Το Σκηνές από τη ζωή ενός νέου βρισκόταν στη ψηφιακή στοίβα με τα προς αναζήτηση βιβλία, εξαντλημένο από χρόνια καθώς ήταν, απόρροια μιας συγκυρίας που περιελάμβανε το Ημερολόγιο ενός χειμώνα, το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Όστερ, και τη μεταξύ τους αλληλογραφία, που δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, συνεπικουρούμενη από την αναγνωστική μου τάση για βιβλία με ήρωες συγγραφείς, που αναπόφευκτα πέρα από την αυτομυθοπλασία περιλαμβάνει και το μεμουάρ, και όλα αυτά έστεκαν για καιρό στο βάθος της αναγνωστικής επιθυμίας, τέρας αχόρταγο που ολοένα και θεριεύει, και ίσως να μην ενεργοποιείτο ο μηχανισμός άμεσης αναζήτησης και ακόλουθης ανάγνωσης αν δεν διάβαζα το Η ιστορία της σεξουαλικότητάς μου, του Τόμπι Λακμάκερ, στο οποίο γίνεται μια πλάγια αναφορά στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Κούτσι. Ακόμα μια ιστορία ανάγνωσης, νημάτων και ικανοποιημένων γραμματίων.
Του Σκηνές από τη ζωή ενός νέου είχε προηγηθεί το Σκηνές από τη ζωή ενός παιδιού, αδιάβαστο για κάποιο λόγο που μάλλον έχει να κάνει με την υπό αναδρομή και εξέταση της τότε ηλικίας του Κούτσι, που δεν μου τραβάει το ενδιαφέρον, όχι ακόμα τουλάχιστον. Το παρόν βιβλίο εκδόθηκε λίγους μήνες πριν από τη βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2003, λίγο αφού ο συγγραφέας είχε κλείσει τα εξήντα του χρόνια. Είναι η ανάληψη από τον ταμιευτήρα μιας προ πολλού περασμένης ζωής, όταν ήταν φοιτητής μαθηματικών στο πανεπιστήμιο, πριν ακόμα εγκαταλείψει τη Νότιο Αφρική, αρχικά για την Αγγλία και εν συνεχεία για την Αμερική, όταν το λογοτεχνικό ωάριο επωαζόταν ακόμα, κάποιες ποιητικές απόπειρες, σε μια ηλικία που το να είσαι ή να νιώθεις ή να φαίνεσαι δυστυχής ποτίζει τον κήπο των στίχων, προσδίδοντάς τους μια ειλικρίνεια, ένα συναίσθημα, άσχετα από την όποια λογοτεχνική αξία (δεν) έχουν. Φεύγοντας από τη χώρα του, αφήνοντας πίσω μια ανικανοποίητη μητέρα που ήταν σίγουρη πως δεν θα τα καταφέρει να σταθεί στα πόδια του, εκείνος έπρεπε να αποδείξει ακριβώς αυτό, πως θα τα κατάφερνε σε μια μητρόπολη όπως το Λονδίνο, η ενασχόληση με τη λογοτεχνία δεν ήταν, δεν μπορούσε να είναι σε καμία περίπτωση προσοδοφόρα, άσχετα που δουλεύοντας ως προγραμματιστής για την IBM, με εφόδιο το πτυχίο των μαθηματικών, κατάφερε να κερδίσει μια μικρή υποτροφία για μια διατριβή πάνω στο έργο του Φορντ Μάντοξ Φορντ.
Ο Κούτσι, έμπειρος γραφιάς πια, διαχωρίζει και τοποθετεί απόσταση ανάμεσα στα δύο υποκείμενα, το τρίτο ενικό πρόσωπο με το οποίο ο ώριμος Κούτσι αφηγείται τη ζωή του νεαρού Κούτσι, πριν να αρχίσει να αφηγείται τις ιστορίες που τον κατέκλυζαν, αφού πρώτα εγκατέλειψε την ποίηση, αφού πρώτα είδε πώς είναι να σε στεγνώνει η καθημερινή ρουτίνα της δουλειάς, αφού πρώτα αντιλήφθηκε πως η ποίηση για εκείνον ήταν μια απόπειρα να λάβει θέση στον κόσμο, να μιλήσει για όλα εκείνα που τον βασάνιζαν, ακόμα και αν δεν τον βασάνιζαν, ενώ κατέφευγε ολοένα και συχνότερα στη λογοτεχνία ως αναγνώστης και επίδοξος μελετητής, όταν ένιωσε για παράδειγμα πως πέρα από κάποια σημαντικά και άξια λόγου δείγματα πρόζας η υπόλοιπη εργογραφία του Φορντ Μάντοξ Φορντ δεν είχε κάτι το ξεχωριστό, γεγονός που τον έκανε να σταθεί σκεπτικός απέναντι στα ιερά τέρατα που τον αποθέωναν, μια πρώτη πρόκληση πως μπορούσε να χαράξει μια δική του διαδρομή, μια πορεία πιο έντονα υποκειμενική σε υπό διαμόρφωση επικοινωνία με τη δική του πρώτη ύλη από την οποία και θα κατασκεύαζε τη δική του αφηγηματική ταυτότητα.
Σε βιβλία όπως αυτό, ελάχιστα με ενδιαφέρει το περιεχόμενο που έχει να κάνει με αυτοβιογραφικά στοιχεία, ακόμα λιγότερο τα τριγύρω ιστορικά περιστατικά, είναι σίγουρα σημαντικά ως προς τη διαμόρφωση, αλλά δεν με έλκουν όπως το κάνουν τα διάφορα καλέσματα, οι πρώτες απόπειρες συγγραφής, οι σκέψεις επί αυτής, η αναζήτηση και η πρώτη διαμόρφωση της μετέπειτα φωνής, όπως επίσης και η κατασκευή της αφήγησης του προσωπικού, η επιλογή εδώ του Κούτσι να διαχωρίσει τον σύγχρονο και τον τότε εαυτό του, να πάρει την απόσταση εκείνη του παρατηρητή, να αναστοχαστεί έτσι χωρίς την υποχρέωση της ακριβής περιγραφής του τότε ανείπωτου, να νιώσει και να λάβει από τον εαυτό του την ελευθερία να σταθεί λιγότερο ή περισσότερο στο ένα ή το άλλο, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την ακρίβεια, υπενθυμίζοντάς του/μας πως ακόμα και η πιο αυστηρή αυτοβιογραφική αφήγηση δεν παύει να είναι αφήγηση, δεν γίνεται να μείνει έξω από τη μυθοπλασία, και αυτό, εκτός από το όποιο λογοτεχνικό ενδιαφέρον, είναι μια χρήσιμη υπενθύμιση για τον καθέναν μας όταν επιχειρεί να ανασυστήσει το παρελθόν, να συνδιαλλαγεί με το ποιος ήταν, αποδεχόμενος δυνάμεις όπως οι μηχανισμοί της μνήμης αλλά και η ασυνείδητη συχνά διαδικασία μέσω της οποίας χτίζουμε και συντηρούμε την εικόνα μας, και ένα καλό παράδειγμα είναι η αναφορά του καθένα μας σε παλαιότερες ερωτικές σχέσεις, στο πώς με τα χρόνια έχει αρχειοθετήσει την κάθε ιστορία, αμελώντας, ας χρησιμοποιήσω αυτό το ρήμα ανάμεσα σε τόσα άλλα, κάτι που τότε υπήρξε καθοριστικό, ίσως διαβρωτικό, αν του επιτρέπαμε την παρουσία μέσα στα χρόνια, για την εικόνα που θέλουμε να έχουμε για τον εαυτό μας.
Κανείς δεν μπορεί, ούτε ο ίδιος ο αφηγητής, να βεβαιώσει την απόλυτη πιστότητα της ανάληψης αυτής, και μάλλον ελάχιστη σημασία έχει κάτι τέτοιο, όχι λογοτεχνική και όχι αναγνωστική, ίσως για τους μελετητές του έργου και της ζωής του Κούτσι ναι, ίσως να έχει. Η απόπειρα σύνθεσης, η απόπειρα απάντησης για το πώς ένας νεαρός άντρας, φοιτητής του μαθηματικού, χωρίς ιδιαίτερη κλίση στην ανάλυση και τη μελέτη της γλώσσας αυτής, βρέθηκε στο Λονδίνο, με στόχο πρωταρχικότερο και της ίδιας της επιβίωσης την απόδειξη στη μητέρα του πως θα τα κατάφερνε, και αυτό τον οδήγησε στον προγραμματισμό, η απόπειρα να διακρίνει μέσα στον ορυμαγδό της ζωής, μια σύνθεση όπου κάθε τι είναι σημαντικό, τα ορόσημα εκείνα που καθόρισαν τη διαδρομή, διακριτά εκ των υστέρων και με δεδομένο τον αναπόδεικτο χαρακτήρα τους, στέκομαι περισσότερο στα όχι εκείνα που είπε, όχι ηρωικά αλλά σίγουρα θαρραλέα, τις παραιτήσεις από μια ζωή στρωμένη, δουλειά, δάνειο για σπίτι, γυναίκα, οικογένεια, σύνταξη, θάνατος, αυτά εν ολίγοις, και όλο και περισσότερο να στομώνει με το μαξιλάρι κάθε που ξάπλωνε, πριν τον πάρει ο ύπνος στην ανησυχαστική ησυχία της νύχτας, την όποια φωνή μέσα του ζητούσε κάτι διαφορετικό, κάτι αλλιώτικο από αυτό που τελικά συνέβη, και αυτό, λέω ξανά, δεν είναι ηρωικό, ο καθένας μας για τον εαυτό του το ξέρει, μάλλον τυχαίο είναι αν είναι, απόρροια του ενός ή του άλλου προνομίου, είναι μια ανάληψη που αποκτά έντονο χαρακτήρα μεταφυσικό ή έστω μια υπό διαμόρφωση, χωρίς κριτική επιτροπή, διατριβή στη θεωρία των πιθανοτήτων.
Η αφηγηματική φωνή πρώτιστα και δευτερευόντως η σπορά της λογοτεχνίας, αυτό το υπό κατασκευή πάθος, αλλά και η μη ηρωική επίστρωση του παρελθόντος, μια ψύχραιμη και από σχετική απόσταση αφήγηση, διαμόρφωσαν ένα λογοτεχνικό σύνολο ικανό να προσφέρει αναγνωστική απόλαυση, όχι ως μελέτη αλλά ως λογοτεχνική ανάγνωση, εκεί που δεν έχει σημασία αν κάτι συνέβη ή όχι, έτσι ή διαφορετικά, δεν κρίνεται η ακρίβεια, καθόλου κάτι τέτοιο δεν απασχολεί τον αναγνώστη, και αυτή η απόλαυση είναι που καθιστά το βιβλίο σημαντικό ως ανάγνωσμα και όχι ως κάποιου είδους κοίταγμα μέσα από την κλειδαρότρυπα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου