Θυμάμαι συχνά την αναγνωστική αίσθηση που ένα βιβλίο μού άφησε παρακαταθήκη, αποκομμένη από την αυστηρή μνήμη, αόριστη και όμως επίμονα παρούσα και τότε γυρεύω επιπλέον βιβλία του συγγραφέα, επιθυμώντας μια ιδιότυπη ανασύσταση, το πιο ασφαλές μονοπάτι για τη χώρα του á la maniére de. Σκεφτόμουν έντονα το βιβλίο της Μάργκαρετ Ντράμπλ, Μωρό από ατόφιο χρυσάφι, διαβασμένο σχεδόν μια δεκαετία πριν, εδώ και κάποιο καιρό δυστυχώς εξαντλημένο, το σκεφτόμουν ξανά και ξανά, περνώντας από ένα βιβλίο σε κάποιο επόμενο, το μυαλό επέστρεφε εκεί διαρκώς. Η απομάκρυνση από την ανάγνωση ενίοτε ξεθωριάζει τη λάμψη ενός βιβλίου, συμβαίνει συχνά, ο καιρός περνά και το βιβλίο εκείνο δεν μοιάζει τόσο λαμπερό όσο τη στιγμή της ανάγνωσης, βιβλία-πυροτεχνήματα, συμβαίνει ενίοτε όμως και το ανάποδο, το πέρας του χρόνου να εντείνει την αίσθηση της λαμπρότητας, τότε το βιβλίο, αργά και σταθερά, στα σκοτεινά, διαπλατύνει το εμβαδόν του μέσα μου, ο νους επανέρχεται σε εκείνη την αίσθηση, την επιζητά ξανά, δεν είναι απλό να αποδείξεις το γιατί συμβαίνει αυτό, απλώς συμβαίνει και είναι όμορφο και άρα καλώς συμβαίνει, τέτοιο ήταν το βιβλίο της Ντραμπλ, ολοένα και αύξανε το χώρο του μέσα μου, και ας θυμάμαι ελάχιστα πράγματα, και τι με αυτό, το Μωρό από ατόφιο χρυσάφι επέμενε να επανέρχεται ξανά και ξανά, έψαξα και βρήκα τα Φωτεινά μονοπάτια, ήταν ακόμα καλοκαίρι, η κατεξοχήν εποχή των μεγάλων αφηγήσεων, του ελεύθερου χρόνου, του απαλλαγμένου από τις διασπάσεις της ψηφιακής καθημερινότητας.
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες ένα αίσθημα φιλόξενο εμφανίστηκε, καθησυχαστικά οικείο, άριστος προπομπός των πεντακοσίων σελίδων που με περίμεναν, το καταφύγιο, η παράλληλη πραγματικότητα.
Τελευταία μέρα του 1979, το τέλος μιας δεκαετίας, ένα πρωτοχρονιάτικο πάρτι, τρεις φίλες που παρά τις αναποδιές και τις εκπλήξεις της ζωής διατηρούν τον δεσμό που πέταξε τις πρώτες του ρίζες στα φοιτητικά χρόνια, τότε που όλα έμοιαζαν δυνατά, κάτι το υποσχόμενο έδειχνε να ανατέλλει στο βάθος του ορίζοντα, μια προσμονή αόριστη, ασχημάτιστη, συνοδευόμενη από απλά σκίτσα και γενικόλογη ευχολογία, μια προσμονή που δεν είναι απλό και ακριβές να ισχυριστεί κανείς πως δεν υλοποιήθηκε ή πως όλα, όπως συνηθίζουμε βιαστικά να λέμε, εξελίχθηκαν εντελώς διαφορετικά και επιπλέον ανάποδα, αφού κάτι τέτοιο προϋποθέτει ένα δεδομένο σχέδιο, υπολογισμένο με ακρίβεια, μια αντιπαραβολή στη θέα της οποίας να μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως καμία σχέση δεν έχει με την υλοποίησή του. Και ίσως κάποιος επισημάνει την ανατολή μιας εποχής ιδιωτείας, την απομάκρυνση από το συλλογικό, να το ατομικό, να οι δυνατότητες, να και η παγίδα, όμως, ίσως να πει, με μια διάθεση επικριτική, γυρεύοντας την πρώτη σπορά του κοινωνικού μετασχηματισμού, επιδιώκοντας να αιτιολογήσει το πώς φτάσαμε εδώ, διόλου ξαφνικά και τυχαία δεν συνέβη όλο αυτό, θα προσθέσει με κάποιο σκεπτικισμό, χωρίς διάθεση να χαϊδέψει αυτιά και συνειδήσεις, χωρίς όμως και να κατηγορεί αυστηρά αμελώντας τα δεδομένα ανεπαρκή ανθρώπινα μέτρα.
Αν επιχειρούσα μια ανασύσταση της τότε αναγνωστικής εμπειρίας, τότε η φράση κλειδί θα ήταν η εγκεφαλική γυναικεία γραφή, ο τρόπος, όπως ανακαλώ το συναίσθημα, της Ντραμπλ να παίρνει χρόνο και απόσταση από τα πράγματα, να τα παρατηρεί επίμονα, να αναμειγνύει την προώθηση της πλοκής με τη θεωρία, όχι με αυστηρούς όρους αιτίου αιτιατού, κάτι το οποίο θα την απομάκρυνε από τη λογοτεχνική αρένα και εδώ έχουμε να κάνουμε με λογοτεχνία υψηλής στάθμης. Αναπολώντας το παρελθόν, το κοντινό δικό μας αλλά και το πιο μακρινό, ένα από τα βασικά νοσταλγικά λάφυρα είναι η βραδύτητα, τότε, συνηθίζουμε να λέμε, ο χρόνος κυλούσε διαφορετικά, πιο αργά, πιο ποιοτικά, προσφέροντας το απαραίτητο περιθώριο, το οποίο πλέον στερούμαστε. Αυτό το λάφυρο είναι επίπλαστο, παρότι είναι μια από τις απολαύσεις που η εκ των υστέρων αφήγηση χαρίζει. Το ακίνητο πια παρελθόν, το κινούμενο παρόν, το άγνωστο μέλλον. Είναι λάφυρο κάθε εποχής, ακόμα και το κυριολεκτικό χτες κινήθηκε, με σημείο παρατήρησης το σήμερα, αργά, τα πάντα εκεί μοιάζουν, ίσως και να είναι, τακτοποιημένα.
Η Ντραμπλ γράφει ένα μυθιστόρημα που αφηγηματικό παρόν, παρά τις εκτενείς παρελθοντικές αναλήψεις, έχει τη δεκαετία του '80, τα Φωτεινά μονοπάτια κυκλοφορούν το 1987. Είναι ένα πλεονέκτημα που ο λογοτέχνης, αντίθετα με τον ιστορικό, διαθέτει. Μπορεί να μιλήσει για το σήμερα, μπορεί να το κάνει καλά ή κακά, αλλά αυτό είναι παρεπόμενο στάδιο. Η Ντραμπλ πέρα από μια ενδιαφέρουσα πλοκή, ένα άθροισμα από υποπλοκές για την ακρίβεια, εκείνο το σημαντικό που πετυχαίνει είναι αυτή η διαπραγμάτευση του χρόνου, αφού μαεστρικά καταφέρνει κάτι που φαινομενικά μοιάζει παράδοξο και ίσως αδύνατο, και αυτό είναι να αναδείξει την ταχύτητα των αλλαγών παίρνοντας απόσταση, σταματώντας και παρατηρώντας εκ του σύνεγγυς, μετατρέποντας σε πλεονέκτημα το μειονέκτημα της εκ των υστέρων θέασης των γεγονότων, του ο γέγονε γέγονε, αυτό, μας υπενθυμίζει λογοτεχνικά, είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε απέναντι στο παρελθόν, να το παρατηρήσουμε, να το αποσυναρμολογήσουμε, να το κάνουμε μικρά θραύσματα ώστε να δούμε πώς διαμορφώθηκε, πώς μας έφερε εδώ, αυτό, λέει, είναι ο μοναδικός τρόπος να εκτρέψουμε τη ροή των γεγονότων, μόνο αν κατανοήσουμε πού χάθηκε ξανά και ξανά η παρτίδα, μόνο τότε ίσως να έχουμε μια ευκαιρία για μια ακόμα ζαριά, αυτή τη φορά με δικά μας τα πειραγμένα ζάρια.
Και η λογοτεχνία, με τον φακό εστιασμένο σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, η καλή λογοτεχνία, για να είμαι ακριβής, αυτό που κάνει είναι να περικλείει το ευρύτερο συλλογικό στο ατομικό, όχι το συνολικά συλλογικό, αυτό θα ήταν κάτι το αφελές ακόμα και να το σκεφτεί κανείς, για την ακρίβεια είναι ο πολιτικός τρόπος σκέψης, η περίκλειση του συνολικού υπό το καθεστώς της επιθυμίας των ελάχιστων, η Ντραμπλ, για να επανέλθουμε στην καλή λογοτεχνία, μέσα από τα αφηγηματικά πρόσωπα, δεν επιθυμεί, δεν τολμάει καν να συμπεριλάβει και να μιλήσει εξ ονόματος του συνόλου της κοινωνίας, δεν αποκρύπτει τα προνόμια, ακόμα και αν αυτά δεν είναι τα μεγαλύτερα υπαρκτά, τρεις γυναίκες τη δεκαετία του ογδόντα, άλλωστε, παρά το όποιο προνόμιο διαθέτουν, δεν παύουν να βρίσκονται σε δύσκολη θέση, έναντι των αντρών του κύκλου τους, για παράδειγμα, και αναδεικνύοντας αυτά τα προνόμια, περισσότερο από τα μη προνόμια, καταφέρνει να ανοίξει αρκετά την κοινωνική βεντάλια.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού είναι ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνονται εντός του μυθιστορήματος οι απεργίες των ανθρακωρύχων ενάντια στο δεν υπάρχει εναλλακτική της θατσερικής περιόδου. Η απόσταση από εκείνη την πραγματικότητα, η αφελής εμπλοκή των ανώτερων τάξεων ωθούμενων από έναν ιδεαλισμό κάπως γραφικό, αλλά και η σημασία στη διαμόρφωση της γενικότερης εικόνας του κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού σκηνικού, γίνονται με έναν τρόπο έξοχο, όχι μόνο λογοτεχνικά αλλά και πολιτικά, αν και όχι στείρα στρατευμένο, κάπου στο βάθος της σκηνής. Η λογοτεχνία της Ντραμπλ λειτουργεί θαυμαστά ως γέφυρα του χτες, θα αναφέρω χαρακτηριστικά τη Γουλφ, και του σήμερα, που όχι απλώς την προοικονομεί αλλά τη φωτίζει με τρόπο τέτοιο που αφαιρούνται οι όποιες σκιές τις αποδίδονται περί ατομισμού και έλλειψης οικουμενικού χαρακτήρα. Η σύγχρονη λογοτεχνία ιδωμένη στο τώρα αδυνατεί, ακόμα και αν δεν το επιδιώκει, να αποκρύψει τον κοινωνικό επιμερισμό, δεν μπορεί, ίσως και να μη θέλει κιόλας, να μιλήσει εξ ονόματος του συνόλου, αυτό το οποίο κάνει, καλά ή όχι είναι άλλη συζήτηση, είναι να τοποθετεί το άτομο εντός του συνόλου και αυτό, συγγνώμη κιόλας, μόνο ιδιωτεία δεν είναι κατά τη γνώμη μου. Άλλωστε και εμείς οι αναγνώστες εντός του ευρύτερου αυτού συνόλου βρισκόμαστε, αδυνατώντας να έχουμε ανεμπόδιστη και πανοπτική θέα και γνώση του συνόλου αυτού, ο μικρόκοσμός μας δεν είναι ο κόσμος όλος, αυτό αρκετοί το ξεχνάνε, επίτηδες ή από ηλιθιότητα, μικρή σημασία έχει.
Επιγραμματικά: η Ντραμπλ δεν επιδιώκει να αποτυπώσει με ακρίβεια και πληρότητα το πρώτο μισό της δεκαετίας του ογδόντα, αυτό ούτε η πιο καλή θεωρία, χρόνια μετά, δεν θα μπορέσει να το κάνει με τρόπο πλήρως συμπεριληπτικό, αυτό που κάνει, και το κάνει περίφημα, είναι μέσα από τα τρία κύρια πρόσωπα της πλοκής να το περιδιαβεί μέσα από το ατομικό και έτσι να αναδείξει τις αντιφάσεις και την πολυπλοκότητά του.
Κάπου έχω και το Ο καταρράκτης, το τρίτο βιβλίο αυτής της σπουδαίας συγγραφέα, πρέπει να το εντοπίσω γιατί σίγουρα η ανάμνηση της ανάγνωσης αυτής θα μου επιβάλλει την ανάγνωσή του. Για το Μωρό από ατόφιο χρυσάφι έγραφα, τότε, αυτό.
υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου