Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Πατάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Πατάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Το καλό μες στο κακό - Samanta Schweblin

Πέρασαν έξι χρόνια, μοιάζει σχεδόν χτες, όταν διάβασα το Απόσταση ασφαλείας, το μυθιστόρημα με το οποίο η Σαμάντα Σβέμπλιν συστήθηκε στο ελληνικό κοινό. Δεν θυμάμαι πολλά από την ιστορία, μια γυναίκα στο κρεβάτι, η επιμονή κάποιου να την κάνει να θυμηθεί, ένα μεταφυσικό πέπλο, η απόσταση ασφαλείας είναι η απαραίτητη απόσταση από τη μνήμη, το συναίσθημα, την εμπειρία, που επιτρέπει στο υποκείμενο να νιώθει τη μικρότερη δυνατή ανασφάλεια, να μπορεί να ανασάνει, να σκεφτεί ψύχραιμα και να διατηρεί μια κάποια ψυχραιμία, θυμάμαι όμως καλά πως διαβάζοντάς το ένιωθα κάτι το υποδόρια ανησυχαστικό. Το Κεντούκι, πέντε χρόνια αργότερα και αφού η συλλογή διηγημάτων της, Επτά άδεια σπίτια, είχε μεσολαβήσει, με το κεντρικό εύρημα που το μετακινεί πιο μέσα στην επικράτεια της επιστημονικής φαντασίας, χωρίς ωστόσο να εγκλωβίζεται πλήρως σε αυτή, επίσης ανησυχαστικό, όχι υποδόρια αυτή τη φορά, αλλά στην επιφάνεια της ιστορίας, πιο απτό και επομένως πιο διαχειρίσιμο. Όλα τα βιβλία τής Αργεντινής συγγραφέα στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Έφης Γιαννοπούλου.

Δεν είναι πάντοτε απλό, συνήθως είναι σπάνιο, να εντοπίσει κανείς επακριβώς τι είναι εκείνο που του ασκεί έλξη σε κάποιο βιβλίο, σε κάποια συγγραφέα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η Σαμάντα Σβέμπλιν, με τη διεθνή φήμη και τα πολλά βραβεία. Η φαινομενική απλότητα είναι που το κάνει ακόμα πιο σύνθετο και δύσκολο. Η κυκλοφορία των διηγημάτων της και η επικείμενη παρουσία της στο φεστιβάλ ΛΕΑ επέσπευσαν την ανάγνωση, ήθελα να πάω διαβασμένος στο πάνελ που μοιράστηκε με τον Νίκο Μάντη, σκασμένος που δεν θα μπορούσα να βρεθώ στη συζήτησή της με την Αλεξάνδρα Κ.

Την παρούσα συλλογή, Το καλό μες στο κακό, την αποτελούν έξι αρκετά μεγάλα διηγήματα, δύο από αυτά της τάξης των πενήντα σελίδων, τα πέντε πρώτα διαθέτουν πρωτοπρόσωπη αφήγηση, στο τελευταίο επιστρατεύεται ένας παντογνώστης αφηγητής. Δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο νήμα σύνδεσης μεταξύ των διηγημάτων, σίγουρα δεν υπάρχει μετακίνηση προσώπων και καταστάσεων από το ένα στο άλλο, ωστόσο αυτό σε καμία περίπτωση δεν γεννά τη σκέψη πως απλώς εκδόθηκαν παρέα ώστε να δημιουργηθεί ένα βιβλίο. Ήδη από το πρώτο διήγημα, ο αναγνώστης που έχει διαβάσει κάποιο από τα προηγούμενα βιβλία της, αναγνωρίζει το ύφος, τη φωνή, το παράδοξο από το οποίο απειλούνται τα πρόσωπα. Το παράδοξο, συνήθως με τον μανδύα του μεταφυσικού ή της οριακότητας στην αντίληψη, είναι το μυαλό που παίζει παιχνίδια ή το εξωτερικό περιβάλλον, άραγε. Το μέγεθος, αλλά και το ταλέντο, η κλίση και η λεπτοδουλειά, επιτρέπει στη Σβέμπλιν να χτίσει αργά και σταθερά τις ιστορίες της, να κάνει τις απαραίτητες αναλήψεις από το παρελθόν, παρεκβάσεις αβίαστες που δεν πετούν τον αναγνώστη εκτός της ιστορίας, αλλά αντίθετα τον εισάγουν σε αυτή σε όλο της το μήκος.

Η ανισότητα, πάθηση συνήθης στις συλλογές διηγημάτων, φαινόμενο Βασίλης Παπακωνσταντίνου όπως μου αρέσει να το αποκαλώ, όταν ένα άντε δύο τραγούδια ήταν αυτά που άξιζαν και τα υπόλοιπα απλώς συμπλήρωναν το σιντί, εδώ δεν παρατηρείται. Το κάθε διήγημα καταλαμβάνει τον χώρο του, συντελεί στη συνολική αίσθηση της ανάγνωσης, τι και αν αργότερα ένα ή δύο θα είναι αυτά που η μνήμη θα συγκρατήσει, στην περίπτωσή μου τα δύο μεγαλύτερα, τώρα, δέκα μέρες μετά την ανάγνωση, που πιάνω να γράψω αυτό το κείμενο, Το μάτι στο λαρύγγι και Η γυναίκα από την Ατλαντίδα, το τέταρτο και το πέμπτο αντίστοιχα, αν και πιο ανησυχαστικά σίγουρα λειτούργησε το Ο Γουίλλιαμ στο παράθυρο, κυρίως γιατί στο τέλος η Σβέμπλιν αναφέρει πως «συνέβη στα αλήθεια. Ίσως είναι το πιο αυτοβιογραφικό διήγημα που έχω γράψει κι ίσως επίσης, γι' αυτό ακριβώς, είναι καλύτερα να μην πω τίποτε περισσότερο».

Εκείνο που περισσότερο από όλα μου έκανε εντύπωση, και τώρα συνειδητοποιώ πως αποτελεί χαρακτηριστικό της αφηγηματικής επικράτειας της Σβέμπλιν, είναι πως πετυχαίνει μια ιδιότροπη συγχρονία. Λέω ιδιότροπη, θα μπορούσα σίγουρα να έχω πιο απλά χρησιμοποιήσει το επίθετο ιδιότυπη, αλλά νιώθω πως για κάποιο λόγο ταιριάζει καλύτερα εδώ. Δεν είναι μόνο η παράδοση της Νοτίου Αμερικής, και δη της Αργεντινής, στο διήγημα που ορίζει τις πηγές του λογοτεχνικού ποταμού στον οποίο κινείται η συγγραφέας, αλλά της ευρύτερης παράδοσης του παράδοξου ή μεταφυσικού κλίματος. Και ενώ, λοιπόν, η πλεύση στον ποταμό αυτό είναι εμφανής, εντούτοις τα διηγήματά της, στην προκειμένη περίπτωση αλλά και το συνολικό έργο της γενικότερα, δύσκολα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν παλιακά. Τείνω να ισχυριστώ μετά υποκειμενικής βεβαιότητας πως η ιδιότροπη συγχρονία που νιώθω κατά την ανάγνωση έχει να κάνει με τον δέκτη, και όχι με τον πομπό, που και η ίδια είναι δέκτρια με τη σειρά της. Χωρίς να το εκβιάζει, χωρίς να επιχειρεί να πιάσει το zeitgeist, χωρίς να χρησιμοποιήσει απευθείας την πρώτη ύλη από τον κοινωνικό ή πολιτικό ταμιευτήρα του παρόντος, εντούτοις, και αφού πρώτα έχει κατακτήσει και οικειοποιηθεί τη δική της φωνή, το δικό της ύφος, διακριτά και όχι φωναχτά σαν κάποιος που θα ήθελε να πείσει πως στα ερείπια χτίζει το δικό του λογοτεχνικό ανάκτορο, πετυχαίνει να προκαλέσει το αίσθημα του ανοίκειου στον σημερινό αναγνώστη, θύμα και θήτη ταυτόχρονα του επιστημονικά άτεγκτου ορθολογισμού και της απόλυτης αιτιοκρατίας, με ένα τρόπο που κάποτε μετήλθε η λογοτεχνία του φανταστικού, όταν πια οι κοινωνίες έπαψαν να λένε παραμύθια γύρω από τη φωτιά.

Η Σβέμπλιν, θεωρώ, πως πετυχαίνει εκεί που τόσοι άλλοι αποτυγχάνουν, ίσως γιατί δεν είναι εκείνη η κύρια επιδίωξή της, ίσως γιατί πρώτιστα επιθυμεί να υπηρετήσει με τον καλύτερο και αρτιότερα δυνατό τρόπο την κατασκευή και την εκτέλεση κάθε ιστορίας της, χωρίς να διατυμπανίζει πως είναι αποφασισμένη να κατέλθει στα μύχια της αντίληψης και πως είναι ανοιχτή στο παράλογο, στέκεται, θέλω να πω, στη σκιά σε απόσταση ασφαλείας. Κάνει κάτι που με τα χρόνια αμελείται, η λογοτεχνία, η κάθε τέχνη, δεν είναι μια αντικειμενική και επιστημολογικά συνεπής διεργασία, υπάρχουν άλλωστε η ιστορία, η κοινωνιολογία, η ανθρωπολογία και άλλες επιστήμες, θεωρητικές ή θετικές, γι' αυτό, αλλά ο εκάστοτε συγγραφέας διαθέτει τις ευαίσθητες εκείνες κεραίες ώστε να διακρίνει εκείνο που είναι δύσκολο να διατυπωθεί με σαφήνεια και ακρίβεια, και το απαραίτητο ταλέντο, σκληρή δουλειά επίσης μην το ξεχνάμε παρακαλώ, ώστε να το μεταφέρει στο χαρτί με τον κατάλληλο τρόπο, μια εμπειρία οριακή γίνεται τότε η γραφή και η ανάγνωση, χωρίς να διαφημίζεται και να φωνάζει πως είναι τέτοια. Και ίσως μερικούς μια γραφή όπως αυτή να τους ξενίζει, γιατί έχουν κιόλας συνηθίσει, είτε λόγω της παρέλευσης ικανού χρόνου, είτε γιατί η λογοτεχνία πηγαίνει προς μια κατεύθυνση αντικεμενικοποίησης, εκεί που οι φιλόλογοι και οι καθηγητές δημιουργικής γραφής νιώθουν αυτοπεποίθηση στην αποδόμηση και την εξήγηση του γιατί και του πώς λειτουργεί το κάθε κείμενο, πρώτη ύλη για τη διδασκαλία τους.

Κλείνοντας, να πω μόνο αυτό το κλισέ ακόμα, πως η έλξη στη λογοτεχνία της Σβέμπλιν μοιάζει με ένα παγάκι, σε δροσίζει και σε καίει, θες και δεν θες ταυτόχρονα να το κρατήσεις στη χούφτα σου, πόσο μάλλον να την κλείσεις σφιχτά. Και όλο αυτό ένα απλό παγάκι, η ηδονή και η ανησυχία, από τις απολήξεις νεύρων μέχρι το κέντρο ελέγχου.

υγ. Για την Απόσταση ασφαλείας έγραφα αυτό, για το Κεντούκι αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Άλογα - Ορέστης Φιωτάκης

Πρώτα μίλησε η Σ., ύστερα η Γ. Εκείνο που κυρίως με ιντρίγκαρε ήταν το παρ' όλο που. Παρ' όλο που, είπαν, το οπισθόφυλλο περιγράφει κάτι που δεν είναι στα άμεσα αναγνωστικά ενδιαφέροντά μου, ο τρόπος του Φιωτάκη με κατέπληξε, κάτι φρέσκο και υποσχόμενο υπάρχει σε αυτό το μυθιστόρημα, να το τσεκάρεις. Τα Άλογα πήραν άμεσα θέση για τα προσεχώς. Θα συμπλήρωνα επίσης εκτός των αναγνωστικών ενδιαφερόντων μου, μια συμμορία νεαρών μοτοσυκλετιστών σε κάποια ανώνυμη επαρχία, πως μια τέτοια ιστορία έχει πολλάκις και με πλείστους τρόπους ειπωθεί. Εδώ θα καταθέσω το δικό μου παρ' όλο που.

Σε μια εκτενώς ποικιλόμορφη λογοτεχνική παραγωγή, εγχώρια και μεταφρασμένη, σύγχρονη και κλασική, η αδυναμία μου είναι η καλή, συγκαιρινή, ελληνική λογοτεχνία. Η κοινόχρηστη χωροχρονική αρένα από τη μια, η αδιαμεσολάβητη αναγνωστική εμπειρία από την άλλη, οι δύο πόλοι της αδυναμίας αυτής. Επιπρόσθετη απολαβή το μειδίαμα απέναντι σε εκείνους τους αφοριστικούς της συντήρησης και της ξενομανίας, του τίποτα αξιόλογο δεν γράφεται πια, του οι Έλληνες δεν ξέρουν να γράφουν. Απλό μειδίαμα γιατί ο χρόνος είναι πολύτιμος για να ασχολείται κανείς περαιτέρω.

Και το οπισθόφυλλο διόλου δεν παραπλανούσε. Ο πρωτοπρόσωπος, ανώνυμος αφηγητής, πέριξ της ηλικίας των είκοσι, εγκλωβισμένος ποικιλοτρόπως, κυρίως συναισθηματικά, σε μια άγονη επαρχία, βρίσκει διέξοδο στα Άλογα, μια συμμορία νεαρών που με τις μηχανές τους αναζητούν την απαραίτητη αδρεναλίνη ως αντίδοτο. Ο Ν., φυσικός αρχηγός της συμμορίας, είναι ο καλύτερός του φίλος.

«Πολύ μικρός, είχα ονειρευτεί έναν φλεγόμενο ουρανό. Ίσως και να έχω επινοήσει την ανάμνηση του ονείρου, οπότε δεν ξέρω πόσο αληθινό είναι αυτό που θα περιγράψω. Έτσι και αλλιώς, πάντα δυσκολευόμουν να ξεχωρίσω την αλήθεια από το ψέμα. Θα προσπαθήσω όμως να είμαι όσο πιο σαφής μπορώ».

Έτσι ξεκινάει η αφήγηση αυτή. Μια ειλικρινής δήλωση πιθανής ανειλικρίνειας, μια ομολογία αδυναμίας, μια υπόσχεση σαφήνειας. Εξ αρχής, ο αφηγητής πετάει από πάνω του την όποια εμπιστοσύνη, είμαι πιθανώς αναξιόπιστος, όχι από πρόθεση, αλλά επειδή αυτός είμαι, μας λέει ήδη στο κατώφλι.

Μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση μιας ζωής, στην οποία επιπροσθέτως λίγα συμβαίνουν, αν δεν υποστηριχτεί κατάλληλα, έχει κοντά ποδάρια, λίγες μόνο σελίδες μπορεί να διανύσει πριν προκαλέσει τον εκνευρισμό ή την αδιαφορία του αναγνώστη. Άλλωστε, υπάρχουν πολλά αδιάφορα διηγήματα που θα ταίριαζαν στην περιγραφή της συνθήκης. Αυτή ήταν και η καίρια αμφιβολία μου, το παρ' όλο που που με ιντρίγκαρε εξαρχής, η αναρώτηση για το τι παραπάνω ή διαφορετικό έχει να μας πει ο γεννημένος το 2001 στην Κρήτη Φιωτάκης. Είναι, και ορθώς ως ένα βαθμό, από τις πλέον συνήθεις μομφές για την εγχώρια λογοτεχνία αυτό που συνοψίζεται ως επαρχιωτισμός, παρά τον παρόντα ελιτισμό για κάτι το κοσμοπολίτικο και την όποια αλλεργία αυτός προκαλεί.

Η ιστορία δεν είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το περιβάλλον εντός του οποίου λαμβάνει χώρα, παρότι προφανώς και προσαρμόζεται σε αυτό και το εκμεταλλεύεται κατάλληλα. Με τη μη άρρηκτη σύνδεση θέλω να επισημάνω πως ο Φιωτάκης δεν χρησιμοποιεί την επαρχία ως μια συνθήκη εργαστηρίου για να κάνει ένα πείραμα όσο το δυνατό πιο ελεγχόμενο. Συμβαίνει εκεί απλώς γιατί συμβαίνει. Έτσι, συνοδεία μιας άχρονης αίσθησης, μια πρώτη επιφύλαξη ενός γενικού και αόριστου επαρχιωτισμού αποσύρεται. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει επίσης και με την κουήρ διάσταση, αλλά και με το σύνολο των βιογραφικών συστατικών.

Δύο είναι οι βασικοί πυλώνες επί και πέριξ των οποίων η κατασκευή τοποθετείται και λειτουργεί, ο ένας έχει να κάνει με την αφηγηματική δεινότητα που είναι η ραχοκοκκαλιά του μυθιστορήματος αυτού, μια αφήγηση διαρκώς ανατροφοδοτούμενη, που διατηρεί τον αναγνώστη στην ανάγνωση, που επιτρέπει στην πλοκή, την όποια πλοκή, να προωθηθεί, ο άλλος πυλώνας έχει να κάνει με την αρχική αυτοϋπονόμευση, που τη διέπει, με πρώτο και κύριο θύμα τον ίδιο τον αφηγητή, ως προς τον έλεγχο της ίδιας του τη ζωής.

Η αυτοϋπονόμευση είναι το αμφίβιο εκείνο συστατικό που εντοπίζεται τόσο στο περιεχόμενο όσο και στον τρόπο με τον οποίο αυτό εξιστορείται. Άπαξ και το συστατικό βρέθηκε και αποφασίστηκε να χρησιμοποιηθεί ως η κύρια βάση, ένα βήμα είχε πραγματοποιηθεί. Έμεναν, ωστόσο, πολλά ακόμα να γίνουν ώστε η κατασκευή να ολοκληρωθεί και να παραδοθεί προς ανάγνωση. Δεν αρκούσε θέλω να πω ο απλός εντοπισμός, το κατά κάποιο τρόπο κεντρικό εύρημα. Δεν αρκούσε ούτε η αφηγηματική ικανότητα, η γλώσσα και η χρήση της, αν και καθόλου δεν πρέπει να υποτιμάται, το αντίθετο, πρέπει να επιβραβεύεται ως συγγραφική δεξιότητα. Η αυτοϋπονόμευση κινείται διαρκώς μεταξύ σκιάς, κυρίως, και φωτός, δεν απομακρύνεται ποτέ, απλώς μετατοπίζεται σύμφωνα με τη συγγραφική βούληση από το επίκεντρο για να επανεμφανιστεί σε αυτό όταν οι συνθήκες το ζητούν.

Αλλά και ως αρχική σύλληψη, παρά και πέρα από το όποιο ενδιαφέρον αυτή παρουσιάζει, σίγουρα δεν αποτελεί κάποια πρωτοφανή ιδέα, που ακόμα και έτσι να ήταν δεν θα ήταν επαρκής άμα τη εμφανίσει της, κρύβει, όπως κάθε καλή ιδέα άλλωστε, μια σειρά από παγίδες, με κύρια αυτή της απώλειας του ελέγχου επί αυτής, τον κίνδυνο για ένα χαοτικό και άναρχο αποτέλεσμα, που θα επένδυε, ατυχώς, στη σύγχυση, ο συγγραφέας αιχμάλωτος της προσωρινής λάμψης ενός ευρήματος. Οπότε, πέρα από τον αρχικό κίνδυνο του πόσο να αντέξει μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση με κοντά ποδάρια, αντίστοιχα τίθεται το ερώτημα του πόσο να αντέξει ένα πυροτέχνημα πριν παραδώσει πάλι τα πάντα στο σκοτάδι. Ο Φιωτάκης πετυχαίνει να αποδώσει τη συνθήκη που επικρατεί στο μυαλό του αφηγητή του, αλλά δεν σταματά εκεί, παίζει και με το μυαλό του αναγνώστη, δημιουργώντας διάφορα ενδιαφέροντα δίδυμα, όπως για παράδειγμα το προφανές και το ανησυχαστικό, το αληθές και το ψευδές, την αξιοπιστία και την κατάρρευση του υπό διαμόρφωση ορίζοντα, και κυρίως, όπως κάθε καλός σκαπανέας της αφήγησης, θέτοντας διαρκώς το ερώτημα αν μπορεί κανείς να αφηγηθεί χωρίς να παραμορφώσει, ακόμα και αν αναλάβει ο ίδιος τη δική του αφήγηση.

Παρόλο που, λοιπόν, εκείνο που το οπισθόφυλλο ορθώς περιέγραφε και τις πρώτες σελίδες που το επιβεβαίωναν, τα Άλογα μου άρεσαν πολύ. Υπάρχει εδώ μια φιλοδοξία, χωρίς να φωνάζεται και να διακηρύσσεται με ύφος ικανού αριθμού καρδιναλίων, υπάρχει μια δεξιότητα, υποταγμένη και στρατευμένη στην εξυπηρέτηση της τελικής κατασκευής χωρίς να δείχνεται, υπάρχει κάτι το φρέσκο, που τα παρ' όλο που στα οποία αναφέρθηκα με τρόπο κάπως αντιστικτικό το αναδεικνύουν, αντί να το πλακώνουν και να το θάβουν στον τάφο του αναμασήματος των ίδιων και των ίδιων.

Ένα καλό βιβλίο και μια ενδιαφέρουσα περίπτωση συγγραφέα προς παρακολούθηση· τα Άλογα του Ορέση Φιωτάκη.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Κόκκινο φαράγγι - Γιάννης Νικολούδης

Είχαν προηγηθεί: Από χώμα και κόκαλα και Άδειος τόπος. Ο Γιάννης Νικολούδης (Ηράκλειο, 1987) είναι ένας από τους συγγραφείς που παρακολουθώ, περιμένω με ενδιαφέρον το επόμενο βιβλίο τους, σπεύδω να το διαβάσω, διακρίνω σ' αυτόν μια προσωπική φωνή, παρά τις όποιες λιγότερο ή περισσότερο ορατές επιρροές, ένας συγγραφέας που μοιάζει να έχει να δώσει αρκετά. Η ανάγνωση αφήνει ένα διττό συναίσθημα, την ικανοποίηση, που ένα καλό βιβλίο προσφέρει ως εμπειρία και επίγευση, αλλά και μια περιέργεια για το επόμενο βήμα, την εξέλιξη. Το διττό αυτό συναίσθημα καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις προσδοκίες πριν από την ανάγνωση κάθε επόμενου βιβλίου του, γυρεύω ικανοποίηση, προσμένω περαιτέρω εξέλιξη. Πήχης τοποθετημένος αρκετά ψηλά. Η σύγκριση εντός του συγγραφικού κόρπους πάντοτε είναι ιδιαίτερη, απαιτητικότερη μιας απλής γνωμάτευσης: ένα καλό βιβλίο.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το Κόκκινο φαράγγι, από τις εκδόσεις Πατάκη. Φρόντισα να το προμηθευτώ άμεσα. Απέμενε η κατάλληλη αναγνωστική στιγμή. Ένα κυριακάτικο πρωινό, για παράδειγμα, ξύπνημα νωρίς, νωχελικότητα, οι ψηφιακοί περισπασμοί σε απόσταση, οι όποιες υποχρεώσεις σε παύση, μια συνεχής, όσο το δυνατόν, ανάγνωση. Έτσι κι έγινε.

Κάτι τρομερό έχει συμβεί. Στέκει να αιωρείται και δεν κατονομάζεται. Ένα σπίτι στην άκρη του χωριού, κρυμμένο πίσω από φυσικά αναχώματα. Ένα φαράγγι, μια εγκάρσια τομή με το νερό να ρέει. Ένα χωριό που γιορτάζει, ο απόηχος ταξιδεύει σε μεγάλη απόσταση. Τρεις έφηβοι που νιώθουν εγκλωβισμένοι, πάσχουν από την ανία της μικρής επαρχίας, γυρεύουν την περιπέτεια. Ένας αδερφός, χρόνια μετά θα επιστρέψει, ο θάνατος βάζει μια άνω τελεία, το παρελθόν παραφυλά. Αυτά είναι κάποια από τα βασικά συστατικά της πλοκής.

Το γνώριμο αφηγηματικό ύφος του Νικολούδη, ο τραχύς κοφτός λόγος, το αιωρούμενο κακό, η καθοριστική παρουσία του τόπου, πάντοτε παρά πόδας, υποδέχεται τον αναγνώστη. Η διάρρηξη της γραμμικότητας, τα μπρος πίσω στον χρόνο και οι αφηγηματικές παρεμβολές των υποπλοκών, παρέα με όσα δεν λέγονται αλλά αφήνονται να καρπίσουν στη φαντασία του αναγνώστη, αποτελούν συνήθη αφηγηματικά εργαλεία. Ενίοτε, απλώς αποδεικνύονται δυσλειτουργικά, επιφέρουν σύγχυση αδικαιολόγητη, συσκοτίζουν μόνο για να το κάνουν να φανεί πιο σύνθετο απ' όσο είναι, προκαλούν εκνευρισμό εν τέλει. Δεν είναι τέτοια η περίπτωση εδώ. Ο Νικολούδης λειτουργεί βάσει σχεδίου υψηλής ακρίβειας. Δεν βιάζεται και δεν παρασύρεται. Δεν αφήνεται στο συχνά γοητευτικό χάος, δεν απολύει τον βηματισμό του.

Και τα τρία βιβλία του που ως τώρα έχω διαβάσει θα μπορούσαν να είναι το εκτενές ρεπορτάζ μιας εφημερίδας, ένας δημοσιογράφος που ανασυνθέτει ένα γεγονός που στάζει αίμα, ένα έγκλημα που ταράζει μια τοπική κοινωνία. Και στα δύο κείμενα που προηγήθηκαν, έκανα αναφορά στον σπουδαίο Ροδόλφο Γουόλς και την Επιχείρηση σφαγή, το πρώτο δείγμα μη μυθοπλαστικού μυθιστορήματος –κάντε τη χάρη στον εαυτό σας και γυρέψτε την–, η αναφορά δεν ήταν τυχαία, ούτε θα μπορούσε να λείπει από αυτό εδώ το κείμενο, παρότι δεν υπάρχει ένας αφηγητής-ερευνητής ξεκάθαρα παρών. Εδώ εντοπίζεται μία εξέλιξη στη γραφή του, η απόλυση μιας ευκολίας, στη θέση του, αρκετές αφηγηματικές φωνές, διαδέχονται η μία την άλλη, με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό, ξέροντας πως έτσι θα φωτίσει πλευρές στις οποίες η αφηγηματική γραμμικότητα θα στερούσε ή δεν θα αναδείκνυε, αδυνατίζοντας το τελικό αποτέλεσμα.

Υπάρχει αυτή η διάκριση ανάμεσα στο τι και το πώς, ποια θα είναι η ιστορία και πώς ο συγγραφέας θα αποφασίσει να τη δώσει. Ο Νικολούδης μόνο φαινομενικά κλίνει προς το πώς. Έχει σχεδιάσει μια ιστορία δυνατή, με αρχή μέση τέλος, πρόσωπα και καταστάσεις καλοσχηματισμένα, ένα παζλ που όταν τα κομμάτια μπουν στη θέση τους, πρώτα τα περιμετρικά και στη συνέχεια πότε το ένα και πότε το άλλο, θα επιβραβεύσει, εαυτόν και αναγνώστη, με ένα ικανοποιητικό της προσπάθειας αποτέλεσμα, αν και πιθανά διαφορετικό στις λεπτομέρειες του για το κάθε βλέμμα. Μένει το πώς, οπότε. Αυτό μοιάζει να είναι το στοιχείο πρόκλησης, εκείνο που θα κολλήσει τον συγγραφέα στην καρέκλα του, θα δεσμεύσει το μυαλό και τη φαντασία του, θα τον στοιχειώσει, θα τον αναγκάσει να δουλέψει σκληρά. Θα κόψει και θα ράψει επανειλημμένως. Θα αφαιρέσει ό,τι περιττό. Θα αποκόψει και θα μετακινήσει. Θα δοκιμάσει εκδοχές διαδοχής. Θα σώσει το αρχείο όταν θα νιώσει πως κάθε τι είναι στη θέση του. Αυτό είναι που ξεχωρίζει τη γραφή του, αυτό είναι που στα μάτια μου τον κατατάσσει ιδιαίτερο, σ' αυτό είναι που κάθε φορά περιμένω την εξέλιξη, στο πώς. Ας υπενθυμίσουμε, ωστόσο, πως της τελικής εκδοχής ακολουθεί η επιμέλεια, εδώ δια χειρός της έμπειρης Ελένης Κεχαγιόγλου.

Στην αρχική σκοτεινιά, ο αναγνώστης άλλη επιλογή δεν έχει, παρεκτός από το να εγκαταλείψει, να ακολουθήσει τον αφηγητή, να δείξει εμπιστοσύνη στο αφηγηματικό υποκείμενο και στο αναγνωστικό, το δικό του, ένστικτο, η περιέργεια παρέα με την απόλαυση βαδίζουν, το ρίσκο ενός φτηνού πυροτεχνήματος ελοχεύει, αναπόφευκτα. Σιγά σιγά το τοπίο ξεκαθαρίζει. Ο αναγνώστης προσανατολίζεται, αποκτά σταθερές, διακρίνει σιγά σιγά την επικράτεια και τα πρόσωπα. Συνειδητοποιεί πως ξέρει πώς τελειώνει αυτή η ιστορία. Τελειώνει όμως πραγματικά μια ιστορία; Μάλλον όχι, θα έλεγα. Προχωρώντας στα σκιώδη, το ανεστίαστο ξεγελά, προσδίδει ανακριβείς διαστάσεις. Εδώ υπάρχει ένα κερδισμένο στοίχημα. Η ιστορία, τα πρόσωπα και οι καταστάσεις, οι ιδιαιτερότητες των χωροχρονικών συντεταγμένων απλώνουν, ο αναγνώστης, συνειδητά ή όχι, συνεισφέρει στον κοινό ταμιευτήρα της αφήγησης, ένας κοινός τόπος απλώνεται ξάφνου, καθένας από τη δική του αφετηρία, συγγραφέας και αναγνώστης προσέρχονται. Διαισθητικά κάπως ονοματίζω αυτό το αφηρημένο. Αβίαστα η ιστορία απολύει το βάρος της ακρίβειας και της μοναδικότητάς της, αποκτά διαστάσεις μεγαλύτερες, ενσωματώνει επιπλέον στοιχεία και χαρακτηριστικά, έναν υπόγειο χώρο που βράζει, η βάση του παγόβουνου γίνεται αισθητή.

Ο Νικολούδης, λέω ξανά, έχει μια ιστορία να αφηγηθεί. Ένα το κρατούμενο. Έχει όμως, λέω ξανά, έναν ιδιαίτερο τρόπο να το κάνει. Δύο τα κρατούμενα. Το Κόκκινο φαράγγι όμως δεν είναι μόνο αυτά, μια ιστορία και ένας άρτιος τρόπος, αν και από μόνα τους αυτά τα δύο θα ήταν αρκετά. Είναι κάτι που οι σπουδαίοι, Αμερικανοί κυρίως, συγγραφείς, κάνουν με έναν τρόπο απαράμιλλο, διαπραγματεύονται το κακό στο πλήρες ανάπτυγμά του, παρότι μοιάζει να ασχολούνται με μια ελάχιστη αμυχή, με έναν περίκλειστο κόσμο, με ένα απλό περιστατικό, με κάποια λίγα πρόσωπα, ο αναγνώστης, μετά τις πρώτες σελίδες κιόλας, νιώθει πως περιδιαβαίνει μια αχανή και άχρονη άβυσσο, στην οποία, πώς αλλιώς, διάφορες επιφάνειες αντανακλούν το ίδιο του το είδωλο, τον κόσμο στον οποίο ενοικεί. Πώς το έλεγε ο Μακάρθυ στο Τέκνο του θεού, αναφερόμενος στον Μπάλαρντ; Ένα τέκνο του Θεού, σαν και σένα και μένα. Κανείς αμόλυντος του κακού, όσο και αν επιμένει να αποστρέφει το βλέμμα.

υγ. Για το Από χώμα και κόκαλα περισσότερα μπορείτε να δείτε εδώ, για το Άδειος τόπος εδώ, για το εκπληκτικό Επιχείρηση σφαγή του Γουόλς εδώ, για το Τέκνο του θεού εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Εκδόσεις Πατάκη

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Μεσοτοιχίες - Μισέλ Φάις

Το έργο του Μισέλ Φάις, ως ένας σημαντικός, ιδιοσυγκρασιακός και πολυσχιδής συγγραφέας, συγκροτεί ένα συγκεκριμένο και ευρύχωρο σύμπαν. Αποτελείται από μικρότερους και μεγαλύτερους πλανήτες, αυτόφωτα και ετερόφωτα σωματίδια, ένα ολόκληρο σύστημα που διέπεται από κάποιες ενιαίες γενικές αρχές ως προς την κοσμογονία και την κίνηση. Έτσι, κάθε υπό παρατήρηση μεμονωμένο έργο οφείλει να εξεταστεί σε σχέση με αλλά και ανεξάρτητα από το όλο, απαλλαγμένο από κάθε υπόνοια τυχαιότητας. Με όρους συγγραφικούς, παρά αστρονομικούς, κάθε επόμενο θραύσμα δημιουργίας συνομιλεί ευθέως ή πλαγίως με όσα προηγήθηκαν. Την ίδια στιγμή, κάθε τέτοιο θραύσμα δύναται να αποτελέσει την πρώτη επιφάνεια προσγείωσης για τον αναγνώστη.

Τον περασμένο Νοέμβρη, κυκλοφόρησαν οι Μεσοτοιχίες, συνοδευόμενες από τον υπότιτλο Αθέατοι συγκάτοικοι. Με αυτή τη συλλογή κειμένων, μικρών ή μεσαίων διηγημάτων/στιγμιοτύπων/κατόψεων χώρου ολοκληρώνεται μια άτυπη τριλογία που περιστρέφεται γύρω από τους μηχανισμούς της απώλειας στο πέρασμα του χρόνου. Των Μεσοτοιχιών είχαν προηγηθεί: Εξουθένωση. Ντοκιμαντέρ ονείρων (2022) και Αμήν. Προσευχές στο Κενό (2024).

Ο εξοικειωμένος, με το φαϊσικό σύμπαν, αναγνώστης διακρίνει κάποιες σταθερές, με κύρια εκείνη της ενίοτε επαναλαμβανόμενης προλογικής σκηνοθετικής οδηγίας γύρω από τον χωροχρόνο, συνοδευόμενης από απαραίτητες σκηνογραφικές σημειώσεις. 

Παράδειγμα: «Άντρας γύρω στα εβδομήντα, κορίτσι γύρω στα δέκα. Ο άντρας μπροστά στο λάπτοπ, το κορίτσι βλέπει ταινία στην τηλεόραση» ή «Ένα οποιοδήποτε δωμάτιο, οπουδήποτε. Στο κέντρο υπάρχει ένας μικρός τύμβος από παπούτσια». Σε κάθε ένα από τα εκατό δωμάτια, όπως για παράδειγμα: της αγάπης, της εξαφάνισης, του αποτυχημένου, του αφανιστή ιστοριών, του χρόνου, του ντετέκτιβ, των προσευχών, των μετακομίσεων, του λογιστή· ένα μικρό σύμπαν τίθεται σε λειτουργία, ένα ελάχιστο στιγμιότυπο, περιγραφικό ή διαλογικό, ικανό ωστόσο να λειτουργήσει ως η κορυφή του παγόβουνου, παρότι τα κρόσσια με το παρελθόν δεν είναι ορατά, έτσι όπως το δωμάτιο είναι λουσμένο σε ένα εκτυφλωτικό φως ενός προβολέα. Κάθε δωμάτιο, επίσης, γειτνιάζει με τα υπόλοιπα, συνθέτουν όλα μαζί ένα ιδιότυπο συγκρότημα υπαρξιακών δωματίων, ταυτόχρονα αυτόνομα και άρρηκτα συγκοινωνούντα. Αυτή, όμως, είναι η κάτοψη της υπαρξιακής συνθήκης, της γειτνίασης, του εγκιβωτισμού, ακόμη και της παραπλάνησης του ατομικού, του συλλογικού, του φαντασιακού και του ρεαλιστικού, του μέσα και του έξω, του εγώ, του εμείς και του εσείς οι άλλοι, του ονείρου και της γραφειοκρατίας, της κόλασης, της μνήμης, της αμνησίας, του ενθάδε και του επέκεινα.

Η εξοικείωση διόλου δεν επιβάλλει την επανάληψη, τη στείρα και την ανέμπνευστη εκδοχή της, η εξοικείωση με το ανοίκειο της πρόσληψης του κόσμου από τον Φάις ασκεί μια τρομακτική σαγήνη. Τρομακτική η γοητεία, καθώς η επίδρασή της περνά μέσα από κανάλια τρόμου, υπαρξιακής αγωνίας, νεφελωμάτων των οποίων το φιλτράρισμα στο φως δεν είχαμε καν φανταστεί. Αν τα όνειρα τρέφονται από το ασυνείδητο και οι προσευχές ταυτόχρονα από αγωνία και ελπίδα, τα δωμάτια τα ενοικούμε (ή μήπως μας κατοικούν;) βρισκόμαστε εκεί, παρατηρητές και πρωταγωνιστές, αντιμέτωποι παρά τον όποιο ισχυριζόμενο ορθολογισμό με το ανορθολογικό, το ξαφνικό, το αναπάντεχο, το παραισθητικό, το ανεξήγητο. Δωμάτια στα οποία παρότι μόνοι μας, ή σχεδόν μόνοι μας, παρά την αίσθηση οικειότητας και στέρεου, γνώριμου εδάφους, βαθιά μέσα μας γνωρίζουμε καλά πως είναι δωμάτια μεταμορφώσεων, εκδοχές και ομοιώματα άλλων αντίστοιχων δωματίων, αλλά και σε τι βοηθάει άραγε αυτή η διαπίστωση της αέναης ετερότητας...

Παρότι η εμφάνιση του Φάις στα λογοτεχνικά πράγματα, το 1994 με την Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου, ήταν ακριβώς αυτό για το οποίο ο τίτλος προσιδιάζει, ένα μυθιστόρημα αυτοβιογραφικό, αλλά και μεταμοντέρνο, χαρακτηριστικά που δεν έπαψαν να ενυπάρχουν στην περαιτέρω διαδρομή του, ακόμα και όταν η φόρμα μίκραινε ή τα πρόσωπα έμοιαζαν άλλα από το συγγραφικό εγώ, έχω την αίσθηση πως στις Μεσοτοιχίες έχουμε ίσως την πλέον μύχια εκδοχή του δημιουργικού καμβά του Φάις. Μην πάει ωστόσο το μυαλό σας σε μια μοδάτη αυτομυθοπλαστική συνθήκη ή σε μια παραδοσιακή φόρμα αυτοβιογραφίας.

Τα δωμάτια, προείπα, έχουν μια συλλογική, πανανθρώπινη μνήμη, παρά την όποια εσωτερική, μινιμαλιστική σκηνογραφία παρά την όποια φαινομενικά διαφορετική χρήση και βίωση του αφηγηματικού υποκειμένου εντός τους.

Ταυτόχρονα, εκτός από έντονα αυτοβιογραφικές και αυτομυθοπλαστικές, οι Μεσοτοιχίες διαθέτουν μια ιδιότυπη εξωστρέφεια, μια σύνδεση με τον έξω και γύρω ρευστό και δυσοίωνο κόσμο, παρότι αυτός δεν ονοματίζεται, δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια, δεν στριμώχνεται, ο Φάις τα καταφέρνει να μετεωρίζεται σε ένα διπλό ταμπλό: στο μέσα και το έξω, στο από μέσα και το απέξω, αν προτιμάτε, στο εγώ του δημιουργού και το εσύ του αναγνώστη. Ο εγκλωβισμός στις Μεσοτοιχίες υπάρχει, αλλά δεν είναι του δημιουργού που άτεχνα χτίστηκε μέσα στο εύρημά του, αλλά του αναγνώστη, που παρότι παρακολουθεί εκ του μακρόθεν και νιώθοντας ασφαλής μια συνθήκη δωματίου, με όρους αρκούντως θεατρικούς, στην οποία η πόρτα, το παράθυρο, η όποια έξοδος δεν εμφανίζεται ποτέ, νιώθει γνώριμα και οικεία, νιώθει κάποιες στιγμές ένα καθρέφτισμα εαυτού και κόσμου, την αντανάκλασή του.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή)

υγ. Για την Εξουθένωση. Ντοκιμαντέρ ονείρων περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για το Αμήν. Προσευχές στο Κενό εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Εκδόσεις Πατάκη

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Ιντερμέτζο - Sally Rooney

Η Σάλλυ Ρούνεϋ, γεννημένη στην Ιρλανδία το 1991, εμφανίστηκε στα λογοτεχνικά πράγματα το 2017 με το Συζητήσεις με φίλους, το οποίο και γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία, πρωτοφανή για πρωτόλειο έργο. Η κριτική δεν ήταν σύσσωμα θετική ή ενθουσιαστική, εκείνο που για κάποια μερίδα της ήταν κάτι το σύγχρονο και φρέσκο, από κάποιους αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό και ενστάσεις. Συμβαίνει συχνά, η ευπώλητη λογοτεχνία να διχάζει. Ακολούθησε το ακόμα πιο επιτυχημένο Κανονικοί άνθρωποι, το ρήγμα του διχασμού οξύνθηκε περαιτέρω, ήταν ωστόσο πια πρόδηλο πως η Ρούνεϋ είχε έρθει για να μείνει. Μια ερωτική ιστορία δύο νέων από εκ διαμέτρου αντίθετο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον, μια ιστορία ειπωμένη ξανά και ξανά μέσα στα χρόνια, με όρους πιο σύγχρονους, πιο σημερινούς, ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι σχετίζονται μεταβάλλεται, οι κώδικες και τα μέσα επικοινωνίας είναι διαφορετικά, η επικράτεια εντός της οποίας ζουν και δρουν, επίσης. Μια κάποια αλλαγή βηματισμού επήλθε στο τρίτο της μυθιστόρημα Όμορφε κόσμε, πού είσαι. Η Άλις, άλτερ έγκο της συγγραφέα, γνώρισε νωρίς την επιτυχία με τα πρώτα βιβλία της, ωστόσο αυτό είχε τεράστιο συναισθηματικό και ψυχολογικό κόστος, δραπετεύει από το πολύβουο Δουβλίνο για ένα παραθαλάσσιο χωριό, από τον θόρυβο στην ηρεμία της επαρχίας. Το Ιντερμέτζο είναι το τέταρτο μυθιστόρημα της Σάλλυ Ρούνεϋ.

Ο Πίτερ και ο Ίβαν είναι αδέρφια. Ο θάνατος του πατέρα τους θα σηματοδοτήσει μια τεράστια αλλαγή στην παγιωμένη συνθήκη μεταξύ τους. Ο Πίτερ, ο μεγάλος αδερφός, είναι δικηγόρος, φαινομενικά επιτυχημένος, τουλάχιστον κοινωνικά και επαγγελματικά, η ζωή του στιγματίστηκε ωστόσο από το ατύχημα που είχε η πρώτη του κοπέλα, εκείνη με την οποία πίστευε πως θα περάσει τη ζωή του στο πλάι της, του ζήτησε να χωρίσουν, να την αφήσει πίσω του, να προχωρήσει στη ζωή του, εκείνη ένιωθε ένα βαρίδι πια. Ο Ίβαν, που στην εφηβεία του θεωρήθηκε μια μεγάλη ελπίδα για το ιρλανδέζικο σκάκι, κοινωνικά αδέξιος, στη σκιά του αδερφού του, δουλεύει δεξιά και αριστερά, συγκατοικεί ώστε να μειώνει τα μηνιαία έξοδα, νιώθει εγκλωβισμένος και μόνος σε αυτή την ανασφάλεια.

Η Ρούνεϋ πλησιάζει τη σχέση των δύο αδερφών με τρόπο ρεαλιστικό, εντοπίζοντας και αναδεικνύοντας τις διαφορετικές τροχιές που η ζωή τους πήρε, ιδιαίτερα αφότου εγκατέλειψαν το πατρικό σπίτι. Συμβαίνει συχνά, στο φαντασιακό των γονέων σίγουρα, σε μεγάλο μέρος της τέχνης επίσης, η εικόνα να παγώνει στο καρέ με την οικογένεια σύσσωμη να κάθεται γύρω από το τραπέζι, η πυρηνική οικογένεια που συνυπάρχει κάτω από την ίδια στέγη, ένα αδιαίρετο σύνολο. Όμως, στην πραγματικότητα, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Ο Πίτερ και ο Ίβαν πήραν αναπόφευκτα διαφορετικούς δρόμους, κάποια σημεία τομής σίγουρα υπάρχουν ωστόσο το εμβαδόν δεν αλληλοκαλύπτεται, έτσι συμβαίνει. Αυτός ο τρόπος προσέγγισης είναι το βασικό ατού της πλοκής, η παραδοχή επί της οποίας η Ρούνεϋ προωθεί την ιστορία, με παράλληλες αφηγήσεις από τη ζωή των δύο, φανερώνοντας δύο διαφορετικές προσωπικότητες, δύο ξεχωριστά μονοπάτια, τα οποία ο θάνατος του πατέρα οδήγησε σε διασταύρωση, το πένθος, σίγουρα, αλλά και πιο πεζά πράγματα όπως η γραφειοκρατία της ταφής και της κληρονομιάς.

Κάτω από την επιφάνεια και χωρίς να λέγεται ευθέως, η Ρούνεϋ ενσταλάζει και μια άλλη σύγχρονη «πάθηση», εκείνη της ιδιώτευσης, και εδώ, αντίθετα με το προηγούμενο βιβλίο της, με την υπόνοια αυτομυθοπλασίας, η «πάθηση» δεν σχετίζεται με κανέναν τρόπο με τον αναχωρητισμό, τα πρόσωπα της πλοκής ζουν και κινούνται στον σύγχρονο κόσμο, τον διαρκώς και ταχύτητα μεταβαλλόμενο κόσμο, εκεί που τα συλλογικά διακυβεύματα, παρότι πιεστικά και επείγοντα, στέκουν έξω από την καθημερινότητα του ατόμου, προσηλωμένου καθώς είναι στο δικό του μονοπάτι, στον δικό του μικρόκοσμο με τον ίδιο κέντρο περιστροφής. Η καλή λογοτεχνία το κάνει συχνά αυτό, δια της παραλείψεως να υπογραμμίζει. 

Εκείνο που επίσης τραβάει την προσοχή του αναγνώστη, ιδιαίτερα εκείνου που γνωρίζει και το πρότερο έργο της Ρούνεϋ, είναι η ωριμότητα στη γραφή, ο ενθουσιασμός της νεότητας υποχωρεί, η συγγραφέας δοκιμάζει τα όρια της γραφής της, χωρίς να απολύει τις αρετές που χαρακτήριζαν το έργο της, όπως το χτίσιμο της πλοκής και οι διάλογοι, τοποθετεί ψηλά και με άνεση υπερπηδά τον πήχη, δουλεύει σε ακόμα περισσότερο βάθος τους χαρακτήρες της, πετυχαίνει, παρά τον πολυσέλιδο όγκο, να παραδώσει ένα σφιχτοδεμένο μυθιστόρημα, το οποίο χωρίς να μετέρχεται τον συναισθηματικό εκβιασμό συγκινεί και συνεπαίρνει τον αναγνώστη, έτσι όπως σελίδα τη σελίδα τον οδηγεί προς την κορύφωση, σ' ένα αξέχαστο φινάλε.

Το Ιντερμέτζο όχι μόνο δεν θα απογοητεύσει τους αναγνώστες του έργου τής Ρούνεϋ, αλλά σίγουρα θα διευρύνει το αναγνωστικό αυτό κοινό.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Για το Όμορφε κόσμε, πού είσαι περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Μυρτώ Καλοφωλιά
Εκδόσεις Πατάκη 

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Τασμανία - Paolo Giordano

Τα τελευταία χρόνια η ιταλική λογοτεχνία, εκείνη τουλάχιστον που φτάνει στα χέρια μας μεταφρασμένη στα ελληνικά, γνωρίζει σπουδαία άνθιση, κερδίζοντας ολοένα και μεγαλύτερο αναγνωστικό κοινό. Η γεωγραφική εγγύτητα, η συγγενής κουλτούρα, η αλλεπάλληλη διαδοχή περιόδων ανάπτυξης και ύφεσης, η βαριά σκιά του παρελθόντος, μια νέα γενιά, γύρω στα σαράντα σήμερα, πιο εξωστρεφής, όλα αυτά, μεταξύ άλλων, συνθέτουν ένα κοινό εμβαδό λογοτεχνικής συνδιαλλαγής.

Στο βιβλίο του Τζορντάνο αρχικά με τράβηξε η εξωτικότητα του τίτλου, Τασμανία, ακαριαία φαντάστηκα έναν προορισμό διακοπών γεμάτων από ανοίκεια περιπέτεια, το οπισθόφυλλο ήρθε ωστόσο να θέσει τα όρια της απομάγευσης, επισημαίνοντας πως η Τασμανία θα ήταν, σε περίπτωση συντέλειας, ένας προορισμός καταφυγής από τον όλεθρο, γιατί, ας μη γελιόμαστε, η σκέψη της συντέλειας, του ολέθρου, του τέλους του κόσμου, κερδίζει ολοένα έδαφος, η αναζήτηση ενός καταφυγίου, επίσης, ποτέ άλλοτε η ανθρωπότητα δεν συζητούσε ως ενδεχόμενο τον αφανισμό της για τον έναν ή τον άλλο λόγο.

Ο Τζορντάνο, πρωτοπρόσωπος αφηγητής, λίγο μετά τα σαράντα, συνεργάζεται με μια εφημερίδα, στέλνοντας διάφορα κείμενα υπό το πρίσμα των σπουδών του στη φυσική, τη στιγμή που τα τελευταία χρόνια δουλεύει πάνω στην ιδέα της συγγραφής ενός βιβλίου για την ατομική βόμβα και τους επιζώντες στη Χιροσίμα, γυρεύοντας τι το νέο μια τέτοια αφήγηση έχει να φέρει, όχι με ιδιαίτερη επιτυχία είναι η αλήθεια. Η αφήγηση ξεκινά όταν επισκέπτεται το Παρίσι λίγες μόνο μέρες μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Μπατακλάν, τον Νοέμβριο του 2015.

Το Τασμανία ανήκει στο αυτομυθοπλαστικό κόρπους, που τόσο συχνά συναντάμε στις μέρες μας. Και σε κάθε μόδα, έτσι και στην περίπτωση της αυτομυθοπλασίας, λίγα είναι τα βιβλία που ξεχωρίζουν. Η πρόζα και η αφηγηματική άνεση του Τζορντάνο είναι δύο τεχνικά χαρακτηριστικά που όντως καθιστούν το βιβλίο λογοτεχνικά άρτιο, αυτό ωστόσο από μόνο του δεν είναι αρκετό, υπάρχουν πολλά άρτια βιβλία άλλωστε, που περιορίζονται σε αυτό. Το σημαντικότερο ίσως διακύβευμα στην αυτομυθοπλασία είναι ο τρόπος χρήσης του εαυτού. Και σε αυτό ο Τζορντάνο ανταποκρίνεται παραπάνω από ικανοποιητικά. Ο Τζορντάνο, ως αφηγηματικό υποκείμενο, δεν συμπεριφέρεται σαν ο κόσμος να γυρίζει γύρω από αυτόν, όπως θα συνέβαινε σε ένα κακό δείγμα λογοτεχνίας, όχι απαραίτητα αποκλειστικά και μόνο του υποείδους της αυτομυθοπλασίας· η περιβόητη ιδιωτεία στην τέχνη.

Ο αφηγητής θα μπορούσε να είναι ένας ουελμπεκικός μη-ήρωας, τα στοιχεία ταυτότητας, λευκός, δυτικός, λίγο μετά τα σαράντα, επαγγελματικά επιτυχημένος αλλά ανικανοποίητος, με ένα κάποιο προνόμιο αλλά αδυναμία πλήρους χρήσης του, ενώ και ο χαρακτήρας του, αρκετά σκεπτικιστής και καχύποπτος απέναντι στην όποια άκριτη αισιοδοξία, σε διαρκή διαμάχη και χαμένος γύρω από το νόημα της ζωής και την ευτυχία ως πιθανότητα. Ίσως, αυτό που τον διαχωρίζει να είναι ως ένα βαθμό ο φόβος ή για να το θέσω με μεγαλύτερη ακρίβεια η ανάγκη του να εναποθέσει κάπου τις ελπίδες του, έστω σε κάποιον ειδικό που θα μοιραστεί μαζί του το κατάλληλο μέρος καταφυγής μετά τη συντέλεια, ένα ένστικτο επιβίωσης το οποίο ο Ουελμπέκ μοιάζει να αρνείται στους χαρακτήρες του.

Το πλέον αυθεντικό, κατά τη γνώμη μου, στοιχείο της αφήγησης είναι η αμηχανία απέναντι σε ένα ισχυρό ενδεχόμενο συντέλειας, αυτή η διαρκής εναλλαγή ανάμεσα στο κράτημα και το άφημα, ανάμεσα στο πάγωμα και την κατάστρωση σχεδίων για το μέλλον, αυτή η αμηχανία μοιάζει να είναι το συνεκτικό υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο το βιβλίο αυτό, η αλήθεια του, αν προτιμάτε, το κοινό εμβαδόν με τον αναγνώστη, πέρα από τα πιο συγκεκριμένα και διακριτά χαρακτηριστικά. Και αυτή η αμηχανία, έχοντας αναφερθεί παραπάνω στο διακύβευμα της μη ιδιωτείας, είναι που καθιστά τη λογοτεχνία του Τζορντάνο παιδί της εποχής της, σύγχρονη και επίκαιρη, χωρίς να προτείνει ή να υπόσχεται λύσεις, αλλά χτίζοντας πάνω σ' ένα λεπτό, ελάχιστο στρώμα πάγου που ανά πάσα στιγμή μπορεί να υποχωρήσει.

(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Σταύρος Παπασταύρου
Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Ρεπεράζ - Μαρίνα Αγαθαγγελίδου

*

Για το βιβλίο, το Ρεπεράζ της Μαρίνας Αγαθαγγελίδου, πρώτος μου μίλησε ο Α., αρκετά πριν από τη μόλις πρόσφατη κυκλοφορία του, είχε διαβάσει το χειρόγραφο, το ψηφιακό χειρόγραφο, για να είμαι ακριβής, ποιος γράφει με το χέρι πια, και αν το κάνει, ποιος δεν δακτυλογραφεί σε περιβάλλον επεξεργασίας κειμένου, διορθώσεις και προσχέδια, σύναψη και αποστολή, ένα μικρό συνοδευτικό κείμενο, θα χαρώ να μου πεις μια γνώμη, όταν μπορέσεις, μη βιαστείς, να μου πεις την αλήθεια, αν έχεις κάποια παρατήρηση, επίσης να μου πεις. Ο Α. είναι ακριβός στον ενθουσιασμό του, φοβερό μου φάνηκε, μου είπε, δεν χρειαζόταν να πει τις λέξεις, η χροιά της φωνής του αρκούσε. Το περίμενα το βιβλίο αυτό.

α

Σε μια σεκάνς από έξι όνειρα, πέντε χρόνια πριν και ενώ πρόσφατα είχα ολοκληρώσει ένα ακόμα βιβλίο του Μισέλ Φάις,  το νούμερο τρία αποδόθηκε ως εξής:

-Σκηνικό;

-Ένα μακρύ τραπέζι φαγητού.

-Πρόσωπα;

-Αρκετά άτομα που μοιάζουν να γνωρίζονται εδώ και καιρό, δεν αναγνωρίζω κανέναν. Μιλούν ακατάπαυστα για πράγματα άγνωστα σε μένα. Εκείνη, καθόταν στη δεξιά επάνω γωνία όπως καθόμουν, πήρε τον λόγο.

-Και τι είπε;

-Θα ήταν υπέροχο να δουλεύουμε στο ρεπεράζ ταινιών, κακοτράχαλα μονοπάτια και θέα που κόβει την ανάσα, απόκρημνες πλαγιές και απέραντοι κάμποι, πράσινοι, χιονισμένοι ή ομιχλώδεις, παραλίες σχεδόν παρθένες και μοναχικοί άνθρωποι, γωνιές της πόλης και διαμερίσματα γεμάτα ιστορίες.

-Αυτό ήταν όλο;

-Ναι, εκεί τελείωσε το όνειρο.

i

ρεπεράζ, το, ουσ. άκλ.: α. (όρος κινηματογρ. η αναζήτηση και η εύρεση των κατάλληλων χώρων για τα γυρίσματα μιας ταινίας. β. ο εντοπισμός κάποιου πράγματος σε έναν χώρο ύστερα από παρατήρηση. [γαλλ. repérage]

**

Το 2016, διάβασα ένα βιβλίο που είχε κυκλοφορήσει το 2008, το Όλες τις μέρες της Τερέζια Μόρα (μτφρ. Μαρίνα Αγαθαγγελίδου, εκδόσεις Ίνδικτος). Αγαπάμε τους μεταφραστές, τους αγαπάμε περισσότερο ακόμα όταν τους συνδέουμε για πάντα με μια αναγνωστική εμπειρία τέτοιου βεληνεκούς. Μάταια, έκτοτε, περιμένω να κυκλοφορήσει κάποιο άλλο βιβλίο της τρομερής αυτής συγγραφέα, γερμανικά δεν ξέρω.

β

Είναι κάποια βιβλία, αυτό είναι ένα τέτοιο βιβλίο, που ζητάνε ένα κείμενο διαφορετικό, που επιμένουν με τρόπο αλλιώτικο, θέλουν μια άλλη αντιμετώπιση, το μετά της ανάγνωσης συνεχίζει να φωτίζεται από θέση ψηλή στον θόλο. Άσε τις δικαιολογίες, σκέφτομαι καμιά φορά, χωρίς αυτοπεποίθηση, πες πως θέλεις να μείνεις λίγο παραπάνω εκεί, ούτε η δεύτερη ανάγνωση ήταν αρκετή. Ακόμα χειρότερα, σκέφτομαι: μια παρασιτική προσέγγιση επιθυμείς και διεκδικείς εν τη απουσία συναίνεσης, ωραίο φως για να απλώσεις και εσύ την κουβέρτα σου στο πάρκο.

ii

Ένα μυθιστόρημα σπονδυλωτό, να ένας τρόπος να χαρακτηρίσεις τεχνικά το Ρεπεράζ, τα πρόσωπα επανέρχονται, το κάθε ένα με ένα ξεχωριστό αφηγηματικό όχημα, απεύθυνση σε β' πρόσωπο και τριτοπρόσωπη αφήγηση του παντογνώστη αφηγητή, πρωτοπρόσωπη αφήγηση, επιστολές –αδιάφορο αν στάλθηκαν ή όχι, εγκαίρως ή όχι– και όνειρα συνθέτουν ένα μικρής έκτασης μυθιστόρημα, οι ιστορίες επεκτείνονται, σχηματίζουν κύκλους ολοένα και μεγαλύτερης ακτίνας, τέμνονται, μοιράζονται επικράτειες, τα πρόσωπα συναντιούνται, σε σπίτια, σε μπαρ, σε φόβους, όνειρα, ελπίδες, απογοητεύσεις, στον νόστο και στην ανακούφισή του που βρίσκεται μακριά από τη χώρα προέλευσης.

***

Το βιβλίο αυτό εξ αρχής με έπιασε από τον ώμο, δέχτηκα το άγγιγμα, δεν φοβόμουν, και ας μην ήξερα τις προθέσεις του, κάπως, σκέφτομαι, θεωρούμε πια δεδομένη την ταύτιση της αναγνωστικής απόλαυσης με τη συναισθηματική επέλαση εντός μας, η ισοπέδωση, ο ρεαλισμός, παρότι συχνά ατομικός και θεωρητικά ξένος, πλησιάζει να συναντήσει να επικαθήσει να επικαλύψει ένα λήμμα από το λεξικό που άλλοτε με σύνεση χρησιμοποιούσαμε, μας έλεγαν υπερβολικούς, όταν αναφέραμε τη λέξη ζόφος και το προσδιοριστικό παράγωγο ζοφερός, μόνο ο Ντίνκενς θαρρείς είχε το δικαίωμα μέχρι πρότινος στα του οίκου του, ο ρεαλισμός όλο και τον σιμώνει. Δεν ήξερα και όμως δέχτηκα το άγγιγμα, ένα πλήγμα καθοριστικό στην αδιαφορία, οι κόρες κάπως διεστάλησαν ακόμα λίγο, το μπούνκερ πήρε σχήμα και μέγεθος, οι εργασίες οπτικών ινών έμειναν έξω, να ακούγονται κάπου στο βάθος. Και είχα και τις προσδοκίες που μου είχε φορτώσει ο Α., ένα βαρίδι καθοριστικό στην επαφή με ένα παράγωγο τέχνης. Δέχτηκα το άγγιγμα.

γ

Κάποιος που έχει γεννηθεί στην επαρχία, είθισται να τη βρίζει από μικρός, χειρότερη πόλη/χωριό/κωλότρυπα δεν υπάρχει για να ζει κανείς, λέει, φωνάζει, μονολογεί, το κρατά μέσα του μέχρι να σκάσει, ονειρεύεται την πρωτεύουσα, το αστικό κέντρο, τη μητρόπολη που μας αναλογεί, την ανωνυμία, τις επιλογές και τις δυνατότητες, μια καινούρια αρχή. Κάποιον που έχει γεννηθεί στο κέντρο της μεγάλης πόλης οι προηγούμενοι τον ζηλεύουν, τόσες ευκαιρίες, τόσες δυνατότητες, τόσα θα είχα κάνει αν, είθισται, αργά ή γρήγορα, να τη βρίζει από μικρός, χειρότερη πρωτεύουσα δεν υπάρχει για να ζει κανείς, λέει, φωνάζει, μονολογεί, το κρατά μέσα του μέχρι να σκάσει, ονειρεύεται άλλες πόλεις, το Βερολίνο, το Λονδίνο, το Άμστερνταμ ή τη Μαδρίτη, εγώ αυτή την τελευταία, είναι πια είκοσι πέντε χρόνια που μένω στην καθ' ημάς μητρόπολη, έχω δικαίωμα στο σιχτίρι και το όνειρο, την ανωνυμία, τις επιλογές και τις δυνατότητες, μια καινούρια αρχή. Κάποιον που έχει γεννηθεί σε άλλη πόλη, στο Βερολίνο, το Λονδίνο, το Άμστερνταμ ή τη Μαδρίτη, όλοι οι προηγούμενοι τον ζηλεύουν, τόσες ευκαιρίες, τόσες δυνατότητες, τόσα θα είχα κάνει αν, είθισται, κάπως αργότερα η αλήθεια είναι, να τη βρίζει, χειρότερη επαρχία δεν υπάρχει για να ζει κανείς, λέει, φωνάζει, μονολογεί, το κρατά μέσα του μέχρι να σκάσει, ονειρεύεται τις μητροπόλεις, τις αυθεντικές, το Λονδίνο, από τη μια όχθη του Ατλαντικού, τη Νέα Υόρκη, από την αντίπερα, την τέλεια ανωνυμία, τις άπειρες επιλογές και τις πλείστες δυνατότητες, μια καινούρια αρχή. Για κάποιον που έχει γεννηθεί στο Λονδίνο ή στη Νέα Υόρκη τεράστια ουρά σχηματίζουν όσοι τον ζηλεύουν, κάποια στιγμή, μη σας κάνει εντύπωση αν αυτό συμβεί νωρίς νωρίς, σιχτιρίζει σκεπτόμενος τα άπειρα χρήματα που τόσοι άλλοι διαθέτουν και τα θέλει και εκείνος ή τα άπειρα χρήματα που χρειάζονται για να επιβιώσει, χωρίς δυνατότητες και επιλογές, σπίτι–δουλειά–ύπνος, εκείνος ίσως σκέφτεται την κατάβαση στην κλίμακα. Το Ρεπεράζ διαδραματίζεται στο Βερολίνο.

iii

Εγκιβωτισμένη στην ιστορία η απόπειρα ενός εκ των προσώπων να κάνει ένα ντοκιμαντέρ για την υποδοχή των ηττημένων Ανατολικογερμανών από τους νικητές Δυτικογερμανούς, υποδοχή παράλληλη της γραφής των νέων σελίδων της ιστορίας, με τις απαραίτητες πινελιές και στα προηγούμενα κεφάλαια. Η υποδοχή νέων κατοίκων δεν έπαψε ποτέ, Έλληνες, Τούρκοι, Ισπανοί, Ιταλοί, Πορτογάλοι, μύριες ακόμα εθνικότητες από την Ασία ή την Αφρική, κάποια στιγμή βρέθηκαν στη Γερμανία, στο Βερολίνο συγκεκριμένα, οι φτωχοί δεν σταμάτησαν ποτέ να πηγαίνουν, όταν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι απέκτησαν χρήμα και δυνατό διαβατήριο, πήγαιναν για την καλλιτεχνική άνθηση, φωτογράφοι, σκηνοθέτες, χορευτές, μεταξύ άλλων, μετά το 2010 τα καλλιτεχνικά ποσοστά κατέπεσαν, πάλι φτωχοί αλλά με δικαίωμα μετακίνησης και εργασίας.

Παρότι, προφανέστατα, υπάρχει αυστηρή προνομιακή διαστρωμάτωση μεταξύ εκείνων που επέλεξαν να αφήσουν έναν τόπο για το Βερολίνο, όπως κάποια από τα πρόσωπα της ιστορίας αυτής, δεν παύουν να είναι μετανάστες, ξένοι αν το προτιμάτε, τι και αν έζησαν χρόνια, έμαθαν τη γλώσσα, ερωτεύτηκαν και πήγαν τα παιδιά τους σχολείο, πήραν δάνειο και προαγωγή, στη γωνία τους περιμένει ο νόστος. Επίσης, το Βερολίνο είναι μια πόλη πέρασμα, διαρκής μετακίνηση, καθημερινές αφίξεις και αναχωρήσεις, στις αφίξεις κανείς δεν τους περιμένει, εκτός από κάποιον συγγενή ίσως, στην αναχώρηση, αν είναι τυχεροί, μια σφιχτή αγκαλιά και ένα κατευόδιο θα τους συνοδεύσει, ο παραμένων θα στέκεται κάπου στο όριο ανάμεσα στην ανακούφιση που δεν φεύγει και στον νόστο που δεν φεύγει, ποτέ όσα χρόνια και αν κυλήσουν.

****

Έχει μια υποδόρια θλίψη αυτό το βιβλίο, ήσυχη ωστόσο, μια φίλη, μετανάστρια στον βορρά, είπε σε έναν επίδοξο μετανάστη που με ενθουσιασμό της μιλούσε για τη χώρα που εκείνη πια έμενε: το μόνο σίγουρο είναι πως όταν φτάσεις το πρώτο που θα συνειδητοποιήσεις είναι πως πουθενά δεν είναι τέλεια, αυτό θα είναι το πρώτο μάθημα, κάποιοι δεν το ξεπερνούν ποτέ, άσχετα αν παραμείνουν ή αν γυρίσουν, νικητές ή ηττημένοι στο βλέμμα των άλλων, τα κατάφερε/δεν τα κατάφερε· το βλέμμα του επίδοξου μετανάστη για μια και μόνο στιγμή συννέφιασε, ύστερα ο ήλιος της αλλαγής πρυτάνευσε ξανά. Δεν έφυγε ποτέ, ωστόσο, απ' όσο ξέρω τουλάχιστον. Τα καλοκαίρια πουλάει κοσμήματα σε νησιά, ίσως έτσι να ισορροπεί τον χειμώνα πίσω από τη μπάρα, κάθε χρόνο σε διαφορετικό μαγαζί, σε άλλη γειτονιά, πάντα με ένα παράπονο ωστόσο. Εκείνη τη φίλη σκέφτηκα, τον πραγματισμό της, τον ρεαλισμό της, τα φτιασίδια πεταμένα βιαστικά και ακατάστατα στο πάτωμα, σχεδόν από την αρχή της ανάγνωσης του Ρεπεράζ.

δ

Πολλές φορές σκέφτηκα να αφήσω την Αθήνα. Την άφησα δύο φορές. Γύρισα πίσω όταν η σύμβαση χρόνου έφτασε στο τέλος της. Τώρα πια νιώθω μεγάλος. Μόλις/ήδη σαράντα δύο. 

iv

Η Αγαθαγγελίδου ζει στο Βερολίνο. Κομμάτια της, φαντάζομαι, υπάρχουν σε κάθε κλαδί της κληματαριάς που όλο και μπλέκεται, προχωράει και ανεβαίνει. Ξέρει γιατί μιλάει. Ξέρει τι είναι το κλισέ, ο καιρός για παράδειγμα, δεν συγκρίνεται με της Αθήνας, αλλά αυτό το ξέρει και κάποιος που δεν έχει ποτέ πιάσει στα χέρια του κάρτα επιβίβασης. Ξέρει και τους μύθους, τα λεφτά για παράδειγμα, ο εργασιακός παράδεισος, η τελειότητα. Ξέρει και την πραγματικότητα, ξένη εκεί, ξένη σιγά σιγά και εδώ, τον εαυτό της έχει, τα άλλα έρχονται και κουμπώνουν όπως κουμπώνουν, πότε φαρδιά και πότε στενά, κάπως, ανεξάρτητα με τη μόδα, πρέπει κανείς να υποστηρίζει το τι ενδύεται.

χωρίς αρίθμηση

Το Ρεπεράζ είναι ένα ωραίο βιβλίο. Αυτό το συνοπτικό σχόλιο το θεωρώ απαραίτητο. Πυκνό και αραιό ταυτόχρονα, πυκνό στις λέξεις, αραιό στα γεγονότα, όσα λέγονται, λέγονται με τον κατάλληλο τρόπο, όσα εννοούνται, αναπνέουν μαζί τους. Είπα και παραπάνω τα περί σπονδυλωτού. Διευκρινίζω πως αυτό δεν έχει μόνο να κάνει με το διαμοιρασμό της κυρίως πλοκής και τη σύνθεσή της από μικρότερες, αλλά έχει να κάνει και με τα αφηγηματικά μέσα. Είναι μια επιλογή που στη θεωρία, παρότι ενδιαφέρουσα, μπορεί να προκαλέσει τον σκεπτικισμό επί της λειτουργίας της κατασκευής. Η Αγαθαγγελίδου τα έχει όλα καλά υπολογισμένα, πώς και πού θα μπει το κάθε κομμάτι, πώς και πού θα συναντηθούν, να το επίθετο εγκεφαλικός στέκεται ήδη στη γωνία να προσδιορίσει τον τρόπο της κατασκευής, καλώς να ορίσει, ταιριάζει σε αυτό που σκέφτομαι για το βιβλίο αυτό. Προείπα, επίσης, και για την ήσυχη θλίψη που αυτό το βιβλίο δεν επιβάλλει αλλά κουβαλά, χωρίς φωνές, χωρίς πυροτεχνήματα δυστυχίας ή ατυχίας, χωρίς να σφίγγει τη λαβή στον ώμο, και έτσι το σημείο επαφής ολοένα και χαλαρώνει, ο αναγνώστης, εγώ στην προκειμένη περίπτωση, βολεύεται ολοένα και περισσότερο ανάμεσα στα πρόσωπα και τη ζωή τους. Χειρίζεται επίσης έξυπνα και λειτουργικά το έτος 2015, αυτό και αν προχώρησε μέσα σε φωνές και πάθη, αυτό και αν έφερε προσδοκίες και φόβους, καταρρεύσεις και επιβεβαιώσεις Κασσανδρών.

Ανάμεσα σε άλλες υποθέσεις κάνω και την εξής: πρόσωπα και συγγραφέας χαρακτηρίζονται από μια έλλειψη εγωκεντρισμού. Η υπόθεση έχει να κάνει με τον χαρακτήρα της συγγραφέως. Στο βιβλίο, το διακύβευμα εδώ και τόσες λέξεις, αυτή η απουσία επιτρέπει στο μυθιστόρημα να λειτουργήσει συμπεριληπτικά, ακόμα μια λέξη που ολοένα και περισσότερο χρησιμοποιούμε, εν κενώ βέβαια, αλλά το κάνουμε και αυτό ίσως να είναι ένα πρώτο βήμα, το ατομικό αναπτύσσεται και ενσωματώνει. Σκεφτόμουν τώρα τελευταία πως η πιο κατάλληλη οδός για να σε ταρακουνήσει συναισθηματικά ένα βιβλίο, ένα έργο τέχνης εν γένει, είναι να σε πιάσει απροετοίμαστο, να σκεφτείς, εδώ για παράδειγμα, τι σχέση έχω εγώ με κάποιους μετανάστες, με κάποιους που διαβιούν σε άλλη χώρα με άλλη γλώσσα, καιρό και συνήθειες στις οποίες πρέπει να δείξουν προσαρμοστικότητα, τι σχέση έχει αυτό με τη δική μου καθημερινότητα, και έχεις δίκιο, και αναπαύεσαι στο προνόμιο του να έχεις χρόνο και συνθήκες για την ανάγνωση, και έτσι, σε μένα συνέβη, όπως είσαι ξαπλωμένος και χαλαρός, να αρχίσεις να νιώθεις αυτή τη θλίψη, αυτό το πουθενά δεν είναι τέλεια, το γιατί δεν έφυγα, το ατομικό εκείνων που παίρνει το χρώμα του δικού σου. Και ας μην μπορείς/ξέρεις πώς να κάνεις τις αναλογίες ξεκάθαρα, ποιο κομμάτι πάει πού, η θλίψη είναι εκεί, παρέα με την απόλαυση, αυτό το παράταιρο ζευγάρι που τόσο συχνά εμφανίζεται και χορεύει επί σκηνής και ωστόσο κάθε φορά σε εντυπωσιάζει η ετερότητά του, η αντίστιξη.

και ένα απόσπασμα

«Η φωνή της υπαλλήλου, αντίθετα, είναι κελαρυστή, σαν κάποιος να 'χει απλά πατήσει το play στο μαγνητόφωνο. Από τα λόγια της, που μου τα μετέφραζε ο Αντίλ, το μόνο που συγκράτησα είναι ότι το επίδομα ανεργίας δεν θα ξεκινήσει αυτό τον μήνα, αλλά από τον επόμενο. Συγκρατήθηκα και δεν έβαλα τα κλάματα μπροστά της, τέτοια ήταν τα νεύρα μου. Υπέγραψα κάποια χαρτιά και έφυγα. Ο Αντίλ, που στην πραγματικότητα δεν είναι διερμηνέας αλλά καμεραμάν, με το που άκουσε ότι έχω σπουδάσει ενδυματολόγος, είπε ότι θα με βοηθήσει αυτός να βρω δουλειά». 

Άλλη μία: το βιβλίο αυτό μου άρεσε πολύ.

υγ. Εκείνα τα έξι όνειρα μπορείτε να τα βρείτε εδώ, για το αριστουργηματικό Όλες τις μέρες περισσότερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Εκδόσεις Πατάκη 

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2025

Κεντούκι - Samanta Schweblin

Η πρώτη γνωριμία του ελληνικού κοινού με τη, γεννημένη το 1978 στο Μπουένος Άιρες, Σαμάντα Σβέμπλιν έγινε το 2020 όταν και κυκλοφόρησε η ενδιαφέρουσα Απόσταση ασφαλείας για να ακολουθήσει η συλλογή διηγημάτων τα Επτά άδεια σπίτια, πάντα σε μετάφραση της έμπειρης Έφης Γιαννοπούλου για τις εκδόσεις Πατάκη.

Το Κεντούκι είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα που στηρίζεται σε ένα εύρημα που το κατατάσσει (και) στην υποκατηγορία της επιστημονικής φαντασίας. Τα κεντούκι δεν είναι ούτε κατοικίδιο, ούτε ρομπότ, αλλά ένα υβριδικό κατασκεύασμα, ένα λούτρινο σε μορφή κάποιου ζώου, μια ακόμα καταναλωτική μόδα που σύντομα μετατρέπεται σε παγκόσμια μανία. Όταν ο αγοραστής γυρίσει σπίτι και το ενεργοποιήσει, εκείνο συνδέεται με κάποιο τυχαίο ανά τον κόσμο χρήστη, ο οποίος μέσα από τα μάτια-κάμερα του λούτρινου αποκτά οπτική επαφή με τον κάτοχό του. Έτσι, ο κόσμος των χρηστών κεντούκι χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: σε εκείνους που θέλουν να παρακολουθούν και σε εκείνους που θέλουν να παρακολουθούνται.

Αυτό το εύρημα, που θα μπορούσε να είναι κάποιο επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς Black Mirror, δεν μοιάζει εντελώς με αποκύημα μιας νοσηρής και πλούσιας συγγραφικής φαντασίας και αυτή η μη απιθανότητα το καθιστά ακόμα πιο τρομακτικό, υπονομεύοντας σε μεγάλο βαθμό τη μυθοπλαστική μεμβράνη του ανοίκειου. Η Σβέμπλιν, με τη γνώριμη από τα προηγούμενα βιβλία της ροπή στο ασυνήθιστο και τον (όχι πάντοτε) υποδόριο τρόμο, εκμεταλλεύεται επαρκώς και έξυπνα το κεντρικό αυτό εύρημα, χωρίς να υποχωρεί κάτω από το βάρος της πρωτότυπης ιδέας ή να εγκλωβίζεται σε αυτή, αλλά στήνοντας το μυθιστόρημά της με τέτοιο τρόπο που δεν χρειάζεται να αναλύσει με λεπτομέρειες το πώς και τι της λειτουργίας των κεντούκι, παρά μόνο μέσα από την προώθηση της πλοκής της κάθε υποϊστορίας που συνθέτει το μυθιστόρημα.

Το κυνήγι της πρωτότυπης ιδέας, στο οποίο αρκετοί επίδοξοι συγγραφείς αναλώνουν τη σκέψη και την ενέργειά τους, ποτέ, όποια και αν είναι αυτή η ιδέα, δεν αρκεί από μόνο του ώστε να παραχθεί λογοτεχνικό αποτέλεσμα, πόσο μάλλον λογοτεχνικό αποτέλεσμα αξιώσεων. Η Αργεντινή συγγραφέας αντλεί περαιτέρω έμπνευση από την κεντρική αυτή ιδέα, δοκιμάζει τα όρια της, αντιμάχεται τους αναπόφευκτους (ειδολογικούς κυρίως) περιορισμούς και παραδίδει ένα μυθιστόρημα σύγχρονου τεχνολογικού τρόμου, διαπραγματευόμενη την ευκολία με την οποία ο συγκαιρινός άνθρωπος είναι διατεθειμένος να παραδώσει την προσωπική του ζωή σε μια αόρατη, μα πανταχού παρούσα, βιομηχανία θεάματος, αποτελώντας τον αναγκαίο διαμεσολαβητή και το φίλτρο επιτυχίας μιας ιδέας που στην περιγραφή της μοιάζει τραβηγμένη και καταδικασμένη στην εμπορική αποτυχία.

Ωστόσο, αυτό εδώ είναι ένα καλό μυθιστόρημα (και) γιατί η Σβέμπλιν ξέρει και δεν υποκύπτει στο δέλεαρ μιας κοινωνιολογικής ή ανθρωπολογικής ανάλυσης. Η καλή επιστημονική φαντασία συνηθίζει να επισημαίνει, μέσω της οξυδέρκειας του εκάστοτε δημιουργού και με τρόπο λογοτεχνικό, το κακό μονοπάτι στο οποίο ο κόσμος βαδίζει. Είναι αυτό που η κριτική και η αναγνωστική πρόσληψη συνηθίζουν να χαρακτηρίζουν ως προφητικό, χαρακτηρισμό τον οποίο, θέλω να πιστεύω, οι συγγραφείς θα εύχονταν να μην δικαιώσει το μέλλον, σαν η επισήμανση τους να είναι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ένα καμπανάκι, ένα ξόρκι του κακού, μια κραυγή αποφυγής μιας εν πολλοίς αναπόφευκτης δυστοπικής κατάληξης.

Τα υπόλοιπα συστατικά της αφήγησης δεν εγκαταλείπονται στη σκιά. Η προώθηση της πλοκής, η γλώσσα, οι χαρακτήρες, όλα είναι δουλεμένα όσο χρειάζεται για να υπηρετήσουν την κεντρική συγγραφική πρόθεση, προσθέτοντας επιπλέον αξία στη συνολική κατασκευή. Η Σβέμπλιν διατηρεί μια αξιοθαύμαστη εσωτερική ισορροπία ανάμεσα στην υπόδειξη του επικίνδυνου μονοπατιού και της λογοτεχνικής (με ή χωρίς εισαγωγικά) αναγνωστικής απόλαυσης, επιβάλλοντας εξ αρχής στον αναγνώστη ένα συνεχές γαϊτανάκι έλξης και απώθησης, ζεστού και κρύου, θέτοντας υπό διαρκή αμφισβήτηση τη στερεοτυπική απόφανση μου άρεσε/δεν μου άρεσε, που είθισται να αποτελεί την κατακλείδα κάθε ανάγνωσης, εδώ, υπενθυμίζεται διαρκώς, δεν υπάρχει κάτι να σου αρέσει, να σε τρομάξει ναι, να σε αγχώσει ναι, αλλά να σου αρέσει όχι, και όμως, ταυτόχρονα, δυσκολεύεσαι ή ακόμα και αδυνατείς να το αφήσεις από τα χέρια σου. Και αυτό είναι ένα σπουδαίο παράσημο στο πέτο της συγγραφέως. 

Το Κεντούκι είναι ένα μυθιστόρημα με έντονο το στοιχείο του αλλόκοτου, στην υπεραιχμή της επέλασης της ψηφιακής συγχρονίας, που χωρίς να εκβιάζει δημιουργεί διάφορα στρώματα αναλογιών.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Για την Απόσταση ασφαλείας, τότε, έγραφα αυτό.

Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2025

Μπέρτα Ίσλα - Javier Marías

Ο Χαβιέρ Μαρίας, ο σημαντικότερος ίσως Ισπανός συγγραφέας των τελευταίων δεκαετιών, πέθανε τον Σεπτέμβριο του 2022 στα εβδομήντα ένα του χρόνια. Το Μπέρτα Ίσλα (μτφρ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου, εκδόσεις Πατάκη) υπήρξε το προτελευταίο του μυθιστόρημα.

Αντίθετα με την πλειοψηφία των προηγούμενων βιβλίων του, εδώ ο τίτλος δεν αποτελεί ευθύ δάνειο από το σαιξπηρικό corpus· Μπέρτα Ίσλα είναι το όνομα της πρωταγωνίστριας, που, έφηβη ακόμα, ερωτεύτηκε και αργότερα παντρεύτηκε τον συνομήλικό της Τομάς Νέβινσον, μισό Ισπανό μισό Άγγλο, που διακρινόταν για την ικανότητά του στις ξένες γλώσσες. Μετά το σχολείο, εκείνη σπούδασε στη Μαδρίτη, ενώ εκείνος στην Οξφόρδη, όπου και τράβηξε το ενδιαφέρον των μυστικών υπηρεσιών του Ηνωμένου Βασιλείου και στις οποίες εν τέλει εντάχθηκε παρά την αρχική του απροθυμία.

Η ζωή ενός κατασκόπου αναπόφευκτα χαρακτηρίζεται από μυστικά και συσκότιση, απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να μπορεί να εναλλάσσει ταυτότητες ανάλογα με τις απαιτήσεις τής κάθε αποστολής, μια ζωή που κινείται στον αντίποδα της συντροφικότητας που –θα έπρεπε να– χαρακτηρίζει την ένωση δύο ατόμων με τον γάμο. Το Μπέρτα Ίσλα είναι μισό κατασκοπικό και μισό ερωτικό/συντροφικό μυθιστόρημα, με τα δύο μέρη πότε να επικαλύπτονται και πότε να παραμένουν ανεξάρτητα. Ο Τομάς απουσίαζε μεγάλα διαστήματα εκτός Μαδρίτης, χωρίς η Μπέρτα να γνωρίζει πού ακριβώς βρίσκεται, ενώ η επικοινωνία τους κάθε άλλο παρά σταθερή υπήρξε. Εκείνη έμενε πίσω φροντίζοντας αρχικά ένα και εν συνεχεία δύο παιδιά. Οι συναντήσεις τους, όταν λάμβαναν χώρα, μόνο ως διαλείμματα μπορούσαν να ληφθούν, εκείνος εμφανιζόταν ξαφνικά για να εξαφανιστεί στη συνέχεια ξανά.

«Για κάμποσο καιρό δεν ήταν σίγουρη αν ο άντρας της ήταν ο άντρας της, όπως κάποιος, που μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, δεν ξέρει αν σκέφτεται ή αν ονειρεύεται, αν ελέγχει ακόμα το μυαλό του ή αν έχει χάσει τον έλεγχο από την εξάντληση».

Η έντονη αντίθεση άσπρου μαύρου, με άχρηστους τους όποιους ποσοτικούς προσδιορισμούς, διακρίνει συνολικά τη ζωή των δυο τους, αλλά και συνολικά το μυθιστόρημα· αλήθεια και ψέμα, φως και σκοτάδι, συζυγική και μοναχική ζωή, ατομική και συλλογική αρένα, πραγματικότητα και φαντασία, πεποιθήσεις και ανασφάλειες, μαζί και χώρια.

Πότε στην ακτή της Μπέρτα, πότε σε εκείνη του Τομάς και πότε παντεπόπτης, ο τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής κρατά σταθερά το πηδάλιο. Ο τρόπος με τον οποίο ο Μαρίας συνδιαλέγεται και κινείται με άνεση ανάμεσα στο κατασκοπικό και το μυθιστόρημα ιδεών είναι μοναδικός και, εκτός από μια διακριτή δημιουργική φωνή, αποκαλύπτει και την ευρυμάθειά του ως πιστού της λογοτεχνίας, κάτι το οποίο δείχνεται περαιτέρω από τις διακειμενικές πινελιές, όπως η έντονη παρουσία του έργου του Έλιοτ. 

Η ειδολογική ποικιλία της μυθοπλασίας δεν αποτελεί δείκτη ποιότητας, κανένα είδος από μόνο του δεν ανήκει στην υψηλή ή τη χαμηλή λογοτεχνία, είναι ο τρόπος με τον οποίο η ιστορία λέγεται, αλλά ούτε και η πρωτοτυπία του θέματος ή οι μεγάλες ιδέες δείχνουν κάτι από μόνες τους. Η γραφή του Μαρίας διακρίνεται από μια εγκεφαλικότητα που παραπέμπει σε παλαιότερες περιόδους, μια λογοτεχνία τοποθετημένη κάπου στην κεντρική Ευρώπη, που ωστόσο δεν έχει σκονισμένες και ταλαιπωρημένες από τον χρόνο επιφάνειες.

Ο αναλυτικός τρόπος πρόσληψης και παρατήρησης, η ανάδειξη των λεπτομερειών, αδιόρατων ίσως τη στιγμή που συνέβαιναν, καθοριστικών για την εκ των υστέρων σύνθεση της μεγάλης εικόνας, αλλά, κυρίως, οι εναλλαγές ταχύτητας, χρόνια που περνούν σε μια παράγραφο και στιγμές που διαρκούν σελίδες επί σελίδων, αποδεικνύονται καθοριστικά για την αναγνωστική εμπειρία, γιατί, σ' ένα ακόμα ζεύγος φαινομενικά ασυμβίβαστο, το Μπέρτα Ίσλα είναι ένα μυθιστόρημα ταυτόχρονα πυκνό, όπως η σπουδαία Λογοτεχνία, αλλά και καταιγιστικό, όπως μια κατασκοπική ιστορία που δεν μπορείς να αφήσεις από τα χέρια σου.

Η λογοτεχνία που υπέγραψε ο Χαβιέρ Μαρίας, όπως το σύμπαν κάθε σημαντικού λογοτέχνη, διαθέτει ευδιάκριτες σταθερές και επαναλαμβανόμενα μοτίβα, και αν μπορούσε να εξαντληθεί σε μια και μόνη φράση τότε αυτή θα ήταν το εναρκτήριο απόσπασμα από το Καρδιά τόσο άσπρη (μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδόσεις Σέλας): «Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα». Το Μπέρτα Ίσλα αποτελεί έναν γνώριμο αστερισμό στον εξοικειωμένο με το έργο του Μαρίας αναγνώστη, και, ταυτόχρονα, μια κατάλληλη πύλη πρώτης επαφής και γνωριμίας.

(Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Για άλλα βιβλία του Χαβιέρ Μαρίας: για το αξεπέραστο Καρδιά τόσο άσπρη (εδώ), για τις Ερωτοτροπίες (εδώ) και για το Έτσι αρχίζει το κακό (εδώ).

Μετάφραση Χριστίνα Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2025

Πώς φιλιούνται οι αχινοί - Αλεξάνδρα Κ*

Better late than never. 

Αν υπάρχει μια εποχή του χρόνου, ωστόσο, κατάλληλη για να διαβάσεις το βιβλίο αυτό, που κυκλοφόρησε πριν από οχτώ χρόνια, πουλήθηκε και διαβάστηκε, ευρέως, η αλήθεια είναι, η εποχή αυτή είναι το καλοκαίρι, ιδανικά όταν αυτό συνδυάζεται με φρικώδεις θερμοκρασίες, που η ανάγκη για κλικ τις παρουσιάζει φρικωδέστερες, είναι Κυριακή όταν το μεσημέρι ανατινάζεται το φως και εσύ είσαι εγκλωβισμένος στο κλεινόν άστυ, τι ωραίες οι προκάτ εκφράσεις, χρόνια τώρα τις κάνεις παρέα με αμφιθυμία και ενώ μια από τις παρενέργειες της χαμηλής πίεσης είναι η φαντασίωση ενός νησιού, μιας παραλίας, του τίποτα, εσύ τριγυρνάς, ιδρώνεις και σου μυρίζεις, είναι, σκέψου το θετικά, το ιδανικό πλαίσιο της ανάγνωσης του Πώς φιλιούνται οι αχινοί, έτσι, όταν βρεθείς στην παραλία θα ξέρεις και αυτό μπορεί να αποδειχτεί μια καλή ατάκα στο φλέρτ.

Η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση, «Κυριακή μεσημέρι. Η μαμά σου μαγειρεύει το χέρι της κοκκινιστό. Στρώνει το τραπέζι με τ' αριστερό αλλά λερώνει το τραπεζομάντιλο με αίματα και ζητάει συγγνώμη. Ο μπαμπάς σου δεν ενοχλείται, έχει μουστάκι που τσιμπάει και μια καινούρια καραμπίνα για πουλιά στην αποθήκη. Κρατάει αγκαλιά την αδελφή σου και καπνίζει. Η αδελφή σου είναι μια ροζ μπαλα που δεν είναι σωστό να κλοτσάς», από την πρώτη πρώτη φράση σε τοποθετεί στο οικογενειακό τραπέζι, σε γυρίζει λίγα ή περισσότερα χρόνια ή απλώς μια βδομάδα πίσω, τις Κυριακές μαζευόμαστε στο πατρικό, τρώμε όλοι μαζί, κάθε μισάωρο που περνάει τα επίπεδα έντασης αλλάζουν χρώμα, ολοένα και κοκκινίζουν, στο τέλος μια πόρτα βροντάει, στην επόμενη σκηνή είναι πάλι Κυριακή και μια πόρτα ανοίγει. Άσε που πια ξέρουμε πως αν στη σκηνή υπάρχει ένα όπλο, τότε μέχρι το τέλος αυτό θα χρησιμοποιηθεί.

Πιάνοντας στα χέρια μου το βιβλίο ένιωσα λίγο σαν να ετοιμαζόμουν να πάω σε ένα οικογενειακό τραπέζι, δεν είχα προσδοκίες, φοβόμουν όμως ότι το πράγμα θα μπορούσε να πάει πολύ λάθος, βέβαια, ούτε καν υπάρχει μέτρο σύγκρισης, κάλλιο ένα κακό/αδιάφορο/ανέμπνευστο/ή ό,τι άλλο βιβλίο, παρά ένα οικογενειακό τραπέζι με επιρροές από σκανδιναβικό σινεμά, δεν το συζητώ. Άτιμο πράγμα, συνήθως, οι προσδοκίες, που ως λέξη έχει μια θετική αποφορά, ενώ είναι λέξη ουδέτερη η καημένη και εμείς την έχουμε φορτώσει με προσδοκίες, άτιμο πράγμα, αλλά συμβαίνει, εμφανίζονται και εισβάλλουν από την πλέον ελάχιστη χαραμάδα που θα εντοπίσουν χαϊδεύοντας τα τοιχώματα, σωτήριο επίσης, σπανιότερα, όταν προσφέρουν μια από τις αγαπημένα μισητές λέξεις της γλώσσας όλης, γείωση.

Οι πρώτες σελίδες ήταν κάτι παραπάνω από υποσχόμενες, η λάβα ήταν εκεί, έκαιγε και απειλούσε πως θα ξεχυθεί, ρε λες, σκέφτηκα όσο να βολευτώ ξανά στον ιδρωμένο καναπέ, και συνέχισα, μέχρι που εμφανίστηκε ο ποιητής, η καρικατούρα του για την ακρίβεια, που ωστόσο συμβαίνει άνθρωποι με σάρκα, αίμα και κόκαλα να είναι καρικατούρες, όπου ακούτε να αποκαλούν κάποιον ξεχωριστό να έχετε κατά νου πως ίσως είναι μια καρικατούρα, που στην περίπτωσή μας, στο κεφάλαιο που εισήχθη στην πλοκή, ήταν κάπως ανέμπνευστα δοσμένη, με μια ευκολία, λείπουν άλλα θα μπορούσαν να υπάρχουν φράσεις όπως στο δικό μου δεν χωράει, στο δικό σου κολυμπάει, άντρες ιππότες, κορίτσια μαύρες κότες, καταλαβαίνετε τι θέλω να πω, έκανα εκεί ένα ωχ, ή ένα χμ, δεν έχει σημασία, σκέφτηκα/ένιωσα/φοβήθηκα πως ό,τι καλό είχε προηγηθεί τώρα δα θα κατέρρεε μπροστά στα μάτια μου, το καύσιμο δεν θα έφτανε για να ολοκληρωθεί η διαδρομή των διακοσίων και κάτι σελίδων που απέμεναν.

Είναι εδώ η στιγμή που θα μπορούσα να περιαυτολογήσω, να ανέλθω του βιβλίου και να αραδιάσω φράσεις/ατάκες όπως: έδωσα μια ευκαιρία, επέμεινα, θέλησα να είμαι σωστός και τίμιος κ.τ.λ· ενώ η αλήθεια είναι πως ζεσταινόμουν και είχα βολευτεί και το πιο εύκολο ήταν απλά να συνεχίσω να διαβάζω το βιβλίο και συνέχισα και πιάστηκα και ξέχασα πως ζεσταινόμουν και εκείνο το κεφάλαιο, τελικά, σαν ελατήριο λειτούργησε, σαν βατήρας, έτσι όπως το σύνολο του αμυντικού μηχανισμού χαλάρωσε, και πια οι προσδοκίες είχαν αποχωρήσει, οι ορίζοντες είχαν απομακρυνθεί και δεν υπόσχονταν εντυπωσιακά αιματοβαμμένα δειλινά, και έτσι χαλαρό, η συνέχεια με βρήκε μπόσικο με πήρε και με σήκωσε, δεν ήξερα από πού μου έσκασε.

Κάποια άτομα, κάποιες σχέσεις, κάποια ξημερώματα στις λεωφόρους του κέντρου, η Αθήνα και σελίδες γραφής. Αυτά είναι τα συστατικά της ιστορίας αυτής που η Αλεξάνδρα Κ* κατασκευάζει. Χρησιμοποιώ σκόπιμα το ρήμα. Το Πώς φιλιούνται οι αχινοί είναι μια κατασκευή, μεταμοντέρνα και φιλόδοξη, γεμάτη από αντιφάσεις, μη σκέφτεστε στερεότυπα, οι αντιφάσεις μπορεί να αποδειχτούν καθοριστικές, είναι (και) οι αντιφάσεις που καθιστούν το μυθιστόρημα αυτό ξεχωριστό και σπουδαίο, ιδιαιτέρως προσωπικό. Ας ξεκινήσω το ξετύλιγμα των αντιφάσεων από το ιδιαιτέρως προσωπικό· το ύφος και η πρόζα της Κ* παρότι ιδιαίτερο, στο όριο της επιτήδευσης, του βερμπαλισμού και μιας εσάνς αυτοϊκανοποίησης, λειτουργεί συμπεριληπτικά, ενσωματώνει τον αναγνώστη, του επιτρέπει να νιώσει οικεία και να πειστεί πως και ο ίδιος με αυτό τον τρόπο θα έλεγε την ιστορία του, και εδώ εντοπίζεται η δεύτερη αντίφαση, η ιστορία που αφηγείται η Κ*, παρότι δεν έχει να κάνει με κάτι ξεκάθαρα αυτομυθοπλαστικό, εντούτοις, η ένταση και η δύναμη, το νεύρο με το οποίο αφηγείται την ιστορία. την καθιστά δική της, ήταν ζωτικής σημασίας η εναπόθεσή της στο χαρτί, και όμως (αντίφαση) ο αναγνώστης νιώθει πως είναι και εκείνος ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας, γνωρίζοντας και τα υπόλοιπα, εκτός από τα μέρη και τις συνθήκες που επικρατούν, το χαμηλό βαρομετρικό και τον δυσπρόσιτο ορίζοντα. Η τρίτη αντίφαση, πλησιάζοντας στην κατασκευή, έχει να κάνει με τη φιλοδοξία, διάχυτη και υψηλής ενεργειακής συγκέντρωσης, δεν κουνάει απορριπτικά το δάκτυλο, δεν βροντοφωνάζει, άσχετα αν το ξέρει και το πιστεύει: κοίτα πόσο γαμάτα μπορώ να γράψω· αλλά αντίθετα, γνωρίζοντας ίσως πως χωρίς δέκτη δεν υφίσταται πομπός, τον προ(σ)καλεί να την ακολουθήσει στους λαβύρινθους αναρωτώμενος ποιο πρόσωπο τώρα βρίσκεται επί σκηνής, πού σταματάει η αφηγηματική αλήθεια και πού αρχίζει η αφηγηματική φαντασία, η κατασκευή μέσα στην κατασκευή, που στη λογοτεχνική σύμβαση ταυτίζεται με την πραγματικότητα.

Αλλάζω παράγραφο για να φτάσω προς το τέλος των αντιφάσεων, στο μεταμοντέρνο. Δεν θα αραδιάσω θεωρία, δεν θα κουράσω. Συχνά, πυκνά και κουραστικά, το μεταμοντέρνο ταυτίζεται με τη σύγχυση εντός της οποίας πλατσουρίζει ο δημιουργός και αργότερα βουλιάζει ο αναγνώστης, μια γούρνα γεμάτη από αυτοϊκανοποιητικά υγρά, σύγχυση η οποία γοητεύει τον νάρκισσο στο καθρέφτισμά του, που πλασάρεται ως άποψη, ύφος και πρόταση, αλλά είναι μια στήλη όρθια από πρωκτικής οπής υλικό. Έτσι, ο προσδιορισμός μεταμοντέρνο μάλλον χρησιμοποιείται για να πει κανείς ευγενικά πως κάτι δεν διαβάζεται. Θα πω αυτό που λέω για το παιχνίδι και τα παιδιά, ταιριάζει γάντι στο μεταμοντέρνο, και εδώ η Κ* έτσι το εφαρμόζει, τα παιδιά, που λέτε, παίζουν, σίγουρα παίζουν, παρότι όλο και λιγότερο, αλήθεια είναι, ωστόσο παίζουν με τη μέγιστη δυνατή σοβαρότητα, εκ της οποίας σε μεγάλο βαθμό πηγάζει η απόλαυση, οι ενήλικες συνήθως μαλακίζονται έχοντας χάσει τον όποιο έλεγχο, η συγγραφέας εδώ όχι, παρότι ακροβατεί στο όριο.

Κάπου εκεί στο μεταμοντέρνο, στο προσωπικό και το φιλόδοξο, διακρίνω ακόμα μια αντίφαση. Μεγάλο κομμάτι της ελληνικής λογοτεχνίας, σύγχρονης και παλαιότερης, αναλώνεται σε μια απόπειρα ορθής και όμορφης, ό,τι και αν σημαίνουν αυτά, χρήσης της γλώσσας, ωραία επίθετα, ποιητικές περιγραφές, το δράμα, γιατί περί δράματος πρόκειται, περνά και στην αρένα της μετάφρασης για την οποία συχνά διαβάζουμε πως διαθέτει υπέροχα ελληνικά, διέφυγα του θέματος και της γλωσσικής αντίφασης, ωστόσο, ήθελα να πω πως η Κ*, προερχόμενη από ένα περιβάλλον πιο θεατρικό, απολαμβάνει τις δυνατότητες που η πρόζα της προσφέρει, δοκιμάζει τις λέξεις, τις μεταποιεί, τις φέρνει στα μέτρα της, στις ιδιαιτερότητες της αφήγησης και της ιστορίας, τις καθιστά οργανικό μέρος της κατασκευής, επιβάλλεται και κερδίζει δικαίωμα στο κοπλιμέντο περί ποιητικότητας, λυρικότητας, λεξιπλασίας, και αυτά δεν είναι κοπλιμέντα όπως στο τέλος μιας παράστασης που δεν ξέρουμε τι μας άρεσε, τίποτα δεν μας άρεσε ας μην κρυβόμαστε, λέμε για τα φώτα και τα σκηνικά, εδώ είναι κοπλιμέντα επιπρόσθετα των κεντρικών και κύριων, πως δηλαδή το Πώς φιλιούνται οι αχινοί είναι ένα τρομερό βιβλίο.

Better late than never.

Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2025

Εις τον πάτο της εικόνας - Μάρω Δούκα

Η απόπειρα κάλυψης των αναγνωστικών κενών είναι για μένα ένα αίτημα, μια ακόμα παράμετρος που καθιστά ανέφικτη την ολοκληρωτική κατάκτηση του λογοτεχνικού οχυρού· μόνο η πολιορκία απομένει να ξεγελά τους υψηλούς στόχους της εν εξελίξει εκστρατείας. Ωστόσο, για να υπάρξει απόπειρα κάλυψης, είναι αδιαπραγμάτευτη η συνθηκολόγηση με την ύπαρξη των κενών αυτών, η αποδοχή της αλήθειας πως δεν ορίζεται ο τέλειος αναγνώστης ως έννοια και συνθήκη, αποδοχή αλήθειας που πρώτα και κύρια αφορά τον εαυτό του υποκειμένου, την αυτοεικόνα του. Διαβάζοντας το Φελιτσιτά, το χρονικά τελευταίο μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα, και γράφοντας γι' αυτό, αναφέρθηκα σ' αυτό το βιβλιογραφικό μου κενό, η ανάγνωση εκείνη υπήρξε ένα πρώτο βήμα προς την κάλυψη.

Ένας αναγνώστης που πολύ εκτιμώ μου μίλησε για το Εις τον πάτο της εικόνας. Εκτός της υψηλής πρόζας, αναφέρθηκε και στον μεταμοντέρνο χαρακτήρα του, στο εγκιβωτισμένο εντός της κεντρικής αφήγησης μυθιστόρημα που ο αφηγητής επιχειρεί να γράψει. Και ήταν η μεταμοντέρνα φύση, που ο παιγνιώδης χαρακτήρας της πολύ του γούστου μου είναι, που με έκανε να διαβάσω το βιβλίο αυτό, ίσως ενεργοποιώντας και μια ενοχή, τη σκέψη/πεποίθηση πως η μεταμοντέρνα γραφή δεν αποτελεί συνήθη επικράτεια της ελληνικής λογοτεχνίας. Η ανάγνωση, η αναγνωστική διαδρομή, πολλάκις έχω επαναλάβει και θα συνεχίσω να το κάνω, προσφέρει, σίγουρα μεταξύ πολλών άλλων, την κατάρριψη και ηχηρή κατάρρευση διαφόρων ψευδοβεβαιοτήτων. Τέτοια υπήρξε η περίπτωση αυτή.

Ο Αλέξανδρος Παπαδάκος, δικηγόρος στο επάγγελμα και παντρεμένος με τη Μαρία, απευθυνόμενος στην Ηώ, μια συμφοιτήτρια και πλέον συνάδελφο δικηγόρο, αποφασίζει να γράψει ένα μυθιστόρημα με κεντρικό ήρωα τον Αντώνη Λύτρα, έναν μεσήλικα οδηγό ταξί, που μια μέρα αποφασίζει να εξαφανιστεί από τους οικείους του. Έχουμε, λοιπόν, ένα ιδιότυπο επιστολικό μυθιστόρημα, έναν μονόλογο εστιασμένης απεύθυνσης, εντός του οποίου αναδύεται ένα υπό κατασκευή μυθιστόρημα, το πρωτόλειο έργο ενός ανθρώπου ο οποίος, όχι μόνο με τη γραφή, αλλά και με την ανάγνωση, τη λογοτεχνία εν γένει, δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις. Είμαστε στα ταραγμένα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ογδόντα, τα κομμουνιστικά καθεστώτα πέφτουν το ένα μετά το άλλο, η παντοδυναμία του Παπανδρέου πλήττεται καθώς το σκάνδαλο και η δίκη του Κοσκωτά κλονίζουν τη χώρα, η συγκυβέρνηση ΝΔ και ΚΚΕ σοκάρει, η Αριστερά βρίσκεται -τι έκπληξη- σε κρίση, σε μια δυναμική και χρόνια διεργασία διασπάσεων, η κοινωνία βαδίζει συνολικά ζαλισμένη μέσα στην οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων ετών, το μέλλον μοιάζει πολλά υποσχόμενο, το ένστικτο ωστόσο κρούει τον συναγερμό.

Διαβάζω ξανά την πρώτη παράγραφο και σκέφτομαι πως ίσως και να μην ήταν εντελώς τυχαία ή αθώα η αναφορά στην ανάγνωση με πολεμικούς όρους εκστρατείας, ίσως κάτι από την ανάγνωση του μυθιστορήματος αυτού να την επηρέασε και ως ένα βαθμό να τη διαμόρφωσε. Ο Αλέξανδρος Παπαδάκος, αφηγητής αλλά και συγγραφέας ταυτόχρονα, βρίσκεται, πότε συνειδητά και πότε όχι, μέσα σε μια έντονη διαμάχη, ηθικής και υπαρξιακής φύσης, ζητήματα ταυτότητας και προορισμού αναδύονται, με πρώτα και κύρια τα συναισθήματα που νιώθει για την Ιώ, καύσιμη ύλη για τη συγγραφή τόσο των άτυπων επιστολών όσο και του ίδιου του μυθιστορήματος, συναισθήματα σε σύγκρουση με τον γάμο του με τη Μαρία και την καθημερινότητά του, που ως βάση εκτόξευσης έχουν κυρίως τα φοιτητικά χρόνια, τότε που όλα ήταν υπό διαμόρφωση, άναρχα με έναν τρόπο γοητευτικό, προσφέροντας απλόχερα χώρο για θεωρίες και ιδεολογίες, για δυνατότητες.

Το Εις τον πάτο της εικόνας κυκλοφόρησε το 1990 και ήταν το έβδομο συγγραφικό βήμα της Μάρως Δούκα. Έχω πλήρη άγνοια για να εντάξω το παρόν μυθιστόρημα με ασφάλεια εντός της εργογραφίας της πολυγραφότατης  δημιουργού ως εξαίρεση ή ως κανόνα. Και αυτό είναι ένα σημαντικό πραγματολογικό κενό. Αυτό που μπορώ με αυτοπεποίθηση να πω είναι πως το μεταμοντέρνο εύρημα του εγκιβωτισμού δεν γίνεται για να γίνει προς χάρη του όποιου εντυπωσιασμού, η παιγνιώδης διάθεση δεν στερείται χρηστικότητας και προγραμματικής επιδίωξης, δεν αποτελεί, επίσης, ένα άψυχο αποκομμένο συμπλήρωμα στην ανάγνωση, αλλά, αντίθετα, ένα οργανικό συμπλήρωμά του. 

Η πρόζα της Δούκα είναι καθηλωτική και υψηλού επιπέδου, ικανή να στηρίξει και να αναδείξει τον χειμαρρώδη λόγο του Παπαδάκου, το χάος εντός του οποίου η σκέψη και συνολικά η ύπαρξή του κινείται, το πάθος και την εμμονή με την οποίο απευθύνεται στην Ηώ, αλλά και, εδώ είναι ίσως το μέγιστο ύψος που η πρόζα της Δούκα φτάνει, αυτός ο χειμαρρώδης λόγος, σήμα κατατεθέν του αφηγητή/συγγραφέα, χαρακτηρίζει και πλημμυρίζει και το μυθιστόρημά του, ο τρόπος με τον οποίο το χάος κειμενοποιείται και πετυχαίνει να λειτουργήσει ως νήμα ξενάγησης στο μυαλό του συγγραφέα και, ακόμα παραπέρα, να αποτυπώσει τη ρευστότητα και την αβεβαιότητα εκείνων των χρόνων συνολικά.

Διαβάζοντας ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν από τριάντα πέντε χρόνια και φιλοδοξούσε να αποτυπώσει την τότε συγχρονία, σημαντικό ζητούμενο αποτελεί το αν σήμερα φαντάζει παρωχημένο. Η απάντηση είναι σαφέστατα όχι. Σ' αυτό συντελούν και τα δύο κύρια μέρη κάθε μυθιστορήματος, η μορφή και το περιεχόμενο. Η μεταμοντέρνα φύση του του επιτρέπει να σταθεί με άνεση στην επικράτεια του σήμερα, ίσως ακόμα ακόμα και να ξεχωρίσει για τη φιλοδοξία του, για τη μη αποφυγή του ρίσκου. Αλλά και ως περιεχόμενο, χωρίς καθόλου να ταιριάζει εδώ ο άχρηστος και επίφοβος επιθετικός προσδιορισμός του προφητικού, δεν ξενίζει τον σημερινό αναγνώστη, και αναφέρομαι ιδιαίτερα σε εκείνον τον αναγνώστη που δεν είχε γεννηθεί τότε, που μόνο μέσω αφηγήσεων έχει σχηματίσει μια γενική και μάλλον αόριστη εικόνα γι' αυτό το εγγύς παρελθόν, και, παράδοξα ίσως, νιώθει συχνά πυκνά την ομοιότητα, τη συγγένεια του τότε και του τώρα, ιδιαίτερα στο κομμάτι της κρίσης στον χώρο της Αριστεράς, αλλά και της επικρατούσας πολιτικής συνθήκης, για να μην αναφερθώ στον συναισθηματικό χυλό εντός του οποίου παλεύει να επιπλεύσει -και- ο σημερινός άνθρωπος.

Η καθηλωτική πρόζα της Δούκα από τη μια, η αχρονία που ενδύεται μιαν αόριστη συγχρονία αλλά και η πειραματική, απαιτητική από τη φύση της τόσο για τον δημιουργό όσο και για τον αναγνώστη, κατασκευή αποτελούν το τρίπτυχο που καθιστά το Εις τον πάτο της εικόνας ένα σημαντικό βιβλίο συνολικά και όχι απλώς ένα λήμμα στο λογοτεχνικό λεξικό της εγχώριας γραμματείας.

Εντυπωσιασμένος, ήδη σκέφτομαι ποιο θα είναι το επόμενο βιβλίο τής Δούκα που θα διαβάσω, καμιά ιδέα;

υγ. Για το Φελιτσιτά, που και αυτό διαπραγματεύεται την ιστορία ενός μεσήλικα που αποφάσισε να αποκοπεί από την ασφυκτική συνθήκη της καθημερινότητάς του, περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2025

Μπόουλντερ - Eva Baltasar

Διαβάζοντας, πριν από ένα χρόνο περίπου, το Πέρμαφροστ, αφού απέδωσα τις ευχαριστίες μου στη Λ. για την ισχυρή επισήμανση να διαβάσω το βιβλίο αυτό, που κινδύνευσε να περάσει κάτω από τα αναγνωστικά μου ραντάρ, εξαιτίας της λογοτεχνικής υπερπαραγωγής και παρά τη δεδομένη αγάπη μου για την ισπανόφωνη, καταλανική στην προκειμένη περίπτωση, λογοτεχνία, έκλεινα γράφοντας: Θα περιμένω με ενδιαφέρον την κυκλοφορία και των επόμενων βιβλίων της Μπαλταζάρ. Και να που ο καιρός κύλησε, ένα ακόμα βιβλίο της μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Ευρυβιάδη Σοφό, το δεύτερο μέρος ενός τρίπτυχου, που ολοκληρώθηκε με την κυκλοφορία του Mamut (2022), που φαντάζομαι δεν θα αργήσει να μεταφραστεί με τη σειρά του.

Μπόουλντερ: ογκόλιθος ή βράχος που διαμορφώνεται από το νερό ή τις καιρικές συνθήκες. Αυτή η απλή σημείωση θα ήταν αρκετή ώστε να αποφευχθεί ο αμήχανος υπότιτλος: Η γυναίκα του βράχου. Τέλος πάντων, μικρή σημασία έχει κάτι τέτοιο.

Στο Πέρμαφροστ, το μόνιμα παγωμένο έδαφος, εκείνο το μέρος της γης που δεν ξεπαγώνει ποτέ, αποδιδόταν υπέροχα ως αίσθηση απόστασης της αφηγήτριας από το συναίσθημά της, αυτό μου θύμισε η ερμηνεία της λέξης Μπόουλντερ, μια πιθανή συνάφεια, προς διερεύνηση, αναδύθηκε, ένας πιθανός συνδετικός κρίκος που διέπει το τρίπτυχο. Η απόσταση ανάμεσα στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση και το συναίσθημα της αφηγήτριας ήταν άλλωστε εκείνο που κυρίως μου έκανε εντύπωση στο Πέρμαφροστ, αυτό που περισσότερο χαράχθηκε στη μνήμη μου, παραμένοντας με τον τρόπο του αναλλοίωτο ένα χρόνο και αρκετά βιβλία μετά, η απόσταση εκείνη που απομάκρυνε κάθε υποψία για συναισθηματικό εκβιασμό, κάθε υποψία για ένα: κοίτα με τι έζησα· παρά την όποια, πιθανά αυθαίρετη, υποψία πως είχα να κάνω με ένα ακόμα δείγμα αυτομυθοπλασίας, μια ακόμα αποθέωση του ατομικού. Η απόσταση λειτούργησε και σε ένα δεύτερο επίπεδο, προσδίδοντας μια επιπλέον λογοτεχνική αξία στο βιβλίο, μια τεχνική ιδιαιτερότητα που το έκανε να ξεχωρίζει ανάμεσα σε τόσα άλλα παρεμφερή, ενισχύοντας μέσα μου την πεποίθηση πως αυτό αποτελεί μια πρώτη διάκριση ανάμεσα σε λειτουργική και μη λειτουργική μυθοπλασία του εαυτού, ή, αν προτιμάτε, μια διάκριση ανάμεσα στην αυτομυθοπλασία και την αυτοβιογραφική ξαδέρφη της.

Ας προσθέσω κάτι εδώ, μια σημείωση για μελλοντική χρήση, όταν η λήθη θα έχει εξομοιώσει το αναγνωστικό μονοπάτι. Είχα μόλις διαβάσει την όμορφη Μέρα του Κάνινγκαμ, μέρος της οποίας διαδραματίζεται στην εξωτικά απόμακρη Ισλανδία. Με έκπληξη είδα, κάποια στιγμή, την πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια του Μπόουλντερ να μετακομίζει εκεί. Η τυχαιότητα και η μεταφυσική της γοητεία.

Κεγιόν. Τσιλοέ. Ένα βράδυ πριν από πολλά χρόνια. Περασμένες δέκα. Ούτε ουρανός, ούτε βλάστηση, ούτε ωκεανός. Μονάχα αέρας, το χέρι που τα παίρνει όλα. Πρέπει να 'μαστε δώδεκα άτομα. Ψυχές. Σε ένα μέρος όπως αυτό, τέτοια ώρα, τους ανθρώπους τούς λες ψυχές.

Στακάτα, με μια υπόνοια ποιητικού στοχασμού, η αφηγήτρια πιάνει το νήμα της αφήγησης, που ξεκίνησε όταν εγκατέλειψε τη στεριά, κατάσαρκα κάποια χρήματα, για να πιάσει δουλειά στην κουζίνα ενός πλοίου. Σε ένα από τα μπάρκα θα γνωρίσει τη Σάμσα. Μαζί της θα φύγει για την Ισλανδία.

Η ονοματοποιία παρουσιάζει ενίοτε κάποιο ενδιαφέρον. Η επιλογή του ονόματος Σάμσα μόνο τυχαία δεν μπορεί να είναι, ένα από τα πλέον διάσημα ονόματα της παγκόσμιας γραμματείας, ο ήρωας (ο Κάφκα μειδιά) της Μεταμόρφωσης. Και αν αυτό το κομμάτι είναι εύκολα ανιχνεύσιμο, σχετικά με την πρόθεση της Μπαλταζάρ μόνο, αυθαίρετες επί το πλείστον, υποθέσεις μπορούν να γίνουν. Σε τι παράσιτο (η αγαπημένη μου μεταφραστική επιλογή απ' όλες) μεταμορφώνεται άραγε η σύντροφός της; Θα πόνταρα στη μητρότητα, στην επίμονη απόπειρά της να φέρει στον κόσμο ένα παιδί χρησιμοποιώντας το σπέρμα κάποιου άγνωστού της νεαρού Ισλανδού. Η εγκυμοσύνη, η γέννα, η παρουσία της μικρής Τίνα, η αχόρταγη δίψα της για γάλα, το έμπλεο υπαρξιακής αγωνίας κλάμα της, η ανατροπή των όποιων εγκαθιδρυμένων και ποθητών συστατικών ρουτίνας στη ζωή ενός ζευγαριού. Η μεταμόρφωση της σχέσης; Ίσως, σε μια ανάγνωση πιο εγωκεντρική. Και κάτι πιο τραβηγμένο ίσως: Τίνα, η διάσημη θατσερική αποστροφή, There Is No Alternative, άπαξ και το παιδί βγήκε από τη μήτρα δεν υπάρχει καμία εναλλακτική. Τέλος υποθέσεων, ως προς την ονοματοποιία τουλάχιστον, γιατί, τι άλλο είναι η ανάγνωση παρά μια σειρά από υποθέσεις προθέσεων και επίτευξης αυτών;

Αυτή εδώ είναι μια ιστορία αγάπης. Μια κουήρ ιστορία αγάπης, αν προτιμάτε αυτή τη διευκρίνηση. Μια ιστορία αγάπης, πρωτοπρόσωπη μα από απόσταση, με τον τρόπο της αλληγορική και ρεαλιστική ταυτόχρονα, ίσως εξαιτίας της απόστασης, ίσως εξαιτίας της φύσης κάθε ιστορίας αγάπης. Μια (ακόμα) απόπειρα διάκρισης και επισήμανσης προθέσεων: η Μπαλταζάρ ή η αφηγήτρια, όπως προτιμάτε, δεν θέλει να τεμαχίσει και να απαριθμήσει ένα προς ένα όλα τα κομμάτια της σχέσης αυτής, να κλείσει ασφυκτικά αυτή την ιστορία αγάπης σε ένα σύστημα πλήρως αιτιοκρατικό, πλήρως διακριτό και εξηγήσιμο. Ούτε για την ίδια την αφηγήτρια, ούτε για τη σύντροφό της, πόσο μάλλον για τον αναγνώστη. Κάποιες σελίδες του έρωτα μένουν άγραφες, από τη φύση τους αδύνατον να κειμενοποιηθούν, να γίνουν λέξεις με ορισμούς στο λεξικό, να χάσουν τον πλουραλισμό τους, τη μαγεία του άγνωστου, του ανείπωτου. Ταυτόχρονα, όμως, δεν μοιάζει να επιθυμεί, σίγουρα δεν επιθυμεί, το παραμύθι, γι' αυτό παραπάνω χαρακτήρισα την ιστορία αυτή αλληγορική και ρεαλιστική ταυτόχρονα. Και εδώ, η απόσταση από το συναίσθημα, με συναρπάζει, με γοητεύει, με καθηλώνει με τον τρόπο της, με κάνει να θέλω να μιλήσω για κλισέ, για μελό και για επιτήδευση, μα με τραβάει πάλι πίσω στην ανάγνωση. 

Υπάρχει μια ομίχλη συχνά στη λογοτεχνία, στην αφήγηση εν γένει, εκείνο που δεν διευκρινίζουμε όταν αφηγούμαστε μια ιστορία, εκείνο που αφήνουμε μετέωρο, εκείνο που η κακή λογοτεχνία αποτυπώνει με απανωτά αποσιωπητικά. Η ομίχλη που δεν μας επιτρέπει να δούμε, η ομίχλη που μας κάνει να φανταζόμαστε. Στο Μπόουλντερ, στα λιμάνια της Λατινικής Αμερικής και στην απομονωμένη Ισλανδία, η ομίχλη είναι συχνά παρούσα, στη ζωή και στον έρωτα επίσης. Ποιητικούρα χαμηλής στάθμης, το παραδέχομαι. Συχνά υπάρχει αυτή η ανάγκη, καλώς ή κακώς εκτελεσμένη, ώστε να αποδώσει αυτό το αίσθημα, τη λεπτή διάκριση ανάμεσα στο οικείο και το ανοίκειο, ανάμεσα σε αυτό που γνωρίζουμε και σε αυτό που νομίζουμε ότι γνωρίζουμε, στο μεσοδιάστημα που φύεται η λογοτεχνία και η ανάγκη μας να διαβάζουμε λογοτεχνία, οι ίδιες φαινομενικά ιστορίες, ξανά και ξανά, εκεί που κάποιοι λένε: τα ίδια πάλι· εκεί που κάποιοι άλλοι, ανάμεσά τους κι εγώ, λένε: τα ίδια πάλι.

Η ομίχλη συσκοτίζει, η ομίχλη γεννά τη μάγευση σε έναν κόσμο που πάσχει από διαυγή ορατότητα. Η ομίχλη επισημαίνει το ανείπωτο, δίνει μορφή και σχήμα στο άμορφο και το ασχημάτιστο. Η ομίχλη αναδεικνύει την εγγύτητα, δεν επιτρέπει στο βλέμμα να χαθεί στο βάθος του ορίζοντα, οριοθετεί. Και αυτό, κάποιες στιγμές, είναι ανακουφιστικό.

Η πρόζα της Μπαλταζάρ έχει κάτι το ιδιαίτερο, ερωτοτροπεί με την επιτήδευση, της διαφεύγει, ερωτοτροπεί με το κλισέ, του διαφεύγει, ερωτοτροπεί με το μελό, του διαφεύγει. Εκείνο από το οποίο δεν διαφεύγει, παρότι διόλου δεν μοιάζει να επιθυμεί να ερωτοτροπήσει μαζί του παρότι το αποδέχεται, είναι η αδυναμία, η ανικανότητα ελέγχου του συναισθήματος, παρά την απόσταση, παρά την παραδοχή της ανθρωπινότητας, δεν του διαφεύγει αλλά δεν πέφτει αμαχητί, παίρνει το σχήμα ενός ογκόλιθου, στιβαρού μα ακίνητου, παραδομένου στο διαβρωτικό πέρασμα του νερού από παντού γύρω της, τι θα ήθελε να είναι ένας βράχος, τι σχήμα θα ποθούσε να πάρει, πώς θα ένιωθε αν το νερό έπαυε να τον σμιλεύει;

Σκεφτόμουν έντονα την Γουίντερσον διαβάζοντας το βιβλίο αυτό και μέσω αυτής η σκέψη έφτανε ως την πηγή της Γουλφ.

υγ. Για το Πέρμαφροστ, έγραφα αυτό. Από τα βιβλία της Γουίντερσον, θα διάλεγα αυτό.

Μετάφραση Ευρυβιάδης Σοφός
Εκδόσεις Πατάκη