Πάνε χρόνια, πριν το Πεδίον του Άρεως αναβαθμιστεί και παραδοθεί στο κοινό αλλά και τους επιχειρηματίες, υπήρχε μια περίοδος, χειμώνας ήταν, μάλλον του '17, που, δεν ξέρω γιατί, έπασχε από συσκότιση, η πρόσβαση ήταν εφικτή όλο το εικοσιτετράωρο, φύλακες δεν υπήρχαν, η Μαυροματαίων ήταν μια από τις πλέον σκληρές πιάτσες ναρκωτικών, μια ταμπέλα ευρωπαϊκής χρηματοδότησης πολλών εκατομμυρίων έχασκε στην είσοδο, έμενα παραδίπλα στα Εξάρχεια, συνήθιζα να τρέχω τα βράδια στο πάρκο, συνέχισα να το κάνω και χωρίς ηλεκτρική πηγή φωτός, σε ένα σκηνικό απόκοσμο με χαμηλές θερμοκρασίες, μα καλά, μου έλεγαν, δεν φοβάσαι;, όχι, απαντούσα, άλλωστε όταν φοβόμαστε αρχίζουμε να τρέχουμε μακριά κι εγώ ήδη τρέχω προληπτικά.
Ήταν πρόσφατη η έξη που το τρέξιμο μου είχε δημιουργήσει, είχα επιτέλους εντοπίσει μια κατά μόνας γυμναστική συνήθεια που φλέρταρε γοητευτικά με τον βιοχημικό μου μηχανισμό, που μου προξενούσε χαρά και ευεξία. Κι όπως σε όλα, έτσι και με το τρέξιμο, ο τρόπος μου να μαθαίνω και να γνωρίζω ποικίλες όψεις της ανθρώπινης εμπειρίας είναι το διάβασμα, είχα φτιάξει, λοιπόν, μια λίστα με βιβλία σχετικά με το τρέξιμο, την αποτύπωση της εμπειρίας στο χαρτί, από τα οποία, τώρα, ξεχωρίζω δύο, το Τρέχοντας με την αγέλη του φιλοσόφου Μαρκ Ρόουλαντς και το Γιατί πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο του Χαρούκι Μουρακάμι, σε αυτή τη λίστα υπήρχε και η νουβέλα (ή εκτεταμένο διήγημα) Ο ληστής μαραθωνοδρόμος του αυστριακού Μάρτιν Πριντς, τώρα πια δεν θυμάμαι αν το είχα αναζητήσει ή αν απλώς το είχα σημειώσει, όπως και να έχει, το εντόπισα πρόσφατα και το διάβασα τώρα που προσπαθώ να επανέλθω δρομικά στο ενδιάμεσα εξευγενισμένο πάρκο.
Η νουβέλα συνοψίζεται ικανοποιητικά από τον τίτλο. Είναι η ιστορία του ληστή Ρετενμπέργκερ, που στις 12 Νοεμβρίου του 1988 μ' ένα γρήγορο σάλτο απέδρασε από την ανακριτική αίθουσα και άρχισε να τρέχει προς την ελευθερία. Στην περιγραφή της καταδίωξης ενσωματώνονται στιγμιότυπα της ζωής του ως τότε. Δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να σταθώ περαιτέρω στη σύνοψη της πλοκής, το ολιγοσέλιδο του μεγέθους το επιβάλλει. Θα σημειώσω δυο-τρεις παρατηρήσεις, ωστόσο.
Η πρόζα του Πριντς, στακάτη και λιτή, πετυχαίνει να αποτυπώσει το αίσθημα της φυγής προς την ελευθερία, την καταδίωξη εκείνου που ρεζίλεψε το αστυνομικό σώμα δραπετεύοντας έτσι απλά μέσα από τα χέρια τριών αστυφυλάκων. Πετυχημένη είναι επίσης και η ενσωμάτωση λοιπών στιγμιοτύπων, αναλήψεων από το παρελθόν ή συγχρόνων της καταδίωξης περιστατικών, όπως καταγγελίες πολιτών, ληστείες, δρομικές συνήθειες, ερωτικές σχέσεις, άρθρα εφημερίδων, μεταξύ άλλων, μια τεχνική συρραφής που κάπως συνειρμικά μου έφερε στον νου τη Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ. Δρομέας και ο ίδιος ο συγγραφέας, φαντάζομαι ωστόσο όχι ληστής, γνωρίζει καλά το περιβόητο runner's high, την κατάσταση ευφορίας, ηρεμίας και μείωσης του πόνου που το τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων γεννά στον δρομέα και τον σπρώχνει διαρκώς να ζητά λίγο ακόμα, λίγα παραπάνω μέτρα, λίγο περισσότερο βιοχημικό φτιάξιμο, μια κατάσταση υπερβατική, ένας εν κινήσει διαλογισμός, αυτοί που τρέχουν ξέρουν, και είναι εύστοχος ο παραλληλισμός με την έκσταση αδρεναλίνης που παράγει η ένοπλη ληστεία, η δίψα για επανάληψη, ακόμα και αν ο σάκος είναι κιόλας γεμάτος με λεφτά από την προ ολίγου ληστεία μιας προηγούμενης τράπεζας, πόσο μάλλον η καταδίωξη, όταν το τρέξιμο ξυπνά ένα αρχέγονο ένστικτο φυγής και δραπέτευσης.
Τους τελευταίους μήνες, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, έχω συζητήσει αρκετά για έναν λησμονημένο συγγραφέα, τον Πάτρικ Ζίσκιντ, συγγραφέα του υπερμπεστσέλερ Άρωμα (με την κάκιστη κινηματογραφική μεταφορά) και του ιδιοφυούς θεατρικού μονολόγου Το κοντραμπάσο, που δεν έχει δημοσιεύσει κάτι καινούργιο για σχεδόν είκοσι χρόνια. Ανακαλώ συχνά μια ατάκα του σε ερώτηση δημοσιογράφου, προ κοινωνικών δικτύων και εκτεταμένης χρήσης του διαδικτύου εν γένει, γιατί ζει εν κρυπτώ, να απαντά το απλό: δουλειά του συγγραφέα είναι να παρατηρεί και όχι να τον παρατηρούν. Τον θυμήθηκα ξανά διαβάζοντας τον Ληστή μαραθωνοδρόμο γιατί εκείνο που περισσότερο έχω ως ανάμνηση από τα βιβλία του, βιβλία καλά παρότι εκτεταμένα δημοφιλή και ευπώλητα, είναι η αίσθηση που άφηνε πως γνώριζε πλήρως το θέμα για το οποίο έγραφε, τα αρώματα ή το σκάκι ή το κοντραμπάσο, και αυτό το αίσθημα το ένιωσα και εδώ, όπως και παραπάνω ανέφερα. Τι να συμβαίνει άραγε με τον Ζίσκιντ; Να τον πιέζει ακόμα ο εκδότης του για μια επιστροφή; Να χρησιμοποιεί ένα ψευδώνυμο και να τον διαβάζουμε χωρίς να το ξέρουμε; Να αράζει απλώς και να παρατηρεί ησύχως;
Με χαρά θα δεχόμουν και άλλες προτάσεις δρομικής ανάγνωσης, στη λίστα έχω ακόμα σημειωμένο τη Μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου