Ένα μεγάλο χορταστικό μυθιστόρημα επιθυμούσα, θα χώριζε τη μέρα στα δύο, ένας κόσμος συμπλήρωμα στην τρέχουσα ρουτίνα, μια σταθερά. Με το υποδεκάμετρο στο βλέμμα περιέτρεξα τις διάφορες στοίβες με τα βιβλία σε αναμονή. Θέτοντας σε κίνδυνο την ισορροπία του προσωρινού (ουδέν μονιμότερου) πυργίσκου, έπιασα στα χέρια μου ένα απωθημένο ετών, Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ. Να τι προηγήθηκε της ανάγνωσης αυτής· ένα χορταστικό μυθιστόρημα, ένα καταφύγιο, να τι περιελάμβανε ο ορίζοντας προσδοκιών.
Η οικογένεια Γκάρσκυ, που βρήκε καταφύγιο στον παγωμένο αμερικανικό βορρά, εκμεταλλεύτηκε τη συγκυρία, τα όρια και τα παραθυράκια του νόμου, σε μια ρευστή εποχή απαγορεύσεων και ανάπτυξης παράλληλων αγορών, ηγήθηκε εν τέλει μιας παντοκρατορίας παραγωγής και διάθεσης αλκοόλ, στο τώρα επιτυχημένοι επιχειρηματίες που τα ίχνη του λαθρεμπορίου ολοένα και χάνονται στο παρελθόν.
Ο διανοούμενος, μοναχικός και αλκοολικός, Μόζες Μπέργκερ, άλλοτε παιδί-θαύμα των γραμμάτων, που το μέλλον του έμοιαζε να είναι στρωμένο με ένα παχύ χαλί απορρόφησης αναταράξεων και κραδασμών προς τη δόξα και την καταξίωση, πάσχει από την εμμονή της βιογράφησης ενός εκ των παιδιών του γεννήτορα Γκάρσκυ, του Σόλομον. Η εμμονή, η κάθε εμμονή, γεννιέται ξαφνικά και από ελάχιστη πρώτη ύλη, έτσι και αυτή αναπτύχθηκε από την παρουσία με τον πατέρα του σε μια δεξίωση της οικογένειας για την οποία δούλευε, όταν ο Μόζες ήταν ακόμα νεαρός, συνομήλικος των παιδιών του Σόλομον, που από κάποια στιγμή και μετά εξαφανίστηκε, χωρίς κανένας να είναι απόλυτα σίγουρος για την τύχη του, νεκρός ή φυγάς;
Το βιβλίο αποτελείται από μια σύνθετη και πυκνή διακλάδωση δύο κεντρικών αρτηριών, η μια, η έρευνα του Μόζες και η άλλη, η ζωή του, πρόκειται για μια μεταμοντέρνα κατασκευή που εσωκλείει τη διαδικασία και την απόπειρα συγγραφής της βιογραφίας του Σόλομον Γκάρσκυ, περιλαμβάνοντας και την αφήγηση της ζωής του ίδιου του ερευνητή, πετυχαίνοντας, μεταξύ άλλων, να σκιαγραφήσει δύο αιώνες ιστορίας ενός νεοσύστατου κράτους, τον τρόπο με τον οποίο οι συσχετισμοί διαμορφώθηκαν φτάνοντας στο σήμερα της αφήγησης, να πει εν τέλει μια χορταστική ιστορία με τρόπο ιδιοφυή.
Αρχικά, η παρουσία μιας ευδιάκριτης και τεράστιας συγγραφικής φιλοδοξίας, παράλληλα με τη σταδιακή ένταξη του αναγνώστη στο αφηγηματικό περιβάλλον, στο οποίο αρχικά νιώθει χαμένος, παρότι γοητευμένος, ακολουθεί την αφήγηση με τα χρονικά μπρος πίσω και τις διαρκείς εναλλαγές προσώπων, αργότερα, ο θαυμασμός, πανταχού παρών και συνοδοιπόρος μέχρι τις τελευταίες σελίδες, τελικώς, η χαλάρωση και το άφημα στα χέρια του αφηγητή, τριτοπρόσωπου και καλά καμουφλαρισμένου εντός του σώματος της αφήγησης, πότε ο αναγνώστης υποψιάζεται τον συγγραφέα του βιβλίου και πότε τον Μόζες, πότε ένας παντογνώστης αφηγητής και πότε ένας μελετηρός ερευνητής, που μέσα στα χρόνια παλεύουν με τα κομμάτια του παζλ που λείπουν, καταφεύγουν σε βιβλιοθήκες και παλαιοπωλεία, ώρες γραφής, στέκονται σε μια αποστροφή του λόγου ή στη συμπτωματική παρουσία ενός αντικειμένου, ενός πίνακα ζωγραφικής για παράδειγμα, και πια, από ποια στιγμή και ύστερα άραγε;, η ζωή τους έχει γίνει ένα με την έρευνα, όχι μόνο για τους άλλους αλλά και για τους ίδιους.
Η αληθοφάνεια προσώπων και καταστάσεων, παρότι διαρκώς υπό αίρεση, βρίσκεται εκεί, απαραίτητη συγκολλητική ουσία για το δέσιμο της περίπλοκης κατασκευής, μια ιστορία την οποία ο συνθέτης γνωρίζει εις βάθος, εκεί είναι και τα κομμάτια που λείπουν, όλα τα μικρότερα ή μεγαλύτερα επεισόδια της ζωής των χαρακτήρων, πρώτων και δεύτερων ρόλων, και όλα αυτά χωνεμένα πλήρως στη μεγάλη εικόνα, στην ιστορία των δύο αυτών αιώνων, μια σειρά από ηθικά διλήμματα, από αποφάσεις πλεύσης, χωρίς καμία διδακτική ή κριτική διάσταση να τα σκιάζει, πρόσωπα αφημένα ελεύθερα στην αρένα. Το εμβαδό που καταλαμβάνει ο κόσμος του μυθιστορήματος εκτείνεται αρκετά έξω από τα όρια του βιβλίου, δεκάδες νήματα στέκουν παρατεταγμένα, δεκάδες σημεία ανάπαυσης και παρατήρησης προσφέρονται, δεκάδες όρμοι και κορυφές, ένας κόσμος ολόκληρος χώρεσε στις σελίδες αυτές, άλλος τόσος, τουλάχιστον, περίσσεψε.
Ο Ρίχλερ, γεννημένος το 1931στο Μόντρεαλ, τοποθετεί τον πήχη σε ιλιγγιώδες ύψος, καταφέρνει με σχετική άνεση να τον υπερκεράσει, να πείσει πως οι προθέσεις του υλοποιήθηκαν, αποτυπώθηκαν στο χαρτί, την ίδια στιγμή που κάθε καινούργια πρόταση δείχνει εύθραυστη, πως θα μπορούσε να είναι η τελευταία πριν ο συγγραφέας παρατήσει το φιλόδοξο σχέδιο, λυγίζοντας κάτω από το ίδιο το βάρους της υπό ανέγερση κατασκευής, πως αυτή η οριακή μόλις παρουσία του Σόλομον Γκάρσκυ, μια φευγαλέα ματιά και μετά απουσία, θα έπαυε να λειτουργεί, αυτή η χίμαιρα θα αναδεικνυόταν σε απόλυτο νικητή, όμως όχι, το απατηλό άντεξε, η εμμονή επικράτησε της ματαιότητας, γιατί κάποιος να θέλει να βιογραφήσει ένα φάντασμα; Γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.
Η μεγάλη φόρμα, γνώμη μου είναι, όταν φτάνει σε αντίστοιχα ύψη με το Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ, δικαιολογεί γιατί είναι η κορωνίδα του γραπτού λόγου, καλός ο μινιμαλισμός, η επιλογή της μιας έναντι της άλλη λέξης, αλλά εδώ το διακύβευμα είναι τερατώδες, υπεράνθρωπο, το δέος κατά την περιδιάβαση, αλλά και μετά, στο τέλος της ανάγνωσης όταν ο οδοιπόρος κοιτάζει πίσω του τη διανυθείσα διαδρομή, το δέος τότε έρχεται να βασιλεύσει επί κάθε άλλου συστατικού απόλαυσης, δέος και θαυμασμός από την πρώτη σπίθα που φώτισε στιγμιαία την επικράτεια που εν τέλει κατέλαβε το μυθιστόρημα, δέος και θαυμασμός μέχρι το τελευταίο ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων, πριν την τελευταία τελεία.
Είναι απαιτητικό; Τόσο που η λέξη δεν το υποστηρίζει παρά εν μέρει. Αποζημιώνει; Τόσο που είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αποτυπωθεί.
Αρκετές φορές αναλογίστηκα τις αντιστοιχίες με Τα βιβλία του Ιακώβ της Τοκάρτσουκ, οι αναλογίες πρόδηλες, κυρίως ωστόσο διαρκώς στεκόμουν σε μία από αυτές, εκείνη που ερχόταν αντιστικτικά να σταθεί απέναντι στο ερώτημα: γιατί συνεχίζω μαγεμένος την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος, τόσο μεγάλου, του οποίου η πλοκή μου φαίνεται αδιάφορη, μακριά από τις επιθυμίες και τα γούστα μου, και πριν απαντήσω απλά γυρνούσα τη σελίδα, τόσο κρατούσε η αναρώτηση, και συνέχιζα μαγεμένος την αναγνωστική περιδιάβαση. Και αυτό το αίσθημα έμεινε να αιωρείται σε κάθε ελάχιστη σχισμή της ανάγνωσης, αυτό το άγνωστο γιατί συνεχίζω, ακόμα καλύτερα, αυτό το άγνωστο γιατί δεν μπορώ να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου;
Η ιστορία, παρά τις όποιες λεπτομέρειες και διαφοροποιήσεις, μοιάζει οικεία, το λαθρεμπόριο και η εμμονή, επίσης, το πώς έφτασαν κάποιοι στην επιτυχία και την επιχειρηματική καταξίωση, αυτό και αν είναι οικείο, το πώς ένα μυαλό κλείδωσε και εγκλωβίστηκε ιδία, ως ενός σημείου, βούληση σε έναν λαβύρινθο αδιεξόδων, και όμως, ο τρόπος του, όχι τόσο στην ίδια την αφήγηση αλλά στη σύνθεσή της, ο τρόπος με τον οποίο ο ερευνητής μελετάει τα αρχεία, ο τρόπος που το πάθος (ή εμμονή, αν σας κάθεται καλύτερα) κατακλύζει το μυαλό, την ύπαρξη εν γένει, το πάθος εκείνου που σχολαστικά επιμένει να γυρεύει την αλήθεια, το ντοκουμέντο, την ακριβή λεπτομέρεια, παρότι το πάθος αυτό είναι καμουφλαρισμένο πίσω από τη μη ηθική ακεραιότητα του υποκειμένου της αφήγησης, από τις ατέλειες του, είναι διάχυτο από άκρη σε άκρη, το πάθος εκείνου ήταν, θεωρώ, το πρώτο κύτταρο έμπνευσης πριν τη διαίρεση. Μια τόσο σύνθετη ιστορία, με πλήθος από λεπτομέρειες και επεξηγήσεις, για να αποτυπωθεί η εμμονή του ερευνητή, αυτό το άγνωστο γιατί που συνοδεύει όλη τη σπουδαία λογοτεχνία, όλη τη συγγραφή, την ανάγκη μας να λέμε και να διαβάζουμε ιστορίες, κάποτε γύρω από τη φωτιά, κάποτε στο παιδικό δωμάτιο, σήμερα.
Και έτσι η μέρα χωρίστηκε στα δύο, όσα έπρεπε να γίνουν και όσα ήθελα να γίνουν, το αποκούμπι ήταν εκεί. Ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, ένα ανθρώπινο επίτευγμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου