Το περασμένο καλοκαίρι, τόσο μακρινό πια.
Μου είχαν πει πως στο νησί έχει ένα όμορφο και ενημερωμένο βιβλιοπωλείο, τεχνηέντως ξέμεινα από βιβλία, λες και χρειαζόμουν αφορμή, αλλά μια τάση στη δικαιολογία πάντοτε υπάρχει, το επισκέφθηκα, ο λόγος για το Σηματολόγιον στο Κάστρο της Σικίνου, όμορφο και ενημερωμένο όντως, αγόρασα το μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα Ο εχθρός, την επόμενη μέρα επέστρεψα.
Ο Εμμανουέλ Καρρέρ είναι ένας από εκείνους τους συγγραφείς των οποίων έχω διαβάσει λιγότερα βιβλία αναλογικά με το πόσο μου άρεσαν τα βιβλία τους αυτά. Για την ακρίβεια έχω διαβάσει μόλις δύο (Το μουστάκι, Γιόγκα), που μου άρεσαν πάρα πολύ, ενώ κυκλοφορούν αρκετά, εδώ και χρόνια, στα ελληνικά. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιο συγκεκριμένο λόγο για το γεγονός αυτό πέρα από την τυχαιότητα, δεν έχει μάλλον και τόση σημασία τώρα που το σκέφτομαι. Τυχαιότητα, καλοδεχούμενη, υπήρξε και το γεγονός πως στο ράφι ενός βιβλιοπωλείου στη μέση του πελάγους βρήκα ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2000. Το τράβηξα από το ράφι.
Ο Καρρέρ θεωρείται ένας από τους πλέον διάσημους και ικανούς συγγραφείς της αυτομυθοπλασίας, είδος στο οποίο αναγνωρίστηκε και αγαπήθηκε, πριν ακόμα οριστεί ως είδος, όταν ακόμα όλα αυτά τα βιβλία ανήκαν στο χώρο της αυτοβιογραφικής λογοτεχνίας. Βέβαια, Ο εχθρός δεν ανήκει στην αυτομυθοπλασία αλλά στη μη μυθοπλαστική μυθιστορία, ελαφριά ίσως η διαφορά, αλλά αφού υπάρχουν οι ταμπέλες ας τις χρησιμοποιήσουμε. Κάθε φορά που αναφέρομαι σε έργα μη μυθοπλαστικής μυθοπλασίας θα αναφέρομαι στις απαρχές του είδους: Επιχείρηση σφαγή του Ροδόλφο Ουόλς και Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε.
Από το οπισθόφυλλο: Στις 9 Ιανουαρίου 1993, ο Ζαν-Κλωντ Ρομάν σκότωσε τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τους γονείς του, και επιχείρησε να αυτοκτονήσει. Η ανάκριση αποκάλυψε πως δεν ήταν γιατρός, όπως διατεινόταν, και, κάτι ακόμα πιο δύσκολο να πιστέψει κανείς, ότι δεν ήταν και τίποτε άλλο. Εξαπατούσε επί δεκαοκτώ χρόνια, και αυτό το ψέμα δεν κάλυπτε τίποτα. Καθώς πλησίαζε η ώρα της αποκάλυψης, προτίμησε να δολοφονήσει τους ανθρώπους των οποίων δεν θα μπορούσε να αντέξει το βλέμμα.
Ο Καρρέρ, αφού διαβάσει την ιστορία στις εφημερίδες, θα επικοινωνήσει μαζί του, θα μοιραστεί μαζί του την ιδέα του να γράψει ένα βιβλίο με την ιστορία του, αρχικά ο Ζαν-Κλωντ Ρομάν θα αρνηθεί, αργότερα θα αλλάξει γνώμη. Αυτό είναι το βιβλίο της ιστορίας αυτής.
Η στυγερή δολοφονία πέντε ατόμων της οικογένειάς του από μόνη της δεν θα ήταν αρκετή για να τραβήξει την προσοχή του Καρρέρ, η μυθοπλασία και η πραγματικότητα διαθέτουν πιο ικανούς δολοφόνους, άλλωστε. Εκείνη όμως η εν κρυπτώ ζωή, η ένδυση μιας κανονικότητας, ένας άντρας μεσήλικας που κάθε πρωί παίρνει το αυτοκίνητο για να πάει στη δουλειά του, αφού πρώτα ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις του ως πατέρας και σύντροφος και γιος, και δεν πάει πουθενά, απλά περιμένει να περάσει η ώρα ώστε να σχολάσει από το τίποτα και να γυρίσει σπίτι όπου θα αφηγηθεί ή θα αφήσει να εννοηθεί μια ακόμα μέρα στη δουλειά, γύρω από το οικογενειακό τραπέζι εκεί όπου το κάθε μέλος φέρνει τη μακριά από την εστία ζωή. Και κατάφερνε να ζει εν κενώ εν κρυπτώ επί δεκαοχτώ χρόνια. Αυτό που αν ήταν αποτέλεσμα της φαντασίας ενός συγγραφέα θα έμοιαζε τραβηγμένο από τα μαλλιά, διόλου αληθοφανές και ελάχιστα πειστικό, ικανό να διαρρήξει την όποια αφηγηματική απόπειρα, η πραγματική ζωή, το ρεπορτάζ του συνόλου του τύπου, το προσφέρει στο πιάτο και ο Καρρέρ δεν μπορεί να χάσει την ευκαιρία.
Η ευκαιρία μόνο κατά ένα μέρος έχει να κάνει με την αφήγηση της ιστορίας αυτής, εκείνο που πραγματικά ενδιαφέρει τον συγγραφέα είναι να εξερευνήσει τον Ζαν-Κλωντ Ρομάν, να επιχειρήσει να δώσει απαντήσεις προς διάφορες κατευθύνσεις, κυρίως προς εκείνη της επιτυχίας του εγχειρήματος για τόσα χρόνια, τι σκέφτεται ένας άνθρωπος όπως αυτός, πώς ζει, τι νιώθει, ποιος είναι τελικά; Και αυτή η κατεύθυνση αποδίδεται άψογα στην αφήγηση, χωρίς να λείπουν και τα πραγματολογικά στοιχεία, αν και για χάρη της αναγνωστικής απόλαυσης, η σύγχυση ανάμεσα σε πραγματικά και φανταστικά επεισόδια της ζωής του Ρομάν είναι κάτι παραπάνω από καλοδεχούμενη, η απαραίτητη σύμβαση ώστε να προκύψει ένα βιβλίο όπως αυτό το οποίο ακριβώς σε ένα πλήθος ερωτημάτων, υποθέσεων και γεφυρωμάτων αυτών εξ αρχής, όσο ακόμα ήταν μια ιδέα, πάτησε.
Η κατασκευή του ίδιου του βιβλίου είναι εγκιβωτισμένη εντός της αφήγησης που αποτελεί το βιβλίο, όλα τα συστατικά της συγγραφής βρίσκονται σε πλήρη θέα, η αρχική ιδέα, η εξέλιξή της, το κλείσιμό της δίνονται παράλληλα με την αφήγηση. Τον Καρρέρ διόλου δεν τον ενδιαφέρει η ηθογραφία, δεν επιχειρεί γενικά και αόριστα να διερευνήσει το κακό, να εντοπίσει τις απαρχές του, τα κίνητρα ή τα αίτια. Ο τύπος και η δικαιοσύνη ανέλαβαν αυτό το κομμάτι άλλωστε, η κοινωνία επίσης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα Ο εχθρός να μπορεί να σταθεί ως ένα μυθιστόρημα, ένα μη μυθοπλαστικό σε μεγάλο βαθμό μυθιστόρημα, ένας συγγραφέας που βλέπει η πραγματικότητα να του χαρίζει έναν χαρακτήρα που δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να φανταστεί. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης αρκετές φορές θυμήθηκα τον Απατεώνα του Χαβιέρ Θέρκας, μια εκλεκτή διακειμενική σύνδεση. Θυμήθηκα ωστόσο και το υβριδικό κατασκεύασμα του Ευσταθιάδη, Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους.
Είκοσι πέντε χρόνια μετά, διαβάζοντας την ιστορία αυτή, απίστευτη έτσι και αλλιώς, ο σημερινός αναγνώστης, εκτός όλων των άλλων, προσπαθεί να θυμηθεί, αν ζούσε τότε, αλλιώς δύσκολα μπορεί να φανταστεί, πώς ήταν η ζωή κάποτε, πώς κάποιος μπορούσε για δεκαοκτώ χρόνια να ζει μεταμφιεσμένος, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια να τα καταφέρνει, σήμερα κάτι τέτοιο, υπό την επέλαση του ψηφιακού στίγματος, θα ήταν αδύνατο, μέχρι η πραγματικότητα να μας χαρίσει κάποιον σύγχρονο Ζαν-Κλωντ Ρομάν δηλαδή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου