Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2021

Το δέρμα - Sergio del Molino

Θέλω να μιλήσω στον γιο μου για τη γραμμή της ζωής μου, για εκείνον τον θάνατο που δεν έχει φτάσει ακόμη, αλλά δεν θα παραλείψει, για τις πραγματικές μου μάγισσες και για τις κόκκινες κουκκίδες στην πατούσα μου. Θέλω να του κάνω έναν κατάλογο με τέρατα, τους ομοειδείς μου, χαρακτήρες που καταβρόχθισε η ίδια ψωρίαση που τυραννάει κι εμένα. Θα τον αφήσω γραπτώς, για να τον διαβάσει όταν δεν θα μπορώ να του τον διαβάσω εγώ ή όταν δεν θα έχει πια νόημα να το κάνω, διότι πλέον δεν θα τον σκεπάζω ούτε θα τον καληνυχτίζω ούτε θα φεύγω αφήνοντας την πόρτα μισάνοιχτη με το φως της κουζίνας αναμμένο.

Τα πρώτα δύο κεφάλαια αυτού του βιβλίου μού φάνηκαν ιδιαιτέρως παράξενα χωρίς να μπορώ να καταλήξω στο τι πρόσημο είχε τούτη η παραξενιά, ικανά ωστόσο να διατηρήσουν την ανάγνωση σε ράγες. Το δεύτερο κεφάλαιο, στη σελίδα τριάντα τρία, τελειώνει με την παραπάνω διευκρίνηση προθέσεων από την πλευρά του αφηγητή. Το απόσπασμα αυτό διαθέτει την ειλικρίνεια εκείνη που απαιτεί μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ιδιαίτερα μια αφήγηση όπως αυτή που φλερτάρει στενά με την επίδειξη ικανότητας και την εγωπάθεια. Κι όμως, παραλίγο να παρατήσω το βιβλίο αυτό, λίγες μόλις σελίδες αργότερα, κάπου στη σήμανση πενήντα, για την ακρίβεια παραλίγο να το πετάξω πίσω από την πλάτη του καναπέ, νιώθοντας έναν θυμό που έδιωξε την ειλικρίνεια και εξοβέλισε την παραξενιά. Ευτυχώς, επέμεινα. Και δεν επέμεινα για κανέναν άλλο λόγο παρά ακριβώς επειδή ένιωσα θυμό, επειδή ένιωσα την παρόρμηση να πετάξω το βιβλίο αυτό, να το ακούσω να πέφτει με κρότο στο πλακάκι, ένα προμελετημένο εν θερμώ ατύχημα. Αποφάσισα πως δίκαιο και σωστό θα ήταν απλώς να σηκωθώ και να αφήσω το βιβλίο πίσω στο ράφι, να διαλέξω ένα άλλο, δεν υπήρχε λόγος για δράματα και υπερβολές, ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά θα ήταν που δεν τα έβρισκα με κάποιο βιβλίο, προς τι το μίσος και ο οδυρμός; Και βαρέθηκα να σηκωθώ από τον καναπέ. Τόσο πεζά. Έτσι, συνέχισα να διαβάζω το παράξενο αυτό βιβλίο, και δεν σηκώθηκα παρά μόνο αφού έφτασα στη σελίδα εκατό πενήντα, και είχα κιόλας ξεχάσει πόσο πολύ θέλησα να ακούσω τον κρότο της πτώσης του. Αυτό δεν είναι η μνήμη όμως, η κατασκευαστική των αναμνήσεων, της προσωπικής μας ιστορίας εν τέλει; Το δέρμα του Σέρχιο δελ Μολίνο είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τη φετινή χρονιά. Για την ακρίβεια είναι ένα από τα ευφυέστερα και ιδιαίτερα βιβλία που έχω γενικά διαβάσει.

Ο αφηγητής, νεαρός μεσήλικας, πάσχει από ψωρίαση, κάτι το οποίο επηρεάζει, όπως εύκολα μπορεί να υποθέσει κανείς, σε μεγάλο βαθμό τη ζωή του. Το βλέμμα των άλλων, ο καθρέφτης, η ελπίδα πως κάποια επόμενη θεραπεία θα έχει αποτέλεσμα, η απογοήτευση. Το δέρμα ‒μοιάζει να‒  διαθέτει στοιχεία αυτομυθοπλασίας και αυτοδοκιμίου. Όμως, σε τέτοιου είδους λογοτεχνικά παιχνίδια, κανείς δεν μπορεί ποτέ να είναι σίγουρος για το πού αρχίζει και πού σταματάει, αν αρχίζει και αν σταματάει, το αυτοβιογραφικό στοιχείο, κι εγώ δεν είμαι ο αναγνώστης εκείνος που θα κάνει μια τέτοιου είδους έρευνα, ξεκινώντας από το πλέον απλό ερώτημα: πάσχει ο Μολίνο όντως από ψωρίαση; Δεν ξέρω και δεν με ενδιαφέρει να μάθω, όχι με όρους ανθρωπιάς αλλά λογοτεχνίας, η απομάγευση με τρομάζει. Υπάρχουν δύο είδη αναγνωστών, εκείνοι που θέλουν να ξέρουν τι είναι αλήθεια και τι μύθος, και οι άλλοι που προτιμούν την άνευ όρων επικράτηση της μυθοπλασίας. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα κόλπα των ταχυδακτυλουργών, κάποιοι θέλουν να μάθουν το πώς και κάποιοι άλλοι να μείνουν με τη μαγεία. Όπως και να έχει, ο αφηγητής πάσχει από ψωρίαση, νιώθει τέρας και πώς όχι σε μια εποχή που η τελειότητα της εξωτερικής εμφάνισης κυριαρχεί, είναι ένας απόκληρος της ομορφιάς, όπως οι περισσότεροι άλλωστε, απλά εκείνος το νιώθει στο ίδιο του το δέρμα. Κατασκευάζει λοιπόν αυτό τον κατάλογο τεράτων για να τον αφήσει κληρονομιά στον γιο του. Ο Στάλιν, ο Ναμπόκοφ, ο Άπνταϊκ, ο Εσκομπάρ, η Σίντι Λόπερ, όλοι τους έπασχαν από ψωρίαση, ήταν και εκείνοι τέρατα. Κυρίως όμως θέλει να του αφήσει κληρονομιά τη μαρτυρία της δικής του ζωής, όπως κάθε πατέρας στον γιο του δηλαδή.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Μολίνο μετατρέπει μια μελέτη για την ψωρίαση διαφόρων διάσημων προσωπικοτήτων σ' ένα μυθιστόρημα όπως αυτό, σχεδόν αδύνατο να καταταχθεί και να θυμίσει κάτι άλλο, είναι τουλάχιστον εντυπωσιακός, ως σύλληψη και ως εκτέλεση. Η έρευνα από μόνη της δεν αρκεί. Ο Μολίνο έκανε αρκετή έρευνα, γνωρίζει για τι πράγμα μιλάει. Αυτό από μόνο του δεν είναι κάτι σπουδαίο. Αλλά ο Μολίνο δεν μένει εκεί, στην αποδελτίωση της έρευνάς του. Επιβάλλεται πλήρως στο υλικό του, δημιουργεί τις απαραίτητες συνδέσεις, μεταπλάθει και προσαρμόζει το κάθε κομμάτι στο κατάλληλο σημείο, επιτρέποντας ταυτόχρονα στον αγωγό του προσωπικού να παραμένει ανοιχτός και να μην μπουκώνει, ισορροπώντας περίτεχνα ώστε να παραδώσει αυτό που έχει οραματιστεί. Το δέρμα είναι ένα ιδιότυπα σπονδυλωτό μεταμοντέρνο μυθιστόρημα, που χωνεύει τον έντονα δοκιμιακό του χαρακτήρα και δικαιολογεί απόλυτα την κάθε τεχνική επιλογή του συγγραφέα. Δεν είναι ένα εύκολο μυθιστόρημα. Η δυσκολία του έγκειται στην ιδιαίτερη φύση του, στην έλλειψη τεχνογνωσίας από πλευράς αναγνώστη. Γιατί, προσωπικά, όσο και αν κάποιες στιγμές μου θύμιζε τον υπέρτατο Βίλα-Μάτας ή τους Αργοναύτες, η ανάμνηση αυτή δεν αρκούσε, όχι αρχικά τουλάχιστον. Και η μη κατανόηση είναι πιθανό να γεννήσει θυμό και εκνευρισμό, τη δημιουργία ενός αισθήματος κατωτερότητας. Η έλλειψη τεχνογνωσίας επιτείνει όμως ταυτόχρονα και την απόλαυση, αυτή η χωρίς χάρτη διαδρομή, χωρίς ευδιάκριτο ορίζοντα προσδοκιών, έχει τις δικές της χάρες. Είναι σημαντικό πως ο Μολίνο διαθέτει την απαιτούμενη αφηγηματική δεινότητα για να υποστηρίξει το παρόν κατασκεύασμα, καθώς είναι εκείνη που διέπει από άκρη σε άκρη το βιβλίο και το καθιστά μυθιστόρημα, με αρχή μέση και τέλος, παρά την αποσπασματική και σπονδυλωτή του φύση, που διαθέτει κάποια επιμέρους σημεία πραγματικά απολαυστικά, όπως εκείνο που εξηγεί γιατί το Girls just want to have fun είναι το πιο όμορφο σοσιαλιστικό τραγούδι που γράφτηκε ποτέ.

Επιμένω στη χρήση της λέξης μυθιστόρημα και αποφεύγω το αυτοδοκίμιο και την αυτομυθοπλασία, γιατί θεωρώ πως, παρότι σύγχρονα, είναι πολύ στενά καλούπια για την κατασκευή του Μολίνο. Το δέρμα, πέρα και πάνω από όλα είναι ένα μυθιστόρημα, ένα νέο μυθιστόρημα, μια ακόμη προσθήκη στον μακρύ λογοτεχνικό κατάλογο της σχέσης πατέρα γιου. Ο Μολίνο ανήκει στη φράξια εκείνη των συγγραφέων που αντιμετωπίζουν τη γραφή με τη σοβαρότητα που τα παιδιά αντιμετωπίζουν το παιχνίδι.

υγ. Λίγα λόγια για τον ευφυή και υπέροχο Ενρίκε Βίλα Μάτας μπορείτε να βρείτε εδώ, ενώ για τους Αργοναύτες, το αυτοδοκίμιο της Μάγκι Νέλσον που σαν βόμβα έσκασε πριν ένα χρόνο περίπου, εδώ.

Μετάφραση Μαρία Παλαιολόγου 
Εκδόσεις Ίκαρος

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021

Δύο σημαντικές γερμανόφωνες γραφές

Πρόσφατα και σχεδόν ταυτόχρονα κυκλοφόρησαν στα ελληνικά δύο αξιοπρόσεχτες συλλογές διηγημάτων, Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων του Κλέμενς Γ. Ζετς (μτφρ. Χρήστος Αστερίου, εκδόσεις Gutenberg) και Το δέντρο με τα μπουκάλια του Ουίσκι της Καταρίνα Μπέντιξεν (μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδόσεις Σκαρίφημα). Από τη μια πλευρά, ο πολυγραφότατος Ζετς, γεννημένος στο Γκρατς της Αυστρίας το 1982, ένα από τα πλέον δυναμικά ονόματα της σύγχρονης γερμανόφωνης λογοτεχνίας (στον οποίο απονεμήθηκε φέτος το μεγαλύτερο γερμανικό βραβείο λογοτεχνίας, το Βραβείο Μπίχνερ, καθώς, όπως σημειώνει η κριτική επιτροπή, κάθε βιβλίο του «μαρτυρεί το πείσμα και την ομορφιά της λογοτεχνίας») ενταγμένος εδώ και μια δεκαετία στον περιώνυμο κατάλογο του εκδοτικού οίκου Suhrkamp. Από την άλλη, η Μπέντιξεν, γεννημένη το 1981 στη Λειψία της τότε Ανατολικής Γερμανίας, μοιάζει να είναι ένα καλά κρυμμένο μυστικό των γερμανικών γραμμάτων που για πρώτη φορά, εξ όσων γνωρίζω, κάποιο έργο της μεταφράζεται για να κυκλοφορήσει στο εξωτερικό.

Τα στοιχεία που μοιράζονται οι δύο συγγραφείς, μεταξύ άλλων η κοινή γλώσσα και η ηλικιακή εγγύτητα, αλλά και η μικρή φόρμα μέσω της οποίας μας συστήνονται στα ελληνικά, από μόνα τους δεν θα αρκούσαν για μια παράλληλη προσέγγιση. Η λογοτεχνική συγγένεια των δύο συλλογών έγκειται στη χρήση του παράδοξου ως βασικού συστατικού στη σύνθεση των διηγημάτων. Και είναι αυτή η παράνοια που καταλαμβάνει την καθημερινότητα που καθιστά τα διηγήματα μια κοινωνικοπολιτική κριτική του περιβάλλοντος κόσμου, αίροντας τις όποιες εναπομείνασες βεβαιότητες, κινούμενη ανάμεσα στην πρόκληση και την παραβολή. Η λοξή ματιά στα πρόσωπα και τις καταστάσεις, η υπέρβαση της πραγματικότητας και το περιθώριο στο απρόοπτο αφήνουν μια διάχυτη αίσθηση κωμικού, στα όρια του γκροτέσκο, ένα γέλιο ενοχικό σε ευθεία αντίστιξη με τα όσα διαδραματίζονται. Όπως, άλλωστε, λέει και η ηρωίδα στη Δοκιμασία της Έρπενμπεκ, «χιούμορ είναι όταν παρ' όλ' αυτά γελάς».

Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων αποτελείται από είκοσι διηγήματα μεγάλης έκτασης στην πλειοψηφία τους, που, παρότι κινούνται σε γνώριμα αφηγηματικά μονοπάτια, διαθέτουν έναν έντονα προσωπικό χαρακτήρα. Οι ιστορίες εκκινούν ομαλά, τίποτα δεν προδιαθέτει τον αναγνώστη για την εισβολή του παράδοξου, για την εκτροπή στην εξέλιξη των πραγμάτων. Εξαίρεση αποτελεί το διήγημα Κβάλογια, καθώς το παράδοξο εδώ εισάγεται ευθύς εξ αρχής με τη μορφή γενικής αλήθειας, «Όπως είναι γνωστό, δεν είναι καθόλου εύκολο να ταξιδεύεις παρέα μ' ένα Ορ». Το παράδοξο στοιχείο δεν είναι πάντοτε διακριτό, ενίοτε αιωρείται με τη μορφή απειλής κρυμμένο πίσω από τη φαινομενικά ανεξήγητη αντίδραση των προσώπων, ως ένα τουίστ στην πλοκή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο Ζετς «παραπλανά» τον αναγνώστη, υποσχόμενος μια ρεαλιστική απεικόνιση του γύρω κόσμου, για να τον εγκλωβίσει εν τέλει σε μια κατάσταση επαρκώς παράλογη είναι το πρώτο διήγημα της συλλογής, Νότιο Λαζαρέτο. Ο αφηγητής ετοιμάζεται να φύγει για ταξίδι, χαιρετά την κοπέλα του και πηγαίνει στο αεροδρόμιο. Όλα μοιάζουν να χωρούν κάτω από την ομπρέλα του φυσιολογικά αναμενόμενου· η αμηχανία πριν την επιβίβαση, η παρατήρηση των συνεπιβατών, τα μηνύματα που ανταλλάσσει μαζί της, ακόμα και η ακύρωση της πτήσης. Και όμως τελικά τα πράγματα δεν εξελίσσονται σύμφωνα με την αναγνωστική προσδοκία.

Το παράδοξο αποτυπώνεται όμως και γλωσσικά, καθώς λυρικές εξάρσεις και αποστασιοποιημένη αφήγηση αναμειγνύονται με τρόπο μοναδικό, «Δύσκολο να είσαι αυστηρός με τον εαυτό σου όταν έξω μαίνεται βαρύς ο χειμώνας. Η κυρία Άννα Μαρία Πέρχαλερ, πτυχιούχος πανεπιστημίου, μπήκε με μια κιθάρα κι ένα MP3-player στο δωμάτιο του γιου της», έτσι ξεκινά ο Μάγος. Η αφηγηματική φωνή, πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη, παρά τις όποιες εξάρσεις, παραμένει σταθερή και συναισθηματικά νηφάλια, δεν επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες, δεν εκπλήσσεται, δεν συμμερίζεται, δεν επιχειρεί να κατανοήσει ή να εξηγήσει, ενισχύοντας έτσι το ανοίκειο συναίσθημα που νιώθει ο αναγνώστης στο σύμπαν που στήνει ο συγγραφέας. Η συνδιαλλαγή με το λογοτεχνικό παρελθόν είναι εμφανής, όμως εξίσου εμφανές είναι και το νέο που επιχειρεί να κομίσει ο Ζετς στην παράδοση αυτή.

Το δέντρο με τα μπουκάλια του Ουίσκι αποτελείται από εικοσιένα διηγήματα μεσαίου μεγέθους. Είναι η πρωτόλεια συλλογή διηγημάτων της Μπέντιξεν. Από την πρώτη φράση, του πρώτου διηγήματος, η συγγραφέας πιάνει τον αναγνώστη από τον λαιμό, «Όταν ο αδερφός μου ήτανε πέντε χρονών, τον πάτησε ένα τρακτέρ, και ενώ το τρακτέρ το οδηγούσε ο πατέρας μου, δεν έφταιγε μόνο εκείνος για τον θάνατο του αδελφού μου, αλλά το φταίξιμο το είχαμε τρία άτομα», και δεν τον αφήνει παρά στο τέλος της ανάγνωσης, αν και το σημάδι της λαβής καθυστερεί να εξαφανιστεί. Τα διηγήματα της συλλογής χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες, στα οικογενειακά και τα εργασιακά. Τα πρόσωπα στις ιστορίες της Μπέντιξεν παραμένουν ανώνυμα, προσδιορίζονται με βάση το φύλο (άντρας, γυναίκα), την οικιακή ιδιότητά τους (παιδιά, γονείς, παππούδες) αλλά και το χρώμα του δέρματός τους (νέγρος), και φέρουν όλο το βάρος της ιδιότητάς τους, τη στιγμή που κάθε πρόσωπο θα μπορούσε να εμφανίζεται σε κάθε ιστορία.

Ο τρόπος με τον οποίο η Μπέντιξεν αφηγείται, συνήθως σε πρώτο, αλλά και σε τρίτο πρόσωπο, λειτουργεί εξόχως συνεκτικά· αφήγηση στακάτη χωρίς ιδιαίτερα φτιασίδια, λόγος κοφτός με εμμονικές και παραληρηματικές κορυφώσεις, γλώσσα ψυχρή και συναισθηματικά γυμνή. Μέρος της διάχυτης παραδοξότητας οφείλεται στην αφήγηση αλλά και στον τρόπο με τον οποίο τα πρόσωπα στέκονται απέναντι στις καταστάσεις, εγκλωβισμένα καθώς είναι στις λεπτομέρειες της μεγάλης εικόνας. Αν για τον Ζετς το παράδοξο λειτουργεί ως βαλβίδα εκτόνωσης, για τη Μπέντιξεν θρέφει το αίσθημα ασφυξίας. Στα διηγήματα της Μπέντιξεν διαγράφεται μόνο η επιφάνεια των πραγμάτων, το πάνω μέρος του παγόβουνου. Ελάχιστα μαθαίνουμε για τα πρόσωπα και όμως νιώθουμε να τα γνωρίζουμε σε βάθος. Τα αντικρίζουμε σε μια συγκεκριμένη συνθήκη και όμως είμαστε σίγουροι για το πώς αντιδρούν απέναντι σε κάθε μικρή ή μεγάλη πρόκληση της ύπαρξης. Η διδαχή απουσιάζει, τα περιθώρια αντίδρασης είναι ούτως ή άλλως περιορισμένα και οδηγίες χρήσεως δεν υπάρχουν. 

Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων και Το δέντρο με τα μπουκάλια του Ουίσκι είναι δύο βιβλία που αξίζει να διαβαστούν, δείγματα σπουδαίας γραφής σ' ένα απαιτητικό και όχι τόσο δημοφιλές λογοτεχνικό είδος όπως είναι το διήγημα.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο (επιμ. Μισέλ Φάις) της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 28 Αυγούστου 2021, το λινκ για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2021

Το παιχνίδι της Άγρας - Θεόδωρος Εσπίριτου

Το τρένο, σταθμευμένο εκατό μέτρα περίπου μακριά από τον σταθμό, σήμανε την εκκίνηση του στις πέντε το απόγευμα με ένα διαπεραστικό σφύριγμα, ενώ μια φωνή από τα μεγάφωνα προειδοποιούσε τον κόσμο να απομακρυνθεί από την άκρη της αποβάθρας. Με έναν οξύ μεταλλικό ήχο σταμάτησε μπροστά στον σταθμό. Σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο, όρμησαν να χωθούν πρώτοι στα βαγόνια εκείνοι που είχαν εισιτήριο χωρίς θέση, ελπίζοντας πως θα έβρισκαν κάπου να καθίσουν.

Ο σαρανταπεντάχρονος Κρίστοφερ Μάρλοου, ερευνητής της Υπηρεσίας Εξιχνίασης Σκοτεινών Υποθέσεων, περίμενε υπομονετικά τη σειρά του για να επιβιβαστεί και αναρωτιόταν πού να πήγαινε άραγε όλος αυτός ο κόσμος, πού να είχε εναποθέσει τα ταπεινά όνειρά του. Ο ίδιος δεν βιαζόταν να πάει πουθενά, το αντίθετο μάλιστα· θα προτιμούσε να τον ξεχάσουν για πάντα εκεί, στο παγκάκι της αποβάθρας· να ξεχάσει ακόμα και ο ίδιος την ύπαρξή του· οι εποχές να περνούν σαν ταινία από μπροστά του, ο κόσμος να αλλάζει χρώματα ‒πράσινο, κίτρινο, άσπρο‒ κι εκείνος να κοιτάζει, απλώς να κοιτάζει, χωρίς μνήμη, χωρίς προσδοκία.

Η απώλεια της συντρόφου του, νωρίτερα μέσα στον χειμώνα, βύθισε τον Μάρλοου στο πένθος. Τέλη Ιουλίου και ετοιμάζεται να επιβιβαστεί στο τρένο που τώρα εισέρχεται στον σταθμό, με προορισμό την Άγρα, έχοντας πρώτα ζητήσει και λάβει άδεια από την υπηρεσία του, ακολουθώντας ένα παράξενο αίτημα για βοήθεια, από κάποιον ανώνυμο αποστολέα, που φρόντισε ωστόσο να περικλείσει στον φάκελο ένα εισιτήριο τρίτης θέσης με τη συγκεκριμένη αμαξοστοιχία, ζητώντας του απλώς να επιβιβαστεί και να περιμένει. Μ' ένα σωρό ερωτήματα ήδη να τον απασχολούν, ο ερευνητής Μάρλοου βρίσκει τη θέση του και κάθεται, παρέα με τους υπόλοιπους συνεπιβάτες του  στο κουπέ, προσπαθώντας να διακρίνει κάποιο στοιχείο. Έτσι ξεκινάει αυτή η ιστορία. 

Ο Θεόδωρος Εσπίριτου, με τις θεατρικές καταβολές, στην πρώτη του λογοτεχνική απόπειρα αποφασίζει να αφηγηθεί μια δυστοπική ιστορία μυστηρίου, που λαμβάνει χώρα κάποια στιγμή, στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, σε μια γνώριμη μα φανταστική χώρα. Από την πρώτη κιόλας σελίδα ο συγγραφέας πετυχαίνει να καλλιεργήσει ένα αίσθημα αγωνίας στηριζόμενος στην πλήρη άγνοια του Μάρλοου, και κατ' επέκταση και του αναγνώστη, για το πού πρόκειται να μπλέξει, συναίσθημα που συντροφεύει την ανάγνωση ως το τέλος. Κατασκευάζει τον μελλοντικό αυτό κόσμο με υλικά γνώριμα, όπως και την ίδια την αφήγηση, πετυχαίνοντας ωστόσο να τα οικειοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό. Χτίζει την πλοκή με βήματα σταθερά, δεν βιάζεται αλλά ούτε και πλατιάζει, επιμένει στην ατμόσφαιρα μυστηρίου, τοποθετεί στη σκηνή έγκαιρα, έστω και όχι σε πρώτο πλάνο, τα στοιχεία εκείνα που θα χρειαστεί παρακάτω, τα κομμάτια του παζλ, χειρίζεται τις ανατροπές αλλά και τη δράση με σύνεση, δεν αναλώνεται αποκλειστικά στην καλλιέργεια σασπένς και δεν του διαφεύγει η παραβολική διάσταση της ιστορίας, που καθιστά την πλοκή αλλά και τα πρόσωπα ως ένα βαθμό προσχηματικά, κάτι που είναι απαραίτητο ώστε να αναδυθούν στην επιφάνεια του κειμένου οι ιδέες, αλλά και οι συνδέσεις με την πραγματικότητα, με αυτό που συμβαίνει ή είναι πιθανό να συμβεί. Άλλωστε εκεί βρίσκεται ο πραγματικός εφιάλτης στη δυστοπική λογοτεχνία στην οποία Το παιχνίδι της Άγρας ανήκει. Η καχυποψία του Μάρλοου απέναντι στους άλλους, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό, είναι το συστατικό κλειδί, η διαρκής αμφιβολία για το τι είναι αλήθεια και τι όχι, για το ποιον μπορεί να εμπιστευθεί κανείς, ποια αφήγηση. Η καχυποψία ανάγεται σε κοινό τόπο για τον αναγνώστη και τον πρωταγωνιστή της ιστορίας, ο Εσπίριτου τον αναδεικνύει με οξυδέρκεια και τον διαχειρίζεται κατάλληλα, δημιουργώντας έναν συνδετικό κρίκο ανάμεσα στη πραγματικότητα και τη μυθοπλασία.

Η τριτοπρόσωπη αφήγηση κινείται σ' ένα ασφαλές μονοπάτι, χωρίς διάθεση για ιδιαίτερους πειραματισμούς, που μάλλον θα παραφόρτωναν παρά θα εξυπηρετούσαν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Ο Εσπίριτου δεν εγκλωβίζεται στη θεατρική γραφή, η αφήγηση σε καμία περίπτωση δεν μοιάζει με διαδοχή σκηνοθετικών οδηγιών, τη στιγμή που οι διάλογοι ξεχωρίζουν για τη φυσικότητά τους. Ονομάζει τον ερευνητή του Κρίστοφερ Μάρλοου, γεγονός που παραπέμπει όχι μόνο στον Κρίστοφερ Μάρλοου, τον κατά πολλούς σπουδαιότερο πρόδρομο του Σαίξπηρ, αλλά και στον Φίλιπ Μάρλοου, έναν από τους γνωστότερους και πλέον αντιηρωικούς ερευνητές της λογοτεχνίας. Περισσότερο από φόρος τιμής, η επιλογή αυτή στα μάτια μου αποτελεί μια δήλωση προθέσεων από μεριάς δημιουργού. Κάτι αντίστοιχο δείχνει και η επιλογή του τρένου, σύμβολο του μοντερνισμού αλλά ταυτόχρονα συνυφασμένο και ως σκηνικό δράσης αρκετών ιστοριών μυστηρίου, τη στιγμή που το συγκεκριμένο τρένο περισσότερο ταιριάζει στην περίοδο του μεσοπολέμου, παρά στο εγγύς μέλλον και τις τεχνολογικές υποσχέσεις που το συντροφεύουν.

Το παιχνίδι της Άγρας, που για καιρό ανέβαλλα να διαβάσω, αποτελεί μια σύνθεση ειδών και τεχνικών, σ' ένα ιδιαιτέρως πετυχημένο τελικό αποτέλεσμα, μια πραγματικά ευχάριστη έκπληξη. Μια σκοτεινή ιστορία σ' ένα δυστοπικό περιβάλλον, που κρατάει αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον και, ανάμεσα σε άλλα, μου υπενθύμισε πόσο αγαπώ την Ιωάννα Μπουραζοπούλου και πόσο θέλω να δω κάποια στιγμή ξανά το Europa του Λαρς Φον Τρίερ.    

Εκδόσεις Κίχλη

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2021

Η αναγέννηση ενός επαναστάτη - Dennis Danvers

Είναι διαφορετικά τα μονοπάτια εκείνα που οδηγούν στα βιβλία που εντοπίζει και τελικά διαβάζει κανείς εν μέσω εκδοτικής υπερπαραγωγής. Ένα από αυτά, αρκετά αξιόπιστο, σχετίζεται με τη φήμη του εκδοτικού οίκου, κριτήριο, που παρά τα όποια αντικειμενικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά διαθέτει, είναι μάλλον υποκειμενικό. Το συγκεκριμένο μονοπάτι έχει το ξεκάθαρο πλεονέκτημα της αποφυγής του θορύβου που το μάρκετινγκ συνήθως παράγει κατά κύματα ακόμα και μέσα στον φυσικό χώρο του βιβλιοπωλείου. Η αναγέννηση ενός επαναστάτη βρισκόταν στο τέλος ενός τέτοιου μονοπατιού.

Οι Αναμνήσεις ενός επαναστάτη, το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Πιοτρ Κροπότκιν, πρωτοκυκλοφόρησε το 1899, στα αγγλικά, η ρωσική του εκδοχή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ο Ντάνβερς, συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, που ζει και εργάζεται στο Ρίτσμοντ, αναρωτήθηκε ποια θα μπορούσε να 'ναι η συνέχειά του, εκατό χρόνια μετά. Στις 8 Φεβρουαρίου του 1921, ο ετοιμοθάνατος Κροπότκιν δέχεται την επίσκεψη ενός άντρα που του προσφέρει μια αρκετά παράλογη επιλογή καθώς του θέτει το παράξενο δίλημμα: να ξαναζήσει στο μέλλον ή να πεθάνει. Ο Κροπότκιν, πάντοτε με το μέρος της ζωής, και με ακόρεστη τη δίψα που αυτή γεννά, χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά θα επιλέξει να ζήσει ξανά και κάπως έτσι θα βρεθεί στο Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, τον Απρίλιο του 1999.

Αυτό το εύρημα επιτρέπει στον Ντάνβερς να αναζητήσει απαντήσεις στο "τι θα γινόταν αν" που τον απασχολεί. Πώς θα έμοιαζε ο κόσμος στον Κροπότκιν εβδομήντα οκτώ χρόνια μετά τον θάνατό του; Η επιλογή του Κροπότκιν προφανώς και δεν είναι τυχαία. Η ιδεολογική του ταυτότητα, η δίψα του για μάθηση και το μεγάλο εύρος των ενδιαφερόντων του, η ορθολογική σκέψη και η πίστη στην επιστήμη είναι μόνο κάποια από τα χαρακτηριστικά του Κροπότκιν που τον κατέστησαν ιδανικό ήρωα για το μυθιστόρημα του Ντάνβερς. Αλλά και κάποια πραγματολογικά στοιχεία, όπως για παράδειγμα το γεγονός πως ο Κροπόκτιν γνώριζε άριστα την αγγλική γλώσσα, ενώ είχε επισκεφτεί και την Αμερική, επιλύουν πειστικά διάφορα ζητήματα που προκύπτουν μετά την αποδοχή της βασικής σύμβασης.

Οι συγγραφικές προθέσεις, ωστόσο, δεν περιορίζονται στον Κροπότκιν και στην εμπειρία της αναγέννησής του, αλλά περιλαμβάνουν την αποτύπωση της σύγχρονης αμερικανικής πραγματικότητας, που για την κατανόησή της επιβάλλεται μια αναδρομή στην ιστορία, στο τι προηγήθηκε, ποιες στροφές και ευθείες οδήγησαν ως το αφηγηματικό παρόν. Το Ρίτσμοντ, παρότι μάλλον άσημο στις μέρες μας, κατά τη διάρκεια του αμερικανικού εμφυλίου υπήρξε η πρωτεύουσα των Νοτίων, η ήττα των οποίων, εκτός της επανένωσης της χώρας, έδωσε στους Αφροαμερικανούς την ελευθερία τους. Επομένως, ούτε η επιλογή του τόπου υπήρξε τυχαία ή απλή απόρροια του γεγονότος πως αποτελεί τον τόπο κατοικίας του συγγραφέα, αλλά ήταν μια επιλογή με έντονο και διαχρονικό κοινωνικοπολιτικό συμβολισμό.

Ο συγγραφέας γνωρίζει καλά τον Κροπότκιν, τη βιογραφία και το έργο του, αλλά και την αμερικανική ιστορία, ιδιαίτερα το κομμάτι εκείνο που αφορά το Ρίτσμοντ, γεγονός που εμπλουτίζει το μυθιστόρημα με το απαραίτητο ιστορικό και πολιτικό υπόβαθρο, κάτι που άλλωστε αποτελεί και το δυνατό του χαρτί. Ο Ντάνβερς δεν αναλώνεται στο εύρημα της αναγέννησης του Κροπότκιν, που παρά την όποια πρωτοτυπία του γρήγορα θα ξεφούσκωνε και θα έχανε τη λάμψη του. Η ιστορία ως ιστορία έχει αρκετά κλισέ, διακρίνεται για την απλότητά της, κάτι το οποίο είναι μάλλον αναπόφευκτο γι' αυτό που θέλει να πετύχει ο συγγραφέας, μέρος της όλης σύμβασης την οποία ο αναγνώστης καλείται να αποδεχτεί. Η πλοκή, ως ένα σημείο τουλάχιστον, είναι κάπως προσχηματική, χωρίς όμως να της λείπει το ενδιαφέρον. 

Στην απλότητα αυτή, εντοπίζεται, κατά τη γνώμη μου, ο πυρήνας ολόκληρου του μυθιστορήματος. Η φυσικότητα με την οποία ο Κροπότκιν αντιμετωπίζει τις καταστάσεις, τα απλά επιχειρήματα που αναδεικνύουν τον παραλογισμό του τρόπου με τον οποίο είναι κατασκευασμένη η κοινωνία, η ανάδυση της συντροφικότητας, της ομάδος, της αλληλεγγύης εν γένει, όλα αυτά είναι που ξεσηκώνουν συναισθηματικά τον αναγνώστη. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση διακρίνεται από παιγνιώδη διάθεση και αποπνέει μια αίσθηση ελευθερίας, ο ήρωας έχει απόλυτη επίγνωση της παράλογης κατάστασης στην οποία πρωταγωνιστεί και αυτό δίνεται περίφημα, ενώ ο εξομολογητικός χαρακτήρας της ημερολογιακής αφήγησης των αναμνήσεων του Κροπότκιν προσδίδει ικανή συνοχή στο μυθιστόρημα. 

Η οξυδέρκεια στον σχολιασμό της ζωής στο Ρίτσμοντ του 1999, ζωής γνώριμης στην πλειοψηφία των κατοίκων του δυτικού κόσμου, γεννά ένα γέλιο μαύρο, πικρό. Υπάρχουν στιγμές που παράλογη μοιάζει η σύγχρονη ζωή, γέννημα ενός δεδομένου συστήματος και τρόπου αντιμετώπισης των πραγμάτων, και όχι η παρουσία ενός από χρόνια νεκρού, γέννημα της φαντασίας ενός συγγραφέα. Ο Ντάνβερς, που για τον εαυτό του μοιάζει να κρατάει τον ρόλο του μυστηριώδους άντρα που επισκέφτηκε τον Κροπότκιν στο νεκροκρέβατο, εγκλωβίζει τον ήρωα του στο εύρημά του, στην αναγέννησή του, προκαλεί τον ορθολογιστικό τρόπο σκέψης του και τον καλεί να προβληματιστεί σχετικά με τα όρια της ελευθερίας του. Αυτό έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τη λαχτάρα για τη ζωή, με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και με ένα μεγάλο μέρος της ιδεολογικής ταυτότητας του ήρωα. Το δίλημμα, να ζήσει ξανά ή να πεθάνει δεν δίνεται χωρίς αντίτιμο.

Ο Ντάνβερς διαχειρίζεται ιδανικά την ιδέα του, οδηγώντας την ιστορία σε ένα έξυπνο κλείσιμο, χωρίς καθόλου αμηχανία και βιασύνη. Παραδίδει ένα ξεκάθαρα πολιτικό μυθιστόρημα, παρά το φανταστικό περίβλημα με το οποίο το τυλίγει, χαρακτηριστικό γνώρισμα του καλού science fiction. Η αναγέννηση ενός επαναστάτη «συγγενεύει» με το Εξ αίματος (Οκτάβια Μπάτλερ, μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής, εκδόσεις Αίολος), για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν το ταξίδι στον χρόνο για να αναφερθούν στο φυλετικό ζήτημα, αλλά και με το Ένας διαφορετικός τυμπανιστής (Γουίλιαμ Κέλι, μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδόσεις Μεταίχμιο).

υγ. Για το Εξ αίματος της Οκτάβια Μπάτλερ περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ για το Ένας διαφορετικός τυμπανιστής του Γουίλιαμ Κέλι εδώ.

Μετάφραση Μαρίνα Σταυροπούλου
Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2021

Όλοι θέλουν να χορεύουν - Alberto Garlini

Οι εκδόσεις Πόλις, με την καθοριστική μεταφραστική αρωγή του Αχιλλέα Κυριακίδη, συστήνουν για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό τον Αλμπέρτο Γκαρλίνι, έναν ιδιαίτερα δραστήριο και πολυγραφότατο συγγραφέα, γνώριμο εδώ και καιρό στους μυημένους στην ιταλική λογοτεχνία, με την κυκλοφορία του γλυκόπικρου Όλοι θέλουν να χορεύουν. Ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης και ανατομίας μιας ιδιαίτερης ‒όχι μόνο‒ για την Ιταλία δεκαετίας, αυτής του '80.

Όλα ξεκινούν μια Κυριακή, μήνα Νοέμβριο, στην Εμίλια-Ρομάνια. Ο Φράνκο, πετυχημένος δημοσιογράφος, ξυπνάει τον οχτάχρονο γιο του Ρομπέρτο για να τον πάρει μαζί του, για πρώτη φορά, στην παραδοσιακή, καίτοι φρικτή, γιορτή της σφαγής του χοίρου, που είθισται να πραγματοποιείται κάθε χρόνο στο σπίτι του αδερφού του, λίγο έξω από την Πάρμα. Ο Ρομπέρτο θα βιώσει την εμπειρία αυτή με τρόμο σύμφυτο της ηλικίας του. Οι κραυγές και το αίμα του ζώου υπό τους ήχους της μουσικής και του τσουγκρίσματος αφήνουν μια αρρωστημένη ευδαιμονία να αιωρείται στον αέρα. Πρόγευση της γεμάτης από αντιφάσεις ενήλικης ζωής. Εκείνη τη μέρα θα γνωρίσει τον Ρικάρντο και θα τον ακολουθήσει, χωρίς δεύτερη σκέψη, σε μια απόδραση μακριά από την εποπτεία των ενηλίκων. Είναι η πρώτη περιπέτεια, ο θεμέλιος λίθος της φιλίας τους. Η εξερεύνηση θα οδηγήσει τα δύο παιδιά σ' ένα εγκαταλελειμμένο κτίσμα, εκεί όπου μια κολεκτίβα νεαρών, ανάμεσά τους και ο Πιερ, θρηνούν για τη δολοφονία του Παζολίνι το προηγούμενο βράδυ. Βρισκόμαστε στο 1975.

Η αυγή της νέας δεκαετίας βρίσκει τα δύο αγόρια στην ανήσυχη ‒και πώς αλλιώς‒ εφηβεία τους να δραπετεύουν με κάθε ευκαιρία από την πόλη, χωρίς να έχουν πάντοτε συγκεκριμένο προορισμό. Ο τόπος δεν τα χωρά. Στην εξίσωση των δύο σύντομα θα προστεθεί η Κιάρα, ο πρώτος και μεγάλος έρωτας του Ρικάρντο, ενώ ο Ρομπέρτο θα συναντήσει ξανά τον Πιερ, που το πρώτο του βιβλίο γνώρισε ανέλπιστα μεγάλη επιτυχία. Την ίδια στιγμή η μουσική ντίσκο σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της, η βιομηχανία της ψυχαγωγίας γεννιέται, το αλκοόλ και τα ναρκωτικά συνοδεύουν τις ξέφρενες νύχτες. Η σεξουαλική επιθυμία όλο και σκιάζεται από τον τρομακτικό ιό. Ακριβά αυτοκίνητα και στιλάτα ρούχα. Το ποδόσφαιρο, πάντα. Η οικονομική ευμάρεια και η εθνική ενότητα δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αυταπάτη που σκεπάζει τη στάχτη του χτες, που καίει ακόμα, μια επίφαση ανοχής στο διαφορετικό, πίσω από ένα ψεύτικο πρώτο πληθυντικό. Η τέχνη, παρότι ολοένα και περισσότερο αφορά μια ελίτ, δεν παύει να αποτελεί καταφύγιο, το Ουρλιαχτό ακούγεται ακόμα. Στα παρασκήνια οι νεοφασιστικές ομάδες εφορμούν με την ανοχή των αρχών, τη στιγμή που η μαφία κινεί τα νήματα. Η μετάβαση προς τον νεοφιλελευθερισμό συντελείται τάχιστα, η Θάτσερ και ο Ρέηγκαν πρωτοστατούν. Η παρουσία των σοβιετικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν αναζωπυρώνει τον Ψυχρό Πόλεμο. Το ατύχημα στο Τσέρνομπιλ. Η πτώση του Τείχους.

Ο Γκαρλίνι, γεννημένος στην Πάρμα το 1969, ανατρέχει σε αυτό το πρόσφατο και τόσο οικείο για εκείνον παρελθόν με διάθεση νοσταλγική και ανάγκη για κατανόηση. Στο Όλοι θέλουν να χορεύουν, όμως, δεν πρωταγωνιστούν τα ιστορικά γεγονότα, αλλά τα πρόσωπα της μυθοπλασίας. Το ιστορικό πλαίσιο χρησιμοποιείται εδώ για να αναδείξει αυτό που ενδιαφέρει την καλή λογοτεχνία, την τραγικότητα δηλαδή των ηρώων, εξαρτώμενη και διαμορφωμένη άμεσα από τις εξωτερικές συνθήκες με τις οποίες εκείνοι έρχονται αντιμέτωποι. Το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται από αφηγηματική γενναιοδωρία. Η αφήγηση είναι απολαυστική, έτσι όπως ρέει αβίαστα, αποτέλεσμα συγγραφικής ικανότητας και επιμονής, αρετές που συνοδεύουν και τη μετάφραση του Κυριακίδη. Η γλώσσα που μετέρχεται ο Γκαρλίνι διακρίνεται για την ποιητικότητά της, χωρίς όμως να πάσχει από επιτήδευση, και λειτουργεί συχνά με τρόπο αντιστικτικό. 

Αυτό που ξεχωρίζει το Όλοι θέλουν να χορέυουν από άλλα μυθιστορήματα παρόμοιας θεματικής είναι οι ολοκληρωμένοι, πειστικοί και όχι προσχηματικοί χαρακτήρες του Γκαρλίνι και μάλιστα στο σύνολό τους. Ο συγγραφέας σπάει την αφήγηση σε επιμέρους κεφάλαια, οι τίτλοι των οποίων σηματοδοτούν τις χωροχρονικές συντεταγμένες, με τον παντογνώστη αφηγητή να στρέφει τον προβολέα πότε στο ένα και πότε στο άλλο πρόσωπο. Η επιλογή αυτή αποδεικνύεται απόλυτα λειτουργική ως προς την προώθηση της πλοκής και την κάλυψη του συνόλου της δεκαετίας, ενώ ταυτόχρονα προσδίδει στο μυθιστόρημα την απαραίτητη συνοχή, παρά τον αποσπασματικό χαρακτήρα τής αφήγησης, αφού επιτρέπει στον συγγραφέα να παραλείψει ό,τι θεωρεί περιττό. Έτσι το Όλοι θέλουν να χορεύουν αποτελεί μια διαδοχή από καθοριστικά στιγμιότυπα, ικανά να σταθούν ως ένα βαθμό αυτόνομα, μέσω των οποίων αποτυπώνεται το ταξίδι των ηρώων, η ενηλικίωσή τους με φόντο τη δεκαετία του ογδόντα.

Χωρίς καμία επίκληση στο συναίσθημα, με όπλο την αφήγηση και ακολουθώντας τους ήρωές του, ο Γκαρλίνι μεταφέρει τον αναγνώστη στην Ιταλία της δεκαετίας τους ογδόντα μέσα από μια φρενήρη ανάγνωση. Τη θλίψη που συνοδεύει την ολοκλήρωση κάθε σπουδαίου μυθιστορήματος απαλύνει η προαναγγελία της έκδοσης ενός ακόμα βιβλίου του Ιταλού συγγραφέα (La legge dell'odio).

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο (επιμ. Μισέλ Φάις) της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 3 Ιουλίου 2021, το λινκ για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2021

Χρυσόψαρα στη σκουριά της πόλης - Γιώργος Μπίζας

Είναι διαφορετικά τα μονοπάτια εκείνα που οδηγούν στα βιβλία που εντοπίζει και τελικά διαβάζει κανείς εν μέσω εκδοτικής υπερπαραγωγής. Ένα από αυτά τα μονοπάτια είναι οι φίλοι. Οι υποδείξεις, τα δέματα, τα μεταμεσονύχτια μηνύματα, το πάθος στα μάτια τους. Κυρίως το πάθος. Τσέκαρε αυτό, λένε. Προσοχή, δεν κρίνουν, δεν λένε: μα καλά, δεν διάβασες ‒ακόμα‒ αυτό ή εκείνο· λένε: τσέκαρε αυτό· τις περισσότερες φορές, μάλιστα, δεν λένε τίποτα, όλο και κάποιο πεσκέσι κρατούν. Οι φίλοι μας ξέρουν καλά, δεν ρωτούν ποτέ: το διάβασες εκείνο το βιβλίο που σου είπα, που σου έδωσα, πώς σου φάνηκε, το πέτυχα, σου άρεσε. Ξέρουν πώς γίνονται αυτά. Στον καιρό τους, δίχως βιάση. Τα βιβλία, λένε, μας βρίσκουν. Καλά λένε. Τα Χρυσόψαρα στη σκουριά της πόλης του Γιώργου Μπίζα κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα το 2017. Πριν λίγους μήνες μου τα έκανε δώρο η Ν. Γυρίζοντας στο νησί, πήραν τη θέση τους στο ράφι με τα υπόλοιπα αδιάβαστα. Τις προάλλες τα τράβηξα έξω. Είναι κάποια βράδια που θες κοντά κάποιους ανθρώπους.

Ο Μοντγκόμερυ ξύπνησε από τον ήχο της μπετονιέρας, που φτιάχνει τσιμέντο απέναντι. Τον λένε Φάνη και το παρατσούκλι του το κόλλησε κάποιος που τον έβλεπε να φοράει το παλτό. / Το να χρωστάς στις τράπεζες είναι θηλιά στον λαιμό που πνίγει. Η Κυριακή κάθεται στο γραφείο και κοιτάζει στο τετράδιο, που γράφει τους λογαριασμούς, τι χρωστάει το μαγαζί. / Στο τραπέζι 3 στην ταβέρνα του Παπαλάμπρου κάθεται πάντα ο κυρ Ανέστης, χρόνια τώρα. Απέναντι απ' την είσοδο, δεξιά από την τηλεόραση, η θέση του. / Η Ελένη μας είχε φωνάξει να μας μιλήσει, στο σπίτι της· καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας και έπαιζε στο χέρι της μια λευκή χαρτοπετσέτα. Ήταν μεσημέρι και είχε ζέστη. / Βέβαια, και εγώ χαίρομαι που σε βλέπω. Μόνο που ντρέπομαι που είμαι 'δω μέσα. Σ' ευχαριστώ για τα τσιγάρα και τις σοκολάτες, δεν ήταν ανάγκη. / Κάθε βράδυ, αργά τη νύχτα, η Λυδία γύριζε στους δρόμους των Εξαρχείων. Την ημέρα δεν θα κυκλοφορούσε έξω, σχεδόν ποτέ. / «... και να μην έχεις να πάρεις ένα δώρο στην εγγονή σου». Η κουβέντα του γύριζε στο μυαλό μου, καθώς τον έβλεπα να περιμένει, έξω από την εκκλησία, να πιάσει δουλειά. / Ο Γιάννης και ο Μελέτης δεν είχαν παίξει τυχερά παιχνίδια ποτέ. Μόνο καμιά τριανταμία τις γιορτές, με τίποτα ψεύτικες μάρκες, έτσι για το καλό του νέου χρόνου. / Βλέπω κλήση στο κινητό, το έχω στο αθόρυβο. Είναι η Ειρήνη, η γυναίκα του αδερφού μου· δεν το σηκώνω. / Ήταν απόγευμα, ανήμερα Χριστουγέννων, το κρύο ήταν τσουχτερό, μικρές νιφάδες χιονιού άρχισαν να πέφτουν. Ο Σπύρος άνοιξε τη σιδερένια πράσινη πόρτα του κήπου και ακούστηκε ένα μακρόσυρτο τρίξιμο. / Ο Χ. κοιτάζει το ενυδρείο, που το έχει παρατημένο για καιρό ‒ όπως τον εαυτό του. Το νερό έχει βρωμίσει, όσα ψάρια ήταν μέσα έχουν πεθάνει και μόνο ένα χρυσόψαρο έχει επιβιώσει· παρόλο που δεν το φροντίζει, αυτό επέζησε. Όπως κι ο Χ. άντεξε μέσα σ' αυτή την πόλη. 

Έντεκα διηγήματα μεσαίας έκτασης, έντεκα αστικές ιστορίες ανθρώπων της διπλανής πόρτας. Ο Μπίζας φροντίζει εξ αρχής να συστήσει τους πρωταγωνιστές και τους αυτόπτες μάρτυρες, τα πρόσωπα του δράματος, να δώσει τον χώρο και τον χρόνο, με τρόπο τέτοιο που προξενεί στον αναγνώστη οικειότητα, την αίσθηση πως θα διαβάσει μια ιστορία ‒δυστυχώς‒ γνώριμη. Διηγήματα όπως αυτά συνήθως κατατάσσονται στη λογοτεχνία της κρίσης, κατηγορία που δημιουργήθηκε για να συμπεριλάβει την εκτεταμένη στροφή της εγχώριας λογοτεχνίας προς τη ρεαλιστική απεικόνιση της μεταμνημονιακής ελληνικής πραγματικότητας, κυρίως την προηγούμενη δεκαετία, στροφή που στην πλειοψηφία των περιπτώσεων είχε έναν ευκαιριακό χαρακτήρα, περισσότερο εμπορικού παρά λογοτεχνικού ενδιαφέροντος. Γι' αυτό άλλωστε στο άκουσμα λογοτεχνία της κρίσης επιφυλάξεις παρά προσδοκίες γεννιούνται. Και, κατά τη γνώμη μου πάντα, ένα καλό κριτήριο διαχωρισμού, υποκειμενικό όπως τα περισσότερα λογοτεχνικά κριτήρια άλλωστε, είναι αυτό που έχει να κάνει με την ειλικρίνεια των προθέσεων. 

Η ρεαλιστική γραφή, που κινείται στο όριο της στράτευσης, απαιτεί συστατικά περαιτέρω του ταλέντου και της φαντασίας. Το ταλέντο και η φαντασία δεν είναι ικανά να καμουφλάρουν την απόσταση που χωρίζει τον γράφοντα από το γραφόμενο. Οι περπατημένοι δρόμοι φαίνονται. Ο αστικός ρεαλισμός υπήρχε και θα συνεχίσει να υπάρχει, άσχετα από την ποσότητα της παραγωγής και τα σχετικά αφιερώματα. Ο χρόνος, τελικός κριτής, θα ξεχωρίσει τη μελωδία από τον θόρυβο, τον Αργύρη Τρίκορφο και τον Σεβαστιανό από τους δεκάδες άψυχους χωρίς πρόσωπο. Στα διηγήματα του Μπίζα είναι ορατή η εκ του σύνεγγυς εμπειρία, η συναισθηματική γειτνίαση, η έλλειψη υστεροβουλίας, η ανάγκη οι ιστορίες αυτές να ειπωθούν, κανείς να μην μπορεί να πει πως δεν ήξερε, με δυσδιάκριτο το όριο μαρτυρίας και μυθοπλασίας. Η απλότητα, η γνώση πως η ιστορία από μόνη της είναι αρκετή, πως τα φτιασίδια θα της στερήσουν περισσότερα από εκείνα που θα της χαρίσουν, η αδιαφορία για χάπι εντ και πλοτ τουίστ, η αποστροφή για συναισθηματικό εκβιασμό, για τη λύπηση, για το γεμάτο ψεύτικη κατανόηση κούνημα του κεφαλιού, η επιμονή στον άνθρωπο. Ο ηρωισμός της καθημερινότητας που συνήθως περισσεύει βρίσκει εδώ τον χώρο του, συνοδευόμενος από την απελπισία και τα αδιέξοδα, χωρίς όμως σε καμία περίπτωση να αποπνέει ηττοπάθεια ή παραίτηση.

Η λογοτεχνία, λένε, μας ταξιδεύει, μας προσφέρει καταφύγιο από την πραγματικότητα. Αυτό το χαρακτηριστικό της λογοτεχνίας ‒και της τέχνης εν γένει‒ έχει δύο όψεις. Με αφορμή διάφορα συμβάντα της καθημερινότητας, όπως η πανδημία ή οι γυναικοκτονίες, ακούγονται δεξιά και αριστερά διάφορες εκκλήσεις να σταματήσουμε να ασχολούμαστε, μετά το αρχικό ενδιαφέρον και τον καταιγισμό αντιδράσεων στα κοινωνικά δίκτυα, καθώς βαρέθηκαν πια να ακούνε συνέχεια για τα ίδια και τα ίδια, δεν θέλουν άλλη μιζέρια στη μονάκριβη ζωή τους, λες και αν σταματήσει να μιλάει κανείς για τις γυναίκες που σφαγιάζονται αυτό θα πάψει να συμβαίνει, σαν να πρόκειται για τη δεύτερη σεζόν μιας σειράς που παρά τις παραινέσεις της πλατφόρμας εκείνοι τελικά δεν θα δουν. Σε συνδυασμό με την ψηφιακή εγγύτητα με τον κόσμο γύρω μας, μοιάζει η πρόσληψη της πραγματικότητας να είναι στρεβλή, οριακή. Και αν το ένα πόδι της λογοτεχνίας πατά στο φανταστικό, το άλλο ‒οφείλει να‒ πατά στον ρεαλισμό, χωρίς αυτό το πάτημα να συνεπάγεται μυθοπλαστική έκπτωση. Αλλιώς το καταφύγιο κινδυνεύει να μετατραπεί σε εξορία. Διηγήματα όπως αυτά του Μπίζα βοηθούν στη διατήρηση της σύνδεσης με όσα συμβαίνουν, τις κραυγές στα σιωπηλά και τις σκιές πίσω από κουρτίνες λεπτές, υπενθυμίζοντας πως μια ζαριά είναι αρκετή για να αλλάξουν τα κόζια.

υγ. Περισσότερα για τον Αργύρη Τρίκορφο θα βρείτε εδώ και για τον Σεβαστιανό εδώ.

Εκδόσεις Τυφλόμυγα


Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2021

Ξανά για τον Μπολάνιο

 

Αποτελεί μια βεβαιότητα καθησυχαστική η συστηματική, ανά χρόνο συνήθως, κυκλοφορία κάποιου ακόμα βιβλίου του Ρομπέρτο Μπολάνιο από τις εκδόσεις Άγρα σε μετάφραση του Κρίτωνα Ηλιόπουλου. Καθησυχαστική γιατί προσφέρει μια αναγνωστική σταθερά, ένα ασφαλές απάγκιο σ' εμάς που έχουμε ταχθεί υπέρ των Μαξ Μπροντ αυτού του κόσμου τελεσίδικα. Οι όποιες αντεγκλήσεις αναλώνονται σε καφέ και εκδηλώσεις, τώρα που τα λογοτεχνικά σαλόνια δεν είναι της μόδας, είναι εθιμοτυπικές, χαριτωμένες και διαρκούν ελάχιστα. Για εμάς οι διαθήκες πρέπει να διαβάζονται δυνατά. Τίποτα να μη μένει κρυφό. Ο θάνατος μας δίνει το τέλειο άλλοθι/ο θάνατος στερεί κάθε δικαίωμα από τον νεκρό. Στην περίπτωση του Μπολάνιο υπάρχει έντονο παρασκήνιο και διαμάχη ανάμεσα στους κληρονόμους του έργου του, ούτε αυτό μας ενδιαφέρει, αρκεί η αναγνωστική πείνα να ικανοποιηθεί. Οι κωδικοί πρόσβασης και τα κλειδιά είναι γελοία εύκολο να ανακτηθούν στον κόσμο των ζωντανών, τα όποια γραφειοκρατικά εμπόδια να ξεπεραστούν. Είναι τέτοια η επιθυμία μας για λίγο ακόμα Μπολάνιο που δεν μας απασχολεί ούτε η επεξεργασία που υπέστησαν τα ανολοκλήρωτα έργα του, σίγουροι καθώς είμαστε πως, όπως και να 'χει, εμείς θα τον διακρίνουμε ανάμεσα στις γραμμές. Και μια λίστα με τα ψώνια του σούπερ μάρκετ να βρεθεί στα χειρόγραφα ή τα ψηφιακά υπολείμματα ενός συγγραφέα όπως ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, εμείς θα επιθυμήσουμε διακαώς την έκδοση και ανάγνωσή της. Τέτοιοι είμαστε.

Οι τρεις νουβέλες της συλλογής (Μνήματα καουμπόυδων, Πατρίδα, Γαλλική κωμωδία τρόμου) γράφτηκαν σε διαφορετικές περιόδους και ήταν απόφαση των κληρονόμων και του επιμελητή του Μπολάνιο να κυκλοφορήσουν σε έναν ενιαίο τόμο, μέρος μιας μακράς λίστας βιβλίων που κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του, σίγουρα όχι το τελευταίο, αφού το μπαούλο του Μπολάνιο μοιάζει ανεξάντλητο, και ίσως μόνο το αντίστοιχο του Πεσσόα να κρύβει περισσότερα μυστικά. Τα Μνήματα καουμπόυδων χρονολογούνται μεταξύ 1995 και 1998, η Πατρίδα μεταξύ 1992 και 1993, και η Γαλλική κωμωδία τρόμου μεταξύ 2002 και 2003, χρονιά θανάτου του συγγραφέα. Στέκομαι περισσότερο σε αυτή την τελευταία νουβέλα, που ο Μπολάνιο αφιέρωσε στα παιδιά του, τη στιγμή που αγωνιζόταν να τελειώσει το 2666, πασχίζοντας να κρατηθεί στη ζωή, γνωρίζοντας πως δεν του απέμενε αρκετός χρόνος. Παραθέτω το απόσπασμα από το βιβλίο της Πάτι Σμιθ, M Train, που εκφράζει εν πολλοίς αυτό που νιώθω: «Διαβάζοντας το Φυλαχτό του είχα προσέξει μια φευγαλέα αναφορά στην εκατόμβη -την αρχαία τελετουργική σφαγή εκατό βοδιών. Αποφάσισα να γράψω μια εκατόμβη για εκείνον -ένα ποίημα εκατό στίχων. Θα ήταν ένας τρόπος να τον ευχαριστήσω που ξόδεψε το τελευταίο διάστημα της σύντομης ζωής του για να ολοκληρώσει το αριστούργημά του, το 2666» (μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδόσεις Κέδρος). Διαβάζοντας τη Γαλλική κωμωδία τρόμου δεν διέκρινα κάποιο άμεσο νήμα με το 2666, παρότι το αναζητούσα, έχοντας κάνει από πριν τον χρονικό συσχετισμό. Και αυτή η απουσία με εξέπληξε, καθώς θεωρούσα δεδομένο πως η νουβέλα θα είχε ξεπηδήσει από τις σελίδες του, όμως όχι, κάτι που με έκανε να νιώσω περαιτέρω δέος για τον Μπολάνιο που βρήκε τον απαραίτητο χώρο και χρόνο, τη στιγμή που είχε να παλέψει με το κτήνος, γιατί περί κτήνους πρόκειται το 2666, να γράψει κάτι ακόμα.

Υπάρχει ένα κλισέ, το οποίο μοιάζει να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, που λέει πως ο κάθε σπουδαίος συγγραφέας γράφει πάντοτε το ίδιο βιβλίο, κλισέ που απολαμβάνει αποδοχής και στις υπόλοιπες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης. Ο Μπολάνιο, παρότι ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς, δεν χωράει σε αυτό το κλισέ. Και δεν χωράει γιατί στην περίπτωσή του έχουμε ένα κάνουμε με ένα ολόκληρο σύμπαν, σύμπαν προορισμένο να διαρκεί στο διηνεκές και να χωράει κάθε κείμενο του Μπολάνιο, σε οποιαδήποτε μορφή, σύμπαν στο οποίο κάθε έργο αποτελεί μια ψηφίδα. Άλλωστε, η διακειμενικότητα στο έργο του Μπολάνιο είναι και εσωτερική, απλώνοντας εμφανή νήματα μεταξύ των έργων του. Είναι το μπολανικό σύμπαν στο σύνολό του που γοητεύει τον αναγνώστη, γι' αυτό και κάθε κομμάτι του χρήζει θερμής υποδοχής, παρά τον ξεκάθαρα άνισο, με φιλολογικούς όρους, χαρακτήρα της εργογραφίας του. Η ανισότητα του μπολανικού έργου, παρότι εμφανής ‒τι αλήθεια μπορεί να σταθεί αξιοπρεπώς δίπλα σε έργα όπως Οι άγριοι ντετέκτιβ ή το 2666;‒ και εκ προοιμίου δεδομένη, καθώς έχουμε να κάνουμε και με έργα που ο συγγραφέας επέλεξε να μη δημοσιεύσει εν ζωή, με όσα συνεπάγονται από την απόφαση αυτή σε επίπεδο ολοκλήρωσης αλλά και επιμέλειας, δεν θεωρώ πως θα έπρεπε να αποτελεί μείζον θέμα συζήτησης. Κάθε έργο του Μπολάνιο κατέχει τη δική του ξεχωριστή και σημαίνουσα θέση στην ‒καταδικασμένη να παραμείνει ανολοκλήρωτη‒ χαρτογράφηση του σύμπαντος, εντός του οποίου δημιούργησε λογοτεχνία αυτός ο σπουδαίος τύπος.

Διάφορα μοτίβα και πρόσωπα γνώριμα συναντά ο αναγνώστης σ' αυτές τις τρεις νουβέλες, που, μαζί με το γνώριμο ύφος του Μπολάνιο, δημιουργούν αυτό το υπέροχο συναίσθημα αναγνωστικής οικειότητας, αυτή την αίσθηση πως αυτό ή το άλλο πρόσωπο κάπου αλλού τα έχεις συναντήσει, πως εκείνη ή η άλλη ιστορία κάτι σου θυμίζει. Κυρίως όμως είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Μπολάνιο αντιμετωπίζει την ίδια τη λογοτεχνία, ως μια πράξη επαναστατική, εκείνος που ανατροφοδοτεί το πάθος του αναγνώστη. Καθώς τα χρόνια περνούν γίνεται ολοένα και πιο ορατή η επίδραση του Μπολάνιο στους σύγχρονους συγγραφείς, και όχι μόνο τους ισπανόφωνους, επιβεβαιώνοντας περαιτέρω τη σημαντικότητά του στον ρου της ιστορίας της λογοτεχνίας. Και στο τέλος της ανάγνωσης η επιθυμία για λίγο ακόμα. Οι εκδόσεις Άγρα έχουν προαναγγείλει για φέτος την κυκλοφορία του Συμβουλές ενός μαθητή του Μόρισον σ' έναν φανατικό του Τζόις που έγραψε μαζί με τον Α.Γ. Πόρτα και αποτελεί το πρώτο μυθιστόρημα που εξέδωσε ο Μπολάνιο.

 
υγ. Περισσότερα για το M Train της Πάτι Σμιθ θα βρείτε εδώ.
υγ.2 Περισσότερα για τους Άγριους Ντετέκτιβ εδώ, για το 2666 εδώ, για το Φυλαχτό εδώ, για το Λούμπεν μυθιστορηματάκι εδώ, για το Παγοδρόμιο εδώ, για Το πνεύμα της επιστημονικής φαντασίας εδώ, για το Τρίτο Ράιχ εδώ. 

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Άγρα