Μυθιστορήματα που έχουν στον πυρήνα τους άλλα μυθιστορήματα, υπαρκτά ή φανταστικά, και συγγραφείς, αλλά και την ίδια τη διαδικασία της συγγραφής, είναι πολύ του γούστου μου, η όχι και τόσο ένοχη απόλαυσή μου, η εμπειρία της ανάγνωσης και η αγάπη για τη λογοτεχνία ως βασικό συστατικό της γραφής. Το οπισθόφυλλο του Τα θέλω όλα μίλησε κατευθείαν στα βάθη της αναγνωστικής μου επιθυμίας, ο συγγραφέας ως φανατικός αναγνώστης, προσκυνητής σε έναν τόπο ιερό, μέσα από τον οποίο έμαθε τα περισσότερα απ' όσα έμαθε, ένιωσε τα περισσότερα απ' όσα ένιωσε και άλλη διαδρομή δεν υπήρχε εμπρός του παρά η συγγραφή, μια συγγένεια μεταξύ μας, ένας τόπος κοινός.
Ένας νεαρός wannabe συγγραφέας, που ζει κάπως χίπικα, ζωή που συνίσταται εν πολλοίς στην όσο το δυνατόν ελάττωση των εξόδων, σε μια χώρα πανάκριβη όπως η Αυστραλία, παρέα με τη σύντροφό του, επίσης επίδοξη συγγραφέα, θα συναντήσει μια μέρα στο κολυμβητήριο μια άγνωστη ηλικιωμένη κυρία, που όμως το πρόσωπό της κάτι του λέει, θα τη φωτογραφίσει στα κρυφά, θα τσεκάρει ξανά και ξανά τη φωτογραφία, θα συνειδητοποιήσει πως πρόκειται για την ερημίτισσα συγγραφέα, Μπρέντα Σέιλς, δημιουργό δύο βιβλίων που γνώρισαν τεράστια επιτυχία, που για διάφορους λόγους βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης, της αποθέωσης και της διαφωνίας, μια συγγραφέας που όπως ακόμα λίγοι, ο Πίντσον, ο Σάλιντζερ και η Φεράντε, για παράδειγμα, ζει εν κρυπτώ, η συγγραφέας ως παρατηρήτρια και όχι ως παρατηρούμενη, το βιβλίο ως ένα αυτοδύναμο κατασκεύασμα χωρίς τα εξωκειμενικά παραφερνάλια της ζωής και του λόγου της δημιουργού του. Η Σέιλς επέλεξε να παραμείνει στο περιθώριο, μόνο μια φωτογραφία της, εκείνη στην έκδοση του βιβλίου, κυκλοφορεί, κανείς δεν ξέρει τι να απέγινε εκείνη η κυρία, παρότι πολλοί δοκίμασαν να μάθουν, ως κύριο ή δευτερεύον σκέλος μιας ακαδημαϊκής ή κριτικής ενασχόλησης με το έργο της.
Μια ευκαιρία τεράστια παρουσιάζεται εμπρός του, μια παρεξήγηση θα του επιτρέψει να παρουσιαστεί ως ο εγγονός της, γιος του γιου της που από βρέφος δόθηκε σε υιοθεσία, κάθε δυνατότητα ή συγκυρία ώστε να δείξει ειλικρίνεια απολύεται, ακόμα και στη σύντροφό του λέει ψέματα, έχει, ωστόσο, ένα βιβλίο για να γράψει, μετά από δεκάδες ατέρμονες απόπειρες, τέλματα και αποτυχίες, μια ευκαιρία ανατέλλει στον προσωπικό του ορίζοντα, επιτέλους και αυτός στάθηκε λίγο τυχερός, ένα μυθιστόρημα για μια άγνωστη παρότι διάσημη συγγραφέα, ένα βιβλίο που σίγουρα θα βρει εκδότη, σίγουρα θα ταρακουνήσει τα ρηχά ύδατα της αυστραλέζικης λογοτεχνίας, με συνοδοιπόρο την ηχογράφηση του κινητού του θα την επισκεφτεί ξανά και ξανά, ένα βιβλίο γεννιέται.
Όμως, το Τα θέλω όλα δεν είναι το βιβλίο που γράφει, αλλά η ιστορία της συγγραφής του βιβλίου που προτίθεται να γράψει, ένα ημερολόγιο γραφής και έρευνας, ένας επίδοξος συγγραφέας, μια εξαφανισμένη συγγραφέας, δύο βιβλία σταθμός της εκεί λογοτεχνίας, μια σειρά από συνεντεύξεις, η πραγματική ζωή που κυλά παράλληλα. Και αν όλα αυτά ίσως μοιάζουν κάπως μπερδεμένα, ο Αμαρένα, στο πρωτόλειο βιβλίο του, καταφέρνει να τα διατάξει με τρόπο όχι απλώς λειτουργικό αλλά και απολαυστικό, και είναι αυτό, το κομμάτι της απόλαυσης, κάτι το οποίο ολοένα και περισσότερο παραμερίζεται στη σύγχρονη λογοτεχνία, αυτό το παιγνιώδες της γραφής αρχικά, της ανάγνωσης μετέπειτα, είναι ένα καθοριστικό συστατικό του μυθιστορήματος αυτού.
Ο συγγραφέας υπονομεύει εξαρχής τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή, ένα πιθανό άλτερ έγκο του, τον γδύνει από κάθε υψηλό ιδανικό, από κάθε ηθική στάση, τον οπλίζει με την αποφασιστικότητα της επιθυμίας να γίνει ο σημαντικότερος Αυστραλός συγγραφέας, η φιλοδοξία αυτή τον τυφλώνει, ακόμα και όταν νιώθει πως ο δρόμος που ακολουθεί είναι γεμάτος βρωμιές και λακκούβες, είναι ωστόσο καλό παιδί, θέλω να πω, παρά τις αμφίβολες αποφάσεις και ενέργειές του δεν γίνεται απεχθής, είναι ένας άνθρωπος, νέος και σύγχρονος της εποχής του, παράγωγο και συστατικό της, ένας από εμάς, τι και αν δεν φιλοδοξούμε, φανερά τουλάχιστον, να γίνουμε σπουδαίοι συγγραφείς, οι ευκαιρίες, μας λένε, μια φορά παρουσιάζονται και αλίμονο σε όποιον δεν τις εκμεταλλευτεί, δεν θα πετύχει.
Από τη μια, λοιπόν, έχουμε τον νεαρό επίδοξο συγγραφέα, που νιώθει και πάλι γεμάτος αυτοπεποίθηση και όρεξη να κάτσει μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή του, ενώ από την άλλη, η Σέιλς, που ζει πια σε ένα γηροκομείο, μετά από δεκαετίες σπάει τη σιωπή της, μιλάει για τα χρόνια που πέρασαν, κυρίως για το πώς έγραψε τα δύο βιβλία εκείνα που ανυψώθηκαν στη σφαίρα του μύθου. Με μια αφήγηση ρέουσα, σε υψηλό τέμπο, ο Αμαρένα παρασέρνει μαζί του τον αναγνώστη σε αυτή την ιστορία, επιτρέποντάς του να πάρει θέση φανερή μέσα στο μυαλό και το δωμάτιο εργασίας ενός συγγραφέα, να του επιτρέψει να δει πώς η πραγματική ζωή επιχειρείται να μετατραπεί σε λογοτεχνία.
Στον πυρήνα της κατασκευής, είπα κιόλας, βρίσκονται η συγγραφέας και τα δύο εκείνα βιβλία, ο Αμαρένα, ίσως έχοντας στο μυαλό του κάποιο πρότυπο, επινοεί τη φανταστική ζωή μιας συγγραφέα και του έργου της, και, εκτός των άλλων, με όχημα το έργο της και την επίδραση που είχε στα λογοτεχνικά και όχι μόνο πράγματα, κάνει μια βόλτα στις παρελθούσες εκείνες δεκαετίες, μέσα από τα θέματα που με οξυδέρκεια η Μπρέντα Σέιλς διαπραγματεύτηκε, με επιμονή και καθαρή ματιά στον κόσμο γύρω της, και εξ αυτών αναδύονται οι τότε κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, όπως για παράδειγμα η θέση των γυναικών. Και αν το πρώτο βιβλίο είχε να κάνει με μια κοπέλα εγκλωβισμένη σε ένα δωμάτιο της πατρικής κατοικίας, αντιμέτωπη με τους εφιάλτες, τις τύψεις, τις ενοχές και τη βαρεμάρα, μεταξύ άλλων, στο δεύτερο βιβλίο με τίτλο Οι χήροι, έχουμε τις μαρτυρίες κάποιων ανδρών που στην προοπτική το διαζύγιο να διευκολυνθεί νομικά, διαμαρτύρονται για την απώλεια της θέσης τους, για την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, για την ανατροπή ενός σεπτού τρόπου ζωής.
Το μυθιστόρημα διαβάζεται αχόρταγα, ο Αμαρένα κατορθώνει να μετατρέψει ένα εγκεφαλικό κατασκεύασμα σε απολαυστική λογοτεχνία, μην αμελώντας το παιγνιώδες, παίρνοντάς το ωστόσο στα σοβαρά, χωρίς εκπτώσεις και βαρετές ευκολίες, με κάποια μετρημένα ρίσκα και ξεκάθαρο πλάνο. Η γραφή και η διαδικασία της γραφής, ο λογοτεχνικός κόσμος, η σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας, οι αμφιβολίες και οι φιλοδοξίες του συγγραφέα, του κάθε συγγραφέα, σε διαφορετικό βαθμό, η ματαιοδοξία πως έχουμε κάτι να πούμε που αφορά και ενδιαφέρει και τους άλλους, ο φθόνος που συχνά μας τυφλώνει απέναντι στην επιτυχία των άλλων. Ωστόσο, επειδή πρώτιστα επιθυμεί να γράψει ένα μυθιστόρημα, δεν αμελεί τα ευρήματα, μικρότερα ή μεγαλύτερα ώστε η πλοκή να προωθείται πιο συντεταγμένα, δεν αμελεί και τις ανατροπές, μικρότερες ή μεγαλύτερες ώστε να υπενθυμίζει διαρκώς στον αναγνώστη πως σε ένα παιχνίδι, εξαπάτησης στην προκειμένη περίπτωση, ποτέ δεν παίζει ένας μονάχα.
Το Τα θέλω όλα, το πέμπτο βιβλίο των νεόκοπων εκδόσεων Γεννήτρια, με τα προσεγμένα και καλαίσθητα βιβλία, είναι μια σύγχρονη πρόταση από μια αχανή μα λογοτεχνικά όχι αντίστοιχα γνωστή χώρα/ήπειρο, όπως η Αυστραλία.
(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου