Όταν έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο αυτό, ένιωσα μια αμφιθυμία έντονη, διάβασα δυο φορές το οπισθόφυλλο για να βεβαιωθώ πως όντως το βιβλίο αυτό ήταν η ημερολογιακή καταγραφή ενός πετρίτη, είδος γερακιού, στην αγγλική ύπαιθρο τη δεκαετία του '60, κατά τη διάρκεια της παραμονής των πουλιών αυτών σε εκείνα τα μέρη. Η αμφιθυμία, ως εκκρεμές σε κίνηση, στη μια άκρη της ταλάντωσης συναντούσε την επικράτεια της δεδομένης επιθυμίας μου για δοκιμή αναγνωσμάτων έξω από την όποια ζώνη άνεσης, στην άλλη άκρη το ερώτημα: τι με ενδιαφέρει εμένα ένα τέτοιο βιβλίο, με τόσα επιθυμητά αδιάβαστα να με περιμένουν; Τελικά, η απόφαση για ανάγνωση υποβοηθήθηκε, μάλλον υποσυνείδητα, από τη λαχτάρα μου να διαβάζω/ακούω αφηγήσεις εμμονής ή/και μονομανίας με έντονο το στοιχείο του πάθους.
Η οικολογοτεχνία δεν είναι σε καμία περίπτωση καταχώρηση στο αγαπημένο μου μενού. Παρότι ολοένα και πιο επίκαιρη, εγώ αναζητώ κυρίως αστικά περιβάλλοντα στη λογοτεχνία. Υπάρχει, βέβαια, όπως σε κάθε υπό διαμόρφωση αλλά και αίρεση κανόνα, μια, τουλάχιστον, εξαίρεση. Στην περίπτωση αυτή το Walden ή Η ζωή στο δάσος του Θορώ. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες της ανάγνωσης το είχα το βιβλίο αυτό κατά νου, το ημερολόγιο καταγραφής της σποράς πατάτας, ο διαρκής υπολογισμός του κόστους, η θέα του γαλανού ουρανού από θέση ύπτια στο νερό της λίμνης, η άρνηση του συγγραφέα να πληρώσει φόρους που θα πήγαιναν σε έναν ακόμα πόλεμο, η αβίαστη απόλαυση που η ανθρώπινη μοναξιά του προσέφερε.
Αν δεν υπήρχε το πάθος του Μπέικερ, λίγες σελίδες θα άντεχα, ίσως, αν δεν υπήρχε το πάθος αυτό, να μην είχε εκδοθεί ποτέ Ο πετρίτης. Το πάθος υπερκαλύπτει τις όποιες αρετές στη γραφή του ή, για την ακρίβεια, το πάθος του μετασχηματίζεται μέσα από τις λέξεις και τις περιγραφές, μια γλώσσα δουλεμένη αλλά όχι προσποιητή, μια ποιητικότητα γλυκιά και όχι γλυκερή, πάθος εμμονικό, αυτό που γυρεύω καθημερινά. Και άπαξ και η αμφιθυμία καταλάγιασε, και η ανάγνωση μπήκε στις ράγες μιας αργής και νωχελικής περιδιάβασης στο πλευρό του συγγραφέα/αφηγητή/παρατηρητή, η παράδοση υπήρξε άνευ όρων, ένιωθα κι εγώ να είμαι σε εκείνες τις υγρές και τεράστιες εκτάσεις που ακόμα δεν είχα αποτελέσει θήρα της αστικοποίησης, της εξάπλωσης του Λονδίνου, της επίμονης και επίφοβης επέλασης του ανθρώπινου στο φυσικό περιβάλλον.
Η παρατήρηση και η καταγραφή δεν είναι μέρος της ζωής του συγγραφέα εντός των γραμμών του βιβλίου αυτού, ελάχιστα, ως και τίποτα, μαθαίνουμε για εκείνον, ποιος είναι, από πού έρχεται, πού μένει, πώς κερδίζει τον επιούσιο. Μόνο η παρατήρηση του πετρίτη. Δεν μαθαίνουμε επίσης τίποτα για το τι συμβαίνει μερικά χιλιόμετρα μακριά σε μια περίοδο που μετά το τέλος του πολέμου βρίσκει την Αγγλία σε φάση πλήρους ανάπτυξης. Δεν μπορώ να ξέρω πόσο δύσκολο ή εύκολο ήταν για τον Μπέικερ να τα κρατήσει όλα αυτά εκτός, να παραμείνει προσηλωμένος στη γραφή στον ίδιο βαθμό που υπήρξε στην παρατήρηση του πετρίτη. Αυτή η μονομανία λειτούργησε περίφημα, δεν ήταν κάποια παράπλευρη δραστηριότητα της καθημερινότητάς του, αλλά η καθημερινότητά του ήταν εκείνη που πορευόταν παραπλεύρως και στα σκοτεινά τού κυρίου ενδιαφέροντός του.
Ο πετρίτης, σχετικά πρόσφατα, γνώρισε ένα νέο κύμα ενδιαφέροντος. Δεν μου προκαλεί εντύπωση αυτό, έχουμε απομακρυνθεί τόσο από τον φυσικό κόσμο, παρότι τον αλώσαμε και τον καταλάβαμε, σχήμα οξύμωρο η απομάκρυνση δια του πλησιάσματος, που μια κοντινή στο αστικό κέντρο παρατήρηση ενός πουλιού αποπνέει έναν εξωτισμό, σαν να επρόκειτο για την παρατήρηση κάποιου άγριου ζώου σε κάποια δυσπρόσιτη αφρικανική σαβάνα. Επίσης, η προσήλωση σε ένα πάθος, η μη διάσπαση της προσοχής, το μη ανικανοποιητό συναίσθημα, ο θόρυβος, ο όποιος θόρυβος, που προέρχεται από τη φύση και όχι από τον άνθρωπο και τις μηχανές, το δέος που η παρατήρηση ενός ζώου προκαλεί εξαιτίας της μη ματαιότητας της ύπαρξης, της μη βαρεμάρας, όπως παρατηρούσε εύστοχα ο πάσχων από ανίατη βαρεμάρα και ματαιότητα Λεοπάρντι. Όλα αυτά είναι ικανά να προκαλέσουν εντύπωση, ίσως και τότε, τη δεκαετία του '60 να συνέβαινε το ίδιο, αναλογικά πάντα, ίσως και τότε η απόσταση να ήταν ευδιάκριτη. Όπως, ταυτόχρονα, δεν μου προκαλεί εντύπωση η αρνητική, χωρίς να δοκιμάσει να περπατήσει στο πλευρό τού συγγραφέα, στάση του σημερινού αναγνώστη, η ανοικειότητα που νιώθει να τον κατακλύζει και να του γεννά απροθυμία. Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Ένα δείγμα, μία παράγραφος, ίσως σας προσανατολίσει καλύτερα:
Άφηνε νωχελικά τον άνεμο να την παρασέρνει· απόμακρη, απειλητική. Ισορροπούσε στα 700 μέτρα ύψος, ενώ το άσπρο σύννεφο πίσω της πέρασε και τράβηξε για τη νότια όχθη του ποταμόκολπου. Αργά-αργά οι φτερούγες της μαζεύτηκαν πίσω. Γλιστρούσε στον αέρα τόσο ήρεμα που ήταν σαν να κρεμόταν από τεντωμένο καλώδιο. Αυτή η επικράτηση επί του ανέμου που μούγκριζε, αυτή η μεγαλοπρέπεια κι η ευγενής δύναμη του πετάγματός της μ' έκαναν να βγάλω μια φωνή και να χοροπηδήσω από ενθουσιασμό. Μόλις είχα δει ό,τι ωραιότερο μπορεί να δει κανείς από τους πετρίτες, σκέφτηκα. Δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσω· δεν θα θελήσω ποτέ να την αναζητήσω ξανά. Φυσικά, δεν ήταν καθόλου έτσι. Ποτέ δεν χορταίνεις.
Ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους φανς του Πετρίτη, ένας από εκείνους που συνέβαλαν στην επιστροφή του στο προσκήνιο, πενήντα χρόνια μετά, εν μέσω οικολογικής ανησυχίας –όχι όλων σίγουρα αλλά τι σημασία έχει αυτό– υπήρξε ο Ρόμπερτ Μακφάρλεϊν. Πριν από τέσσερα χρόνια διάβασα το βιβλίο του, Υπογαία (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδόσεις Μεταίχμιο). Ολοκλήρωνα το τότε κείμενο λέγοντας: Ένα βιβλίο διαφορετικό από ό,τι άλλο είχα διαβάσει. Αυτό το σχόλιο δεν έχει να κάνει με το μη μυθοπλαστικό, αλλά με το περιεχόμενό του. Ο συγγραφέας είχε επισκεφθεί διάφορα μέρη στον πλανήτη, από τους πάγους στον Βόρειο Πόλο μέχρι τις κατακόμβες του Παρισιού, και είχε καταγράψει την οριακή –τουλάχιστον, για εμάς τους μη ριψοκίνδυνους ταξιδευτές– εμπειρία του. Αν κάτι τότε με είχε ενοχλήσει, αυτό ήταν η κάπως γλυκερή ενίοτε γλώσσα που χρησιμοποιούσε, είχα, τότε, σκεφτεί πως ίσως ήταν θέμα της μετάφρασης. Διαβάζοντας τον Πετρίτη, μια ξεκάθαρη, ομολογημένη επιπλέον από τον ίδιο, επιρροή, μπορώ να υποθέσω πως και το πρωτότυπο κείμενο έπασχε από τη γλυκερή γεύση που εκείνη η ανάγνωση άφησε στον ουρανίσκο μου.
Ένα ακόμα νήμα ξεπετάχθηκε μπροστά μου: η Μαρία Ξυλούρη και Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου, το πάθος με το οποίο μιλούσε για βιβλία που είχαν να κάνουν με πουλιά και την παρατήρησή τους, η συμβολή της στην έκδοση της Υπογαίας, δεν το θυμάμαι αλλά είμαι σίγουρος πως θα είχε αναφερθεί, ανάμεσα σε άλλα, και στον Πετρίτη.
Επιστρέφοντας στο βιβλίο και κλείνοντας το κείμενο αυτό, νιώθω την επιθυμία να αναφερθώ στο πάθος του Μπέικερ για να διευκρινίσω, αν όντως χρειάζεται, πως είναι καθάριο και απαλλαγμένο από διάθεση για διδαχή, για προσηλυτισμό, για επίδειξη. Ανόθευτος και πηγαίος ο ενθουσιασμός του, η προσήλωσή του όμοια με εκείνη κάθε ενός που έχει ένα ειδικό ενδιαφέρον, για εκείνον καθοριστικό και προφανές, και αφήνεται σε αυτό, αντλώντας πρώτιστα ο ίδιος ικανοποίηση από την παρατήρηση και εν συνεχεία από τη γραφή, που λειτουργεί ως ολοκλήρωση της εμπειρίας, το είδος του ερασιτέχνη που τόσο μοιάζει να εκλείπει στις μέρες μας, εκείνου που έλκεται από το πάθος του όπως τα έντομα από το φως. Και αυτό υπήρξε για μένα ο συνδετικός ιστός με το βιβλίο, το πάθος για κάτι που ποσοτικά δεν μπορεί να καταστεί σημαντικό, ειδικά σε μια εποχή όπως η σημερινή, όπου οι αγορές ρυθμίζουν τα δήθεν πάθη και ενδιαφέροντα, και όμως είναι.
Χωρίς να έχω διαβάσει το πρωτότυπο, νιώθω πως η μετάφραση της Ζαχαριάδου υπήρξε υποδειγματική παρά την προφανή δυσκολία να πατήσει κανείς ταυτόχρονα στη βάρκα του μη μυθοπλαστικού και τεχνικού και σε εκείνη της λεπτής λογοτεχνικής αποτύπωσής τους.
(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου