Απόφαση με την πρώτη ματιά, να διαβάσω τώρα το βιβλίο αυτό, χωρίς να ξέρω πολλά, κάπου είχε πάρει το μάτι μου κάτι για μια ερωτική ιστορία που συνέβη χρόνια πριν, κάπως στο μυαλό μου έγινε η σύνδεση, παντελώς αυθαίρετη αρχικά, αν και στη συνέχεια ως δια μαγείας επιβεβαιώθηκε, με τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα, αλλά και Το αγόρι από τη θάλασσα, το Ανοίξτε, ουρανοί είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Αγγλοϊρλανδού Σον Χιούιτ, που είχε στις αποσκευές του δύο ποιητικές συλλογές, ένα πρωτόλειο, λοιπόν, από μια επικράτεια που παραδοσιακά δίνει καλές ιστορίες αγάπης, από αυτές που όσες και να ειπωθούν, πάντα θα υπάρχει επιπλέον χώρος για μερικές ακόμα.
Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, είκοσι χρόνια μετά, θα βρει μια αγγελία για ένα σπίτι προς πώληση στο χωριό που μεγάλωσε, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς να δώσει χώρο στη λογική να αναπτύξει τα όποια επιχειρήματά της, θα κλείσει ραντεβού με τη μεσίτρια, θα οδηγήσει ως εκεί, θα τη συναντήσει, θα περιπλανηθεί μαζί της στους χώρους, δεν θα δώσει ιδιαίτερη προσοχή στα όσα εκείνη λέει για να τον πείσει. Το αφηγηματικό παρόν, οι σκόρπιες σκέψεις του αφηγητή, πράγματα για εκείνον γνωστά, βιωμένα, για τον αναγνώστη ακόμα άγνωστη γη, παρότι μπορεί να υποψιαστεί με ευκολία πως κάτι υπήρξε εκεί, κάτι συνέβη σε εκείνο το σπίτι, τότε παλιά, το αφηγηματικό παρόν, λοιπόν, θα το διαδεχθεί μια εκτενής ανάληψη από το παρελθόν, ο αφηγητής θα πιάσει το νήμα από την αρχή, θα συνοδεύσει τον αναγνώστη σε εκείνο το μονοπάτι.
Δεν υπάρχει τίποτα το πρωτότυπο ούτε ως προς το περιεχόμενο ούτε ως προς την κατασκευή, η ανάληψη μιας ερωτικής ιστορίας δύο εφήβων, του Τζέιμς, όπως ονομάζεται ο αφηγητής, που κάποια στιγμή συνειδητοποίησε την έλξη του για το ίδιο φύλο, συνειδητοποίηση που καθόρισε εν πολλοίς τη ζωή του σε εκείνη τη μικρή επαρχία, με τους δικούς της νόμους και κανόνες, εκεί που όλοι γνωρίζουν όλους, εκεί που το μυστικό είναι απλά κάτι που οι άλλοι δεν συζητάνε μπροστά σου, παρότι ξέρεις, το ξέρεις καλά, πως γνωρίζουν και κρίνουν και γελούν στα κρυφά, και του Λουκ, που ζει με μια οικογένεια αναδοχής, μετά τον χωρισμό των γονιών του, μια συνθήκη προσωρινή, αφού πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο ο πραγματικός του πατέρας να εμφανισθεί και να τον πάρει μαζί του.
Μια ερωτική ιστορία που στιγμάτισε τον Τζέιμς, παρότι ένας εφηβικός έρωτας πάντοτε έχει κάτι το αφελές για τους ενήλικες, που υποτιμούν ως παιδιαρίσματα και σαχλαμάρες όλα αυτά, το μυαλό και η καρδιά των εφήβων, λένε, έχει τρομακτική ροπή προς το μελόδραμα και την υπερβολή, σαν εκείνοι ποτέ να μην υπήρξαν έφηβοι, ποτέ ερωτευμένοι έφηβοι, σαν να μην ένιωσαν ποτέ πως βρίσκονται στο τέλος του κόσμου. Η ένταση του στίγματος αυτού είναι διάχυτη στην αφήγηση, στην ανάληψη της παλιάς αυτής ιστορίας, και αυτή η διάχυτη ένταση είναι που βάζει πλάτες στο μάλλον χαζό αλλά συχνό ερώτημα του γιατί κάποιος να διηγηθεί μια ιστορία γνώριμη μέσες άκρες, όσο και αν ο τόπος, ο χρόνος και τα πρόσωπα είναι διαφορετικά, στον πυρήνα της δεν παύει να είναι γνώριμη και οικεία. Ο Χιούιτ πετυχαίνει να παραμείνει σε υψηλές εντάσεις, να μη φοβηθεί ο αφηγητής το συναίσθημά του, να μη φοβηθεί τα πλήγματα της αναπόλησης, της αναβίωσης εκείνων των μηνών.
Οι κουήρ ιστορίες ενηλικίωσης, αρκετές τα τελευταία χρόνια, που συνήθως περιλαμβάνουν και ένα στοιχείο ερωτικής ιστορίας, έχουν την τάση να κινούνται στις επικράτειες του θυμού, ενός θυμού ολοκληρωτικού, ενάντια σε όσους και όσα τους συμπεριφέρθηκαν με άσχημο τρόπο εξαιτίας της σεξουαλικότητάς τους, θυμός απέναντι στην οικογένεια και τη μικρή επαρχία, στη στενομυαλιά των συντοπιτών, την ανακούφιση που ακολουθεί τον θυμό, την ανακούφιση της φυγής, οριστικής συνήθως, για μια μεγαλύτερη πόλη εκεί όπου ένα νέο ξεκίνημα μοιάζει να είναι εφικτό, παρότι το παρελθόν είναι μια αποσκευή που δεν μπορούμε απλώς να ξεχάσουμε στον χώρο υποδοχής ενός σταθμού. Εδώ, στο Ανοίξτε, ουρανοί αυτός ο θυμός υποβόσκει, σίγουρα υπάρχει αλλά δεν κυριαρχεί, αυτό είναι κάτι το οποίο με απασχόλησε, αρχικά μου έκανε εντύπωση, σαν κάτι να έλειπε, προσπάθησα να το παρατηρήσω κατά την προώθηση της πλοκής, να το επιβεβαιώσω, έχει ενδιαφέρον πώς ο θυμός έχει ταυτιστεί μέσα μου με την ειλικρίνεια και την αληθοφάνεια κάθε ιστορίας όπως αυτή, σε τέτοιο βαθμό που πια δεν τη θεωρώ κάποιου είδους συναισθηματική καθοδήγηση, πόσο μάλλον εκβιασμό, αλλά αποτελεί ένα ζητούμενο, κάτι που έχει κυρίαρχη θέση στον εκάστοτε αυθαίρετα υψωμένο ορίζοντα προσδοκιών.
Σκέφτηκα πως ίσως αυτό έχει να κάνει με το ποιητικό υπόβαθρο του Χιούιτ, με τον τρόπο ενός ποιητή να αποτυπώνει το ρεαλιστικό στοιχείο, κάτι τέτοιο εκτίμησα πολύ στο δεύτερο μυθιστόρημα του Όσεαν Βουονκ, τον τρόπο με τον οποίο αποτύπωνε τον σκληρό ρεαλισμό εκείνης της αμερικανικής γωνιάς, χωρίς να απολύει την ποιητική του ταυτότητα, προσφέροντας έτσι μια διαφορετική ματιά σε κάτι που θεωρείται γνώριμο. Στην πορεία, σκέφτηκα επίσης πως αυτή η απόφαση εξυπηρετεί και την εξιστόρηση του εφηβικού εκείνου έρωτα, την ένταση και τον ολοκληρωτικό της χαρακτήρα για τον αφηγητή, εκείνο το κλισέ που λέει πως από όταν τον αντίκρισε τίποτα άλλο δεν είχε σημασία παρά το να είναι μαζί του. Και ενώ η ποιητικότητα, τόσο άσχημα χρησιμοποιημένη κατά καιρούς και τόπους, που συχνά αφήνει ένα λίγωμα ως επίγευση, εδώ λειτούργησε περίφημα, ακριβώς γιατί ήρθε και κούμπωσε αρμονικά με την ένταση του συναισθήματος και της αναπόλησής του, δημιουργώντας ένα αντιστικτικό ώρες και στιγμές ζεύγος, που καθόρισε το σύνολο της κατασκευής, που την έκανε να ξεχωρίσει, να αναδυθεί με το δικό της αποτύπωμα παρότι το χωράφι και ο σπόρος έμοιαζαν να είναι εκ των προτέρων γνωστοί.
Η αναλυτική ανάληψη του παρελθόντος που ακολουθεί την παρορμητική και έντονα συναισθηματική απόφαση του αφηγητή να ταξιδέψει πίσω σε εκείνο το χωριά της Βόρειας Αγγλίας ώστε να δει το προς πώληση σπίτι, στο οποίο άλλοτε έμενε ο Λουκ, η άνιση έκταση της ανάληψης σε σχέση με το παρόν της αφήγησης, για το οποίο μόλις στο τέλος μαθαίνουμε δύο πράγματα, λειτουργεί επίσης σαν ένα ανάστροφο παγόβουνο. Ο Χιούιτ ποντάρει στην ένταση της τότε ιστορίας, καθόλου δεν τον ενδιαφέρει να πείσει, ωστόσο η αφήγηση χρειάζεται πειστικότητα, σε αυτό το μάλλον οξύμωρο σχήμα, δεν προβαίνει σε αναλογίες ένα προς ένα, δεν έρχεται να απλώσει το παρόν και το παρελθόν δίπλα δίπλα για να συγκρίνει, δεν λεπτολογεί στον τρόπο με τον οποίο έκτοτε η ζωή του καθορίστηκε από εκείνη την ιστορία, απόφαση, κατά τη γνώμη μου, καθοριστική, ως προς τη συνολική λειτουργία της πλοκής, που κρατά το αναγνωστικό βλέμμα προσηλωμένο στην ερωτική ιστορία, επιλέγοντας να αφήσει να εννοηθεί το μετά παρά το τότε. Έτσι, είναι στο χέρι του αναγνώστη αν θα πειστεί πως η ιστορία εκείνη θα μπορούσε να είναι τόσο καταλυτική ή όχι και η στάση απέναντι σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί, κάτι θα λέει για εκείνον τον αναγνώστη, η μυθοπλασία, άλλωστε, άλλο δεν είναι παρά μια σύμβαση με τις δικές της ιδιαιτερότητες, σε έναν κόσμο πλήρους απομάγευσης και σαρώματος της αυστηρής λογικής.
Συμπερασματικά, το Ανοίξτε, ουρανοί είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο με κάποιες πρόδηλες αρετές, που δεν προκαλεί τη δυσφορία της επανάληψης ενός γνώριμου αφηγηματικού μοντέλου. Ο Χιούιτ, στο πρωτόλειό του, συνεχίζει να κρατά την ποιητική σκευή του, μετατρέποντάς την σε πρόζα που ισορροπεί με σχετική άνεση στον λυρισμό και δεν προκαλεί λίγωμα στον ουρανίσκο, έχει μια καλή ιστορία να αφηγηθεί και το κάνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου