Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2021

Pasqualino Settebellezze (1975)

Είχε προηγηθεί, σχετικά πρόσφατα, μια άλλη ταινία της Wertmüller, η Ιστορία έρωτα και αναρχίας. Οι παραινέσεις για το ποια θα έπρεπε να 'ναι η επόμενη δική της ταινία συνέκλιναν στον Επτάμορφο Πασκουαλίνο. Από την εισαγωγική κιόλας σεκάνς αντιλήφθηκα το γιατί. Επρόκειτο για ένα αριστούργημα.

Η Wertmüller αρπάζει τον θεατή από το πρώτο καρέ. Tον τίτλο αρχής ακολουθεί μια ευφυέστατη και εμπνευσμένη σεκάνς, όπου μια συρραφή εικόνων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αρχής γενομένης από μια χειραψία ανάμεσα στον Μουσολίνι και τον Χίτλερ, συνοδεύεται από μια αντιστικτική μουσική πάνω στην οποία πατάει το, κάτι ανάμεσα σε απαγγελία και τραγούδι, σαρκαστικής χροιάς voice-over, οι στίχοι του οποίου συνθέτουν την ιταλική ταυτότητα, άνθρωποι που νιώθουν υπερήφανοι και δυνατοί επειδή είναι Ιταλοί, ω ναι, που ρίχνουν λευκό στην κάλπη για να μην λερωθούν, ω ναι, που ψηφίζουν δεξιά γιατί έχουν κουραστεί από τις απεργίες, ω ναι, που δεν ανακατεύονται με την πολιτική, ω ναι, που ακόμα υποστηρίζουν τον βασιλιά, που λένε "μάλιστα, κύριε", ω ναι, που πιστεύουν στα πάντα, ακόμα και στον θεό, ω ναι, που ακούν τον εθνικό ύμνο, ω ναι, που αγαπούν την πατρίδα τους, ω ναι. Το τέλος της πρώτης αυτής σεκάνς βρίσκει τον Πασκουαλίνο με μπαταρισμένο το κεφάλι να τρέχει φοβισμένος για να γλιτώσει, θα πέσει πάνω στον Φρανσέσκο και με ανακούφιση θα διαπιστώσει πως είναι επίσης Ιταλός. Κατά τη διάρκεια της απόπειρας τους να ξεφύγουν ο Πασκουαλίνο θα διηγηθεί στον σύντροφό του την ιστορία που τον οδήγησε ως εκεί. Η τύχη τους δεν θα κρατήσει για πολύ. Θα συλληφθούν και θα οδηγηθούν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Η ταινία εκτυλίσσεται σε δύο αφηγηματικούς χρόνους. Στο αφηγηματικό τώρα αποτυπώνεται η σύλληψη και η φυλάκιση του Πασκουαλίνο, η καθημερινότητά του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, οι απεγνωσμένες προσπάθειες που καταβάλλει για να επιζήσει. Στη σύγχρονη αφήγηση παρεμβάλλονται σκηνές από την προγενέστερη ζωή του ήρωα στη Νάπολη, εκεί που ήταν ένα χαμηλόβαθμο στέλεχος της τοπικής μαφίας. Ζούσε σ' ένα σπίτι-εργαστήριο γεμάτο από γυναίκες, μεταξύ των οποίων η μητέρα του και οι επτά αδερφές του. Η μεγαλύτερη ερωτεύτηκε έναν μαστροπό, που υποσχόμενος πως θα την παντρευτεί την έβαλε στη δούλεψή του. Η τιμή του Πασκουαλίνο όμως δεν το σηκώνει αυτό, της δίνει αρχικά περιθώριο ενός μήνα για να γίνει ο γάμος. Ο μήνας περνά και γάμος δεν γίνεται, γεγονός που αναγκάζει τον μεγάλο αδελφό να τον αντιμετωπίσει ως άντρας προς άντρα. Η συνάντηση δεν θα εξελιχθεί όμως ομαλά. Ο Πασκουαλίνο θα βρεθεί αρχικά στη φυλακή και ακολούθως στο ψυχιατρείο απ' όπου μόνο ως εθελοντής στρατιώτης θα καταφέρει να ξεφύγει. Δεν είναι όμορφος όμως ασκεί τεράστια γοητεία στις γυναίκες, από εκεί προέκυψε και το παρατσούκλι του Πασκουαλίνο ο Επτάμορφος.

Όσο η ταινία προχωρά, ο θεατής αντιλαμβάνεται πως τα στοιχεία της ιταλικής ταυτότητας, όπως εκείνα διατυπώθηκαν μέσω των στίχων της αρχής, συναντώνται στο πρόσωπο του Πασκουαλίνο, ο οποίος αντανακλά ένα μεγάλο μέρος της ιταλικής κοινωνίας κατά τη διάρκεια της φασιστικής περιόδου. Καμία πολιτική ιδεολογία, κοντόφθαλμη έγνοια για το προσωπικό συμφέρον, περιορισμένα όρια αντίληψης σχετικά με την τιμή και την αξιοπρέπεια, διάχυτη πεποίθηση πως με τσαλιμάκια μπορεί κανείς να γλιτώσει το κεφάλι του όταν δυσκολέψει η κατάσταση. Υπάρχει μια σημαντική, αν και δευτερεύουσα της πλοκής, σκηνή κατά την οποία ο Πασκουαλίνο περιμένει στην αίθουσα αναμονής κάποιου σιδηροδρομικού σταθμού το τρένο που θα τον μεταφέρει στο ψυχιατρείο για να εκτίσει την ποινή του ως ψυχικά ασθενής. Στον ίδιο χώρο βρίσκεται και ένας σοσιαλιστής, καταδικασμένος σε βαρύτερη από τον φονιά ποινή. Πιάνουν την κουβέντα και σύντομα τα απλά και βασισμένα σε στοιχεία επιχειρήματα του συνομιλητή του θα αναδείξουν την πολιτική πενία του Πασκουαλίνο, δεν θα είναι όμως αρκετά για να τον μεταμορφώσουν, για να του δημιουργήσουν πολιτική συνείδηση, ο Πασκουαλίνο απλώς θα σωπάσει, σίγουρος καθώς είναι πως εκείνος θα τα καταφέρει να γλιτώσει χωρίς να χρειάζεται να βαραίνει το κεφάλι του με άχρηστες θεωρίες. Το ερώτημα που μοιάζει να θέτει η Wertmüller έχει να κάνει με το τι θα πετύχει πραγματικά ο Πασκουαλίνο ακόμα και αν καταφέρει να βγει ζωντανός από τον εφιάλτη του στρατοπέδου συγκέντρωσης, σε τι μπορεί να ελπίζει ένας άνθρωπος χωρίς ξεκάθαρη πολιτική συνείδηση.

Η αντίθεση ανάμεσα στην αποτύπωση του κόσμου της ελευθερίας και της αιχμαλωσίας επιτείνεται μέσω της φωτογραφίας, η ζωή στη Νάπολη δίνεται με χρώματα ζωντανά, τη στιγμή που τα ψυχρά χρώματα κυριαρχούν τόσο στο ψυχιατρείο όσο και στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η φωτογραφία του εγκλεισμού, παρότι συναισθηματικά σκληρή, είναι αριστουργηματική, δημιουργώντας ένα ακόμα ζεύγος αντίστιξης, αντίστιξη που ενισχύεται από την αφαιρετική, πλην όμως ιδιαίτερης καλλιτεχνικής ομορφιάς, σύνθεση των κάδρων. Είναι μια από τις ελάχιστες εκείνες ταινίες οι οποίες πετυχαίνουν να διατηρήσουν αξιοθαύμαστη ισορροπία ανάμεσα στο αισθητικό και το νοηματικό, κάτι που συνοψίζεται με ευκρίνεια στις σκηνές εντός του στρατοπέδου συγκέντρωσης. Σημαντικό ρόλο παίζει στην ταινία και η χρήση της μουσικής, ιδιαίτερα σε κάποιες σεκάνς που ως βίντεο κλιπ λειτουργούν προωθητικά ως προς την πλοκή παρά την παντελή έλλειψη λόγου. Η χρήση του γκροτέσκο στοιχείου επιτείνει την τραγικότητα. Ο Πασκουαλίνο είναι γνώριμος στον θεατή, από εκεί εκκινούν ταυτόχρονα η συμπάθεια και η αντιπάθεια που γεννά στον θεατή, δημιουργώντας μια συναισθηματική απόσταση, που όμως την ίδια στιγμή λειτουργεί ως καθρέπτης. Η Wertmüller δεν καταφεύγει στην επίκληση του συναισθήματος, κάτι το οποίο, ο Μπενίνι, για παράδειγμα, δεν απέφυγε κάποια χρόνια αργότερα. Η σκηνοθεσία της Wertmüller είναι υποδειγματική, λειτουργώντας ως ιδανική μαέστρος. 

Η ταινία κέρδισε την υποψηφιότητα για το Όσκαρ καλύτερης σκηνοθεσίας, καθιστώντας έτσι την Wertmüller την πρώτη γυναίκα σκηνοθέτη που κατάφερε κάτι τέτοιο. 

           

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου