Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2020

Το χαστούκι - Χρήστος Τσιόλκας




Το χαστούκι του γεννημένου στη Μελβούρνη από Έλληνες μετανάστες Χρήστου Τστιόλκα, το οποίο όταν κυκλοφόρησε έκανε αρκετό ντόρο, δεν το είχα διαβάσει  ως τώρα. Δεν νιώθω πως διαθέτω κάποια ξεκάθαρη απάντηση σε αυτό το γιατί. Έτυχε, θα έλεγα. Θα μπορούσε να πρόκειται για μια περίπτωση αντίστοιχη του Middlesex: ένας ακόμα Έλληνας ομογενής, για τον οποίο είχα τις επιφυλάξεις μου, επιφυλάξεις παρελκόμενες του μάρκετινγκ και της ιδιότυπης αυτής παραφιλολογίας σχετικά με τους Έλληνες που κατακτούν τον κόσμο. Όμως δεν ήταν αυτή η περίπτωση. Ίσως το κάπως ενοχλητικό εξώφυλλο, αλλά και πάλι όχι. Και σίγουρα δεν ένιωθα υπερβολικές προσδοκίες, ώστε να φοβάμαι μια πιθανή κατάρρευσή τους. Το χαστούκι, λοιπόν, δεν το είχα διαβάσει ως τώρα, χωρίς να υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος γι' αυτό, είναι κάτι που συμβαίνει άλλωστε με τα περισσότερα από τα βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει. Το διάβασα τώρα που το πέτυχα στη βιβλιοθήκη ενός φιλόξενου σπιτιού, έχοντας μόλις τελειώσει το βιβλίο του Ευγενίδη, επιθυμώντας να συνεχίσω με ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, σε μια περίοδο που αναλογιζόμουν συχνά τις Διορθώσεις του Φράνζεν.

Θα ήθελα να σταθώ για λίγο ακόμα στο Middlesex και να σημειώσω πως η ανάγνωση ενός εθιστικού, πολυσέλιδου μυθιστορήματος προσομοιάζει αρκετά με την προετοιμασία για έναν αγώνα δρόμου. Η καθημερινή ανάγνωση πολλών σελίδων ενισχύει την αντοχή του αναγνώστη, την ικανότητά του να βυθίζεται και να παρασύρεται από μια μεγάλη αφήγηση, να διαχειρίζεται με άνεση όλες τις παράλληλες ιστορίες, να αναγνωρίζει και να σχετίζεται με το πλήθος των προσώπων που εμφανίζονται. Κάπως έτσι λοιπόν, αρκετά ζεστός από την ανάγνωση που είχε προηγηθεί, άρχισα να διαβάζω Το χαστούκι.

Όπως και ο τίτλος φανερώνει, η υπόθεση του μυθιστορήματος περιστρέφεται γύρω από το χαστούκι που ένας ενήλικας δίνει σε ένα τετράχρονο πιτσιρίκι, κατά τη διάρκεια ενός κυριακάτικου μπάρμπεκιου μεταξύ συγγενών και φίλων. Δύο στρατόπεδα δημιουργούνται σχεδόν άμεσα, στο ένα εκείνοι που υποστηρίζουν την ποινική δίωξη του δράστη, το δικαίωμα των γονιών του παιδιού να κινηθούν νομικά απέναντί του, και στο άλλο όσοι πιστεύουν πως δεν έγινε και κάτι σπουδαίο, πως και το πιτσιρίκι είχε βγει εκτός ελέγχου και πως καλό θα ήταν οι γονείς του να το έχουν μάθει να συμπεριφέρεται καλύτερα.

Το χαστούκι αποτελεί την αφορμή. Το μυθιστόρημα δεν εξαντλείται απλώς σε μια διαμάχη ηθικής φύσεως σχετικά με το περιστατικό, ούτε δημιουργεί κάποιο αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στο πριν και το μετά. Είναι ένα απλό και λειτουργικό εύρημα, ένας αρχικός πυρήνας γύρω από το οποίο συστήνονται στον αναγνώστη τα πρόσωπα, ένα σημείο στο οποίο συναντιούνται όλοι οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος. Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε πολυσέλιδα κεφάλαια, σε καθένα από τα οποία πρωταγωνιστεί ένας διαφορετικός κάθε φορά χαρακτήρας, από την οπτική γωνία του οποίου προσεγγίζει ο συγγραφέας τα πράγματα. Και όπως όλοι σχετίζονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο μεταξύ τους, αυτή η αλλαγή στη γωνία λήψης προσφέρει στον αναγνώστη μια πιο σφαιρική εικόνα, μια σύνθεση υποκειμενικών προσεγγίσεων. Με τον τρόπο αυτό ο Τσιόλκας καταφέρνει να δώσει ένα αρκετά σύνθετο μυθιστόρημα ως προς την πλοκή, δημιουργώντας αρκετά παρακλάδια στην κεντρική ιστορία, φωτίζοντας τη διαδρομή του κάθε χαρακτήρα, εξηγώντας με αυτό τον τρόπο τη στάση τους απέναντι στο χαστούκι, αλλά και στη ζωή γενικότερα.

Οι χαρακτήρες είναι ένα από τα δυνατά χαρτιά του βιβλίου. Είναι σύγχρονοι, αληθοφανείς και καλοσχηματισμένοι. Χρηστικοί για το μυθιστόρημα που ο Τσιόλκας επιθυμεί να γράψει. Κανείς τους δεν ξεχωρίζει, καθένας τους έχει τα θετικά και τα αρνητικά του, σημεία με τα οποία μπορεί ο αναγνώστης να ταυτιστεί ή να απωθηθεί, αν και η ανάπτυξη ενός δεσμού ενσυναίσθησης μοιάζει να είναι το ζητούμενο εδώ. Όπως συμβαίνει συνήθως με τα πολυσέλιδα μυθιστορήματα, έτσι κι εδώ, η οικειότητα που αναπτύσσει ο αναγνώστης με τους ήρωες αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αναγνωστικής εμπειρίας. Γραμμένο το 2008, Το χαστούκι είναι ένα μυθιστόρημα του 21ου αιώνα, όχι ως προς τη μορφή, καθώς καμία καινοτομία δεν φέρει, αλλά ως προς το περιεχόμενο, ως προς τα ζητήματα που απασχολούν τους χαρακτήρες, ως προς τον σχολιασμό της καθημερινότητας. Ζητήματα διαχρονικά όπως η μετανάστευση, οι οικογενειακές σχέσεις και η απιστία, συνδυάζονται με την ανάγκη των γυναικών για ανεξαρτησία και καριέρα, μακριά από τον ρόλο της εσώκλειστης στο σπίτι μητέρας, την υπερβολή στην αντιμετώπιση των παιδιών σήμερα, τη σεξουαλική παρενόχληση και την ερωτική ζωή των εφήβων, ανάμεσα σε άλλα.    

Εκείνο που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το ενοποιητικό νήμα του μυθιστορήματος είναι η αποτύπωση της μοναξιάς, που ο κάθε χαρακτήρας νιώθει, μοναξιά βαθιά και αίσθημα μη κατανόησης, ματαιότητα στην επικοινωνία και επιφανειακές σχέσεις. Μόνοι και μόνες νιώθουν άπαντες, ανεξαρτήτως ηλικίας, οικογενειακής ή επαγγελματικής κατάστασης. Καθένας βιώνει τη μοναδικότητα των προβλημάτων της δικής του ζωής. Μια αποτύπωση αρκετά ρεαλιστική της γύρω πραγματικότητας, μιας εποχής που το εγώ γίνεται ολοένα και πιο σημαντικό, καθώς ο όρος εξατομίκευση χρησιμοποιείται και προβάλλεται ολοένα και πιο συχνά ως το κατ' εξοχήν ζητούμενο. Σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όπως αυτό που ζούμε, η αυστραλιανή πραγματικότητα δεν μοιάζει ούτε εξωτική ούτε μακρινή.

Με τα πολυσέλιδα μυθιστορήματα είμαι αρκετά πιο ανεχτικός ως προς την κρίση μου, από τη μια, η δεδομένη κατασκευαστική δυσκολία, από την άλλη, η πολυήμερη κοινή συνύπαρξη. Το χαστούκι του Τσιόλκα είναι από εκείνα τα βιβλία τα οποία προσφέρουν μια χορταστική ανάγνωση, μια επιθυμία στα όρια της βουλιμίας για λίγες ακόμα σελίδες παρά το πρωινό ξυπνητήρι. Δύσκολα θα χρησιμοποιούσε όμως κάποιος επίθετα όπως αριστουργηματικό, στοιχειωτικό, αξέχαστο, μνημειώδες κτλ. Ελάχιστα είναι τα βιβλία για τα οποία μπορεί ο καθένας μας να χρησιμοποιήσει τέτοια επίθετα. Η καλή λογοτεχνία, και σε αυτή σίγουρα ανήκει Το χαστούκι, είναι μια κατηγορία αρκετά διευρυμένη, η οποία εκτός της ψυχαγωγίας που προσφέρει, βοηθάει στη διαμόρφωση του αισθητικού κριτηρίου, και αυτό δεν πρέπει καθόλου να το υποτιμά κανείς.

υγ. Για το Middlesex της προάλλες έγραψα αυτό.

Μετάφραση Βασίλης Κιμούλης
Εκδόσεις Ωκεανίδα         

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου