Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου, ο τίτλος, μου προκαλεί μια έλξη, ο τίτλος είναι πάντοτε οργανικό μέρος της γέννησης της επιθυμίας και των προσδοκιών, άλλωστε. Qabel, το άτομο που υπογράφει το βιβλίο, ένα ψευδώνυμο, δεν είμαι σίγουρος πώς ακριβώς προφέρεται, κάνω μια μαντεψιά, Καμπέλ, σε μια εποχή φανέρωσης, υπέρμετρης φανέρωσης, οι δημιουργοί τριγυρνούν στα ψηφιακά χώματα, οι αναγνώστες νιώθουμε να τους γνωρίζουμε, άλλους τους συμπαθούμε και άλλους όχι, όχι αυτούς, αλλά την εικόνα τους, ίσως έτσι διατυπωμένο να είναι πιο ορθό. Εδώ, το συγγραφικό υποκείμενο επιλέγει να σταθεί πίσω από το ταμπλό ενός ψευδώνυμου, στην παχιά σκιά του. Η διερεύνηση των λόγων αυτών εκτείνεται εκτός της λογοτεχνίας, θεωρώ, στην επικράτεια του αδιάφορου κουτσομπολιού.
Η απουσία ονόματος μεταφραστή μοιάζει να επιβεβαιώνει την αρχική υποψία μου πως το άτομο πίσω από το ψευδώνυμο ζει στην Ελλάδα, εδώ βρίσκεται ο πατέρας του, η πόλη του, εδώ διένυσε τα τριάντα του, ή κάτι από όλα αυτά, ή απλώς τα ελληνικά να είναι η γλώσσα στην οποία τα προσλαμβάνει. Αυτή η βεβαιότητα, ανάμεσα σε τόσες αβεβαιότητες από τις οποίες αποτελείται η πρώτη μαγιά επιθυμίας ανάγνωσης, αποδεικνύεται καθοριστική, πιάνω το βιβλίο αυτό στα χέρια μου, λοιπόν. Η αυτομυθοπλασία, το προσωπικό ως πρώτη ύλη κατασκευής λογοτεχνίας, είναι κάτι που με ενδιαφέρει, ένα υποείδος που όσο μπορώ παρακολουθώ, πότε γοητεύομαι και πότε απογοητεύομαι, αυτό είναι όμως το παιχνίδι, έτσι και αλλιώς, καλώς ή κακώς. Η χώρα προέλευσης και κατοικίας, η Ελλάδα, αποδεικνύεται περαιτέρω καθοριστική γιατί σε αυτή την αρένα της συγχρονίας, εκεί που το σκηνικό είναι καθοριστικό για τις κινήσεις, τις σκέψεις, τις αποφάσεις ή και τα συναισθήματα του συγγραφικού υποκειμένου, επιτείνοντας εκτός της συγχρονίας και τη συντοπία. Ένας επιπλέον κοινός άξονας αναδύεται πέρα από τα πιο γενικά ο πατέρας μου και η πόλη μου· τα τριάντα μου, εγώ σε λίγο θα γίνω 43.
(Σίγουρα υπάρχουν εκείνοι οι αναγνώστες που ο παραπάνω συλλογισμός αναγνωστικής επιλογής τους μοιάζει κάπως βλακώδης. Πρέπει γι' αυτούς να επαναλαμβάνουμε τα προφανή κλισέ: πως ο καθένας για τους δικούς του λόγους διαβάζει λογοτεχνία, με τα δικά του κριτήρια επιλέγει να διαμορφώσει το μονοπάτι αυτό.)
Η πρώτη φράση του βιβλίου αφήνει τον ήχο του σπίρτου στην επιφάνεια τριβής να ακουστεί: «Ο πατέρας μου μισούσε τον εαυτό του όταν δεν ήταν στο επίκεντρο», συνεχίζει: «Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να αναγκάσει εμένα, τη μάνα μου και την αδερφή μου να τον προσέξουμε», εδώ είμαστε, σκέφτομαι. Η φλόγα που θα φωτίσει το δωμάτιο γραφής δεν φανερώνει τέρατα, όχι με μια πρώτη περιδιάβαση του βλέμματος τουλάχιστον. Έχουμε να κάνουμε με μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ένα κείμενο που μοιάζει και ίσως να είναι έντονα αυτοβιογραφικό, δεν ενδιαφέρομαι για την απόλυτη αλήθεια, τέτοια δεν υπάρχει όταν μεσολαβεί η αφήγηση, ακόμα και αν το διακύβευμα ήταν αυτή η απόλυτη αλήθεια, ακόμα και αν ο αφηγητής ήμουν εγώ ο ίδιος. Μια αφήγηση στρωτή, με αρκετά πέρα και δώθε στον χρόνο και τον χώρο, μπρος και πίσω, αναλήψεις και προλήψεις, μέχρι το συγγραφικό παρόν, τώρα που τα τριάντα βρίσκονται πια πίσω.
Μια σχετικά ήπια αφήγηση που δεν αφήνει να διαφανεί η ύπαρξη μιας ποσότητας λάβας έτοιμης να διαρρήξει το σαθρό έδαφος, να ξεχυθεί και να κάψει, δεν υπάρχει κάποιο γεγονός συγκεκριμένο γύρω από το οποίο περιστρέφεται η αφήγηση, γεγονός που διαφοροποιεί το μυθιστόρημα αυτό από άλλα συγγενή του, εκεί που το τραύμα αναδύεται και αποτελεί τον πυρήνα, μια σειρά γεγονότων που οδήγησαν σε αυτό, μια σειρά γεγονότων που το ακολούθησαν. Διαισθητικά και με κάποια αυτοπεποίθηση δεν χαλάρωνα, περίμενα πως από σελίδα σε σελίδα η έκρηξη θα συνέβαινε, όλα όσα θα είχαν προηγηθεί θα αποτελούσαν μια παρατεταμένη εισαγωγική σεκάνς, τη συνοδεία του αναγνωστικού υποκειμένου σε εκείνες τις επικράτειες. Σχεδόν ήμουν σίγουρος πως η σεξουαλική ταυτότητα θα αποτελούσε αναπόφευκτα κάτι το επίμαχο, ένα σημείο σύγκρουσης, μια αφετηρία νέα στο ήδη διανυμένο μονοπάτι, ένα καινούργιο επεισόδιο στη σχέση γιου πατέρα. Όμως όχι, ούτε αυτό συνέβη. Αναρωτιέμαι αν αυτό αποτελεί κάποιου είδους σπόιλερ, δεν το νομίζω, συγγνώμη ωστόσο.
Ακόμα μια βεβαιότητα που σύντομα καταρρίφθηκε ήταν εκείνη της κατονόμασης προσώπων, τόπων και συστατικών του συλλογικού θιάσου, ήταν κάτι το οποίο ανέμενα και στο οποίο ήλπιζα όταν παραπάνω μιλούσα για συντοπία εκτός από συγχρονία, τα πραγματολογικά στοιχεία που θα συνέθεταν ένα έδαφος κοινό και γνώριμο, ιδωμένο από άλλη οπτική και από διαφορετική θέση, ωστόσο κοινό και γνώριμο. Η σκιά που το ψευδώνυμο ρίχνει στην ταυτότητα του υποκειμένου γραφής αποτελεί γνώρισμα και του μυθιστορήματος συνολικά. Η πόλη δεν κατονομάζεται, ίσως η περιγραφή της, που κάτι μπορεί να πρόδιδε, θεωρώ πως ήταν συγκεχυμένη, έκανα διάφορες υποθέσεις, για τον έναν ή τον άλλο λόγο αποδείχτηκαν ανυπόστατες. Μια σχετικά μικρή πόλη, μετά από απουσία για σπουδές, η επιστροφή στον τόπο των παιδικών χρόνων, εκεί που ο πατέρας, ανάμεσα σε άλλους, έχουν μια παρουσία διάχυτη ακόμα και εν την απουσία τους από την κεντρική σκηνή, ίσως να φτάνει μόνο αυτό.
Σκέφτομαι κάποιες φορές πως οι δούρειοι ίπποι είναι συχνά πιο επίφοβοι να ξεγελάσουν τις άμυνες και να προωθηθούν με ορμή πίσω από τις οχυρώσεις εκεί που επικρατεί μια χαλάρωση, ακόμα και όταν δεν κατασκευάζονται συνειδητά ως τέτοιοι. Το λέω αυτό γιατί παραπάνω ανέφερα διάφορες βεβαιότητες και προσδοκίες που είχα πιάνοντας και διανύοντας τα πρώτα μέτρα της ανάγνωσης, βεβαιότητες και προσδοκίες που κατέπεσαν με τον σχετικό πάταγο να τις συνοδεύει, όμως αυτή η κατάρριψη, παρά μια σύντομη αμηχανία που προκάλεσε, λειτούργησε εν τέλει διαβρωτικά. Εξηγώ: Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου, ο τίτλος του βιβλίου, ανοίγει πολύ τη γκάμα των συντοπιτών, εκείνων που διαβάζοντάς τον νιώθουν πως τους αφορά. Παρότι στις προσδοκίες μου υπήρχε κάτι το αμιγώς προσωπικό, ένα εγώ που βιώνει και ενεργεί, αφηγείται τα της ζωής του και εναπόκειται στον αναγνώστη να κρίνει αυτή την απόφαση, να απαντήσει σε δύο βασικά ερωτήματα: είναι αυτό λογοτεχνία; με αφορά; Εδώ, η κατάρριψη της προσδοκίας έθεσε εκτός λειτουργίας και αντικειμένου το δεύτερο.
Θα επιμείνω λίγο ακόμα σε αυτό. Δεν ξέρω και δεν θέλω να κάνω υποθέσεις σχετικά με τις συγγραφικές προθέσεις που καθόρισαν αυτό τον κρυπτικό χαρακτήρα μιας φαινομενικά απόλυτα προσωπικής αφήγησης. Το αντιμετωπίζω ως ένα δούρειο ίππο επειδή λειτούργησε τελικά με αυτόν τον τρόπο, μια ύπουλη, συγγνώμη για την επιλογή λέξης, και λοξή συμπερίληψη, ένα κείμενο που πιάνοντάς το ήμουν σίγουρος πως είναι ατομικό, απότοκο μιας διάχυτης ιδιώτευσης που χαρακτηρίζει πια μέρος της λογοτεχνίας αλλά και της ζωής στο σύνολό της, τελικά αποδείχτηκε ύπουλα και λοξά συμπεριληπτικό. Ωστόσο, και αυτό το θεωρώ αρετή, ακόμα και αν δεν πρόκειται για συνειδητή επιλογή, το συγγραφικό υποκείμενο δεν μοιάζει να είχε τέτοια πρόθεση, να που έπεσα στην παγίδα της απόπειρας διάκρισης προθέσεων. Ίσως λογοτεχνία να είναι αυτό που εδράζεται σε μια απόλυτα προσωπική ανάγκη, εκείνο το θα έπεφτα στον Σηκουανά αν δεν έγραφα το Κουτσό, που δήλωσε κάποια στιγμή ο Κορτάσαρ, αλλά παρότι αναπόφευκτα και αναγκαστικά με τον τρόπο της εδράζεται εκεί, ο αποχωρισμός του έργου από τον έλεγχο του κατασκευαστή αποδεικνύεται κατά την ανάγνωση πως ξεφεύγει από τις στενωπούς του ατομικού, πως κομίζει κάτι, ακόμα και αν δεν γίνεται συνειδητά, επαναλαμβάνω.
Κάτι άλλο περίμενα, κάτι άλλο διάβασα. Κάπου ενδιάμεσα μια αμηχανία ξεπρόβαλε. Συνέχισα την ανάγνωση και ένιωθα πως το κείμενο αυτό, που έντονα προσπαθούσε να καλύψει την πιθανότητα αναγνώρισης, έσκαβε μέσα μου και ανέσυρε διάφορα πράγματα, κάποια αναγνωρίσιμα, κάποια θολά και με ανάγκη για ξεσκόνισμα και αξιολόγηση σε δεύτερο χρόνο. Γιατί μπορεί να αναφέρθηκα εκτενώς σε εκείνα που πρόσμενα και δεν τα βρήκα, όχι έτσι όπως τα ανέμενα τουλάχιστον, αλλά η επιθυμία ή η τάση μου να διαβάζω τέτοια λογοτεχνία όπως αυτή σίγουρα δεν περιορίζεται, θέλω να πιστεύω, σε μια διάθεση κοιτάγματος από την κλειδαρότρυπα στη ζωή κάποιου άλλου, αλλά την περιδιάβαση σε δωμάτια με καθρέφτες, ενίοτε παραμορφωτικούς, εκεί που εκτός από το συγγραφικό υποκείμενο και εγώ ως αναγνώστης κοιτάζομαι, αναγνωρίζω και εκπλήσσομαι από πράγματα δικά μου.
Βιβλία όπως Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου χρειάζονται κάποιον επιπλέον χρόνο μεταβολισμού, μετά το τέλος της ανάγνωσης, όταν εκείνη θα λειτουργεί σε ένα διαφορετικό της καθημερινότητας επίπεδο, όταν ένα άλλο βιβλίο θα βρίσκεται στο κομοδίνο δίπλα μου, όταν στιγμές, εικόνες και φράσεις θα ξεπηδούν αν ξεπηδούν τελικά μη αναμενόμενα. Η τελική, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα αμφιβάλλω, αποτίμηση θα γίνει τότε, θα διαμορφωθεί για να αφαιρέσω κάτι από τον ενεργητικό χαρακτήρα της διαδικασίας. Και το Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου συνέχισε να μεταβολίζεται μέσα μου για αρκετά μεγάλο διάστημα, αναγκάζοντάς με να αναβάλλω τη γραφή αυτού του κειμένου.
υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
Εκδόσεις Loggia

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου