Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2020

Insignificance (1985)

Ασημαντότητα;, αναρωτήθηκε ο Έλληνας διανομέας της ταινίας του Ρεγκ, ξεφυλλίζοντας το λεξικό που πάντα είχε πρόχειρο στο συρτάρι τού γραφείου του, τριάντα και βάλε χρόνια πριν, και κούνησε σκεπτικός το κεφάλι του. Αποκλείεται, είπε με σιγουριά, να κάνει έτσι εισιτήρια, μέσα θα μπω. Δεν του πήρε πολύ χρόνο, δική του ήταν η ιδέα. Μια νύχτα με τη Μέριλιν, ναι, έτσι θα το πούμε, ουρές θα κάνει ο κόσμος έξω από τις αίθουσες, ποιος δεν θέλει να περάσει μια νύχτα με τη Μέριλιν άλλωστε; 

Ο παραπάνω μονόλογος αποτελεί αποκύημα φαντασίας και θυμού, αν και δεν αποκλείεται κάπως έτσι να εκτυλίχθηκε η ιστορία διανομής της ταινίας αυτής στη χώρα μας. Δεν έχει τέλος ο κατάλογος με τις ταινίες που είδαν τον πρωτότυπο τίτλο τους να κακοποιείται κατά το πέρασμά του στην ελληνική. Το αστείο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πως στην ταινία δεν γίνεται καμία αναφορά στη Μέριλιν -αλλά ούτε και στους υπόλοιπους διάσημους- με το όνομά της, παρότι η Theresa Russel την υποδύεται, και αυτό δεν έγινε -και- για λόγους δικαιωμάτων, φοβέρα η οποία στη γωνιά αυτή της Ευρώπης δεν σκιάζει κανέναν. Εναλλακτικοί τίτλοι για την ταινία, ακόμα πιο πιασάρικοι και εμπορικοί, θα μπορούσαν να είναι: Η Μέριλιν στο κρεβάτι του Αϊνστάιν, Η χυλόπιτα του Αϊνστάιν στη Μέριλιν κ.α. 

Το 1985 ο -σπουδαίος- Νίκολας Ρεγκ γυρίζει την Ασημαντότητα. Βρισκόμαστε στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του πενήντα, τέσσερις αναγνωρίσιμες φιγούρες (Μονρό, Αϊνστάιν, ΝτιΜάτζιο, Μακάρθυ) θα βρεθούν αργά τη νύχτα στο δωμάτιο του Καθηγητή. Η ταινία ξεκινά με την αναβίωση του γυρίσματος της διάσημης σκηνής από την ταινία Επτά χρόνια φαγούρα κατά την οποία η φούστα της Μέριλιν σηκώνεται από το ρεύμα αέρα που προκαλεί ο αεραγωγός του μετρό. Μετά το τέλος του γυρίσματος, η Ηθοποιός θα επιβιβαστεί σε ένα αμάξι και θα πείσει τον οδηγό να την οδηγήσει στο ξενοδοχείο όπου διαμένει προσωρινά ο Αϊνστάιν. Ο Καθηγητής βρίσκεται αντιμέτωπος με τον γερουσιαστή Μακάρθυ, ο οποίος προΐσταται της έρευνας για τυχόν φιλοκομμουνιστικές ιδέες του Καθηγητή, αναζητώντας οποιοδήποτε στοιχείο θα μπορούσε να σχετίσει την επιστημονική του έρευνα με σοβιετικό δάκτυλο. Ταυτόχρονα, ο διάσημος παίχτης του μπέιζμπολ ΝτιΜάτζιο, σύζυγος της Μονρό, φτάνει στο ξενοδοχείο ακολουθώντας την, αποφασισμένος να τη διεκδικήσει και να την πείσει να γυρίσει σπίτι μαζί του, σίγουρος πως ο Καθηγητής δεν είναι παρά ένας ακόμα ψυχίατρος από εκείνους που εκμεταλλεύονται τη σύζυγό του.

Παρότι το σενάριο δεν στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, όχι στο σύνολό του τουλάχιστον, πετυχαίνει να διατυπώσει ένα ξεκάθαρο μήνυμα για τη δεκαετία του πενήντα, θίγοντας, άμεσα ή έμμεσα, ένα πλήθος ζητημάτων, και όλο αυτό υπό τον μανδύα της κωμωδίας. Βέβαια, μια καλή κωμωδία περισσότερο συγγενεύει με την τραγωδία, παρά προκαλεί ένα ανέμελο και χωρίς ενοχές γέλιο. Για παράδειγμα, η σκηνή κατά την οποία η Ηθοποιός φλερτάρει τον Καθηγητή και εκείνος αντιστέκεται είναι κωμικοφανής, όμως τελικά δεν προκαλεί το γέλιο, παρότι ένα μέρος του κοινού σίγουρα θα γελούσε με χαιρεκακία, ανίκανο να διακρίνει το ανθρώπινο πίσω από την εικόνα, ανικανότητα που δεν εξαντλείται στους σταρ του σινεμά αλλά παρατηρείται και στους οικείους του. Ο τίτλος της ταινίας κατέχει οργανική θέση στην πρόσληψή της, καθώς λειτουργεί εν μέρει ειρωνικά -αντιστικτικά, αν προτιμάτε- και εν μέρει ως κατάρριψη μιας βεβαιότητας· ποιος θα προτιμούσε, άραγε, να είναι ασήμαντος;

Οι αναλήψεις από το παρελθόν των τεσσάρων, μικρά αποσπάσματα που ως σφήνες περιλαμβάνονται στο τελικό μοντάζ, όπως για παράδειγμα οι σκηνές από την έκρηξη στη Χιροσίμα, ή από τα παιδικά χρόνια της Μονρό στο ορφανοτροφείο, υπονομεύουν τη φαινομενικά χαρούμενη και ελαφριά ατμόσφαιρα, λειτουργώντας υπέροχα. Παρέα με τους τέσσερις αναγνωρίσιμους χαρακτήρες -με τους τρεις να είναι άντρες, με όσα αυτό δηλώνει- υπάρχει και ένας ενδιαφέρων μικρός, δευτερεύων ρόλος, εκείνος του Ινδιάνου οδηγού ανελκυστήρα, του πανύψηλου και επιβλητικού Τσερόκι, που φέρει την αρχέγονη αμερικανική γη, παρότι πια, όπως λέει και ο ίδιος, είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να νιώθει στο κέντρο του σύμπαντος, όπως κάθε Τσερόκι, μέσα στον ανελκυστήρα πάνω-κάτω όλη μέρα. 

Ταινία πολλών αναγνώσεων, όπου η διάκριση μεταξύ φαίνεσθαι και είναι επικρατεί, η Ασημαντότητα, παρότι όχι από τις πλέον καταξιωμένες ταινίες του Νίκολας Ρεγκ, διαθέτει το υλικό εκείνο που διακρίνει τον σπουδαίο κινηματογράφο ακόμα και όταν διαπραγματεύεται ζητήματα της λαϊκής κουλτούρας φλερτάροντας με το στερεότυπο, το προφανές και το εύκολο, καθώς επιτυγχάνει εν τέλει να αποτελέσει μια σημαντική ματιά για τη δεκαετία του πενήντα -ακόμα και ο τρόπος με τον οποίο είναι δομημένη η ίδια η ταινία αποτελεί αναφορά στον κινηματογράφο της δεκαετίας αυτής- χωρίς εκπτώσεις στο καλλιτεχνικό όραμα του δημιουργού.

Ο σπουδαίος μουσικός Jim O'Rourke κυκλοφόρησε τρεις δίσκους με τίτλους από αντίστοιχες ταινίες του Ρεγκ, το Insignificance μπορεί κανείς να το βρει εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου