Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Καιρός των κρυστάλλων - Ελένη Στελλάτου

Μια μικρή, ανώνυμη και ίσως φανταστική, παραθαλάσσια πόλη των αρχών του 20ού αιώνα πλήττεται από μια παράδοξη, μεταδοτική ασθένεια, που μετατρέπει τα σώματα όσων προσβάλλονται σε πορσελάνινα, έτοιμα να θρυμματιστούν με το παραμικρό άγγιγμα. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, Εμανουέλ Περόν, τρίτης γενιάς ντρογκερίστας της πόλης, θα επιφορτιστεί με την ανάγκη εξεύρεσης γιατρικού, πριν ο θάνατος κυριαρχήσει, πριν η ανέχεια του οικονομικοκοινωνικού παγώματος εγκαθιδρυθεί. Έχοντας, πλέον, τη συλλογική εμπειρία από τις απόπειρες καθησυχασμού μιας πανδημίας, όλα τα μέτρα που λαμβάνονται μοιάζουν αναμενόμενα, ευκαιριακά ή σωτήρια, οι φήμες και οι συνωμοσίες, επίσης, η επιστήμη συγκρούεται με τον τσαρλατανισμό, οι εύκολες απαντήσεις και λύσεις μοιάζουν πάντα καλοδεχούμενες, είναι όμως επικίνδυνες.

Η Στελλάτου απομακρύνει το βλέμμα χωροχρονικά, ταξιδεύει στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και σκιαγραφεί μια πόλη χειροπιαστού μεγέθους, εκεί που όλες οι συνδέσεις εξουσίας, λειτουργών και πολιτών είναι ορατές, χωρίς να έχει προτεραιότητα τον παραβολικό χαρακτήρα της ιστορίας της, χωρίς να την ενδιαφέρει η προφανής σύνδεση του τότε με το πρόσφατα, χωρίς να τραβάει από τα μαλλιά αναλογίες και έτσι, παρότι η ιστορία φαντάζει δυσφορικά οικεία, σύντομα αυτονομείται καθώς η πλοκή ξεδιπλώνεται. Ισορροπεί ανάμεσα στον πειραματικό χαρακτήρα εντός ενός πεπερασμένου συστήματος αντιμέτωπου με μια απειλή θανάτου, και σε μια ιστορία με πρόσωπα, πλοκή και ανατροπές.

Όμως, όσο καλοδουλεμένη και αν είναι η πλοκή, όσο αληθοφανή και ανθρώπινα τα πρόσωπα, όσο οικείες ή μη οι συνθήκες και οι καταστάσεις, τίποτα δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει, να οικοδομηθεί και να σταθεί χωρίς τη γλώσσα. Ακόμα και στα σημεία ταχείας ανάπτυξης της πλοκής, η Στελλάτου έχει φροντίσει γλωσσικά το μυθιστόρημά της, έχει σκύψει και δουλέψει στις μικρολεπτομέρειες της γλώσσας, έχει με ζηλευτή άνεση διαπλέξει τον πλάγιο με τον ευθύ λόγο, και ίσως πάνω απ' όλα έχει χρησιμοποιήσει την κατάλληλη γλώσσα ώστε να ενισχύσει τη χωροχρονική συνθήκη, χωρίς να ξενίζει τον αναγνώστη. Η γλώσσα συντελεί στην ατμόσφαιρα ασφυξίας και δυσφορίας, την ώρα που η ίδια ανοίγει τις χαραμάδες που επιτρέπουν στο φως της ελπίδας ενός καλύτερου αύριο να διεισδύσει στον χώρο.

Στον καμβά της ιστορίας, που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, με τρόπο ομαλό ενσωματώνονται διάφορα γνώριμα χαρακτηριστικά και διακυβεύματα που απασχολούν τη γραφή από τις απαρχές της, όπως, μεταξύ άλλων, η μάχη του καλού με το κακό, η ηθική στάση, η υπαρξιακή αγωνία, η σχέση με την οικογένεια, ο έρωτας, η μοναξιά, η ανάγκη για μια υπεράνθρωπη πίστη, για νοηματοδότηση της ανθρώπινης εμπειρίας ή το δέος εμπρός στον θάνατο. Η Στελλάτου ωστόσο δεν αποπροσανατολίζεται στιγμή, δεν απολύει τον βηματισμό που εξαρχής επέλεξε, όλα τα συνοδευτικά της πλοκής είναι παραφερνάλια, σημαίνοντα και σημαινόμενα από αντανάκλαση της θέσης του ανθρώπινου απέναντι σε μια στιγμή αγωνίας και απειλής θανάτου, όταν το κοινωνικό, οικονομικό και ηλικιακό στάτους παραμερίζονται και όλοι μοιάζουμε με υποψήφια θύματα. 

Ο Καιρός των κρυστάλλων λειτουργεί σε δύο επίπεδα, στο πρώτο και εκτενέστερο βρίσκεται η πλοκή, το τι θα συμβεί στην επόμενη σελίδα, στο πώς θα εξελιχθεί η ιστορία, πώς η πόλη θα διαφύγει ή όχι της στενωπού, στο δεύτερο κατοικούν διαρκή ερωτήματα που θέτουν και τον αναγνώστη απέναντί τους, ανασύροντας τις ιδιαίτερες αναμνήσεις καθενός μας από την προ πενταετίας εμπειρία, μια ευκαιρία αναστοχασμού και κατανόησης. Σπάνια συμβαίνει, και με την πανδημία συνέβη, μια εμπειρία να είναι τόσο κοινή ανάμεσα στον πληθυσμό σε παγκόσμιο επίπεδο, να που όσα η λογοτεχνία του φανταστικού προοικονομούσε συνέβησαν. Η κοινή εμπειρία αναδεικνύει και τη διαφορετικότητα, την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου, την ύπαρξη διαβαθμίσεων στις επιλογές και τη στάση μας, όταν το υγρό βράζει και η ψυχραιμία είναι μια δαπανηρή πολυτέλεια.

Η Στελλάτου παραδίδει ένα ωραίο μυθιστόρημα, με δυνατή γλώσσα και σασπένς, πετυχαίνοντας την κατάλληλη δοσολογία των πρώτων υλών, ξεφεύγοντας από το ένα ακόμα λογοτεχνικό έργο για την πανδημία, αποκρούοντας με σαφήνεια κάθε μομφή για καιροσκοπισμό, επιμένοντας, ωστόσο, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, πως λειτουργία της λογοτεχνίας δεν θα έπρεπε να είναι ο εφησυχασμός και το νανούρισμα, πως οι δαίμονες συνεχώς ουρλιάζουν εκεί έξω. Ο Καιρός των κρυστάλλων είναι ένα πλήρες μυθιστόρημα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Η επέτειος - Andrea Banjani

Παιδί-γονείς, συνήθως νεκροί, εντός ή εκτός εισαγωγικών. Το ενδιαφέρον έχει δύο πλευρές, ωστόσο. Επιθυμία για το επόμενο, ενημέρωση μιας βιβλιογραφίας/Κορεσμός και επανάληψη, κίνδυνος. Οι προσδοκίες μου εξαντλούνται στο διακύβευμα. Κάπου στο βάθος, έχουν όλα ειπωθεί, πότε με ερωτηματικό, πότε με κάποια βεβαιότητα. Στην άκρη του νήματος, το Γράμμα στον πατέρα. Μικρότερες και μεγαλύτερες γυαλένιες, η μια δίπλα στην άλλη.

Η επέτειος τιμήθηκε με το σημαντικότερο ιταλικό βιβλίο λογοτεχνίας, το Strega. Μεταφράζεται σε διάφορες γλώσσες, στα ελληνικά από την έμπειρη και ανήσυχη Δήμητρα Δότση. Ένα βιβλίο που κινείται, διαβάζεται και σχολιάζεται.

Όταν ο αφηγητής χαιρέτισε τους γονείς του, η μητέρα του του ζήτησε να επιβεβαιώσει πως θα επιστρέψει, από την ενηλικίωση και μετά, άφησε το σπίτι στο μικρό χωριό για να σπουδάσει στο Τορίνο, από εκεί ερχόταν για κάποιες επισκέψεις, αυτή ήταν η τελευταία, ωστόσο, θα το συνειδητοποιούσε αργότερα, θα το επικύρωνε, δεν θα επέστρεφε ξανά. Πέρασαν από τότε δέκα χρόνια, να η επέτειος.

Μόνο αργότερα, μόνο ύστερα από την ερώτηση, πού το ξέρουμε, αμφισβητήθηκε μέσα μου το αυτοβιογραφικό της ιστορίας αυτής, μια υπόθεση από κεκτημένη ταχύτητα, η αυτομυθοπλασία ολοένα και καταλαμβάνει μεγαλύτερο χώρο στις αναγνώσεις μου, εκεί που παλιότερα ήταν εκ προοιμίου η διάκριση συγγραφέα και πρωτοπρόσωπου αφηγητή, τώρα συμβαίνει το ανάποδο, η ταύτιση, ωστόσο, ποια είναι η διαφορά, δεν διαβάζω για την αλήθεια αλλά για την αφήγηση, τι και αν συνέβη, τι και αν επινοήθηκε, δεν έχει και τόση σημασία.

«Το να αποσπάσω, λοιπόν, τη μητέρα μου από τον πατέρα μου ισοδυναμεί με το να τη βγάλω από εκείνο το σκοτάδι και να τη μετατρέψω ουσιαστικά σε μυθιστορηματικό πρόσωπο. Ίσως γι' αυτό να μην είχα γράψει ποτέ μέχρι σήμερα μυθιστόρημα. Έναν μηχανισμό δηλαδή που δίνει υπόσταση σε ένα σύμπαν στο οποίο δεν ήμουν άμεσος μάρτυρας, παρά μόνο εν μέρει».

Μια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος, κοντινού και μακρινού, οι γονείς πριν γίνουν και αφού έγιναν γονείς, ο πατέρας αφέντης, η μητέρα που ανεχόταν, τα παιδιά που προσπαθούσαν να βρουν και να καταλάβουν χώρο, ο αφηγητής που κάποια στιγμή αποφάσισε να μην επιστρέψει ξανά, να κλείσει την πόρτα πίσω του, να μην την ανοίξει. Μια σειρά από φωτογραφίες είναι τα κομμάτια του παζλ που σιγά-σιγά παίρνουν τη θέση τους στη συμπλήρωση της μεγάλης εικόνας. Διάλογοι δεν υπάρχουν, δράση ελάχιστη, ταμπλό βιβάν με voice over, ένα άλμπουμ με οικογενειακές φωτογραφίες, η κίνηση είναι μόνο η επιστροφή ή η αναχώρηση από το σπίτι, όχι το ενδιάμεσο, μόνο το σημείο άφιξης και αναχώρησης. Το παρελθόν είναι αυτό που πάντα είναι, παγωμένο, δεδομένο, ακίνητο. Αυτή η επιλογή λειτουργεί απόλυτα. Η απόσταση από εκείνο δίνεται με έναν τρόπο ξεχωριστό, που τονίζει και αναδεικνύει την απόφαση του αφηγητή, οριστική και αμετάκλητη, να μην επιστρέψει.

«[...] σε γενικές γραμμές, νομίζω πως ήταν μια από τις βαθύτερες παρεξηγήσεις μεταξύ των γονιών μου: εκείνος, που την εξουσίαζε, ήθελε από εκείνη να είναι ένα τίποτα ενώ εκείνος να είναι κάτι, κι εκείνη, από τη μεριά της, ήθελε να είναι ένα τίποτα, γιατί το τίποτα ήταν τουλάχιστον κάτι».  

Ο πατέρας, βίαιος, εκβιαστής, αφέντης. Η μητέρα παραδομένη. Το παιδί, ανεξάρτητα από την ηλικία, πάντα θα είναι το παιδί, μέμφεται εκείνη, που δεν αντέδρασε, που δεν πάτησε πόδι, που δεν είπε αρκετά, που δεν προστάτεψε τα παιδιά. Τη μέμφεται έμμεσα ή άμεσα, το δηλώνει ή το αφήνει να αιωρείται. Το κτήνος είναι κτήνος. Υπάρχει ένα σημείο σκέψης που το νιώθω οικείο, μου κόστισε, το κατακτώ όλο και περισσότερο, πιστεύω. Έχει να κάνει με τη διάκριση της εξήγησης και της αποδοχής. Διάσπαρτα στη αφήγηση υπάρχουν στοιχεία που ως ένα βαθμό εξηγούν τη συμπεριφορά και των δύο, γιατί εκείνος έκανε όσα έκανε και γιατί εκείνη δεν έκανε όσα θα έπρεπε. Αυτό δε σημαίνει κάτι παραπάνω. Τα αίτια και οι συνθήκες εξηγούν, δεν συγχωρούν, δεν δικαιολογούν, δεν απαλλάσσουν, κυρίως αυτό, δεν απαλλάσσουν. 

Ο αφηγητής δεν επιχειρεί να αναστήσει το παρελθόν, να καταφύγει σε μυριάδες τι θα συνέβαινε εάν, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα. Υποψιάζομαι πως σε κάποιους αναγνώστες θα λείψει το εύρος των συμβάντων, περισσότερα περιστατικά βίας, περισσότερα ενοχοποιητικά στοιχεία, περισσότερη δράση που θα τόνιζε τη μη δράση της μητέρας, που θα τους επέτρεπε να ταυτιστούν στη μομφή του γιου απέναντί της. Η αφαιρετικότητα, το συμπύκνωμα, οι επιστροφές ξανά και ξανά στην περιδίνηση, τα λίγα λόγια που μοιράζεται για τον εαυτό του μαζί μας, η άρνηση να μπει σε μια λογική μου συμβαίνει αυτό γιατί μου συνέβη εκείνο. Η απλότητα διατηρεί ως τέλους ενεργή τη σχέση γονείς-παιδί. Αυτή η απλότητα, παιδικότητα την είχα χαρακτηρίσει τότε, μου έφερε στο νου το υπέροχο Η μητέρα μου γελάει. Το παιδί που γράφει για τους γονείς του χωρίς να προβάλλει διαρκώς την ενήλικη εκδοχή του.

Παράδειγμα. Το γεγονός πως ο αφηγητής σπούδασε στο πανεπιστήμιο, ήδη τον τοποθετεί ψηλότερα από εκείνους. Αυτό όμως δεν έχει να κάνει με το διακύβευμα, το τι συνέβαινε τότε παλιά. Για να φέρω ένα λογοτεχνικό παράδειγμα, θα αναφερθώ στο Ο κηπουρός και ο θάνατος του Γκοσποντίνοφ. Τεχνικά άρτιο, συναισθηματικά δυνατό, ένα καλό βιβλίο για τη συγκεκριμένη θεματική. Ωστόσο, η σύμβαση πατέρας-γιος σπάει, ο γιος έχει ξεπεράσει κατά πολύ τον πατέρα, τώρα εκείνος έχει τον ρόλο του φροντιστή, ο πατέρας είναι άβουλος. Δεν το κρίνω, προφανώς όχι, με όρους αληθοφάνειας ή ρεαλισμού, εννοείται πως συμβαίνει κατά κόρον, όμως η σύμβαση σπάει.

Διαρκώς θεωρούσα δεδομένο πως οι γονείς έχουν πεθάνει, διαρκώς η αφήγηση μου υπενθύμιζε πως όχι. Η ακινησία ήταν της ποιότητας του θανάτου, παρότι δυνητικά υπήρχε δυνατότητα επιστροφής, το κλείσιμο της πόρτας υπήρξε οριστικό. Θυμήθηκα τον Βουόνγκ που γράφει στα αγγλικά ένα γράμμα στη μητέρα του που ούτε στη μητρική της γλώσσα δεν ξέρει να διαβάζει, πόσο μάλλον σε μια ξένη γλώσσα, μια ακόμα μεμβράνη προστασίας για τον γιο. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει το στοιχείο της αυτομυθοπλασίας εδώ, αν οι γονείς ζουν, πώς θα ένιωσαν διαβάζοντας το βιβλίο αυτό. Ειδικά η μητέρα. Τον πατέρα τον φαντάζομαι να λέει: τέτοιο μαλακισμένο ήταν πάντα.

Η στατικότητα και η αφαιρετικότητα απορροφούν μεγάλο μέρος από τη βιασμένη επιβολή συναισθήματος, εκείνος εν πολλοίς στέκεται στη σκιά, στις αποστροφές μόνο αποκαλύπτεται φευγαλέα ποιος είναι ο αφηγητής, ποιος είναι πραγματικά, ποιος είναι ως άτομο, ως ταυτότητα, πώς ζει, πώς αισθάνεται. Ένας παρατηρητής που δεν επιθυμεί να φανερωθεί, δεν επιθυμεί να παρατηρηθεί.

Άσχετα αν πρόκειται για προϊόν ακριβής αυτομυθοπλασίας ή όχι, ο Μπαγιάνι τα καταφέρνει περίφημα σε μια αρένα που ο ανταγωνισμός είναι ιδιαιτέρως έντονος. Ακόμα ένας πρωτοπρόσωπος αφηγητής που θα μας πει την ιστορία των γονιών του, ακόμα ένα οικογενειακό δράμα, σίγουρα αυτή η σκέψη κάπου υπάρχει εκεί πίσω στο μυαλό τη στιγμή που ένα βιβλίο όπως αυτό αφήνει τις σελίδες του να ανοιχτούν στον αναγνώστη. Αυτό που ήθελε να πει, το περιεχόμενο δηλαδή, η ιστορία είναι που επιβεβαιώνει πως η κατασκευή, ο τρόπος δηλαδή, λειτούργησε άψογα. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί να ιδωθεί με μια κάποια αντικειμενικότητα, το περιεχόμενο δύσκολα.

Μια ακόμα γυαλένια στο νήμα της λογοτεχνίας παιδί γονείς. Μια ακόμα γυαλένια στην καλή ιταλική λογοτεχνία που τα τελευταία χρόνια όλο εκπλήξεις είναι.

υγ. Για το Η μητέρα μου γελάει περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Για το Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι εδώ. Για το Ο κηπουρός και ο θάνατος εδώ. Τελευταία σχετικά διάβασα και το υπέροχο Ο μεγάλος Ρέι, περισσότερα εδώ. Λινκ για την ετικέτα Ιταλία θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Σπίτια καθαρά - María Agúndez

Το καλοκαίρι του '24 διάβασα το Ας πούμε πως είμαι εγώ (Βερόνικα Ράιμο, μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Δώμα), την επόμενη χρονιά τον Σουπερόσαυρο (Μέργεμ Ελ Μεγντάτι, μτφρ. Ιφιγένεια Ντούμη, εκδόσεις Carnívora). Αν και το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η αφηγηματική άνεση, μια γυναικεία πρωτοπρόσωπη πρόζα απολαυστική, φρέσκια και γάργαρη, εκείνο που στο μυαλό μου δημιούργησε δεσμό μεταξύ τους ήταν το γεγονός πως παρότι στην επιφάνεια της αφήγησης υπήρχε μια χαρουμενιά, κάτι το ανάλαφρο, κάπως αστείο, σίγουρα όχι σοβαροφανές, λίγο πιο κάτω, κρυμμένο καλά, υπήρχε ένας θυμός, ένα βάθος, μια αμφισβήτηση, γεγονός που δημιουργούσε μια διαρκή αντίστιξη, ένα χαμόγελο που σύντομα πάγωνε στα χείλη, για το οποίο μετάνιωνες, μια ελαφρότητα μόνο φαινομενική. Σίγουρα δεν διαθέτουν πολιτικοποιημένο φεμινισμό, ούτε σκληρή θεωρία φύλου, ωστόσο έχουν κάτι το ρεαλιστικό, κάτι από την κάθε μέρα, μικρές ψηφίδες που, παρότι εκεί, συχνά περνούν απαρατήρητες από το ραντάρ, ιδιαίτερα αν είσαι άντρας.

Διαβάζοντας τα Σπίτια καθαρά, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ένιωσα πως μια αναγνωστική τριπλέτα συμπληρωνόταν. Θα επιστρέψω σε αυτό.

Η Σολ, η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, εμμονική με την καθαριότητα, από τότε που έμεινε έγκυος δέχεται βοήθεια για τις δουλειές του σπιτιού. Το γεγονός αυτό της προκαλεί δύο προβλήματα, το ένα έχει να κάνει με την ποιότητα της καθαριότητας, το δεύτερο με τις κοινωνικοπολιτικές αρχές της. Συγυρίζει το σπίτι πριν οι καθαρίστριες έρθουν, τρέχει να φύγει ώστε να μην είναι παρούσα, προσπαθεί να είναι δίκαιη μαζί τους, κυρίως, επιχειρεί να κατευνάσει τις ενστάσεις του εαυτού της. Ένα κομμάτι τής σκέψης της σχετίζεται άμεσα με την εικόνα που έχουν οι άλλοι για εκείνη, το προνόμιο της μετατρέπεται σε βάρος, κάποια όπως η Σολ, λένε, δεν μπορεί να ασχολείται με τις δουλειές του σπιτιού, δεν μπορεί να θυσιάσει την επαγγελματική της καριέρα ώστε να αφοσιωθεί στην ανατροφή του παιδιού της, μια Λατινοαμερικάνα είναι η κατάλληλη γι' αυτό. Και αν εκείνη αυτό που θέλει να κάνει είναι να καθαρίζει με αμοιβή, αν αυτή θέλει να είναι η δουλειά της, ο τρόπος της να κερδίζει χρήματα, και όχι μια θέση ευθύνης στην κινηματογραφική παραγωγή, όλη μέρα μπροστά από μια οθόνη, με διαρκές στρες και άπειρες απλήρωτες υπερωρίες;

Επιστρέφοντας στην παραπάνω τριπλέτα, διαβάζοντας το Σπίτια καθαρά συνειδητοποίησα ακόμα κάτι κοινό και αυτό έχει να κάνει με τις αποχρώσεις του να είσαι γυναίκα. Το κοινό στοιχείο που συνδέει τις γυναίκες, τα κουήρ άτομα και τις φυλές, δεν είναι το γεγονός πως είναι γυναίκες, κουήρ άτομα ή ανήκουν στην ίδια φυλή, αλλά το ταξικό, μια πλούσια και μια φτωχή γυναίκα, για παράδειγμα, παρότι γυναίκες και οι δύο δεν αντιμετωπίζουν τις ίδιες καθημερινές δυσκολίες, το αυτό ισχύει και για τα υπόλοιπα παραδείγματα. Σκέφτομαι πόσο απλή, οριακά απλοϊκή μια τέτοια παρατήρηση μοιάζει, αλλά δυστυχώς πρέπει κανείς κάθε φορά να ξεκινάει από το πλέον προφανές για να δοκιμάσει τα όρια μιας συζήτησης για ένα σχετικό θέμα. Η Αγκούντεθ, μέσω της Σολ, χαρτογραφεί όλες αυτές τις αποχρώσεις, σε έναν κόσμο κυρίως γυναικείο και όμως όχι και με τόση συνοχή τελικά, με διαφορετικά προνόμια και δικαιώματα μεταξύ των μερών του. Γιατί, παρότι η Σολ έχει επίγνωση αυτού, αυτό δεν είναι αρκετό ώστε να εξαλείψει τις διαφορές. Επίσης, γιατί θα ήταν μονομερές να εξεταστούν μόνο τα προνόμια της Σολ σε σχέση με τις Λατινοαμερικάνες καθαρίστριες και τροφούς, χωρίς να γίνει λόγος για τα προνόμια τα οποία η Σολ στερείται σε σχέση με τις άλλες μάμις που συναναστρέφεται ή εκείνα τα προνόμια που κουβαλά και θέλει να τα πετάξει από πάνω της, όχι για έναν πιο δίκαιο κόσμο αλλά για να ζήσει όπως επιθυμεί και της αρέσει.

Η πρόζα της Αγκούντεθ είναι απολαυστική, η ανάγνωση ρέει και όμως εδώ και εκεί υπάρχουν διάφορα αγκαθάκια ή πετραδάκια που έρχονται να ενοχλήσουν, λιγότερο ή περισσότερο, αυτό έχει να κάνει και με το αναγνωστικό υποκείμενο, ένα βιβλίο δεν είναι μόνο το υποκείμενο της γραφής αλλά και εκείνο της ανάγνωσης. Χαλαρό και ευχάριστο, σε σημεία αφελές ακόμα-ακόμα,  ωστόσο φαινομενικά και επιφανειακά, από κάτω το πράγμα βράζει. Και έχει ενδιαφέρον η απόφαση της Αγκούντεθ να τοποθετήσει τη Σολ ως έναν καθρέφτη στο οποίο μεγάλο μέρος του αναγνωστικού κοινού θα αναγνωρίσει την εαυτή του ή κάποια που γνωρίζει. Ίσως και πιο ειλικρινές. Ίσως τελικά να ισχύει πως μόνο για ό,τι ξέρει κανείς μπορεί να γράψει με επιτυχία, αν η επιτυχία σχετίζεται με την αληθοφάνεια και τον ρεαλισμό, ή και τον κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό, τι και αν αυτός δεν είναι το βασικό διακύβευμα της αφήγησης.

Φρέσκο και σύγχρονο, αυτό σκέφτομαι για το Σπίτια καθαρά, ίσως γιατί πρόσφατα σε μια μεγάλη παρέα για ώρα συζητούσαν το πόσο δύσκολο είναι να βρεις και να εμπιστευτείς μια γυναίκα που θα σου καθαρίζει το σπίτι, και, συνέχιζαν, αν τυχόν βρεις τότε σου ζητάει ένα σκασμό λεφτά. Βαρέθηκα σύντομα τη συζήτηση. Αντιλαμβάνομαι πως είναι κάποιου είδους πρόβλημα αλλά όχι για να βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας, όχι για περισσότερα από ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, όχι για θεωρία και φιλοσοφία, αλλά ως αίτημα, ξέρεις κάποια γυναίκα να μου κάνει τις δουλειές του σπιτιού, ναι ή όχι και πάμε παρακάτω.

Η Αγκούντεθ δεν έχει απλώς μια καλή ή έξυπνη ιδέα, το μυθιστόρημα της δεν εξαντλείται σε αυτό. Έχει μια συγκεκριμένη ματιά στον κόσμο γύρω της, μια ματιά ικανή να μην χρειάζεται τόνους βιβλιογραφίας και επιστήμης, μια απλή ματιά κατανόησης του οικείου της κόσμου, μια διάθεση ζαβολιάς, μια διάθεση να ενοχλήσει λίγο πίσω από την πέπλο της χαρούμενης και αφελής αφήγησης, χωρίς να βαραίνει αχρείαστα το περιεχόμενο του μυθιστορήματος, χωρίς να γυρεύει εξεζητημένα κομμάτια θεωρίας ή στράτευσης και με αυτό τον τρόπο πετυχαίνει πολλά περισσότερα τελικά, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια.

Η Σολ είναι ένας αμφιλεγόμενος χαρακτήρας και θα εξηγήσω τι εννοώ. Ο προβληματισμός της γύρω από τη ζωή και τα πράγματα, ακόμα και αν υπερκεράσει κάποια εμπόδια και ιδωθεί, ακόμα και αν θεωρηθεί, θέλω να πω, υπαρκτός, δεν θα φτάσει μέχρι του σημείου του να θελήσεις να την πάρεις μια αγκαλιά ή να σκεφτείς πώς θα μπορούσες να την βοηθήσεις. Αυτό είναι που την κάνει αμφιλεγόμενη. Συμπαθητική και έχει δίκιο αλλά ως ένα σημείο. Υπάρχει ένα δεδομένο προνόμιο που της επιτρέπει να ελιχθεί ακόμα και ερχόμενη σε σύγκρουση με το ίδιο της το προνόμιο, η σύγκρουση αυτή απλώς θα σοκάρει τον περίγυρό της, θα τον προβληματίσει ή θα τον απογοητεύσει, αλλά δεν θα θέσει σε κίνδυνο την ίδια της την επιβίωση. Δεν είναι απλό, σίγουρα όχι αρεστό, να αμφισβητεί ο άλλος, ο κάθε άλλος, τα προβλήματά μας, να τα γειώνει και να μας απαντά για τις γυναίκες στη Λατινική Αμερική, για να δώσω ένα ενδοκειμενικό παράδειγμα. Δεν είναι ωραίο κάποιος να κατονομάζει το προνόμιο μας, ακόμα και αν αυτό είναι ελάχιστο, γιατί μας το υπενθυμίζει, γιατί μας αναγκάζει να το λάβουμε υπόψη, να το υπολογίσουμε στο παροντικό ταμείο, να κάνουμε τουλάχιστον ένα βήμα και από εκεί να παρατηρήσουμε ξανά τον εαυτό μας, να σκεφτούμε λίγο πριν ανοίξουμε το στόμα μας για να παραπονεθούμε. Και ξέρετε κάτι, υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα για τα οποία μπορούμε να παραπονεθούμε, τόσα πολλά πράγματα για τα οποία πρέπει να πολεμήσουμε και να διεκδικήσουμε. Ένα προνόμιο δεν μας στερεί αυτό το δικαίωμα, αυτή την ανάγκη. Κατά κάποιο τρόπο, το πώς παραπονιόμαστε, υποτιμά τον εαυτό μας, χαμηλώνει εξαιρετικά τον πήχη. Θέλω να πω: είναι ένα ζήτημα αν θα βρω κάποιο άτομο να με βοηθήσει με τις δουλειές του σπιτιού, αλλά είναι σίγουρα ένα μεγαλύτερο και σοβαρότερο ζήτημα το γεγονός πως δεν θα πάρω σύνταξη, όχι;

Βιβλία όπως τα Σπίτια καθαρά διαθέτουν μια σκανδαλιά που πολύ του γούστου μου είναι, ικανά να επιφέρουν ρωγμές πιο καίριες από άλλα πιο στρατευμένα που προσπαθούν πολύ να το κάνουν.

υγ. Για το Ας πούμε πως είμαι εγώ περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, για τον Σουπερόσαυρο εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Ναπάλμ στην καρδιά - Pol Guasch

«Ήρθε το κρύο, όπως έρχεται πάντα. Ένα πρωινό σηκώνεσαι και το έδαφος είναι άσπρο. Οι μέρες ήταν σύντομες και παγωμένες. Από το παράθυρο όλα γίνονταν μικροσκοπικά και αδιάφορα».

Ο τίτλος, το εξώφυλλο, ο μεταφραστής, ο εκδοτικός οίκος. Ναπάλμ στην καρδιά, λευκή επιφάνεια με μια εικαστική όρθια σύνθεση δεξιά, Ευρυβιάδης Σοφός, Κείμενα. Και ένα άγνωστο όνομα. Πολ Γουάσκ.

Δεν διάβασα το οπισθόφυλλο. Γύρισα την πρώτη σελίδα, ήρθε το κρύο, όπως έρχεται πάντα. Ήταν αρκετό αυτό, το επόμενο βιβλίο είχε λάβει θέση. Όλα συνέβησαν γρήγορα. Ο ορίζοντας προσδοκιών, επίσης. Από ποια μονοπάτια άραγε, η εικόνα από το εξώφυλλο του Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι αναδύθηκε. Μια κουήρ αυτομυθοπλασία περίμενα. Η εικόνα ολοένα και εξασθενούσε καθώς οι σελίδες γύριζαν, απομακρυνόταν η συγγένεια, κάτι άλλο δοκίμαζε να κάνει ο Γουάσκ.

Πάνε δεκαπέντε ή και περισσότερα χρόνια που διάβασα την Κίτρινη βροχή, τον μονόλογο του τελευταίου κατοίκου ενός χωριού στα Πυρηναία. Το σκεφτόμουν όλο και περισσότερο το βιβλίο εκείνο διαβάζοντας το Ναπάλμ στην καρδιά, εκεί όπου, σε ένα ερημωμένο χωριό στρατιωτικοποιημένης ζώνης, ένας ανώνυμος νεαρός περιμένει μια ευκαιρία για να δραπετεύσει.

Υπάρχουν δύο κύρια μονοπάτια σε ένα δυστοπικό μυθιστόρημα, στο ένα ο αφηγητής ξεναγεί και εξηγεί, στο άλλο απλώς καταγράφει τη συνθήκη στην οποία βρίσκεται. Ο ανώνυμος νεαρός πρωτοπρόσωπος αφηγητής ακολουθεί το δεύτερο. Κάθε αφηγηματική επιλογή έχει τα πλεονεκτήματά της, αρκεί να χρησιμοποιηθεί κατάλληλα. Μια ημερολογιακή καταγραφή του τώρα, μια αφήγηση του τότε και μια σειρά από επιστολές στον αγαπημένο του Μπόρις, αυτές οι τρεις αφηγηματικές ροές συνθέτουν το μυθιστόρημα αυτό. Ο αφηγητής ξέρει για τι πράγμα μιλάει, ο Μπόρις επίσης, οι όποιες επεξηγήσεις είναι, αν είναι, αναγκαίες και απαραίτητες για τον αναγνώστη.

Υπάρχουν στιγμές, ειδικά στην αρχή και όσο η ανάγνωση είναι αποσπασματική, που ο αναγνώστης ίσως νιώσει πως βαδίζει στα τυφλά, όσο η ανάγνωση προοδεύει και διαρκεί, αυτό το συναίσθημα δεν απολύεται μεν, μετατρέπεται σε οργανικό συστατικό της εμπειρίας δε, επιτρέπει σε μια κοινή επικράτεια να αναπτυχθεί, μια ιδιότυπη, σίγουρα, κοινή επικράτεια. Ο αφηγητής δεν απευθύνεται άμεσα σε κανέναν πλην του Μπόρις και του ίδιου του του εαυτού, η δυσφορία, η δυσκολία και η πνιγηρότητα κυριαρχούν. Σκέφτηκα να προσθέσω και την απελπισία, όμως θα έπρεπε, αποφασίζω, να την παρατάξω παρέα με την ελπίδα, σχήμα μάλλον οξύμωρο, ωστόσο παρόν. Μπορεί κάποιος που είναι απελπισμένος να ελπίζει; Μα και βέβαια. Κυρίως αυτό συμβαίνει.

Κανείς δεν μπορεί να βρεθεί στη θέση του άλλου, ακόμα περισσότερο όταν η μυθοπλαστική μεμβράνη τυλίγει την εξιστόρηση. Και όμως, η δυσφορία, η δυσκολία και η πνιγηρότητα χαρακτηρίζουν την ανάγνωση εξαιτίας αυτού του αόριστου και του αφηρημένου κόσμου στον οποίο κινείται εγκλωβισμένος ο αφηγητής, το συναίσθημα του να βρίσκεσαι σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και να ακούς μια ιστορία τρόμου, κάπως έτσι. Οι σελίδες συνεχίζουν να γυρίζουν, κάποια κομμάτια έρχονται να προστεθούν στο παζλ, κάποιες χαραμάδες αφήνουν κάποια ελάχιστα φωτόνια να εισέλθουν, ωστόσο εκείνο που μάλλον συμβαίνει είναι να ατονήσει σιγά σιγά το ενδιαφέρον του τι συμβαίνει και του πού βρισκόμαστε, δεν είναι αυτό το διακύβευμα.

Το δίπτυχο ελπίδα απελπισία δεν είναι το μόνο αντιθετικό και οξύμωρο. Η ποιητικότητα συμπορεύεται με τον κακοτράχαλο θυμό, η αναχωρητικότητα με τον σκληρό ρεαλισμό, η οικογενειακή ασφυξία με τον πόνο της απώλειας. Ο Γουάσκ, με αρκετές λογοτεχνικές σπουδές στο βιογραφικό του, περισσότερο από μια ιδέα, δείχνει να έχει ένα αρκετά προσωπικό όραμα, ένα σύμπαν, έναν τρόπο, μια φωνή, αυτά τα στοιχεία είναι που συνέχουν κυρίως το αφήγημα αυτό, που διατηρούν την ισορροπία και τη λειτουργικότητα, που το καθιστούν ξεχωριστό. Η ιδιαιτερότητα, παρότι ομόφωνα ποθητή, στην πράξη διχάζει, τα φιλόδοξα έργα το έχουν αυτό το χαρακτηριστικό, η αδιαφορία δεν τα αγγίζει, συνηθίζουν να διχάζουν και να πολώνουν, εκεί που κάποιος διακρίνει ένα αριστούργημα, κάποιος άλλος ισχυρίζεται πως η όση ανάγνωση ήταν απλώς και μόνο χάσιμο χρόνου. Δεν προσδίδει παράσημα η μία ή η άλλη υποδοχή, απλά συμβαίνει.

Τι και αν περίμενα κάτι διαφορετικό, το Ναπάλμ στην καρδιά με υπνώτισε και με βύθισε στον κόσμο του, τι και αν δεν μπόρεσα παρά ελάχιστα να τον αποτυπώσω στη φαντασία μου, η δυσφορία, η δυσκολία και η πνιγηρότητα με κατέλαβαν πλήρως, κάτω από την επιφάνεια της ανάγνωσης ο βυθός βίωνε μια αναστάτωση, μια ανάγνωση ανησυχαστική. Όσο παραβολικά ή μεταφορικά και αν σκέφτηκα επί του βιβλίου κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας της ανάγνωσης δεν κατάφερα να ξεχωρίσω τα νήματα αναμεταξύ μας, τα κομμάτια που μέσα μου κινούνταν, μετατοπίσεις και μικροσεισμοί, οι αναλογίες δεν υπήρχαν, όσο και αν ένιωθα δυσφορία, δυσκολία και πνιγηρότητα, δεν μπορούσα να εντοπίσω τι ήταν εκείνο που τις προκαλούσε, σίγουρα δεν ήταν απόλυτη, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα, ενσυναίσθηση, κάτι δικό μου με απασχολούσε. Σε αυτό το κενό βυθίστηκα, σε αυτό το άγνωστο γιατί. Η αφαιρετικότητα της αφήγησης ενίσχυε αυτό το βύθισμα, γνώριζα καλά έναν άνθρωπο χωρίς να τον ξέρω πραγματικά, διάβαζα μια αφήγηση που δεν απευθυνόταν σε μένα, που δεν μου ζητούσε, που δεν την ενδιέφερα.

Και ακριβώς επειδή δεν της προκαλούσα το ενδιαφέρον της απεύθυνσης ή του αιτήματος, δεν επιχειρούσε να με υπονομεύσει ή να με εκβιάσει συναισθηματικά, δεν επιχειρούσε να λάβει το στέμμα του θύματος, να γιατί μπορεί η ελπίδα να χορεύει σφιχτά πιασμένη με την απελπισία, να γιατί δεν χρειάζεται κάθε πρωτοπρόσωπη αφήγηση να πάσχει από εγωπάθεια και εγωκεντρισμό. Ίσως, σκέφτομαι, επειδή περίμενα μια κουήρ αυτουμυθοπλασία, και δεν τη διάβασα, ίσως γι' αυτό να μου άρεσε τόσο πολύ το βιβλίο αυτό, γιατί παρέα με αυτό που περίμενα υπήρχαν και ένα μάτσο ενστάσεις και φοβίες ειδολογικού ή της μόδας χαρακτήρα. Διαβάζοντας κάτι εντελώς, ή όχι και τόσο υπό μια έννοια, διαφορετικό, κάτι που δεν περίμενα και διόλου προετοιμασμένος δεν ήμουν, αλλά και πώς να ήμουν, το Ναπάλμ στην καρδιά σε σημεία με πήρε και με σήκωσε, να πώς μπορεί η δυσφορία να συνέρχεται με την απόλαυση, να πώς ο κόμπος στο στομάχι βρίσκεται λίγο πιο κάτω από το διάφραγμα που ανεβοκατεβαίνει ελεύθερο.

Αυτό είναι ένα πρωτόλειο έργο. Σκέφτομαι πάντα πως το δεύτερο βήμα ενός συγγραφέα ίσως και να είναι το πλέον κρίσιμο, στο πρώτο έχει αφιερώσει χρόνο, κόπο, συναίσθημα και βίωμα, η κυοφορία διήρκεσε αρκετά. Τώρα, έχοντας διαβάσει δύο φορές αυτό το βιβλίο, σκέφτομαι πως η αναμονή για το επόμενο διαθέτει μια διαφορετική ποιότητα. Σίγουρα ο χρόνος θα δείξει, αλλά σήμερα θα πόνταρα πως εδώ έχουμε την ανατολή μιας ενδιαφέρουσας και ιδιαίτερης λογοτεχνικής φωνής.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για την Κίτρινη βροχή περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ευρυβιάδης Σοφός
Εκδόσεις Κείμενα

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Θρήνος για την Τζούλια - Susan Taubes

Ολοένα και αθροίζονται τα ωραία βιβλία στη νεοσύστατη σειρά μεταφρασμένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Αλεξάνδρεια, να, ακόμα ένα. Τη Σούζαν Τάουμπες δεν την γνώριζα. Γεννήθηκε το 1928 στη Βουδαπέστη, έντεκα χρονών μετανάστευσε με τον ψυχαναλυτή πατέρα της στην Αμερική, όπου και πέθανε το 1969. Η παρούσα έκδοση αποτελείται από την ομώνυμη του τίτλου νουβέλα και από εννέα διηγήματα, κάτι το οποίο δίνει μια αρκετά πλήρη εικόνα. Η αξία του έργου της αναγνωρίστηκε μετά την αυτοκτονία της.

«Εξαφανίστηκε. Η Τζούλια με εγκατέλειψε. Πλέον για τα καλά, νομίζω. Έφυγε σιωπηλά υπό την κάλυψη της νύχτας. Ο μόνος τρόπος να μην την ακολουθήσει κανείς. Τη σκέφτομαι να βγαίνει μέσα στη νύχτα, να καίγεται σαν κερί, να σβήνει ίσως. Δεν θα μάθω ποτέ πού. Δεν θα μάθω ποτέ πριν από πόσο καιρό. Αυτό ήταν το δωμάτιο της Τζούλιας».

Έτσι ξεκινάει ο Θρήνος για την Τζούλια. Μια αντρική, πρωτοπρόσωπη αφηγηματική φωνή θρηνεί τη φυγή της, μόνος στο άλλοτε δωμάτιο της. Ένας εραστής, ένας σύζυγος, ένα παιδί ή μήπως ένας πατέρας; Όχι. Τότε; Ένα ασώματο υποκείμενο, ένα πνεύμα, η συνείδησή της, ίσως. Ένας εσώψυχος ένοικος, ένας παντεπόπτης οφθαλμός, όχι όμως παντογνώστης, εξού και πιάστηκε απροετοίμαστος στη φυγή της, αντιμέτωπος διαρκώς με έναν γρίφο, την Τζούλια, τώρα θρηνεί και πιάνει το νήμα από την αρχή, μια ιδιότυπη νεκρολογία, τώρα που πια για εκείνον δεν υπάρχει.

Η Τζούλια, για τον αναγνώστη, είναι εξαρχής απούσα, εκείνο το εξαφανίστηκε είναι παντοδύναμο, η φωνή της δεν θα ακουστεί ούτε μια στιγμή, όχι τουλάχιστον αφιλτράριστη, όχι χωρίς τον διαμεσολαβητή αφηγητή, υπό το πρίσμα εκείνου θα περιγραφεί, θα βιογραφηθεί, θα ερμηνευτεί, με τα όρια της επικράτειας να είναι πεπερασμένα, για τον αναγνώστη η πραγματική Τζούλια δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η αφήγηση εκείνου, τώρα πια ούτε για εκείνον υπάρχει, είναι πια αθέατη, εκτός της οθόνης του ραντάρ. Αυτή η ετεροβιογράφηση αποτελεί το εύρημα. Μια ιδέα καθοριστική, όχι μόνο αφηγηματικά, όχι μόνο λογοτεχνικά, όχι μόνο στυλιστικά, αλλά με ρίζες βαθύτερες, η γυναικεία φύση, τα όρια, οι περιορισμοί, το αναμενόμενο, ο ετεροπροσδιορισμός, η αντρική σκιά που πέφτει παχιά, αλλά και ο εαυτός ως παρατηρητής.

Η αφήγηση αφήνει να αιωρείται η πηγή του θρήνου, αφήνει να αιωρείται ακόμα και το αν είναι θρήνος, ή μήπως θυμός, κατάπληξη, σοκ, απώλεια ελέγχου; Όσο ήταν παρών εκείνος, η Τζούλια ενεργούσε με έναν τρόπο αναμενόμενο, ακόμα και όταν φαινομενικά έδειχνε να παρεκκλίνει, η στιγμή που εξαφανίστηκε, ωστόσο, δεν ήταν μέρος του σεναρίου.

Επαναδιατυπώνω το παραπάνω: Η Τζούλια, για τον αναγνώστη, έλεγα, είναι εξαρχής απούσα, όχι, δεν είναι έτσι, η Τζούλια, για τον αναγνώστη, αλλά και για τον αφηγητή, είναι παρούσα δια της απουσίας της, ηχηρή δια της σιγής της, αυτόφωτη στο σκοτάδι που άφησε ξοπίσω της. Ο τρόπος που γράφει η Τάουμπες είναι συγκλονιστικός, εγκλωβίζει τη φωνή στο απόν σώμα τής Τζούλια, αυτό το παράσιτο που ο ξενιστής του έφυγε και το άφησε πίσω να θρηνεί. Όσα γνώριζε, όσα έλεγχε, όσα καθόριζε είναι πια θρήνος. Όσα ήταν η Τζούλια, τα θεωρούσε δικά του. Όσα αφηγείται είναι δικά του, είναι όσα ενίσχυαν το εγώ του, όσα καθιστούσαν τη Τζούλια μια άβουλη κούκλα, ένα παιδικό παιχνίδι, μια χαριτωμένη κοπέλα, γυναίκα, που όλο στριφογυρνούσε, που όλο τολμούσε εντός των ορίων, ένας γρίφος για να περνάει η ώρα του, αχ το σκασμένο, μονολογούσε, κοίτα τι σκαρφίστηκε πάλι, και γελούσε βλέποντάς την να χτυπά ξανά και ξανά στον τοίχο ύστερα από κάθε απόπειρα άλματος.

Παρά τον θρήνο του, παρά την εγκατάλειψη που βιώνει, εκείνος, όταν αφηγείται τα περασμένα, μετέρχεται της τότε παντοδυναμίας του, βρίσκει ξανά τη δύναμη που ένιωθε τότε, τα απομνημονεύματά του ως μια τελευταία στιγμή θριάμβου, ένας εκπεσών παντοδύναμος δυνάστης που χαζογελούσε/χαζογελά με την ελευθερία που οι υπόδουλοι πίστευαν πως διαθέτουν, τώρα παντέρημος και μόνος, βασιλιάς χωρίς βασίλειο, που αρνείται ή ίσως δεν ξέρει καν πώς να παραδεχτεί την ήττα του, τη συντριβή του, το κενό της ύπαρξής του, αναπολεί τα περασμένα και αντλεί τις ύστατες σταγόνες ηδονής. Ποιος είσαι τώρα, ε;

Λίγο καιρό πριν, διάβασα το Μάλινα της Μπάχμαν, μια από τις αναγνωστικές κορυφές της εν εξελίξει χρονιάς, διαβάζοντας τον Θρήνο για την Τζούλια διέκρινα αυτή τη διακειμενική συγγένεια, αναγνώρισα το παρεμφερές συναίσθημα εκείνης της ανάγνωσης. Ίσως, σκέφτομαι, εκτός των άλλων κοινών γνωρισμάτων, να είναι εκείνο το σκοτεινό παιγνιώδες, μια ζαβολιά ως πέπλο, μια μεμβράνη δύο όψεων ανακλαστικών, από τη μια ο ρεαλισμός του βιώματος, από την άλλη ο μυθοπλαστικός αναχωρητισμός, το μέρος και το όλο, το εγώ και το εμείς, το εγώ και το εγώ. Το παιγνιώδες ως οχυρό, ένα δικό τους δωμάτιο, εκεί που οι δυνατότητες πολλαπλασιάζονται, που οι περιορισμοί σε κάποιο βαθμό αίρονται. Ο παιγνιώδης χαρακτήρας δεν είναι εδώ μια πηγή χαράς και ανεμελιάς, δεν είναι ούτε το σημείο αφετηρίας μιας καθολικής επανάστασης, αλλά ένας τόπος δυνατοτήτων σε συγκατοίκηση με τους περιορισμούς. Εδώ έγκειται και η εγκεφαλικότητα, μια παρτίδα επίθεσης και άμυνας, εδώ, ωστόσο, το πιόνι μπορεί να αφήσει πίσω του το ταμπλό, απλώς να διαφύγει, βγάζοντας τη γλώσσα στους κανόνες. Μόνο η Τζούλια ξέρει τι θυσίασε, αν θυσίασε, και τι υπερέβη, αν υπερέβη, ποιο τίμημα πληρώνει, αν πληρώνει, ποια ηδονή απολαμβάνει, αν απολαμβάνει, από ποιο παράσιτο υποφέρει, αν υποφέρει πλέον.

Σε αυτό το άυλο υποκείμενο, περισσότερο διέκρινα μια πατρική φιγούρα, ίσως επηρεασμένος και από το επάγγελμα του ψυχαναλυτή που εξασκούσε ο πατέρας της. Και αν μια τέτοια αρχή προσφέρει ένα έδαφος ανάγνωσης και ανάλυσης, σίγουρα ενδιαφέρον και πολυεπίπεδο, εντούτοις, όπως και κάθε αντίστοιχη αρχή ως εναρκτήρια θέση, μάλλον περιορίζει τον φωτισμό σε ένα και μόνο, μικρότερο ή μεγαλύτερο, μέρος της επικράτειας από την οποία τελικώς απέδρασε η Τζούλια. Το ίδιο ισχύει και αν γίνει απόπειρα διάκρισης του αυτοβιογραφικού χαρακτήρα της νουβέλας, αν η Τζούλια είναι η Σούζαν, αρκεί, θεωρώ, να πει κανείς, σίγουρα έχει κάτι από εκείνη, αλλά την υπερβαίνει, θα ήταν απερίσκεπτο και εγωπαθές να ικανοποιηθεί κανείς με μια τέτοια προσέγγιση, ίσως να ήταν και αρσενικό. Ο Θρήνος για την Τζούλια, όπως και το Μάλινα, δεν είναι αυτομυθοπλαστικά κείμενα, δεν είναι απλώς και μόνο αυτό που τα τελευταία χρόνια συνηθίζεται, είναι κάτι πολύ διαφορετικό, και ας μην είναι αυτό το χαρακτηριστικό που τα εξυψώνει λογοτεχνικά.

Αποκλειστικά παραβολικά ή παραδειγματικά ή διδακτικά, η νουβέλα δεν θα λειτουργούσε λογοτεχνικά. Το ίδιο ισχύει και για τα διηγήματα της Τάουμπες. Πυκνογραμμένα, αφήνουν την αίσθηση ενός εκτενέστερου κειμένου, ο αναγνώστης νιώθει πως ξέρει περισσότερα. Η ασφυξία είναι διάχυτη, οι περιορισμοί παρόντες, το παιγνιώδες επίσης. Διαβάζοντας τον Θρήνο για την Τζούλια είναι εμφανές πως η νουβέλα ανήκει σε ένα ευρύτερο προσωπικό σύμπαν, δεν είναι απλώς ένα εύρημα γραφής, μια καλή ιδέα, μια καλογραμμένη νουβέλα, αλλά μέρος ενός συστήματος πλανητών, αστερισμών, δορυφόρων και ήλιων, και αυτό είναι κάτι που τα διηγήματα έρχονται να επιβεβαιώσουν μια κοινή φωνή, μια δημιουργό.

Η κοινή ανθρώπινη εμπειρία, με τις ιδιαιτερότητες, τους περιορισμούς και τα προνόμια είναι εκείνη που απαλύνει την αίσθηση του ολοκληρωτικά ανοίκειου, άγνωστου και ξένου, είναι εκείνη που επιτρέπει στον αναγνώστη, ασχέτως φυλής, τάξης και φύλου, να αναγνωρίσει, να παραδεχτεί ή να περιφρονήσει το σύμπαν των προσώπων και των ιστοριών τής Τάουμπες, χάνοντας και βρίσκοντας ξανά την αναπνοή του, δυσφορώντας για τον έναν ή τον άλλο λόγο, κάτι που επιβάλλει η γραφή της, αδιάφορη για, ή ίσως γνωρίζοντας εκ των προτέρων, τους εξωκειμενικούς και λοιπούς περιορισμούς, άλλωστε, αυτοί υπήρξαν σε μεγάλο βαθμό η πρώτη ύλη.

Ο πρόλογος της Φρανσέσκα Γουέιντ είναι υποδειγματικός, κυρίως γιατί δεν επιχειρεί η ανάγνωση και η ερμηνεία της να υπερβεί το ίδιο το έργο, ενσωματώνοντας, ωστόσο, τον θαυμασμό της γι' αυτό, δίνοντάς του την απαραίτητη ψυχή και απαλλάσσοντάς τον από τον αμιγώς τεχνικό χαρακτήρα του. Κάποιες φορές ο λόγος για τη λογοτεχνία ανήκει δικαιωματικά στην επικράτεια της δημιουργίας.

Τώρα που ξέρω ανυπομονώ για το Διαζύγιο, που επίσης έχει ανακοινωθεί πως κάποια στιγμή θα κυκλοφορήσει.

υγ. Για το Μάλινα της Μπάχμαν, περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αντωνία Γουναροπούλου
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής - Ilarie Voronca

Η ισχύς εν τη ενώσει. Ο Σπύρος Βαλτετσιώτης —ο άνθρωπος πίσω από το υπέροχο βιβλιοπωλείο Fata Libelli— πρότεινε, οι εκδόσεις Ποταμός με ενθουσιασμό αποδέχτηκαν την πρόταση, ο Αχιλλέας Κυριακίδης ανέλαβε τη μετάφραση-εγγύηση, το βιβλίο έφτασε στον φυσικό του χώρο. Συγκυρία ευτυχής, η σύσταση στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ενός σπουδαίου, του Ιλάριε Βορόνκα, διαμέσου ενός κομψοτεχνήματος όπως η νουβέλα Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής.

Τα τελευταία χρόνια, ένας από τα νήματα που με οδηγούν σε ένα βιβλίο, για το οποίο τίποτα δεν ξέρω και τίποτα δεν έχω να περιμένω, είναι εκείνο της υπογραφής του μεταφραστή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό του κύριου Αχιλλέα. Έτσι ξετυλίχτηκε αυτό το αναγνωστικό κουβάρι.

Ήταν νωρίς το πρωί, ένα βιβλίο είχα τελειώσει, ένα άλλο έψαχνα να ξεκινήσω, διάβασα την πρώτη σελίδα:

«Ήταν ένας χειρουργός ασυνήθιστος, που σου αφαιρούσε την ψυχή στο άψε-σβήσε. "Δε θα πονέσετε" έλεγε, "απλώς στηριχτείτε καλά στην πολυθρόνα σας". Και σου μιλούσε περί ανέμων και υδάτων: για τον αίθριο καιρό που συνεχιζόταν, για την τελευταία παράσταση στην Όπερα, για μυστικά διαβούλια υπέρ της ειρήνης· διότι, ας μην το ξεχνάμε, ήμαστε εν καιρώ πολέμου, και στον αέρα πλανιόταν μια μόνιμη απειλή ειρήνης. Οπότε, το μυαλό σου πήγαινε πότε στα πεδία της μάχης, πότε στους πολύβουους δρόμους της πόλης. Και ξαφνικά, εκεί που διόλου δεν το περίμενες, ο εν λόγω δεξιοτέχνης σου αποσπούσε την ψυχή. "Όπως βλέπετε" έλεγε μ' ένα χαμόγελο, "δεν πεθάνατε. Αυτό ήταν". Και σου 'δειχνε, πιασμένο σε μια λευκή τανάλια, ένα πράγμα λευκό που αιμορραγούσε».

Διάβασα την πρώτη αυτή σελίδα. Όχι απλώς είχε αποφασιστεί αμετάκλητα το επόμενο βιβλίο, οι προσδοκίες ήδη βροντοχτυπούσαν την πόρτα, το γιατί ο μεταφραστής έμοιαζε να είναι ο ιδανικός διαφαινόταν ήδη στο παράδοξο και το υποδόριο, η αντίστροφη μέτρηση για το πέρας του οκταώρου είχε κιόλας αρχινίσει, ανάμεσα σε τιμολόγια και παραγγελίες, διέκοπτα το σουλάτσο των πελατών για να τους ζητήσω να διαβάσουν αυτή την πρώτη σελίδα, το συνωμοτικό βλέμμα επισφράγιζε την ομοφωνία επί της αρχής, έτρεφε την προσδοκία.

Σχόλασα και έκανα απλώς λίγα μέτρα, στον ήσυχο απογευματινό πεζόδρομο, ένα στρογγυλό τραπέζι και μια άνετη καρέκλα, ένας ακόμα καφές, η πρώτη σελίδα ξανά, η αφαίρεση της ψυχής και η απειλή της ειρήνης. Δεν θέλει και πολλά πράγματα κανείς.

Ο Βορόνκα, διαβάζω στο βιογραφικό, γεννήθηκε στη Ρουμανία το 1903, μετακόμισε στη Γαλλία, έκανε πράγματα της τότε ζωής, όπως ο πόλεμος, μπλέχτηκε με την πρωτοπορία της εποχής, έγραψε, αυτοκτόνησε στο Παρίσι το 1946, παρά την όποια αναγνώριση έλαβε τότε, στη χώρα του άργησε να εκτιμηθεί, άνθρωποι με πόδια σε δύο χώρες, Ρουμάνος αριστερά στον χάρτη, Γάλλος στα δεξιά.

Και αν η πρώτη σελίδα προμήνυε κάτι το υπερρεαλιστικό και το υπόγεια δηκτικό, δεν περίμενα πως το κυρίως υπόστρωμα θα ήταν εκείνο της συγκίνησης, το οικείο αδιέξοδο της ανθρώπινης ύπαρξης, που επιπροσθέτως οπλίζεται με σκυρόδεμα τραχύ και συμπαγές σε καιρούς όπως εκείνοι, η λαχτάρα για ένα καίριο πλήγμα στη ματαιότητα αλλά και τη μισανθρωπία, η ίδια η πράξη της γραφής είναι μια τέτοια τεχνική αναπνοής, η δίψα για την ομορφιά, τον έρωτα, για το χειροπρακτικό που ως αποτέλεσμα να έχει τη δημιουργία και όχι το μακέλεμα αθώων νεαρών ψυχών ένθεν και ένθεν της γραμμής του μετώπου. Η αφαίρεση της ψυχής, η εμψύχωση μιας άλλης σ' ένα σώμα που υποφέρει από ένα σώμα που έπαψε να αναπνέει, το εύρημα αυτό δεν είναι απλώς ένα εύρημα επιστημονικής φαντασίας, η πρόοδος της ιατρικής δεν χειροκροτείται εδώ, μάλλον δείχνει το πώς το ανθρώπινο προσαρμόζεται στο απάνθρωπο του πολέμου. Ο Βορόνκα, που ξεκίνησε γράφοντας στίχους, και η ποιητική είναι κάτι που διαφαίνεται και στον πεζό του λόγο, δεν επιθυμεί να συντάξει ένα αντιπολεμικό κείμενο, στρατευμένο και ανάλογα απλοϊκό, τόσο που να φτάσει και να γίνει κατανοητό ευρέως, αλλά, με σύμμαχο τον υπερρεαλισμό και το μαύρο, κατάμαυρο, χιούμορ επιθυμεί να αφηγηθεί την εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, και αυτό κάνει, και το κάνει υπέροχα.

Η συγκίνηση, έλεγα, που αναδύεται από τα υπόγεια, αβίαστη και διόλου με διάθεση διδακτική κάνοντας χρήση απλοϊκών διπόλων, όπως το καλό και το κακό χωρίς την αναμεταξύ τους διαστρωμάτωση με αποχρώσεις του γκρίζου, είναι τελικά το συναίσθημα που μεταφέρει τον αναγνώστη στο μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης. Μέσω εκείνης αναπτύσσεται ο κοινός τόπος, το απαραίτητο ενδιάμεσο εμβαδόν ανάμεσα σε εκείνον και σε σένα, στο τότε και το τώρα, στο εκεί και το εδώ. Η ματαιότητα, η απουσία του ύψους, το πλατσούρισμα σε νερά στάσιμα από μια βροχή που κανείς πια δεν θυμάται πότε επιχείρησε να ξεπλύνει τον δρόμο και τελικά τον λέρωσε, αυτός είναι ο καμβάς, αυτή η αγωνία μιας ζωής ξοδεμένης κακώς και με τον ορίζοντα ομιχλώδη και μη υποσχόμενο πολλά. Η συγκίνηση της απλότητας στον καιρό των τεράτων, μια ιστορία ενός χαμένου έρωτα, η αναζήτηση της ευτυχίας, οι κατραπακιές της ζωής, οι μώλωπες της πτώσης από τα σύννεφα της ονειροπόλησης, ο φόβος να κοιτάξουν οι άλλοι μέσα μας, κάτω από τη μάσκα, εκεί που εντοπίζεται η πλαστότητα. 

Ένα κομψοτέχνημα, γήινο και συνάμα αιθέριο, ρεαλιστικό και ποιητικό, αριστουργηματικό στην απλότητά του και ζηλευτό για την γενναιόδωρη οικονομία του, Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, που τόσο ταίριαξε στον Κυριακίδη, τον λάτρη και υπερασπιστή της μικρής φόρμας, είναι ένα βιβλίο για διάφορους λόγους σημαντικό, ένα σφηνάκι πηχτό που δεν κινδυνεύει να αραιώσει σε όσες αναγνώσεις και αν υποβληθεί, ένας βολβός σκόρδου. Μη βιαστείτε να κρίνεται τον παραλληλισμό μέχρι να φτάσετε στη σελίδα 57.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ποταμός 

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Φωτεινά μονοπάτια - Margaret Drabble

Θυμάμαι συχνά την αναγνωστική αίσθηση που ένα βιβλίο μού άφησε παρακαταθήκη, αποκομμένη από την αυστηρή μνήμη, αόριστη και όμως επίμονα παρούσα και τότε γυρεύω επιπλέον βιβλία του συγγραφέα, επιθυμώντας μια ιδιότυπη ανασύσταση, το πιο ασφαλές μονοπάτι για τη χώρα του á la maniére de. Σκεφτόμουν έντονα το βιβλίο της Μάργκαρετ Ντράμπλ, Μωρό από ατόφιο χρυσάφι, διαβασμένο σχεδόν μια δεκαετία πριν, εδώ και κάποιο καιρό δυστυχώς εξαντλημένο, το σκεφτόμουν ξανά και ξανά, περνώντας από ένα βιβλίο σε κάποιο επόμενο, το μυαλό επέστρεφε εκεί διαρκώς. Η απομάκρυνση από την ανάγνωση ενίοτε ξεθωριάζει τη λάμψη ενός βιβλίου, συμβαίνει συχνά, ο καιρός περνά και το βιβλίο εκείνο δεν μοιάζει τόσο λαμπερό όσο τη στιγμή της ανάγνωσης, βιβλία-πυροτεχνήματα, συμβαίνει ενίοτε όμως και το ανάποδο, το πέρας του χρόνου να εντείνει την αίσθηση της λαμπρότητας, τότε το βιβλίο, αργά και σταθερά, στα σκοτεινά, διαπλατύνει το εμβαδόν του μέσα μου, ο νους επανέρχεται σε εκείνη την αίσθηση, την επιζητά ξανά, δεν είναι απλό να αποδείξεις το γιατί συμβαίνει αυτό, απλώς συμβαίνει και είναι όμορφο και άρα καλώς συμβαίνει, τέτοιο ήταν το βιβλίο της Ντραμπλ, ολοένα και αύξανε το χώρο του μέσα μου, και ας θυμάμαι ελάχιστα πράγματα, και τι με αυτό, το Μωρό από ατόφιο χρυσάφι επέμενε να επανέρχεται ξανά και ξανά, έψαξα και βρήκα τα Φωτεινά μονοπάτια, ήταν ακόμα καλοκαίρι, η κατεξοχήν εποχή των μεγάλων αφηγήσεων, του ελεύθερου χρόνου, του απαλλαγμένου από τις διασπάσεις της ψηφιακής καθημερινότητας.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες ένα αίσθημα φιλόξενο εμφανίστηκε, καθησυχαστικά οικείο, άριστος προπομπός των πεντακοσίων σελίδων που με περίμεναν, το καταφύγιο, η παράλληλη πραγματικότητα.

Τελευταία μέρα του 1979, το τέλος μιας δεκαετίας, ένα πρωτοχρονιάτικο πάρτι, τρεις φίλες που παρά τις αναποδιές και τις εκπλήξεις της ζωής διατηρούν τον δεσμό που πέταξε τις πρώτες του ρίζες στα φοιτητικά χρόνια, τότε που όλα έμοιαζαν δυνατά, κάτι το υποσχόμενο έδειχνε να ανατέλλει στο βάθος του ορίζοντα, μια προσμονή αόριστη, ασχημάτιστη, συνοδευόμενη από απλά σκίτσα και γενικόλογη ευχολογία, μια προσμονή που δεν είναι απλό και ακριβές να ισχυριστεί κανείς πως δεν υλοποιήθηκε ή πως όλα, όπως συνηθίζουμε βιαστικά να λέμε, εξελίχθηκαν εντελώς διαφορετικά και επιπλέον ανάποδα, αφού κάτι τέτοιο προϋποθέτει ένα δεδομένο σχέδιο, υπολογισμένο με ακρίβεια, μια αντιπαραβολή στη θέα της οποίας να μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως καμία σχέση δεν έχει με την υλοποίησή του. Και ίσως κάποιος επισημάνει την ανατολή μιας εποχής ιδιωτείας, την απομάκρυνση από το συλλογικό, να το ατομικό, να οι δυνατότητες, να και η παγίδα, όμως, ίσως να πει, με μια διάθεση επικριτική, γυρεύοντας την πρώτη σπορά του κοινωνικού μετασχηματισμού, επιδιώκοντας να αιτιολογήσει το πώς φτάσαμε εδώ, διόλου ξαφνικά και τυχαία δεν συνέβη όλο αυτό, θα προσθέσει με κάποιο σκεπτικισμό, χωρίς διάθεση να χαϊδέψει αυτιά και συνειδήσεις, χωρίς όμως και να κατηγορεί αυστηρά αμελώντας τα δεδομένα ανεπαρκή ανθρώπινα μέτρα.

Αν επιχειρούσα μια ανασύσταση της τότε αναγνωστικής εμπειρίας, τότε η φράση κλειδί θα ήταν η εγκεφαλική γυναικεία γραφή, ο τρόπος, όπως ανακαλώ το συναίσθημα, της Ντραμπλ να παίρνει χρόνο και απόσταση από τα πράγματα, να τα παρατηρεί επίμονα, να αναμειγνύει την προώθηση της πλοκής με τη θεωρία, όχι με αυστηρούς όρους αιτίου αιτιατού, κάτι το οποίο θα την απομάκρυνε από τη λογοτεχνική αρένα και εδώ έχουμε να κάνουμε με λογοτεχνία υψηλής στάθμης. Αναπολώντας το παρελθόν, το κοντινό δικό μας αλλά και το πιο μακρινό, ένα από τα βασικά νοσταλγικά λάφυρα είναι η βραδύτητα, τότε, συνηθίζουμε να λέμε, ο χρόνος κυλούσε διαφορετικά, πιο αργά, πιο ποιοτικά, προσφέροντας το απαραίτητο περιθώριο, το οποίο πλέον στερούμαστε. Αυτό το λάφυρο είναι επίπλαστο, παρότι είναι μια από τις απολαύσεις που η εκ των υστέρων αφήγηση χαρίζει. Το ακίνητο πια παρελθόν, το κινούμενο παρόν, το άγνωστο μέλλον. Είναι λάφυρο κάθε εποχής, ακόμα και το κυριολεκτικό χτες κινήθηκε, με σημείο παρατήρησης το σήμερα, αργά, τα πάντα εκεί μοιάζουν, ίσως και να είναι, τακτοποιημένα.

Η Ντραμπλ γράφει ένα μυθιστόρημα που αφηγηματικό παρόν, παρά τις εκτενείς παρελθοντικές αναλήψεις, έχει τη δεκαετία του '80, τα Φωτεινά μονοπάτια κυκλοφορούν το 1987. Είναι ένα πλεονέκτημα που ο λογοτέχνης, αντίθετα με τον ιστορικό, διαθέτει. Μπορεί να μιλήσει για το σήμερα, μπορεί να το κάνει καλά ή κακά, αλλά αυτό είναι παρεπόμενο στάδιο. Η Ντραμπλ πέρα από μια ενδιαφέρουσα πλοκή, ένα άθροισμα από υποπλοκές για την ακρίβεια, εκείνο το σημαντικό που πετυχαίνει είναι αυτή η διαπραγμάτευση του χρόνου, αφού μαεστρικά καταφέρνει κάτι που φαινομενικά μοιάζει παράδοξο και ίσως αδύνατο, και αυτό είναι να αναδείξει την ταχύτητα των αλλαγών παίρνοντας απόσταση, σταματώντας και παρατηρώντας εκ του σύνεγγυς, μετατρέποντας σε πλεονέκτημα το μειονέκτημα της εκ των υστέρων θέασης των γεγονότων, του ο γέγονε γέγονε, αυτό, μας υπενθυμίζει λογοτεχνικά, είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε απέναντι στο παρελθόν, να το παρατηρήσουμε, να το αποσυναρμολογήσουμε, να το κάνουμε μικρά θραύσματα ώστε να δούμε πώς διαμορφώθηκε, πώς μας έφερε εδώ, αυτό, λέει, είναι ο μοναδικός τρόπος να εκτρέψουμε τη ροή των γεγονότων, μόνο αν κατανοήσουμε πού χάθηκε ξανά και ξανά η παρτίδα, μόνο τότε ίσως να έχουμε μια ευκαιρία για μια ακόμα ζαριά, αυτή τη φορά με δικά μας τα πειραγμένα ζάρια.

Και η λογοτεχνία, με τον φακό εστιασμένο σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, η καλή λογοτεχνία, για να είμαι ακριβής, αυτό που κάνει είναι να περικλείει το ευρύτερο συλλογικό στο ατομικό, όχι το συνολικά συλλογικό, αυτό θα ήταν κάτι το αφελές ακόμα και να το σκεφτεί κανείς, για την ακρίβεια είναι ο πολιτικός τρόπος σκέψης, η περίκλειση του συνολικού υπό το καθεστώς της επιθυμίας των ελάχιστων, η Ντραμπλ, για να επανέλθουμε στην καλή λογοτεχνία, μέσα από τα αφηγηματικά πρόσωπα, δεν επιθυμεί, δεν τολμάει καν να συμπεριλάβει και να μιλήσει εξ ονόματος του συνόλου της κοινωνίας, δεν αποκρύπτει τα προνόμια, ακόμα και αν αυτά δεν είναι τα μεγαλύτερα υπαρκτά, τρεις γυναίκες τη δεκαετία του ογδόντα, άλλωστε, παρά το όποιο προνόμιο διαθέτουν, δεν παύουν να βρίσκονται σε δύσκολη θέση, έναντι των αντρών του κύκλου τους, για παράδειγμα, και αναδεικνύοντας αυτά τα προνόμια, περισσότερο από τα μη προνόμια, καταφέρνει να ανοίξει αρκετά την κοινωνική βεντάλια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού είναι ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνονται εντός του μυθιστορήματος οι απεργίες των ανθρακωρύχων ενάντια στο δεν υπάρχει εναλλακτική της θατσερικής περιόδου. Η απόσταση από εκείνη την πραγματικότητα, η αφελής εμπλοκή των ανώτερων τάξεων ωθούμενων από έναν ιδεαλισμό κάπως γραφικό, αλλά και η σημασία στη διαμόρφωση της γενικότερης εικόνας του κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού σκηνικού, γίνονται με έναν τρόπο έξοχο, όχι μόνο λογοτεχνικά αλλά και πολιτικά, αν και όχι στείρα στρατευμένο, κάπου στο βάθος της σκηνής. Η λογοτεχνία της Ντραμπλ λειτουργεί θαυμαστά ως γέφυρα του χτες, θα αναφέρω χαρακτηριστικά τη Γουλφ, και του σήμερα, που όχι απλώς την προοικονομεί αλλά τη φωτίζει με τρόπο τέτοιο που αφαιρούνται οι όποιες σκιές τις αποδίδονται περί ατομισμού και έλλειψης οικουμενικού χαρακτήρα. Η σύγχρονη λογοτεχνία ιδωμένη στο τώρα αδυνατεί, ακόμα και αν δεν το επιδιώκει, να αποκρύψει τον κοινωνικό επιμερισμό, δεν μπορεί, ίσως και να μη θέλει κιόλας, να μιλήσει εξ ονόματος του συνόλου, αυτό το οποίο κάνει, καλά ή όχι είναι άλλη συζήτηση, είναι να τοποθετεί το άτομο εντός του συνόλου και αυτό, συγγνώμη κιόλας, μόνο ιδιωτεία δεν είναι κατά τη γνώμη μου. Άλλωστε και εμείς οι αναγνώστες εντός του ευρύτερου αυτού συνόλου βρισκόμαστε, αδυνατώντας να έχουμε ανεμπόδιστη και πανοπτική θέα και γνώση του συνόλου αυτού, ο μικρόκοσμός μας δεν είναι ο κόσμος όλος, αυτό αρκετοί το ξεχνάνε, επίτηδες ή από ηλιθιότητα, μικρή σημασία έχει.

Επιγραμματικά: η Ντραμπλ δεν επιδιώκει να αποτυπώσει με ακρίβεια και πληρότητα το πρώτο μισό της δεκαετίας του ογδόντα, αυτό ούτε η πιο καλή θεωρία, χρόνια μετά, δεν θα μπορέσει να το κάνει με τρόπο πλήρως συμπεριληπτικό, αυτό που κάνει, και το κάνει περίφημα, είναι μέσα από τα τρία κύρια πρόσωπα της πλοκής να το περιδιαβεί μέσα από το ατομικό και έτσι να αναδείξει τις αντιφάσεις και την πολυπλοκότητά του.

Κάπου έχω και το Ο καταρράκτης, το τρίτο βιβλίο αυτής της σπουδαίας συγγραφέα, πρέπει να το εντοπίσω γιατί σίγουρα η ανάμνηση της ανάγνωσης αυτής θα μου επιβάλλει την ανάγνωσή του. Για το Μωρό από ατόφιο χρυσάφι έγραφα, τότε, αυτό.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Βούλα Μαργαρίτη
Εκδόσεις Νεφέλη

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Εξομολογήσεις - Sergio Blanco

Τρεις διαλέξεις αυτομυθοπλασίας περί έρωτος, βίας και θανάτου.

Πέρυσι είχα δει το Μια άλλη Θήβα στο θέατρο, δεν συγκράτησα τότε επαρκώς το όνομα του συγγραφέα, έκανα τη σύνδεση αφού είχα πιάσει το βιβλίο στα χέρια μου, εκείνη η παράσταση μου είχε αρέσει αρκετά. Μου το επισήμαναν το βιβλίο αυτό, το είχα προσπεράσει με ελαφριά καρδιά όταν είχα δει πως κυκλοφόρησε. Όπως συνηθίζει να συμβαίνει, οι λίγες σελίδες που πρόλαβα να διαβάσω όταν έπιασα το βιβλίο αυτό στα χέρια μου, διασάλευσαν τον όποιο προγραμματισμό.

Ήταν η πρώτη σελίδα για την ακρίβεια, η εισαγωγή, εκεί που ο Μπλάνκο αναφέρεται στην ανάθεση που του έγινε, εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο δούλεψε, την έλξη που του άσκησε αυτή η συνύπαρξη της διάλεξης — που πρέπει να ανταποκρίνεται στις αρχές της αντικειμενικότητας, της σαφήνειας και της ακρίβειας μέσω ενός λόγου διατεταγμένου— και της αυτομυθοπλασίας —που συνίσταται στο να λες ψέματα για την αλήθεια σχετικά με τον εαυτό σου. Αυτό το υβρίδιο τον συνεπαίρνει, αυτό που δεν είναι ούτε μόνο το ένα, ούτε μόνο το άλλο.

Ένιωσα πως αυτό το υβρίδιο με αφορά, τόσο ως κατασκευή, όσο και ως θεωρία, πατούσε σε πράγματα που συνεχίζουν να με απασχολούν ενώ το παρόν ιστολόγιο συμπλήρωσε τα δέκατα έκτα γενέθλιά του, αυτό το υβρίδιο γραφής ανάμεσα στο δοκίμιο, ένα κείμενο περί ενός βιβλίου, και το αυτομυθοπλαστικό, το εγώ μου μέσα στη διαδικασία της ανάγνωσης, ένα σημείο τομής δύο επικρατειών, διακριτών πλην ωστόσο συγγενών, άρρηκτα με τα χρόνια συνδεδεμένων. Δεν το ένιωσα αυτό με την απλοϊκότητα της σκέψης: να, ένας περισπούδαστος, τα λέει. Όχι, σε καμία περίπτωση. Διαβάζω, συνειδητοποίησα πρόσφατα, γιατί έχω ανάγκη την πολυμέρεια και την πολυσημία που η ανάγνωση μου χαρίζει ως οπτική ενός κόσμου που για χρόνια ήταν ασφυκτικά μονοσήμαντος, άρα ίσως και για τους ίδιους λόγους, σε διαφορετική εκδοχή, να γράφω εδώ.

Ένας δημιουργός με τη σκευή και το ταλέντο στη χρήση του λόγου, όπως ο Μπλάνκο, ποιότητες που δύναται να διακριθούν παρά την σε μεγάλο βαθμό άγνοιά μου για το σύνολο του έργου του, αντιμετωπίζει την πρόκληση, που ο ίδιος σχημάτισε, της υβριδικής συνύπαρξης μιας διάλεξης σε πλαίσιο αυτομυθοπλαστικό ή το ανάποδο, όπως προτιμάτε. Η αυτομυθοπλασία που σε λογοτεχνικό επίπεδο ολοένα και επικρατεί, στην παραγωγή της μα και στις αναγνωστικές μου επιλογές, έρχεται εδώ να αποκτήσει ένα πρακτικό θεωρητικό υπόβαθρο, μια διάλεξη και επί αυτού πέρα των άλλων. Και είναι αυτή η υβριδική μορφή που επιτρέπει στις τρεις διαλέξεις να λειτουργήσουν, τουλάχιστον σε αναγνωστικό επίπεδο, για το θεατρικό δεν έχω άποψη ή επαρκή σκευή, ως μια παρουσία στο γραφείο εργασίας του δημιουργού, του κατασκευαστή, καλύτερα έτσι, εκεί που τα κομμάτια μπαίνουν σιγά σιγά στη θέση τους, εκεί που οι σκόρπιες σκέψεις και σημειώσεις παρίστανται τόσο ως οργανικό μέρος της διάλεξης όσο και ως κατασκευαστική διαδικασία, ένα αποτέλεσμα προκλητικά γοητευτικό στα μάτια μου.

Σκέφτηκα, ένα μυαλό που συχνά πυκνά αναζητά λογοπαίγνια, την αυτοκριτική. Ίσως, σκέφτηκα, έτσι να μπορώ να συνυφάνω το δικό μου υβρίδιο, να είναι αυτός ο δικός μου υπότιτλος στην περιγραφή του μπλογκ πάνω και αριστερά στην οθόνη, κάτω από την ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός μονοπατιού, αν ποτέ αποφασίσω να την αλλάξω. Ένας χώρος αυτοκριτικής, ίσως αυτό να γράψω, στη θέση του Για ο,τι είδα, διάβασα και άκουσα.

Στην κατασκευή, εκτός από τα γεγονότα της ζωής, τα ταξίδια, τους εραστές, τα φιλιά, τους φίλους, την οικογένεια, τον έρωτα, τον θάνατο και τη βία, υπάρχουν και η ανάγνωση, η ακρόαση και η θέαση, οι διακειμενικές αναφορές, τα θραύσματα που σημειώνει κανείς καθώς περιδιαβαίνει την επικράτεια της τέχνης, το μπούνκερ της ύπαρξης, επιτρέψτε μου να πω. Και αυτά τα διακειμενικά δάνεια, ο τρόπος ανάληψης και χρήσης τους, ήταν εκείνα που πέρα από τη θεωρία της ανάγκης να επινοήσει κανείς τον ίδιο του τον εαυτό, ανάγκη παμπάλαια, πριν αναδυθεί ως είδος η μυθοπλασία του εαυτού, ανάγκη καθοριστική, η ανάγκη πίσω από το κάθε κείμενο, η επινόηση αλλά και η κατανόηση, η αναζήτηση του ποιος είμαι, ποιος θέλω να είμαι, ποιος φοβάμαι πως είμαι, πίσω από κάθε νήμα που η περιδιάβαση αυτή προσφέρει απλόχερα, το παγόβουνο κάτω από έναν ελάχιστο παγωμένο όγκο του μου άρεσε/δεν μου άρεσε ή της φιλολογικής/κριτικής απόλυτης μιας αλήθειας, ενός νοήματος, μιας ετυμηγορίας. Αυτού που ένα δοκίμιο, ένα κριτικό κείμενο νιώθω πως είναι, εκτός και αν, όπως στην περίπτωση του Μπλάνκο και των τριών διαλέξεών του, λειτουργήσει ως καθοριστικό πλήγμα στον ίδιο του τον εαυτό, στην ίδια την κατασκευή, τοποθετώντας στην ταράτσα μια τεράστια πινακίδα: εγώ έτσι το υλοποίησα. Ένα εγώ που επιτρέπει και σε άλλα εγώ να υπάρξουν ή, καλύτερα, ένα εγώ που αποδέχεται το απλό μα συχνά τόσο δύσκολο: πως υπάρχουν και άλλα εγώ· πως ο κόσμος είναι μια σύνθεση όλων αυτών των εγώ.

Μόνο του αυτό: Οι Εξομολογήσεις απαντούν στο ερώτημα: τι με ενδιαφέρει εμένα η ζωή του κάθε Μπλάνκο, πόσο μάλλον του καθένα. Δεν σε ενδιαφέρει η ζωή εκείνου. Η αντανάκλαση του εαυτού σου στο κείμενο, ίσως αυτή, ναι, να σε ενδιαφέρει. 

Διάβασα το βιβλίο αυτό, τους τρεις αυτούς υβριδικούς θεατρικούς μονολόγους, γοητεύτηκα, σκέφτηκα και αναγνώρισα διάφορα, σε μερικά ήδη αναφέρθηκα, παρότι, μέρος της συγκεκριμένης κατασκευής, αναπόφευκτα είναι μέρος της η αμφιθυμία να γράψω ή όχι ένα κείμενο με αφορμή το βιβλίο αυτό. Με αρκετή εγωκεντρικότητα και πάντοτε αναλογικά, ένιωσα πως με κάποιο τρόπο είχα την υποχρέωση να γράψω το κείμενο αυτό, όχι, τώρα το σκέφτομαι καλύτερα, απέναντι στο βιβλίο του Μπλάνκο, αλλά απέναντι στην πρόκληση που ένιωσα εγώ ο ίδιος, την πρόκληση της αυτοκριτικής, το σημείωμα αυτού του όρου σε αυτό το χρονικό σημείο της πορείας.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Δέσποινα Σαραφίδου
Εκδόσεις Ροές 

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Μυστικά δωμάτια - Luis Jorge Boone

Τα δοκίμια συνήθως χάνουν από τη μυθοπλασία. Πάντοτε κάποιο υπάρχει στο κομοδίνο ή στο τραπέζι δίπλα στον καναπέ, σε απόσταση βολής από τις πλέον συνήθεις θέσεις ανάγνωσης. Πάντοτε, ή σχεδόν πάντοτε, σε κάποιο αναγνωστικό κενό, μεταξύ βιβλίων, ή όταν κάποια ανάγνωση δεν τραβάει, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, η επιθυμία, ενίοτε με τον μανδύα της υποχρέωσης —παρέα με το ερώτημα: τι μπορεί να είναι εκείνο που από τα βάθη γεννά το αίσθημα της υποχρέωσης—, να διαβάσω ένα δοκίμιο, συνήθως σχετικό με τη θεωρία της λογοτεχνίας ή γύρω από κάποιο θέμα που με απασχολεί ή μοιάζει ικανό να με απασχολήσει. 

Αυτή η υποχρέωση, ή επιθυμία —για να μείνω σταθερός στην παραπάνω περίοδο—, ήταν που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να κάνω το μεταπτυχιακό πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής πριν από κάποια χρόνια, αυτή ωστόσο είναι μια άλλη, αρκετά περίπλοκη, ιστορία. Όπως και να έχει, τα δοκίμια συνήθως χάνουν από τη μυθοπλασία, που με αποπλανά και με τραβάει κοντά της με τα κάλλη και τις απολαύσεις που υπόσχεται και προσφέρει.

Ενίοτε, προς υπεράσπιση του εαυτού μου, κάπως η υποχρέωση εδώ υπερτερεί, προβαίνω σε ένα εύκολο παιχνίδι και λέω: κάποιοι προτιμούν να διαβάζουν για τη λογοτεχνία και κάποιοι άλλοι προτιμούν να διαβάζουν λογοτεχνία. Επιχείρημα χαμηλής στάθμης, το παραδέχομαι, ένα λεκτικό παιχνίδι κενό. Και όμως το λέω. Λέω κάτι ακόμα, πως διαχωρίζω την ανάγκη να γνωρίσω από την ανάγκη να μάθω, ανάγνωση βέρσους διάβασμα, να ένα ακόμα λεκτικό παιχνίδι.

Η λογοτεχνικότητα ενός δοκιμίου, κάτι που στην εποχή που το αυτό λαμβάνει θέση και μπροστά από το δοκίμιο, εκτός από τη λογοτεχνία, είναι ακόμα πιο σύνηθες να συμβαίνει, σίγουρα με βοηθάει, ασκώντας αποπλάνηση και έλξη.  Στα υβρίδια βρίσκω τον εαυτό μου. Υβρίδια γιατί πατούν σε δύο βάρκες, η σανίδα που τις κρατά σταθερά ζευγάρι είναι η αγάπη για τη λογοτεχνία, το πάθος, ο συγγραφέας αναγνώστης, που δεν νιώθει άνετα μόνο στον έναν ή τον άλλο ρόλο, που νιώθει πως χρωστάει πολλά στον ποταμό, εκεί που έμαθε, έπαιξε, ξεδίψασε και είδε τον μονοσήμαντο κόσμο να διαλύεται. Τα βιβλία αυτά διακρίνονται από το πάθος για την ανάγνωση. Αυτή είναι η κοινή επικράτεια που απλώνεται αναμεταξύ μας.

Να μια κατηγορία δοκιμίου, όχι σκληρά ακαδημαϊκού, αλλά μη μυθοπλαστικό σίγουρα, που ξεγελά την όποια άμυνα. Αυτή η προσδοκία γεννήθηκε όταν έπιασα στα χέρια μου τα Μυστικά δωμάτια του Λουίς Χόρχε Μπόνε, με τον υπότιτλο: Περί ασθένειας, πόνου και σώματος στη λογοτεχνία.

Αν θέλω, που θέλω, να είμαι ειλικρινής, ο υπότιτλος παρέα με προσδοκίες ύψωσε και τείχη φόβου, φόβου πως σε μια εποχή που το βιβλίο-φάρμακο κυριαρχεί ως λογοτεχνική τάση, με δεκάδες τίτλους να κυκλοφορούν κάθε χρόνο, ιδιαίτερα από χώρες της Άπω Ανατολής, με τον βιβλιοπώλη-φαρμακοποιό να πρωταγωνιστεί. Και επειδή άνθρωπος είμαι και αδυναμίες ένοχης απόλαυσης έχω, το πρόβλημά μου με τη συγκεκριμένη κατηγορία δεν είναι τόσο το όχι υψηλό λογοτεχνικό επίπεδο, αλλά ο ευκαιριακός, κοελικός τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται η ανάγνωση και η λογοτεχνία εν γένει, αυτή η αφελής σκέψη πως το διάβασμα κάνει καλό, με τον τρόπο ενός προσωπικού προπονητή αυτοβελτίωσης σε ρόλο συγγραφέα. Καθόλου πάθος δεν ενυπάρχει σε αυτές τις απόπειρες, και για το απαραίτητο πάθος τα είπαμε κιόλας.

Στο πάθος έγκειται η βασική διαφορά που καθιστά τα Μυστικά δωμάτια ένα απολαυστικό ανάγνωσμα. Ο Μπόνε, συγγραφέας ποίησης και λογοτεχνίας, έχει πάθος με τη λογοτεχνία, με την ανάγνωση εν γένει.

Και αν μπορεί κανείς εύκολα να ισχυριστεί πως ο κεντρικός άξονας του παρόντος βιβλίου είναι μια ανθολόγηση της σχετικής λογοτεχνίας, μια διάθεση να παντρευτεί το ενδοκειμενικό με τις εξωκειμενικές συνθήκες, το τι έγραψαν και το τι έζησαν στα παρασκήνια οι συγγραφείς, μια λίστα με ονόματα γνώριμα και άλλα προς περαιτέρω διερεύνηση —να ένα κακό, η λίστα ολοένα και μεγαλώνει—, ο τρόπος, εν συντομία, με την οποία το βίωμα γίνεται λογοτεχνία, υπάρχει ο κίνδυνος να μην διαφανεί εκείνο που κατά τη γνώμη καθιστά τα Μυστικά δωμάτια ένα δυνατό δοκίμιο, ένα παράγωγο σκέψης, που ξεπερνά τα όρια της απλής ανθολόγησης και της παράθεσης διακειμενικών αναφορών, και έχει να κάνει με μια αναρώτηση αρκετά πιο πέρα από το πώς το βίωμα περνάει στις σελίδες ενός βιβλίου, αλλά σχετίζεται με τη διερεύνηση του αν το παράγωγο αποτελεί λογοτεχνικό προϊόν αξιώσεων ή αν μένει και λιμνάζει σε μια προσωπική ανάγκη ανακούφισης μέσω της γραφής.

Ο Μπόνε δεν το φέρνει αυτό σε πρώτο επίπεδο, εκεί αφήνει τα νήματα, τα βιβλία και τους συγγραφείς, ανθολογεί, χωρίς ωστόσο να βαυκαλίζεται περί των αναγνωστικών του περγαμηνών, δεν λέει τι γαμάτος που είμαι που τα έχω διαβάσει όλα αυτά, αντίθετα, μάλλον, αφήνει να διαφανεί η μεγάλη παραδοχή, καθοριστική για τη ζωή του κάθε αναγνώστη, πως δεν υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος για μια πλήρη και καθολική εποπτεία, πως δυνατό αναγνώστη σε κάνουν τα βιβλία που επέλεξες να μην διαβάσεις προσφέροντας τον διαθέσιμο χώρο σε άλλα, που για τον έναν ή τον άλλο λόγο τα θεώρησες πιο επείγοντα αναγνώσματα.

Ο συγγραφέας-αναγνώστης-μελετητής διερευνά ανάμεσα στις γραμμές, με έναν τρόπο αυστηρό και φροντιστικό ταυτόχρονα, διαβάζει ξανά και ξανά τα βιβλία στα οποία αναφέρεται, διερευνά με τον ήπιο τρόπο του, παραθέτοντας αποσπάσματα ή σχολιάζοντας κάτι φαινομενικά άσχετο με τα βιβλία αυτά, και αυτός ο τρόπος —η πρόθεση ή η φιλοδοξία— έρχεται να ενδύσει τα Μυστικά δωμάτια με περαιτέρω αξιώσεις —ή και να το καταστήσει ακόμα-ακόμα— δοκίμιο πέρα από τον ορίζοντα του προβληματικού αυτοδοκιμίου. Έτσι, πετυχαίνει δύο στόχους: ένα απολαυστικά γοητευτικό ανάγνωσμα, μια περιδιάβαση σε αναγνωστικά τοπία, που κάθε αναγνώστης λαχταρά, η κουβέντα για τη λογοτεχνία, τι πιο ωραίο θέμα συζήτησης, ιδιαίτερα όταν ο συνομιλητής σου διαθέτει το πάθος, ενώ, ταυτόχρονα, ξεπερνά τους όποιους περιορισμούς μια ανθολόγηση διαθέτει, πηγαίνοντας αρκετά πέρα από το απλό γιατί επέλεξε αυτά τα παραδείγματα, δοκιμάζοντας να δώσει πιθανές απαντήσεις ή ενδείξεις, σίγουρα όχι βεβαιότητες, κανένας αναγνώστης δεν θα κατέφευγε στην απομάγευση του αυστηρού αιτιοκρατισμού, αυτό το μαγικό και εν μέρει ανεξήγητο είναι που τον καθηλώνει, άλλωστε, στο πώς το προσωπικό γίνεται λογοτεχνία, στο γιατί μια ατομική ιστορία/τραύμα/βίωμα/έρωτας/απώλεια/προσθέστε ό,τι άλλο θέλετε μας αφορά. Τι είναι αυτό που κάνει, για παράδειγμα, τη γραφή της Ερνό να ξεχωρίζει λογοτεχνικά ή γιατί η Ντιντιόν με το Η χρονιά της μαγικής σκέψης συνεισφέρει στο ποτάμι της ανθρώπινης εμπειρίας.

Ο Μπόνε αποκλείεται, μετά βεβαιότητας το λέω, να διέθετε εξ αρχής μόνο επιστημονικό/ακαδημαϊκό/μελετητικό ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία της ασθένειας, του πόνου και του σώματος. Η προσωπική/συναισθηματική/υπαρξιακή ανάγκη προηγήθηκε και μόνο αργότερα απέκτησε σώμα με κοινά χαρακτηριστικά. Αυτή ήταν και η φοβία μου άλλωστε, η υποψία αυτή. Αναρωτιόμουν αν θα πετύχαινε να υπερκεράσει τους περιορισμούς της απλής προσωπικής ανάγκης, αν τα Μυστικά δωμάτια θα είχαν περαιτέρω αξιώσεις. Τώρα ξέρω, και ας μην είμαι απόλυτα σίγουρος για το πώς το πέτυχε, κάτι που ελάχιστη σημασία έχει.

Τα Μυστικά δωμάτια είναι το δεύτερο βιβλίο μιας πολλά υποσχόμενης σειράς που επιμελείται ο Δημήτρης-Χρυσός Τομαράς για τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, είχε προηγηθεί το Οκτώ Άγγλοι Δοκιμιογράφοι.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Το Μαγικό Βασίλειο - Russell Banks

Ο αχός της χριστουγεννιάτικης εκδοτικής θύελλας κατακάθισε· σιγά-σιγά εμφανίζονται καινούρια βιβλία, το νερό στον μύλο της παραγωγής συνεχίζει να κυλάει. Οι εκδόσεις Πόλις, σε καλή μετάφραση της Άννας Μαραγκάκη, κυκλοφόρησαν αυτό που έμελλε να είναι το τελευταίο μυθιστόρημα του Ράσελ Μπανκς, Το Μαγικό Βασίλειο. Μια γενιά συγγραφέων, γεννημένων στα πέριξ του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αποχωρεί, οι εργογραφίες κλείνουν, τα βιβλία τους, ευτυχώς, μένουν.

Σε μια περίοδο που το αυτομυθοπλαστικό θεριεύει και κυριαρχεί στην αφήγηση, μοιάζει κάπως παλιακή η δήλωση πως το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και κάθε ομοιότητα με πρόσωπα υπαρκτά είναι τυχαία και συμπτωματική. Δεδομένης της σύμβασης αυτής, ο συγγραφέας Ράσελ Μπανκς θα εντοπίσει στη Βιβλιοθήκη εις Μνήμην των Βετεράνων Πολέμου κάποιες μπομπίνες, προσεκτικά τυλιγμένες με ζελατίνα. Πάνω στο περιτύλιγμα ήταν γραμμένο: Το Μαγικό Βασίλειο. Εκφωνητής ο Χάρλεϊ Μαν, γεννημένος το 1890, απεβίωσε το 1972 λίγο αφότου τελείωσε την ηχητική καταγραφή της ιστορίας του. Με τη συνδρομή του συγγραφέα, το απομαγνητοφωνημένο υλικό θα μετατραπεί σε ένα χορταστικό μυθιστόρημα.

Πρόκειται για μια ιστορία ενηλικίωσης. Ο Χάρλεϊ, ενήλικας πια, βρέθηκε κάτοχος μιας τεράστιας έκτασης στη Φλόριντα, νότια του Ορλάντο και δυτικά της λίμνης Οκιτσόουμπι, εκεί που πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας, στην αυτόνομη κοινότητα των Σέικερς, όπου εκείνος και τα τέσσερα αδέρφια του βρήκαν καταφύγιο μετά τον θάνατο του πατέρα. Είναι μια περίοδος, τα τέλη του 19ου και οι αρχές του 20 αιώνα, που διάφορες αυτόνομες κοινότητες αναπτύσσονται από άκρη σε άκρη της αμερικανικής επικράτειας, με έντονο το στοιχείο του κομμουνισμού, άλλες με λιγότερο και άλλες με περισσότερο κυρίαρχη τη θρησκεία. Στο μέρος εκείνο υπάρχει πια το θεματικό πάρκο της Walt Disney. Εκπρόσωποι της οποίας ξεγέλασαν τον Χάρλεϊ, υποσχόμενοι πως στα συμβόλαια μεταβίβασης θα υπάρχει δια βίου ο όρος της μη κατάτμησης της έκτασης, με αυτό τον όρο εκείνος δέχτηκε να απολέσει τον τόπο που τόσο καθοριστικός υπήρξε για την ενήλικη ζωή του.

Έχουμε, λοιπόν, μια κατά δήλωση του ίδιου του συγγραφέα μυθοπλαστική σύνθεση, την αφήγηση του Χάρλεϊ, στενά ωστόσο συνδεδεμένη με την υπαρκτή καπιταλιστική μεταμόρφωση ενός τόπου, ανάμεσα σε τόσους άλλους, εκεί όπου μια δράκα ανθρώπων, υπό την καθοδήγηση άλλων εμπνευσμένων, δοκίμασαν ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, κάτι που σήμερα μοιάζει μακρινό, σε κάποιους γελοιωδώς αφελές και σε άλλους μια χαμένη εναλλακτική ενός κόσμου ολοένα και πιο ζοφερού.

Ο πυρήνας του μυθιστορήματος είναι ξεκάθαρα πολιτικός. Ο Μπανκς αποδεικνύεται για ακόμα μια φορά ιδιαιτέρως ευφυής στη σύλληψη και την εκτέλεση, πετυχαίνοντας να μη θυσιάσει το πολιτικό/ρεαλιστικό στο ατομικό/μυθοπλαστικό, αλλά ούτε και το αντίθετο. Πετυχαίνει να μπλέξει αρμονικά και λειτουργικά τα δύο. Δίνοντας τον λόγο στον Χάρλεϊ, σε πρώτο πρόσωπο, ενισχύει το κανάλι του προσωπικού, της ατομικής ιστορίας, της ιστορίας του Χάρλεϊ, μέσα από την οποία ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με μια αρκετά απομακρυσμένη συνθήκη οργάνωσης και διαχείρισης του βίου. Ο,τι μας έχει συμβεί αναπόφευκτα φέρει κάτι το προσωπικό ως θεματοφύλακα στη θεωρητική στειρότητα, στην εκ του μακρόθεν κριτική, την υπεράσπιση ή την κατηγόρια μιας συνθήκης όπως εκείνη μέσα στην οποία ο αφηγητής γεννήθηκε και μεγάλωσε, διαφεύγει, με τον τρόπο αυτό, της οποιασδήποτε στενωπού άσπρο-μαύρο, σωστό-λάθος, καθώς όσα συνέβησαν ήταν ζωή. Και το πολιτικό, ο τρόπος με τον οποίο ένας μονόδρομος έχει πια απλωθεί, διαρκώς παρόν, ακόμα και όταν είναι στο παρασκήνιο, όλα όσα συνέβαιναν στον έξω κόσμο δεν άγγιζαν, θαρρείς, την καθημερινότητα των ανθρώπων εκείνων, η σταδιακή διάβρωση και κατάρρευση των εναλλακτικών, με τα όποια πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά τους. Η μετατροπή μιας απόπειρας ευτοπίας σε ένα θεματικό πάρκο.

Ο Μπανκς κατασκευάζει, θα επαναλάβω: ευφυώς, ένα οικοδόμημα σύνθετο, πολλών χώρων και χρήσεων, εντός του οποίου ο αναγνώστης κινείται ανεμπόδιστα, παρότι η επίγευση είναι εκείνη της πικρίας, του αδιεξόδου, του τέλους. Γιατί, ο Μπανκς, δεν συμπεριφέρεται με όρους στείρας διδαχής και στράτευσης, αφήνει τον Χάρλεϊ να πει την ιστορία του, την ώρα που το θεματικό πάρκο υποδέχεται καθημερινά χιλιάδες επισκέπτες, μια απόπειρα πλήξης της λήθης.

Με άνεση και χάρη, σε μια εποχή που η μεγάλη αφήγηση διέρχεται πυρών και κρίσης, ο Μπανκς πετυχαίνει να παραδώσει ένα χορταστικό μυθιστόρημα, που διαβάζεται σε φρενήρη ρυθμό.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Η επαφή μου με τον σπουδαίο Ράσελ Μπανκς, που την χρωστώ στον Κ., ήταν Το γλυκό πεπρωμένο, περισσότερα εδώ, ακολούθησε το υπέροχο Oh, Canada, περισσότερα εδώ, και το δυστυχώς εξαντλημένο American darling, περισσότερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Άννα Μαραγκάκη
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Παιδική Λογοτεχνία - Alejandro Zambra

(Όταν διάβασα το Μπονσάι, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Τώρα είναι πια εκτός κυκλοφορίας, κάπου το είχα δανείσει, κάπου παράπεσε, τόσες μετακομίσεις μέσα στα χρόνια, δεν το είχα, δεν μπορούσα να μην το έχω, το αγόρασα μεταχειρισμένο, τώρα ένα μοναδικό αντίτυπο πωλείται τριάντα ευρώ, δεν μπορώ να σου το κάνω δώρο. Ποιο βιβλίο θα ήθελες να έχεις γράψει, υποθετική ερώτηση, το Μπονσάι, θα απαντούσα με βεβαιότητα.)

Ο συγγραφέας/αφηγηματικό υποκείμενο/Αλεχάντρο Σάμπρα γίνεται πατέρας. «Με σένα στην αγκαλιά μου, βλέπω για πρώτη φορά τη σκιά που ρίχνουμε κι οι δυο μας στον τοίχο. Ζεις εδώ και είκοσι λεπτά». Διάβαζα/έγραφα πρόσφατα για τα Αναφιλητά του Δούλου: «Αναρωτιέμαι, αναζητώ στη μνήμη καλύτερα, αν θυμάμαι άλλο βιβλίο, ο τρόπος μου να παρατηρώ την ανθρώπινη εμπειρία, που να μιλάει για την πατρότητα, σίγουρα, λέω, θα υπάρχει, άσχετα αν δεν μου έρχεται, όχι ωστόσο με αυτό τον τρόπο, από αυτό το μονοπάτι». Στο μεταξύ, πριν από την Παιδική λογοτεχνία, είχα ανασύρει από τη μνήμη μου ακόμα ένα, Το Δέρμα του Σέρχιο δελ Μολίνο.

Η επικράτεια δεν είναι κοινώς βιωματική, η πατρότητα, όσο και αν υπολείπεται από τη μητρότητα, είναι μια ιδιαίτερη συνθήκη, όσο και αν μοιάζει με αναστροφή των υποκειμένων, ο γιος που γίνεται πατέρας, η σκιά παίρνει άλλο σχήμα, ο συσχετισμός δύναμης και αδυναμίας μεταβάλλεται καθοριστικά, αν και αφαιρώντας το μέσο διάστημα του βίου, οι δύο άκρες έχουν ομοιότητες στην ανάγκη και τη φροντίδα, ο πατέρας που γίνεται μικρό παιδί, το μικρό παιδί που γίνεται πατέρας. Το μη βίωμα επιτρέπει στη λογική να υπεισέλθει από την πίσω πόρτα. Η λογική, παρότι πανίσχυρη, δεν τα καταφέρνει, όσο και αν προσπαθεί να πείσει για το αντίθετο. Το ίδιο θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί και για το κοινό βίωμα, να πει πως κάθε ανθρώπινο ων με τρόπο διαφορετικό αντιμετωπίζει κάθε συνθήκη φαινομενικά κοινή και οικεία στον παρατηρητή. Δεν θα είχε άδικο.

Σε ένα κείμενο που ένας πατέρας απευθύνεται στον γιο του, ο γιος είμαι εγώ, στον αφηγητή δοκιμάζω να αναγνωρίσω τον δικό μου πατέρα. Αναρωτιέται ο Σάμπρα σχετικά με το ενδεχόμενο ο γιος του να διαβάσει κάποια στιγμή τα βιβλία του, ιδιαίτερα αυτό εδώ στο οποίο οι δυο τους πρωταγωνιστούν, ήδη νιώθω κάποια βήματα παραπανίσια να έχουν πραγματοποιηθεί, ένας πατέρας που μιλάει, που αμφιβάλλει, που δοκιμάζει να διαχειριστεί το συναίσθημά του. Σκέφτομαι το κενό στην ανάμνηση, πριν οι ρόλοι μεταβληθούν, ίσως στο σιωπηλό εκείνο κενό φύεται η ανάγκη. Για κάθε βεβαιότητα, μια αμφιβολία, για κάθε σιωπή, ένα μάτσο λέξεις, για κάθε αποστειρωμένο συναίσθημα, ένα άφημα, για κάθε φοβία, μια ενοχή προκαταβολική.

Ίσως ο τρόπος με τον οποίο μεταβάλλεται η σχέση πατέρα παιδιού να μας δείχνει κάτι πιο μεγάλο, λιγότερο αφηρημένο από όσο αρχικά μοιάζει, το πώς μεγαλώσαμε και το πώς μεγαλώνουμε, μια παρατήρηση κοινωνική, ανθρωπολογική, σίγουρα πολιτική και πολιτισμική, τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζουμε την απειλή, όταν κάνεις παιδιά να τα κάνεις διαφορετικά, γνώριμο μοτίβο απάντησης που κατέπνιγε ή επιχειρούσε να το κάνει κάθε παιδική/εφηβική/νεαρού ατόμου εξέγερση, ένα σουτ στη μπάλα ως το μακρινό μέλλον, καλύτερη στρατηγική και από το λάκτισμα στην κερκίδα, όταν μεγαλώσεις να κάνεις ό,τι θες, όταν μεγαλώσεις θα δεις πως δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά, ένα πείσμα αρχίζει να ανθίζει, ένα αντιπαράδειγμα που θα μας βασανίζει για πάντα.

Η πατρότητα, ως μια συνθήκη όχι οικουμενική, εκτεταμένη ναι, οικουμενική όχι, καταφεύγει στο βίωμα, η αυτομυθοπλασία είναι μια φαινομενική, για εμάς τους τρίτους, νησίδα αυθεντικότητας, εκεί που το βίωμα ξεπερνά τη φαντασία, άλλωστε το μότο είναι σταθερό μέσα στους αιώνες της καταγεγραμμένης ανθρώπινης εμπειρίας, όσο και αν έχεις προσπαθήσει να το φανταστείς, μόλις γεννηθεί το παιδί όλα καταρρέουν, τίποτα δεν μοιάζει με όσα φαντάστηκες, με όσα είχες κατά νου, τώρα μόνο ξενύχτι και άγχος, αλλά και αγάπη, ένα συναίσθημα μοναδικό, δεν έχεις παιδιά και δεν ξέρεις, μια ακόμα επαναληπτική ριπή πολυβόλου, αμυντικού ή επιθετικού, για κάθε χρήση.

Η Παιδική Λογοτεχνία είναι ένα αυτομυθοπλαστικό υβρίδιο, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για του πού τελειώνει το αυτό και πού αρχίζει το μυθοπλαστικό, εκείνος μόνο, ίσως και όχι, βέβαια. Χωρισμένο σε τρία μέρη, ενώ το παιδί κάθε μέρα μεγαλώνει, αναπόφευκτα, άπαξ και μπήκε στην εξίσωση του έμβιου χρόνου, οι πρώτες καταχωρήσεις απαντούν στη νέα συνθήκη της διπλής σκιάς στον τοίχο, για να ακολουθήσει η ανάγκη για μια πιο αποστασιοποιημένη, πάντοτε φαινομενικά, μυθοπλαστική διαδικασία, έξω από τα όρια του ατομικού βιώματος, στην επικράτεια εκείνη που η φαντασία εισβάλλει και μεταποιεί, απομακρύνει, αποκρύπτει, συνομιλεί, αναθεωρεί ίσως το προσωπικό, πρόσωπα που μοιάζουν με αλλά δεν είναι εκείνα ακριβώς, για να καταλήξει σε μια διαλεκτική σχετικά με το μυθιστόρημα, πώς διαμορφώνεται και πώς οδεύει προς την ολοκλήρωση, τον εκδότη, τον επιμελητή, τον τυπογράφο, τον βιβλιοπώλη, τον αναγνώστη.

Οι αρμοί σύνδεσης των τριών μερών είναι χαλαροί, ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, αρκετά υβριδικό, μια κατασκευή που διέπεται από τη λογοτεχνία, ίσως να μοιάζει κάπως παράδοξο ή προφανές, μάλλον αυτό, γιατί, ίσως αναρωτηθείτε, από τι άλλο θα μπορούσε να διέπεται ένα μυθιστόρημα εκτός από τη λογοτεχνία ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό. Διέπεται από τη λογοτεχνία ως παρουσία διάχυτη, ως συνθήκη του κόσμου και της ίδιας της ύπαρξης, ως ματιά και ως πρόσληψη. Σε αυτό το κομμάτι εδάφους στάθηκα και διάβασα το βιβλίο αυτό, από εκεί πίστευα πως θα μπορούσα να συμμετέχω και εγώ ως αναγνώστης και όχι πατέρας και όχι συγγραφέας, ως αναγνώστης που αυτό ξέρω να κάνω, να γυρεύω στη λογοτεχνία μορφές της ύπαρξης, καταφύγιο.

Κάποτε, μεταξύ αστείου και σοβαρού, ένας ψυχολόγος κουνάει το κεφάλι του και μειδιά, απάντησα στο ερώτημα εσύ γιατί διαβάζεις λέγοντας πως όλα ξεκίνησαν όταν εκείνη μου είπε πως είμαι αρκετά μεγάλος πια για να μου διαβάζει και έπρεπε κάπως να διαχειριστώ την άβολη ιδέα του κλεισίματος των ματιών και της παράδοσης στον ύπνο, όταν αυτός θα ερχόταν. Μια πρώτη απόπειρα απογαλακτισμού και ανεξαρτητοποίησης επιχειρήθηκε εκείνο το βράδυ. Μια επίπλαστη εμπειρία της οποίας καμία μνήμη δεν έχω παρά το όχημα της λογικής. Σε εκείνη τη μετάβαση ρίζωσε η εμμονή μου με τον πρώτο που κάνει κάτι ποτέ, τον πρώτο επιβάτη του μετρό, το πρώτο αυτοκίνητο ενός ατελείωτου μποτιλιαρίσματος, όπως σε εκείνο το φοβερό διήγημα του Κορτάσαρ, η μετάβαση από το κενό στο όλο, αν υπάρχει κενό και αν υπάρχει όλο, θυμάσαι την πρώτη φορά που, είναι ένα παιχνίδι που δεν θα βαριόμουν να παίζω, μόνος ή με άλλους, ένας ψυχολόγος θα ενθάρρυνε, υποθέτω.

Η λογοτεχνία ως συνθήκη επιτρέπει στην Παιδική Λογοτεχνία να λειτουργήσει, να υπερκεράσει δομικά και τεχνικά κενά, όχι η αγάπη γι' αυτή, αλλά η ίδια η λογοτεχνία, ως μια ανεξάρτητη θεότητα, μια σταθερά περιστροφής, η ανάγνωση και η γραφή, η εμπειρία του εαυτού και του άλλου, φλερτάρω με το προνόμιο, αντιστέκομαι με την ανάγκη, υποχωρώ και επανακάμπτω, επιχειρηματολογώ, επιτίθεμαι και αποκρούω, μια διαμάχη διαρκής.

Σκέφτομαι όσο το κείμενο αυτό προχωρά τη μετάβαση, τη ρευστή αυτή ύλη επί της οποίας πραγματοποιείται ο βηματισμός, το πριν και το μετά της διπλής σκιάς στον τοίχο, όταν πια το δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτό το πλάσμα εγκαθιδρύεται και σπρώχνει καθώς επεκτείνεται ρουτίνες και βεβαιότητες, μεταβάλλει επιθυμίες, το βλέπω να γίνεται, αντιλαμβάνομαι πως γίνεται, μονόδρομος η αυστηρή σήμανση, εγώ ένιωσα τελικά ανίσχυρος να ξεβολευτώ, εγωιστική ή λογική σκέψη, έλα μου ντε. Ο Σάμπρα, αν σταθούμε στη λέξη μετάβαση ως τον άξονα περιστροφής και θέασης, τα καταφέρνει περίφημα, αποτυπώνει το χάος των κοσμογονικών αλλαγών, το πώς η συνθήκη μεταβάλλεται, τίποτα πια δεν είναι το ίδιο παρότι εκείνος είναι ο ίδιος, οι ανάγκες και οι επιθυμίες του, επίσης, ο τρόπος του να ζει, την ίδια στιγμή αυτά έρχονται να ανασυνταχθούν, αιωρούνται πριν κατακάτσουν, αν κατακάτσουν ποτέ τελικά, αν έχει νόημα μια τέτοια αναμονή, αποτυπώνει, έλεγα, αυτή τη μετατόπιση, περνάει στο χαρτί, ο Σάμπρα είναι συγγραφέας, αυτό κάνει, αυτό συνεχίζει να κάνει, παίρνει το παιδί στα χέρια του και μόνο τη διπλή σκιά στον τοίχο βλέπει, το μυαλό αδειάζει από κάθε ιδέα, από κάθε ιστορία, από κάθε πρόσωπο, γεμίζει με την εικόνα εκείνου του μικροσκοπικού πλάσματος στην αγκαλιά του, και πώς το αντιμετωπίζει, εκτός από το να νανουρίζει, να ταΐζει, να ξεσκατίζει, γράφοντας, επιχειρώντας να γράψει, τι να γράψει, τι άλλο παρά εκείνο που έχει εγκαθιδρυθεί με τιμή και δόξα στο μυαλό του, στην ύπαρξή του ολάκερη, και ο χρόνος περνάει, και ο κουρνιαχτός κατακάθεται, αιωρείται ακόμα σκόνη, ή μήπως ομίχλη από την κούραση της αϋπνίας και του άγχους, και τότε όλο και κάτι ξεπηδά, μια ανάμνηση, μια ιστορία, ένα πρόσωπο, ίσως ο ίδιος όταν ήταν παιδί, αυτό το προσπαθώ να μπω στα παπούτσια του άλλου σαλπίζει αυτή την εκστρατεία χρονικής οπισθοχώρησης, ίσως, σκέφτεται/νιώθει/ δοκιμάζει να δει, εκεί να υπάρχει μια γεννήτρια απαντήσεων, ακόμα και με τη μορφή χρησμών.

Διαβάζω ξανά το κείμενο. Οφείλω να παραδεχτώ πως η συνοχή εξωτερικά δεν διακρίνεται, το βιβλίο του Σάμπρα, στον τίτλο και ως περιστροφή/αφορμή, ναι, διακρίνεται αυτό, μάλλον, αλλά όχι απόλυτα, ίσως όχι καθοριστικά. Διαβάζω ξανά το κείμενο. Άλλη μια φορά. Διορθώνω δεξιά και αριστερά, κάτι ορθογραφικά και κάτι κόμματα, αφαιρώ παύλες, προσπαθώ να μη σκέφτομαι παρά με όρους σωστού και λάθους ενός διορθωτή, δεν τα καταφέρνω, ποιος θα μπορούσε, άραγε, να είναι δειωρθοτοις του εαυτού του;

υγ. Για το Μπονσάι περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Η ιδιωτική ζωή των δέντρων εδώ, για το Τρόποι να γυρίζεις σπίτι εδώ, για τον Χιλιανό ποιητή εδώ, για τα Αναφιλητά εδώ, για Το δέρμα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Κόκκινο φαράγγι - Γιάννης Νικολούδης

Είχαν προηγηθεί: Από χώμα και κόκαλα και Άδειος τόπος. Ο Γιάννης Νικολούδης (Ηράκλειο, 1987) είναι ένας από τους συγγραφείς που παρακολουθώ, περιμένω με ενδιαφέρον το επόμενο βιβλίο τους, σπεύδω να το διαβάσω, διακρίνω σ' αυτόν μια προσωπική φωνή, παρά τις όποιες λιγότερο ή περισσότερο ορατές επιρροές, ένας συγγραφέας που μοιάζει να έχει να δώσει αρκετά. Η ανάγνωση αφήνει ένα διττό συναίσθημα, την ικανοποίηση, που ένα καλό βιβλίο προσφέρει ως εμπειρία και επίγευση, αλλά και μια περιέργεια για το επόμενο βήμα, την εξέλιξη. Το διττό αυτό συναίσθημα καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις προσδοκίες πριν από την ανάγνωση κάθε επόμενου βιβλίου του, γυρεύω ικανοποίηση, προσμένω περαιτέρω εξέλιξη. Πήχης τοποθετημένος αρκετά ψηλά. Η σύγκριση εντός του συγγραφικού κόρπους πάντοτε είναι ιδιαίτερη, απαιτητικότερη μιας απλής γνωμάτευσης: ένα καλό βιβλίο.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το Κόκκινο φαράγγι, από τις εκδόσεις Πατάκη. Φρόντισα να το προμηθευτώ άμεσα. Απέμενε η κατάλληλη αναγνωστική στιγμή. Ένα κυριακάτικο πρωινό, για παράδειγμα, ξύπνημα νωρίς, νωχελικότητα, οι ψηφιακοί περισπασμοί σε απόσταση, οι όποιες υποχρεώσεις σε παύση, μια συνεχής, όσο το δυνατόν, ανάγνωση. Έτσι κι έγινε.

Κάτι τρομερό έχει συμβεί. Στέκει να αιωρείται και δεν κατονομάζεται. Ένα σπίτι στην άκρη του χωριού, κρυμμένο πίσω από φυσικά αναχώματα. Ένα φαράγγι, μια εγκάρσια τομή με το νερό να ρέει. Ένα χωριό που γιορτάζει, ο απόηχος ταξιδεύει σε μεγάλη απόσταση. Τρεις έφηβοι που νιώθουν εγκλωβισμένοι, πάσχουν από την ανία της μικρής επαρχίας, γυρεύουν την περιπέτεια. Ένας αδερφός, χρόνια μετά θα επιστρέψει, ο θάνατος βάζει μια άνω τελεία, το παρελθόν παραφυλά. Αυτά είναι κάποια από τα βασικά συστατικά της πλοκής.

Το γνώριμο αφηγηματικό ύφος του Νικολούδη, ο τραχύς κοφτός λόγος, το αιωρούμενο κακό, η καθοριστική παρουσία του τόπου, πάντοτε παρά πόδας, υποδέχεται τον αναγνώστη. Η διάρρηξη της γραμμικότητας, τα μπρος πίσω στον χρόνο και οι αφηγηματικές παρεμβολές των υποπλοκών, παρέα με όσα δεν λέγονται αλλά αφήνονται να καρπίσουν στη φαντασία του αναγνώστη, αποτελούν συνήθη αφηγηματικά εργαλεία. Ενίοτε, απλώς αποδεικνύονται δυσλειτουργικά, επιφέρουν σύγχυση αδικαιολόγητη, συσκοτίζουν μόνο για να το κάνουν να φανεί πιο σύνθετο απ' όσο είναι, προκαλούν εκνευρισμό εν τέλει. Δεν είναι τέτοια η περίπτωση εδώ. Ο Νικολούδης λειτουργεί βάσει σχεδίου υψηλής ακρίβειας. Δεν βιάζεται και δεν παρασύρεται. Δεν αφήνεται στο συχνά γοητευτικό χάος, δεν απολύει τον βηματισμό του.

Και τα τρία βιβλία του που ως τώρα έχω διαβάσει θα μπορούσαν να είναι το εκτενές ρεπορτάζ μιας εφημερίδας, ένας δημοσιογράφος που ανασυνθέτει ένα γεγονός που στάζει αίμα, ένα έγκλημα που ταράζει μια τοπική κοινωνία. Και στα δύο κείμενα που προηγήθηκαν, έκανα αναφορά στον σπουδαίο Ροδόλφο Γουόλς και την Επιχείρηση σφαγή, το πρώτο δείγμα μη μυθοπλαστικού μυθιστορήματος –κάντε τη χάρη στον εαυτό σας και γυρέψτε την–, η αναφορά δεν ήταν τυχαία, ούτε θα μπορούσε να λείπει από αυτό εδώ το κείμενο, παρότι δεν υπάρχει ένας αφηγητής-ερευνητής ξεκάθαρα παρών. Εδώ εντοπίζεται μία εξέλιξη στη γραφή του, η απόλυση μιας ευκολίας, στη θέση του, αρκετές αφηγηματικές φωνές, διαδέχονται η μία την άλλη, με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό, ξέροντας πως έτσι θα φωτίσει πλευρές στις οποίες η αφηγηματική γραμμικότητα θα στερούσε ή δεν θα αναδείκνυε, αδυνατίζοντας το τελικό αποτέλεσμα.

Υπάρχει αυτή η διάκριση ανάμεσα στο τι και το πώς, ποια θα είναι η ιστορία και πώς ο συγγραφέας θα αποφασίσει να τη δώσει. Ο Νικολούδης μόνο φαινομενικά κλίνει προς το πώς. Έχει σχεδιάσει μια ιστορία δυνατή, με αρχή μέση τέλος, πρόσωπα και καταστάσεις καλοσχηματισμένα, ένα παζλ που όταν τα κομμάτια μπουν στη θέση τους, πρώτα τα περιμετρικά και στη συνέχεια πότε το ένα και πότε το άλλο, θα επιβραβεύσει, εαυτόν και αναγνώστη, με ένα ικανοποιητικό της προσπάθειας αποτέλεσμα, αν και πιθανά διαφορετικό στις λεπτομέρειες του για το κάθε βλέμμα. Μένει το πώς, οπότε. Αυτό μοιάζει να είναι το στοιχείο πρόκλησης, εκείνο που θα κολλήσει τον συγγραφέα στην καρέκλα του, θα δεσμεύσει το μυαλό και τη φαντασία του, θα τον στοιχειώσει, θα τον αναγκάσει να δουλέψει σκληρά. Θα κόψει και θα ράψει επανειλημμένως. Θα αφαιρέσει ό,τι περιττό. Θα αποκόψει και θα μετακινήσει. Θα δοκιμάσει εκδοχές διαδοχής. Θα σώσει το αρχείο όταν θα νιώσει πως κάθε τι είναι στη θέση του. Αυτό είναι που ξεχωρίζει τη γραφή του, αυτό είναι που στα μάτια μου τον κατατάσσει ιδιαίτερο, σ' αυτό είναι που κάθε φορά περιμένω την εξέλιξη, στο πώς. Ας υπενθυμίσουμε, ωστόσο, πως της τελικής εκδοχής ακολουθεί η επιμέλεια, εδώ δια χειρός της έμπειρης Ελένης Κεχαγιόγλου.

Στην αρχική σκοτεινιά, ο αναγνώστης άλλη επιλογή δεν έχει, παρεκτός από το να εγκαταλείψει, να ακολουθήσει τον αφηγητή, να δείξει εμπιστοσύνη στο αφηγηματικό υποκείμενο και στο αναγνωστικό, το δικό του, ένστικτο, η περιέργεια παρέα με την απόλαυση βαδίζουν, το ρίσκο ενός φτηνού πυροτεχνήματος ελοχεύει, αναπόφευκτα. Σιγά σιγά το τοπίο ξεκαθαρίζει. Ο αναγνώστης προσανατολίζεται, αποκτά σταθερές, διακρίνει σιγά σιγά την επικράτεια και τα πρόσωπα. Συνειδητοποιεί πως ξέρει πώς τελειώνει αυτή η ιστορία. Τελειώνει όμως πραγματικά μια ιστορία; Μάλλον όχι, θα έλεγα. Προχωρώντας στα σκιώδη, το ανεστίαστο ξεγελά, προσδίδει ανακριβείς διαστάσεις. Εδώ υπάρχει ένα κερδισμένο στοίχημα. Η ιστορία, τα πρόσωπα και οι καταστάσεις, οι ιδιαιτερότητες των χωροχρονικών συντεταγμένων απλώνουν, ο αναγνώστης, συνειδητά ή όχι, συνεισφέρει στον κοινό ταμιευτήρα της αφήγησης, ένας κοινός τόπος απλώνεται ξάφνου, καθένας από τη δική του αφετηρία, συγγραφέας και αναγνώστης προσέρχονται. Διαισθητικά κάπως ονοματίζω αυτό το αφηρημένο. Αβίαστα η ιστορία απολύει το βάρος της ακρίβειας και της μοναδικότητάς της, αποκτά διαστάσεις μεγαλύτερες, ενσωματώνει επιπλέον στοιχεία και χαρακτηριστικά, έναν υπόγειο χώρο που βράζει, η βάση του παγόβουνου γίνεται αισθητή.

Ο Νικολούδης, λέω ξανά, έχει μια ιστορία να αφηγηθεί. Ένα το κρατούμενο. Έχει όμως, λέω ξανά, έναν ιδιαίτερο τρόπο να το κάνει. Δύο τα κρατούμενα. Το Κόκκινο φαράγγι όμως δεν είναι μόνο αυτά, μια ιστορία και ένας άρτιος τρόπος, αν και από μόνα τους αυτά τα δύο θα ήταν αρκετά. Είναι κάτι που οι σπουδαίοι, Αμερικανοί κυρίως, συγγραφείς, κάνουν με έναν τρόπο απαράμιλλο, διαπραγματεύονται το κακό στο πλήρες ανάπτυγμά του, παρότι μοιάζει να ασχολούνται με μια ελάχιστη αμυχή, με έναν περίκλειστο κόσμο, με ένα απλό περιστατικό, με κάποια λίγα πρόσωπα, ο αναγνώστης, μετά τις πρώτες σελίδες κιόλας, νιώθει πως περιδιαβαίνει μια αχανή και άχρονη άβυσσο, στην οποία, πώς αλλιώς, διάφορες επιφάνειες αντανακλούν το ίδιο του το είδωλο, τον κόσμο στον οποίο ενοικεί. Πώς το έλεγε ο Μακάρθυ στο Τέκνο του θεού, αναφερόμενος στον Μπάλαρντ; Ένα τέκνο του Θεού, σαν και σένα και μένα. Κανείς αμόλυντος του κακού, όσο και αν επιμένει να αποστρέφει το βλέμμα.

υγ. Για το Από χώμα και κόκαλα περισσότερα μπορείτε να δείτε εδώ, για το Άδειος τόπος εδώ, για το εκπληκτικό Επιχείρηση σφαγή του Γουόλς εδώ, για το Τέκνο του θεού εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Εκδόσεις Πατάκη