Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2020

Πώς πάνε τα πράγματα - Θάνος Κάππας

Στις διακοπές δεν αναζητούσαμε, νομίζω, νέες εμπειρίες όσο την ανάσυρση, την επανάληψη της πρώτης μαγείας, λέει ο αφηγητής στο Οριγκάμι, ένα από τα επτά διηγήματα της συλλογής Πώς πάνε τα πράγματα του Θάνου Κάππα, που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες, και είναι αυτός ο παρατατικός που προσδίδει μια θλιμμένη ακρίβεια στον συλλογισμό αυτό, που εν πολλοίς στοιχειοθετεί τη σχέση των περισσότερων από εμάς με τις καλοκαιρινές διακοπές, την απογοήτευση της απομάκρυνσης από την πρώτη εκείνη μαγεία, βυθισμένη από καιρό στη λήθη καθώς είναι, σαν να μην υπήρξε ποτέ, ένα όνειρο θολό, μια υπερβολή της νεότητας, και τίποτα άλλο. Την πρώτη εκείνη μαγεία δεν την αναζητούσαμε μόνο στις διακοπές αλλά στα περισσότερα από τα πράγματα που κάναμε τότε, που δεν ήμασταν πια τόσο νέοι, όπως στον έρωτα και στη φιλία, για να δώσω δύο μόνο παραδείγματα μιας λίστας που δεν έχει τέλος, και τώρα, που είμαστε ακόμα λιγότερο νέοι, αυτή η ανάμνηση της αναζήτησης, που έχει διαδεχτεί την αναζήτηση της μαγείας, είναι πολύτιμη και σωτήρια, καθώς μοιάζει να είναι το μόνο που πια έχουμε.

Στο μίνι μάρκετ στη Βάρκιζα, μου φάνηκε πως είδα τη Χριστίνα. Κρατούσα στην αγκαλιά μου τη μικρή και περίμενα τον Φίλιππο που άπλωνε διαρκώς ρακέτες στον διάδρομο προσπαθώντας να διαλέξει. Δεν τις βγάζουμε όλες έξω Φίλιππε, είπα, και κοίταξα τις σαγιονάρες μου, πατημένες προς τα μέσα, γεμάτες άμμο. Φόραγα αυτό το ηλίθιο καπέλο, ένιωθα το μαγιό επάνω μου βρεγμένο και ξαφνικά με λυπήθηκα. Θα μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε αλλά είναι τώρα, εδώ, σε μια στιγμή που δεν μπορώ να επέμβω στην εικόνα μου, να σκηνοθετήσω έστω έναν ελάχιστα γοητευτικό εαυτό. Η Βάσω στέκεται απ' έξω, ακουμπάει στο ψυγείο με τα παγωτά, μιλάει ακόμα στο τηλέφωνο. Της κάνω νόημα πως έχουμε κολλήσει, μου απαντάει κάτι σε στυλ καταλαβαίνω αλλά τελειώνετε.

Το νήμα που συνδέει τα διηγήματα αυτά, εκτός από το τελευταίο (Η δική μου μέρα), το οποίο στέκει κάπως απομονωμένο, κυρίως λόγω της αφηγηματικής φωνής, είναι το καλοκαίρι και οι διακοπές, μια κατάσταση ιδιότυπης εξόδου, έστω και φαινομενικής, από την αμείλικτη καθημερινότητα, μιας ρωγμής από την οποία το παρελθόν βρίσκει την ευκαιρία να εισχωρήσει και να ανακαταλάβει όσα οχυρά στο πέρασμά του ο χρόνος ασφάλισε, και πάνω στο νήμα αυτό απλώνονται οι έρωτες και οι ανθρώπινες σχέσεις εν συνόλω, άλλες αποτυχημένες και άλλες μακρινές, δυνατές και καθοριστικές όπως και να έχει, τα όνειρα, οι αναμνήσεις και τα απρόσμενα μονοπάτια που χάραξε ο χρόνος, τα ερωτήματα για το τι θα συνέβαινε εάν. Η πρωτοπρόσωπη αφηγηματική φωνή, χαρακτηριστικό όλων των διηγημάτων, είτε ανήκει σε άντρα είτε σε γυναίκα, είναι πειστική και αληθοφανής, ενώ η ανάγκη του ήρωα να αφηγηθεί την ιστορία του είναι διαρκώς παρούσα. Η αφηγηματική ικανότητα του Κάππα είναι υψηλού επιπέδου, τη στιγμή που η λεπτοδουλειά, που προηγήθηκε της έκδοσης, είναι ορατή. Η αφήγηση ενσωματώνει άψογα τις σκέψεις του αφηγητή, τις αναλήψεις στο παρελθόν, τους διαλόγους σε πλάγιο λόγο -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων ευθύ λόγου- και την προώθηση της πλοκής, χωρίς να πλατιάζει και να απολύει τον δρόμο της, με μια γλώσσα φρέσκια και εύστοχη, χωρίς περιττά στολίδια, απολύτως λειτουργική στο συγγραφικό όραμα. Η οξυδερκής παρατήρηση της τριγύρω πραγματικότητας, οι μικρές λεπτομέρειες με τις οποίες διανθίζεται η πλοκή και τα μικροευρήματα, που την κινούν, χαρακτηρίζουν επίσης τη γραφή του Κάππα.

Είχα διαβάσει μόνο κάποια σκόρπια διηγήματα του Κάππα εδώ και εκεί, το Πικρούτσικα-πικρούτσικα όταν το αναζήτησα ήταν εξαντλημένο -πρόσφατα κυκλοφόρησε η δεύτερη έκδοσή του-, και όμως είχα την πεποίθηση πως η γραφή του ικανοποιούσε κάποια βασικά αναγνωστικά ζητούμενα, όπως την επιθυμία/ανάγκη να διαβάζει κανείς κάτι που έχει πρωτότυπα γραφτεί στη μητρική του γλώσσα, χωρίς τη διαμεσολάβηση της μετάφρασης, αλλά και την αίσθηση πως στέκεσαι και παρατηρείς από την ίδια πλευρά με τον συγγραφέα, πως ο κόσμος που περιγράφεται είναι και δικός σου κόσμος, πως οι ήρωες είναι γνώριμοι και οικείοι, οι συνθήκες και οι αναπολήσεις επίσης, αυτός ο ιδιότυπος ρεαλισμός που τόσο -μου- λείπει από τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Η συγχρονία, ανάμεσα στη γραφή και την εποχή της απαιτεί ένα ξεχωριστό ταλέντο, μια ικανότητα διάκρισης και ξεκαθαρίσματος τη στιγμή που ο συγγραφέας αποτελεί μέρος αυτής, έτσι ώστε το αποτέλεσμα πραγματικά να αποτυπώνει την εποχή και να μην ξενίζει. Σημαντικός παράγοντας για την επιτυχία της συγχρονίας είναι επίσης ο συγγραφέας να κινείται εντός του κόσμου που περιγράφει και όχι να υποθέτει περί αυτού εκ του μακρόθεν, φροντίζοντας ωστόσο να αφήσει απέξω την περιττή αυτοαναφορικότητα. 

Οι ιστορίες του Πώς πάνε τα πράγματα διαθέτουν μια στενάχωρη ηπιότητα, που περιλαμβάνει την ατολμία -μας- για αλλαγές, αλλά και την απάθεια της εποχής -μας-, διαθέτουν όμως και μια συγκινητική αμεσότητα. Η ένταση στα διηγήματα αυτά είναι υπόγεια, δεν εκτονώνεται. Οι καρβερικές προσλαμβάνουσες είναι ευδιάκριτες. Ο συγγραφέας βγάζει τους ήρωες του από τα δωμάτια, τους τοποθετεί -συνήθως- κάτω από ένα εκτυφλωτικό φως, δίπλα στη θάλασσα, ένα παντρεμένο από χρόνια ζευγάρι, για παράδειγμα, το τραπέζι γεμάτο άδεια πιάτα, πάνω στο κύμα, μια εικόνα ειδυλλιακή, συνώνυμη της ευτυχίας, και η σιωπή που επικρατεί, τα τεράστια μαύρα γυαλιά εκείνης και το ανοιχτό βιβλίο εκείνου, αναχώματα για τη βλεμματική επαφή, εκεί, δίπλα στη θάλασσα, η ανάμνηση της μαγείας μπορεί να πυροδοτηθεί, αν όχι εκεί τότε πού. Έξοδος από το δωμάτιο στο ελληνικό καλοκαίρι, που λειτουργεί υπονομευτικά και αντιστικτικά, το φως και το σκοτάδι, η ομορφιά και η ασχήμια, το ατομικό και το άπειρο, η εξαίρεση και η ρουτίνα. Ο Κάππας κινείται στο όριο του ρεαλισμού, μεγεθύνοντας τον κόσμο των ηρώων του και όχι εντάσσοντας τις ζωές τους στη μεγάλη εικόνα, αποφεύγει έτσι διάφορους σκοπέλους της κοινής πραγματικότητας, όπως η οικονομική κρίση για παράδειγμα, παγίδα στην οποία αρκετοί ομότεχνοί του έπεσαν, επιτρέποντας στις ιστορίες του να αποφύγουν την εφημερία.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας

           

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου