Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Ξεφυλλίζοντας το '25, μέρος Γ', τα ιδιαίτερα εκείνα βιβλία

Η ανάγνωση είναι ο τρόπος μου να διασχίζω, να κατανοώ, να γνωρίζω, να μετράω τον κόσμο. Κάθε χρονιά σημαδεύεται από ωραία βιβλία, που έρχονται να προστεθούν στο αναγνωστικό ποτάμι που με τα χρόνια σχηματίστηκε και ρέει, με μια διάθεση απολογισμού, ταμείου όπως θα έλεγε ο οικονομολόγος μέσα μου, τα σταχυολογώ και συνηθίζω να τα χωρίζω σε μεταφρασμένα και ελληνικά, γιατί η γλώσσα γραφής είναι μια σημαντική διαφορά ως προς την αναγνωστική πρόσληψη. Υπάρχουν όμως και κάποια άλλα βιβλία κάθε χρονιά, που, αν κοιτάξω καλύτερα, αυτονομούνται, δίνοντας με τον τρόπο τους ένα στίγμα, ιπτάμενα αντικείμενα πάνω από μια εν πολλοίς αχαρτογράφητη/υπό χαρτογράφηση επικράτεια του εαυτού, βιβλία που τόσο η επιλογή, όσο και το αποτύπωμα που άφησαν, είναι μάλλον λανθασμένο να αποδοθεί στην απλή τυχαιότητα, είναι τα βιβλία εκείνα που συνωστίζονται σε ένα κομμάτι μύχιο, γεμάτο φόβους, ενοχές και άγνοια, είναι βιβλία που διατηρούνται με τον τρόπο τους στη μνήμη, στη σωματική μνήμη, μιλώ κάπως αδόκιμα, το ξέρω.

Φέτος, τα βιβλία αυτά σχηματίζουν ένα τρίγωνο, στις κορυφές βρίσκονται:

- Άτλαντας επούλωσης - Βάλια Τσιριγώτη (εκδόσεις 3.1). Το υποκείμενο της ανάγνωσης, τώρα που το άθροισμα των λέξεων διέφυγε οριστικά του ελέγχου τού υποκειμένου της γραφής, με τα δικά του γαμημένα που αντί να βγουν στο στόμα του σκαλώνουν στον αυχένα, στέκει απέναντι από τις λέξεις, τη μία μετά την άλλη, προτάσεις και περίοδοι, σελίδες επί σελίδων, κεφάλαια και ενότητες, συντεταγμένες χώρου σε ένα παροντικό χρονικό πλαίσιο, το υποκείμενο της ανάγνωσης, στην αρχή διστακτικά, εν συνεχεία ολοένα και περισσότερο, αφήνεται στις φροντίδες επούλωσης του υποκειμένου της καταγραφής του άτλαντα, η Τσιριγώτη, σ' αυτό το υβριδικό χρονογράφημα, διευκρίνηση της ίδιας στο εξώφυλλο, πάνω και αριστερά από μια καρδιά στο φούξια εξώφυλλο, περιδιαβαίνει τις γειτονιές, τα πόδια που πάνε και έρχονται, κοντοστέκονται σε τοπόσημα της πόλης και ανοίγουν το βήμα πριν τη σκοτεινή γωνιά, ξέρουν πως όλα είναι μέσα σε όλα, η ασφάλεια στην ανασφάλεια, η επούλωση στον πόνο, το τραύμα στο χάδι, όλα μαζί και όλα ταυτόχρονα συμβαίνουν σε αυτή την πόλη, αυτή τη στιγμή, σε κάθε πόλη και κάθε στιγμή, προνόμια που κινούνται άλλοτε με αυτοπεποίθηση, χαρισμένη από μια τυχαιότητα, και άλλοτε με ενοχή, τύψεις για έναν κόσμο άδικα φτιαγμένο, τις προάλλες έμαθα την έννοια της δυσθεΐας, δεν είναι πανάγαθος και γαμάτος τύπος ο εκεί ψηλά, αλλά γεμάτος από χαιρεκακία, ένας κακός. Και επειδή όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα, όλα μέσα σε όλα, την ίδια στιγμή, η Τσιριγώτη το αποτυπώνει αυτό, δεν ξέρω αν προγραμματικά ή διαισθητικά, στον χώρο που φύεται η έμπνευση, η αφήγηση και η ποίηση, αλλά καταφέρνει να μη λιγώσει τον καταπιόνα, να μη λυγίσει τα πόδια, να μην πλανέψει το μυαλό, να μην ξεματώσει την καρδιά, να μην αναχωρήσει από το εδώ και το τώρα με προορισμό μια υπερβατική ανυπαρξία, αλλά και να μην αποτυπώσει ψίχουλο ψίχουλο τον ζόφο, εκείνο ταυτόχρονα με το άλλο, εσύ αλλά και οι άλλοι, να μη νιώσει κανείς εκτός, ακόμα και εκείνος με το μεγαλύτερο φαινομενικά προνόμιο, ακόμα και εκείνος να νιώσει, το βάρος και το μερίδιο που του αναλογεί, να αναπνεύσει μακριά από εκείνο που του έλεγαν όταν ήταν μικρό παιδί και δεν έτρωγε τις μπάμιες πως τα παιδιά στην Αφρική δεν έχουν να φάνε και ύστερα, όταν ξάπλωνε χορτασμένο εν τέλει από κάποια εναλλακτική, παρά τις απειλές, νηστικός θα μείνεις, χορτασμένο ξάπλωνε και έβλεπε κλείνοντας τα μάτια παιδιά με την κοιλιά τούμπανο, τα πλευρά μετρήσιμα, τα μάτια ένα λευκό που ολοένα κοκκινίζει, ερυθρώνεται, δεν ξέρω αν υπάρχει αυτό το νόσημα, αυτός ο θάνατος, ακόμα και εκείνο το προνόμιο, έλεγα, ενσωματώνεται, το καθένα μας έχει κάποιο προνόμιο, ατέρμονο είναι το μέτρημα του ποιο το έχει μικρότερο. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα - Cristina Rivera Garza (μτφρ. Ασπασία Καμπύλη, Χριστίνα Φιλήμονος, εκδόσεις Carnívora). Μια προκαταβολική ενοχή, η πιθανότητα να μου αρέσει το βιβλίο αυτό και ας έλεγα μετά σε ένα κείμενο όπως αυτό πως γίνεται να πεις μου άρεσε για ένα βιβλίο όπως αυτό. Προσθέστε και το προφανές αντρικό προνόμιο του αναγνωστικού υποκειμένου, τώρα θα έχετε μια εικόνα σχετικά πλήρη για όσα πριν με κρατούσαν μακριά, για όσα φοβόμουν να δω να αναδύονται στην επιφάνεια, πλήγματα, πιθανά καίρια, στη γαματοσύνη του εαυτού, ποιος δεν θέλει να νιώθει γαμάτος και ξεχωριστός, ας μην είμαστε υποκριτές. Γύρισα σπίτι και ξεκίνησα την ανάγνωση το ίδιο βράδυ. Επιστρέφω στην ένοχη απόλαυση της ανάγνωσης. Με το στομάχι κόμπο, με το μυαλό να προσπαθεί διαρκώς να κρυφτεί πίσω από μια επιθυμητή μυθοπλασία και, όσο οι σελίδες περνούν και οδηγούμαστε στο σκληρό και ήδη γνωστό τέλος, να επιχειρεί να πείσει πως ένα εναλλακτικό τέλος, ένα έζησε αυτή καλά και εμείς καλύτερα, είναι εφικτό, με όλα αυτά σφηνωμένα κάπου στον αυχένα, η ανάγνωση υπήρξε απολαυστική, ναι, απολαυστική, η Λιλιάνα ήταν εκεί. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Η μητέρα μου γελάει - Chantal Akerman (μτφρ. Μυρτώ Ταπεινού, εκδόσεις Πλήθος). Ένας από τους λόγους που νιώθω πως κάνω την καλύτερη δουλειά του κόσμου είναι η επαφή με ανθρώπους που διαβάζουν. Η λάμψη στα μάτια τους όταν μου λένε για ένα βιβλίο που διάβασαν, τότε εγώ σημειώνω. Η λάμψη στα μάτια είναι το ακλόνητο πειστήριο. Διαθέτει βαθμίδες, επίσης, οι μεμονωμένες φωνές κάποιες φορές συναντιούνται, επικαλύπτονται, συγκλίνουν, συμφωνούν. Θα κυκλοφορήσει το βιβλίο της Άκερμαν για τη μητέρα της, άρχισαν να λένε. Και καλά έκαναν και έλεγαν. Και αν κάπως νιώθω σίγουρος για τις συναισθηματικές λακκούβες, εκείνες στις οποίες ένιωσα να τσαλαβουτώ κι εγώ από σπόντα, πάντοτε στο τέλος μιας ανάγνωσης επικρέμαται η ανάγκη να γίνει κατανοητή και χειροπιαστή η συνολική εμπειρία, η αναζήτηση, συχνά απεγνωσμένη, της αντικειμενικότητας, της αιτιοκρατίας, το γιατί μου άρεσε αυτό το βιβλίο ή τι διαφορετικό είχε αυτό το βιβλίο ή γιατί από κάποιους θεωρείται σημαντικό αυτό το βιβλίο αν του αφαιρεθεί το συναίσθημα και η παρεπόμενη υποψία χειραγώγησης και εκβιασμού. Δεν ξέρω. Δοκίμασα με την αναφορά στην παιδικότητα. Δεν ξέρω πώς να το πω διαφορετικά, πώς να κατευθυνθώ στον πυρήνα της αναγνωστικής διαδικασίας, άχρηστη φιλολογική, και ανεπαρκής, σκευή. Δεν ξέρω και αυτή η άγνοια με ζεσταίνει. Αυτό το άγνωστο, γεμάτο μαγεία. Σαν τα κόλπα ενός ταχυδακτυλουργού που ποτέ δεν θέλω να βλέπω πίσω από το πέπλο. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη να λέω πόσο μου άρεσε το βιβλίο αυτό, πόσο σημαντικό το θεωρώ, διακρίνω μια λάμψη, πόσο σημαντικό το θεωρώ για μένα, χωρίς να ξέρω να το τεκμηριώσω επαρκώς, και όσο λιγότερα τεκμήρια φέρνω, τόσο το βλέμμα ενδύεται λάμψη. Παράδοξο ή και όχι. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Επί των πλευρών και της επιφάνειας του τριγώνου, στέκουν επίσης:

Νεκρά κορίτσια - Selva Almada (μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδόσεις Κλειδάριθμος). 

Θα κάνω μνεία στην Κατερίνα Σεργίδου που, στην παρουσίαση του βιβλίου Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, είπε πόσο πολύ της κόστισε να ησυχάσει τις τύψεις που η ομορφιά της αφήγησης της γεννούσε κατά την ανάγνωση ενός τέτοιου φρικώδους συμβάντος. Είναι κάπως, η αλήθεια είναι, παράξενο να επιχειρήσεις μια χειρουργική διάκριση ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο, στο πώς και το τι της αφήγησης, σε περιπτώσεις όπως αυτή, ακόμα περισσότερο, είναι κάτι το οποίο συναντά διάφορες αγκυλώσεις, είναι μια ακόμα διαδικασία που επιβεβαιώνει τον ενεργητικό χαρακτήρα της ανάγνωσης, τη διάχυτη δυναμική της. Να μπορείς να κρίνεις κάτι ως λογοτεχνικό αποτέλεσμα, πέρα από το συναίσθημα ή το προνόμιο, να διαχωρίσεις, να σταχυολογήσεις μέσα σου, να βρεις το κουράγιο να είσαι εξίσου αυστηρός κριτής απέναντι στο δικό σου συναίσθημα. Όταν διάβαζα Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, μπορούσα να διακρίνω τη λογοτεχνική ομορφιά, τις λέξεις, τη δομή, τις χρονικές παρεκβάσεις, την αρτιότητα του συνόλου, ίσως αυτό να με κρατούσε επί ώρες συνεχόμενες στην ανάγνωση, να λειτουργούσε ως ένα ιδιότυπο προστατευτικό στομάχου, ένα μαλόξ σε λέξεις, και στο τέλος, όταν ένιωσα ένα σπάνιο συναίσθημα κάθαρσης να με κατακλύζει, συνειδητοποίησα πως το βιβλίο άλλο δεν ήταν παρά ένα μαυσωλείο που επιβεβαίωνε πως η Λιλιάνα υπήρξε σε αυτό τον κόσμο. Στα Νεκρά κορίτσια συνέβη κάτι αντίστοιχο, παρότι η Σέλβα, σε αντίθεση με την αδερφή τής Κριστίνα, την αδερφή τής δολοφονημένης Λιλιάνα, δεν σχετίζεται με τα νεκρά κορίτσια, ή ίσως συνέβη κάτι αντίστοιχο, και όχι παρόμοιο, ακριβώς επειδή η Σέλβα δεν σχετιζόταν άμεσα με τα νεκρά κορίτσια, παρά μόνο ως μια ανάμνηση των παιδικών της χρόνων, όταν οι κοινότητες, ακόμα και οι πλέον κοντινές χιλιομετρικά, ζούσαν απομονωμένες και οι ειδήσεις, όταν και όπως έφταναν, ασκούσαν άλλη επίδραση στη ζωή των ανθρώπων. Η Αλμάδα αντιμετωπίζει τον εαυτό της με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και στα μυθιστορήματά της, δεν του επιτρέπει να φανεί παραπάνω από την αναγκαία συμμετοχή στην αφήγηση, έτσι ώστε να μην επισκιάσει η παρουσία της ως αφηγηματικό υποκείμενο την ίδια την αφήγηση, έτσι και εδώ, σε κανένα σημείο, ακόμα και όταν μιλάει για τον ίδιο της τον εαυτό δεν προβάλει την εαυτή της, ακόμα και τότε την κατατάσσει στο πλήθος των τυχερών, εκείνων που επιβίωσαν, που το κακό πέρασε ξυστά από δίπλα τους, και, θα πρόσθετα, έχει ένα επιπλέον ενδιαφέρον να σκεφτούμε/υποθέσουμε ποιο θα μπορούσε να είναι το συναίσθημα πίσω από τη συγγραφή, εγώ, όπως και στην περίπτωση της Κριστίνα, το ένιωσα ως ενοχή, και αν η Κριστίνα ένιωθε πως κάτι θα μπορούσε να έχει κάνει για να προστατεύσει την αδερφή της, η Σέλβα νιώθει πως αυτός ο φόρος τιμής, η κατάθεση έναντι στη λήθη, είναι το ελάχιστο που εκείνη μπορεί από αυτό το μετερίζι να προσφέρει, να συμβάλλει, να συνταχθεί με τις φωνές, να πει αρκετά ως εδώ, και το γεγονός πως το κάνει με όρους καλής λογοτεχνίας ενισχύει τη φωνή, basta ya.

 

- Ο κηπουρός και ο θάνατος - Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδόσεις Ίκαρος). Είναι απλό, γενικόλογο και ασφαλές επίσης, να ισχυρίζεται κανείς πως επιθυμεί να αποφεύγει τα έργα εκείνα που διέπονται από συναισθηματικό εκβιασμό, που τον τοποθετούν απέναντί τους και του φωνάζουν: κλάψε· αλλιώς, τι σόι άνθρωπος είσαι εσύ; Είναι επίσης απλό να ισχυρίζεται κανείς πως το θέμα γιος συγγραφέας γράφει για τη σχέση με τον πατέρα του, συνήθως πια νεκρό, είναι ένα ζήτημα που έχει εξαντληθεί, πως όλα τα σχετικά έχουν ειπωθεί. Αν όμως ταυτόχρονα ισχυριζόμαστε κάποιοι πως η λογοτεχνία είναι ένα μονοπάτι πέρα και έξω από τις στενωπούς του μονοσήμαντου κόσμου, τότε ίσως οι παραπάνω ισχυρισμοί να είναι τελικά πιο ανοιχτοί σε εξαιρέσεις, και ίσως, οι εξαιρέσεις αυτές να διέπονται από την αρχή: δεν έχει σημασία ποια ιστορία θα επιλέξει κάποιος να αφηγηθεί, σημασία έχει ο τρόπος· σημασία έχει επίσης το πότε και το πώς της ανάγνωσης. Δεν υπάρχει σωστό ή λάθος στο πένθος, δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Χωρίς καμία φιλοδοξία αντικειμενικής πρόσληψης του βιβλίου να με βαραίνει, θα μπορούσα να γράψω ένα μετακείμενο προσωπικής ανάγνωσης, να μιλήσω για τον πατέρα μου, να μην αναφερθώ στο βιβλίο του Γκοσποντίνοφ παρά μόνο ως μια αφορμή για να αγγίξω τα όρια μιας καταχωνιασμένης περιοχής εντός μου, το αναπόφευκτο της απώλειας. Αν θέλω να είμαι ειλικρινής απέναντί μου, όσο και αν αυτό ίσως είναι ένα βαρύ πλήγμα στη γαματοσύνη μου, πρέπει να ομολογήσω πως δεν συναισθάνθηκα τον πόνο της απώλειας του συγγραφέα, σε κάθε γωνιά, ακόμα και της πλέον προσωπικής αναφοράς, κάτι δικό μου αντίστοιχο εντόπιζα, κάτι μέσα μου κινιόταν, σάλευε, κόμποι αναδύονταν, δικά μου ήταν και τα δάκρυα εδώ και εκεί. Όλα αυτά, αν είχα υποδεχτεί το βιβλίο αυτό με ένα: και τι με νοιάζει εμένα που πέθανε ο μπαμπάς του και έκατσε και έγραψε γι' αυτό· δεν θα τα είχα νιώσει. Αν γενικότερα σκεφτόμουν με αυτόν τον τρόπο, μάλλον, δεν θα διάβαζα λογοτεχνία. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Ο Μεγάλος Ρέι - Michael Kimball (μτφρ. Άκης Παπαντώνης, εκδόσεις Κίχλη). Θα κλέψω. Θα συμπεριλάβω στα ιδιαίτερα εκείνα βιβλία που διάβασα το '25 το βιβλίο που διάβασα πρώτο το '26. Θα αφήσω την καταχώρηση αυτή λειψή, το βιβλίο και η κλεψιά, ένα μικρό απόσπασμα μόνο: «Η ζωή του πατέρα μου ήταν συνηθισμένη με πάρα πολλούς τρόπους. Αναρωτιέμαι αν τον μετατρέπω σε κάτι περισσότερο από αυτό που ήταν μόνο και μόνο επειδή ήταν πατέρας μου».

 

Αδειάζοντας το σπίτι των γονιών μου - Lydia Flem (μτφρ. Ματίνα Μαυρονικόλα, εκδόσεις Μελάνι). Είναι ο τρόπος μου να αντιλαμβάνομαι, να γνωρίζω, να παίρνω τη θέση μου, να (με) μαθαίνω, η λογοτεχνία, η ανάγνωση, (και) γι' αυτό διαβάζω, έτσι έχω μάθει να διασχίζω τον κόσμο. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να σημειώσω γιατί θέλησα να διαβάσω το βιβλίο αυτό, όσα χρόνια και αν περάσουν θα το ξέρω καλά. Ωστόσο, δεν γύρευα ένα εγχειρίδιο. Πρόσφατα διάβασα ένα βιβλίο, στο όριο της αυτοβιογραφίας και της αυτομυθοπλασίας, με θέμα τον γάμο και τον χωρισμό, επειδή διαβάζω για να κατανοήσω την ανθρώπινη εμπειρία και όχι για να διδαχτώ και να απομνημονεύσω, ευτυχώς τελείωσε η περίοδος σχολείο-σχολή, με ενόχλησε το σχόλιο μιας αναγνώστριας με υψηλές βλέψεις ως προς τη θέση της απέναντι στη λογοτεχνία, η οποία χωρίς να ασχοληθεί διόλου με το τεχνικό κομμάτι της κατασκευής, έμεινε απλώς στη σύγκριση της εμπειρίας τής συγγραφέως με τη δική της, έχω παντρευτεί και χωρίσει και ξέρω και δεν είναι έτσι όπως τα λέει εκείνη, είπε εν ολίγοις, άρα μάπα το καρπούζι, απεφάνθη. Και προφανώς καθένας μπορεί να έχει τη γνώμη του, αλλά και αντίστοιχα προφανώς καθένας μπορεί να εκφράζει την αντίρρησή του σ' αυτή κ.ο.κ. Αναφέρω αυτή την όχληση όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά για να θέσω (και για μένα τον ίδιο) ένα ελάχιστο πλαίσιο, ενοχλήθηκα ίσως γιατί θεωρούσα το πλαίσιο αυτό δεδομένο ή, μάλλον καλύτερα, ήθελα τέτοιο να το θεωρώ. Η ανάγνωση, η επαφή με την άλλη εμπειρία, σκέφτομαι, καταργεί τη μονοσημαντότητα του κόσμου τριγύρω, είναι μια από τις κύριες πολιτικές λειτουργίες της γραφής και επερχόμενα της ανάγνωσης. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Περί γάμου και χωρισμού - Rachel Cusk (μτφρ. Θεοδώρα Δαρβίρη, εκδόσεις Gutenberg). Το βιβλίο στο οποίο αναφερόμουν παραπάνω. Η Κασκ είναι μια δεινή αφηγήτρια γιατί η πρόζα της έχει κάτι το πειστικό και ταυτόχρονα χειρουργικό, έτσι όπως ανασύρει, συνθέτει, συνδυάζει, επεξεργάζεται και αφήνει στο χαρτί ένα πυκνό υλικό καταγραφής και επεξεργασίας της δικής της ανθρώπινης εμπειρίας. Και αυτό δίνει λογοτεχνική υπηκοότητα στο αποτέλεσμα, την ώρα που του αφαιρείται η αντίστοιχη δοκιμιακή. Έχουμε έναν δέκτη με πολλά κανάλια, με διάφορα επίπεδα καταγραφής της καθημερινής εμπειρίας και έναν μίκτη επεξεργασίας των δεδομένων πριν από την έξοδο στα ηχεία. Είναι ο τρόπος με τον οποίο συνθέτει το βίωμα αυτό που ταυτόχρονα ενισχύει αλλά και υπονομεύει το αληθοφανές του τελικού αποτελέσματος, αυτό που το καθιστά, κατά τη γνώμη μου, μυθοπλασία, με μια πύκνωση που ίσως δεν διακρίνεται σε μια επιφανειακή και γρήγορη ανάγνωση. Μου έχει κολλήσει μια παρομοίωση: Ο τρόπος της Κασκ, της καλής αυτομυθοπλασίας εν γένει, είναι σαν κάποιος να περιγράφει τα δόντια του, τη μασητική εμπειρία, ένα κομματάκι κρέας που σκάλωσε και η οδοντογλυφίδα δεν τα κατάφερνε, ένα ελάχιστο φύλλο μαρουλιού κολλημένο ανάμεσα στα μπροστινά δόντια, τις επώδυνες επισκέψεις στον οδοντίατρο κτλ κτλ και όσο διαβάζεις αυτό το μάλλον αδιάφορο άθροισμα από οδοντικές εμπειρίες, ξαφνικά και αδιόρατα εμφανίζονται πυκνές ρίζες, κρυφές κύστες που δεν προειδοποιούν δια του πόνου, και φτάνει ίσως μέχρι το πρώτο ξέσκισμα του ούλου για την κάθοδο του πρώτου νεογιλού δοντιού και του μη κατανοητού και αβάσταχτου πόνου χωμένου βαθιά στη ντουλάπα της ζωής πριν τη μνήμη. Και καθόλου δεν θα βοηθήσει η οδοντική εμπειρία κάποιου, ακόμα και αν είναι ο πλέον επιμελής φροντιστής. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Αυτό που δεν έχει όνομα -Piedad Bonnet (μτφρ. Καλυψώ Αγγελοπούλου, εκδόσεις Κυψέλη).  Πέρα από την (ενοχική) απόλαυση της ανάγνωσης, τις διακειμενικές αναφορές που κάποιες υπήρξαν κοινές (ο Όστερ ή ο Μαρίας για παράδειγμα) και άλλες σημειώθηκαν για περαιτέρω διερεύνηση, το έντονο συναίσθημα που η βιωματική γραφή της Μπονέτ μου γέννησε, υπήρξε και κάτι ακόμα που έκανε αυτή την ανάγνωση σημαντική και έχει να κάνει με τη διαπραγμάτευση του ζητήματος της ψυχικής υγείας με όρους θεραπείας. Ο Ντανιέλ είχε πάντοτε πρόσβαση σε ειδικούς με ισχυρή σύσταση, ένα προνόμιο οικονομικό και κοινωνικό το οποίο η πλειοψηφία δεν διαθέτει, επίσης, με βάση την αφήγηση της Μπονέτ, ο γιος της είχε και την υποστήριξη από τον οικογενειακό πυρήνα, ωστόσο δεν τα κατάφερε να υποτάξει τους δαίμονές του. Η αορατότητα της ψυχικής νόσου, παρά τις όποιες καμπύλες και νέες βιβλιογραφικές καταχωρήσεις, πέρασε κάτω από όλα τα ραντάρ, μεταμορφώθηκε, έδειξε να νικιέται, λούφαξε, αυτό που δεν έχει όνομα είχε τον τελευταίο λόγο. Το δεν υπάρχουν ασθένειες αλλά ασθενείς έμεινε απλώς ένα ευφυολόγημα, μια ευχή σε έναν θεό που δεν υπάρχει ή είναι κωφός. Η αυτοχειρία, η πράξη ή ο ιδεασμός της, ειδικά για τους ορθολογιστές δίχως μεταφυσικές ανησυχίες, υψώνει ακόμα ένα φιλοσοφικό ερώτημα, δοκιμάζοντας τα όρια της ηθικής/ορθής επιλογής της επιθυμίας για ζωή απέναντι στην επιθυμία για θάνατο, ερώτημα αντιμέτωπο με τον μονόλογο των ζωντανών και τη σιωπή των αυτόχειρων. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Κάπως έτσι ολοκληρώνεται η απότιση τιμών και μνημών στο παρελθόν έτος. Καλή χρονιά να έχουμε.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Ξεφυλλίζοντας το '25, μέρος Β', τα ελληνικά

Πέρυσι, τεχνικά σωστό, συναισθηματικά παράξενο, τουλάχιστον ακόμα, διάβασα πολύ καλή ελληνική λογοτεχνία, που σε πείσμα πολλών δίνει καρπούς ζουμερούς και εύγευστους, σίγουρα όχι αναλογικά με την εκδιδόμενη ποσότητα, αλλά αυτό δεν είναι και τόσο σημαντικό, γενικά η στατιστική στη δημιουργία και την πρόσληψή της, ελάχιστα με απασχολεί. Εκείνο που ωστόσο με απασχολεί, εκείνο, να το θέσω καλύτερα, που με ευχαριστεί είναι η συγχρονία και η συγχωρία χωρίς το μεταφραστικό φίλτρο στο ενδιάμεσο, με το πολιτισμικό πλαίσιο διακριτό και γνώριμο, εδώ τριγύρω στα πέριξ, όχι κάπου αλλού.

Ας ξεκινήσω με τις δύο εκπλήξεις της χρονιάς, βιβλία που χωρίς να το περιμένω με ενθουσίασαν, χωρίς να έχω προλάβει να χτίσω έναν υποσχόμενο ορίζοντα προσδοκιών από τα πριν.

Η δεξιά ερωμένη - Πάνος Θεοδωρίδης (εκδόσεις Κείμενα). Εκ των υστέρων αντιλήφθηκα πως ο εκλιπών Θεοδωρίδης ήταν ιδιαιτέρως γνωστός, εγώ τον αγνοούσα, τι και αν το βασικό πεδίο έκφρασης ήταν για εκείνον αυτό που κάποτε αποκαλούταν μπλογκόσφαιρα. Δεν ήξερα τι να περιμένω, είχα εμπιστοσύνη στις εκδόσεις Κείμενα και τις επιλογές τους, το βιβλίο έφτασε στο βιβλιοπωλείο ένα απόγευμα καλοκαιρινό και βροχερό, ύστερα από λίγο άρχισα να το διαβάζω, κάποιες σελίδες μόνο, ήταν αρκετές. Γραμμένο το 1999, όταν πολλά απ' όσα σήμερα θεωρούμε λογοτεχνικά δεδομένα και σύγχρονα ήταν ακόμα σε στάδιο κύησης, όταν η αυτομυθοπλασία δεν είχε ακόμα ονοματιστεί, με μια γλώσσα τρομακτικά και ταιριαστά ωστόσο, φυσικά και όχι επιδεικτικά, πλούσια και πλουραλιστική, από την πιο στενή αργκό μέχρι τους βυζαντινούς χρόνους. Μια τεράστια έκπληξη, αναγνωστικά καθοριστική. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.


 

- Πώς φιλιούνται οι αχινοί - Αλεξάνδρα Κ. (εκδόσεις Πατάκη). Αν είναι μια φορά σημαντικό (για μένα) να απαντηθεί το ερώτημα γιατί διάβασα ένα βιβλίο, άλλο τόσο σημαντικό (για μένα) είναι να απαντηθεί το γιατί δεν διάβασα ένα βιβλίο. Το Πώς φιλιούνται οι αχινοί κυκλοφόρησε το 2017, το είχα πιάσει αρκετές φορές στα χέρια μου για να το βάλω/κατεβάσω στο ράφι, ένα βιβλίο που διαβάστηκε αρκετά, που ακόμα συνεχίζει να διαβάζεται, και όμως ποτέ δεν άνοιξα την πρώτη σελίδα, να διαβάσω την πρώτη αράδα, αυτή την τόσο καθοριστική λίθο πριν από την ανέγερση του ορίζοντα προσδοκιών, του αυθαίρετου ορίζοντα προσδοκιών. Το καλοκαίρι (των εκπλήξεων) ήταν (και) αυτό (το βιβλίο). Είναι εδώ η στιγμή που θα μπορούσα να περιαυτολογήσω, να ανέλθω του βιβλίου και να αραδιάσω φράσεις/ατάκες όπως: έδωσα μια ευκαιρία, επέμεινα, θέλησα να είμαι σωστός και τίμιος κ.τ.λ· ενώ η αλήθεια είναι πως ζεσταινόμουν και είχα βολευτεί και το πιο εύκολο ήταν απλά να πιάσω να διαβάσω το βιβλίο που ήταν πιο κοντά μου και συνέχισα και πιάστηκα και ξέχασα πως ζεσταινόμουν και εκείνο το κεφάλαιο, τελικά, σαν ελατήριο λειτούργησε, σαν βατήρας, έτσι όπως το σύνολο του αμυντικού μηχανισμού χαλάρωσε, και πια οι προσδοκίες είχαν αποχωρήσει, οι ορίζοντες είχαν απομακρυνθεί και δεν υπόσχονταν εντυπωσιακά αιματοβαμμένα δειλινά, και έτσι χαλαρό, η συνέχεια με βρήκε μπόσικο με πήρε και με σήκωσε, δεν ήξερα από πού μου έσκασε. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Βιβλία που πρόσμενα και δεν με απογοήτευσαν. Δύο μυθιστορήματα, η μεγάλη φόρμα είναι η αδυναμία μου, ίσως και η αχίλλειος πτέρνα της ελληνικής πεζογραφίας εκεί που το διήγημα και η νουβέλα βασιλεύουν.

Θα πέσει η νύχτα - Κωνσταντίνος Τζαμιώτης (εκδόσεις Μεταίχμιο). Ακολουθώ το έργο του Τζαμιώτη εδώ και χρόνια, από τα πρώτα του βήματα στις εκδόσεις Ίνδικτος. Πέρασαν πέντε χρόνια από το τελευταίο του βιβλίο, η αναμονή κορυφωνόταν, κάποιος μου είπε πως ετοίμαζε ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, το περίμενα πώς και τι. Κυκλοφόρησε το Θα πέσει η νύχτα και δεν άφησα στιγμή να περάσει, το ίδιο βράδυ άρχισα να το διαβάζω, πέρασα ώρες μαζί του, μια τενοντίτιδα ήταν το εμφανές σωματικό κατάλοιπο, απόρροια της βύθισης. Η γραφή του Τζαμιώτη, με το ενδιαφέρον για την ιστορία και την οξυδέρκεια στην παρατήρηση του κόσμου τριγύρω, συνδυάζει δύο χαρακτηριστικά, την αφηγηματική άνεση και το χτίσιμο στέρεων χαρακτήρων, των οποίων για μένα ηγείται ο Τρίκορφος (βλ. Η πόλη και η σιωπή). Ο Τζαμιώτης υπογράφει με έμπνευση, τεχνική και οξυδέρκεια ένα σημαντικό μυθιστόρημα, σε μια κορυφαία στιγμή της εργογραφίας του, αλλά και της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, πετυχαίνοντας να συγκεράσει λογιών λογιών φαινομενικά ετερόκλητα χαρακτηριστικά, να καταστήσει λειτουργικές και απαραίτητες ακόμα και τις όποιες αδυναμίες η μεγάλη φόρμα παρουσιάζει στο εξαντλητικής ταχύτητας και ερεθισμάτων σήμερα, δοκιμάζοντας να πάει κόντρα στο ρεύμα της μικρής και αποσπασματικής φόρμας που δείχνει να επικρατεί. Ωστόσο, η καταβύθιση στις σελίδες ενός καλού μυθιστορήματος είναι ένα από τα πλέον ασφαλή μπούνκερ καταφυγής και το Θα πέσει η νύχτα, πέρα από τις λοιπές αρετές του, είναι ένα χορταστικό μυθιστόρημα. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.


 

Απάρνηση - Άρης Μαραγκόπουλος (εκδόσεις Τόπος). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν περίμενα απλώς και μόνο ένα ακόμα βιβλίο δια χειρός του δημιουργού, με το τόσο ευρύ και πολυσχιδές έργο στις αποσκευές του, αλλά και την ολοκλήρωση της τριλογίας «Οι κολυμπητές». Της Απάρνησης προηγήθηκαν το φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ και το Ω! Τι υπέροχη εκδρομή. Ήθελα να συναντήσω ξανά τα πρόσωπα, να αντικρίσω την καθημερινότητά τους, ήθελα όμως και να βρεθώ ξανά στη λογοτεχνική επικράτεια του Μαραγκόπουλου, και ήταν ωραία εκεί, ωραία παρά τις απώλειες και τον τριγύρω ζόφο, παρά την ολοένα και εντονότερη διολίσθηση στην απομάγευση του κόσμου. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.


 

Έχοντας (και εδώ) διατρανώσει την προτίμησή μου για τη μεγάλη φόρμα, είναι η στιγμή να αναφέρω δύο πολύ καλές συλλογές διηγημάτων. Μια παρένθεση. Κάποτε, όταν ήμουν πολύ μικρός, άρχισα να ακούω μουσική, να αγοράζω cd, ήμουν μικρός και βάδιζα στα σκοτεινά, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ήταν μια προφανής επιλογή, για ένα μεγάλο διάστημα πίστευα πως όλοι οι δίσκοι ήταν φτιαγμένοι με αδιάφορα τραγούδια να συμπληρώνουν τα ένα δύο ωραία κομμάτια του δίσκου, τα χιτ. Ύστερα μεγάλωσα. Πέρασα την παρατήρηση αυτή και στα διηγήματα. Ένα που ξεχώριζε, αρκετά αδιάφορα/κακά για να συμπληρώσουν τις σελίδες, συλλογές διηγημάτων αλά Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Κλείνω την παρένθεση αυτή.

Τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά - Χρηστίνα Καλλιρρόη Γαρμπή (εκδόσεις Κείμενα). Το πρώτο διήγημα το διάβασα στη δουλειά. Σκάρτες δύο σελίδες, μιλάει για ένα χταπόδι στα χέρια ενός τουρίστα, το κοπανάει στον βράχο, πλατς, πλατς και πάλι πλατς, προλαβαίνω να υπογραμμίσω: «Άραγε πονάς όταν δεν έχεις κόκαλα; Τι είναι αυτό που συνθλίβεται πρώτο μέσα στο σώμα; Πλατς. Οι τρεις του καρδιές. Πλατς. Η πρώτη. Πλατς. Η δεύτερη. Πλατς. Η τρίτη. Ένας κομήτης ίσως μετέφερε τα πρώτα αυγά χταποδιού στη Γη. Πολύ θα ήθελα να ισχύει αυτό, κοιτάζω κι άλλο το μικρό αγόρι. Ένας κομήτης που έπεσε στη γη». Κλείνω το βιβλίο βιαστικά, το αφήνω στην άκρη, ήξερα αρκετά κιόλας, οι αδρές γραμμές του ορίζοντα προσδοκιών είχαν χαραχτεί, αυτού του βιβλίου τού έπρεπε ανάγνωση αδιάσπαστη, όσο το δυνατόν. Εν τέλει, τα διηγήματα της συλλογής, που κανένα δεν έχει το όνομα της συλλογής, δεν ξέρω γιατί πάντοτε αυτό μου κάνει εντύπωση, δεν συγκοινωνούν απλώς μεταξύ τους, δεν μοιράζονται την ίδια σκηνή δράσης, προσαρμοσμένη ανάλογα κάθε φορά, τα διηγήματα της συλλογής διαθέτουν και ένα άλλο χαρακτηριστικό, χωρίς να είναι μπουκωμένα, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το επίθετο συμπυκνωμένο είναι από μόνο του ένα κομπλιμέντο, διαθέτουν πριν και μετά, σαν αίσθηση, ο αναγνώστης νιώθει πως τα πρόσωπα κάπου ήταν πριν εμφανιστούν και κάπου πάνε μόλις αποχωρήσουν από τη σκηνή, αναρωτιέμαι αν η ενασχόληση της συγγραφέως με το σινεμά ευθύνεται γι' αυτού το είδος το μοντάζ, μικρές αδιόρατες ουρές φιλμ που εξέχουν στις άκρες των στιγμιοτύπων, και κάπως έτσι, εκτός από τη συγκατοίκηση, επιτυγχάνεται και η περαιτέρω παραμονή κάποιων προσώπων στο μυαλό και τη μνήμη του αναγνώστη, ειδικά κάποιων, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη Μ. στο Οι Δευτέρες, οι Τετάρτες και οι Παρασκευές, πρόσωπα που γνωρίσαμε και πού και πού σκεφτόμαστε, ακόμα και αν έχουμε καιρό να τα συναντήσουμε στον δρόμο τυχαία. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.


 

Η κορυφή του κόσμου - Ηλίας Μπιστολάς (εκδόσεις Τόπος). Το περίμενα το δεύτερο βήμα του Μπιστολά, κάπως απογοητεύτηκα που δεν θα ήταν μυθιστόρημα αλλά μία συλλογή διηγημάτων, καθένας με τις ορέξεις του, όμως. Στη χώρα μας, με τα τόσα στραβά, από λογοτεχνική παραγωγή, συγγραφή ή μετάφραση, πάμε καλά, ζούμε πολύ πάνω από τις δυνατότητές μας, όσοι γκρινιάζουν το έχουν στη φύση τους. Τι και αν η αναλογία ανάγνωσης είναι συντριπτικά υπέρ της μεταφρασμένης λογοτεχνίας, λογικό και αναμενόμενο το θεωρώ, το αίσθημα ανάγνωσης χωρίς γλωσσική διαμεσολάβηση είναι κάτι το ιδιαίτερο, ειδικά όταν, προσωπική άποψη, οι χρονικές συντεταγμένες, γραφής και ανάγνωσης, συγκλίνουν, όταν πρόκειται για συγχρονισμένο ντουέτο, τότε και ο τόπος, οι ιδιαιτερότητες, οι αναφορές, οι διασυνδέσεις, τα πρόσωπα, επίσης, εμφανίζονται γνώριμα επί σκηνής. Και αν αναφέρθηκα στη θετική πλευρά μιας τέτοιας αναγνωστικής σχέσης, θα έπρεπε επίσης να αναφέρω και τη δυσκολία να απολαύσεις/εκτιμήσεις κάτι για το οποίο πιστεύεις πως ξέρεις πολλά, όταν η απόσταση δεν είναι πανίσχυρη ώστε να καλύψει τις όποιες λακκούβες πίσω από ένα πέπλο συχνά εξωτικό. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.


 

Ο πειραματισμός, το παιχνίδι, αν προτιμάτε, είναι κάτι που (μου) λείπει από την ελληνική λογοτεχνία. Μια ειδική σήμανση στη λίστα αυτή του πρέπει.

Γλυκέ μου δεινόσαυρε - Γεωργία Διάκου (εκδόσεις Πλήθος). Της Διάκου είχε προηγηθεί η γοητευτικά σκοτεινή νουβέλα Λαβίνια Σουλτς, πρόταση του Θ. πριν κάποιους μήνες, ποιήτρια με σπουδές στο θέατρο, το Γλυκέ μου δεινόσαυρε ήταν ένα βιβλίο που περίμενα να βγει, χάρηκα όταν βρήκε στέγη στις καλές εκδόσεις Πλήθος, περίμενα να φθινοπωριάσει λίγο, από ένστικτο, πολλά συντελούν στην οικοδόμηση του ορίζοντα προσδοκιών. Με λίγα λόγια, ειδολογικά, η σύνθεση αυτών των κειμένων, με απεύθυνση στον δεινόσαυρο, θα μπορούσε να ταξινομηθεί στην ημερολογιακή γραφή, και ας λείπουν οι συγκεκριμένες μέρες, κάθε αριθμημένο απόσπασμα, δύο, το πολύ τριών σελίδων, αναφέρεται σε μια καινούργια χρονική στιγμή. Ξεκινώ από την ειδολογική κατάταξη γιατί πιστεύω πως αυτή η αναρώτηση, διαρκώς παρούσα κατά την ανάγνωση, εν τέλει την επηρεάζει καθοριστικά. Την επηρεάζει σε ρυθμό, σίγουρα, πώς διαβάζεται ένα βιβλίο όπως αυτό, από την αρχή ως το τέλος; πού μπαίνουν οι παύσεις, μπαίνουν; είναι ένα ενιαίο σώμα; υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος άξονας περιστροφής; η συγγραφή προηγήθηκε της σκέψης να ενταχθούν το ένα μετά το άλλο και να συνθέσουν μια συλλογή; διηγήματα σίγουρα δεν είναι, μυθιστόρημα, αν είναι, παραείναι αποσπασματικό, ποιητική σύνθεση θα μπορούσε να είναι, αλλά και πάλι, μάλλον όχι, επιστρέφω στα λίγα λόγια και αχνογράφω ημερολογιακή γραφή, αφήνω τον νου κάπως ευχαριστημένο με αυτή την κίνηση. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Κασκαντέρ - Ιορδάνης Παπαδόπουλος (εκδόσεις Ίκαρος). Ένα ζήτημα ειδολογικής κατάταξης προκύπτει, πού ανήκει το Κασκαντέρ, ποιητικό δοκίμιο θα δοκίμαζα να αχνογράψω υπότιτλο στο εξώφυλλο. Η συνοχή της κατασκευής αποτελεί στόχο, μοιάζει να αποτελεί συγγραφική επιδίωξη, ωστόσο το έδαφος επί του οποίου εκτείνεται παραμένει υπόθεση πιο υποκειμενική, εύπλαστη πρώτη ύλη στα χέρια του αναγνώστη, το ποιητικό φαντάζει έτσι υπαρκτό, το δοκιμιακό δοκιμάζεται, αν θεωρήσει κανείς πως η ποίηση ελευθερώνει και το δοκίμιο κατευθύνει, πως το αφηρημένο συγκρούεται με το συγκεκριμένο, στη σχάση αυτή επιβιώνει ο κασκαντέρ, δοκιμάζει να επιβιώσει για την ακρίβεια, ούτε ο ίδιος ξέρει αν τα καταφέρνει, για να μην αναφερθούμε στο πώς. Τέτοιες επίφοβες κατασκευές αποκτούν, αν αποκτήσουν, τα θεμέλια τους στην πορεία της ανάγνωσης, αρχικά χάσκουν επικίνδυνα, το έδαφος δεν φαντάζει στέρεο, άλλωστε οι προσδοκίες δεν θα μπορούσαν να επιβεβαιωθούν, ο,τι και αν περίμενες, η ανάγνωση θα το πλήξει, εκτός ίσως από εκείνο το αόριστο συναίσθημα/επιθυμία να διαβάσεις κάτι αποσπασματικό, δεκάδες σωματίδια να περιστρέφονται γύρω από ένα σημείο ισορροπίας αντιθετικών δυνάμεων, στο οριακό μηδέν έλξης/απώθησης, στην αρχή είναι η γλώσσα εκείνη που σε υποδέχεται, εκείνη οφείλει να κάνει καλή εντύπωση στον σαστισμένο επισκέπτη. Ο κασκαντέρ ξέρει πως κανένας δεν θα τον θυμάται μετά την έξοδο από την αίθουσα, τι και αν εκτέλεσε το πλέον οριακό πλάνο, τι και αν έβαλε τα χέρια του στη φωτιά έναντι της ατσαλάκωτης και απαστράπτουσας φίρμας, πρωτοσέλιδο στον τύπο και αφίσα στα δωμάτια, δεν τον νοιάζει, όσο περνάει ο καιρός όλο και λιγότερο, δεν δέχεται την πρόκληση για τη δόξα, αλλά για την πρόκληση να περάσει από εκεί που οι άλλοι λένε: επικίνδυνο, τρελό. Ο κασκαντέρ είναι ένας ποιητής που σηκώνει το βλέμμα μας από το έδαφος, το πάντα ίδιο, γνώριμα ανώμαλο έδαφος, για λίγο δεν νιώθουμε το βάρος κάτω από τα πόδια μας και αυτό το λίγο είναι πολύ, υπερβολικά πολύ, τον ευχαριστούμε, είναι ένα νήμα ακόμα να πιαστούμε. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Φιλία/Ένα λήμμα σε θραύσματα - Αλ Τερ (εκδόσεις Periplaneta). Όταν έπιασα στα χέρια μου το λεπτό αυτό βιβλίο διπλής εισόδου, μία στην ελληνική και μία στην αγγλική, στάθηκα λίγο στη λέξη φιλία που υπερίπταται ταπεινότερη του έντονα κεφαλαίου υπότιτλου ΕΝΑ ΛΗΜΜΑ ΣΕ Θ Ρ Α Υ Σ Μ Α Τ Α, λες και αυτό είναι το σημαντικό, το καθοριστικό, ένα ζήτημα ταυτότητας προθέσεων, μια ιδιότυπη δέσμευση, μια επιτέλεση κάτι συγκεκριμένου, πριν συνεχίσω με το όνομα του δημιουργού, Αλ Τερ. Από τα δεδομένα του εξωφύλλου, εκείνο με το οποίο απασχόλησα τη σκέψη μου κατά την προαναγνωστική περίοδο ήταν το ζήτημα της ανωνυμίας, της χρήσης ενός ψευδώνυμου, σκέψη που συχνά πυκνά με απασχολεί και με ιντριγκάρει, και τα πράγματα που μας απασχολούν και μας ιντριγκάρουν, όσο και αν κάνουμε πως δεν το καταλαβαίνουμε, είναι πράγματα που μας απασχολούν προσωπικά, ας πούμε, στην περίπτωσή μας/μου, πώς θα είχε ξετυλιχτεί το κουβάρι των χρόνων, αν με κάθε κόστος δεν οικοδομούσα τη γέφυρα ανάμεσα στο όνομα χρήστη της google και στο όνομα ληξιαρχικής πράξης, αν δεν ήμουν εγώ αυτός αλλά κάποιο άγνωστο ψηφιακό υποκείμενο γραφής και ανάγνωσης, ύστερα αναπόφευκτα σκέφτηκα τον Πεσσόα στη σημερινή εποχή, πόσο θα το γλεντούσε, κατέληξα σε τετριμμένες σκέψεις, ύστερα, η ανωνυμία σε μια εποχή όπως η σημερινή κ.τ.λ. βαρετά και όμοια πάντα. Διάβασα δύο φορές το λήμμα αυτό, όχι δεν τόλμησα την αγγλική εκδοχή του, και η τομή ανάμεσα στο συναίσθημα και τη σκέψη υπήρξε μια χαράδρα τρομακτικής ομορφιάς, οριακής επίσης ίσως. Και κάποιες στιγμές ψάχνουμε ή είμαστε έτοιμοι να διαβάσουμε κάτι που θα συμπυκνώνει με τον δικό του τρόπο κάτι πιο χαοτικά διάχυτο εντός μας. Και εδώ αυτό ήταν η χαράδρα αυτή ανάμεσα στο συναίσθημα, για το οποίο λίγα (πιστεύουμε πως) μπορούμε να κάνουμε, μια διαδρομή (αμιγώς) βιωματική, και τη γνώση για την οποία πολλά (πιστεύουμε πως) μπορούμε να κάνουμε, μια διαδρομή (αμιγώς) συνειδητή. Κάθε χαράδρα τείνει στα βάθη της να καταλύει το ενδιάμεσο κενό. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Βάθος πεδίου - Χρήστος Χρυσόπουλος (εκδόσεις Οκτώ). Όταν κάποιος, ο Χρυσόπουλος στην προκειμένη περίπτωση, μετέρχεται την εμπειρία του ως δέκτης για να δημιουργήσει, για να παράξει λέξεις και φράσεις και σελίδες, για να επιχειρήσει όχι μόνο να απαντήσει αλλά και να ρωτήσει, ίσως κυρίως αυτό, τότε αυτό σημαίνει μια υποβολή προσφοράς, την εναπόθεση ενός στεφάνου στο μνημείο της λογοτεχνίας και αυτή η πράξη, ατομική, προσωπική, υποκειμενική απεγκλωβίζεται του εγωκεντρισμού, δεν αποκολλάται αλλά συγκολλάται στον κόσμο, γίνεται ένα ακόμα κανάλι απόπειρας κατανόησης της ανθρώπινης εμπειρίας. Και τότε πια οι χαρακτηρισμοί επαναπροσδιορίζονται, απολύουν πέπλα και στολίδια και ενδύονται άλλα, τότε μπορεί κανείς ακόμα–ακόμα χωρίς να δαγκώσει τη γλώσσα του να αποκαλέσει αυτό το μυθιστόρημα εγχειρίδιο αυτοβοήθειας και παρά την όποια παιγνιώδη ή σαρκαστική προδιάθεση, να το εννοεί, να είναι. Και αυτού του είδους η διαμεσολαβημένη εμπειρία, όταν συμβαίνει με τον τρόπο που ο Χρυσόπουλος την αποτυπώνει, μετατρέπεται σε αναγνωστική απόλαυση, σε ένα ελάχιστο υποείδος γραφής με το οποίο νιώθω συγγένεια. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.


 

- Άγνωστες λέξεις - Σοφία Αυγερινού (εκδόσεις Πόλις). Στις αρχές της χρονιάς κυκλοφόρησε η νουβέλα της Σοφίας Αυγερινού, Άγνωστες λέξεις, από τις εκδόσεις Πόλις. Η αλήθεια είναι πως δεν γνώριζα τη συγγραφική πλευρά της Αυγερινού παρά μόνο τη μεταφραστική· Μπροχ, Ντοστογιέφσκι και Μπέρνχαρντ, μεταξύ άλλων. Σκέφτομαι πως μετά το πέρας των Χριστουγέννων, της κορύφωσης μιας περιόδου έντονης κινητικότητας στον χώρο του βιβλίου, εκεί, κάπου τον Φλεβάρη, ίσως μια έκδοση να καταφέρει να τραβήξει το βλέμμα, να μην χαθεί στις ντάνες με τις νέες εκδόσεις, να διαβαστεί και να σχολιαστεί, και ίσως, αν το βιβλίο είναι καλό, σύντομα να ξεφύγει από το πρώτο δίχτυ υποδοχής και να ανοιχτεί σε πιο μεγάλες θάλασσες. Βέβαια, ταυτόχρονα, μετά από τόσα χρόνια πέριξ των εκδοτικών και αναγνωστικών πραγμάτων, δυσκολεύομαι να αποτινάξω ορθολογικά από πάνω μου τον μεταφυσικό νόμο στον οποίο η μοίρα κάθε βιβλίου μοιάζει να υπόκειται, καλά βιβλία που δεν γνωρίζουν τους αναγνώστες που τους αξίζουν, μέτρια βιβλία που θριαμβεύουν, κακά βιβλία με τα οποία αρκετοί ασχολούνται, έστω και για να πουν ακριβώς αυτό, πως πρόκειται για κακά βιβλία. Η Αυγερινού πετυχαίνει να χαρίσει στη νουβέλα της μια αυτονομία, χωρίς να της στερεί μέσω μιας βιασμένης συσκότισης την απόλαυση καθιστώντας την προβληματική. Συνδυάζει δύο αρετές, σχετικά σπάνιες στην εγχώρια λογοτεχνία: το πρωτότυπο θέμα, τουλάχιστον ως σημείο εκκίνησης, απομακρυσμένο από τις γνώριμες πηγές άντλησης, και τη χρήση της γλώσσας. Και αν η πρωτοτυπία του θέματος μπορεί να αναζητηθεί χωρίς ιδιαίτερες θυσίες και στη μεταφρασμένη λογοτεχνία, η χρήση της γλώσσας καθιστά τις Άγνωστες λέξεις ένα σημαντικό ανάγνωσμα, ένα επίτευγμα για τους έχοντες μητρική γλώσσα την ελληνική. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.


Το πρωτόλειο έργο ενός δημιουργού, με το οποίο συστήνεται στον εκδοτικό κόσμο, είναι πάντα κάτι που μου κινεί το ενδιαφέρον. Ακόμα μια υποκατηγορία στη λίστα με τα καλύτερα ελληνικά βιβλία που διάβασα φέτος.

Ρεπεράζ - Μαρίνα Αγαθαγγελίδου (εκδόσεις Πατάκη). Για το βιβλίο, το Ρεπεράζ της Μαρίνας Αγαθαγγελίδου, πρώτος μου μίλησε ο Α., αρκετά πριν από τη μόλις πρόσφατη κυκλοφορία του, είχε διαβάσει το χειρόγραφο, το ψηφιακό χειρόγραφο, για να είμαι ακριβής, ποιος γράφει με το χέρι πια, και αν το κάνει, ποιος δεν δακτυλογραφεί σε περιβάλλον επεξεργασίας κειμένου, διορθώσεις και προσχέδια, σύναψη και αποστολή, ένα μικρό συνοδευτικό κείμενο, θα χαρώ να μου πεις μια γνώμη, όταν μπορέσεις, μη βιαστείς, να μου πεις την αλήθεια, αν έχεις κάποια παρατήρηση, επίσης να μου πεις. Ο Α. είναι ακριβός στον ενθουσιασμό του, φοβερό μου φάνηκε, μου είπε, δεν χρειαζόταν να πει τις λέξεις, η χροιά της φωνής του αρκούσε. Το περίμενα το βιβλίο αυτό. Το βιβλίο αυτό εξ αρχής με έπιασε από τον ώμο, δέχτηκα το άγγιγμα, δεν φοβόμουν, και ας μην ήξερα τις προθέσεις του, κάπως, σκέφτομαι, θεωρούμε πια δεδομένη την ταύτιση της αναγνωστικής απόλαυσης με τη συναισθηματική επέλαση εντός μας, η ισοπέδωση, ο ρεαλισμός, παρότι συχνά ατομικός και θεωρητικά ξένος, πλησιάζει να συναντήσει να επικαθήσει να επικαλύψει ένα λήμμα από το λεξικό που άλλοτε με σύνεση χρησιμοποιούσαμε, μας έλεγαν υπερβολικούς, όταν αναφέραμε τη λέξη ζόφος και το προσδιοριστικό παράγωγο ζοφερός, μόνο ο Ντίνκενς θαρρείς είχε το δικαίωμα μέχρι πρότινος στα του οίκου του, ο ρεαλισμός όλο και τον σιμώνει. Δεν ήξερα και όμως δέχτηκα το άγγιγμα, ένα πλήγμα καθοριστικό στην αδιαφορία, οι κόρες κάπως διεστάλησαν ακόμα λίγο, το μπούνκερ πήρε σχήμα και μέγεθος, οι εργασίες οπτικών ινών έμειναν έξω, να ακούγονται κάπου στο βάθος. Και είχα και τις προσδοκίες που μου είχε φορτώσει ο Α., ένα βαρίδι καθοριστικό στην επαφή με ένα παράγωγο τέχνης. Δέχτηκα το άγγιγμα. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Πέρα από τη συναίνεση - Ευάρεστος Πιμπλής (εκδόσεις Πόλις). Το Πέρα από τη συναίνεση είναι ένα μυθιστόρημα δοκιμιακού χαρακτήρα, η πλοκή μοιάζει να είναι η αφορμή για τη διερεύνηση της ανθρώπινης μυχιότητας, εστιάζοντας στο άτομο και μέσω αυτού στο κοινωνικό σύνολο, επιτρέποντας στον σύνθετο καμβά των πολλαπλών εκδοχών τού ανθρώπινου να αποκαλυφθεί, κόντρα σε αυτό που για αιώνες αποτέλεσε ένα δυαδικό ζεύγος, άντρας-γυναίκα, ενώ ταυτόχρονα, με το ενδιάμεσο μέρος, δίνει τον απαραίτητο χώρο να αποτυπωθεί η κοινή γνώμη, μια αντανάκλαση των κοινωνικών ζυμώσεων. Ωστόσο, θα ήταν άστοχο να περιοριστεί σε αυτό το Πέρα από τη συναίνεση. Και περισσότερο από οτιδήποτε άλλο σε αυτό το μυθιστόρημα εκείνο που με ενθουσίασε ήταν, όχι το εύκολα εντοπίσιμο εύρος της θεωρητικής σκευής και σκέψης τού συγγραφέα ή οι πρόδηλες λογοτεχνικές του αρετές, αλλά η διάθεσή του να μην εγκλωβιστεί, να συνεχίσει, μέχρι τέλους να συνδιαλέγεται, να στοχάζεται, να αναρωτιέται και να το κάνει αυτό με όρους καλής λογοτεχνίας, κρύβοντας επιμελώς το συγγραφικό υποκείμενο, επιτρέποντας στη φρεσκάδα της παρατήρησης να παρασύρει συνολικά το μυθιστόρημα, χωρίς άγονο διδακτισμό και αδιάφορη πρόκληση, χωρίς να διαλαλεί πως κάνει κάτι σπουδαίο, κάτι που δεν έχει γίνει ποτέ ξανά, χωρίς να γυρεύει μια τέτοιου είδους αντιμετώπιση για το βιβλίο του. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

 

Κάπου εδώ η λίστα τελειώνει. Αύριο η συνέχεια στην περασμένη αναγνωστική χρονιά, Ξεφυλλίζοντας το '25, μέρος Γ', τα ιδιαίτερα εκείνα βιβλία.

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Ξεφυλλίζοντας το '25, μέρος Α', τα μεταφρασμένα

Ανατρέχοντας στα βιβλία που διάβασα φέτος, σε εκείνα που ολοκλήρωσα και σε εκείνα που παράτησα, σε εκείνα για τα οποία έγραψα και σε εκείνα για τα οποία, πλήθος λόγων, δεν το έκανα, διακρίνω μια καλή αναγνωστική χρονιά. Και διακρίνοντας μια καλή αναγνωστική χρονιά, αναφέρω μια εν γένει καλή χρονιά, αφού οι συνθήκες ήταν πρόσφορες για την ανάγνωση και αυτό είναι κάτι που μόνο ως δεδομένο δεν πρέπει να το θεωρήσει κανείς. Όταν δεν είμαι καλά δεν διαβάζω, όταν δεν διαβάζω δεν είμαι καλά, αυτός είναι ένας κλειστός κύκλος που δύσκολα σπάει. Δεν είναι πάντα εμφανές τι οδήγησε τον διαβήτη στην αρχή, τη χάραξη και το κλείσιμο του κύκλου, ποια είναι η αρχή και ποιο το τέλος, μόνο εκ των υστέρων γίνεται αντιληπτός ο εγκλωβισμός.

Οι λίστες είναι ένα φετίχ, όχι μόνο, είναι και ένας αστρολάβος των περασμένων, σήμερα, διατρέχοντας τη λίστα με τα βιβλία που διάβασα, διαλέγω αυτά ως σημαντικά για τη χρονιά μου, όχι απαραίτητα τα καλύτερα, όχι με όρους φιλολογικούς, αλλά εκείνα τα βιβλία που διάβασα μέσα στη χρονιά και ανάμεσα σε άλλα αναδύθηκαν ως ορόσημα μιας ανθρώπινης εφεύρεσης που διαχωρίζει τη μια χρονιά από την άλλη ως κάτι διακριτό στον επελαύνοντα χρόνο. Η λίστα, ακόμα και αύριο, ίσως να ήταν διαφορετική, σήμερα, όσον αφορά τη μεταφρασμένη λογοτεχνία, με τη σειρά να είναι κάπως διαισθητική και όχι επιπλέον αξιολογική, είναι:

Μπέρτα Ίσλα - Javier Marías (μτφρ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου, εκδόσεις Πατάκη). Πάνε πάνω από δέκα χρόνια που από μια σειρά συγκυρίες διάβασα το Καρδιά τόσο άσπρη (μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδόσεις Σέλας), ένα ευδιάκριτο πριν και μετά δημιουργήθηκε. Ο θάνατός του υπήρξε ένα βίαιο τέλος, άλλο βιβλίο δεν θα γράψει, μένουν ωστόσο κάποια ακόμα αμετάφραστα στα ελληνικά. Το Μπέρτα Ίσλα, το προτελευταίο βιβλίο που εξέδωσε εν ζωή, δεν θα μπορούσε να λείπει από τη λίστα αυτή. Περισσότερα για το βιβλίο θα βρείτε εδώ.

Αγάπη χαίνουσα - William Gaddis (μτφρ. Γιώργος Μπέτσος, εκδόσεις Ποταμός). Στο όνομα του Γκάντις γίνεται συχνά πυκνά αναφορά από άτομα που εκτιμώ για την αναγνωστική τους επάρκεια. Το The Recognitions, κάπου κάποτε, ανακοινώθηκε, ακόμα δεν έχει εμφανιστεί. Το Αγάπη χαίνουσα είναι το πρώτο βιβλίο του που μεταφράζεται. Καταλαβαίνω πως δεν είναι το πλέον αντιπροσωπευτικό του σύμπαντός του, ωστόσο η παρουσία του πνεύματος του Μπέρνχαρντ ήταν διάχυτη ως επιρροή και ως αντίδωρο, οι σπείρες και οι επαναλήψεις, ο στοχασμός επί του θανάτου του δημιουργού συνέθεσαν ένα καθηλωτικό ανάγνωσμα. Περισσότερα για το βιβλίο θα βρείτε εδώ.

Ο ανιψιός του Βίτγκνεσταϊν - Thomas Bernhard (μτφρ. Βασίλης Τσαλής, εκδόσεις Πλήθος). Του αντίδωρου του Γκάντις είχε προηγηθεί η αναγνωστική επιστροφή στο μπερνχαρντικό σύμπαν. Η νέα κυκλοφορία σε καινούρια μετάφραση του Ανιψιού του Βίτγκενσταϊν υπήρξε μια καλή αφορμή για επιστροφή, το επίμετρο του Στέφανου Ρέγκα πρόσθεσε υπεραξία στην ανάγνωση, όσα βιβλία και αν είχαν προηγηθεί από την τελευταία ανάγνωση έργου του, ελάχιστα μπόρεσαν να συνθέσουν ανάχωμα στην ορμή του χείμαρρου, εγκλωβιστικός, καθηλωτικός, αναπνευστικά καθοριστικός. Καλό θα ήταν κάθε χρόνο να διαβάζω ένα δύο βιβλία του, ας το θυμάμαι αυτό. Περισσότερα για το βιβλίο θα βρείτε εδώ.

Βλέπω τα κτίρια να πέφτουν σαν αστραπές - Keiran Goddard (μτφρ. Νατάσα Σϊδερη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια). Η έκπληξη της χρονιάς, ένα βιβλίο για το οποίο τίποτα δεν ήξερα, με πήρε και με σήκωσε. Ένα σφίξιμο ένιωσα όταν το είδα κατεβαίνοντας τη λίστα, ήταν ένα από τα κείμενα που διάβασα ξανά, το σώμα θυμήθηκε πώς το βιβλίο αποτυπώθηκε πάνω του, δεν ήμουν έτοιμος, δεν ήμουν προετοιμασμένος γι' αυτό. Είναι μια βεβαιότητα, ψευδής και αίολη, η εμπειρία μου θα με προστατέψει, ξέρω τι να περιμένω, σκέφτεσαι/πιστεύεις/ελπίζεις, τότε, ένα βιβλίο όπως αυτό, έρχεται και σε παίρνει παραμάζωμα, ο γδούπος ακούγεται. Περισσότερα για το βιβλίο θα βρείτε εδώ.

Απειρόγωνο - Colum McCann (μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδόσεις Καστανιώτη). Ο Α. το έκανε δώρο στη Δ. Εκείνη το διάβασε και ενθουσιάστηκε, έψαξε και βρήκε και τα υπόλοιπα βιβλία του Κόλουμ ΜακΚαν. Ξεκίνησε και ο ίδιος να το διαβάζει, αργά αργά, προσεκτικά. Τότε ξεκίνησε το κορτάρισμα, πρέπει να το διαβάσεις αυτό το βιβλίο, θα σου αρέσει σίγουρα, εντύπωση μου κάνει που δεν το έχεις διαβάσει, και τα λοιπά, και τα λοιπά. Έφερα το Απειρόγωνο σπίτι, το άφησα αρκετά ψηλά στη στοίβα. Ο καιρός περνούσε, το κορτάρισμα καλά κρατούσε. Υπέκυψα, ευτυχώς. Περισσότερα για το βιβλίο θα βρείτε εδώ.

Το βιβλίο της εξαφάνισης - Ιπτισάμ Άζεμ (μτφρ. Πέρσα Κουμούτση, εκδόσεις Gutenberg). Ξημερώνει μια μέρα στο Ισραήλ και οι Παλαιστίνιοι έχουν εξαφανιστεί μηδενός εξαιρουμένου. Οι προοδευτικοί υποψιάζονται τον στρατό, οι πατριώτες φοβούνται κάποιο ύπουλο σχέδιο. Οι μέρες περνούν. Σπάνια ένα βιβλίο που στηρίζεται σε ένα πρωτότυπο κεντρικό εύρημα καταφέρνει να το ξεπεράσει, σπάνια μια ιστορία που βασίζεται στην απουσία είναι τόσο πολύβουη. Αν μιλάμε για πολιτικά στρατευμένη λογοτεχνία, όπου κάθε μια από τις λέξεις της κατηγορίας να έχει βάρος και αξία, τότε αυτό το βιβλίο είναι ένα καλό παράδειγμα.

Φαινότυποι - Paulo Scott (μτφρ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδόσεις Gutenberg). Ίσως το πλέον αδικημένο εμπορικά βιβλίο που διάβασα φέτος, η αξία του θεωρώ πως ήταν αντιστρόφως ανάλογη του πόσο διαβάστηκε, δεν ξέρω γιατί συνέβη αυτό, κάθε βιβλίο μοιάζει να έχει το άστρο του, δεν είναι ορθολογική σκέψη αυτή, το ξέρω, αλλά δεν ξέρω γιατί το βιβλίο αυτό δεν γνώρισε την υποδοχή που θεωρώ πως του αναλογούσε, παρότι όσοι το διάβασαν το ξεχώρισαν, δεν έσπασε τον πρώτο αναγνωστικό κλοιό. Περισσότερα για το βιβλίο θα βρείτε εδώ.

Η ευτυχισμένη κοιλάδα - Annemarie Schwarzenbach (μτφρ. Γιάννης Κοιλής, εκδόσεις Νήσος). Φέτος, ένα από τα βιβλία που περίμενα ήταν μια επανέκδοση σε νέα μετάφραση, το Μάλινα της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη, η έκδοση έγινε λίγο πριν από τις γιορτές, η ανάγνωση θα ακολουθήσει. Όταν διάβασα την Ευτυχισμένη κοιλάδα, μαζί με το επίμετρο και το βιογραφικό σημείωμα, διέκρινα μια επιρροή της Μπάχμαν, ακόμα μια περίπτωση λογοτεχνίας που στον καιρό της απαξιώθηκε, ενορχηστρωτής η μητέρα της, που προσπάθησε να εξαφανίσει κάθε γραπτό της ίχνος. Περισσότερα για το βιβλίο θα βρείτε εδώ.

Ο πετρίτης - J. A. Baker (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδόσεις Δώμα). Αν κάποιος μου μιλούσε για το βιβλίο αυτό, δεν θα το διάβαζα, με ισχυρή αυτοπεποίθηση θα ισχυριζόμουν πως ένα τέτοιο βιβλίο δεν με αφορά. Και όχι μόνο το διάβασα, αλλά έφτασε ως εδώ, έντονα χαραγμένο στη μνήμη, αυτό το ημερολόγιο παρακολούθησης πετριτών κάποια χιλιόμετρα μακριά από τη βρετανική μητρόπολη, ίσως γιατί είμαστε οι μονομανίες μας και όταν διακρίνουμε και σε άλλους το πάθος που υγραίνει το βλέμμα ένα ένστικτο αλληλεγγύης ξεπηδά. Περισσότερα για το βιβλίο αυτό θα βρείτε εδώ.

 

Ο Αυτοκράτορας της Χαράς - Ocean Vuong (μτφρ. Δημήτρης Μαύρος, εκδόσεις Gutenberg). Το περίμενα το βιβλίο αυτό, το Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι έχει γράψει ανεξίτηλα μέσα μου, κάθε φορά που κάποιος πελάτης μου το ζητά στο βιβλιοπωλείο και εγώ σηκώνομαι στις μύτες να το κατεβάσω από το ράφι, το συνειδητοποιώ. Το περίμενα με ένα αίσθημα ανάμικτο, προσμονής και φόβου για την παγίδα της μανιέρας, για την ιδιαιτερότητα του δεύτερου βήματος, αλλά ποθούσα μια ακόμα αφήγηση από εκείνον. Δεν ξέρω αν σε βάθος χρόνου θα προσπεράσει συναισθηματικά εκείνη την πρώτη εμπειρία, ξέρω σίγουρα δύο πράγματα: το πρώτο κεφάλαιο είναι υποδειγματικό, αναπόφευκτα θα διατηρήσει τη λαμπρότητά του σε μια ασταθή, όπως η δική μου, μνήμη, και το δεύτερο είναι πως η ρεαλιστική αποτύπωση του ζόφου δια χειρός ποιητή την καθιστά μέσω της αντιστικτικότητας ακόμα πιο αληθοφανή, πιο πιστή με τον τρόπο της. Περισσότερα για το βιβλίο θα βρείτε εδώ.

Η τελειότητα - Vincenzo Latronico (μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Loggia). Το ευπώλητο της χρονιάς. Μία από τις γαμάτες όψεις της ενασχόλησης με το βιβλίο ως υπάλληλος βιβλιοπωλείου είναι πως πιάνεις στα χέρια σου βιβλία πριν εισέλθουν στο hype, χωρίς ιδιαίτερες προσδοκίες, χωρίς προϊδεάσεις, χωρίς ένα βάρος επιπρόσθετο στις πλάτες του. Έτσι συνέβη, ξεκίνησα να το διαβάζω τη μέρα που έφτασε στο μαγαζί, το διάβασα δύο φορές, μου άρεσε πολύ. Μπορώ να ακούσω τις ενστάσεις και τις διαφωνίες, δεν μπορώ ωστόσο να συνυπολογίσω τις απαιτήσεις που το κύμα του προσέδωσε. Γενικά δεν μπορώ να μετρήσω ένα βιβλίο σε σχέση με γενικόλογες προσεγγίσεις όπως για παράδειγμα: άξιζε όλο αυτό τον χαμό; Υπάρχει μια φράση καθοριστική, ο αφηγητής λέει σε κάποιο σημείο πως οι ήρωές του δεν μπορούσαν να διακρίνουν τον εξευγενισμό παρά μόνο στους άλλους. Με έτσουξε αυτή η απλή παρατήρηση, η λεκτικοποίησή της. Περισσότερα για το βιβλίο θα βρείτε εδώ.

Ιντερμέτζο - Sally Rooney (μτφρ. Μυρτώ Καλοφωλιά, εκδόσεις Πατάκη). Μιλώντας για hype, λογικό να ακολουθήσει αυτό το βιβλίο στη λίστα. Μία από τις τελευταίες αναγνώσεις της χρονιάς, ένα βιβλίο που περίμενα με σχετική ανυπομονησία, οι τελευταίες ογδόντα σελίδες του με καθησύχασαν στο τέλος μιας δύσκολης μέρας και αυτό από μόνο του θα ήταν αρκετό. Χρωστάω ένα κείμενο για το βιβλίο αυτό, κάποια στιγμή θα μαζέψω σκέψεις και σημειώσεις, ίσως να έχει χαθεί η στιγμή, αλλά νιώθω πως είναι απαραίτητη μια πιο αναλυτική καταγραφή της ανάγνωσης αυτής σε αυτό το ψηφιακό ημερολόγιο. Η ιστορία δύο αδελφών μετά τον θάνατο του πατέρα τους, ενώ ήδη η ζωή τους είχε τραβήξει άλλα μονοπάτια, έχοντας απομακρύνει τον έναν από τον άλλον, όπως συμβαίνει δηλαδή στη ζωή, και όχι όπως συχνά παρουσιάζεται, ως μια οικογενειακή φωτογραφία βουτηγμένη στη φορμόλη.

Σουπερόσαυρος - Μέργεμ Ελ Μεγντάτι (μτφρ. Ιφιγένεια Ντούμη, εκδόσεις Carnívora). Το '24, ένα από τα πλέον απολαυστικά, με τον τρόπο του, βιβλία ήταν το Ας πούμε πως είμαι εγώ της Βερόνικα Ράιμο. Φέτος τη θέση του πήρε ο Σουπερόσαυρος. Φρέσκο, στην επιφάνεια συχνά ανάλαφρο, σύγχρονο και γνώριμο, αναγνωρίσιμο. Η συγγραφέας λέει την ιστορία της. Δεν νιώθει ή δεν αφήνει να φανεί μια εγωκεντρική τσιρίδα, καταφέρνει μιλώντας για εκείνη να μιλήσει για το σήμερα, όχι σε μια απόπειρα να υποδείξει και να αντιπροσωπεύσει, και γι' αυτό όλο αυτό λειτουργεί τόσο καλά, αβίαστα και ουδόλως ενοχλητικά. Κάτω από την επιφάνεια τα ύδατα είναι ταραχώδη και σε υψηλή θερμοκρασία. Περισσότερα για το βιβλίο θα βρείτε εδώ.

Χωριστά δωμάτια - Pier Vittorio Tondelli (μτφρ. Δέσποινα Γιαννοπούλου, εκδόσεις Πόλις). Γλυκόπικρο και παλιακό, ο θάνατος που αντικατοπτρίζεται στη ζωή του εραστή που έμεινε πίσω στη ζωή και την απουσία. Η ιταλική λογοτεχνία, πρόσφατη και σύγχρονη, έχει γίνει πολύ του γούστου μου, κάποτε πίστευα πως μια αδιαφορία καλύπτει τη γείτονα, αυτό πια έχει αλλάξει εντελώς. Τα Χωριστά δωμάτια διαθέτουν μια ιδιότητα που η καλή λογοτεχνία συνηθίζει να φέρει, να είναι ανοιχτή σε αρκετές γωνίες ανάγνωσης. Κάθε αναγνώστης, της τότε ή της τωρινής εποχής, κάτι διαφορετικό θα εντοπίσει ως άξονα περιστροφής, με κοινό ωστόσο παρονομαστή την απόλαυση που ένα καλό βιβλίο απλόχερα προσφέρει.  Μου έφερε στον νου Το δωμάτιο του Τζοβάνι του τεράστιου Τζέιμς Μπόλντουιν. Περισσότερα για το βιβλίο θα βρείτε εδώ.

Κάποιοι από μας απειλούσαμε τον φίλο μας τον Κόλμπι - Donald Barthelme (μτφρ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδόσεις Οκτώ). Τα διηγήματα δεν είναι πολύ του γούστου μου. Για να επιβεβαιώνεται ο κανόνας απαραίτητες είναι οι εξαιρέσεις, οι εκκωφαντικές εξαιρέσεις, όπως αυτή που η ανάγνωση των διηγημάτων αυτών γέννησε. Τα στάδια κατάρριψης βεβαιοτήτων δεν έπαψαν μόνο ειδολογικά. Ένα ακόμα πράγμα που δεν μου αρέσει, δεν μου ταιριάζει, στα διηγήματα είναι η μηχανική της κατασκευής πάνω σε μια ωραία/πρωτότυπη ιδέα, δεν αρκεί από μόνη της για να δημιουργήσει λογοτεχνικές συνθήκες, δεν νομίζω πως αυτό χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση. Επιπλέον, η ύπαρξη μιας κεντρικής λοξής ιδέας με παρέσυρε ακαριαία σε μια πηγή γέλιου, το γέλιο κόπηκε απότομα, όχι από μια τσεκουριά, ένα τουίστ ή κάποιο άλλο εύρημα, αλλά απλά και μόνο με τη συνέχιση της ανάγνωσης, δείτε για παράδειγμα τον τίτλο της συλλογής και του πρώτου διηγήματος, Κάποιοι από μας απειλούσαν τον φίλο μας τον Κόλμπι, η ακρίβεια της φράσης/πρόθεσης αρχικά δεν διαφαίνεται, μια φάρσα, μια ατάκα, ένα καλαμπούρι, μια εν κενώ απειλή που πραγματώνεται, έτσι όπως εξ αρχής δόθηκε χωρίς κανένα τρικ. Περισσότερα για το βιβλίο θα βρείτε εδώ.

Ζωντανά πλάσματα - Munir Hachemi (μτφρ. Λουίς Εντοάρντο Τόρες, Σωτήρης Παρασχάς, εκδόσεις αντίποδες). Το πνεύμα του Μπολάνιο κατοικεί σε αυτό το μυθιστόρημα. Κατοικεί αλλά δεν το σκιάζει, δεν το καθιστά κακέκτυπη αντιγραφή, αλλά αντίθετα το εντάσσει στη γόνιμη επιρροή που αναπόφευκτα ένας σπουδαίος της λογοτεχνίας αφήνει παρακαταθήκη με το έργο του. Έχω περιέργεια να διαβάσω και κάποιο άλλο βιβλίο του Ατσέμι, ελπίζω σύντομα να συμβεί. Περισσότερα για το βιβλίο θα βρείτε εδώ.

Τα θέλω όλα - Dominic Amarena (μτφρ. Δημήτρης Καρακίτσος, εκδόσεις Γεννήτρια). Έχω μια αδυναμία στη λογοτεχνία που έχει τη λογοτεχνία στο επίκεντρο της πλοκής. Ένας επίδοξος συγγραφέας που βιοπορίζεται προσφέροντας το σώμα του για πειράματα φαρμακευτικών σκευασμάτων, εντοπίζει στο κολυμβητήριο μια ηλικιωμένη, το πρόσωπό της κάτι του λέει, πρόκειται για μια συγγραφέα που εμφανίστηκε κάποτε με δύο σπουδαία βιβλία, δεν αναζήτησε τη δημοσιότητα, έζησε εν κρυπτώ και δεν έγραψε τίποτα άλλο. Μια συνέντευξη, σκέφτεται ο επίδοξος συγγραφέας, ίσως κρύβει μια λογοτεχνική ευκαιρία. Το πιο φαν μυθιστόρημα που διάβασα φέτος. Και επειδή τα βιβλιοπωλεία είναι τόπος μαγικός, ο συγγραφέας εμφανίστηκε ένα πρωί την ώρα που ένας φίλος μου έλεγε πόσο του άρεσε το Τα θέλω όλα που διάβαζε εκείνες τις μέρες. Περισσότερα για το βιβλίο θα βρείτε εδώ.

Οι υπάλληλοι - Olga Ravn (μτφρ. Σωτήρης Σουλιώτης, εκδόσεις Ίκαρος). Κλείνω τη λίστα, έχοντας προσθέσει περισσότερα βιβλία από όσα αρχικά σκόπευα, αλλά πώς να αφαιρέσεις κομμάτια από τη ζωή σου, με το πιο παράξενο βιβλίο που διάβασα, που ήταν τόσο παράξενο που με τον τρόπο του είχε έναν τρομακτικό ρεαλισμό, κάπου σε περιστροφή στο σύμπαν, μια εταιρεία με υπαλλήλους ανθρώπους και ανθρωποειδή, ένας εσωτερικός έλεγχος λειτουργίας, μια σειρά από συνεντεύξεις διακριτές ως αύξων αριθμός, απόκοσμο και μακρινό, τόσο οικείο και κοντινό, ταυτόχρονα. Περισσότερα για το βιβλίο θα βρείτε εδώ.

Κάπου εδώ θα κλείσω τη λίστα. Σήμερα είναι αυτά που ξεχώρισα. Ίσως αύριο να ήταν άλλα. Ο υποκειμενισμός και το στιγμιαίο παρόν άρχουν της λίστας αυτής. Αύριο θα ανατρέξω στην ελληνική λογοτεχνία.

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

2026, η αρχή

 

Είναι μέρες τώρα που δεν γράφω. Τι και αν ξέρεις πως η περίοδος που έρχεται θα είναι απαιτητική, η ανάγκη παραμένει, φωλιάζει, σκούζει, διαμαρτύρεται. Έτσι συμβαίνει. Είναι κλισέ και εκνευριστική η προτροπή: ουδέν κακόν αμιγές καλού· καθώς εκστομίζεται πάντοτε την πλέον ακατάλληλη στιγμή, οφείλει ωστόσο κανείς να παραδεχτεί πως διαθέτει ένα αρχικό σπέρμα αλήθειας, κάθε γενικότητα, κάθε κλισέ, κάθε λήμμα αυτοβοήθειας το διαθέτει, άσχετα που εν συνεχεία γιγαντώνεται και καθίσταται υπερβολικό και επομένως άχρηστο, θυμωτικό και εξοργιστικό επίσης. Και εδώ το σπέρμα είναι η υπενθύμιση/επιβεβαίωση επί της ανάγκης της γραφής.

Πρώτο κείμενο για τη νέα χρονιά, λοιπόν. Κάθε χρονιά διαθέτει δύο ορόσημα εκκίνησης, τον Σεπτέμβρη και τον Γενάρη. Είναι οι δύο μήνες που διαρκούν περισσότερο από κάθε άλλο συνάδελφό τους, εξαιρέσεις ενός χρόνου που ίπταται ιλιγγιωδώς. Ίσως γιατί επιφορτίζονται μετά της ανασκόπησης, το ταμείο με όσα χρεώθηκαν και όσα πιστώθηκαν, το έλλειμμα ή το πλεόνασμα, το δεύτερο σπάνια, ποτέ, ειλικρίνεια. Πίσω από την πρόσοψη αυτού του ψηφιακού τόπου υπάρχει ένας πίνακας ελέγχου, εκεί καταφεύγω μέρες όπως η σημερινή. Διατρέχω και αναθυμάμαι, τα κείμενα, πρόχειρα και δημοσιευμένα, τα στατιστικά δεδομένα, τις κατηγοριοποιήσεις με βάση τις ετικέτες, όπως άλλοι κοιτάζουν ένα άλμπουμ φωτογραφιών, άλλοι τις σελίδες ενός ημερολογίου. Φέτος τον Μάρτη θα συμπληρωθούν δεκαέξι χρόνια διατήρησης αυτού του ψηφιακού κήπου, η πιο συνεπής μου δέσμευση.

Με τα χρόνια η ποσότητα δίνει τη θέση της στην ποιότητα. Δεν ξέρω να το υποστηρίξω, αλλά θεωρώ πως κάτι τέτοιο είναι σύμφυτο της διάνυσης του μονοπατιού. Στον κορρέκτορα δεν του αρέσει η λέξη διάνυση, την υπογραμμίζει με χρώμα κόκκινο, το ίδιο κάνει και στον εαυτό του. Η ποιότητα κερδίζει έδαφος από την ποσότητα, λοιπόν. Η ποιότητα ως αίσθηση και όχι ως ένα σταθμισμένο εργαλείο επισκόπησης/αξιολόγησης. Η ανάγνωση και η γραφή, η απόλαυση και η απόπειρα να λεκτικοποιηθεί, αυτή η φαινομενικά απλή ερώτηση: γιατί μου άρεσε/δεν μου άρεσε ένα βιβλίο· μετατρέπεται σε κάτι πιο σύνθετο: πού εδράζεται μέσα μου το εκάστοτε βιβλίο, τι σημαίνει για μένα, για τη ζωή μου, για τη συγκυρία.

Φέτος, πέρυσι πια, καταλυτική στιγμή ήταν η σχηματοποίηση, συγκεκριμενοποίηση, αποκάλυψη του γιατί διαβάζω. Αν πρέπει να διαλέξω ένα καρέ, αυτό θα είναι. Η ανάγνωση ως υπερόπλο απέναντι στη μονοσημία της ύπαρξης. Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον που τα πράγματα γίνονταν με ένα και μόνο τρόπο, το πιο μικρό και το πιο μεγάλο, η απόπειρα λογικοποίησης υπήρξε αμείλικτη, το πώς νιώθω υποτασσόταν σε αυτή, όταν δεν ένιωθα σύμφωνα με τη λογική, ένας λάκκος άνοιγε, έπεφτα μέσα, γιατί δεν νιώθω όπως η λογική (μου) προτάσσει πως θα έπρεπε να νιώθω, γιατί δεν αντλώ χαρά, γιατί λυπάμαι, γιατί αυτό το πετραδάκι με πονάει; Δεν καταλάβαινα. Έτσι σχηματιζόταν το γαϊτανάκι, και όλο να κάνει κύκλους, όλο και γρηγορότερα. Ίλιγγος.

Στη λογοτεχνία βρήκα την επικράτεια των πολλαπλών δυνατοτήτων, κάτι θα μπορούσε να είναι και έτσι και αλλιώς και αλλιώτικα, ένα εγχειρίδιο μη κατανόησης του κόσμου, ένα παράθυρο με θέα το άπειρο. Φαντάζει χαωτικό και σκληρό; Δεν είναι, για μένα, δεν είναι. Η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας αποσύρει το βάρος από τους ώμους μου, η μη κατανόηση γίνεται ευπρόσδεκτη, με τιμές και ουρλιαχτά χαράς, όση απόσταση και αν διανύσει το πλέον δυνατό μυαλό, αργά ή γρήγορα θα φτάσει σε ένα σημείο που θα αναφωνήσει: ως εδώ φτάνω.

Αν έπρεπε να διατυπώσω κάποια αρετή που πιθανολογώ πως αναμένεται να διαμορφώσει ένας συστηματικός αναγνώστης, αναλογικά με τη λογοτεχνική τριβή, θα ισχυριζόμουν πως είναι δύο και σε αυτές σίγουρα δεν περιλαμβάνεται το αόριστα χαζό καλύτερος άνθρωπος. Πρώτη και κύρια, η επιβεβαίωση της άγνοιας, της ανικανότητας να κατανοηθεί το όλο στο σύνολό του, ούτε καν να οριστεί αυτό το όλο δεν είναι δυνατό. Όσο περισσότερο διαβάζει κανείς, τόσο οι βεβαιότητές του καταρρέουν με γδούπο, πάντοτε μια ακόμα οπτική παρουσιάζεται, κάτι που δεν βγάζει λογική και ωστόσο συμβαίνει. Η πολυσημία του κόσμου, ίσως ως διατύπωση να πάσχει, η πολυσημία της ύπαρξης, ίσως έτσι, δεν έχει σημασία. Η αποδοχή της πολυσημίας του κόσμου ή της ύπαρξης είναι η αρετή. Δεν λέω κάτι πρωτότυπο, το συνειδητοποιώ ωστόσο. Η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας είναι ο καρπός της ανάγνωσης.

Η κατεύθυνση την οποία παίρνουν τα διαβάσματα αφελώς και μόνο μπορεί να αποδοθεί εξ ολοκλήρου στην τυχαιότητα. Γι' αυτό έχει σημασία και χρησιμότητα η ανασκόπηση κάθε τόσο. Δεν αναμένεται κανείς να λάβει μια μονοσήμαντη απάντηση, μια ένα προς ένα δικαιολόγηση του γιατί διάβασε το ένα ή το άλλο βιβλίο. Η πεπερασμένη φύση της φιλολογίας αδυνατεί να συμπορευτεί. Η αφηγηματική φωνή, οι αρετές του λόγου, η διακειμενικότητα, το χρονικό πλαίσιο, η καινοτομία, έχουν μια συγκεκριμένη εμβέλεια. Το σκοτάδι και η αβεβαιότητα, η πιθανολόγηση και η αοριστία επικρατούν, κάθε ανάγνωση μπορεί να φωτίσει κάποια γωνιά, να αναδείξει ένα επόμενο δωμάτιο, δεν έχει τέλος.

Θα επιχειρήσω να δώσω ένα παράδειγμα. Μία από τις συζητήσεις που διεξάγονται, όπως και αν αυτό συμβαίνει, έχει να κάνει με την ολοένα και αυξανόμενη ιδιώτευση της λογοτεχνίας, καθώς η αυτομυθοπλασία ολοένα και επελαύνει. Σε εκείνο το εγώ διακρίνω έναν πλουραλισμό, πράγμα φαινομενικά παράδοξο. Ο τρόπος ωστόσο που αντιλαμβάνονται και πράττουν τα άτομα, ή, αν προτιμάτε, ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα επιλέγουν να δείξουν πώς αντιλαμβάνονται και πράττουν, πλήττει τη μονοσημία, γιορτάζει την πολυπλοκότητα, συνεισφέρει σε ένα άναρχο εμείς, σ' ένα ανυπότακτο σύνολο. Η λογοτεχνία, σε όποια μορφή, δεν είναι ένα εγχειρίδιο κατανόησης και διάπλου, το αντίθετο συμβαίνει, τα είπα παραπάνω. Η άγνοια θριαμβεύει όσο βαθύτερα κινείται κανείς στη γνώση, ο σύγχρονος κόσμος της ποσοτικοποίησης και της αυστηρής λογικής πλήττεται βάναυσα, η πολυχρωμία και η διαφορετικότητα αναδύονται.

Αναφέρθηκα, ωστόσο, σε δύο αρετές απόρροια της ανάγνωσης λογοτεχνίας. Η δεύτερη αυτή αρετή έχει να κάνει με την υποχώρηση της ανάγκης για κουτσομπολιό, αφού πρέπει κάτι να είναι πραγματικά πρωτότυπο ώστε να υπερνικήσει όσα η συγγραφική φαντασία επινόησε ή άντλησε από τον ταμιευτήρα της ζωής. Και το να μην ασχολείται κανείς με τη ζωή των άλλων είναι μια αρετή, όχι;

Είναι μέρες τώρα που δεν γράφω. Σήμερα, δύο του πρώτου μήνα της νέας χρονιάς, σήκωσα το καπάκι του υπολογιστή, η λευκή σελίδα και ο κέρσορας που αναβοσβήνει, μου είχε λείψει.

Καλή χρονιά να έχουμε, με συνθήκες πρόσφορες για ανάγνωση.

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

Χρονικά των Μοτέλ - Sam Separd

Και μόνο το Παρίσι, Τέξας θα ήταν αρκετό, ναι. Παρότι δεν κυκλοφορούν λίγα βιβλία του Σέπαρντ στα ελληνικά, η γνωριμία μου μαζί του μέσω της ανάγνωσης έγινε σχετικά πρόσφατα, το 2019, μάλιστα, στο τέλος εκείνης της χρονιάς ανακήρυξα το Ο άλλος μέσα του βιβλίο της χρονιάς μου. Όμως, παράδοξο μάλλον το πώς, παρότι το όνομά του προστέθηκε με κεφαλαία, υπογραμμισμένα και έντονα γράμματα στη λίστα με τα έργα/συγγραφείς προς επιστροφή, μόλις πρόσφατα πέρασα από την ανάμνηση εκείνης της ανάγνωσης στην υλοποίηση μιας επόμενης. Ήθελα ακόμα κάτι δικό του να διαβάσω, το σκεφτόμουν έντονα, δεν είχα κάποιο συγκεκριμένο βιβλίο του κατά νου, κάτι δικό του ήθελα, αυτό ήταν αρκετό, το εξώφυλλο επίσης. Χρονικά των Μοτέλ, λοιπόν.

Από τον τίτλο και μόνο ανέμενα μια ημερολογιακή καταγραφή, μια περιοδεία σε εξέλιξη, κινηματογραφικά γυρίσματα σε κάποιο μέρος απομονωμένο και μακρινό. Από τις πρώτες καταχωρήσεις, αυτές ναι, σε ημερολογιακή μορφή, με ημερομηνία και τόπο συγγραφής, δεν ήμουν σίγουρος για την ειδολογική κατάταξη, έρεπα προς τη συλλογή διηγημάτων, ένα ρεύμα ωστόσο εμφανιζόταν συχνά διαλύοντας τη βεβαιότητα. Από τα μισά και ύστερα περίπου πέρασα από το είδος στο υποκείμενο, τα κείμενα αυτά, πότε σε πρώτο πρόσωπο, πότε σε τρίτο, πότε ύποπτα για αυτοβιογραφία, πότε με μυθοπλαστικό μανδύα και πότε ποιήματα, ενώ κάποιες ασπρόμαυρες φωτογραφίες τρύπωναν στον ενδιάμεσο χώρο, ένιωσα πως μπορούσα να σηκώσω το βλέμμα πάνω από τη σελίδα και να παρατηρήσω τον Σέπαρντ να παρατηρεί τον κόσμο τριγύρω του σε ποικίλες συνθήκες, ένιωσα πως μπορούσα να ισχυριστώ πως αυτό, ίσως μόνο αυτό, θα μπορούσε να είναι το μύχιο ημερολόγιο ενός δημιουργού, η επικράτεια στην οποία θα αναζητούσε διάφορες απαντήσεις, το νόημα, τον εαυτό του τον ίδιο.

Μόλις το δεύτερο δείγμα δουλειάς του και όμως με περισσή αυτοπεποίθηση νιώθω πως μπορώ να αναφερθώ σε μια ειλικρίνεια διάχυτη ή τουλάχιστον, να το θέσω αλλιώς, ακόμα πιο υποκειμενικά και υποθετικά, να καταγράψω την αίσθηση –ή μήπως υποψία– της ειλικρίνειας, όχι με όρους αυτοβιογραφικούς ή ηθικής, αλλά ενός τόπου κάπου ανάμεσα στη μυθοπλασία και την προσιτή επικράτεια, προσιτή αλλά, διάολε, τόσο δυσκατάβλητη στην καταγραφή, την κατανόηση αν τυχόν έτσι το προτιμάτε, τόσους τόνους μελάνης μετά και ακόμα η γραφή –κατά πόδας και η ανάγνωση– παλεύει να δώσει μορφή και σχήμα στο τριγύρω χάος, έστω και σαν ψευδαίσθηση, έστω και μόνο ως μια ταχυδακτυλουργική πρακτική, εκεί που το τρικ είναι κρυμμένο καλά, ξέρουμε πως υπάρχει τρικ και όμως εθελοτυφλούμε, διατεθειμένοι να εκπλαγούμε που η κοπέλα δεν σφαγιάστηκε. Και αυτό που αποκάλεσα ειλικρίνεια, μη με κρίνετε παρακαλώ με όρους ορθής χρήσης της λέξης, το έκανα γιατί εδώ μιλάω για την κοινή επικράτεια στην οποία συγγραφέας και αναγνώστης συναντώνται, έχοντας αποδεχτεί, ίσως εδώ ταιριάζει η ειλικρίνεια τελικά, πως δεν γνωρίζουν πολλά, πως η συνάντηση, σε μεγάλο βαθμό τυχαία, στην επικράτεια του χάους βρισκόμαστε άλλωστε, πραγματοποιείται με τον καθένα να κουβαλάει τις δικές του αποσκευές, που ανάμεσα σε άλλα περιλαμβάνουν θραύσματα και σκαριφήματα πιθανών και ενδεχομένως λανθασμένων –αποπροσανατολισμένων– εκδοχών τού γιατί γράφουν και διαβάζουν και εκεί έγκειται η ειλικρίνεια, απέναντι στον εαυτό του υποκειμένου, ο ένας αυτό μπορεί να γράψει και ο άλλος αυτό μπορεί να διαβάσει τη δεδομένη χωροχρονική συντεταγμένη.

Παρεπόμενες υπεραξίες που καρπώθηκα ως αναγνώστης: η αύρα των μοτέλ, τόποι στο όριο του μη τόπου, ευρέως παρόντες σε πλήθος πολιτιστικών αναφορών, μιας άλλης εποχής, χωρίς προκρατήσεις και αξιολογήσεις, ενός άλλου τόπου, τεράστιου και απλωμένου, τα μοτέλ με την πινακίδα από την πρώτη μέρα να έχει χάσει κάποια λαμπάκια, θαρρείς, σ' ένα τέτοιο μια ανώνυμη καμαριέρα βρήκε τον θείο μου νεκρό, επιβεβαιώνοντας πρώτη το οριστικό, αντικρίζοντας έναν άγνωστο που πια δεν υπήρχε· ο Κάρβερ να τριγυρίζει κάπου εκεί τριγύρω, ίσως περισσότερα στην ποίηση παρά στην πρόζα, αυτή η αίσθηση κατεπείγοντος, η κραυγή χωρίς μακιγιάζ, ο έρωτας χωρίς τη θεωρία, όχι τουλάχιστον πέρα από την ανάγκη· το κρυφοκοίταγμα στο γραφείο εργασίας ενός δημιουργού, τα σπέρματα έμπνευσης παντού τριγύρω, στο απλό το καθημερινό το βίαιο το τραχύ, στις αρχές της δεκαετίας του '80, το αμερικάνικο όνειρο ήδη ξεθωριασμένο, το περιθώριο ακόμα πιο άγνωστο και μακρινό παρότι ολοένα και πιο πολύβουο μελίσσι· ίσως ακόμα και μια υποψία αναγνώρισης, ενοχής και τύψεων ενός προνομίου, κάποιος που μετέχει στη βιομηχανία του ονείρου, κάποιος που παραδέχεται, στον εαυτό του πρώτα και κύρια, πως δύσκολα θα βρει μια αγκαλιά για τα σκοτάδια του, πως σε εκείνον όλοι τη λάμψη εποφθαλμιούν, όπως τα έντομα της νύχτας την πηγή του φωτός, φως χωρίς σκοτάδι όμως δεν υπάρχει, τι στερεοτυπική αναγκαιότητα να πει κανείς κάτι τέτοιο.

Τώρα λέω πως σύντομα, όμως, πάλι η ειλικρίνεια τρυπώνει, ποιος ξέρει πότε θα διαβάσω κάτι ακόμα δικό του, προς το παρόν είναι σημαντικό να ξέρω πως υπάρχουν και άλλα βιβλία του εκεί έξω, προσιτά και σε κυκλοφορία, η υπενθύμιση πως η περισυλλογή οφείλει να φανεί προνοητική, ο τζίτζικας είδατε τι έπαθε τελικά.

υγ. Για το Ο άλλος μέσα του περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Γιάννης Αβραμίδης
Εκδόσεις Επιλογή