Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Σαν νερό που κυλάει

Η μαγική ιδιότητα της λογοτεχνίας, της ανάγνωσης, μικρά, διαρκή, καθοριστικά πλήγματα στον ορθολογισμό, να διαβάζεις κάτι που απαντά/συναντά/συνομιλεί/επιχειρηματολογεί με κάτι που σε απασχολεί, η μαγική ιδιότητα της λογοτεχνίας να προσαρμόζεται σ' αυτό που έχεις ανάγκη και όλα αυτά υπό το πρίσμα μιας φαινομενικής τυχαιότητας, μιας υπερβολικά χαλαρής αιτιοκρατικής συσχέτισης μεταξύ επιλογής και αποτελέσματος. Η γενέθλια επέτειος, αναπόφευκτα, ευτυχώς ή δυστυχώς, σέρνει μαζί της ως την άφιξή της μια διάθεση αυτοελέγχου, απλά, ναι καλά, ευσύνοπτα ερωτήματα: ποιος είμαι, πού πάω, τι κάνω κ.τ.λ.

«Φυσικά, όσο συνεχίζω να φαντάζομαι τι φαντάζονται οι άλλοι, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ στη δική μου φαντασία, να συλλάβω τα σενάρια, να επισπεύσω τους χρόνους, να καταλάβω αβίαστα τι πρέπει να κάνω, να κάνω εκείνο που όλοι αυτοί περιμένουν από μένα»*.

Κάθε απόσπασμα, κλαδάκι αποκομμένο από τον κορμό, έτσι και αυτό, αυτόνομα χαρίζει/χαράζει μονοπάτια σκέψης/πρόσληψης. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να επιχειρηματολογεί ενάντια στον εαυτό του, στη λειτουργία του ως απεύθυνση σε έναν άγνωστο αναγνώστη, να υπονομεύεται. Δοκιμάστε να το διαβάσετε ξανά, εγώ το έκανα ήδη. Θα μπορούσε, για παράδειγμα να επιχειρηματολογεί ενάντια σ' αυτό που κάνω σ' αυτή την ψηφιακή γωνιά. Να φαντάζομαι, όσα οι συγγραφείς φαντάζονται, να μην ακούω τη φαντασία μου, να μένω απέξω. Δοκιμάστε να το διαβάσετε ξανά, εγώ το έκανα ήδη. Θα μπορούσε, νιώθω εγώ, να επιχειρηματολογεί ενάντια στο έξω σύστημα, στο πέρα από το κάδρο του αναγνώστη που κρατά το βιβλίο στα χέρια του, να θέτει με επιμονή ερωτήματα/ενστάσεις για την περιχαράκωση, για την περαιτέρω οχύρωση του οχυρού, του μπούνκερ.

Δεκαέξι χρόνια, λοιπόν.

Έχω ένα ποστ ιτ σε περίοπτη θέση στο γραφείο μου, που την υπόλοιπη μέρα είναι ένα τίμια λειτουργικό τραπέζι κουζίνας, το ποστ ιτ αυτό λέει μην ξεχνάς. Με πεζά γράμματα, ένας ψίθυρος. Το ξεχνάω συχνά, όταν κάθομαι να γράψω είναι, ωστόσο, εκεί. Ψιθυρίζει. Θα μπορούσε να λέει να θυμάσαι όμως λέει μην ξεχνάς. Η μνήμη της μη λήθης, όπως η κάθε μνήμη, ενδύεται το σύγχρονο, προσαρμόζεται ο χαμαιλέοντας χρωματικά, δεν ξεχωρίζει από την επιφάνεια εκείνης της στιγμής, απαντά διαρκώς στο επικαιροποιημένο διακύβευμα. Έτσι και τώρα. Μην ξεχνάς πως κάποιοι κόκκοι άμμου, σβόλοι ολόκληροι ενίοτε, θα διαφεύγουν από τη χούφτα. Μην ξεχνάς πως κάποια αντιπαραδείγματα, στρατοί ολόκληροι ενίοτε, θα αποπροσανατολίζουν την πορεία. Μην ξεχνάς, επίσης, τη ματαιότητα, το άγχος της ύπαρξης, την απουσία νοήματος ενίοτε/συνήθως, την απόλαυση, τη διαφυγή. Μην ξεχνάς πως τα κείμενα αυτά, ενταγμένα στη συγχρονία σου, ενέχουν, εκτός της ημερολογιακής τους διάστασης και των αλλεπάλληλων στρωμάτων εαυτού, μικρές, συχνές, υποδόριες συνήθως θέσεις μανιφέστου, απαντήσεων σε ερωτήματα που τέθηκαν ή δεν τέθηκαν.

Τελευταία το πρώτο που θυμάμαι να μην ξεχνάω είναι το προνόμιο να μπορώ να κάνω αυτό που κάνω, με τους όρους που το κάνω, με τη συχνότητα και την ελευθερία, επίσης. Ακολούθως θυμάμαι να μην ξεχνάω πως το κάνω μεν για μένα αλλά με απεύθυνση, το επικοινωνώ, το μοιράζομαι, το διαλαλώ, κοιτάξτε τι κάνω λέω. Ύστερα θυμάμαι να μην ξεχνάω πως η ματαιοδοξία είναι ένα συστατικό, ο θυμός του να νιώθεις πως οι άλλοι δεν σε καταλαβαίνουν, δεν σε αποθεώνουν, επίσης. Θυμάμαι να μην ξεχνάω πως η ετεροαποδοχή απαιτεί ως πρώτο βήμα την αυτοαποδοχή. Εδώ εμφανίζονται να παρελάσουν τα παραπάνω απλά, ναι καλά, ευσύνοπτα ερωτήματα: ποιος είμαι, πού πάω, τι κάνω κ.τ.λ.

Δεκαέξι χρόνια, λοιπόν. Κάτι παραπάνω από χίλια επτακόσια κείμενα. Πόσες άραγε λέξεις το σύνολο; Σκοπίμως τοποθετώ το ποσοτικό, που σε μια λίστα αποφυγής θα ήταν πρώτο, άλλωστε περί αυτού πρόκειται το γενέθλιο, η πρόσθεση μιας ακόμα χαρακιάς στον τοίχο του χρόνου, σωστά;

Η χρονιά που μεσολάβησε έδωσε μια καίρια απάντηση. Είναι ένα ερώτημα που εδώ και χρόνια ακούω, τόσο έντονα που από κάποια στιγμή και έπειτα άρχισε να με απασχολεί προσωπικά, έντονα, καθισμένο σε μια θέση λεωφορείου, σε μια καρέκλα με το βλέμμα στη γωνιά ενός χαλιού, στο τραπέζι αυτό, πριν κοιμηθώ, όταν διαβάζω· γιατί διαβάζω; Ερώτημα που σε πλήρες ανάπτυγμα μετατρέπεται σε γιατί διαβάζω με τέτοια μανία και αυτό είναι κάτι το τόσο έντονα προσδιοριστικό της καθημερινότητάς μου;

Η απάντηση, ξεκίνησε από ένα δεν ξέρω, συνέχισε στο παιδικό κρεβάτι μετά την καληνύχτα, έγινε απλά ένα χόμπι, κατέληξε και σταθεροποιήθηκε στο: είναι ο τρόπος μου να αντιλαμβάνομαι την ανθρώπινη εμπειρία, είναι τα βέλη που προσθέτω στη φαρέτρα ενάντια σε έναν κόσμο μονοσήμαντο/μονόδρομο. Γι' αυτό διαβάζω. Έχω πια αφαιρέσει το ίσως/μάλλον/μπορεί και να είναι αυτός ο λόγος.

Δεκαέξι χρόνια, λοιπόν. Από το ποίημα του Λειβαδίτη μέχρι τον Μεγάλο Ρέι. Από τα δεκαεπτά χτυπήματα, ίσως όλα δικά μου, της πρώτης ανάρτησης, μέχρι τα σημερινά πολλαπλάσια που ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ.

Τι θα μπορούσα να έχω φανταστεί τότε, όταν απλά πάτησα δημοσίευση, έχοντας πρώτα αντιγράψει εκείνο το ποίημα; Πόσο χαριτωμένα αστείες μοιάζουν εκείνες οι ψηφίδες που ανακαλώ σήμερα; Για να μη μιλήσω για το πόσο εκτεθειμένος ένιωθα τότε, μετά τα δεκαεπτά εκείνα χτυπήματα, ίσως όλα δικά μου.

Συχνά σκέφτομαι ένα αυτόνομο αυτομυθοπλαστικό αφήγημα, κείμενα, σκέψεις, αναμνήσεις, φιλοδοξίες, απογοητεύσεις, γνωριμίες, δουλειές, βιβλία και αναγνώσεις να εγκολπώνονται στο αφήγημα αυτό, δεν το τολμώ, τι βαρυσήμαντο ρήμα χρησιμοποίησα μόλις ε; Δεν το τολμώ, ίσως αυτό να είναι το πλέον ευδιάκριτο νήμα που ενώνει εκείνο το τότε με αυτό το τώρα, η αίσθηση τόλμης, ένας στίχος του Παυλίδη κάπου λέει «ποτέ δεν ήμουν έτοιμος για τίποτα, απόφαση δεν έπαιρνα καμία, και όσα ίσως κάποτε κατάφερα, τα έχω κάνει από απερισκεψία», αν με ρωτάτε, δεν θα περιοριζόμουν σε παρελθοντικό χρόνο, κατά τα άλλα ναι.

Δεκαέξι χρόνια, λοιπόν. Η διατήρηση του ιστολογίου, η ιερή τήρηση της ρουτίνας, οι όποιες νέες προ(σ)κλήσεις, εγώ στο πέρασμα του χρόνου αποτελούν μια δυναμική συνθήκη αυτοπροσδιορισμού, συνεχούς και επίμονου, συχνά επίπονου, παίζοντας με την παρήχηση, καθοριστικού ωστόσο αδιαμφισβήτητα.

Πρόσφατα, παίζοντας με τις λέξεις, σκέφτηκα τον όρο αυτοκριτική, μια πιθανή ειδολογική τοποθέτηση των κειμένων αυτών, ως μονάδες και ως σώμα. Η χρονιά που μεσολάβησε έφερε ακόμα ένα βήμα, που για καιρό δεν τολμούσα, τον σύνδεσμο εκείνο που επιτρέπει στον αναγνώστη που επιθυμεί να με κεράσει έναν καφέ να το κάνει. Το δημιουργικό τμήμα της διαφημιστικής εταιρείας ίσως να λάνσαρε την εκστρατεία αυτή με το σλόγκαν: βοήθησε τον No One For Him να κάνει την αυτοκριτική του.

Μετά από κάποιο σημείο, όταν η γραφή γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας, τα όρια μεταξύ μυχιότητας και εξωστρέφειας συγχέονται, γίνονται δυσδιάκριτα, όπως συμβαίνει και με την εμφάνιση και την κάλυψη, ως προς τις συνειδητές αποφάσεις, δεν καλύπτομαι μόνο από το άλλο βλέμμα αλλά και από το δικό μου, συχνά παίζοντας παιχνίδια στον εαυτό μου, δοκιμάζοντάς τον. Στην επικράτεια της αυτοκριτικής αναδύονται κομμάτια μυθοπλασίας. Πάλι θα καταφύγω σε ένα απόσπασμα: «Είμαι πεπεισμένος ότι ο καλύτερος τρόπος για να θυμόμαστε αυτό που δεν ζήσαμε είναι να το επινοήσουμε»**.

Δεκαέξι χρόνια, λοιπόν. Ποιος ήμουν και ποιος είμαι, πού ήμουν και πού είμαι, πώς έγραφα και πώς γράφω, πώς διάβαζα και πώς διαβάζω, πώς κρύβομαι και πώς φανερώνομαι. Λες και τα ερωτήματα δεν ήταν ήδη αρκετά: Πώς κλείνει ένα κείμενο όπως αυτό;

* [Dillon Bay - Daniele Del Giudice ( Διηγήματα, μτφρ. Αλέξανδρος Λαβράνος, εκδόσεις Κείμενα)]
** [Εξομολογήσεις - Sergio Blanco (μτφρ. Δέσποινα Σαραφείδου, εκδόσεις Ροές)]
 
υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου