Στο παζάρι βιβλίου που διοργανώνεται κάθε χρόνο στην πλατεία Κλαυθμώνος είναι απαραίτητο, κάποιες φορές, να λειτουργήσεις με το ένστικτο, όντας περικυκλωμένος από χιλιάδες τίτλους, τοποθετημένους σε στίβες με βάση τον εκδοτικό οίκο. Βιβλία που για διαφορετικούς λόγους το καθένα βρέθηκαν εκεί. Μερικά θα βρουν την θέση τους σε κάποια βιβλιοθήκη, άλλα θα επιστρέψουν σε ένα χρόνο, ενώ τα υπόλοιπα θα οδηγηθούν με συνοπτικές διαδικασίες στην ανακύκλωση.
Οι τιμές αποτελούν ένα δέλεαρ. Ταυτόχρονα και μια παγίδα.
Κάπως έτσι βρέθηκε στην κατοχή μου το Μουστάκι του Εμανουέλ Καρέρ.
"Τί θα έλεγες αν ξύριζα το μουστάκι μου;"
Με αυτήν την φράση, την πρώτη του βιβλίου, ξεκινάει η κατάβαση του πρωταγωνιστή προς την σκοτεινή πλευρά της ύπαρξης, συχνά αποκαλούμενη και ως τρέλα. Μεσοαστός που διάγει ήρεμο και ευτυχισμένο βίο αποφασίζει να ξυρίσει το μουστάκι του. Όταν παρατηρεί πως αυτή του η ενέργεια περνάει ασχολίαστη από τους πάντες, πιστεύει πως πρόκειται για πλάκα, έμπνευση της γυναίκας του και κάπως έτσι και σε καταιγιστικούς ρυθμούς εξελίσσεται το δράμα.
Η αλήθεια είναι ότι δεν με ενθουσίασε αν και το διάβασα ευχάριστα. Ίσως να φταίει η μετάφραση, ίσως και όχι. Ίσως απλώς να πρόκειται για το προσωπικό στυλ του γάλλου συγγραφέα και σκηνοθέτη. Το 2005 σκηνοθέτησε ο ίδιος την μεταφορά του βιβλίου του στην μεγάλη οθόνη. Έχω μεγάλη περιέργεια να δω την ταινία για να δω την μετατροπή του λόγου σε εικόνα από τον ίδιο των συγγραφέα.
Εκδόσεις Σέλας.
Μετάφραση Μιχάλης Μαϊδάτσης.
Στο κείμενο για το "Η γιόγκα" έγραφες πως δεν θυμάσαι πολλά από το Μουστάκι, ενώ στο αντίστοιχο για το "Ο εχθρός μου" λες ότι σου άρεσε πάρα πολύ. Να υποθέσω ότι στο ενδιάμεσο το ξαναδιάβασες; Εγώ θα πω ότι είναι το ένα από τα μόλις δύο βιβλία που έχω διαβάσει τρεις φορές (το άλλο είναι αυτό στο οποίο αναφέρεται το nickname μου), κι αυτό λέει πολλά. Καμία από τις τρεις αναγνώσεις δεν με απογοήτευσε, αντιθέτως κάθε φορά επιβεβαίωνα πόσο πολύ μου αρέσει. Δυσκολεύομαι να εξηγήσω γιατί. Νομίζω ότι είναι αυτή η αίσθηση του παράλογου, του σουρεάλ, του εφιάλτη, κάτι σαν Ντέιβιντ Λιντς αλλά στο πιο βατό και οικείο. Αντίστοιχα, η αμφισημία, αυτό που υποψιάζεσαι ότι είναι αλληγορικό, αλλά νιώθεις κάτι να σου διαφεύγει. Επίσης, μου άρεσε πολύ η κινηματογραφική περιγραφή του διαρκούς οδοιπορικού του ήρωα, τα ατέλειωτα πηγαινέλα με το φέρι στο Χονγκ Κονγκ, σαν κάτι ταινίες όπου βλέπεις τον πρωταγωνιστή να διασχίζει μέρη, τόπους, ανθρώπους χωρίς τον παραμικρό διάλογο, αλλά δεν βαριέσαι στιγμή. Και βέβαια, το τέλος του βιβλίου με στοιχειώνει πάντα. (Την ταινία δεν την έχω δει.)
ΑπάντησηΔιαγραφήΆτιμο πράγμα η μνήμη, πώς αναδιπλώνεται και φωνάζει με βεβαιότητα εκείνο που διέψευδε κάποτε, αν και, δικαιολογία, μπορεί ταυτόχρονα να ισχύει, να μη θυμάμαι τι και να θυμάμαι πως μου άρεσε!
ΑπάντησηΔιαγραφή