενήλικα εαυτό τους».
Με χαρά υποδέχτηκα την κυκλοφορία του νέου βιβλίου της Γερμανίδας Μαριάνα Λέκι, χαρά που τη διαδέχτηκε ο σκεπτικισμός από το γεγονός πως επρόκειτο για μια συλλογή διηγημάτων. Έπιασα στη δουλειά να ξεφυλλίσω το βιβλίο και να διατρέξω κάποιες από τις ιστορίες, το απόγευμα έφυγα και το πήρα μαζί μου.
Ένας δείκτης που σε βάθος χρόνου ίσως να δείχνει πόσο μου άρεσε ένα βιβλίο να έχει να κάνει με την επίμονη παρουσία του στην αδύναμη μνήμη μου, και το βιβλίο αυτό το θυμάμαι ακόμα, κυρίως για εκείνη τη γλυκιά αίσθηση που μου άφησε η ανάγνωση και το πέρας της. Και αν σ' εκείνο το πρόσκαιρο συναίσθημα καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε το ευπώλητο που σημείωσα στην αποφώνηση, η αντοχή στον χρόνο κάτι βαθύτερο δείχνει.
Η πιο δύσκολη ερώτηση που μπορεί να μου κάνει ένας πελάτης στο βιβλιοπωλείο είναι πιθανότατα εκείνη για ένα γλυκό, αισιόδοξο βιβλίο, αλλά όχι κακογραμμένο, όχι στέλεχος της παραλογοτεχνίας. Πάρτε δύο λεπτά και σκεφτείτε, πόσα τέτοια βιβλία σας έρχονται στον νου; Υποθέτω λίγα, αν όχι ελάχιστα. Το όνειρο της Ζέλμα είναι εκείνο που πρώτα μου έρχεται κατά νου, πρόταση που συμπληρώνεται από την επιθυμία να είχα έναν θείο σαν τον οπτικό φίλο της Ζέλμα.
Το όνειρο της Ζέλμα θα ήταν το υπέρτατο μπεστ σέλερ σ' έναν κόσμο που η ανάγνωση θα ήταν κανόνας και όχι εξαίρεση, ένας κοινός τόπος συνάντησης αναγνωστών που κατά τα λοιπά θα ακολουθούσαν διαφορετικά αναγνωστικά μονοπάτια. Δεν είναι πως το βιβλίο δεν πήγε καλά από άποψη πωλήσεων και διάδρασης, αλλά θα μπορούσε να έχει πάει πολύ καλύτερα. Για να κλείσω την αναφορά μου σε αυτό θα προσθέσω: αν ψάχνετε ένα γλυκό βιβλίο, αν ακόμα θυμάστε το συναίσθημα βγαίνοντας από την αίθουσα όπου προβαλλόταν το Αμελί, τότε αναζητείστε αυτό το βιβλίο.
Ο σκεπτικισμός μου για το Καθένας με το βάσανό του εντάθηκε από το γεγονός πως τα κείμενα/διηγήματα που αποτελούν τη συλλογή αυτή πρωτοδημοσιεύτηκαν στη στήλη που κρατούσε η συγγραφέας στο περιοδικό Psychologie Heute (Ψυχολογία σήμερα). Έχω μια δυσανεξία σε αυτό το κομμάτι της επιστήμης της ψυχολογίας, την εκλαϊκευμένη πτέρυγά του, μέρος καθώς είναι μιας γενικότερης συνταγογράφησης ευζωίας, οδηγίες διέλευσης ενός περίπλοκου κόσμου, ευαγγελιστές της υπέρτατης αλήθειας. Ένα λογοτεχνικό υποείδος έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια, εκεί που τα βιβλιοπωλεία είναι φαρμακεία και οι ιστορίες μπορούν να μας σώσουν, ποιος όμως θα μας σώσει από την κακή λογοτεχνία;
Αναπόσπαστο μέρος της κακής λογοτεχνίας είναι ο αναχωρητισμός της, αυτό συμβαίνει ακόμα και αν φαινομενικά είναι στρατευμένη πολιτικά, αλλά αυτό είναι κάτι που τη θετική ενέργεια, που ισχυρίζονται πως έχουμε ανάγκη και πως έτσι όλα θα πάνε καλύτερα, δεν την αγγίζει. Καταλαβαίνετε πως διόλου προσδοκίες δεν είχα τελικά από το βιβλίο αυτό, η αρχική χαρά είχε ξεπεράσει τον απλό σκεπτικισμό, η απογοήτευση χτυπούσε δυνατά την πόρτα.
Και όμως.
Ήταν κάτι που είχε διαφανεί και από Το όνειρο της Ζέλμα, ο τρόπος της συγγραφέως να κοιτάζει τον κόσμο μέσα από τα μάτια της νεαρής αφηγήτριάς της είχε κάτι το καθαρό και συνάμα λοξό. Στα ιδιότυπα αυτά διηγήματα μικρού μήκους η ματιά της κεντρικής αφηγήτριας, που κάθε λόγο έχουμε να την ταυτίσουμε με τη συγγραφέα, διατηρεί τόσο την καθαρότητα όσο και εκείνη τη λοξότητα. Παρατηρώντας τον στενό της περίγυρο, αφηγείται ιστορίες μικρής κλίμακας, στιγμιότυπα από μια απλή, αληθοφανή καθημερινότητα, μέσα στην οποία οι χαρακτήρες επιδιώκουν να επιζήσουν, χωρίς να διαθέτουν υπερδυνάμεις, πέρα από τη λογική και το συναίσθημα. Ο μικρόκοσμός μας είναι κάτι που μπορούμε να το ελέγξουμε, ως ένα βαθμό τουλάχιστον.
Η Λέκι πετυχαίνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο μελό και το γλυκό, στο απλό και το απλοϊκό, το σοβαρό και το σοβαροφανές, χωρίς να θυσιάσει τη λογοτεχνικότητα στον βωμό ενός κειμένου που θα φιλοξενηθεί στις σελίδες ενός περιοδικού ψυχολογίας. Μια ευδιάκριτη, κοινή αφηγηματική φωνή συνέχει τα διηγήματα αυτά, επί της οποίας στερεώνεται και υψώνεται η συνολική κατασκευή με τις όποιες ιδιαιτερότητές της. Δεν ξέρω αν τα διηγήματα αυτά, ως λογοτεχνία ή ως μια στήλη, δύνανται να βοηθήσουν κάποιους από τους αναγνώστες να νιώσουν καλύτερα, να τους προσφέρουν εργαλεία πρόσληψης και αντιμετώπισης της καθημερινότητας, εγώ δεν αναζητούσα αυτό, αν και ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τα όσα λαμβάνουν χώρα στο υποσυνείδητό του. Άλλωστε, εδώ για λογοτεχνία κάνουμε λόγο.
Προγραμματικά και με βάση την αρχική τους χρησιμότητα, τα διηγήματα αυτά δεν θα ανατρέψουν την παράδοση, δεν θα εκτρέψουν το λογοτεχνικό ποτάμι, θα προσφέρουν, ωστόσο, μια ικανή ανάπαυση στις κοιλότητες που το ρεύμα αδύναμο εγκλωβίζεται. Η ησυχία είναι μια αδικημένη λειτουργία της λογοτεχνίας, και η ησυχία εδώ προκύπτει από την αποφυγή, την υπονόμευση ακόμα ακόμα, της ψυχολογικής υποστήριξης, έξω από ένα απαραίτητο πλαίσιο θεραπείας. Μπορεί κανείς, επίσης, να αντιμετωπίσει τα διηγήματα αυτά ως μια ιδιότυπη άσκηση συγγραφής, ένα εργαστήριο μελέτης του κόσμου τριγύρω και της μετατροπής του σε λογοτεχνία.
Το ο Καθένας με το βάσανό του σε συνδυασμό με Το όνειρο της Ζέλμα μας προσφέρουν μια ικανοποιητική θέα στον λογοτεχνικό τρόπο της Λέκι. Η φαινομενική αφέλεια με την οποία τον παρατηρεί και μέσω της οποίας αρχικώς στήνει και ακολούθως καθοδηγεί τους χαρακτήρες της. Η αφέλεια αυτή είναι ωστόσο φαινομενική, υπάρχει ο κίνδυνος κάποιος αναγνώστης να μη μπορέσει να το διακρίνει αυτό, τότε για εκείνον η κατασκευή δεν θα λειτουργήσει, μια αίσθηση λιγώματος θα εμφανιστεί στον ουρανίσκο εκείνο. Εδώ η αφέλεια είναι το αντίπαλο δέος της σοβαροφάνειας.
Διάβασα τα διηγήματα αυτά ευχάριστα. Δεν είμαι ωστόσο σίγουρος πως αργότερα θα θυμάμαι πολλά πέρα από την αίσθηση γλυκύτητας που μου άφησαν. Δεν είναι κάτι λίγο αυτό, σίγουρα δεν είναι κάτι άχρηστο εντός του ζόφου που κινούμαστε. Η λογοτεχνία της Λέκι, ακόμα και σε αυτή την εκδοχή που εκκινώντας από το ιδιωτικό επιχειρεί να γενικεύσει, δημιουργώντας, ή ελπίζοντας πως δημιουργεί, τον απαραίτητο κοινό τόπο ανάμεσα σε εκείνη, τους ήρωές της και τον αναγνώστη, δεν είναι μια λογοτεχνία αναχωρητική, αλλά μάλλον πολιτική, χωρίς να το φωνάζει άναρθρα, επισημαίνοντας με τον τρόπο της πως η κύρια πηγή των ατομικών προβλημάτων είναι κοινωνικοπολιτική. Δεν επιχειρεί να δώσει συνταγές ευτυχίας και παλέματος, δεν αμελεί πως αυτό που ξέρει και θέλει να κάνει είναι λογοτεχνία, αλλά η λογοτεχνία, όταν είναι καλή, ναι, μπορεί να αποδειχτεί μια συνταγή ευτυχίας και σίγουρα παλέματος.
Θυμήθηκα την αίσθηση που Το όνειρο της Ζέλμα μου άφησε, αυτό σίγουρα συνέβη, και αυτό καθόλου λίγο δεν είναι.
(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου