Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γαλλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γαλλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Οι γκερίλλες - Monique Wittig

Προετοιμαζόμουν γι' αυτό το βιβλίο, δεν το ήξερα αλλά συνέβαινε, πάλι τα κλισέ περί ρηγμάτων στον ορθολογισμό, πάλι αυτά, πάλι επίσης πως το κάθε βιβλίο έρχεται την κατάλληλη στιγμή, αλλιώς προσπερνάει και χάνεται καθώς υποχωρεί χαμηλά στη στοίβα, συνέβη (και) με τις Γκερίλλες. Δεν ήταν μόνο το πρότζεκτ Μαργκερίτ Ντυράς που συμβαίνει παράλληλα με ό,τι άλλο διαβάζω από τις αρχές Αυγούστου, ήταν και το νήμα διαμέσου του Αλέν Ρενέ, εκείνος, το Χιροσίμα αγάπη μου για την ακρίβεια, ταινία πάντοτε παρούσα εδώ και χρόνια στο τοπ τρία μου, ήταν υπεύθυνος, σε εισαγωγικά ή όχι, για τη σκέψη/επιθυμία να διαβάσω Ντυράς, τίποτα δικό της δεν είχα διαβάσει, ούτε τον Εραστή που είναι το πλέον δημοφιλές βιβλίο της, ωστόσο, υπάρχει ακόμα μία ταινία του Ρενέ που υπερβολικά αγαπώ και όποτε μπορώ τη βλέπω ξανά και ξανά, το Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ, σε σενάριο Αλέν Ρομπ-Γκριγιέ, που επίσης ποτέ δεν είχα διαβάσει, ένα από τα σημαίνοντα μέλη του Νέου μυθιστορήματος, τον Αύγουστο διάβασα Το σπίτι των ραντεβού.

Πριν ακόμα εκδοθεί, όταν τα δικαιώματα είχαν αγοραστεί και η μετάφραση είχε ανατεθεί, η συζήτηση γι' αυτό το βιβλίο ήταν έντονη, στους κύκλους που συχνάζω τουλάχιστον, το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο των εκδόσεων Εκτός Γραμμής, ο ενθουσιασμός εκδοτών και μεταφράστριας, με ταυτόχρονη επίγνωση των δυσκολιών. Πέρασαν κάποια κύματα, το βιβλίο κυκλοφόρησε, Οι γκερίλλες της Μονίκ Βιττίγκ ήταν μεταξύ μας. Ήθελα πολύ να διαβάσω το βιβλίο αυτό, όσα άκουγα από άτομα με τα οποία νιώθω αναγνωστική συγγένεια επέτειναν την επιθυμία αυτή, τη μεγιστοποιούσαν, άγνωστο γιατί, θα μπορούσα να δοκιμάσω κάποιες πιθανές αιτίες, δεν έχει νόημα τώρα, ωστόσο, ανέβαλλα διαρκώς την ανάγνωση, το ένα ή το άλλο βιβλίο έκοβε πρώτο το νήμα. Και όσο ανεξήγητα το ανέβαλλα, άλλο τόσο το έπιασα στα χέρια μου, ήταν Παρασκευή και διάλεγα βιβλίο, από την πρώτη σελίδα ένιωσα πως προετοιμαζόμουν γι' αυτό το βιβλίο, δεν το ήξερα αλλά συνέβαινε.

Και με κάποιο τρόπο η συνειρμική σκέψη, οι αόριστα δοσμένοι χαρακτήρες, η ποιητικότητα, εκείνο που διαρκώς διέφευγε είχε γίνει κομμάτι των παράλληλων διαβασμάτων μου. Όταν κάποιος συνηθίζει να γράφει για τα βιβλία που διάβασε, αυτό κάνω εγώ, αποκτά με τον καιρό μια υποσυνείδητη αυτοπεποίθηση, έναν ιδιότυπο εγωισμό, πως ξέρει πώς το εκάστοτε βιβλίο λειτούργησε αναγνωστικά, πώς μπήκε και βγήκε στην καθημερινότητά του, ποια τα νήματα, ποιες οι συγγένειες, ποιες οι ενστάσεις, αλλά τι συμβαίνει όταν το άτομο αυτό νιώθει πως δεν μπορεί να μιλήσει ή να γράψει, ακόμα χειρότερα δηλαδή, για το βιβλίο που διάβασε, για το βιβλίο που διάβασε και τον καθήλωσε και τον έκανε να αφήσει στην άκρη το παράλληλο ανάγνωσμα, να το επιλέγει για να αρχίσει και να κλείσει τη μέρα του, να νιώθει πως δεν έχει ακριβώς τις λέξεις για να πει έστω δύο πράγματα για την πλοκή, για τους χαρακτήρες, όσο δευτερεύοντα και αν τα νιώθει αυτά, έστω, θα ήταν μια κάποια προβλήτα για να σταθεί.

Ένα πολυφωνικό επικό ποίημα. Ας πούμε πως αυτό περιγράφει εύστοχα και συνοπτικά το βιβλίο της Βιττίγκ, όπως η ίδια άλλωστε το προσδιόρισε, προσθέτοντας πως έχουμε να κάνουμε επίσης με ένα κολάζ σπαραγμάτων με καθοριστική τη διακειμενικότητα. Το βιβλίο κυκλοφορεί το 1969. Είναι ακόμα ένα παιδί του Μάη, του φεμινισμού, της αμφισβήτησης, της ελπίδας, του σκεπτικισμού. Στο επίμετρο, εκεί που η ίδια η συγγραφέας παίρνει τον λόγο, γίνεται αναφορά στο Νεο μυθιστόρημα, ονοματίζει τον Μπέκετ και τον Ρομπ-Γκριγιέ, μεταξύ άλλων, αποτίει έναν φόρο τιμής, ονοματίζει μια επιρροή. Αυτό που κάνει διαφορετικές τις Γκερίλλες είναι το πολιτικό, το έντονα πολιτικό, εκείνο για το οποίο το αντίπαλο δέος, ο Υπαρξισμός, κατηγορούσε, μεταξύ άλλων, το Νέο μυθιστόρημα ή Αντιμυθιστόρημα, για την αναχωρητικότητα, για την ποιητικότητα, για το όχι εδώ και όχι τώρα, για το απροσδιόριστο. Στις Γκερίλλες, ασχέτως αν κάποιος συμφωνεί με τον τρόπο ή τη φόρμα, ακόμα και ο μεγαλύτερος εχθρός οφείλει να παραδεχτεί πως είναι ένα κείμενο έντονα πολιτικό, που διαφεύγει των ορίων του φεμινισμού, ενώ ταυτόχρονα τον τοποθετεί στο επίκεντρο των ευρύτερων διεκδικήσεων, δεν είναι αντρική υπόθεση η πολιτική η επανάσταση η ζωή.

Προετοιμασμένος, όπως αποδείχτηκε, είχα την ευτυχία να μην χρειαστώ χρόνο προσαρμογής, «Όταν βρέχει, αυτές μένουν μέσα στο κιόσκι. Ακούγεται το νερό που χτυπά στα κεραμίδια και κατρακυλά στις κατωφέρειες της στέγης. Κροσσοί βροχής κυκλώνουν το περίπτερο του κήπου, στις γωνίες το νερό κατεβαίνει με πιο ταχύ ρυθμό, κι είναι σαν τις πηγές που σκάβουν το χαλίκι όπου αγγίζουν το έδαφος. Κάποια στιγμή, μία από αυτές λέει πως της θυμίζει ήχο ούρησης, πως δεν μπορεί να κρατηθεί, και κάθετα ανακούρκουδα. Τότε οι άλλες κάνουν κύκλο γύρω της για να κοιτάξουνε τις νύμφες να αποδιώχνουνε τα ούρα», να μην αναρωτιέμαι διαρκώς τι και πώς, να αφεθώ δείχνοντας εμπιστοσύνη, νιώθοντας πως ένα κείμενο χαοτικό και μια γραφή άναρχη, φαινομενικά και τα δύο, μπορούσε να ακινητοποιήσει την προσοχή μου, να επιτρέψει στο βλέμμα να πηγαίνει από τα αριστερά προς τα δεξιά και ύστερα πίσω και κάτω σαν μια γραφομηχανή, ένας μηχανισμός καλά λαδωμένος. Προείπα, δεν έχω τις ακριβείς λέξεις, ούτε εκείνες που θα ικανοποιούσαν εμένα, που θα έβγαζαν νόημα εν είδει σημειώσεων για μένα, αναρωτιέμαι αν διέθετα περισσότερα εργαλεία γνώσης σχετικά με τη φεμινιστική θεωρία αν θα ξεκλείδωναν περαιτέρω αίθουσες, αν η κάμερα θα συνέχιζε να κάνει τράβελινγκ όπως στο Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ, άλλωστε, η προετοιμασία μου δεν έχει να κάνει με την εις βάθος ανάγνωση, παρά με την απόλαυση της ανάγνωσης.

Και αυτή η ακούσια και δίχως κόπο προετοιμασία ταυτόχρονα αφαιρεί και προσθέτει την έννοια της δυσκολίας, ίσως, για την ακρίβεια, απλώς επεκτείνει το ανάπτυγμα του φάσματος της έννοιας της δυσκολίας, πώς να πεις δύσκολο ένα τόσο απολαυστικό κείμενο, πώς όμως να είναι απολαυστικό ένα τέτοιο κείμενο όταν η περιρρέουσα αναγνωστική ατμόσφαιρα δεν είναι η ιδανική, όμως ταυτόχρονα, η ζοφερή πραγματικότητα που μας περιβάλλει, κυρίως όλες εκείνες που ακόμα παλεύουν για τα αυτονόητα, όπως να μην δολοφονηθούν, να μην βιαστούν, να μην κακοποιηθούν, να μην αδικηθούν, γεμίζει με ενοχή το αίσθημα της αναγνωστικής απόλαυσης, αλλά ταυτόχρονα γεμίζει με θάρρος τα άδεια δοχεία, και ό,τι και αν πει κανείς, εκτός από πολιτικό, το ποίημα αυτό, γιατί για μένα ποίημα είναι, είναι διαχρονικό, ίσως επειδή ακριβώς αποτελεί προϊόν ποίησης της υψηλοτάτης στάθμης, ίσως γιατί κάθε λέξη ή φράση δική της ή δανεισμένη που μοιάζει τυχαία να βρέθηκε εκεί ή να μη βγάζει νόημα σε ένα πρώτο επίπεδο είναι ή αποδεικνύεται μια πέτρα για να πατήσεις πάνω της ή για να οπλίσει το χέρι της και ίσως αυτό και μόνο να είναι αρκετό όταν κανείς διαβάζει ή μιλάει για τις Γκερίλλες.

Όσα άτομα ασχολήθηκαν με αυτή την έκδοση, καθένα για διαφορετικούς λόγους, αξίζουν τουλάχιστον συγχαρητήρια, γιατί καμιά φορά το ρίσκο δεν είναι άψυχο.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 

Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις Εκτός Γραμμής  

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Λογαριασμοί που κλείνουν για να μείνουν ανοιχτοί (μέρος Α')

Και αυτές οι λίστες, πώς μεγαλώνουν, με τρόπους διάφορους, της επιμονής και της συγκυρίας, μεταξύ άλλων, αλλά κυρίως: διαβάζοντας· γεγονός που διόλου, αν και φαινομενικά, παράδοξο δεν είναι, διαβάζοντας, λοιπόν, οι λίστες αντί να μικραίνουν μεγαλώνουν. Διάβασες ένα βιβλίο, σου άρεσε, τσεκάρεις την υπόλοιπη εργογραφία, ποια έχουν μεταφραστεί, ποια κυκλοφορούν, η λίστα μεγαλώνει, ένας ακόμη συγγραφέας. Να μια εκδοχή των πραγμάτων.

Βιβλίο Ι, Να συνεχίζεις, Λωράν Μωβινιέ, μτφρ. Ισμήνη Δούκα, εκδόσεις Σοκόλη

Έντεκα χρόνια πριν, ένα μικρό σε μέγεθος βιβλίο, ένα πρωί, με διέλυσε, το διάβασα και δεύτερη και τρίτη φορά, μάλλον το χάρισα ή το δάνεισα, δεν το βρίσκω πια ανάμεσα στα ετοιμόρροπα ράφια, μπορεί και κάπου να έχει κρυφτεί, Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη (μτφρ. Σπύρος Γιανναράς, εκδόσεις Άγρα), από τότε θυμάμαι: μια άνευ σημασίας μικροκλοπή σ' ένα σούπερ μάρκετ, ένα πραγματικό γεγονός, η δολοφονία του ενόχου από τον σεκιουριτά, κυρίως όμως τον τρόπο με τον οποίο ο, άγνωστος ως τότε σε μένα, Λωράν Μωβινιέ κέντησε σε μια και μόνη περίοδο την ιστορία αυτή, και όταν αυτό συμβαίνει, το απεχθές περιεχόμενο να δίνεται αριστοτεχνικά, να μην μπορείς να το αφήσεις από τα μάτια σου παρά την οργή, τη φρίκη, τον ζόφο, η καλή λογοτεχνία το κάνει αυτό, η τέχνη εν γένει το κάνει αυτό, ανάμεσα σε τόσα άλλα, δεν μας αφήνει να αποστρέψουμε το βλέμμα.

Κάπου στην άκρη του μυαλού μου, ένας φάκελος είχε δημιουργηθεί, Λωράν Μωβινιέ. Ως τότε κάτι άλλο δικό του δεν είχε κυκλοφορήσει. Το Να συνεχίζεις κυκλοφόρησε το 2021, δεν το πήρα χαμπάρι, η πλήρης εποπτεία της εκδοτικής παραγωγής είναι ανέφικτη, δεν είναι δικαιολογία αυτό, είναι μια πραγματικότητα. Κάπου, κάπως, μέσα στον χειμώνα, χάζευα μεταχειρισμένα βιβλία, το όνομα του συγγραφέα κάτι μου θύμισε, όπα, τι έχουμε εδώ! Φτιάχνοντας τη στοίβα με τα βιβλία της διακοπής, το πρόσθεσα, στην υποκατηγορία βιβλία συγγραφέων που μου άρεσαν πολύ τα προηγούμενά τους.

Τι βιβλίο! Όσα και αν προσδοκούσα, δεν ήταν αρκετά, ενθουσιασμός. Ένα χωρισμένο από χρόνια ζευγάρι, ένας έφηβος γιος που εμπλέκεται σε μια απόπειρα ομαδικού βιασμού, η μητέρα αποφασίζει να πάρει τον έλεγχο, πουλάει όσα έχει στο όνομά της ώστε να χρηματοδοτήσει ένα ταξίδι στο Κιργιστάν με τον γιο της, ένα ταξίδι με άλογα σε εκτάσεις αχανείς. Αν είχα διαβάσει το οπισθόφυλλο, μη γνωρίζοντας τον συγγραφέα, μάλλον θα το προσπερνούσα, αυτό δεν σημαίνει πως το οπισθόφυλλο δεν είναι ακριβές, σημαίνει απλά και μόνο πως είτε τα λέμε φίλτρα είτε κολλήματα, όταν πρόκειται να επιλέξουμε ένα βιβλίο, αυτό πάντοτε γίνεται εις βάρος ενός άλλου.

Η αφήγηση ξεκινάει από τη μέση των πραγμάτων, οι δυο τους κάνουν ήδη το ταξίδι, «Την προηγούμενη νύχτα, ο Σαμυέλ και η Σιμπύλ αποκοιμήθηκαν βλέποντας τ' άλογα να χάνονται πίσω από τ' άγρια σκιάδια και τις συστάδες λουλουδιών στους ορεινούς λειμώνες· παγετώνες, βουνά, πυκνά σύννεφα, η κούραση σ' ολόκληρο το σώμα και η νύχτα κάτω από τ' άστρα, στην κορυφή ενός λόφου που σχημάτιζε το ιδεώδες πλάτωμα για δύο σκηνές». Εν συνεχεία, παράλληλα με το ταξίδι, ο Μωβινιέ αριστοτεχνικά θα εμπλέξει διάφορα αφηγηματικά κλαδιά, αναλήψεις από το παρελθόν, το μακρινό και το κοντινό, θα εστιάσει πότε στον έναν και πότε στην άλλη, θα φέρει τη Γαλλία στο Κιργιστάν, τις προετοιμασίες, τις προσδοκίες, τις ενστάσεις και τις δυσκολίες, την περιπέτεια να ιππεύεις σε μια άγνωστη επικράτεια, εκεί που η φύση είναι υπεύθυνη, η θεά αν προτιμάτε, και το κάνει αριστοτεχνικά, όχι μόνο γιατί πιάνει και αφήνει τα κορδόνια κίνησης χωρίς κραδασμούς στις συνδέσεις και τις μεταβάσεις, αλλά, κυρίως, γιατί ενώ φλερτάρει έντονα με τον εξωτικισμό και τον αναχωρητισμό, με το μελό και τον εσωτερισμό, με ένα πίστεψε σε σένα, πάρε τη ζωή στα χέρια σου, με όλα αυτά που θα μπορούσαν κατά μόνας ή σε ομάδες συστατικών να συνθέτουν μια κακή λογοτεχνία/φιλοσοφία/βοήθεια, ο Μωβινιέ τα μεταχειρίζεται με έναν τρόπο συγκλονιστικό, να τα κλισέ χτυπούν την πόρτα, δεν έχει σημασία, λένε, το τι, αλλά το πώς, καλά λένε.

υγ. Για το Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη, περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 

Βιβλίο ΙΙ, Ορλάντα, Ζακλίν Αρπμάν, μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, εκδόσεις Αλεξάδνρεια

Τη χρονιά που πέρασε διάβασα το Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες, δεν γνώριζα τη συγγραφέα, το βιβλίο μεταφράστηκε εκ νέου και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αίολος σε μετάφραση της Μυρσίνης Γκανά, υπήρχε ήδη ένα χάιπ σχετικό, διαβάζοντάς το αντιλήφθηκα το γιατί ένα βιβλίο τριάντα χρόνια μετά αποκτά δημοφιλία, πολλές αναγνώστριες το είχαν κιόλας διαβάσει στα αγγλικά ή στο πρωτότυπο, λειτούργησαν και αυτές ως ξερά κλαδάκι για τη φωτιά, κάπως έτσι κι εγώ το διάβασα, μου το επισήμαναν. Τελειώνεις ένα βιβλίο που σου άρεσε κτλ κτλ τα είπαμε παραπάνω, υπήρξε στα ελληνικά ακόμα ένα δικό της, το Ορλάντα, λέω υπήρξε γιατί πλέον δεν κυκλοφορεί, ως εξαντλημένο εμφανίζεται, πρόσθετη αξία η αναζήτηση, η εύρεση προσφέρει μια πρώτη ικανοποίηση, το κυνήγι του χαμένου θησαυρού που στέφθηκε με επιτυχία, μια χαρά παιδαριώδης, δική σας ευθύνη η ανάγνωση της λέξης.

Ήταν Αύγουστος και ένιωθα την ελευθερία —δική μου η φυλακή αλλά μπόνους η διακειμενική αναφορά στο Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες— να διαβάσω ό,τι θέλω χωρίς να σκέφτομαι επαγγελματικά ως υπάλληλος βιβλιοπωλείου, πως πρέπει να είμαι ενημερωμένος, γιατί άντε και πρότεινα σε κάποιον την Ορλάντα, μετά τι θα του έλεγα, τρέξε πάρε σβάρνα τα παλαιοβιβλιοπωλεία και ψάξε;

Η λογοτεχνία, η συγγραφή και η ανάγνωσή της, δύναται να είναι επικίνδυνη στάση ζωής. Ας πούμε, η Αλίν, περιμένοντας στον σταθμό του τρένου την αμαξοστοιχία για Βρυξέλλες, διάβαζε Βιρτζίνια Γουλφ, με ένα ενδιαφέρον έντονα ακαδημαϊκό, γύρευε ξανά και ξανά, τα ερμηνευτικά κλειδιά να αποκωδικοποιήσει, να κάνει χρήση του τι θέλει να πει η ποιήτρια, και τότε, αφού σήκωσε το βλέμμα, αντίκρισε έναν νεαρό και αποφάσισε, ακαριαία και χωρίς δεύτερη σκέψη των κινδύνων, ένα κομμάτι της, το πιο αρσενικό, η Ορλάντα, να μετοικίσει στο κορμί του ευειδούς νέου, να το καταλάβει, να χωριστεί έτσι στα δύο. Αυτή είναι η σύμβαση την οποία μετέρχεται η συγγραφέας, αυτή είναι η σφυρίχτρα ώστε το παιχνίδι να αρχινίσει, ναι, το παιχνίδι. Το εύρημα αυτό, που δεν ανήκει ακριβώς στο κυρίως σώμα της λογοτεχνίας του φανταστικού, αλλά περισσότερο βασίζεται σε μια διάθεση παιγνιώδους διακειμενικότητας και συνομιλίας, που ταυτόχρονα βρίσκεται εντός του ευρύτερου πεδίου ενδιαφέροντος  της ψυχαναλύτριας συγγραφέα.

Το αποτέλεσμα υπήρξε πολύ ενδιαφέρον, η ανάγνωση κυλούσε, τα διακειμενικά νήματα ήταν παρόντα, η διάθεση για παιχνίδι εμφανής, ωστόσο δεν έπαθα πλάκα, ίσως γιατί το εύρημα και η ακολουθία του, που η συγγραφέας ορθά υλοποίησε ώστε να μη χαθεί στο γκροτέσκο χωρίς δυνατότητα επιστροφής, δεν επέτρεψαν στο μυθιστόρημα αυτό να λειτουργήσει πέρα από την επιφάνεια των σελίδων του, η ιστορία έμεινε καλά κλεισμένη εντός του, το ενδιαφέρον ήταν αυτό που έμεινε να το χαρακτηρίζει, άλλωστε, πιάνοντας το νήμα το Ορλάντο δεν το θεωρώ κορυφή στην εργογραφία της Γουλφ παρά την αδιαμφισβήτητη αξία και σημασία του, κυκλοφόρησε μην το ξεχνάμε πριν από εκατό χρόνια. Τρία χρόνια πριν την Βελγίδα συγγραφέα, η Βρετανή Ζανέτ Ουΐντερσον θα γράψει Το πάθος πατώντας με τον τρόπο της επίσης πάνω στο βιβλίο της Γουλφ.

υγ. Για το Εγώ που δεν γνώρισα του άντρες περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Ορλάντο της Γουλφ εδώ και για Το πάθος της Ουΐντερσον εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Η ζωή μπροστά - Romain Gary

Την υπό διάνοιξη αναγνωστική οδό, έργο σε εξέλιξη, φωτίζουν κάποιες ουράνιες σταθερές, που με τον καιρό μαθαίνεις να εμπιστεύεσαι, πάντοτε παρέα με το ένστικτο και την έλξη του καινούριου και του άγνωστου. Μία εξ αυτών τα ονόματα κάποιων μεταφραστών. Στην προκειμένη περίπτωση εκείνο του Αχιλλέα Κυριακίδη. Να πώς συνέβησαν τα πράγματα με την εκ νέου έκδοση στα ελληνικά του μυθιστορήματος του Ρομαίν Γκαρύ, Η ζωή μπροστά, για το οποίο είχε χρησιμοποιήσει το ψευδώνυμο Εμίλ Αζάρ, βιβλίο που βραβεύτηκε με το Γκονκούρ το 1975.

Πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο πιτσιρικάς Μομό, αραβικής καταγωγής. Απ' όταν θυμάται τον εαυτό του, ζει στο σπίτι της Μαντάμ Ροζά —Εβραία, ετών εβδομήντα, πρώην πόρνη, υπέρβαρη— που στο διαμέρισμά της, στον έκτο όροφο μιας πολυκατοικίας χωρίς ασανσέρ, διατηρεί ένα ιδιότυπο οικοτροφείο για παιδιά που οι πόρνες μητέρες τους παραδίδουν σε εκείνη για να μην τα χάσουν από την κρατική παρέμβαση των διαφόρων υπηρεσιών. Ένα χαμίνι που μεγαλώνει στο περιθώριο της παρισινής κοινωνίας.

«Πρέπει να 'μουν τριών χρονών όταν την είδα για πρώτη φορά. Πριν δεν έχουμε μνήμη και ζούμε μέσα στην άγνοια. Εγώ έπαψα ν' αγνοώ όταν ήμουν τριών ή τεσσάρων, κι αυτό καμιά φορά μου λείπει. [...] Στην αρχή δεν ήξερα ότι η Μαντάμ Ροζά με φρόντιζε μόνο και μόνο επειδή στο τέλος κάθε μήνα έπαιρνε ένα έμβασμα. Όταν το 'μαθα, ήμουν ήδη έξι ή επτά χρονών και με πείραξε αυτό. Νόμιζα ότι η Μαντάμ Ροζά με φρόντιζε επειδή μ' αγαπούσε κι ότι ήμαστε δεμένοι. Έκλαψα όλη νύχτα, κι αυτή ήταν η πρώτη μου μεγάλη στεναχώρια. Η Μαντάμ Ροζά είδε ότι ήμουν λυπημένος και μου εξήγησε ότι οικογένεια δεν σημαίνει τίποτα κι ότι υπάρχουν κάποιες οικογένειες που φεύγουν για διακοπές αφήνοντας το σκυλί τους δεμένο σε δέντρο, και κάθε χρόνο τρεις χιλιάδες σκυλιά πεθαίνουν έτσι, στερημένα την αγάπη των δικών τους. Με κάθισε στα γόνατά της και μου ορκίστηκε πως ήμουν ό,τι αγαπούσε πιο πολύ στον κόσμο, αλλά εγώ θυμήθηκα πάλι το έμβασμα κι έφυγα κλαίγοντας».

Ο Γκαρύ, επιλέγοντας να αφηγηθεί την ιστορία του Μομό, μέσα από τα μάτια του ίδιου του Μομό και κυρίως με τη γλώσσα του Μομό, έχει λάβει την πλέον καθοριστική συγγραφική επιλογή. Η νεαρή ηλικία και το περιβάλλον καθορίζουν πλήρως την αφηγηματική ιδιαιτερότητα, το πρίσμα υπό το οποίο ο αναγνώστης ξεναγείται σε ένα Παρίσι σκοτεινό, επικίνδυνο, ακατάλληλο, πολύ μακριά από τη λάμψη των τότε πυρκαγιών και τον ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό αναβρασμό. Η επιλογή, εκτός από τους δεδομένους περιορισμούς, κυρίως γλωσσικούς, όπως η αφηγηματική αληθοφάνεια, χαρίζει μια οργιαστική ελευθερία στον συγγραφέα, που με διάθεση γλεντιού την αρπάζει από τα μαλλιά, αποφεύγοντας όσα το πολιτικά ορθό ορίζει, αλλά, ακόμα περισσότερο, όσα η λογοτεχνία, ως το μακρύ χέρι της κοινωνιολογίας, αποστειρωμένα και εκ του μακρόθεν αφηγείται/πιστεύει για το περιθώριο.

Επειδή βρισκόμαστε σε μια έξαρση δικών σχετικά με τις προθέσεις, ιδιαίτερα όσο μη προνομιούχα άτομα εισέρχονται στη λογοτεχνική αρένα, θα ήθελα να αναφερθώ στο επίθετο προκλητικός, το οποίο συνόδευσε και συνοδεύει αρκετές αναλύσεις για το συγκεκριμένο βιβλίο. Πρόκληση για την κάθε άνιση κοινωνία, εκεί που η λογοτεχνία, η γραφή και η ανάγνωσή της, είναι ένα ξεκάθαρο προνόμιο, με τη συντήρηση να επιδιώκει διαρκώς να τη σφετεριστεί, είτε απορρίπτοντας το καινούριο, είτε επιδιώκοντας να το διαμορφώσει μέσα από φίλτρα κανονιστικά και φιλολογικά, δεν είναι τα όσα αφηγείται ο Μομό, αλλά το ίδιο το γεγονός πως ο Μομό αφηγείται, ακόμα και αν πρόκειται για ένα κατασκευασμένο αφηγηματικό υποκείμενο δια χειρός ενός λευκού, προνομιούχου, μεσήλικα άντρα, πόσο μάλλον, μπορείτε να φανταστείτε, αν ήταν ένα άτομο από τα αρκετά πιο κάτω.

Ο Μομό, όπως και η Ζαζί, κάποια χρόνια νωρίτερα, δεν είναι αλλεργικός στην ευγενική και άρτια γλώσσα, δεν είναι προκλητικός με τρόπο προγραμματικό, αλλά, και εδώ κρίνεται σε μεγάλο βαθμό το εύρημα ως προς την αληθοφάνειά του, αυτή είναι η φωνή του, ο τρόπος του να προσλαμβάνει και να αποδίδει αφηγηματικά τον κόσμο του, είναι κάποιος που χτυπά την πόρτα της λογοτεχνίας και η εμφάνισή του ξενίζει, κάποιοι αγριεύουν μαζί του, δεν είναι λογοτεχνία αυτό, λένε, κάποιοι χαζογελούν αφελώς, τι γλυκό παιδάκι είναι αυτό, λένε. Ο Γκαρύ μοιάζει να εντοπίζει με οξυδέρκεια αυτή τη ρωγμή. Το αστείο. Υπάρχουν διάσπαρτα κομμάτια στην αφήγηση τα οποία προκαλούν ένα γέλιο, έστω ένα μειδίαμα, εκεί, περισσότερο από αλλού, στήνει την παγίδα του ο συγγραφέας, απαλλάσσοντας από κάθε σχετική ευθύνη τον Μομό, που καμία κρυφή ατζέντα δεν έχει, που του δίνεται απλώς η ευκαιρία να αφηγηθεί τη ζωή του τώρα που η Μαντάμ Ροζά καταρρέει και μαζί της ο κόσμος του όλος. Η παγίδα είναι το γέλιο, το κλουβί, στο οποίο πιάνεται ο αναγνώστης αποτελεί τη συνέχεια του μηχανισμού, όταν θα νιώσεις, αν νιώσεις, κάποιοι μοιάζουν άτρωτοι στις βεβαιότητες και τις απόψεις τους για τον κόσμο, την πίκρα στη γεύση αυτού του γέλιου, όταν εκείνο το χαριτωμένο σχόλιο, μια αποστροφή του λόγου ανασύρει την άγνοια και κυρίως το προνόμιο εκ του οποίου λαμβάνεις και κρίνεις και άρα γελάς.

Δεν θα ήταν δίκαιο, ο ενήλικας Μομό λίγα χρόνια αργότερα τόσο θα γελούσε με αυτή την έναρξη πρότασης, να κριθεί το μυθιστόρημα με όρους αυστηρά κοινωνιολογικούς, πολιτικούς, ανθρωπολογικούς ή όποιους άλλους παρεμφερείς, πόσο μάλλον στείρα φιλολογικούς. Το Η ζωή μπροστά είναι ένα μυθιστόρημα ενοχλητικά ευχάριστο, γλυκόπικρα όμορφο, ρεαλιστικά μυθοπλαστικό. Η ανάδειξη της απόστασης που χωρίζει τον κόσμο μας από τον κόσμο τού Μομό, κυρίως αναλογικά με το πόσο διασκεδαστικό θα μας φανεί, απόσταση που ο συγγραφέας δεν επιθυμεί διόλου να διαψεύσει για τον ίδιο του τον εαυτό, είναι ένα συστατικό το οποίο πάει χέρι χέρι με διάφορα κοπλιμέντα για τη γραφή του Γκαρύ, ευφάνταστη, παιγνιώδης ή οργιαστική, να κάποια πρόχειρα, συστατικό που διαρκώς υπενθυμίζεται, διαρκώς δηλώνει παρόν, βρίσκεται εκεί για να μην μας επιτρέψει μια ανάγνωση χωρίς ενοχές.

Το βιβλίο που γράφει ο Γκαρύ και η αφήγηση του Μομό διαθέτουν φαινομενικά κάτι το κοινά παιγνιώδες. Ωστόσο, αν και το βιβλίο ως κατασκευή, σχεδιασμός και εκτέλεση, κρύβεται αρκετά καλά πίσω από την αφήγηση του Μομό που κατακλύζει τις σελίδες, είναι το παιχνίδι ενός ενήλικα, φιλοξενούμενου σε εκείνα τα παρισινά προάστια και προσωπικού μας ξεναγού, μια προσομοίωση του περιβόητου experience, την ώρα που η αφήγηση του παιδιού είναι παιγνιώδης μόνο στα μάτια μας, για εκείνο είναι πραγματική ζωή, ο κόσμος ιδωμένος μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, φράση τόσο αισχρά κλισέ, ένας σιγαστήρας συνείδησης, δεν είναι κάτι το χαριτωμένο, κάτι το αφελές, κάτι το περιπετειώδες λες και αναφερόμαστε σε μια εκδρομή στο δάσος. Η αμφιθυμία, η υπονόμευση και η διαπλάτυνση, είναι βασικό συστατικό της λογοτεχνίας, εκεί που αυτό που φαίνεται δεν είναι ακριβώς αυτό που είναι, ή δεν είναι μόνο αυτό, εκεί που η ενόχληση συμβαδίζει και αλληλοδιαμορφώνεται με την απόλαυση, εκεί που το γνώριμο καταρρέει με πάταγο, χωρίς διάθεση για διδαχή και δάκτυλο, εκεί που η μονοσημία πλήττεται θανάσιμα, εκεί που τα όρια της αφήγησης διαρκώς επαναπροσδιορίζονται, τα σημεία παρατήρησης του κόσμου, επίσης. 

Και επιστρέφω στην αρχή. Ποιος θα ήταν ο πλέον κατάλληλος να μεταφέρει στην ελληνική αυτό το οργιαστικό πανηγύρι; Σωστά! Ο Αχιλλέας Κυριακίδης, σε δαιμονιώδη φόρμα, εκείνος ήταν και πίσω από τη Ζαζί, πετυχαίνει κάτι δύσκολο, εκείνο που αποτελεί το κυρίως συγγραφικό επίτευγμα, τη σύνθεση μιας γλώσσας γεμάτης λάθη και παρανοήσεις, μια γαλλική, και εδώ μια ελληνική, που για να λειτουργήσει απαιτείται αστείρευτη ευρηματικότητα και διαρκής εγρήγορση, αλλιώς το Η ζωή μπροστά δεν θα διαβαζόταν, δεν θα λειτουργούσε, δεν θα ήταν το βιβλίο, η βιβλιάρα, που είναι.

υγ. Για το κομψοτέχνημα, Η Ζαζί στο μετρό, έγραφα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Δώμα

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Ο γέρος μου - Thierry Jonquet

Μια από τις πρώτες «δεσμεύσεις» κατά την αλλαγή του '24 σε '25, που αντίθετα με αρκετές άλλες υλοποιήθηκε, ήταν η αναγνωστική επιστροφή στο Ο χάρτης και η επικράτεια του Μισέλ Ουελμπέκ. Είχα διαβάσει το βιβλίο αυτό χρόνια πριν, μπορεί και πάνω από δέκα, και, εκτός της δεδομένης τότε αναγνωστικής απόλαυσης, είχε αποτυπωθεί μέσα μου ως η υψηλότερη λογοτεχνική κορυφή που πάτησε, τουλάχιστον ως σήμερα, ο αμφιλεγόμενος συγγραφέας, ίσως μαζί με το Η δυνατότητα ενός νησιού, στο οποίο επίσης έχω στο πρόγραμμα κάποια στιγμή να επιστρέψω. Η αίσθηση επιβεβαιώθηκε. Ο χάρτης και η επικράτεια είναι ένα εν γένει σημαντικό βιβλίο, επιβεβλημένη επιλογή σε κάθε σύνταξη λίστας με τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί ως τώρα στον 21ο αιώνα.

Η εισαγωγή, που μοιάζει κάπως εκτός θέματος, έγινε για να αρχειοθετηθεί το νήμα που οδήγησε στην ανάγνωση του μυθιστορήματος Ο γέρος μου. Στο μυθιστόρημα του συγγραφέα Ουελμπέκ, σε μια αποστροφή του μυθιστορηματικού ήρωα Ουελμπέκ γίνεται αναφορά στον Τιερύ Ζονκέ με τρόπο ιδιαίτερα κολακευτικό και αναμενόμενα αφοριστικό, κάτι του στυλ: ο Ζονκέ είναι ο καλύτερος συγγραφέας αστυνομικού μυθιστορήματος· δεν θυμάμαι ακριβώς τη διατύπωση, αλλά ως πνεύμα αυτή ήταν η δήλωση που άμεσα με οδήγησε στην αναζήτηση για τυχόν ελληνικές μεταφράσεις του έργου του, ανάμεσα στις οποίες και το βιβλίο Μυγαλή, η δηλητηριώδης αράχνη, στο οποίο βασίστηκε η (μέτρια) ταινία του Αλμοδόβαρ Το δέρμα που κατοικώ. Κάπως έτσι έπιασα να διαβάσω το Ο γέρος μου, λοιπόν.

Ακόμα μια παράκαμψη. Είναι ο δεύτερος ή τρίτος χρόνος που αμελώ μια παλιότερη ετήσια αναγνωστική δέσμευση, την ανάγνωση ενός Σιμενόν κατά έτος, του παρεξηγημένου και υποτιμημένου από το κονκλάβιο των συγχρόνων του κριτικών συγγραφέα, που, παρότι ευπώλητος, ποτέ δεν έγινε δεκτός στα σαλόνια της λογοτεχνικής ελίτ, βιβλία του τρένου, τα αγοράζεις κατά την αναχώρηση και τα πετάς κατά την άφιξη, τέτοια βιβλία έλεγαν οι ειδικοί πως γράφει αυτός ο σπουδαίος τύπος που με προκάλυμμα την αστυνομική πλοκή έμπηξε το νυστέρι βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή, δοκιμάζοντας όρια και αντοχές. Η αναφορά στον Σιμενόν, που μοιάζει κάπως εκτός θέματος, γίνεται για να αρχειοθετηθεί η διάχυτη επιρροή του στο βιβλίο αυτό. Μια περίληψη της υπόθεσης θα δώσει κάποια πρώτα στοιχεία επί αυτού:

Ο Ντανιέλ Τεσαντιέ υπήρξε τυχερός μέχρι που έπαψε να είναι. Κατάφερνε για καιρό να ζει συντεταγμένα με το επίδομα ανεργίας εξαιτίας ενός εξωφρενικά φτηνού ενοικίου. Όταν όμως η σπιτονοικοκυρά του ζήτησε να αδειάσει το δωμάτιο ώστε μια ανιψιά της να έρθει και να το κάνει γραφείο, η επικράτεια της αστεγίας ως προοπτική απλώθηκε εμπρός του, η επιστροφή στην επαιτεία ήταν μια κάποια λύση, αλλά πρόσκαιρη και όχι ιδιαιτέρως αποδοτική, η κλοπή τον δελέασε, αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε αυτό. Ο Αλίν Κολμόν υπήρξε τυχερός μέχρι που έπαψε να είναι. Κατάφερε να εγκαταλείψει το επάγγελμα του εκπαιδευτικού, το βιβλίο που έγραψε έγινε μπεστ σέλερ, οι προτάσεις και οι προκαταβολές του επέτρεψαν να αλλάξει οικονομικό στάτους. Η έμπνευση όμως δεν κρατά για πάντα, δεν γίνεται κατά παραγγελία, ο επαγγελματικός στίβος μάχης είναι σκληρός, αμείλικτος, η πραγματική ζωή ακόμα περισσότερο. Η ζωή των δύο θα διασταυρωθεί.

Έτσι και αλλιώς οι περιλήψεις πλοκής δεν είναι η αδυναμία μου, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα, έστω και κατ' επίφαση, αστυνομικό μυθιστόρημα, εκεί που η κάθε αποκάλυψη μπορεί να διαλύσει το απαραίτητο στοιχείο αιφνιδιασμού. Ο εγκλωβισμός του ατόμου, από τη μια στιγμή στην άλλη, σε ένα δωμάτιο παρανομίας, όταν οι συνέπειες αρχίζουν να σκεπάζουν τον μέχρι πρότινος γαλανό ουρανό κάτω από τον οποίο η απόφαση έμοιαζε απλή και εύκολη, μια συνθήκη μη γυρισμού που συναντάται κατά κόρον στο σύμπαν του Σιμενόν.

Εκείνο που είχε ενδιαφέρον και εξ αρχής ήταν σημειωμένο στο καρνέ της ανάγνωσής μου ήταν ο εντοπισμός του γιατί άρεσε στον Ουελμπέκ που δεν φημίζεται για τη γενναιοδωρία του απ' όσο έχω υπόψη μου. Ο Αλίν Κολμόν θα μπορούσε να είναι ουελμπεκικός ήρωας, με αρκετή δόση προνομίου, στις υψηλές παρυφές της μεσαίας τάξης, σε μια γενικότερη κρίση μέσης ηλικίας, οικογενειακή, επαγγελματική, σεξουαλική, σε μια Γαλλία γεμάτη από μετανάστες και λούμπεν πληθυσμούς που απομυζούν τα δημόσια ταμεία μέσα από το σύστημα των πάσης φύσεως επιδομάτων, σε πολιτισμική παρακμή, σε απώλεια ταυτότητας. Βέβαια, τα περισσότερα αντιδραστικά σχόλια τα εκφέρει ο Ντανιέλ Τεσαντιέ που νιώθει διαφορετικός από τις αγέλες αστέγων, διαφορετικός γιατί θεωρεί πως του αξίζει μια καλύτερη ζωή από αυτή που μοιάζει να του αναλογεί, και αυτή η φαινομενική αντίφαση, είναι καίρια και άκρως ρεαλιστική, εκτενώς διαδεδομένη σε κάθε τάξη, αυτό το εγώ δεν είμαι σαν αυτούς, χωρίς ηθικό ή γενικότερο αξιακό υπόβαθρο. Η ατμόσφαιρα του βιβλίου, που δεν υπάγεται σε όρους και δεσμεύσεις πολιτικής ορθότητας, είναι του γούστου του Ουελμπέκ, ας το θέσω έτσι γενικά και ας το κλείσω εδώ.

Ο γέρος μου είναι από εκείνα τα μυθιστορήματα που ειδολογικά ανήκουν στην αστυνομική λογοτεχνία αλλά δεν περιορίζονται στο ποιος το έκανε, αλλά χρησιμοποιούν ως σκηνικό το έγκλημα ώστε να αποτυπώσουν μια γενικότερη κοινωνικοπολιτική συνθήκη. Το πρόβλημα της στέγης, για παράδειγμα, ή η επέλαση του εξευγενισμού σε γειτονιές άλλοτε λαϊκές και οικονομικά προσβάσιμες, η κατάρρευση του κράτους πρόνοιας, το σύστημα υγείας που πια έχει αδιαμφισβήτητο ταξικό πρόσημο, ανάμεσα σε άλλα. Αλλά και πιο ατομικά και την ίδια ώρα οικουμενικά ζητήματα όπως οι διάφορες οικογενειακές σχέσεις, παιδιά που γίνονται γονείς αποφασισμένα να μην κάνουν τα ίδια καθοριστικά λάθη. Όλα αυτά, ωστόσο, με έναν τρόπο αρκετά προκλητικό, χωρίς λείανση στις γωνίες και τις επιφάνειές του.

Ένα απαραίτητο συστατικό του είδους είναι η χωρίς φρένα ανάγνωση, αλλά χωρίς αυτό να γίνεται εις βάρος του στυλ, όχι με διαρκή και αμετροεπή χρήση ανατροπών και ευρημάτων που στόχο έχουν να κοροϊδέψουν τον αναγνώστη, να τον παραπλανήσουν ώστε στο τέλος να νιώσει μια βεβιασμένη έκπληξη. Ο Ζονκέ είναι στυλίστας, ακολουθεί την παράδοση του είδους, δεν διστάζει να απλώσει αρκετά την ιστορία του, να θέσει σε κίνηση διάφορες υποπλοκές χωρίς να χάνει τον έλεγχο και την κατεύθυνση προς το πάντρεμα όλων αυτών, τη συνάντηση που αποτελεί και την κορύφωση της πλοκής. Αρκετά σκοτεινό και φουλ ρεαλιστικό, Ο γέρος μου μου άρεσε πολύ!

υγ. Για το Ο χάρτης και η επικράτεια περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Γιάννης Στρίγκος
Εκδόσεις Καστανιώτη 

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Η επαιτεία - Max De Paz

Η φτώχεια. Η επαιτεία. Η αστεγία.

Ένα επικίνδυνα μεταδιδόμενο νόσημα. Η απόσταση είναι η λύση. Το στρίψιμο του κεφαλιού. Από την άλλη, η θεωρητικοποίηση, ο αισθητικισμός, η ποιητικότητα. Η φιλανθρωπία. Να επιθυμείς να ορίσεις την κατάσταση, τη συμπεριφορά, την αμφίεση, το στυλ. Είναι άδικη η επίκληση διαρκώς στη Μαρία Αντουανέτα, ακόμα και ως παράδειγμα, ως σχήμα λόγου. Με βατήρα το δικό του προνόμιο ο καθένας μας. Ο εξοβελισμός σε μια καπιταλιστική ηθική, το λάθος, η μη προσπάθεια, να η αιτία που οδηγεί στο σχίσιμο του μανδύα της λύπησης. Η ευθύνη του υποκειμένου, τα καθαρά δικά μας χέρια.

Ήμουν είκοσι χρονών. Σαφέστατα ανώριμος. Τουρίστας στο Παρίσι με χόμπι τη φωτογραφία δρόμου, το κλείστρο, η έκθεση, το ασπρόμαυρο φιλμ. Μόνο ο φόβος με κρατούσε, όχι η ντροπή. Σήκωνα τον φακό από απόσταση να τραβήξω τους κλοσάρ. Ένα αξιοθέατο πραγματικής ζωής, κάτι που ο Άιφελ δεν ήταν. Ακόμα θυμάμαι την ενόχληση στο βλέμμα εκείνου. Καθόταν σε ένα ηλιόλουστο πεζούλι διαβάζοντας εφημερίδα. Με κοίταξε στα μάτια. Μετακινήθηκε πιο πέρα. Μόνο αργότερα κατάλαβα πως ο καημένος ήμουν εγώ.

Το μειωμένο προνόμιο αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη ορατότητα. Πια και οι αποχρώσεις αποδίδονται με κάποιο τρόπο. Δεν είναι όλες οι γυναίκες στην ίδια θέση, δεν είναι όλα τα κουήρ άτομα στην ίδια θέση, δεν είναι όλα τα μη λευκά άτομα στην ίδια θέση. Όσο και αν η γενίκευση υποστηρίζεται με μανία. Η φτώχεια είναι ίσως η συνθήκη που λιγότερο μπορεί να γίνει ορατή. Η συνθήκη εντός της οποίας η γραφή είναι μια πολυτέλεια. Οι αποχρώσεις είναι ακόμα περισσότερες.

Το 2024 διάβασα τα δύο βιβλία του Χάντερ (Chav Αλληλεγγύη από τα υπόγεια, Αθλητικά ρούχα ψυχικά τραύματα προδότες της τάξης μας). Μια γροθιά στα μούτρα μου. Μια γροθιά που επαναλαμβανόταν όταν ο αφηγητής, μιας ζωής φρικώδης, συνέχιζε να επαναλαμβάνει: φίλε, εγώ φουλ προνόμιο, δεν έχεις επίγνωση τι συμβαίνει εκεί κάτω. Πώς ήταν δυνατόν, απλοϊκά σκεφτόμουν, ένα άτομο με μια τέτοια ζωή, να οικειοποιείται ένα προνόμιο; Δεν έχουμε καμία επίγνωση. Όσα νούμερα και αν διαβάσουμε. Όσα μέσα μαζικής μεταφοράς και αν χρησιμοποιήσουμε. Καμία μα καμία επίγνωση.

Η ανάγνωση, ο τρόπος να γνωρίζουμε τις εκτάσεις της ανθρώπινης συνθήκης. Το προνόμιο τής ανάγνωσης, της τέχνης, της θεωρίας, της απόστασης, της μη ευθύνης. Τουρίστες. Το 2015 διαβάζω το Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη, ένα λογοτεχνικό κομψοτέχνημα, μια απόπειρα να διασωθεί η ιστορία του φτωχού μετανάστη που πίνει μια μπύρα στο σούπερ μάρκετ, ο φύλακας τον βλέπει, τον κυκλώνουν, τον δέρνουν μέχρι θανάτου, η κάμερα αποτυπώνει, ο δικαστής λέει πως κανένας άνθρωπος δεν αξίζει να πεθάνει για μια μπύρα, η δημοσιότητα ελάχιστο χώρο και χρόνο καταλαμβάνει, ποιος είναι το τέρας, άραγε; Το στομάχι σφίγγεται, η οργή αποτυπώνεται, ωστόσο υπάρχει χώρος και για απόλαυση αναγνωστική. Υπάρχει ένα παιδικό βιβλίο που στον τίτλο του αναρωτιέται αν η ενσυναίσθηση τρώγεται.

Ακόμα και παραδεχόμενος πως δεν έχω καμία επίγνωση, ελάχιστη σημασία έχει. Με διατηρεί σε απόσταση, με ενδύει περαιτέρω με χιτώνες γαματοσύνης, πόσο ξεχωριστός είμαι εγώ, κοιτάξτε με πώς δηλώνω άγνοια σε μια εποχή που όλα δηλώνουν γνώση, τι γαμάτος που είμαι που το παραδέχομαι. Τους καημένους, μοιάζει να λέω. Περπατάμε στους ίδιους δρόμους, εγώ πετώ και εκείνοι μαζεύουν. Κάτι πρέπει να μας καθησυχάζει. Σαν μια ασπιρίνη για τον πονοκέφαλο. Κάτι πρέπει να μας αθωώνει. Κάτι πρέπει να μας δίνει μια αίσθηση ελέγχου της ζωής μας. Η όποια τυχαιότητα δεν θα μας άφηνε από αγωνία να κοιμηθούμε.

Είχα αμφιβολίες για το βιβλίο αυτό. Είκοσι δύο ετών ο Max De Paz γράφει την Επαιτεία. Το βιβλίο κάνει κάποια αίσθηση. Είναι η ιστορία ενός άστεγου επαίτη στο Παρίσι. Το βιβλίο μεταφράζεται και κυκλοφορεί στα ελληνικά. Το Ναπάλμ στην καρδιά, στην ίδια σειρά, μου άρεσε πολύ, πάρα πολύ, παρά τις αμφιβολίες ο αναγνώστης μέσα μου ζητά την ανάγνωση. Το ασπρόμαυρο μίνιμαλ εξώφυλλο με τον κουνημένο Άιφελ επιτείνει την επιθυμία.

Η αμφιβολία με συνοδεύει. Περιτριγυρίζοντας την αμφιβολία αυτή, εξετάζοντάς την, θα μπορούσα να καταλάβω πράγματα για μένα τον ίδιο. Δεν έχω χέρια καθαρά. Δεν έχω ήσυχη συνείδηση. Δεν έχω αυτοπεποίθηση πως τα κάνω όλα σωστά. Τι μπορεί, τελευταίο οχυρό άμυνας, να ξέρει ένας εικοσιδιάχρονος για τη ζωή στον δρόμο; Κάποιο άλλο κίνητρο θα έχει στην κρυφή ατζέντα. Κάπως θα πρέπει και εκείνος να χτίσει την προσωπική του γαματοσύνη. Βλέπετε πώς σπρώχνω το βαρκάκι αυτό ε;

Στο περιεχόμενο επωαζόταν η αμφιβολία, στον τρόπο η απόλαυση. Οι σελίδες περνούσαν. Οι σελίδες πέρασαν. Το αμφίθυμο ντουέτο συνέχισε να κινείται καθώς οι μέρες περνούσαν. Η μπίλια δεν καθόταν. Με τα χρόνια έχω αναδείξει την αδιαφορία ως το χειρότερο που μπορεί να χαρακτηρίσει κάποιο βιβλίο μέσα μου. Η σκέψη αυτή επιβεβαιώνεται ξανά και ξανά. Η επαιτεία δεν είχε, ωστόσο, να κάνει ακριβώς με αυτό, δεν ήταν μη αδιαφορία αυτό που ένιωθα. Και αφού η απόλαυση είχε κάπως αποκτήσει βάσεις, ο τρόπος, η αφήγηση, η γλώσσα, η οικονομία, όλα αυτά ήταν εκεί, από μόνα τους κάνουν συνήθως ένα καλό βιβλίο, η αμφιβολία δεν έλεγε να δαμαστεί. Μέσα από κανάλια διάφορα κάπως έγινε περιγράψιμη, κάπως αποκολλήθηκε από το αόριστο.

Απόπειρα να διατυπωθεί: Εκείνο το γιατί κάποιος εικοσιδιάχρονος γράφει μια τέτοια ιστορία παραμερίζει, εκείνο επίσης το πώς μπορεί κάποιος να γράψει για κάτι τέτοιο, εκείνο που κυρίως μένει να τρέφει την αμφιβολία, να τη τσιγκλά να γίνει θυμός και άρνηση και επίθεση και υπεράσπιση εαυτού είναι το να τοποθετήσει αυτούς τους ανθρώπους απέναντι στους περαστικούς, να αποτυπώσει τη χρωματική παλέτα, ενόχληση, περιφρόνηση, ενοχή ή φόβος, κάποια από αυτά τα χρώματα. Η πλοκή, η ιστορία παραμερίζουν, αυτονομούνται, περνούν στην επικράτεια της λογοτεχνικής αφήγησης, της μυθοπλασίας. Ο Max De Paz μας επιστρέφει το βλέμμα, των άλλων και το δικό μας, τη ντροπή και την ετεροντροπή. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί κανείς να κάνει ακόμα και αν δεν είναι άστεγος επαίτης.

Η αμφιβολία έγινε το βλέμμα. Το δικό μας βλέμμα και όχι το δικό τους. Το δικό μας βλέμμα μάς ενοχλεί, μας πειράζει, δεν το θέλουμε, από το δικό μας βλέμμα θα θέλαμε να αποστρέψουμε το βλέμμα, από την ελάχιστη συγκατοίκηση μαζί τους, από την απειροελάχιστη χωροχρονική στιγμή. Θυμάμαι το βλέμμα εκείνου του κλοσάρ. Την ενόχλησή του. Του χαλούσα τη στιγμή στον ήλιο με την εφημερίδα. Αδιαφορούσε για μένα. Το βλέμμα του έμεινε ανεξίτηλο. Το βλέμμα μου ηλίθιο, τουλάχιστον. Το δικό μου βλέμμα είναι εκείνο που με ενοχλεί, μαζί του ζω, εγώ το φέρω, εμένα εξωστρακίζει από τη γαματοσύνη. Ήμουν μικρός, ανώριμος, μπλα μπλα μπλα.

Ο συγγραφέας πίσω από τον αφηγητή δεν γυρεύει από μένα τον αναγνώστη/διαβάτη τίποτα. Ο συγγραφέας πίσω από τον αφηγητή δεν θεωρητικολογεί, δεν επιχειρεί να διατυπώσει βεβαιότητες, να αποτυπώσει με ακρίβεια αυτή τη ζώνη, να πουλήσει. Δεν έχουμε ένα δοκίμιο ενός προνομιούχου, αν είχα αυτή την αμφιβολία. Ξέρω, θα μπορούσα να κρυφτώ πίσω από ένα αυτά τα ξέρουμε, να με βάλω σε ένα πρώτο πληθυντικό. Θα μπορούσα να μιλήσω για την έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης. Να προτείνω λύσεις. Με άλλους εμείς να συζητώ τι μπορεί να γίνει. Σε ένα σαλόνι να μιλήσουμε για τους υπονόμους. Να κουνήσουμε το κεφάλι. Να μείνουμε για λίγο σιωπηλοί. Οτιδήποτε παρά να αντικρίσω το βλέμμα μου. Οτιδήποτε παρά να νιώσω δυσφορία.

Η ανάγνωση. Το προνόμιο της ανάγνωσης. Πράξη ενεργητική όταν δεν αναζητά επιβεβαίωση. Κοιτάξτε πώς η γαματοσύνη υπεισέρχεται, με πόση μαεστρία θα πω: να διαβάζεις θέτοντας σε κίνδυνο τον ίδιο σου τον εαυτό, καθώς ανά πάσα στιγμή το οχυρό των βεβαιοτήτων μπορεί να γκρεμιστεί αρκεί ένα μικρό πετραδάκι να κουνηθεί. Κίνδυνος, ρίσκο, ενεργητικότητα, λέω. Και ύστερα κλείνω το βιβλίο και κοιμάμαι.

υγ. Το 2018 κυκλοφόρησε ένα αριστούργημα η Καινούργια μέρα. Δεν εκτιμήθηκε όσο θα του έπρεπε, ρίξτε εδώ μια ματιά αλλά κυρίως αναζητείστε το βιβλίο αυτό. Για τα βιβλία του Χάντερ περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για το Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Κλαιρ Νεβέ, Εύη Σιούγγαρη
Εκδόσεις Κείμενα 

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής - Ilarie Voronca

Η ισχύς εν τη ενώσει. Ο Σπύρος Βαλτετσιώτης —ο άνθρωπος πίσω από το υπέροχο βιβλιοπωλείο Fata Libelli— πρότεινε, οι εκδόσεις Ποταμός με ενθουσιασμό αποδέχτηκαν την πρόταση, ο Αχιλλέας Κυριακίδης ανέλαβε τη μετάφραση-εγγύηση, το βιβλίο έφτασε στον φυσικό του χώρο. Συγκυρία ευτυχής, η σύσταση στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ενός σπουδαίου, του Ιλάριε Βορόνκα, διαμέσου ενός κομψοτεχνήματος όπως η νουβέλα Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής.

Τα τελευταία χρόνια, ένας από τα νήματα που με οδηγούν σε ένα βιβλίο, για το οποίο τίποτα δεν ξέρω και τίποτα δεν έχω να περιμένω, είναι εκείνο της υπογραφής του μεταφραστή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό του κύριου Αχιλλέα. Έτσι ξετυλίχτηκε αυτό το αναγνωστικό κουβάρι.

Ήταν νωρίς το πρωί, ένα βιβλίο είχα τελειώσει, ένα άλλο έψαχνα να ξεκινήσω, διάβασα την πρώτη σελίδα:

«Ήταν ένας χειρουργός ασυνήθιστος, που σου αφαιρούσε την ψυχή στο άψε-σβήσε. "Δε θα πονέσετε" έλεγε, "απλώς στηριχτείτε καλά στην πολυθρόνα σας". Και σου μιλούσε περί ανέμων και υδάτων: για τον αίθριο καιρό που συνεχιζόταν, για την τελευταία παράσταση στην Όπερα, για μυστικά διαβούλια υπέρ της ειρήνης· διότι, ας μην το ξεχνάμε, ήμαστε εν καιρώ πολέμου, και στον αέρα πλανιόταν μια μόνιμη απειλή ειρήνης. Οπότε, το μυαλό σου πήγαινε πότε στα πεδία της μάχης, πότε στους πολύβουους δρόμους της πόλης. Και ξαφνικά, εκεί που διόλου δεν το περίμενες, ο εν λόγω δεξιοτέχνης σου αποσπούσε την ψυχή. "Όπως βλέπετε" έλεγε μ' ένα χαμόγελο, "δεν πεθάνατε. Αυτό ήταν". Και σου 'δειχνε, πιασμένο σε μια λευκή τανάλια, ένα πράγμα λευκό που αιμορραγούσε».

Διάβασα την πρώτη αυτή σελίδα. Όχι απλώς είχε αποφασιστεί αμετάκλητα το επόμενο βιβλίο, οι προσδοκίες ήδη βροντοχτυπούσαν την πόρτα, το γιατί ο μεταφραστής έμοιαζε να είναι ο ιδανικός διαφαινόταν ήδη στο παράδοξο και το υποδόριο, η αντίστροφη μέτρηση για το πέρας του οκταώρου είχε κιόλας αρχινίσει, ανάμεσα σε τιμολόγια και παραγγελίες, διέκοπτα το σουλάτσο των πελατών για να τους ζητήσω να διαβάσουν αυτή την πρώτη σελίδα, το συνωμοτικό βλέμμα επισφράγιζε την ομοφωνία επί της αρχής, έτρεφε την προσδοκία.

Σχόλασα και έκανα απλώς λίγα μέτρα, στον ήσυχο απογευματινό πεζόδρομο, ένα στρογγυλό τραπέζι και μια άνετη καρέκλα, ένας ακόμα καφές, η πρώτη σελίδα ξανά, η αφαίρεση της ψυχής και η απειλή της ειρήνης. Δεν θέλει και πολλά πράγματα κανείς.

Ο Βορόνκα, διαβάζω στο βιογραφικό, γεννήθηκε στη Ρουμανία το 1903, μετακόμισε στη Γαλλία, έκανε πράγματα της τότε ζωής, όπως ο πόλεμος, μπλέχτηκε με την πρωτοπορία της εποχής, έγραψε, αυτοκτόνησε στο Παρίσι το 1946, παρά την όποια αναγνώριση έλαβε τότε, στη χώρα του άργησε να εκτιμηθεί, άνθρωποι με πόδια σε δύο χώρες, Ρουμάνος αριστερά στον χάρτη, Γάλλος στα δεξιά.

Και αν η πρώτη σελίδα προμήνυε κάτι το υπερρεαλιστικό και το υπόγεια δηκτικό, δεν περίμενα πως το κυρίως υπόστρωμα θα ήταν εκείνο της συγκίνησης, το οικείο αδιέξοδο της ανθρώπινης ύπαρξης, που επιπροσθέτως οπλίζεται με σκυρόδεμα τραχύ και συμπαγές σε καιρούς όπως εκείνοι, η λαχτάρα για ένα καίριο πλήγμα στη ματαιότητα αλλά και τη μισανθρωπία, η ίδια η πράξη της γραφής είναι μια τέτοια τεχνική αναπνοής, η δίψα για την ομορφιά, τον έρωτα, για το χειροπρακτικό που ως αποτέλεσμα να έχει τη δημιουργία και όχι το μακέλεμα αθώων νεαρών ψυχών ένθεν και ένθεν της γραμμής του μετώπου. Η αφαίρεση της ψυχής, η εμψύχωση μιας άλλης σ' ένα σώμα που υποφέρει από ένα σώμα που έπαψε να αναπνέει, το εύρημα αυτό δεν είναι απλώς ένα εύρημα επιστημονικής φαντασίας, η πρόοδος της ιατρικής δεν χειροκροτείται εδώ, μάλλον δείχνει το πώς το ανθρώπινο προσαρμόζεται στο απάνθρωπο του πολέμου. Ο Βορόνκα, που ξεκίνησε γράφοντας στίχους, και η ποιητική είναι κάτι που διαφαίνεται και στον πεζό του λόγο, δεν επιθυμεί να συντάξει ένα αντιπολεμικό κείμενο, στρατευμένο και ανάλογα απλοϊκό, τόσο που να φτάσει και να γίνει κατανοητό ευρέως, αλλά, με σύμμαχο τον υπερρεαλισμό και το μαύρο, κατάμαυρο, χιούμορ επιθυμεί να αφηγηθεί την εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, και αυτό κάνει, και το κάνει υπέροχα.

Η συγκίνηση, έλεγα, που αναδύεται από τα υπόγεια, αβίαστη και διόλου με διάθεση διδακτική κάνοντας χρήση απλοϊκών διπόλων, όπως το καλό και το κακό χωρίς την αναμεταξύ τους διαστρωμάτωση με αποχρώσεις του γκρίζου, είναι τελικά το συναίσθημα που μεταφέρει τον αναγνώστη στο μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης. Μέσω εκείνης αναπτύσσεται ο κοινός τόπος, το απαραίτητο ενδιάμεσο εμβαδόν ανάμεσα σε εκείνον και σε σένα, στο τότε και το τώρα, στο εκεί και το εδώ. Η ματαιότητα, η απουσία του ύψους, το πλατσούρισμα σε νερά στάσιμα από μια βροχή που κανείς πια δεν θυμάται πότε επιχείρησε να ξεπλύνει τον δρόμο και τελικά τον λέρωσε, αυτός είναι ο καμβάς, αυτή η αγωνία μιας ζωής ξοδεμένης κακώς και με τον ορίζοντα ομιχλώδη και μη υποσχόμενο πολλά. Η συγκίνηση της απλότητας στον καιρό των τεράτων, μια ιστορία ενός χαμένου έρωτα, η αναζήτηση της ευτυχίας, οι κατραπακιές της ζωής, οι μώλωπες της πτώσης από τα σύννεφα της ονειροπόλησης, ο φόβος να κοιτάξουν οι άλλοι μέσα μας, κάτω από τη μάσκα, εκεί που εντοπίζεται η πλαστότητα. 

Ένα κομψοτέχνημα, γήινο και συνάμα αιθέριο, ρεαλιστικό και ποιητικό, αριστουργηματικό στην απλότητά του και ζηλευτό για την γενναιόδωρη οικονομία του, Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, που τόσο ταίριαξε στον Κυριακίδη, τον λάτρη και υπερασπιστή της μικρής φόρμας, είναι ένα βιβλίο για διάφορους λόγους σημαντικό, ένα σφηνάκι πηχτό που δεν κινδυνεύει να αραιώσει σε όσες αναγνώσεις και αν υποβληθεί, ένας βολβός σκόρδου. Μη βιαστείτε να κρίνεται τον παραλληλισμό μέχρι να φτάσετε στη σελίδα 57.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ποταμός 

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Ο εχθρός - Emmanuel Carrére

Το περασμένο καλοκαίρι, τόσο μακρινό πια. 

Μου είχαν πει πως στο νησί έχει ένα όμορφο και ενημερωμένο βιβλιοπωλείο, τεχνηέντως ξέμεινα από βιβλία, λες και χρειαζόμουν αφορμή, αλλά μια τάση στη δικαιολογία πάντοτε υπάρχει, το επισκέφθηκα, ο λόγος για το Σηματολόγιον στο Κάστρο της Σικίνου, όμορφο και ενημερωμένο όντως, αγόρασα το μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα Ο εχθρός, την επόμενη μέρα επέστρεψα.

Ο Εμμανουέλ Καρρέρ είναι ένας από εκείνους τους συγγραφείς των οποίων έχω διαβάσει λιγότερα βιβλία αναλογικά με το πόσο μου άρεσαν τα βιβλία τους αυτά. Για την ακρίβεια έχω διαβάσει μόλις δύο (Το μουστάκι, Γιόγκα), που μου άρεσαν πάρα πολύ, ενώ κυκλοφορούν αρκετά, εδώ και χρόνια, στα ελληνικά. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιο συγκεκριμένο λόγο για το γεγονός αυτό πέρα από την τυχαιότητα, δεν έχει μάλλον και τόση σημασία τώρα που το σκέφτομαι. Τυχαιότητα, καλοδεχούμενη, υπήρξε και το γεγονός πως στο ράφι ενός βιβλιοπωλείου στη μέση του πελάγους βρήκα ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2000. Το τράβηξα από το ράφι.

Ο Καρρέρ θεωρείται ένας από τους πλέον διάσημους και ικανούς συγγραφείς της αυτομυθοπλασίας, είδος στο οποίο αναγνωρίστηκε και αγαπήθηκε, πριν ακόμα οριστεί ως είδος, όταν ακόμα όλα αυτά τα βιβλία ανήκαν στο χώρο της αυτοβιογραφικής λογοτεχνίας. Βέβαια, Ο εχθρός δεν ανήκει στην αυτομυθοπλασία αλλά στη μη μυθοπλαστική μυθιστορία, ελαφριά ίσως η διαφορά, αλλά αφού υπάρχουν οι ταμπέλες ας τις χρησιμοποιήσουμε. Κάθε φορά που αναφέρομαι σε έργα μη μυθοπλαστικής μυθοπλασίας θα αναφέρομαι στις απαρχές του είδους: Επιχείρηση σφαγή του Ροδόλφο Ουόλς και Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε.

Από το οπισθόφυλλο: Στις 9 Ιανουαρίου 1993, ο Ζαν-Κλωντ Ρομάν σκότωσε τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τους γονείς του, και επιχείρησε να αυτοκτονήσει. Η ανάκριση αποκάλυψε πως δεν ήταν γιατρός, όπως διατεινόταν, και, κάτι ακόμα πιο δύσκολο να πιστέψει κανείς, ότι δεν ήταν και τίποτε άλλο. Εξαπατούσε επί δεκαοκτώ χρόνια, και αυτό το ψέμα δεν κάλυπτε τίποτα. Καθώς πλησίαζε η ώρα της αποκάλυψης, προτίμησε να δολοφονήσει τους ανθρώπους των οποίων δεν θα μπορούσε να αντέξει το βλέμμα.

Ο Καρρέρ, αφού διαβάσει την ιστορία στις εφημερίδες, θα επικοινωνήσει μαζί του, θα μοιραστεί μαζί του την ιδέα του να γράψει ένα βιβλίο με την ιστορία του, αρχικά ο Ζαν-Κλωντ Ρομάν θα αρνηθεί, αργότερα θα αλλάξει γνώμη. Αυτό είναι το βιβλίο της ιστορίας αυτής.

Η στυγερή δολοφονία πέντε ατόμων της οικογένειάς του από μόνη της δεν θα ήταν αρκετή για να τραβήξει την προσοχή του Καρρέρ, η μυθοπλασία και η πραγματικότητα διαθέτουν πιο ικανούς δολοφόνους, άλλωστε. Εκείνη όμως η εν κρυπτώ ζωή, η ένδυση μιας κανονικότητας, ένας άντρας μεσήλικας που κάθε πρωί παίρνει το αυτοκίνητο για να πάει στη δουλειά του, αφού πρώτα ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις του ως πατέρας και σύντροφος και γιος, και δεν πάει πουθενά, απλά περιμένει να περάσει η ώρα ώστε να σχολάσει από το τίποτα και να γυρίσει σπίτι όπου θα αφηγηθεί ή θα αφήσει να εννοηθεί μια ακόμα μέρα στη δουλειά, γύρω από το οικογενειακό τραπέζι εκεί όπου το κάθε μέλος φέρνει τη μακριά από την εστία ζωή. Και κατάφερνε να ζει εν κενώ εν κρυπτώ επί δεκαοχτώ χρόνια. Αυτό που αν ήταν αποτέλεσμα της φαντασίας ενός συγγραφέα θα έμοιαζε τραβηγμένο από τα μαλλιά, διόλου αληθοφανές και ελάχιστα πειστικό, ικανό να διαρρήξει την όποια αφηγηματική απόπειρα, η πραγματική ζωή, το ρεπορτάζ του συνόλου του τύπου, το προσφέρει στο πιάτο και ο Καρρέρ δεν μπορεί να χάσει την ευκαιρία.

Η ευκαιρία μόνο κατά ένα μέρος έχει να κάνει με την αφήγηση της ιστορίας αυτής, εκείνο που πραγματικά ενδιαφέρει τον συγγραφέα είναι να εξερευνήσει τον Ζαν-Κλωντ Ρομάν, να επιχειρήσει να δώσει απαντήσεις προς διάφορες κατευθύνσεις, κυρίως προς εκείνη της επιτυχίας του εγχειρήματος για τόσα χρόνια, τι σκέφτεται ένας άνθρωπος όπως αυτός, πώς ζει, τι νιώθει, ποιος είναι τελικά; Και αυτή η κατεύθυνση αποδίδεται άψογα στην αφήγηση, χωρίς να λείπουν και τα πραγματολογικά στοιχεία, αν και για χάρη της αναγνωστικής απόλαυσης, η σύγχυση ανάμεσα σε πραγματικά και φανταστικά επεισόδια της ζωής του Ρομάν είναι κάτι παραπάνω από καλοδεχούμενη, η απαραίτητη σύμβαση ώστε να προκύψει ένα βιβλίο όπως αυτό το οποίο ακριβώς σε ένα πλήθος ερωτημάτων, υποθέσεων και γεφυρωμάτων αυτών εξ αρχής, όσο ακόμα ήταν μια ιδέα, πάτησε.

Η κατασκευή του ίδιου του βιβλίου είναι εγκιβωτισμένη εντός της αφήγησης που αποτελεί το βιβλίο, όλα τα συστατικά της συγγραφής βρίσκονται σε πλήρη θέα, η αρχική ιδέα, η εξέλιξή της, το κλείσιμό της δίνονται παράλληλα με την αφήγηση. Τον Καρρέρ διόλου δεν τον ενδιαφέρει η ηθογραφία, δεν επιχειρεί γενικά και αόριστα να διερευνήσει το κακό, να εντοπίσει τις απαρχές του, τα κίνητρα ή τα αίτια. Ο τύπος και η δικαιοσύνη ανέλαβαν αυτό το κομμάτι άλλωστε, η κοινωνία επίσης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα Ο εχθρός να μπορεί να σταθεί ως ένα μυθιστόρημα, ένα μη μυθοπλαστικό σε μεγάλο βαθμό μυθιστόρημα, ένας συγγραφέας που βλέπει η πραγματικότητα να του χαρίζει έναν χαρακτήρα που δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να φανταστεί. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης αρκετές φορές θυμήθηκα τον Απατεώνα του Χαβιέρ Θέρκας, μια εκλεκτή διακειμενική σύνδεση. Θυμήθηκα ωστόσο και το υβριδικό κατασκεύασμα του Ευσταθιάδη, Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά, διαβάζοντας την ιστορία αυτή, απίστευτη έτσι και αλλιώς, ο σημερινός αναγνώστης, εκτός όλων των άλλων, προσπαθεί να θυμηθεί, αν ζούσε τότε, αλλιώς δύσκολα μπορεί να φανταστεί, πώς ήταν η ζωή κάποτε, πώς κάποιος μπορούσε για δεκαοκτώ χρόνια να ζει μεταμφιεσμένος, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια να τα καταφέρνει, σήμερα κάτι τέτοιο, υπό την επέλαση του ψηφιακού στίγματος, θα ήταν αδύνατο, μέχρι η πραγματικότητα να μας χαρίσει κάποιον σύγχρονο Ζαν-Κλωντ Ρομάν δηλαδή.

υγ. Για το Μουστάκι περισσότερα θα βρείτε εδώ, για τη Γιόγκα εδώ. Για το Επιχείρηση σφαγή εδώ, για το Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους εδώ, για τον Απατεώνα του Θέρκας εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δημήτρης Δημουλάς
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

 


Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν - Lucie Rico

Η Πολ, λίγο μετά τα τριάντα πέντε, έχει εγκαταλείψει το χωριό όπου μεγάλωσε, εκεί που η οικογένειά της εκτρέφει και πουλάει πουλερικά, για τη μεγάλη πόλη. Επιστρέφει σπάνια, αυτή τη φορά για τον επικείμενο θάνατο της μητέρας της. Εκείνη, λίγο πριν ξεψυχήσει, θα της ζητήσει/επιβάλει μια τελευταία επιθυμία. Να σφάξει τον Τεοντόρ, το μονόματο κοτόπουλο. «Θα πρέπει κάποιος να σκοτώσει τον Τεοντόρ. Τον μονόματο. Θα ήθελα να το αναλάβεις εσύ». Εκείνη δέχεται, είναι πιο εύκολο να δεχτεί παρά να αρνηθεί, ο θάνατός της, πιστεύει, θα την απαλλάξει από την υποχρέωση αυτή, τότε η μητέρα δεν θα υπάρχει. «Είναι, αναμφίβολα, δύσκολο να πει κάποιος στα παιδιά του τι στ' αλήθεια προσδοκά εκ μέρους τους». Και τα παιδιά, από μικρά ακόμα, κουβαλούν αυτό το ανείπωτο παράπονο σταυρό στις πλάτες, το ανικανοποίητο των γεννητόρων, τη διαρκή μομφή που αιωρείται, ακόμα και όταν τα παιδιά μεγαλώσουν και απογαλακτιστούν και αποκτήσουν βάδισμα και εγκαταλείψουν την οικογενειακή στέγη και πάρουν, πιστεύουν, τη ζωή στα χέρια του, εκείνη η μομφή διαρκώς αιωρείται. Έτσι συμβαίνει.

«Η Πολ έκλεισε, για την επομένη, ένα πάγκο στην αγορά. Θα μοσχοπουλήσει τον Τεοντόρ και, στη συνέχεια, θα αποδεσμευτεί. Λέει και ξαναλέει: έτσι πρέπει να γίνεται με τα νεκρά κοτόπουλα». Πάνε είκοσι χρόνια τώρα που εκείνη δεν τρώει κρέας. Ήταν τα δέκατα έκτα γενέθλιά της, έφαγε μια μπριζόλα καπνιστή, κάπνισε το πρώτο της τσιγάρο, είδε τη μητέρα της να κάνει κάτι που έκανε σε όλη της τη ζωή, να πιάνει ένα κοτόπουλο που με τόση αγάπη και φροντίδα είχε μεγαλώσει και να το στραγγαλίζει με τα γυμνά της χέρια, της φάνηκε ξάφνου παράλογο. Τώρα όμως βρίσκεται εδώ, η τέφρα της μητέρας της σε ένα βάζο πάνω στο τραπέζι, ο Τεοντόρ ανύποπτος στην αγκαλιά της. Μια τελευταία υπόσχεση, να σφάξει τον Τέοντορ, και ύστερα θα είναι ελεύθερη να γυρίσει στη μεγάλη πόλη να συνεχίσει τη ζωή που επέλεξε για εκείνη, το τελευταίο νήμα θα έχει κοπεί. Παίρνει μολύβι και χαρτί. Σημειώνει ό,τι της έρχεται στο κεφάλι για τον Τεοντόρ. «Κοτόπουλο εύρωστο και γλυκό, μαθημένο στην προσήλωση και την τρυφερότητα, κοτόπουλο που αξίζει την αγάπη. Κι ύστερα "κοτόπουλο-κλόουν". Θα ήθελε εκείνοι που θα το καταβροχθίσουν να έχουν συνείδηση της κατάστασής του».

Την επομένη θα πάει στην αγορά. Θα πουλήσει τον Τεοντόρ. Γυρίζοντας στο σπίτι των παιδικών της χρόνων έχει ξοφλήσει το τελευταίο γραμμάτιο που σύναψε με τη μητέρα. Είναι πια ελεύθερη. Είναι πια ελεύθερη; «Είναι, αναμφίβολα, δύσκολο να πει κάποιος στα παιδιά του τι στ' αλήθεια προσδοκά εκ μέρους τους». Η αντίδραση των παιδιών είναι συνήθης, επί αυτής σφυρηλατείται ο προθάλαμος της ενήλικης ζωής. Αρκεί μια ελάχιστη, στο μάτι του παρατηρητή τέτοια, για το υποκείμενο τεράστια και καθοριστική, διαφοροποίηση. Θα το κάνω, σκεφτόμαστε, με τους δικούς μου όρους. Έτσι όπως εγώ το θέλω. Καμία σχέση με όσα έκαναν εκείνοι. Καμία σχέση. Οι νεκρολογίες σε μορφή βιογραφικού σημειώματος, ξεχωριστή για κάθε πτώμα, είναι η καθοριστική διαφοροποίηση, μια πράξη αγάπης που έρχεται να ρίξει καθησυχαστικό μανδύα στη δολοφονία και την πώληση της νεκρής, ξεπουπουλιασμένης σάρκας. Η Πολ, χωρίς να το σχεδιάσει, χωρίς να το καταλάβει καλά-καλά, συνεχίζει την οικογενειακή επιχείρηση, είπαμε όμως, με τους δικούς της όρους, ιδία επιλογή και βούληση, αναβάλει ολοένα και περισσότερο την επιστροφή, ο αγαπητικός απαντά στα τηλέφωνα, δείχνει κατανόηση σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως πένθος.

Η Ρικό, γεννημένη το 1988 στο Περπινιάν της Γαλλίας, κάνει το λογοτεχνικό της ντεμπούτο με το μυθιστόρημα αυτό, το οποίο με μια πρώτη ματιά θα μπορούσε να το κατατάξει κανείς στην οικολογική πεζογραφία, άλλωστε το 2021 το Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν τιμήθηκε με το βραβείο οικολογικού μυθιστορήματος. Όμως, με κάθε αυστηρή κατάταξη συμβαίνει αυτό, δεν είναι μόνο ένα οικολογικό μυθιστόρημα. Σε μια εποχή που στη Γαλλία, όπως και στη χώρα μας, η κτηνοτροφία βρίσκεται στο επίκεντρο, ένας κλάδος που τις τελευταίες δεκαετίες έχει πλήρως βιομηχανοποιηθεί, η Πολ, χορτοφάγος από επιλογή, νιώθει πως βιογραφώντας το κάθε κοτόπουλο διαφεύγει του αιματοβαμμένου μοτίβου. Το εύρημα αυτό, παιχνιδιάρικο περισσότερο παρά πρωτότυπο, επιτρέπει στη Ρικό να γλεντήσει τους τρόπους με τους οποίους πείθουμε εαυτούς σχετικά με την ηθική μας υπεροχή, τις δικαιολογίες που μετερχόμαστε για να αναδυθούμε ξεχωριστοί και ακέραιοι. Μαύρο χιούμορ, όπως το αίμα από τα σφαγμένα κοτόπουλα, στο όριο της φάρσας. Η συγγραφέας αξιοποιεί το εύρημά της, το εντάσσει σε μια πλοκή ολοένα και πιο αποκαλυπτική για την τύχη που η αυτοπειθώ αναπόφευκτα έχει.

Το εύρημα, ωστόσο, εξαρχής ταυτίζεται με την ικανοποίηση της γονεϊκής επιθυμίας, καίτοι ανείπωτη, γενική και ανικανοποίητη, παγίδα, παρότι εμφανής, δύσκολο να αποφευχθεί κατά την αυτόνομη βάδιση. Θυμήθηκα ένα μικρό μυθιστόρημα που διάβασα πριν από δώδεκα χρόνια και ακόμα το θυμάμαι, το Δείπνο με μύδια, της Μπιργκίτ Βαντερμπέκε, τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύτηκε τον πόλεμο εντός της οικογενειακής εστίας πίσω από ένα ξεχωριστό δείπνο με μύδια. Σίγουρα το Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν ικανοποιεί τις συμβατικές υποχρεώσεις του οικολογικού μυθιστορήματος, με τρόπο ευφυώς πλάγιο αναφέρεται στην βιολογική κτηνοτροφία, στις αρετές με τις οποίες ενδύονται οι οικογενειακές, μικρές φάρμες, το πλεονέκτημα που διαθέτουν έναντι της βιομηχανοποιημένης κτηνοτροφίας, όχι μόνο σε επίπεδο ποιότητος αλλά και ηθικής. Και το κάνει με ένα τρόπο έξυπνο, αποφεύγοντας το προφανές που όλοι γνωρίζουμε ή απλώς κάνουμε πως δεν γνωρίζουμε, δεν στοχεύει να ενημερώσει το καταναλωτικό κοινό για τις συνθήκες διαβίωσης, εκτροφής και θανάτωσης των πτηνών, το πώς η αγορά καιροφυλακτεί να εκμεταλλευτεί το όποιο πλεονέκτημα, αλλά κυρίως, όπως κάνει με την ίδια την Πολ, έτσι και με τον αναγνώστη, η Ρικό τοποθετεί στο επίκεντρο όλες αυτές τις δικαιολογίες, όλα αυτά τα κομμάτια γαματοσύνης που μας κάνουν να νιώθουμε ξεχωριστοί, και σε αυτή την επικράτεια.

Δεν εξαντλείται όμως σε αυτό το μυθιστόρημα αυτό. Με τη μητέρα πια νεκρή και απενεργοποιημένη, η Πολ θεωρητικά, έτσι πρόσμενε, είναι πλέον ελεύθερη και απαλλαγμένη από όλο αυτό το βάρος που εν ζωή οι δικοί της άφηναν με τα χρόνια στους ώμους της. Η φυγή και η χάραξη μιας ζωής εντελώς διαφορετικής δεν ήταν, ποτέ δεν είναι, αρκετή. Το κομμάτι της αυτογνωσίας απαιτεί πολλά περισσότερα, η απλή ερώτηση, ποια είμαι, μόνο απλή δεν είναι. Το αντιπαράδειγμα, το οποίο οι γονείς συχνά προσωποποιούν, αποδεικνύεται δυσκολοκατάβλητο, μοιάζει απλό το να μην γίνω σαν αυτούς αλλά μόνο απλό δεν είναι. Η Ρικό, εκτός από το οικολογικό κομμάτι, με το οποίο έρχεται να επιτεθεί στην αυτοεικόνα μας ως καταναλωτές, διαπραγματεύεται, σε δεύτερο αλλά καθοριστικό επίπεδο, την προαιώνια διαμάχη γονέα-τέκνου, και δη νεκρού γονέα-τέκνου.

Η συγγραφέας με τρόπο ευφάνταστο, χωρίς να απολύει τον βηματισμό, δίνοντας την απαραίτητη προσοχή στις μικρές λεπτομέρειες της πλοκής, διατηρώντας ένα διαολεμένο κέφι να κανιβαλίσει και να δει το γέλιο να παγώνει στο πρόσωπο του αναγνώστη, χωρίς να έχει και να εκφράζει πρόθεση να διδάξει, άλλωστε, κάποια που γράφει ένα τέτοιο μυθιστόρημα θα έπρεπε να είναι η πρώτη που γνωρίζει πόσο τρωτή είναι η αυτοεικόνα μας στην εποχή της ιδιώτευσης και της ατομικής ευθύνης, παραδίδει ένα χορταστικό μυθιστόρημα, που διαφεύγει με άνεση των ειδολογικών του περιορισμών, μια ευχάριστη έκπληξη.

υγ. Για το Δείπνο με μύδια περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Μαρία Γυπαράκη
Εκδόσεις Στίλβη

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Η πηγή των δακρύων - Jean-Paul Dubois

Η πηγή των δακρύων είναι το τρίτο βιβλίο του Ζαν-Πωλ Ντυμπουά που μεταφράζεται στα ελληνικά. Είχαν προηγηθεί Ο φωτογράφος της Τουλούζης (μτφρ. Κώστας Κατσουλάρης, εκδόσεις Διήγηση) και το Δεν κατοικούν όλοι οι άνθρωποι τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο (μτφρ. Μαρία Γαβαλά, εκδόσεις Δώμα) για το οποίο είχε τιμηθεί το 2019 με το σημαντικό βραβείο Goncourt.

Ο θεματικός άξονας περιστροφής του μυθιστορήματος είναι γνώριμος και λογοτεχνικά πολυφορεμένος, η ταραχώδης, κακή σχέση γιου πατέρα, ο πρωτοπρόσωπος απολογισμός από τον γιο μετά τον θάνατο του γεννήτορα, παρότι κάθε τέτοια δυάδα, παρά τα όποια κοινά μοτίβα, μοιάζει και ίσως και να είναι στον πυρήνα της μοναδική. Ο Ντυμπουά προσθέτει ένα επεισόδιο-σφήνα, ένα εύρημα καθοριστικό. Ο Πωλ, αφού ταξίδεψε από τη Γαλλία για τον Καναδά με σκοπό να φέρει πίσω το σώμα του νεκρού από φυσικά αίτια πατέρα του, το βράδυ της δεκάτης εβδόμης Μαρτίου του 2031 θα μπει στο νεκροτομείο, θα τραβήξει έξω το συρτάρι και θα τον πυροβολήσει δύο φορές στο κεφάλι. Θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στο δικαστήριο, από το οποίο και θα υποχρεωθεί σε δωδεκάμηνη ψυχοθεραπεία, ως βασική προϋπόθεση για την αναστολή της ποινής του.

Το εύρημα με τον πυροβολισμό του νεκρού συνεισφέρει διπλά στο μυθιστόρημα. Στο πνεύμα, καθώς η παράλογη αυτή πράξη, που δείχνει ταυτόχρονα προς δύο, φαινομενικά αντιδιαμετρικές, κατευθύνσεις, εκείνη του γκροτέσκο και εκείνη των σκοτεινών υδάτων στον βυθό της ψυχής του Πωλ, το ολοκληρωτικό μίσος για τον πατέρα, την ανάγκη να έχει τον τελευταίο λόγο στον θάνατό του, προσδίδει στο μυθιστόρημα μια παιγνιώδη ίντριγκα. Αλλά και στην αφηγηματική κατασκευή, αφού η ψυχοθεραπεία στην οποία αναγκάζεται ο Πωλ θα αποτελέσει το κυρίως όχημα για την εξέλιξη της πλοκής μέσω της ανάληψης των όσων προηγήθηκαν, το κυρίως κομμάτι του παγόβουνου, δηλαδή.

Η παιγνιώδης αυτή ίντριγκα διατηρεί διαρκώς εν αμφιβόλω τη στάση του συγγραφέα απέναντι στον αφηγητή-ήρωα, που γεννήθηκε στην Τουλούζη και όχι στη Θήβα· τον συμμερίζεται ή τον ειρωνεύεται, τον αγαπά ή τον περιφρονεί, αναρωτιέται συχνά-πυκνά ο αναγνώστης. Ο Ντυμπουά έχει μια καλή ιστορία να αφηγηθεί, αλλά και την απαραίτητη μαστοριά, συνδυασμός πρωταρχικής και ύψιστης σημασίας στη συγγραφή. Όμως, δεν αρκείται σε αυτό. Εκείνο που διαφοροποιεί το Η πηγή των δακρύων από άλλες καλλιτεχνικές εκφάνσεις της σχέσης πατέρα-γιου είναι ο ευφυής τρόπος αποφυγής του εγκλωβισμού στο ιδιωτικό της προσωπικής ιστορίας, μένοντας ωστόσο εντός του αφηγηματικού πλαισίου και στα όσα εξ αυτού εκπορεύονται, χωρίς να δοκιμάζει τη διαφυγή σε επικράτειες ψευδοδοκιμιακές ή ψευδοφιλοσοφικές.

Χωρίς, λοιπόν, να χάνει τον έλεγχο της ατομικής ιστορίας του Πωλ, ο Ντυμπουά διαπραγματεύεται τον θάνατο απεκδυόμενος την όποια αλλοτινή, ιδεαλιστική και προσποιητά ηθική, κοινωνική στάση απέναντί του. Όπως κάθε έκφανση της ζωής, έτσι και το τέλος της, άλλο δεν αποτελούν παρά μια οικονομική και πολιτική συνισταμένη, που υποσκελίζει ακόμα και το παρωχημένο πια θέσφατο της δικαίωσης του νεκρού ως αναφέρετο προνόμιο. Σ' αυτή την κατεύθυνση, εκμεταλλεύεται και την επαγγελματική ιδιότητα του Πωλ, που είναι ιδιοκτήτης μιας εταιρείας που παρασκευάζει νεκρικούς σάκους, η οικονομική επιτυχία της οποίας καθορίζεται από την έγκαιρη πρόβλεψη των ανά την υφήλιο θανατηφόρων κινδύνων —πείνα, ασθένειες, πόλεμοι—, ώστε η παραγωγή να μπορέσει να ανταποκριθεί στις αυξομειώσεις της ζήτησης και να επιζήσει του σκληρού ανταγωνισμού.

Οι συνάξεις των επαγγελματιών του θανάτου φέρνει στον νου του αναγνώστη το μυθιστόρημα του Ματίας Ενάρ, Το ετήσιο συμπόσιο της συντεχνίας των νεκροθαφτών, ενισχύοντας περαιτέρω την κεντρική κωμικοτραγική αντίφαση ενός επαγγελματία του θανάτου απέναντι στον θάνατο. Η ακριβής πρόζα τού Ντυμπουά, αλλά και η αμφίσημη στάση του απέναντι στον ήρωά του και κατ' επέκταση στα ανθρώπινα, θυμίζει κάτι από Ουελμπέκ, η εικόνα ενός αρλεκίνου που φαινομενικά υπακούει τις εντολές και τις ορέξεις της αυλής, αλλά κατά βάθος της βγάζει τη γλώσσα, παρότι στα καμαρίνια ίσως και να κλαίει.

Η πηγή των δακρύων είναι ένα καλό μυθιστόρημα, αβίαστα προκλητικό και σύγχρονο, που δεν αναλώνεται στη συναισθηματική αναμάσηση της θεματικής πατέρας-γιος. Τη φροντισμένη έκδοση, με τον ταιριαστό πίνακα του Γκόγια στο εξώφυλλο, επιμελήθηκαν οι εκδόσεις Δώμα, τη μετάφραση έφερε εις πέρας με μεράκι η Στέλα Ζουμπουλάκη.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 
 
Μετάφραση Στέλα Ζουμπουλάκη
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2025

Θλιβερός τίγρης - Neige Sinno

Το ανέβαλα διαρκώς. Λες και αν αναβάλλει κάτι κανείς διαρκώς τότε αυτό κάποτε παύει να εκπέμπει, αν κλείσω τα μάτια, ο κόσμος σταματά, η ιστορία παγώνει, ο ζόφος αραιώνει, σβήνει, χάνεται, λες και. Υποψιάζεσαι, σχεδόν είσαι σίγουρος, πως ο κόσμος δεν σταματά, η ιστορία δεν παγώνει, ο ζόφος δεν αραιώνει, δεν σβήνει δεν χάνεται, ωστόσο, επιμένεις να κλείνεις τα μάτια, αναβάλλεις διαρκώς, αντί να συνυπολογίσεις το προνόμιο σου, να αναβάλεις διαρκώς, να κλείνεις τα μάτια, το μετατοπίζεις στην επικράτεια της υψηλής ηθικής, της αρετής, λες, ξέρω εγώ τι συμβαίνει, δεν χάνω ευκαιρία να το εκστομίζω, να αναφέρομαι σε αυτό, πρόσφατα έμαθες την έννοια του δυσθεϊσμού, ένα ακόμα σημαιάκι στο κατάστρωμα του σαπιοκάραβου, ενός ναυαγίου που νομίζει πελάγη πως διασχίζει, σε θάλασσα πλαστική, είναι αρετή, λες, να μην αδιαφορείς, να μη λες, και τι με νοιάζει εμένα, να στέκεσαι σκυφτός πίσω από την από καιρό σβηστή ταμπέλα της υψηλής λογοτεχνίας, να επικαλείσαι διαρκώς το πορνό μιζέριας, μην είστε μίζεροι, μην διανοηθείτε να με ξεγελάσετε, να με κατευθύνετε συναισθηματικά, κάνετε, λες, σημαία τον πόνο σας, τον μεγαλοποιείτε, παραποιείτε το διαβατήριο για να ζητήσετε άσυλο και να επωφεληθείτε από τα επιδόματα της γης της λογοτεχνίας, με το δάχτυλο δείχνεις το θύμα, σίγουρος για τον εαυτό σου, αναπαυτικά καθισμένος σε θρόνο γελοίο.

«Τελικά η περιβόητη φράση του Αρτό (που την παραθέτει όλος ο κόσμος με κάθε αφορμή), εκείνη που λέει ότι ποτέ κανείς δεν έγραψε ή ζωγράφισε, σμίλεψε, έπλασε, κατασκεύασε, επινόησε κάτι παρά μονάχα για να βγει ουσιαστικά από την κόλαση, είναι ίσως μια σκανδαλώδης παρεξήγηση. Στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο, δηλαδή όποιος γράφει, σχεδιάζει κ.λπ. έχει ήδη βγει από την κόλαση και ακριβώς γι' αυτό μπορεί και γράφει. Διότι όταν είσαι μέσα στην κόλαση δεν γράφεις, δεν αφηγείσαι τίποτα, μήτε κι επινοείς, απλώς σε υπεραπασχολεί το γεγονός πως βρίσκεσαι μέσα στην κόλαση.

Αν μπορούμε να μιλήσουμε γι' αυτό, γράφει η Βιρτζίνια Γουλφ, είναι γιατί το συμβάν έχει αποσπαστεί από τον καθαρό πόνο που βιώνεται με τρόπο εξωπραγματικό. Γίνεται πραγματικό μόνο όταν συλλαμβάνεται μέσω της γλώσσας».

Και είναι ακριβώς αυτό το απόσπασμα που συνοψίζει μεγάλο μέρος του πυρήνα του βιβλίου της Σινό, ακόμα και του περιγραφικού σκέλους –παρενόχληση, βιασμός, ενοχές, εφιάλτες, απόφαση, δικαστήρια, επόμενη μέρα–, κυρίως όμως του αντίστοιχου κατασκευαστικού –του γιατί της αφήγησης, του γιατί τώρα, του γιατί σε μορφή βιβλίου, του γιατί της εξωστρέφειας. Και κατά κάποιο τρόπο είναι ακριβώς αυτό το απόσπασμα που συνοψίζει μεγάλο μέρος του πυρήνα της ανάγνωσης, ακόμα και του λογοτεχνικού σκέλους –να κάνεις ένα βήμα αριστερά, να βγεις από τον θάλαμο της πραγματικότητάς της, να αναφερθείς με όρους κριτικής και αντικειμενικότητας, να εντοπίσεις αρετές και προβλήματα, να αποφανθείς επί της ποιοτικής αξίας–, κυρίως όμως του αντίστοιχου συναισθηματικού –να νιώσεις το στομάχι κόμπο, να εξοργιστείς, να συμπονέσεις, να λυγίσεις κάτω από το βάρος της ανεπάρκειας, να πιαστείς στον ιστό μιας απόπειρας προσευχής, να θυμώσεις περαιτέρω με την πιθανότητα και μόνο της ύπαρξης μιας παρουσίας εκεί ψηλά.

Και μπορεί να είσαι μαλάκας, αν δεν σε νοιάζει, αλλά και το να σε νοιάζει, δεν σε κάνει καλό, αυτή η ανημπόρια, αυτό το αφελές χτύπημα στην πλάτη, αχ την καημένη, τι ζωή και αυτή, δεν μετατοπίζει τη συνάρτηση του ζόφου. Τα λογοτεχνικά κριτήρια, τα αισθητικά, εκείνο που η ανάγνωση αναμένουμε να μας χαρίσει, μια επαφή με το υψηλό, μια παρηγοριά καθώς κουλουριασμένοι μένουμε ανάπνευστοι στη γωνιά του μπούνκερ, μήπως και απαλλαγούμε για λίγο από όλο αυτό το περίκλειστο σύμπαν πανικού και αγωνίας, αυτά, λοιπόν, τα κριτήρια τα λογοτεχνικά μάλλον μόνο μέσα από την ενοχή δύναται να αναδυθούν, μα είναι δυνατόν να απολαμβάνω την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, να σημειώνω φράσεις και να επισημαίνω αρετές γραφής, αναρωτιέσαι συχνά πυκνά κατά τη διαδρομή, νιώθεις το τέρας μέσα σου να βρυχάται, συντρίβεσαι γύρω από τις στιγμές της εξόδου, της αποστασιοποίησης, ένα προνόμιο να, μπορείς να αναπνεύσεις, να προσεγγίσεις μέσω ποικίλων διαδρομών το αφηγηματικό κατασκεύασμα, να βρεθείς σε μια παρέα, να μοιραστείς την ανάγνωση, να πεις: τι ζοφερή ιστορία, τι ωραία κατασκευή, να, υπάρχει η λέξη μυθιστόρημα στο εξώφυλλο, ποιο θα είναι το επόμενο.

Δεν παύει εκεί η ενοχή. Πάντα από θέση προνομίου, μπορεί και να εξισώσεις το τερατώδες βίωμα με την θεόσταλτη έμπνευση που επισκέπτεται τους συγγραφείς, σχεδόν να πεις τι τυχερή που είχε στα χέρια της ένα υλικό τέτοιο, μια τόσο δυνατή ιστορία, το τέρας βρυχάται, μοιάζεις σε αυτό, η γαματοσύνη ραγίζει και θρυμματίζεται μπροστά στα μάτια σου, ανακατεύεται με τη σκόνη του ασκούπιστου σαλονιού, την πατάς πηγαίνοντας να γείρεις σε έναν ύπνο χωρίς εφιάλτες, να αγκαλιάσεις ένα ανθρώπινο πλάσμα που ήδη έχει ζεστάνει το κρεβάτι, να το μολύνεις και εκείνο. Σκέφτομαι πως εκεί κοντά αναβλύζει γάργαρη η πηγή της ενοχοποίησης του θύματος, γιατί δεν έκανε κάτι γι' αυτό, γιατί τώρα μας τα λέει όλα αυτά, τι μας νοιάζει, συμβαίνουν αυτά, κρίμα αλλά έχω και εγώ τα δικά μου, που για κάποιο λόγο –επειδή είμαι γαμάτος, μην τα ξαναλέμε– απέφυγα όλες τις επικίνδυνες ατραπούς.

Η παραπάνω ενοχή, να διαβάζεις κάτι τέτοιο και να το απολαμβάνεις λογοτεχνικά, μετατρέπεται ξανά και ξανά σε προνόμιο, πάλι και πάλι το ίδιο σχήμα, να εξυψωθείς και να πεις πως αυτό το βιβλίο μου άρεσε γιατί ήταν καλογραμμένο και όχι γιατί παρασύρθηκα συναισθηματικά, γιατί ένιωσα πως το ελάχιστο που θα μπορούσα να κάνω –διότι είμαι γαμάτος και πάντα επιθυμώ να κάνω κάτι, τα είπαμε κιόλας αυτά– θα ήταν να μην νιώσω πως αυτό το βιβλίο –ο Θλιβερός τίγρης της Νεζ Σινό σε μετάφραση Λίζυς Τσιριμώκου– μου άρεσε γιατί το αφηγηματικό υποκείμενο υπέφερε όλα αυτά τα αισχρά από τον πατριό της, γιατί κατάφερε να επιζήσει, γιατί μπόρεσε να καταγράψει την εμπειρία της, να βγει, όσο μπορεί κανείς να βγει, απ' όλο αυτό και να το περιγράψει. Προνόμιο είναι επίσης να πεις πως νιώθεις μια συγγένεια μαζί της, και εσύ, να πεις, διαβάζεις και γράφεις για να κατανοήσεις και να αποφύγεις την πραγματικότητα.

υγ. Πρόσφατα διάβασα αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Λίζυ Τσιριμώκου
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας 

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025

Όλο το μισό του κόσμου - Alice Zeniter

Τα μυθιστορήματα για τη γραφή και τα δοκίμια για την ανάγνωση· η –ένοχη– απόλαυσή μου. Τα πρώτα για τη γέφυρα που ρίχνουν ανάμεσα στις δύο όχθες, το (κρυφο)κοίταγμα από την κλειδαρότρυπα, τα δεύτερα για το πάθος τους, γι' αυτό το εγώ δεν είμαι κριτικός είμαι αναγνωστικό υποκείμενο, πρώτα και κύρια, αυτοπροσδιορίζονται έτσι. Ό,τι απόπειρα πρόζας έχω κάνει, (φιλοδοξεί να) έχει τη λογοτεχνία στον πυρήνα, το παλίμψηστο των διαβασμάτων και των ιστοριών γραφής, η πλοκή, η όποια πλοκή, είναι μάλλον προσχηματική. Ό,τι κάνω εδώ ζηλεύει (φθονεί μανιασμένα) τα δοκίμια για την ανάγνωση που διαβάζω, όσο ψηφιοποιείται ο κόσμος τριγύρω, τόσο το πάθος, το συναίσθημα εν γένει, ο υποκειμενισμός αποτελούν μια επικράτεια ποθητή, η αντικειμενικότητα, η όποια αντικειμενικότητα έχει αλωθεί δια παντός.

Και αν από τη μια, απόρροια της ανάγνωσης, στέκει η εμπειρία της ζωής, ποικιλότροπη και πολύχρωμη, πολύσημη σίγουρα, αποκαλύπτεται, αρχειοθετείται και τα κρακ ακούγονται πότε ρηχά και πότε βαθειά, υπάρχει ακόμα κάτι το οποίο αναδύεται. Μιλώ για το προνόμιο. Καταστάσεις που ποτέ δεν βίωσα, πεποιθήσεις παγιωμένες από την έλλειψη ανάγκης προσφυγής σε αυτές, η άλλη πραγματικότητα, η οπτική γωνία, κρυφή και σιωπηλή για αιώνες, που αποκαλύπτει έναν κόσμο ζοφερό, ταυτόχρονα, έναν κόσμο που αλλάζει, αργά, βαρετά, αλλά αλλάζει. Και επειδή όλα καταλήγουν, από το ένα ή το άλλο μονοπάτι, στην πολιτική, έχει σημασία να αναλογιστεί κανείς το διακύβευμα, ανάμεσα σε μια, στα όρια της εμμονής, ύμνηση του μακρινού παρελθόντος, τότε ήταν όλα καλά καμωμένα, λένε.

Έτσι συνέβαινε πάντα, έτσι θα συμβαίνει πάντα. Η συντήρηση θα δυσανασχετεί, θα εξυβρίζει το νέο, ώσπου να περάσει στην επικράτεια της συντήρησης, τότε να αναγνωριστεί ως κλασικό, αν και πάλι μόνο φαινομενικά, δεν θα έλειπαν αλλιώς τόσα ονόματα από τους κανόνες. Κάθε φορά που κάποιος σας λέει πως τα βιβλία που σας αρέσουν σήμερα θα έχουν ξεχαστεί σε πενήντα χρόνια, πείτε του: πόσα από τα βιβλία που σας αρέσουν στο χτες θα είχαν ξεχαστεί αν κάποια άτομα δεν γητεύονταν από το φρέσκο, από το σύγχρονό τους. Κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις.

Αναρωτιέμαι συχνά: είναι άραγε συμπτωματική η ομοιότητα ανάμεσα σε εκείνους που επιχειρούν να υψωθούν πάνω από όλα και να θέσουν περιορισμούς και υποχρεώσεις σε μια διαδικασία όπως η ανάγνωση, να ορίσουν το σωστό και το λάθος, το υψηλό και το χαμηλό, είναι σύμπτωση η λευκότητα, η αρρενωπότητα, η μέση και προς τα πάνω ηλικία; Δύσκολα. Και δεν σταματούν εκεί, προχωρούν και μας ανακοινώνουν γιατί πρέπει να μας αρέσει, πώς αναμένεται να νιώθει κανείς, ποιο είναι τελικά το διακύβευμα της αναγνωστικής πρακτικής, γεμάτος φωνακλάδες μέντορες ο τόπος. Αν επιχειρούσε κανείς να διακρίνει τους αναγνώστες σε δύο κατηγορίες, σίγουρα γενικεύοντας, τότε ένας διαχωρισμός ίσως να ήταν αυτός ανάμεσα σε εκείνους που διαβάζουν για να επιβεβαιώσουν –αλλά και να επιμηκύνουν– τις βεβαιότητές τους για το πώς –θα έπρεπε να– είναι ο κόσμος και σε εκείνους που γυρεύουν το ανάποδο, τη διαπλάτυνση του ορίζοντα, την περιστροφή γύρω από την εμπειρία και τη γνώση, την πολυσημία, τα κρακ στον εγκέφαλο, το μπορεί να είναι έτσι αλλά μπορεί και να είναι αλλιώς, να χύσουν το μελάνι ανάμεσα στο μαύρο και το λευκό, να ποδοπατήσουν το έτσι είναι τα πράγματα γιατί έτσι.

Μια μεγάλη εισαγωγή ήταν αυτή.

Η Ζενιτέρ, γεννημένη στη Γαλλία το 1986, μεταφρασμένη και διαβασμένη, ξεκινά να γράφει αυτό το βιβλίο εν μέσω πανδημίας, όταν επικράτησε η άποψη, αποτυπώθηκε σε νούμερα πωλήσεων, πως το αναγνωστικό κοινό αυξήθηκε κατακόρυφα, οι άνθρωποι έβρισκαν καταφύγιο στην ανάγνωση μένοντας στο σπίτι υποχρεωτικά. Και όμως, λέει η Ζανιτέρ και επιβεβαιώνω, αυτή η ανωμαλία εξέτρεψε τη σχέση της με την ανάγνωση, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, η διαρκής ενημέρωση αποτέλεσε επίδικο, η ανάγκη του μυαλού να καταπνίξει τον φόβο του ιού, οι νησίδες ηρεμίας, με κόπο δημιουργημένες, πλημμύρισαν. Γυρίζει πίσω στο 2010, όταν διαβάζοντας την Gurdian έμαθε για το τεστ Μπέκντελ, το οποίο εξετάζει τρία στοιχεία στο κάθε έργο: α. την ύπαρξη δύο βασικών γυναικείων ρόλων, που β. μιλάνε μεταξύ τους αλλά γ. όχι αποκλειστικά για άντρες.

Δεν είναι δύσκολο να πειστεί κανείς πως η τεράστια πλειοψηφία των έργων, απόλυτη όσο πηγαίνουμε πίσω στον χρόνο, δεν προβιβάζεται, το δύσκολο είναι να πειστεί κανείς πως ένα τέτοιο τεστ χρειάζεται, πως το κόψιμο σημαίνει κάτι. Αυτό, είμαι σίγουρος πως θα πουν, δεν έχει σημασία, σημασία έχει η ποιότητα, που βέβαια, θα πω εγώ, κάποιοι την όρισαν και την επέβαλλαν, παρέα με την ευρύτερη πρόσληψη και περιγραφή του κόσμου. Αυτά, θα επιμείνουν, έχουν ειπωθεί ήδη, το θέμα είναι το πώς, θα επιμείνουν και απλά θα ενισχύσουν την αναγκαιότητα η παρτίδα να παιχτεί ξανά.

Με πάθος περισσό και αγάπη βαθειά για τη λογοτεχνία, η Ζανιτέρ θα πιάσει την άκρη του μίτου που οδηγεί μέσα σε αυτόν τον λαβύρινθο, στον οποίο διάφοροι Μινώταυροι κατοικοεδρεύουν έτοιμοι να την κατασπαράξουν τώρα που αρνήθηκε η Αριάδνη τον Θησέα, ακόμα και εκείνος σε κάποιο δωμάτιο θα την προσμένει. Το τρομακτικό –σκόπιμη επιλογή λέξης– δεν είναι πως όσα καταθέτει η Ζανιτέρ αποτελούν κάτι πρωτότυπο, δεν φέρει κάτι νέο, αλλά, εκεί είναι το τρομακτικό, αναφέρεται σε πράγματα που ένας λευκός, δυτικός άντρας, όπως εγώ, δεν είχε ποτέ σκεφτεί, αν τα είχε σκεφτεί, ελπίζω πως θα ήταν κιόλας απαντημένα, τότε θα έλεγα πως όλα αυτό είναι αναμασημένες κοινοτοπίες, όμως, δυστυχώς, κάτι τέτοιο δεν μπορώ να το ισχυριστώ. Το πρόβλημα, ναι πρόβλημα είναι και μάλιστα μεγάλο, είναι πως μέρος του πληθυσμού, σε ευθεία αναλογία με τα προνόμια του, δεν έχει ποτέ χρειαστεί να το σκεφτεί, να το επισημάνει, να το αναδείξει, δεν ήταν όλα αυτά χαλικάκια ενοχλητικά στη διαδρομή, όλα ήταν στρωμένα με άσφαλτο άλφα ποιότητας, το έδαφος από κάτω έβραζε.

Η Ζανιτέρ μοιάζει να γράφει αυτό το δοκίμιο όχι τόσο για να πείσει ή να αποδείξει αλλά για να συνομιλήσει με την εαυτή της, να την παρατηρήσει ως αναγνώστρια-μετανάστη σε μια ξένη και συχνά αφιλόξενη γη, στην οποία μετοίκησε από ανάγκη, με μια αθωότητα που βήμα το βήμα κατακρημνιζόταν. Και πώς συνέβαινε αυτό; Πάμε πάλι πίσω στη σημασία της γραφής και της ανάγνωσης. Με τον καιρό το καλαθάκι της γέμισε, πρόσθεσε σε αυτό το δικό της κεφάλαιο, και κάπως έτσι το βιβλίο αυτό πήρε μορφή, σχήμα και περιεχόμενο.

Η θέση προνομίου από την οποία καθένας παρατηρεί τον κόσμο τριγύρω, βιώνει σε γενίκευση την ανθρώπινη εμπειρία και άρα και τη λογοτεχνία από τη μια ή την άλλη όχθη του ποταμού, καθορίζει εν πολλοίς την κάθε ανάγνωση και άρα και την άποψη, θέση ή στάση που κρατάμε απέναντι στον κόσμο συνολικά, την αντανάκλασή μας στην επιφάνεια του νερού, ποιοι πιστεύουμε πως είμαστε, ποιοι αρνούμαστε να το δούμε, να το ομολογήσουμε πρώτα και κύρια στους εαυτούς μας, να παραδεχτούμε πως πριν πάρουμε θέση οφείλουμε να πούμε: ποτέ δεν υπήρξε ανάγκη να σκεφτώ τα πράγματα από αυτή την πλευρά, κάπως έτσι τα κρακ ακούγονται.

Διαβάζω ξανά το κείμενο ως εδώ και παρατηρώ μια κάπως αόριστα εύμορφη αφέλεια, μια πίστη στον άνθρωπο πως απέναντι σε κάτι προφανές θα ομολογήσει και θα επανασχεδιάσει την πορεία του. Όχι. Δεν θα υπήρχαν δεινά στον κόσμο όλο, τότε. Και δεινά υπάρχουν, πολλά, άπειρα, κυρίως δεινά υπάρχουν. Επιστρέφω στους μέντορες, σ' εκείνους που δεν αμφιβάλουν ποτέ και για τίποτα, η αυτοπεποίθησή τους αγγίζει το κοντό τους ταβάνι. Όσο το διαφορετικό γυρεύει τη θέση του, τόσο οπλίζονται εκείνοι, για ατζέντες και δικαιωματισμό κάνουν λόγο, έχουν την εξουσία, έχουν τα χρήματα, έχουν τα όπλα, έχουν στο πλευρό τους και την αντίδραση, τους προδότες του φύλου, της τάξης και της καταγωγής, είναι αποφασισμένοι να κάνουν τα πάντα για να μην αλλάξουν τα πράγματα, να μην απολέσουν τα προνόμια τους αλλά να τα ενισχύσουν ακόμα περισσότερο.

Το δοκίμιο της Ζανιτέρ υπήρξε μάλλον κυριολεκτικά μια ένοχη απόλαυση κατά την ανάγνωσή του, ενοχή για το προνόμιο μου, καλέμι και σφυρί χρησιμοποίησε για να πει πράγματα προφανή για τα οποία δεν θα έπρεπε ακόμα να συζητάμε και όμως ούτε αυτό δεν κάνουμε. Η Ζανιτέρ δεν μίλησε από τη νήσο της βεβαιότητας και της γαματοσύνης, έφερε προσφορά και το δικό της προνόμιο.

Εξαιρετικό.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 

Μετάφραση Ρούλα Γεωργακοπούλου
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας 

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2025

Αδειάζοντας το σπίτι των γονιών μου - Lydia Flem

Είναι ο τρόπος μου να αντιλαμβάνομαι, να γνωρίζω, να παίρνω τη θέση μου, να (με) μαθαίνω, η λογοτεχνία, η ανάγνωση, (και) γι' αυτό διαβάζω, έτσι έχω μάθει να διασχίζω τον κόσμο. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να σημειώσω γιατί θέλησα να διαβάσω το βιβλίο αυτό, όσα χρόνια και αν περάσουν θα το ξέρω καλά.

Ωστόσο, δεν γύρευα ένα εγχειρίδιο. Πρόσφατα διάβασα ένα βιβλίο, στο όριο της αυτοβιογραφίας και της αυτομυθοπλασίας, με θέμα τον γάμο και τον χωρισμό, επειδή διαβάζω για να κατανοήσω την ανθρώπινη εμπειρία και όχι για να διδαχτώ και να απομνημονεύσω, ευτυχώς τελείωσε η περίοδος σχολείο-σχολή, με ενόχλησε το σχόλιο μιας αναγνώστριας με υψηλές βλέψεις ως προς τη θέση της απέναντι στη λογοτεχνία, η οποία χωρίς να ασχοληθεί διόλου με το τεχνικό κομμάτι της κατασκευής, έμεινε απλώς στη σύγκριση της εμπειρίας τής συγγραφέως με τη δική της, έχω παντρευτεί και χωρίσει και ξέρω και δεν είναι έτσι όπως τα λέει εκείνη, είπε εν ολίγοις, άρα μάπα το καρπούζι, απεφάνθη. Και προφανώς καθένας μπορεί να έχει τη γνώμη του, αλλά και αντίστοιχα προφανώς καθένας μπορεί να εκφράζει την αντίρρησή του σ' αυτή κ.ο.κ. Αναφέρω αυτή την όχληση όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά για να θέσω (και για μένα τον ίδιο) ένα ελάχιστο πλαίσιο, ενοχλήθηκα ίσως γιατί θεωρούσα το πλαίσιο αυτό δεδομένο ή, μάλλον καλύτερα, ήθελα τέτοιο να το θεωρώ. Η ανάγνωση, η επαφή με την άλλη εμπειρία, σκέφτομαι, καταργεί τη μονοσημαντότητα του κόσμου τριγύρω, είναι μια από τις κύριες πολιτικές λειτουργίες της γραφής και επερχόμενα της ανάγνωσης.

Γυρίζοντας στο Αδειάζοντας το σπίτι των γονιών μου,  δεν γύρευα ένα εγχειρίδιο και πώς θα μπορούσα, αναρωτιέμαι, να γυρεύει κανείς κάτι τέτοιο, απέναντι σε ένα συναίσθημα καθηλωτικό, την απώλεια των γονιών του, και την παρεπόμενη διαχείριση των υλικών καταλοίπων, τόξο που εκτείνεται από την πλέον σφοδρή και αμείλικτη γραφειοκρατία μέχρι την απόφαση για ένα ζευγάρι πολυφορεμένα παπούτσια. Ακόμα και αν είχα κιόλας βιώσει την αναμέτρηση αυτή, πάλι η ανάγνωση δεν θα είχε κάποιου είδους συγκριτική φιλοδοξία, πώς το έκανε/βίωσε εκείνη, πώς εγώ, τι νόημα θα είχε μια τέτοια σύγκριση, γιατί να διάβαζα ένα βιβλίο εκκινώντας από αυτή την αφετηρία επιθυμίας, συνεχίζω να σκέφτομαι. Σκατά ξέρω και σκατά έμαθα, όταν θα συμβεί θα λυγίσω τα γόνατα, να αποκτήσω χαμηλότερο κέντρο βάρος μήπως μπορέσω να σηκωθώ ξανά, να μπω στο σπίτι, να φυλλομετρήσω χαρτιά, να ανοίξω μαύρες τρύπες από πλαστικό, να πάρω στα χέρια μου ζευγάρια παπούτσια.

Αν γύρευα απαντήσεις/οδηγίες, τότε δεν θα είχε αξία πώς διάβασα το βιβλίο, έτσι και αλλιώς δεν θα το παρατούσα, ακόμα και αν ήταν το πλέον κακογραμμένο, η απάντηση θα μπορούσε να είναι στην τελευταία σελίδα, έτσι διαβάζαμε για τις εξετάσεις στο σχολείο, βιβλία κακογραμμένα, εντούτοις έπρεπε να τα διασχίσουμε ώστε να φτάσουμε στην απέναντι ακτή της όποιας επιτυχίας. 

Σε αυτό το σύνορο αυτομυθοπλασίας-αυτοδοκιμίου βρίσκω συχνά αναγνωστική απόλαυση σε αντίστιξη ίσως με το περιεχόμενο που δένει κόμπο το στομάχι, ίσως γιατί ενεργοποιείται αβίαστα η ενσυναίσθηση, με έναν τρόπο κάπως διαφορετικής δυναμικής και κατεύθυνσης, αφού εδώ το διακύβευμα δεν είναι η κατανόηση του συναισθήματος, της συμπεριφοράς και των κινήτρων του άλλου, αλλά μέσω της εμπειρίας του άλλου η δοκιμασία με το δικό μας συναίσθημα, τη δική μας συμπεριφορά και τα δικά μας κίνητρα. Ο πόνος, άλλωστε, ανάμεσα σε άλλα δύσκολα συναισθήματα, έχει την ιδιότητα τη στιγμή του κατακλυσμού να επιχειρεί να επιβάλλει πως εγώ μόνο νιώθω έτσι, κανείς άλλος ποτέ και πουθενά, βάρος ασήκωτο. Την ίδια στιγμή λεκτικοποιούνται (και εδώ έγκειται η λογοτεχνική επιτυχία κατά τη γνώμη μου) πράγματα που δύσκολα γίνονται λέξεις, ενώ ταυτόχρονα η απαραίτητη, έστω και ελάχιστη, απόσταση που παίρνει το αφηγηματικό πρόσωπο από την εμπειρία του, αποδεικνύεται καθοριστική, αυτός ο χώρος, είπα μπορεί και ελάχιστος, που επιτρέπει στο στήθος να κινηθεί για να χωρέσει μια ακόμα απαραίτητη αναπνοή. Θέλω ίσως με όλα αυτά απλώς να πω πως δεν έχει σημασία τι θα κάνει η Φλεμ απέναντι σε ένα ζευγάρι παπούτσια, αλλά το γεγονός το ίδιο, πως θα βρεθεί απέναντι σε ένα ζευγάρι παπούτσια.

Συχνά γίνεται λόγος για την ιδιωτεία που ολοένα και περισσότερο καταλαμβάνει τη λογοτεχνία, την ανθρώπινη έκφραση, πως πια δεν υπάρχει η φιλοδοξία του οικουμενικού αλλά η κοντή ματιά του ατομικού. Δεν αμφισβητώ πως σε ένα βαθμό αυτό συμβαίνει. Ωστόσο, η γραφή, η έκφραση εν γένει, αποτελείται από ένα ζεύγος, πομπός και δέκτης, σιγά τη σοφία που ξεστόμισα θα πείτε με το δίκιο σας, μισό λεπτό ωστόσο, το λέω για να θυμίσω πως η ευθύνη επιμερίζεται ανάμεσα στα δύο μέρη, μια γραφή μπορεί σίγουρα να είναι έμπλεη ιδιωτείας, αλλά και μια ανάγνωση μπορεί να είναι επίσης τέτοια. Και αυτό καλό είναι να το έχουμε υπόψη μας. Γιατί, σκέφτομαι, είναι ζητούμενο της εποχής, να ξέρουμε καλύτερα από όλους, να ξέρουμε τα πάντα, να έχουμε άποψη και να την εκφράζουμε, εκεί, στο εγώ μας, αρχίζει και τελειώνει η περιβόητη ελευθερία λόγου, και το ζητούμενο αυτό είναι σαφέστατα πολιτικής χροιάς και σύστασης. Η αναγνωστική ευθύνη δεν πρέπει να υποτιμάται και να παραμερίζεται. Η ανθρώπινη εμπειρία από την αρχή του μύθου αποτελεί την κύρια καύσιμη ύλη της αφήγησης, ίσως μόνο πρόσφατα αυτό το έχουμε αναδείξει ως κάτι νέο και πρωτόγνωρο, ίσως γιατί πλέον όλα τα βλέπουμε εξόχως ατομικά και κυρίως, αυτό ναι, κυρίως συγκριτικά, ένας αδηφάγος συνεχόμενος αγώνας βαθμολόγησης του εαυτού, εγώ είμαι καλύτερος στα πάντα, σκατά είμαστε, το βάρος στους ώμους μας είναι ασήκωτο.

υγ. Διαβάζοντας και γράφοντας για το βιβλίο της Φλεμ είχα κατά νου το βιβλίο της Πιεδάδ Μπονέτ, Αυτό που δεν έχει όνομα, περισσότερα γι' αυτό εδώ.

Μετάφραση Ματίνα Μαυρονικόλα
Εκδόσεις Μελάνι