Σάββατο, 16 Μαΐου 2020

Un homme qui dort (1974)





(Είχα μόλις διαβάσει το Έλις Άιλαντ του Ζορζ Περέκ, έψαχνα να βρω το ομώνυμο ντοκιμαντέρ, δεν κατάφερα να βρω υπότιτλους και τα γαλλικά μου είναι φτωχά, βρήκα όμως αυτή την ταινία η οποία βασίζεται σ' ένα βιβλίο του Περέκ, το οποίο και διασκεύασε ο ίδιος για την κινηματογραφική μεταφορά του σε σκηνοθεσία Bernard Queysanne, και ήταν μια υπέροχη ταινία αυτή, πέραν κάθε προσδοκίας.)   

Ένας άντρας που κοιμάται πετιέται από τον ήχο του ξυπνητηριού, δυσκολεύεται να το κάνει να σταματήσει αλλά τελικά τα καταφέρνει, ανακάθεται στο κρεβάτι, παλεύει να βάλει τον βραστήρα του νερού στην πρίζα, ανάβει ένα τσιγάρο, πλένει τα δόντια του στο μικρό λαβομάνο με τον ραγισμένο καθρέφτη, φτιάχνει γρήγορα έναν καφέ, πηγαίνει στο κοινό μπάνιο στο τέλος του διαδρόμου, ετοιμάζεται και φεύγει για τη σχολή. Είναι περίοδος εξεταστικής. Στη γεμάτη αίθουσα, ο ένας πίσω από τον άλλον, οι φοιτητές είναι σκυμμένοι πάνω από τις κόλλες τους, βάζουν τα δυνατά τους να θυμηθούν όσα έχουν διαβάσει, να απαντήσουν στις ερωτήσεις, να περάσουν το μάθημα. Ο μόνος ήχος που ακούγεται είναι ο ήχος του μηχανικού ρολογιού. Ο άντρας σηκώνει το βλέμμα, κάτι αναζητά στον χώρο, κάτι γυρεύει. Η φωνή (Ludmila Mikaël) ακούγεται, λέει: το ξυπνητήρι σου σταματά, δεν κινείσαι, μένεις στο κρεβάτι σου και ξανακλείνεις τα μάτια. Ο άντρας (Jacques Spiesser) δεν υπακούει στο χτύπημα του ξυπνητηριού, αδιαφορεί απέναντι στην υποχρέωση να παραστεί στην εξέταση. Είναι ένα σημείο τομής, μια απόφαση που χωρίζει τα πάντα σε πριν και μετά, καθώς ο άντρας αρχίζει να αδιαφορεί για τα πάντα γύρω του, σταματά να βλέπει τους φίλους του, βγαίνει έξω μόνο τη νύχτα και  τριγυρνά στο Παρίσι.

Στην οθόνη η μορφή του άντρα, στα ηχεία η φωνή της αφηγήτριας. Ο άντρας τριγυρνά στο Παρίσι, χωρίς σκοπό, γυρίζει στο δωμάτιο του, ξαπλώνει με τα ρούχα στο κρεβάτι, διαβάζει την εφημερίδα από την αρχή μέχρι το τέλος μη συγκρατώντας καμία είδηση, καπνίζει και τρώει στον πάγκο των μπαρ, παίζει φλιπεράκια και βλέπει ταινίες στο σινεμά, κάποιες για πολλοστή φορά. Η φωνή αφηγείται όσα εκείνος κάνει και όσα εκείνος σκέφτεται, περιγράφει αυτό το φλανάρισμα του άντρα στην πόλη. Ο άντρας αδιαφορεί τόσο ξαφνικά για τα πράγματα ώστε η αδιαφορία του αυτή να μην έχει καν ένα συγκεκριμένο πολιτικό μήνυμα αντίστασης στον σύγχρονο τρόπο ζωής, στην κυριαρχία του ρολογιού στις ζωές μας, στον καπιταλισμό, στην εμπορευματοποίηση της γνώσης, στη μανιέρα του ζην. Ο άντρας απλώς παύει να ενδιαφέρεται, μελετάει έννοιες όπως η υπομονή και η ησυχία, διαβάζει τα ίδια βιβλία ξανά και ξανά, υπολογίζει τα λεφτά που του μένουν τώρα που έχει διακόψει κάθε επαφή με το σπίτι του. Ξαπλώνει έξω από το παράθυρο της μικρής σοφίτας στην οποία μένει, ακουμπά την πλάτη του στα κεραμίδια της σκεπής και κοιτάζει προς τον ουρανό. Θαυμάζει τους γέρους στα παγκάκια των πάρκων για την ικανότητά τους να μένουν ακίνητοι για ώρες, κοιτώντας το ίδιο σταθερό σημείο, ανοιγοκλείνοντας ανεπαίσθητα τα βλέφαρα. Η φωνή της αφηγήτριας υπηρετεί το κείμενο και το αναδεικνύει, δύσκολο να πει κανείς αν το μοντάζ ακολουθεί την αφήγηση ή αν το αντίθετο συμβαίνει.

Το κείμενο του Περέκ αποτελεί την κατάλληλη πυξίδα για την περιδιάβαση του άντρα στην πόλη, με κορυφώσεις και ποιητικές εικόνες, με επαναλήψεις και λέξεις κλειδιά όπως οι αρουραίοι, με καλά κρυμμένη την πολιτική δήλωση, που όμως είναι εκεί, παρούσα στην οθόνη, στα χρόνια που ακολούθησαν τον Μάιο εκείνο, την ώρα που όλα μοιάζουν να επανέρχονται στην βαρετή και θανατηφόρα ρουτίνα τους, την ώρα που τα πανεπιστήμια μετατράπηκαν ξανά σε κέντρα εξέτασης, οι δρόμοι παραδόθηκαν ξανά στην κοινωνία της κατανάλωσης, ο άντρας περπατάει στην πόλη, επισκέπτεται τα μουσεία και τις εκκλησίες, σκαρφίζεται τρόπους ώστε να ακολουθεί τη μεγαλύτερη διαδρομή από το ένα σημείο στο άλλο. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία, το στακάτο μοντάζ, το άδειο Παρίσι και οι στέγες των σπιτιών, ο άντρας, το voice over, ο ήχος του μηχανικού ρολογιού, το κείμενο του Περέκ, η σκηνοθετική ματιά του πρωτοεμφανιζόμενου τότε Queysanne, όλα αρμονικά δεμένα σε μια ταινία που με άφησε με το στόμα ανοιχτό, έτσι όπως κατάφερε να συνδυάσει το ποιητικό τράβελινγκ της κάμερας και το voice over των ταινιών του του Ρενέ (βλ. Πέρυσι στο Μάριενμπαντ) με τον φρέσκο αέρα που έφερε η nouvelle vague στον γαλλικό -και όχι μόνο- κινηματογράφο.

 υγ. Λίγα λόγια για το Έλις Άιλαντ μπορείτε να βρείτε εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου