Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Γράμμα στην Ντ. Ιστορία ενός έρωτα - André Gorz

Ούτε που θυμάμαι πόσους μήνες είχα αυτό το βιβλίο στη ντάνα με τα προσεχώς, ίσως και χρόνια, τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα. Έτσι συμβαίνει. Τη μια στιγμή είναι στη ντάνα, σίγουρα νιώθει ξεχασμένο, παρατημένο και πικραμένο, την επόμενη στιγμή τραβιέται να ικανοποιήσει μια έντονη αναγνωστική επιθυμία. Αυτό το βιβλίο ήθελα να διαβάσω τη στιγμή εκείνη.

Εντάξει, ο τίτλος, σίγουρα. Με την προσθήκη του «Ιστορία ενός έρωτα» στην ελληνική εκδοχή να υπογραμμίζει, να οριοθετεί το γράμμα, να υπόσχεται, να δίνει υλικά για την ύψωση ενός απαραίτητου πρώτου ορίζοντα προσδοκιών, αυθαίρετου εκ φύσεως.

Κάποτε έγραφα γράμματα, όχι απαραίτητα μακροσκελή, αλλά γράμματα, με τη μορφή ενός ημερολογίου όχι πια προσωπικού αλλά προσβάσιμου στην παραλήπτρια. Είναι κάτι που πια δεν κάνω. Αναρωτιέμαι αν είναι κάτι που γενικότερα συμβαίνει. Αν είναι απότοκο της ευρύτερης απομάγευσης ή θύμα της ψηφιακής, άμεσης επικοινωνίας, που διαρθρώνεται με ένα άθροισμα ολιγόλογων μηνυμάτων, σπάνια τα σημεία στίξης, ένας διάλογος που δεν θα μπορούσε μάλλον να γίνει προφορικά παρότι καμώνεται πως είναι τέτοιος. Όπως και να έχει εγώ πια δεν γράφω γράμματα.

(έξω έχει σκοτεινιάσει και βρέχει, πάλι)

Δεν ξέρω αν ακόμα μπορούμε να τα αποκαλούμε γράμματα ή αν στην ψηφιακή μετάβαση το δικαίωμα χρήσης της λέξης απολύεται. Κάποια στιγμή πέρυσι ή πρόπερσι, διάβασα το Αγαπητέ, μαλάκα της Βιρτζινί Ντεπάντ, ιδιαιτέρως απολαυστικό και σημαντικό για ένα πλήθος τρεχόντων ζητημάτων, προεξάρχοντος του φεμινιστικού ζητήματος, δια χειρός μιας γυναίκας. Γι' άλλο λόγο όμως ανακλήθηκε από το μπαούλο η ανάγνωση αυτή. Πρόκειται για ένα επιστολικό μυθιστόρημα. Τα δύο πρόσωπα της πλοκής ανταλλάσσουν μέηλ, το ένα απαντάει στο άλλο, έτσι προωθείται η πλοκή. Σε εκείνο το κείμενο ανέπτυξα κάποιες σκέψεις για τη διαφορά της φύσης της αναλογικής και της ψηφιακής αλληλογραφίας. Διόλου περίεργα η βασική διαφορά είχε να κάνει με τον χρόνο, την αμεσότητα της απάντησης, τόσο ως προς τη σύνθεση όσο και ως προς τη λήψη. Αρκεί το πάτημα ενός κουμπιού, δευτερόλεπτα αργότερα το κείμενο ανοίγει στην άλλη οθόνη.

Πρόσφατα διάβασα τις Αναχωρήσεις του Τζούλιαν Μπαρνς, μια ιδιότυπη τελευταία επιστολή προς τον αναγνώστη, τον ιδανικό ή κάθε αναγνώστη μένει εν πολλοίς αναπάντητο, η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση κυριαρχεί από άκρη σε άκρη, αγαπητέ, αναγνώστη. Μου αρέσουν, λάθος ρήμα, με γοητεύουν, καλύτερα έτσι, βιβλία κλεισίματος καριέρας, ειδικά από συγγραφείς που ακολουθώ από βιβλίο σε βιβλίο. Τον Γκορζ οριακά τον γνώριζα ως όνομα, το έργο του ούτε καν. Δεν ήταν αυτή η περίπτωση, όχι ακριβώς τουλάχιστον.

Κάτι που επιπλέον αλλάζει πλήρως το σκηνικό είναι η εκ του τίτλου μαρτυρημένη συγκεκριμένη απεύθυνση στην Ντ. Ένας απολογισμός εντός ζεύγους, ένας απολογισμός που δημοσιεύθηκε, που έγινε βιβλίο. Αυτό μου προκαλεί μια κάποια αναστάτωση. Πάντα έτσι συμβαίνει όταν διαβάζω ένα βιβλίο και νιώθω λαθραναγνώστης, νιώθω πως κοιτάζω από την κλειδαρότρυπα, νιώθω ευθύνη για κάτι για το οποίο σε μικρό βαθμό έχω ενοχή, άλλωστε δεν διέρρηξα το γραφείο του συγγραφέα, απλώς πήγα στο βιβλιοπωλείο. Τέτοια φαινομενικά χαζά ζητήματα με απασχολούν. Νιώθω μια επιφάνεια κοινή να απλώνεται, μια επικράτεια γνώριμη ή, σίγουρα έτσι, υπό διερεύνηση, παρότι κοντεύουν να συμπληρωθούν δεκαέξι χρόνια που διατηρώ αυτή την ψηφιακή γωνιά. Υπάρχουν κείμενα, ή σημεία σε κείμενα, που απευθύνονται σε έναν και μόνο παραλήπτη, που δημοσιεύονται με την ελπίδα πως εκείνος θα το διαβάσει, θα το διακρίνει ανάμεσα σε τόση πολυλογία. Εδώ συμβαίνει κάπως ανάποδα. Το γράμμα απευθύνεται στην Ντ. ως τίτλος, μιλάει για την Ντ., για τις δεκαετίες που πέρασαν μαζί, για όσα συνέβησαν και τους σημάδεψαν, τους κράτησαν ωστόσο τον έναν δίπλα στην άλλη, μέχρι το τέλος, παρότι κάτι τέτοιο έμοιαζε μάλλον απίθανο, βάση της στατιστικής, σίγουρα, βάση της βιοποικιλότητας, επίσης, ωστόσο μαζί.

Ο Γκορζ δεν απευθύνεται στην Ντ. άμεσα, θα ήταν, για μένα, κάπως χαζό. Απευθύνεται στον λαθραναγνώστη. Πλάκα κάνω. Στον αναγνώστη. Άραγε, κάνω μια παρένθεση, ένας τόσο σημαντικός διανοούμενος, το πιο κοφτερό μυαλό της Ευρώπης, έλεγε ο Σαρτρ, να πίστευε πως αυτό αφορά κάποιον άλλον πέραν από εκείνον και εκείνην, ένας συγγραφέας που αφιέρωσε ένα τεράστιο, το μεγαλύτερο, κομμάτι της ζωής του γράφοντας για την κοινωνία, για τη φιλοσοφία, την οικολογία, την πολιτική, ένα πλήθος ζητημάτων, που πάλεψε να κατανοήσει και να συμπυκνώσει έννοιες, να πίστευε πως και αυτό το γράμμα είναι μέρος, έστω και ενός ευρύτερου, συγγραφικού κόρπους; Ποιος να ξέρει;

Δεν είναι μια ερωτική επιστολή. Είναι ένας απολογισμός ζωής, ένα ευχαριστήριο κείμενο που θα μπορούσε να εκφωνήσει σε μια απονομή. Αυτό την κάνει μια ερωτική επιστολή. Μαζί της διένυσε το μεγαλύτερο μέρος της, άλλωστε. Ο πιο οικείος του άνθρωπος. Εκείνη ίσως να πίστεψε περισσότερο και από εκείνον σε εκείνα που ο Γκορζ είχε να πει, προσφέροντάς του χώρο και χρόνο, θυσιάζοντας από τον κοινό ταμιευτήρα, εμψυχώνοντας με τον τρόπο της. Μαράθηκε δίπλα του άραγε;

Αυτό το ρήμα ήρθε και κόλλησε δίπλα στην Ντ. Μαραίνομαι, γιατί δεν με ποτίζουν, γιατί το φως δεν φτάνει στα φύλλα μου, αλλά και γιατί ενώ με ποτίζουν ένα ανταγωνιστικό φυτό απορροφά το νερό, γιατί ενώ φως υπάρχει εγώ είμαι στη σκιά. Όταν το ρήμα μαραίνομαι εμφανίστηκε στην αναγνωστική αρένα, οι λέξεις άρχισαν να ολισθαίνουν, επικίνδυνα.

Κάθε αναγνώστης διαβάζει αυτό που είναι. Το κείμενο έφτασε εδώ χωρίς ένα διακριτά αυτόνομο κλισέ. Ορίστε ένα: Κάθε αναγνώστης διαβάζει αυτό που είναι ή αυτό που πιστεύει πως είναι, φιλοσοφικά/ψυχαναλυτικά βαθειά ύδατα. Και εγώ είμαι ένας άνθρωπος που περνά κάποιες ώρες τη βδομάδα απέναντι σε μια λευκή οθόνη, πληκτρολογώντας. Μοιράζομαι επίσης τον χωροχρόνο και με έναν άλλο άνθρωπο. Να η κοινή επικράτεια, ανασκουμπώνεται και σχηματοποιείται. Όταν οι λέξεις άρχισαν να ολισθαίνουν επικίνδυνα, πρώτα παρέσυραν όλα τα κοπλιμέντα για εκείνη, για το πόσο στέρεα στάθηκε δίπλα στον συγγραφέα. Όταν οι λέξεις άρχισαν να ολισθαίνουν επικίνδυνα, ύστερα παρέσυραν κάποιες ανείπωτες, εν πολλοίς αφηρημένες, βεβαιότητες, η σημασία αυτού που κάνω, το αίσθημα υποχρέωσης, στο όριο της ιερότητας, ο χρόνος που περνά ο δημιουργός αποκομμένος από το στενό, απτό περιβάλλον. Όταν οι λέξεις άρχισαν να ολισθαίνουν επικίνδυνα, τελικά εκείνη μετατοπίστηκε, κατήλθε του βάθρου που την είχε τοποθετήσει και τις χάριζε λόγια θαυμασμού και αγάπης. Όταν οι λέξεις άρχισαν να ολισθαίνουν επικίνδυνα, το εμείς διερρήχθη.

Το πρόβλημα με τον έρωτα, έλεγε εκείνη, είναι το αίσθημα ασφυξίας. Ελευθερίας αντέτεινα εγώ που ήθελα να τη χαϊδέψω. Δεν επέμεινε. Ίσως γιατί ήξερε. Όταν ξέρεις δεν επιμένεις, σκέφτομαι.

Ελάχιστα θα με ενδιέφερε να ακούσω τη δική της εκδοχή. Δεν είναι πως αδιαφορώ για εκείνη. Η ικανότητα στη χρήση του λόγου του Γκορζ έχει κάτι το δοκιμιακό, το επιστημονικό, έχει μια ακρίβεια και μια διαύγεια, το περιττό ξεχωρίζει, διακρίνεται ευκρινώς το άγγιγμα στο έδαφος, ο άξονας στήριξης, δεν είναι εκείνη ο άξονας αυτός, είναι εκείνη που έβλεπε αυτός, μέσα από τα μάτια του στηριζόταν. Ίσως είναι καλύτερα που εκείνη παραμένει βουβή. Τα λόγια της, τα λίγα λόγια της, οι πράξεις της, οι πολλές πράξεις της, φτάνουν ως εδώ μέσω εκείνου, οικειοποιημένα.

Ένα κείμενο προσωπικό, όπως ένα γράμμα στην αγαπημένη, ανοίγει ορίζοντα στην επικράτεια του αναγνώστη, δίνει προς τα εκεί. Αυτό συμβαίνει όταν ένα κείμενο, παρότι προσωπικό, είναι ένα καλό κείμενο. Δεν ξέρω αν υπάρχουν οι λέξεις για να ορίσουν και να προσδιορίσουν τι κάνει το κείμενο αυτό καλό. Η κριτική και η φιλολογία μάλλον αδυνατούν. Και τι με νοιάζει εμένα; Είναι η απομαγευτική ερώτηση με θύμα την ανάγνωση. Δεν με νοιάζει. Και όμως διάβασα το κείμενο αυτό, την επιστολή αυτή, με κομμένη την ανάσα, πρώτα για να αντέξω την ανηφόρα, ύστερα για να μην γλιστρήσω στο κενό.

υγ. Για το Αγαπητέ, μαλάκα περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Σάντρα Βρέττα
Εκδόσεις Ποταμός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου