Δευτέρα, 26 Απριλίου 2021

Ποίηση και καπιταλισμός, μια σύγχρονη παράξενη ιστορία

Δεν πάει καιρός που μου συνέβη κάτι ομολογουμένως παράξενο. Όλα ξεκίνησαν όταν έλαβα ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, του οποίου ο συντάκτης, για ευνόητους λόγους, τους οποίους θα κατανοήσετε παρακάτω, θα διαφυλάξω την ανωνυμία του, μου ζητούσε, αρκετά ευγενικά, η αλήθεια, αν θα μπορούσε να μου στείλει ταχυδρομικώς μια ποιητική συλλογή, για να του πω τη γνώμη μου. Κοιτάζοντας το μάλλον κακόγουστο εξώφυλλο στο συνημμένο αρχείο, τη στιγμή που ήμουν έτοιμος να απαντήσω πως τον ευχαριστώ πολύ αλλά εγώ σπανίως διαβάζω ποίηση, αντί να πω ευθαρσώς πως ποτέ δεν διαβάζω τέτοια ποίηση, παρατήρησα πως η συλλογή δεν ήταν δική του, αφού πάνω από τον γλωσσικά παρατραβηγμένο τίτλο και το λογότυπο του άγνωστου σε μένα μέχρι τότε εκδοτικού οίκου ήταν ένα γυναικείο όνομα, για ευνόητους λόγους, τους οποίους θα κατανοήσετε παρακάτω, δεν θα αποκαλύψω τα στοιχεία της έκδοσης. Δεν ξέρω τι ήταν εκείνο που με ώθησε να του απαντήσω άμεσα, ρωτώντας τον για τη σχέση του με την ποιήτρια, όμως το μετάνιωσα λίγο αφότου πάτησα Αποστολή. Δεν άργησε να απαντήσει. Είναι κάπως παράξενο αυτό που θα σας πω, έγραφε, και νιώθω κάπως αμήχανα τώρα που πρέπει να σας εξηγήσω, δικαιολογούνταν. Ακολουθούσε μια αρκετά εκτεταμένη παράγραφος, που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο έμοιαζε με βιογραφικό σημείωμα. Εν ολίγοις, εργαζόταν σε μια εταιρεία τους τελευταίους μήνες, σε μια θέση για την οποία μόχθησε πολύ, καθώς ανταποκρινόταν στις υψηλές επαγγελματικές του βλέψεις, και τώρα, αν και απόλυτα ευχαριστημένος, δεν μπορούσε να αντλήσει απόλαυση, καθώς τον κατέκλυζε ο φόβος πως για τον έναν ή τον άλλον λόγο θα έχανε τη θέση του. Να μη σας τα πολυλογώ, συνέχιζε, ψάχνοντας στο διαδίκτυο πληροφορίες για την προϊσταμένη μου διαπίστωσα πως έχει εκδώσει την παρούσα ποιητική συλλογή, σκέφτηκα λοιπόν πως αν, με κάποια αφορμή, κατόρθωνα να της κάνω κάποια σχόλια, προφανώς θετικά, για τα ποιήματά της, τότε το επαγγελματικό μου μέλλον θα αποκτούσε όπως και να το κάνουμε μια μεγαλύτερη ασφάλεια, για να μην πω προοπτική. Ελπίζω να καταλαβαίνετε, συμπλήρωνε. Ήταν κάπως παράξενο όλο αυτό και εγώ είχα εμπλακεί συναισθηματικά. Ωστόσο, το μόνο σίγουρο ήταν πως δεν καταλάβαινα. Η περιέργεια, βλέπετε. Άφησα κάποιες ημέρες να περάσουν, ήλπιζα πως, αμελώντας να απαντήσω, όλη αυτή η ιστορία θα περνούσε οριστικά και δια παντός στο βασίλειο της λήθης. Αδύνατον. Το σκεφτόμουν διαρκώς. Ένιωθα ευθύνη και ενοχή. Παρά τις μάχες που έδινα με τη λογική απέναντι σε αυτό το ύπουλο συναίσθημα, σε αυτόν τον αγώνα εσωτερικού διαλόγου έβγαινα διαρκώς χαμένος. Την έκτη ή έβδομη ημέρα τού απάντησα. Του είπα πως τον καταλαβαίνω αλλά δεν θα μπορούσα να τον βοηθήσω. Λυπάμαι πολύ, συμπλήρωσα. Παρά μια μικρή αμφιταλάντευση της τελευταίας στιγμής, πάτησα Αποστολή. Για κάποιες ημέρες δεν συνέβη κάτι. Την έβδομη ημέρα, όμως, έλαβα μια απάντηση. Δεν θα έπρεπε να σας έχω αποκρύψει εξ αρχής την αλήθεια, έτσι ξεκινούσε το μήνυμά του. Ας κάνουμε μια νέα αρχή, συνέχιζε. Μούφα η ιστορία, σκέφτηκα και στιγμιαία ένιωσα ανακούφιση. Ήταν ένα ευφάνταστο ψέμα, παραδεχόταν, δεν ήξερε γιατί δεν είπε από την αρχή την αλήθεια, τι τον έπιασε, ένιωθε ιδιαιτέρως άσχημα και θα το καταλάβαινε αν δεν τον συγχωρούσα ποτέ. Ήταν ένα ακόμα παράξενο μήνυμα, το οποίο τελείωνε ακόμα πιο παράλογα. Θα διαγράψω αυτόν τον λογαριασμό, θα φτιάξω έναν άλλον, άσπιλο και αγνό. Θα επανέλθω, κατέληγε. Η περιέργεια που ένιωθα μετατρεπόταν αργά και βασανιστικά σε εκνευρισμό, απείχα πολύ από το στάδιο της σωτήριας αδιαφορίας. Δεν απάντησα τίποτα. Την επόμενη ημέρα άνοιξα το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μου με τη βεβαιότητα πως θα αντίκριζα ένα δικό του μήνυμα. Δεν είχε στείλει κάτι. Η βεβαιότητα μειωνόταν ενώ οι μέρες περνούσαν. Σχεδόν δεν το σκεφτόμουν πια. Πράγματα της ζωής μεσολάβησαν. Την προηγούμενη Τετάρτη, αργά το απόγευμα και λίγο πριν αποσυνδεθώ, έγραψε ξανά, στέλνοντας το πρώτο πρώτο μήνυμα, ακριβώς ίδιο, απλώς από άλλον λογαριασμό. Δεν ήταν, λοιπόν, ένα απλό σχήμα λόγου. Του απάντησα άμεσα ρωτώντας τον για τη σχέση του με την ποιήτρια, επιχείρησα από μνήμης να επαναλάβω και εγώ επακριβώς την πρώτη μου απάντηση, εκείνη την απάντηση που με έκανε να εμπλακώ σε όλο αυτό. Δεν άργησε να απαντήσει. Είναι κάπως παράξενο αυτό που θα σας πω, έγραφε, και νιώθω κάπως αμήχανα τώρα που πρέπει να σας εξηγήσω, δικαιολογούνταν. Ακολουθούσε ένα λιγότερο εντυπωσιακό βιογραφικό, από το οποίο συμπέραινε κανείς πως ο τύπος μάλλον τυχερός ήταν που τέτοιους ζοφερούς καιρούς είχε δουλειά. Φοβάμαι τις περικοπές, έγραφε. Κάθε Παρασκευή απολύουν κάποιον, πότε έναν, πότε δύο. Είναι ένα πραγματικό μαρτύριο αυτό που συμβαίνει. Η αφεντικίνα μου κάθε μέρα με ρωτάει αν διάβασα το βιβλίο της, αν το χάρισα στη γυναίκα μου, αν μίλησα γι' αυτό στους φίλους και τους συγγενείς μου, αν ποστάρω ποιήματά της στο προφίλ μου και γιατί δεν την έχω φίλη στα σόσιαλ, αν γράφω στίχους της στα καθίσματα των λεωφορείων και στις εισόδους των πολυκατοικιών, αν το φωτογραφίζω με φόντο το ηλιοβασίλεμα, αν από μνήμης μπορώ να τ' απαγγείλω, αν τ' ονειρεύομαι. Είμαι σε απόγνωση, δεν ξέρω τι να κάνω, φοβάμαι τις περικοπές. Αν μπορείτε να με βοηθήσετε θα σας είμαι υπόχρεος.

Ήταν πια βράδυ και εγώ ένιωθα πως όλο αυτό δεν είχε κάποιο νόημα.       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου