Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2020

Middlesex - Jeffrey Eugenides




(πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Yusra)

Το σώμα, αυτός ο ελέφαντας

Κάποια βιβλία περιμένουν ήσυχα σε βιβλιοθήκες ξένες, και τη στιγμή που ο ταξιδιώτης θα κλείσει την πόρτα πίσω του, πριν καλά καλά αφήσει το σακίδιο στο πάτωμα, θα γείρει το σώμα για να διατρέξει τις ράχες τους, κάτι που θα το κάνει περισσότερο για να καταλάβει με τι οικοδεσπότη έχει να κάνει, παρά για να βρει κάτι να διαβάσει, για να παρακάμψει ουσιαστικά αχρείαστες κουβέντες μαζί του. Κάπως έτσι διάβασα το Middlesex: Στο ταξίδι θα τελείωνα το βιβλίο που διάβαζα, στη βαλίτσα είχα αρκετά ακόμα, με περίσκεψη και δυσκολία διαλεγμένα. Όμως, όταν είδα το πολυθρύλητο μυθιστόρημα του Ευγενίδη στην ασφυκτικά γεμάτη μικρή βιβλιοθήκη, εκεί που έμελλε να είναι το σαλόνι μου για τις επόμενες εβδομάδες, το τράβηξα έξω για να το αφήσω, λίγο αργότερα, στο τραπέζι μπροστά από την κουνιστή πολυθρόνα. Η απόφαση είχε ληφθεί σε ελάχιστο χρόνο, οποιοδήποτε αναγνωστικό πλάνο είχε πάει στον βρόντο.

Το Middlesex είναι ένα από τα βιβλία εκείνα τα οποία δεν είχα διαβάσει, παρότι, θεωρητικά τουλάχιστον, πολύ θα ήθελα να έχω διαβάσει, κυρίως λόγω θέματος.

Ανοίγει παρένθεση: Το αρχέγονο ανθρώπινο πλάσμα ήταν ερμαφρόδιτο, σύμφωνα με τον Πλάτωνα. Οι θεοί φθονούσαν όμως την ολοκλήρωση αυτή και έτσι χώρισαν το θηλυκό από το αρσενικό, καταδικάζοντας τον άνθρωπο αιώνια να περιφέρεται λειψός, γυρεύοντας το άλλο του μισό, την τελείωση. Ήταν κάτι του οποίου την ομορφιά δεν μπορούσε να συλλάβει στο σύνολό της το εφηβικό μου μυαλό, έτσι απροειδοποίητα όπως ήρθε σε επαφή μαζί της, πριν ακόμα η σεξουαλικότητα το απασχολήσει με ένταση, και μάλιστα όχι ακούγοντας κάποιο τραγούδι και αποκωδικοποιώντας τους στίχους, αλλά παρακολουθώντας ένα -ακόμα- μάθημα αρχαίων λυκείου, τη στιγμή κατά την οποία η καθηγήτρια, ρίχνοντας ένα από τα τελευταία της χαρτιά, επιχειρούσε να κερδίσει την προσοχή της τάξης. Κλείνει η παρένθεση.

Κι όμως κάτι με έκανε διστακτικό, ακόμα και να το αγοράσω και να το τοποθετήσω στο ράφι με τα προσεχώς. Δεν ήταν τόσο τα πολλά και αποθεωτικά σχόλια που άκουγα από διάφορους τριγύρω, όχι, δεν ήταν μια περίπτωση υπερτροφικών προσδοκιών αυτή. Περισσότερο είχε να κάνει, όσο αστείο και αν σας φανεί, με την καταγωγή του συγγραφέα. Εξηγούμαι: από μικρός -θα είχε ενδιαφέρον να δω πώς ξεκίνησε όλο αυτό- αντιμετώπιζα με δυσπιστία τα όσα αποθεωτικά ακούγονταν κατά καιρούς για διάφορους ομογενείς χ γενιάς, όχι μόνο για καλλιτέχνες, αλλά και για αθλητές, πολιτικούς, επιστήμονες κτλ. Για μένα δεν ήταν παρά κομμάτι της διάχυτης ξενομανίας που επικρατούσε εκείνα τα χρόνια, σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι συμβαίνει σήμερα, κάτι το οποίο πουλούσε ευρέως, η εικόνα δηλαδή του επιτυχημένου Έλληνα στο εξωτερικό. Έτσι λοιπόν, κρατούσα μικρό καλάθι όταν κάποιο ελληνικής προέλευσης επίθετο διαφημιζόταν ως παγκοσμίου επιπέδου, κρατούσα αποστάσεις για να δω αν σύντομα θα έσβηνε η ουρά του κομήτη, αν το σκοτάδι γύρω από το όνομα θα επικρατούσε σύντομα ξανά, γεγονός που τις περισσότερες φορές συνέβη. Η αλήθεια είναι πως συναντούσα αρκετά συχνά το όνομα Ευγενίδης· αναφορές τρίτων, συνεντεύξεις και αφιερώματα. Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και με το Χαστούκι του Τσιόλκα, το οποίο παρεμπιπτόντως βρήκα στην ίδια βιβλιοθήκη και θα ξεκινήσω να διαβάζω απόψε το βράδυ κιόλας. 
Στο πιστοποιητικό γεννήσεως μου, το όνομά μου είναι Καλλιόπη-Ελένη Στεφανίδη. Η πιο πρόσφατη άδεια οδήγησής μου (από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) στο μικρό μου όνομα αναγράφει απλώς Καλ. Είμαι πρώην τερματοφύλακας χόκεϊ επί χόρτου, παλαιό και ισόβιο μέλος του Ιδρύματος Προστασίας του Θαλάσσιου Ελέφαντα, παρακολουθώ σπανίως την Ελληνορθόδοξη λειτουργία και, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής μου, είμαι υπάλληλος του Αμερικανικού Στέιτ Ντιπάρμεντ. Σαν τον Τειρεσία, υπήρξα πρώτα ένα πράγμα κι ύστερα ένα άλλο. Έγινα περίγελος συμμαθητών, πειραματόζωο γιατρών, αντικείμενο ψηλάφησης ειδικών και το επίκεντρο ερευνών του March of Dimes. Ένα κοκκινομάλλικο κορίτσι από το Γκρος Πουέντ με ερωτεύτηκε, μην ξέροντας τι ήμουν. (Κι ο αδελφός της, μ' έκανε κέφι επίσης.) Ένα τεθωρακισμένο του στρατού με οδήγησε κάποτε σε μια μάχη μες στην πόλη· μια πισίνα μ' έκανε μύθο· εγκατέλειψα το σώμα μου για να καταλάβω άλλα σώματα - κι όλα αυτά συνέβησαν προτού κλείσω τα δεκάξι.        
Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ο Καλ δηλαδή, είναι ταυτόχρονα και παντογνώστης. Η αυτοβιογραφία ενός παντογνώστη αφηγητή, έτσι θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς το Middlesex, τέχνασμα αρκετά πρωτότυπο, αλλά κυρίως λειτουργικό. Στιγμιαίες εναλλαγές από πρωτοπρόσωπη σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, με ευθεία απεύθυνση κυρίως στον αναγνώστη, αποτελούν ένα επαναλαμβανόμενο αφηγηματικό παιχνίδι, που όμως ταυτόχρονα λειτουργεί άψογα και ως διαχωρισμός του τότε και του τώρα εαυτού, της Καλλιόπης και του Καλ. Η απεύθυνση στον αναγνώστη φανερώνει και κάποιες τεχνικές που ο Ευγενίδης χρησιμοποιεί, καθώς ο αφηγητής-συγγραφέας μοιάζει να επιθυμεί τον αναγνώστη σε ρόλο αυτόπτη μάρτυρα της κατασκευής αυτής, της σύνθεσης της βιογραφίας του εαυτού. Επίσης, μιλώντας για τεχνικές και ευρήματα, θα άξιζε να αναφέρει κανείς την ανάγκη του αφηγητή να δικαιολογήσει ή να εισάγει κάποιες αναλήψεις στο παρελθόν. Γενικά το Middlesex είναι ένα μυθιστόρημα που στηρίζεται κατά κόρον στο παρελθόν.

Και αυτή η εμμονή με το παρελθόν από πλευράς Καλ, η επιμονή στα όρια της ανάγκης να εκκινήσει την αφήγηση της προσωπικής του ιστορίας από την ιστορία των παππούδων του, να διατρέξει σχεδόν έναν αιώνα οικογενειακής ιστορίας μέχρι να φτάσει στο Βερολίνο, όπου γράφει το βιβλίο αυτό στο αφηγηματικό παρόν, με ώθησε να αναρωτηθώ, για ποιο λόγο κάνει κάτι τέτοιο. Είναι μια απόπειρα να κατανοήσει ο ίδιος, να εξηγήσει στον αναγνώστη ή μήπως να αναβάλλει την προσωπική ιστορία; Τι είναι εκείνο που ωθεί την αφετηρία της αφήγησης της προσωπικής μας ιστορίας τόσο βαθιά στο παρελθόν; Η διάχυτη παρουσία στο βιβλίο των επιστημών της βιολογίας και της ιατρικής, οι οποίες κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα έδωσαν απαντήσεις σε ερωτήματα πέρα από κάθε ανθρώπινη φαντασία, μοιάζει να είναι ένας πιθανός άξονας προσέγγισης, αλλά σίγουρα όχι ο μόνος. Και όμως η παρομοίωση που μου μοιάζει κατάλληλη είναι βιολογική, γιατί όπως το DNA του καθενός μας είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο, έτσι και το παρελθόν, παρ' όλους τους κοινούς τόπους και χρόνους είναι επίσης μοναδικό και ανεπανάληπτο, με αποκλειστικό αποτέλεσμα τον καθέναν από εμάς στο τώρα που διαρκώς διαφεύγει.  

Με προσδοκίες ουδέτερες, λοιπόν, ξεκίνησα εκείνο το πρωί να διαβάζω το βιβλίο αυτό, την ιστορία της Καλλιόπης, την ιστορία που ο Καλ αποφασίζει να διηγηθεί.  Και η αλήθεια είναι πως, αν και έφτασα γρήγορα και αβίαστα στη σελίδα εκατόν πενήντα, σκεφτόμουν ακόμα και να παρατήσω την ανάγνωση και να επιστρέψω στο προδομένο αναγνωστικό πλάνο. Βαρέθηκα αρκετά καθώς δεν ήταν καθόλου του στυλ μου η ιστορία, η Μικρασιατική καταστροφή είναι στην κορυφή της λίστας με τα θέματα που καθόλου δεν με συγκινούν. Εκείνο που με κράτησε στην ανάγνωση, εκτός από έναν ελαφρύ ψυχαναγκασμό δεύτερης και τρίτης ευκαιρίας, ήταν η περιέργειά μου να δω πώς θα συνέχιζε η ιστορία, όταν θα έφτανε η αφήγηση στο συγγραφικό παρόν του βιβλίου, στη στιγμή που ο Καλ γράφει το βιβλίο αυτό. Ήδη η άφιξη της οικογένειας στην Αμερική και η εγκατάστασή της στο Ντιτρόιτ, προσέδωσε στην αμήχανη έως τότε σχέση μου με το βιβλίο μια έλξη, που επέβαλλε τους κανόνες και τον χρόνο της στην ανάγνωση. Το Ντιτρόιτ, μία από τις πιο ενδιαφέρουσες αμερικανικές πόλεις, το Ντιτρόιτ, που ο Τζάρμους τόσο απόκοσμα εγκαταλελειμμένο αποτύπωσε στο Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί, η πόλη της αυτοκινητιστικής βιομηχανίας, η γεμάτη εντάσεις και ανατροπές ιστορία της πόλης, με το αντάρτικο πόλης, τη δημιουργία γκέτο, την οικονομική άνθηση και παρακμή σε ένα διαρκώς επαναλαμβανόμενο μοτίβο, αποτέλεσε το ιδανικό σκηνικό για τη συνέχεια της ιστορίας, για την ύπαρξη του πάντα απαραίτητου, παράλληλου της κεντρικής ιστορίας, ενδιαφέροντος. 

Ξενύχτησα για να διαβάσω τις τελευταίες σελίδες της αφήγησης του Καλ. Τελειώνοντας το βιβλίο ένιωθα κάπως αμήχανα, ούτε λύτρωση, ούτε στεναχώρια, απλώς αμήχανα. Από τη μια, η λογική υποδείκνυε πως επρόκειτο αδιαμφισβήτητα για μυθιστόρημα υψηλής λογοτεχνίας, από την άλλη, το θυμικό έστεκε πιο συγκρατημένο, σε ένα παράξενο παιχνίδι αλλαγής των συνηθισμένων ρόλων. Κι όμως το ξέρω καλά, μια έκρηξη σε ανύποπτη στιγμή μπορεί να τα ανατρέψει όλα· μυθιστορήματα όπως το Middlesex προσομοιάζουν σε βραδυφλεγείς βόμβες.



Μετάφραση Άννα Παπασταύρου
Εκδόσεις Libro / Εκδόσεις Πατάκη       
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου