Σάββατο, 30 Μαΐου 2020

Muriel ou Le temps d'un retour (1963)




Το 1959 ο Αλέν Ρενέ σκηνοθετεί το υπέροχο Χιροσίμα, Αγάπη μου, μια ωδή στον έρωτα και τη φρίκη του πολέμου, με το αξέχαστο voice over και την πυρετική διαδοχή των πλάνων, ένα επίτευγμα του ποιητικού μοντάζ. Μια αρχετυπική κινηματογραφική διάλεκτος. Είναι η αρχή μιας μεγάλης καριέρας. Είχαν προηγηθεί κυρίως μικρού μήκους ντοκιμαντέρ, όλα με τη μυρωδιά αυτού που επρόκειτο ν' ακολουθήσει, που όμως κανείς, εκτός από εκείνον, δεν μπορούσε να διακρίνει επακριβώς. Οποιαδήποτε αμφιβολία για ένα απλό πυροτέχνημα διαλύεται, όταν δύο χρόνια μετά ακολουθεί το Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ. Είναι πια προφανές πως μιλάμε για ένα διαφορετικό σινεμά εδώ. Το Πέρυσι στο Μαρίεντμπαντ, που για μένα είναι η κινηματογραφική διασκευή της Εφεύρεσης του Μορέλ, έτσι όπως θα έπρεπε να είναι οι διασκευές, αφορμή έμπνευσης και όχι σεναριακή ευκολία, εκεί που η πιστότητα δεν είναι το ζητούμενο, και που οι αναφορές δεν είναι όλες σε πρώτο επίπεδο μία προς μία, ενώ δεν αποκλείεται σκηνοθέτης και σεναριογράφος (Alain Robbe-Grillet) να μην γνώριζαν καν την ύπαρξη του βιβλίου. Ταινία που για μένα υπήρξε ένα απωθημένο χρόνων, για την οποία τόσα διάβαζα και όμως δεν μπορούσα να τη βρω, τότε που η τεχνολογία δεν ήταν σύμμαχος, όμως όλη αυτή η αναμονή άξιζε τον κόπο εν τέλει, καθώς σε κάποιο αφιέρωμα γαλλικού κινηματογράφου, την είδα όπως της άξιζε, σε μεγάλη οθόνη. Από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα της σπάνιας πλην ευτυχούς συγκυρίας κατά την οποία η τεχνική αρτιότητα δεν είναι κενή περιεχομένου, είναι άλλωστε και αυτή μια ιχνηλάτιση της προέλευσης του όρου καλλιτεχνική.

Έχοντας προκαλέσει εξ αρχής τεράστιο θόρυβο με τις δύο αυτές ταινίες του, ο Ρενέ δεν απέφυγε να πέσει θύμα της -εν πολλοίς άδικης, αλλά όχι αδικαιολόγητης- σύγκρισης με τον ίδιο του τον εαυτό από κοινό και κριτικούς. Από πολλούς ειπώθηκε η φράση: για Ρενέ δεν είναι αριστούργημα· ταινίες που αν τις υπέγραφε κάποιος άλλος, τότε κόσμος θα συνέρρεε σε πλατείες και λοιπούς ανοιχτούς χώρους για να εκφράσει με αυτόν τον τρόπο τον θαυμασμό του -σ' έναν κόσμο διαφορετικό. Έτσι και η ταινία Μύριελ ή Το χρονικό μιας επιστροφής δεν γνώρισε την αποδοχή που της άξιζε, συγκρινόμενη με τις προηγούμενες δύο, δεν πασπαλίστηκε με τη σκόνη της διαχρονικότητας και της υστεροφημίας. Και αναφέρομαι συγκεκριμένα σε αυτήν την ταινία γιατί ήταν εκείνη που ακολούθησε δύο χρόνια μετά το αριστουργηματικό από κάθε άποψη Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ. Πώς επιστρέφει κανείς στο χώρο των γυρισμάτων μετά από μια ανάβαση σε τέτοια ύψη;

Οι μέρες που προηγήθηκαν ήταν τέτοιες που απαιτούσαν ψηλές κορφές, τόσο για τον αέρα, όσο και για το απόκοσμο. Ο Ρενέ δεν θα μπορούσε να λείπει, μιλώντας για κινηματογραφικές κορφές. Δεν είχα δει αυτή την ταινία, δεν είχα επιχειρήσει ποτέ επισταμένως να την αναζητήσω για να είμαι ειλικρινής. Τώρα, έχοντας επαναλάβει το προσκύνημα στους κήπους του Μαρίενμπαντ, πεθύμησα λίγο ακόμα Ρενέ. Δεν είχα προσδοκίες, ήθελα ακόμα λίγη επαφή με το σύμπαν του, αυτό θα ήταν αρκετό. 

Η Ελέν ζει στη Βουλώνη με τον Μπερνάρ, τον γιο του νεκρού συζύγου της, που μόλις έχει επιστρέψει από το μέτωπο της Αλγερίας. Η Ελέν έχει μετατρέψει το διαμέρισμά της σε αντικερί, το βρίσκει πιο βολικό να δουλεύει κατά αυτόν τον τρόπο, έπιπλα και λοιπά αξεσουάρ τοποθετημένα στον φυσικό τους χώρο. Είναι το βράδυ που πρόκειται να φτάσει ο Αλφόνς, ένας άντρας από το παρελθόν της Ελέν. Στον σταθμό συνειδητοποιεί πως εκείνος δεν είναι μόνος, συνοδεύεται από τη Φρανσουά, την οποία και συστήνει ως ανιψιά του. Η παρουσία των δύο στο σπίτι θα πυροδοτήσει μία σειρά από αντιδράσεις, μια σειρά από ενδεχόμενα. Η Βουλώνη που τόσο πλήγηκε κατά τον πόλεμο είναι εδώ, ανοικοδομημένη, έχοντας αφήσει πίσω της τη φρίκη των βομβαρδισμών. Είναι ένα από τα χρονικά των επιστροφών της ταινίας. Το αλγερινό μέτωπο. Οι μνήμες που όλο επιστρέφουν. Η ανάγκη για τζόγο και επιβολή. Τα ανεκπλήρωτα αν.

Η Μύριελ ή Το χρονικό μιας επιστροφής είναι και δεν είναι μια ταινία αυτού που οι περισσότεροι έχουμε στον νου μας ως ταινία του Ρενέ. Δεν είναι, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, γιατί το σενάριο εδώ διακρίνεται από έναν ρεαλισμό σε μεγαλύτερη ένταση από τα σαφώς πιο ποιητικά και σουρεαλιστικά Χιροσίμα, αγάπη μου και Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ. Είναι όμως, γιατί η υλοποίηση αυτής της αρκετά ρεαλιστικής, φαινομενικά τουλάχιστον, πλοκής γίνεται με τρόπο που θυμίζει τον τρόπο του Ρενέ, εκεί που όλα είναι μέσα σε όλα, που το τώρα είναι μια χίμαιρα. Στο σύμπαν του Ρενέ κανένα ενδεχόμενο δεν πρέπει να αποκλειστεί, καθώς δεν υπάρχει μία και μοναδική εξέλιξη της ιστορίας, όχι στη θεωρία αλλά στην πράξη, καθώς οι αντανακλάσεις των διαφόρων παρακλαδιών της ιστορίας είναι διάσπαρτες, πάντα υπό την, ασφυκτική συχνά, επίδραση της μνήμης, γιατί το σινεμά του Ρενέ είναι ένα σινεμά μνήμης, ένα πολιτικό στον πυρήνα του σινεμά. Είναι σαφώς σινεμά Ρενέ επίσης γιατί οι μονταζιακές επιταχύνσεις -αν μου επιτρέπεται ο όρος- που τόσο αγαπώ στον κινηματογράφο αυτόν είναι εδώ, για να ταράξουν τα πάντα τη στιγμή πριν λιμνάσουν. Επίσης, η χρήση του σκληρού κατ, που κάνει το ένα πλάνο να ξεπηδά μέσα από το άλλο και η ενσωμάτωση των επίκαιρων ανάμεσα στα καρέ της ταινίας είναι επίσης εδώ. Όμως, πάνω και πέρα από όλα, Ρενέ για μένα είναι η αποτύπωση του χρόνου, το αποτυπωμένο χάος στο φιλμ και το βάρος της μνήμης, το παράλογο.

Αν και όποτε πετύχετε αυτή την ταινία να τη δείτε. Εγώ να θυμηθώ πως έχω ανάγκη να δω Μπουνιουέλ, ξανά, και να διαβάσω την Εφεύρεση του Μορέλ, επίσης ξανά.

          

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου