Τότε, συνήθως κάτι δεν πάει καλά. Η ανάγκη για διχοτόμηση είναι διάχυτη. Μια παράλληλη πραγματικότητα, σκέφτομαι, αυτό χρειάζομαι. Η επιλογή γίνεται με βάση το μέγεθος· ένα πολυσέλιδο βιβλίο, μια πολυήμερη ανάγνωση, ένα ολοένα και πιο οικείο περιβάλλον, γνώριμοι χαρακτήρες. Είχε μόλις φτάσει το βιβλίο του Γκιγιέρμο Αριάγα, Να σώσουμε τη φωτιά, σχεδόν χίλιες σελίδες, πληρούσε τις προϋποθέσεις.
Το όνομά του γνωστό από άλλο μετερίζι, εκείνο του κινηματογράφου, στον ρόλο του σεναριογράφου, Χαμένες αγάπες, 21 γραμμάρια και –κυρίως– Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα, το Βαβέλ, ωστόσο, ήταν μια μικρή απογοήτευση, έστω. Στη συνεργασία με τον Ινιάριτου, που τους καθιέρωσε και τους δυο πέρα και μακριά από τα σύνορα του Μεξικού, τρεις παράλληλες αφηγήσεις που έρχονταν να συναντηθούν σε μια κοινή κορύφωση, μαύρο πηχτό.
Στο Να σώσουμε τη φωτιά ακολουθεί παρεμφερές μονοπάτι, τρεις αφηγήσεις που έρχονται να συναντηθούν. Μια πρωτοπρόσωπη, της Μαρίνας, χορογράφου/χορεύτριας μιας κάποιας αναγνώρισης, μια τριτοπρόσωπη, ενός παντογνώστη αφηγητή, με κύριο πρόσωπο τον Χοσέ Κουαουτέμοκ Ουίστλικ, που πυρπόλησε τον πατέρα του και εξέτισε ποινή κράτησης σε μια σκληρή φυλακή, και μια επιστολή, του αδερφού του, με απεύθυνση στον πυρπολημένο πατέρα. Ανά σημεία η τριπλή αυτή ροή διακόπτεται από κείμενα φυλακισμένων.
Ο Αριάγα παίρνει από το χέρι τον αναγνώστη, δεν πιάνει το νήμα από την αρχή, ποια άλλωστε θα μπορούσε να είναι η αρχή, και τον ξεναγεί μέσα από την τριπλή αφήγηση σε ένα περιβάλλον ζοφερό, εκεί που το Μεξικό έρχεται να διχοτομηθεί στα δύο, στους προνομιούχους και στους μη προνομιούχους, οι πρώτοι παλεύουν να διατηρήσουν σε περιβάλλον ασφάλειας την ήρεμη και τακτοποιημένη ζωή τους, οι δεύτεροι καταφεύγουν στο έγκλημα, και δη στο εμπόριο ναρκωτικών για να τα κονομήσουν, για να επιζήσουν σε μια κοινωνία που τους έκοψε φτερά και πόδια ήδη από τα πρώτα μέτρα της διαδρομής τους.
Ένας έρωτας τρελός, έξω και πέρα από το αναμενόμενο, ο έρωτας της Μαρίνας και του Χοσέ, βρίσκεται στο επίκεντρο. Τότε, λέει η Μαρίνα, ξεκίνησαν όλα, «αν έπρεπε να διαλέξω τη στιγμή που άλλαξε η ζωή μου, θα 'λεγα πως ήταν τότε που ο Έκτορ μας κάλεσε να περάσουμε μια μέρα στο σπίτι του στο Τεποστλάν». Μια μέρα με τους χίπηδες φίλους της Μαρίνας, ο άντρας της ο Κλαούδιο τους βαριόταν θανάσιμα, του αρκούσε ένα δείπνο με τους γονείς του, μια οικογενειακή μάζωξη, δέχτηκε ωστόσο. Εκεί αναφέρθηκαν στα μαθήματα δημιουργικής γραφής που ο Έκτορ με τον σύντροφό του πρόσφεραν στη φυλακή, θα μπορούσες, της πρότειναν, να δώσεις μια παράσταση με την ομάδα σου για εκείνους τους απόκληρους, όπως και έγινε, της μίλησαν για έναν τύπο που σίγουρα θα τον ερωτευόταν με την πρώτη ματιά, όπως και έγινε, ο ηλεκτρισμός συνέβη όταν πλησίασαν τα δύο σώματα.
Μια παράνομη σχέση, λοιπόν, μια βολεμένη, ξανθιά, καλοπαντρεμένη μητέρα τριών μικρών παιδιών, με τη δική της ομάδα χορού, χωρίς οικονομικά προβλήματα που θα την απέτρεπαν από το να κάνει τέχνη, ερωτεύεται έναν φυλακισμένο, τον Χοσέ, που παρότι ήταν αποφασισμένος να ακολουθήσει ένα μονοπάτι πιο ήσυχο μετά την αποφυλάκισή του, βρέθηκε και πάλι στο εδώλιο, πάλι στη στενή. Και οι τρεις αφηγήσεις γίνονται εκ των υστέρων, όταν όλα θα έχουν πάει κατά διαόλου, όταν οι ανεμόμυλοι αισιοδοξίας θα χαθούν σε ένα άνοιγμα και κλείσιμο των βλεφάρων.
Αναρωτιέμαι αν ο Αριάγα είχε εξαρχής την πρόθεση να γράψει ένα μυθιστόρημα ή αν προσέβλεπε σε ένα κινηματογραφικό σενάριο. Είναι μια κατηγορία η οποία ολοένα και συχνότερα προσάπτεται στη σύγχρονη λογοτεχνία, το τάδε βιβλίο, λένε, γράφτηκε με τη φιλοδοξία να μεταφερθεί στην μικρή οθόνη και να γίνει σειρά. Ωστόσο, σκέφτομαι, ο Αριάγα είναι ένας καταξιωμένος σεναριογράφος, δεν μοιάζει να χρειάζεται μια τέτοια παράκαμψη. Το Να σώσουμε τη φωτιά είναι ένα μυθιστόρημα δράσης που διαθέτει σε αφθονία και επάρκεια όλα τα ειδολογικά χαρακτηριστικά.
Όχι ακριβώς του γούστου μου, αφού σπάνια με απασχολεί το πώς τελειώνει ένα μυθιστόρημα, αλλά το πώς ο συγγραφέας περπατά μέχρι την τελευταία σελίδα, όμως, ίσως και επειδή είχα την ανάγκη να βουλιάξω σε μια εκτεταμένη αφήγηση, το απόλαυσα αρκετά αυτό το βιβλίο, παρά τις όποιες αδυναμίες του. Αδυναμίες εξαιτίας της μη προτίμησής μου για τα βιβλία δράσης, ανατροπών και κορυφώσεων, που αναπόφευκτα αφήνουν άλλα συστατικά έξω από την εκτέλεση. Χρειαζόμουν, ωστόσο, μια μεγάλη αφήγηση, κατά τόπους ανοικονόμητη και επιφανειακή, και το Να σώσουμε τη φωτιά μου την προσέφερε απλόχερα, φαντάζομαι, για τους ίδιους λόγους κάποιοι θα επιλέγουν να δουν μια σειρά.
Αναπόφευκτα το μυθιστόρημα διαθέτει μια σειρά από ευκολίες και στερεότυπα, αρχής γενομένης από τον παράνομο και τρελό έρωτα. Και αν η επιφάνεια είναι αυτή, και το βάθος της Μαρίνας και του κόσμου της, της γυάλας μέσα στην οποία έζησε μέχρι να μπλεχτεί σε αυτή τη σχέση, είναι πεπερασμένο και κάπως αφελές, δεν συμβαίνει το ίδιο με το υπέδαφος των δύο αδελφιών. Η επιστολή προς τον νεκρό πατέρα διαθέτει μια ισχυρή δυναμική, οι αντιφάσεις του, η παρουσία του στο σπίτι, η σύγκρουση ανάμεσα στα πιστεύω του και την καθημερινή πρακτική, που οδήγησε τον Χοσέ να του βάλει φωτιά και να τον κάψει ζωντανό, να πληρώσει γι' αυτό, να πληρώσει σκληρά, αλλά και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας να απομείνουν πίσω, ανάμεσα στη στάχτη με την οποία γέμισε η ζωή τους, κυρίως ο μεγαλύτερος αδερφός, που κατά κάποιο τρόπο θαύμαζε τον μικρότερο, την κοινωνική του άνεση, την ερωτική του αυτοπεποίθηση, την εξωτερική του εμφάνιση, ξανθός και ψηλός, σαν να ήταν παιδί άλλων γονιών, και τώρα, απευθυνόμενος στον πατέρα, να πιάσει το νήμα από την αρχή, να του υπενθυμίσει τα λάθη του, τις στιγμές τρόμου, τον φόβο με τον οποίο τα τρία του παιδιά μεγάλωσαν με μια αυστηρή εκπαίδευση, και όσα έγιναν από τη δολοφονία του και ύστερα, αυτή τη λεπτή ισορροπία της σχέσης των δύο αδελφιών, το πώς ο μεγαλύτερος διαχειρίστηκε τον θυμό και τον θαυμασμό για τον μικρότερο, που χτύπησε το χέρι στο τραπέζι και βροντοφώναξε ένα: ως εδώ.
Το Να σώσουμε τη φωτιά, για το είδος του, διευκρινίζω, είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα που υπόσχεται μια αχόρταγη ανάγνωση, φιλόδοξο και μεγαλεπήβολο, παρά τις όποιες αδυναμίες διαθέτει. Είναι σημαντικό, θεωρώ, να καλύπτεται η ανάγκη πίσω από την κάθε ανάγνωση, να μπορεί ο αναγνώστης να απαντήσει με ειλικρίνεια τι ήταν εκείνο που πρόσμενε και τι εκείνο που εν τέλει έλαβε. Θέλω να πω πως αν ήθελα να διαβάσω ένα μυθιστόρημα ιδεών που δυνητικά να μπορούσε να καταταγεί στην υψηλή λογοτεχνία, τότε εξαρχής η επιλογή του συγκεκριμένου θα ήταν προβληματική και άστοχη. Ήθελα μια μεγάλη αφήγηση, κάτι παραπάνω, είχα ανάγκη από μια μεγάλη αφήγηση και πόνταρα στο μυθιστόρημα του Αριάγα, επιλογή που εκ των υστέρων αποδείχτηκε η κατάλληλη.
Επιπλέον, πέρα της απόλαυσης της παράλληλης πραγματικότητας, η επιστολή του μεγάλου αδερφού προς τον πατέρα προσέδωσε στην εμπειρία μια υπεραξία που δεν την περίμενα, μια υποαφήγηση που στηρίχτηκε στις άλλες δύο, μόνη της και ως υπήρξε δεν θα λειτουργούσε με τον ίδιο τρόπο. Τώρα, τελειώνοντας το κείμενο αυτό, σκέφτομαι πως χωρίς αυτή ίσως και να μην έγραφα καν, εκείνη είναι που περισσότερο θέλω να διατηρήσω στη μελλοντική μου μνήμη, όταν ίσως για το βιβλίο αυτό να μην θυμάμαι τίποτα περισσότερο από το ότι πέρασα καλά, πως απόλαυσα μια μεγάλη σε έκταση αφήγηση όταν την είχα ανάγκη. Μαζί και μια υπενθύμιση, ο αρχικός ορίζοντας προσδοκιών μόνο στο τέλος της διαδρομής δύναται να κριθεί. Και εδώ οι προσδοκίες υπερκεράστηκαν και με το παραπάνω.
(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)
υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου