Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2021

Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον - Elizabeth Strout

Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον (2016) της Ελίζαμπεθ Στράουτ (Πόρτλαντ, 1956) κυκλοφόρησε το 2019, σε μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου από τις εκδόσεις Άγρα και γνώρισε μια αρκετά θερμή υποδοχή από το εγχώριο αναγνωστικό κοινό. Πέρυσι εκδόθηκε και το Όλιβ Κίττριτζ (2008), του οποίου η προηγούμενη κυκλοφορία ως Ο κόσμος της κυρίας Όλιβ από τις εκδόσεις Άγκυρα είχε περάσει μάλλον απαρατήρητη. Ακόμα πιο πίσω, το 1999, από τις εκδόσεις Λιβάνη είχε κυκλοφορήσει το Ένα ανεξάρτητο κορίτσι. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους η έκδοση ενός βιβλίου δύναται να ευτυχήσει ή όχι. Μην έχοντας άποψη για τα προηγούμενα έργα τής συγγραφέως θα τολμήσω να προβώ στην υπόθεση πως ένας από τους λόγους της επιτυχίας αυτής έγκειται στο γεγονός πως Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον φλερτάρει με το autofiction, λογοτεχνικό υποείδος το οποίο ανθεί τα τελευταία χρόνια και έχει αποκτήσει ένα συγκεκριμένο κοινό αναγνωστών.

Δεν είναι απλό να προσδιορίσει κανείς επακριβώς τα χαρακτηριστικά του autofiction (βλ. αυτομυθοπλασία), πόσο μάλλον να εντάξει με ασφάλεια εντός της υποκατηγορίας αυτής κάποιο έργο το οποίο δεν καταφτάνει με τον χαρακτηρισμό αυτό από τον ίδιο τον δημιουργό. Άλλωστε, η συνύπαρξη του προσωπικού βιώματος εντός ενός μυθοπλαστικού πλαισίου δεν αποτελεί κάποιου είδους λογοτεχνική πρωτοπορία. Εκείνο που μοιάζει να αποτελεί ένα σχετικά ασφαλές κριτήριο ένταξης είναι η πρόθεση του συγγραφέα να πείσει τον αναγνώστη πως αυτό που διαβάζει, παρά το λογοτεχνικό περιτύλιγμα, είναι ένα προσωπικό ημερολόγιο. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος. Ο αναγνώστης ταυτίζει την αφηγήτρια Λούσυ Μπάρτον με τη συγγραφέα Ελίζαμπεθ Στράουτ, όμως η εκ των υστέρων αναζήτηση αυτοβιογραφικών στοιχείων οδηγεί σε φτωχά αποτελέσματα.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.       

«Μια φορά, πάνε πολλά χρόνια από τότε, χρειάστηκε να μείνω στο νοσοκομείο εννέα βδομάδες». Έτσι, ξεκινά η πρωτοπρόσωπη αφήγηση στο μυθιστόρημά Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον, ορίζοντας, με την απλή αυτή πρόταση, τον τόπο και τον χρόνο (αφηγηματικό και συγγραφικό), αλλά και το γεγονός, την εμπειρία αν προτιμάτε, που πυροδότησε, έστω και πολλά χρόνια από τότε, την αφήγηση αυτή. Το εύρημα της Στράουτ είναι ευφυές. Ο άντρας της αφηγήτριας, πνιγμένος ανάμεσα στη δουλειά και τις υποχρεώσεις που δημιουργεί η παρουσία δύο μικρών παιδιών στο σπίτι, ζητά από τη μητέρα της Λούσυ να έρθει στη Νέα Υόρκη από τα μεσοδυτικά για να περάσει κάποιες μέρες μαζί της στο νοσοκομείο. Έτσι και γίνεται, η Λούσυ ένα πρωί ξυπνά και αντικρίζει τη μητέρα της, χρόνια μετά την τελευταία τους συνάντηση. Η παρουσία της εκεί θα αποκαλύψει το σκληρό παρελθόν, την απόσταση που ανέκαθεν χώριζε τη Λούσυ με τους γονείς της. Η Λούσυ, λόγω μιας υποτροφίας σπουδών, κατάφερε να ξεφύγει από το πατρικό της, να μετακομίσει στη Νέα Υόρκη και να αφήσει πίσω της το σκληρό αυτό παρελθόν με τις περιορισμένες προοπτικές. Όμως, το παρελθόν δεν είναι απλώς ένα παιδικό δωμάτιο, που μετακομίζοντας το εγκαταλείπουμε, αφήνοντας πίσω μας λούτρινα και παιδικά ρούχα, η αποδοχή και η κατανόησή του δεν είναι απλή και εύκολη υπόθεση, οι λογαριασμοί μαζί του δεν κλείνουν ποτέ. Η Λούσυ ζητά από τη μητέρα της να της αφηγηθεί ιστορίες από εκείνο τον τόπο, ιστορίες αδιάφορες που αφορούν τρίτους, ποιον παντρεύτηκε η τάδε και πού δουλεύει η δείνα, τίποτα που να αγγίζει τον πυρήνα της οικογένειας, καμία αναφορά σε εκείνα τα χρόνια, καμία απόπειρα -εκ προοιμίου καταδικασμένη- να γεφυρωθεί η απόσταση, να επαναπροσδιοριστούν οι σχέσεις. Αδύναμη και φοβισμένη καθώς είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι, χωρίς να ξέρει πότε και αν θα καταφέρει να επιστρέψει πίσω στη ζωή της, η Λούσυ έχει ανάγκη να ακούει τη φωνή της μητέρας της, όπως τα παιδιά τα παραμύθια για να αποκοιμηθούν.

Η Στράουτ επενδύει στην τεχνική με την οποία αφηγείται την ιστορία αυτή, στον τρόπο με τον οποίο αναμειγνύει την κοινή παρουσία των δύο γυναικών στο δωμάτιο του νοσοκομείου με τις σκέψεις της Λούσυ και τα όσα μεσολάβησαν στο ενδιάμεσο. Με συνεχείς χρονικές αναλήψεις και προλήψεις, πετυχαίνει να δώσει την απαραίτητη βαρύτητα σε εκείνο το ολιγοήμερο διάστημα, ώστε να δικαιολογήσει, κατά κάποιον τρόπο, την επιστροφή της συγγραφέως Λούσυ εκεί μετά από χρόνια. Η Λούσυ νιώθει μόνη, ανέκαθεν επιζητούσε τη συναισθηματική εγγύτητα, τη φροντίδα και την κατανόηση. Τα κυρίως πρόσωπα της ιστορίας λειτουργούν μεταξύ τους με έναν τρόπο αναλογικό. Από τη μία βρίσκονται ο πατέρας, η μητέρα και ο σύζυγός της, οι πιο κοντινοί της άνθρωποι, εκείνοι από τους οποίους θα είχε κανείς απαιτήσεις, που όμως, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, απογοήτευσαν τη Λούσυ, εντείνοντάς της το αίσθημα της μοναξιάς. Από την άλλη βρίσκονται ο γιατρός που την παρακολουθεί στο νοσοκομείο, ένας ηλικιωμένος γείτονας που κατοικεί στο απέναντι διαμέρισμα και μια συγγραφέας, της οποίας το σεμινάριο δημιουργικής γραφής παρακολούθησε κάποια στιγμή, άνθρωποι με τους οποίους ελάχιστα πράγματα τη συνδέουν και όμως η παρουσία τους είναι καθησυχαστική. Αυτό το παράδοξο απασχολεί τη Λούσυ, που φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας. Την εποχή εκείνη έχουν εκδοθεί λίγα διηγήματά της σε κάποια περιορισμένης κυκλοφορίας λογοτεχνικά περιοδικά, αυτό είναι το πρώτο μυθιστόρημα το οποίο φιλοδοξεί να γράψει, τυπικό δείγμα autofiction, όμως το βιβλίο το γράφει η Στράουτ και αυτό μπερδεύει κάπως τα πράγματα, καθιστά όμως το αποτέλεσμα γοητευτικό, δεν είναι δηλαδή ένα εύρημα εντυπωσιασμού ή μια επίδειξη τεχνικής κενή περιεχομένου στην αρένα του μεταμοντέρνου.   

Η Στράουτ πετυχαίνει να παρουσιάσει ως απλό ένα αρκετά σύνθετο, ως προς τη σύλληψη και την εκτέλεση, κατασκεύασμα, από το οποίο αφαιρεί και την παραμικρότερη υποψία εγκεφαλικότητας, καθιστώντας το βαθιά ανθρώπινο. Ο τρόπος με τον οποίο συνθέτει τις σκέψεις και τις αναμνήσεις τής Λούσυ, φαινομενικά και μόνο ατάκτως ειρημένες, αποτυπώνουν έξοχα τη σύνθετη και χαοτική διαδικασία της συνδιαλλαγής με το παρελθόν, εκεί όπου η πιστή γραμμικότητα και η αυστηρή αιτιοκρατία στέκουν στο πλάι καθώς ο χείμαρρος της μνήμης ανακατεύει τα νερά, φέρνοντας στην επιφάνεια πότε το ένα και πότε το άλλο συμβάν. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης και η ποιητική του βιβλίου, οι σκέψεις και οι αποφάσεις της Λούσυ κατά τη συγγραφή. Διαβάζοντας Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον είχα διαρκώς στο μυαλό μου την τριλογία της Κασκ που τόσο είχα απολαύσει.

Με την πρώτη ευκαιρία θα αναζητήσω και τα υπόλοιπα βιβλία της Ελίζαμπεθ Στράουτ και αυτό από μόνο του αρκεί για να δείξει πόσο μου άρεσε Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον, και πόσο μικρή σημασία έχει τελικά η εμμονή με τις ταμπέλες και τις κατηγορίες, όταν μιλάμε για καλή λογοτεχνία. 

Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Άγρα
            

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου