(Θα σου αρέσει. Το είπε με αυτοπεποίθηση η Σ. Δεν είχα διαβάσει το Η τριλογία της Κοπεγχάγης που κυκλοφόρησε το περασμένο καλοκαίρι και είχε συζητηθεί αρκετά. Εμένα μου άρεσε πολύ, θα διαβάσω και αυτό σύντομα. Συνέχισε. Υπάκουσα. Το ξεκίνησα την ίδια μέρα. Ήταν Παρασκευή. Σ' ευχαριστώ Σ.)
«Κοιμούνταν όλοι, εκτός από τον Γκερτ που δεν είχε γυρίσει ακόμα σπίτι, παρόλο που ήταν σχεδόν μεσάνυχτα. Κοιμούνταν, και τα πρόσωπά τους ήταν κενά και γαλήνια, αφού δεν χρειαζόταν να χρησιμοποιηθούν ξανά ως το πρωί. Ίσως μάλιστα να είχαν βγάλει τα πρόσωπά τους και να τα είχαν τοποθετήσει με επιμέλεια πάνω από τα ρούχα τους για να τα ξεκουράσουν· δεν τους ήταν απολύτως απαραίτητα όσο κοιμούνταν. Τη μέρα, τα πρόσωπα άλλαζαν συνεχώς, λες και δεν έβλεπε παρά την αντανάκλασή τους στο νερό. Μάτια, μύτη, στόμα, ένα τόσο απλό τρίγωνο — πώς όμως μπορούσε να εμφανίζεται σε τόσες, άπειρες, παραλλαγές; Για πολύ καιρό απέφευγε να βγει στον δρόμο γιατί το πλήθος των προσώπων την τρόμαζε. Δεν τολμούσε να συναναστραφεί τα καινούρια και φοβόταν μήπως ξανασυναντήσει τα παλιά».
Η Τόβε Ντιτλέουσεν γεννήθηκε το 1917 στα περίχωρα της Κοπεγχάγης, υπέφερε από διαζύγια, ψυχολογικά προβλήματα και κλινικές αποτοξίνωσης, αυτοκτόνησε το 1976, έχοντας αφήσει πίσω της ένα πολυποίκιλο έργο. Τα πρόσωπα κυκλοφόρησαν το 1968. Η μυθοπλασία δύσκολα μπορεί να απελευθερωθεί παντελώς από το βίωμα, ο τρόπος να κοιτάμε και να προσλαμβάνουμε τα πράγματα, έχει εν πολλοίς να κάνει με το υλικό από το οποίο είμαστε φτιαγμένοι, καθώς και με την επεξεργασία του στην τριβή με τον τριγύρω κόσμο. Το βιογραφικό, σύντομο ή εκτενές, δημιουργεί ένα ακόμα αναγνωστικό πλαίσιο, αναπόφευκτα.
Στην περίοδο της αυτομυθοπλασίας, η οποία δεν γεννήθηκε εκ του μηδενός, απλώς πρόσφατα κατονομάστηκε, ξεχνάμε συχνά τον τρόπο, μεροληπτώντας υπέρ του περιεχομένου, κάποιοι από εμάς γινόμαστε ντετέκτιβ αναζητώντας την απόλυτη αλήθεια πίσω από την αληθοφάνεια, περιφέρουμε ανά χείρας ζυγαριές μέτρησης προνομίου και πόνου. Τα λέω αυτά γιατί τα θεωρώ σημαντικά, είναι θέματα που συχνά προκύπτουν σε διάφορες συζητήσεις, είτε αμφισβητώντας την αλήθεια —σιγά μην έγιναν έτσι τα πράγματα— είτε διατυμπανίζοντας την αδιαφορία μας —και τι με νοιάζει εμένα; Η αλήθεια είναι πως η ολοένα και πιο ατομική πρόσληψη και επικοινωνία της λογοτεχνίας γεννά αντιδράσεις, αμφιβολίες, τραβώντας το χαλί κάτω από τα πόδια της ενσυναίσθησης που το οικουμενικό συνήθως τραβάει στην επιφάνεια, οδηγώντας μετωπικά σ' ένα: έχω και εγώ τα προβλήματά μου· ένας προβληματικός αγώνας που κανένας αφέτης δεν έδωσε το σύνθημα, κανείς θεατής δεν βρίσκεται στις εξέδρες, κανένας αντίπαλος δεν παίρνει θέση στα κουλουάρ δίπλα μας, εμείς όμως επιμένουμε, ναι αλλά εγώ, βάζουμε και τρεις τελείες μετά. Εδώ, λέμβος φανταχτερά κόκκινη στη μέση του πελάγους και του σκότους, εμφανίζεται ο τρόπος. Ένα κλισέ με παρομοίωση υπερβολική. Αλήθεια είναι.
Η Λίζε, συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας, σύζυγος και μητέρα τριών παιδιών δυσκολεύεται στην καθημερινότητά της. Πιστεύει πως τα παιδιά της την απεχθάνονται, πως ο σύζυγός της θα την εγκαταλείψει, πως δεν θα καταφέρει να γράψει ξανά. Κατατρύχεται από οικείες μορφές και φωνές. Νοσηλευτικά ιδρύματα και φαρμακευτικές αγωγές. Στιγμές ανέφελες, νησιά σ' έναν απέραντο αφρισμένο ωκεανό.
Συχνά γίνεται αναφορά σε εγκεφαλική κατασκευή όταν μιλάμε για συγκεκριμένα έργα. Λες και υπάρχουν βιβλία που δεν αποτελούν εγκεφαλική κατασκευή, λες και υπάρχει ανθρώπινη δραστηριότητα, από την πλέον ελάχιστη ως την πλέον θαυμαστή, που δεν υπάγεται στη λειτουργία του εγκεφάλου. Όπως όταν ένας υγιής δικαιολογεί μια ξαφνική λιγούρα λέγοντας πως του έπεσε το ζάχαρο. Ίσως η διάκριση μεταξύ εγκεφαλικής και συναισθηματικής κατασκευής να έχει να κάνει με την αγωνία κάποιων για ψυχή. Στα Πρόσωπα το επίθετο εγκεφαλική έχει μεγαλύτερη δόση ακρίβειας, καθώς εδώ τα πάντα διαδραματίζονται στο εσωτερικό, ακόμα και η παντογνώστρια αφηγήτρια εκεί, στο εσωτερικό της Λίζε, έχει στήσει το παρατηρητήριό της. Δεν υπάρχει τελειότητα. Ακόμα ένα κλισέ που εδώ βρίσκει ορθότερη εφαρμογή. Τελειότητα, ωστόσο, ως προς τι; Ως προς έναν μέσο όρο φυσιολογικού, εκείνου που η επιστήμη μπορεί να αντιληφθεί και να περιγράψει. Ως προς αυτή την κανονικότητα, η Λίζε νοσεί.
Η αφηγήτρια, παρότι παντογνώστρια, απλώς καταγράφει τις φωνές, σκιαγραφεί τις μορφές, περιορίζεται στο φίλτρο μέσω του οποίου ο έξω κόσμος διαστρεβλώνεται, δεν αναλώνεται σε αχρείαστα και περιττά δίπολα σωστού λάθους, υγειούς και νοσούντος. Δεν το δηλώνει αλλά στέκεται φύλακας στα σημεία εισόδου, αποτρέπει τον αναγνώστη να περιδιαβεί εντός, να παρηγορηθεί με εξηγήσεις. Αν κάθε βιβλίο, όπως κάθε μορφής επικοινωνία, προϋποθέτει έναν δέκτη, εδώ τα πράγματα είναι θολά. Θέλω να πω πως η ίδια η Λίζε δεν επιθυμεί να επικοινωνήσει, ίσως και να αδυνατεί ή να το κάνει με ένα ιδιαιτέρως προσωπικό τρόπο. Την επικοινωνία την αναλαμβάνει η αφηγήτρια, εκείνη είναι που καταγράφει και αποτυπώνει, εκείνη παρουσιάζει το αποτέλεσμα στον αναγνώστη. Ο αναγνώστης ίσως και να ενοχληθεί μη βρίσκοντας ένα κοινό εμβαδόν, ίσως και να θυμώσει με την αφηγήτρια για τον τρόπο της, για την άρνησή της. Και όμως.
Κανένα ρεύμα της τέχνης δεν γεννήθηκε απαλλαγμένο από τους ευρύτερους κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς. Κάποιες φορές προηγήθηκε πριν οι συσχετισμοί αυτοί γίνουν ορατοί, κατονομαστούν και περάσουν στη θεωρία της κοινωνιολογίας, της ψυχολογίας, της λογοτεχνίας, της ανθρωπολογίας, της κάθε λογής λογίας, πριν επιχειρήσει η επιστημονική κοινότητα να τους επισημάνει και να τους αντιμετωπίσει στρέφοντας το βλέμμα στο κάθε πρόσφατο παρελθόν, γυρεύοντας τις πηγές. Το λέω αυτό εξαιτίας των παραπάνω. Ακόμα και αν αφήσει κανείς έξω από Τα πρόσωπα το βίωμα της Ντιτλέουσεν, την πιθανή ανάγκη της να το διαπραγματευτεί ή και να το επικοινωνήσει με τον τρόπο που οι συγγραφείς επικοινωνούν ή δοκιμάζουν να το κάνουν, Τα πρόσωπα μόνο επιφανειακά αποτελούν μια ιδιωτική μυθιστορία, μόνο με παρωπίδες ανάγνωσης θα διέφευγαν της προσοχής τα υποστρώματα. Και είναι αυτά τα υποστρώματα που δίνουν βάθος, όχι απλά ως διακριτό, αλλά ως συναισθηματικό, το εμβαδόν που απουσιάζει από την επιφάνεια της εσωτερικής και ιδιωτικής αυτής αφήγησης, απλώνεται από κάτω. Οι φωνές που φτάνουν από τα αμπάρια.
Η επίδραση της Γουλφ είναι εμφανής. Όμως μια στιγμή. Ίσως δεν το έθεσα σωστά. Η επίδραση του κόσμου πάνω της όπως το απέδωσε η Γουλφ είναι εμφανής. Καλύτερα έτσι. Δεν αποφασίζει κανείς —εντάξει το αποφασίζει καμιά φορά, αλλά έχει κοντά πόδια— να βιώσει τον κόσμο με τον τρόπο κάποιου άλλου, αυτό το χαζό να μπει στα παπούτσια του άλλου. Η Λίζε μοιάζει με αρκετά από τα γυναικεία πρόσωπα του γουλφικού έργου, η Ντιτλέουσεν μοιάζει με την ίδια τη Γουλφ, όχι από επιλογή ωστόσο. Γυναίκες, ενός κάποιου προνομίου, ασφυκτικά τοποθετημένες στον ρόλο της συζύγου της μητέρας της κόρης της αδερφής της γυναίκας της εποχής τους, η γραφή ήταν μια διέξοδος, σίγουρα ήταν, ήταν όμως και μια χύτρα με το καπάκι σφιγμένο καλά και τον εξαερισμό πότε να λειτουργεί και πότε όχι, υπακούοντας κάποιο δικό του μάνιουαλ λειτουργίας, μέχρι που έσκασε. Η γυναικεία γραφή του εικοστού αιώνα έχει πολλά κοινά, διόλου τυχαία. Μήπως κατάφερα να υπονομεύσω την εγκεφαλικότητα, αν τουλάχιστον με αυτό εννοεί κανείς τη συνειδητή απόπειρα κατασκευής και/ή υπονοεί μια χάλκευση από πλευράς υποκειμένου. Ίσως και να το έκανα.
Λογοτεχνία από το πάνω ράφι.
Με την πρώτη ευκαιρία θα αναζητήσω την Τριλογία της Κοπεγχάγης.