Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Νουθεσία ημιόνου - Γιάννης Αστερής





Το βράδυ της εικοστής έκτης Νοεμβρίου του προπερασμένου έτους, λίγες ώρες προτού επιστρέψει στο διαμέρισμα όπου αντίκρισε τη σύζυγό του ξαπλωμένη και ασάλευτη στη συζυγική κλίνη, παραμορφωμένη από μια γκριμάτσα που για μια στιγμή τον τάραξε με τη θανατερή της ένταση, και ακριβώς το λεπτό (σκέφτηκε μήνες αργότερα) που η σύζυγός του, ακόμα ζωντανή και θλιμμένη, θα πρέπει να ετοίμαζε κάτι πρόχειρο για βραδινό, ο αρχιτέκτονας Γιώργος Αυγέρης έστεκε όρθιος ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες του δικηγόρου πνευματικών δικαιωμάτων Κώστα Μάρκου και συλλογιζόταν την ιστορία του γλύπτη ο οποίος, παραλυμένος σε σημείο που να μην μπορεί να κουνήσει ούτε δάχτυλο, καθόταν νυχθημερόν μπροστά στο ημιτελές  αριστούργημά του, χυμένος σε μια μαυρισμένη , ξεσκισμένη και βρομερή πολυθρόνα, με τη σκέψη ότι όχι μόνον οφείλει αλλά είναι και ικανός να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά το βλέμμα του στη θέση της σμίλης.

Ο Γιώργος Αυγέρης θα βρει τη σύζυγό του δολοφονημένη στη συζυγική κλίνη, εκείνος έλειπε καλεσμένος σε δείπνο στο σπίτι του δικηγόρου πνευματικών δικαιωμάτων Κώστα Μάρκου. Όμως οι υποτιθέμενοι συνδαιτυμόνες του θα αρνηθούν την ύπαρξη δείπνου στις δικαστικές και αστυνομικές αρχές. Το άλλοθι καταρρέει.

Η ιστορία του μοναχού Διονύσιου - αρχικώς εγκιβωτισμένη - διεκδικεί τις διαστάσεις που τις αναλογούν και έρχεται να συνομιλήσει με την κυρίως αφήγηση, προσδίδοντάς της στοιχεία μη αναμενόμενα εκ πρώτης και καθιστώντας εαυτό ισάξιο σκέλος του τελικού συνόλου.

Λόγος μακροπερίοδος, σμιλεμένος στη λεπτομέρεια, ικανότητα ζηλευτή - ας μην κοροϊδευόμαστε. Αναρωτιέμαι πόσες φορές να μετακινήθηκαν οι λέξεις μέχρι να ριζώσουν στη θέση τους, πόσα περάσματα μέχρι να λειανθεί εντελώς η επιφάνεια, να μη σκαλώνει ο λόγος πουθενά. Δεν αποκλείω όμως και την αβίαστη εναπόθεση μετά από πολυκαιρισμένη κύηση - τέτοια είναι η λάμψη του.

Το έδαφος υποχωρεί, η τελεία αργεί, μια λεκτική δίνη είναι αυτή που δίνει το ρυθμό. Τα σημεία στίξης διατηρούν ένα ρόλο λίγο πιο αφανή στην προκειμένη περίπτωση δίχως όμως να χάνουν την εμπιστοσύνη στην κομβικότητα της ύπαρξής τους. Κατηφόρα, δρόμος απείρως δυσκολότερος του αντιθέτου της, τα χαλικάκια ακούγονται καθώς οι σόλες σέρνονται επ' αυτών και τα τρίβουν με βία στην ίδια τη γη που τα γέννησε, ο ορίζοντας παραμένει σταθερός παρά την ψευδαίσθηση της νέας αποκάλυψης που δημιουργεί η υψομετρική διαφοροποίηση. Άφημα.

Δεν είναι μόνο πως το κείμενο το ίδιο ορίζει το ρυθμό, είναι και εκείνη η δεύτερη φωνή που, αρχικώς ανεπαίσθητα, σαν ηχώ επαναλαμβάνει τις λέξεις στο κατόπι σου, φωνή που δυναμώνει όσο βυθίζεσαι στην ανάγνωση, φωνή δίχως συναίσθημα, μηχανική, σίγουρα όχι του δημιουργού, υπηρέτρια του κειμένου και όχι αντικαταστάτρια αυτού.

Το ερώτημα που θέτει αρχικώς ο Αστερής είναι αν ο αναγνώστης πιστεύει τον Αυγέρη ή όχι. Το αστυνομικού χαρακτήρα ζήτημα υποχωρεί καθώς η αφήγηση αναζητά μονοπάτια πιο εσωτερικά, έτσι ο συγγραφέας επιτυγχάνει - μαεστρικά - να σπρώξει τον αναγνώστη από την ασφαλή θέση του θεατή/κριτή και να τον μετακινήσει - έστω λίγο - πιο μέσα στον ίδιο του τον εαυτό στα πλαίσια της υλοποίησης των ξεχασμένων υποσχέσεων της λέξης ψυχαγωγία.


υ.γ Την απόσταση προς τη νουβέλα του Γιάννη Αστερή συντόμευσε αυτή η αναφορά



Εκδόσεις Ίνδικτος  

     

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Η Βικτώρια δεν υπάρχει - Γιάννης Τσίρμπας





«Έχουμε και λέμε. Το παίρνω από πάνω προς τα κάτω. Έκτος όροφος, η κυρία Αληθινού, μόνη της. Οροφοδιαμέρισμα κουφέτο η γριά. Ένα-μηδέν. Πέμπτος, οι Αλβανοί στο δυάρι. Δύο γονείς, δύο παιδιά, ένα-τέσσερα. Και στο τριάρι οι Λουκάδες. Δύο, συνταξιούχοι. Δεν τους παίρνεις μυρωδιά. Τρία-τέσσερα. Στον τέταρτο οι Κούρτηδες με τα παιδιά τους, καλοί άνθρωποι, και οι άλλοι Αλβανοί, γριά, ζευγάρι, μωρό, τέσσερις και αυτοί. Μας κάνει εφτά-οχτώ το σκορ. Στον τρίτο εμείς και ο Αλεξαντρ ο πλακάς, Ουκρανός εργένης, έντεκα-εννιά. Κι από κει και κάτω χάνεται η μπάλα.»


Σκηνή γνώριμη. Στο ταξί, στην ουρά για το ταμείο, στο λεωφορείο, στο περίπτερο, στην είσοδο της πολυκατοικίας, το παραλήρημα του αγνώστου στάζει μίσος και χολή, ακινητοποιεί με τη σιγουριά της γνώμης, τη βεβαιότητα. Δεν αφήνει περιθώρια για διάλογο, πόσο μάλλον για ενστάσεις, έτσι είναι τα πράγματα, εκείνος ξέρει. Φαινόμενο διαχρονικό, αχ και να με κάνανε πρωθυπουργό για μια μέρα, τότε θα έβλεπες... Σε ένα περιβάλλον ευμάρειας, μια τέτοια συμπεριφορά, φάνταζε σχεδόν γραφική, τώρα που το γάλα ξίνισε, αναβλύζει μια δυσωδία σήψης, κοινωνικός ιστός σε προχωρημένη αποσύνθεση.

Αριθμώντας Έλληνες και Ξένους στην πολυκατοικία που μένει, έτσι ξεκινά το λογύδριο του ο συνεπιβάτης του συγγραφέα αρκετά μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης. Με μια νοσταλγικότητα για τα περασμένα, τις παλιές καλές εποχές στη γειτονιά στα πέριξ της Βικτώριας, τότε που ο ήλιος έλαμπε πιο πολύ, τα νυχτολούλουδα μεθούσαν τους ερωτευμένους με το άρωμά τους, τα περιστέρια κελαηδούσαν, οι πολυκατοικίες ήταν πιο όμορφες, τα αυτοκίνητα ήταν αθόρυβα, οι γείτονες χαμογελούσαν μονίμως, η ελληνικότητα αποτελούσε εχέγγυο ευζωίας.

Ναι καλά.

Η Αθήνα χωρισμένη στα δύο, ακόμα και το κέντρο της, περιοχές εγκαταλελειμμένες, δίχως κανένα σχέδιο, καμία πολιτική, έδαφος πρόσφορο για την καλλιέργεια του μίσους, χώρος απόθεσης ψυχών σε συνθήκες ντροπής, η ανέχεια δεν είναι δικαιολογία αλλά δύναμη που χαλυβδώνει το ένστικτο της επιβίωσης, πέρα από οποιαδήποτε έννοια δικαίου, όπως στη ζούγκλα.

Η νουβέλα του Τσίρμπα έχει μια σαφέστατη δυναμική, ο αφηγητής μιλά τη γλώσσα της Αθήνας, χρησιμοποιεί τη σοφιστεία για να προβεί σε λογικά άλματα στην προσπάθειά του να αποδείξει την ορθότητά των λεγομένων του, δε διστάζει να υψώσει τον τόνο της φωνής, να δείξει απειλητικός. Ο συγγραφέας, ακούει με απέχθεια και κάποιο φόβο το παραλήρημα του αφηγητή του, ελέγχει την ηλεκτρονική αλληλογραφία στο κινητό του, ανάλογα με το περιεχόμενο, είτε διαγράφει είτε προωθεί τις καταναλωτικές προσφορές που κατακλύζουν τα εισερχόμενα. Βιάζεται να βγει στην επιφάνεια, να καπνίσει με ανακούφιση.

Η κεντρική αφήγηση ανακόπτεται από την παρεμβολή επιμέρους κειμένων, ιστορίες του χτες και του σήμερα, ειπωμένες σε μια γλώσσα παλιά, σφηνωμένες στο σώμα της εποχής, αφηγηματικά κατάλοιπα του παρελθόντος. Η συνύπαρξη προκαλεί μια αντίθεση, δύο φωνές διαφορετικές, ο αφηγητής και ο συγγραφέας σε αναμέτρηση, ο αγώνας λήγει υπέρ του πρώτου.

Η κεντρική ιστορία θα μπορούσε να σταθεί αυτόνομη και να αποτελέσει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της κυοφορούμενης νεοελληνικής λογοτεχνίας της κρίσης. Όμως, όπως και η ίδια η εποχή, έτσι και η λογοτεχνία που την περιγράφει, θα χρειαστεί χρόνο για να δει τη σκόνη να κατακάθεται και την εικόνα να γίνεται ευδιάκριτη.




(πρωτοδημοσιεύτηκε στο Bookstand.gr)




Εκδόσεις Νεφέλη

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Η πόλη και η σιωπή - Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης






Πάντα κάτι λείπει. Ο Αργύρης μασούσε ανόρεχτα το κολατσιό του, προσπαθώντας να καταλάβει τι δεν έκανε σωστά και του βγήκε τόσο άνοστο, όταν άκουσε τις κραυγές. Χαμήλωσε την ένταση του ραδιοφώνου και αφουγκράστηκε καλύτερα. Όντως, κάποιος καλούσε σε βοήθεια.

Η πολιτεία αποπνέει τη δυσκολία των καιρών. Μα, όπως συμβαίνει σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας, το ατομικό αποτελεί απλώς ελάχιστη συνεισφορά στη σύνθεση της μεγάλης εικόνας, κάθε μικρή ιστορία χάνεται στην ανωνυμία και περιορίζεται στον κύκλο του καθενός, κύκλος με τάση να στενεύει στα ζόρια. Και όμως, μία μικρή ιστορία αρκεί για να δώσει τις συντεταγμένες του σήμερα.

Αρχικώς με ξένισε η επικαιρότητα της ιστορίας, μα γρήγορα η γνώριμη φωνή του συγγραφέα με έκανε να νιώσω οικεία. Ο Τζαμιώτης επιλέγει το σήμερα της οικονομικής/κοινωνικής κρίσης ως πλαίσιο, για τους δικούς του λόγους, συνθέτει - όπως συνηθίζει άλλωστε - έναν χαρακτήρα που αποτελεί το κεντρικό σημείο αναφοράς και μελετά την αντίδρασή του σε ακραίες καταστάσεις.

Ο Αργύρης Τρίκορφος αναγκάστηκε να αλλάξει στρατόπεδο, από την άνετη ζωή που του εξασφάλιζε η οικογενειακή βιοτεχνία κουμπιών βρέθηκε στο κυνήγι του μεροκάματου πίσω από το τιμόνι του ταξί. Καλά να πάθει, θα πουν κάποιοι, δίχως να του δώσουν την ευκαιρία να διηγηθεί.

Διάβασες διηγηθεί ή μήπως δικαιολογηθεί; Η ανοχή μας αρκείται πια στη δικαιολογία, δεν της περισσεύει χώρος για μια απλή διήγηση. Η κρίση - εκτός άλλων πολλών - έχρισε κριτές.

Και το πολυπόθητο θαύμα θα λάβει χώρα, το τσαντάκι, γεμάτο ευρώ, θα παραπέσει από τον πελάτη και θα κρυφτεί κάτω από το κάθισμα, η λύση βρέθηκε, τέλος καλό όλα καλά.

Μισό λεπτό. Ο Αργύρης θα αποφασίσει, όχι εμείς.

Τα λεφτά αυτά δεν είναι δικά μου, πρέπει να τα επιστρέψω. Αποφάσισε. Και τα επέστρεψε. Με τη συνείδηση ήσυχη έπιασε πάλι το τιμόνι, το μεροκάματο έπρεπε να βγει.

Μια απόφαση καθαρά προσωπική στο επίκεντρο του σχολιασμού, η ηρωική - αυτό είναι το ορθό επίθετο σε περιπτώσεις όπως αυτές - πράξη γρήγορα θα λάβει τις διαστάσεις δημοσιότητας που λαχταρά η αδηφάγα κοινή γνώμη. Η γνώμη κοινή, η πράξη ξεχωριστή, βρες την παγίδα.

Το ανέφικτο της ατομικής ιδιαιτερότητας, ο κοινωνικός κανόνας που παραμονεύει. Η γενίκευση: έτσι είναι τα πράγματα δυστυχώς. Ο αφορισμός: μα εσύ θα αλλάξεις τον κόσμο; Και ο κόσμος γυρίζει στην ίδια τροχιά.

Θα μπορούσε να αποτελεί τη - χαλαρού νήματος - συνέχεια του προηγούμενου μυθιστορήματός του με τίτλο Η εφεύρεση της σκιάς. Οι κεντρικοί ήρωες των δύο μυθιστορημάτων, άλλωστε, θα συναντηθούν στο ταξί και θα ανταλλάξουν απόψεις για την επικαιρότητα. Η εκτίμηση του Αργύρη για τον Ισίδωρο Γεωργίου γρήγορα θα καταρρεύσει, η απομυθοποίηση του παρελθόντος είναι πάντοτε οδυνηρή, παγκόσμια σταθερά.

Καθώς οι μέρες από την ανάγνωση περνούν, οι λεπτομέρειες της ιστορίας αδυνατίζουν, με αποτέλεσμα η μάχη για την προάσπιση της λογικής και της ατομικής αξιοπρέπειας να εξυψώνεται πάνω από την εποχή και τα χαρακτηριστικά της, διαχωρίζοντας την Πόλη και τη Σιωπή από την καιροσκοπική λογοτεχνία της κρίσης.


υ.γ Εδώ η συνέντευξη του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη στο Mixtape.


Εκδόσεις Καστανιώτη


Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

360 - Αχιλλέας Κυριακίδης





Το ταξί δε σταμάτησε στη διάβαση πεζών. Το σώμα δέχτηκε το χτύπημα στη δεξιά κνήμη, απογειώθηκε, έφερε μιάμιση περιστροφή στον αέρα σα να ασκούνταν σε κατάδυση με μικρομεσαίο βαθμό δυσκολίας, τσακίστηκε στη στέγη του οχήματος που στο μεταξύ είχε ακινητοποιηθεί στριγγλίζοντας, και προσεδαφίστηκε με το κεφάλι ανοιγμένο νεκρώσιμα και το ένα γόνατο τελεσιδίκως γυρισμένο.

Άπαξ και το κέντρο οριστεί ο σχηματισμός του κύκλου ακολουθεί, άνευ αυτού δεν ορίζεται άλλωστε. Το ταξί δε σταμάτησε στη διάβαση πεζών, ο χρόνος πάγωσε και η περιστροφική κίνηση του κορμιού στον αέρα χάραξε με ευκρίνεια την περίμετρο. Στην ακίδα του διαβήτη οι πρωταγωνιστές, στο μολύβι οι θεατές, ο χώρος ισούται με το εμβαδό.
 
Στη θέση του συμβάντος τοποθετείται η κάμερα του δημιουργού, σταθερή στο τρίποδο και με δυνατότητα περιστροφής στον άξονά της. Αναστροφή της διάταξης, οι θεατές πρωταγωνιστές στη θέση των απερχόμενων προκατόχων τους από τη κεντρική σκηνή. Ιστορίες ιδιωτικές, στις ύστερες συντεταγμένες του κύκλου, η κάμερα σταθεροποιείται, όταν είναι απαραίτητο ζουμάρει, αναδεικνύει όσα οι τοίχοι κρύβουν, ενισχύει τους ψίθυρους. Ενδεχόμενη επιμονή στην κυκλική κινηματογραφική λήψη, είτε την εκ του κέντρου σταθερή, είτε την ταξιδεύουσα στις ράγες της περιμέτρου, θα προσέφερε ένα πυκονγραμμένο σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Δεν ήταν όμως αυτή η πρόθεση του δημιουργού.

Ο Κυριακίδης χρησιμοποιεί λέξεις ιδιαίτερες, σχεδόν ξεχασμένες, στα όρια της επιτήδευσης. Πράξη που πηγάζει από μια βαθιά καλλιέργεια και δεν αποτελεί μια ποιητικίζουσα πούδρα μακιγιαρίσματος του λόγου, και ως εκ τούτου γοητεύει τον αναγνώστη και υπηρετεί την ιστορία. Η λεκτική αντίστιξη με την παρουσία, ακόμα και στην ίδια περίοδο, λέξεων μαλακών και σκληρών, του σαλονιού και του δρόμου, του χτες και του σήμερα. Επιμονή στη λεπτομέρεια και αναζήτηση της ιδανικής λύσης, γνωρίσματα μάστορα καλού.

Η Αθήνα του Κυριακίδη φαντάζει πόλη κεντροευρωπαϊκή, με τα χρώματα μουντά και τα ρείθρα γεμάτα φύλλα φθινοπωρινά. Η λιτή αστική θέα από το παράθυρο του ηλικιωμένου ζευγαριού στην Αγάπη του Χάνεκε δε μου έφυγε στιγμή από το μυαλό. Οι αναφορές, ορατές και μη, σε έργα και δημιουργούς από το σύνολο των τεχνών, αυξάνουν το βαθμό πυκνότητας, νήματα απαραίτητα για τον αργαλειό που ακατάπαυστα συνθέτει.  

Δε μπόρεσα να κατεβώ από το καρουζέλ μετά την πρώτη ανάγνωση, μήτε το θέλησα όμως. Ακολούθησε δεύτερη διαδρομή, λεπτομέρειες, που διέφυγαν της πρώτης, ήταν εκείνες που σε συνδυασμό με την απόλαυση επέβαλαν μια τρίτη.


Εκδόσεις Πατάκη

 

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Oh Boy (2012)








Κάθε κινηματογραφική σεζόν χαρακτηρίζεται από κάποιες προσωπικές σταθερές, όπως για παράδειγμα η ύπαρξη μίας τουλάχιστον καλής γερμανικής ταινίας. Το Oh Boy επιβεβαίωσε τον κανόνα αυτό!

Η πρώτη σκηνή, σε συνδυασμό με την ασπρόμαυρη φωτογραφία, μου έφερε στο νου το υπέροχα γοητευτικό - αλλά μάλλον λησμονημένο - ισλανδικό Dark Horse. Πέρασαν οκτώ χρόνια από τότε, ο κινηματογράφος εκείνος - όπως και αρκετοί ακόμα - έχει πια κλείσει, ενώ με την Α. μιλάμε όλο και σπανιότερα.

Η ταινία διαπραγματεύεται το εικοσιτετράωρο του Niko Fischer, ενός νεαρού flaneur που περιδιαβαίνει τους δρόμους του Βερολίνου και έρχεται αντιμέτωπος με μια σειρά από αναποδιές. Σίγουρα δεν είναι η μέρα του.

Η κεντρική ιδέα σίγουρα δε χρήζει πρωτοτυπίας, όμως η υλοποίησή της αποζημιώνει τον θεατή εκείνο που ξεπερνώντας τη χλιαρή υπόθεση αναζήτησε καταφύγιο στη σκοτεινή αίθουσα. Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος, Jan Ole Gerster,  τα καταφέρνει περίφημα, με πλήθος ευρημάτων, πολλά εκ των οποίων ιδιαιτέρως αστεία, παρουσιάζει ένα σφιχτοδεμένα χαλαρό αποτέλεσμα, σκηνοθετημένο απλά μα με χαρακτήρα, αξιοποιώντας στο μέγιστο βαθμό την παρουσία του ταλαντούχου Tom Schilling στον πρωταγωνιστικό ρόλο, δίχως τον οποίο θα είχαμε να κάνουμε με ένα εντελώς διαφορετικό αποτέλεσμα. Η σκηνοθετική εμμονή στα σταθερά μέσα μεταφοράς στην εξέλιξη της ταινίας λειτουργεί, τα μεταβατικά πλάνα δεν είναι φλύαρα ενώ και η ασπρόμαυρη φωτογραφία προσδίδει μια αίσθηση ονειρική αφαιρώντας ταυτόχρονα κάτι από τη ρεαλιστική χρονική ακρίβεια της ιστορίας. Η ατμόσφαιρα Βερολίνου δίνει επιπλέον πόντους και δείχνει σε πιο καταξιωμένους σκηνοθέτες τον επιτυχημένο τρόπο ένταξης μιας πόλης στο σενάριο και την κινηματογράφηση... 

Παρά τη φαινομενική ελαφρότητα, ο Gerster δε χάνει την ευκαιρία να αναφερθεί και να σχολιάσει αρκετά κοινωνικά ζητήματα και όχι μόνο. Οι οικογενειακές και ερωτικές σχέσεις, το σύγχρονο Βερολίνο, η μοντέρνα τέχνη, η καλλιτεχνική εμμονή στη Γερμανία με την χιτλερική περίοδο, το αίσθημα ενοχής ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Τα αδιέξοδα της ζωής ενός νεαρού, μέλος της προνομιούχας τάξης που επιχειρεί να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του. "Τι έκανες τόσο καιρό που μας κορόιδευες πως δήθεν σπουδάζεις;" απαιτεί να μάθει ο πατέρας και εκείνος θα απαντήσει: "Σκεφτόμουν".    

Με συμμάχους τη γνώση του αντικειμένου και τη σωστή χρήση των μέσων, οι πιθανότητες δε μπορεί παρά να είναι με το μέρος των συντελεστών. Μια πραγματικά όμορφη ταινία, η πρώτη της νέας χρονιάς.

Τελικά τα κατάφερα να πάω, έστω και μετά από πλήθος αναβολών και ακυρώσεων, προς γνώση και συμμόρφωση.  


Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Όροφος τέταρτος.



Λίγο πριν το τέλος του έτους, ή την αρχή του, δεν ξέρω, πάντα μπερδεύομαι στη θέα τέτοιων διατυπώσεων, λεκτικά κομβικών, αρχής και τέλους ή τέλους και αρχής, όπως προτιμάτε, δεν ξέρω τι να διαλέξω: νιώθω άβολα και στα δύο μέρη, με επιθυμία να σταθώ ακίνητος εκεί, στην ελάχιστη στιγμή ανάμεσά τους, αν και μάλλον κάτι τέτοιο φαντάζει, αν δεν είναι, αδύνατο ή έστω σχετικό. Έλεγα λοιπόν, δίχως όμως να υπόσχομαι πως θα απέχω των παρεκβάσεων από εδώ και στο εξής, πως λίγο πριν το τέλος του έτους 13 πήγα σε μια συναυλία που διοργάνωσε το μικροπεριοδικό Lust - μου αρέσει τόσο η λέξη μικροπεριοδικό, που δε θα θεωρήσω το σχόλιο παρέκβαση μα κύριο συστατικό αυτής της διήγησης, της πρώτης του έτους, αν και στο τέλος του προηγούμενου. Κατηφορίσαμε λοιπόν προς το ιστορικό κέντρο, νύχτα λευκή και κάποια μαγαζιά πόνταραν κάποια από τα τελευταία τους χαρτιά στην απόφαση του δήμου να παρατείνει το καταναλωτικό ωράριο μέχρι τις 11 το βράδυ, να βρούνε χρόνο οι άνθρωποι να προβούν σε αγορές, και ήταν όντως οι δρόμοι γεμάτοι από κόσμο και αυτοκίνητα, έφτανε η ουρά της Σταδίου στην Ομόνοια, οι κόρνες διέκοπταν τα χριστουγεννιάτικα άσματα που ακούγονταν σποραδικά, σε πλήρη αρμονία με τα φωτορυθμικά λαμπιόνια που βάραιναν τις προσόψεις των κτιρίων. Ήταν και οι πεζόδρομοι γεμάτοι κόσμο και αυτοκίνητα, οπισθογωνίες, καβαλίκεμα πεζοδρομίων, αποφυγή πεζών - με αγριοκοίταγμα- αγωνία για εύρεση σημείου στάθμευσης με την ασφάλεια που δίνει η απουσία της δημοτικής αστυνομίας - φήμη; - από τους (πεζό)δρόμους της πρωτεύουσας, έτοιμης κατά τα λοιπά να υποδεχτεί το νέο έτος, της ανάκαμψης και της ευημερίας. Σακούλες με ψώνια δεν είδα.

Όροφος τέταρτος. Έτσι ανέγραφε η πρόσκληση, αφού πρώτα πληροφορούσε για την οδό και τον αριθμό. Φτάνοντας στην είσοδο της πολυκατοικίας αναρωτηθήκαμε αν θα έπρεπε να πράξουμε αναμενόμενα και να ανηφορίσουμε μετά του ανελκυστήρος - που μεταξύ μας, δεν ικανοποιούσε καμία ευρωπαϊκή οδηγία περί ασφάλειας - έως τον τέταρτο ή μήπως θα έπρεπε να το σκεφτούμε μια δεύτερη φορά, μήπως μας διέφευγε κάτι, που ίσως αργότερα, στην πορεία της νύχτας αποδεικνυόταν σημαντικό και ως εκ τούτου φρόνιμο να ληφθεί υπόψη εγκαίρως. Ενώ λοιπόν βασανιζόμασταν στιγμιαίως από την ατολμία για το προφανές, μια μεγάλη παρέα έπραξε αναμενόμενα και εμείς ακολουθήσαμε σίγουροι για την επιλογή μας. Το μεγάλο μπαλκόνι, άδειο ακόμα, δεν είχε καμιά σπουδαία θέα, όμως οι φωτισμένες τζαμαρίες στην απέναντι πολυκατοικία απέπνεαν την αίσθηση ενός περιβάλλοντος γόνιμου, ιδανικού για πράξεις δημιουργίας και έρωτα, αν και ανθρώπινη φιγούρα - πρωταγωνίστρια των εμπνευσμένων πράξεων - εντός δεν αντίκρισα καμιά, όσο και αν κοίταξα, και κοίταξα πολύ, αλήθεια σας λέω, πολύ και επισταμένα, και τώρα διακόπτω τη ροή της σκέψης μου - της όποιας σκέψης μου - να αναζητήσω ένα τραγούδι των Κρίνων από το τελευταίο τους δίσκο, με τη φράση κλειδί: αλήθεια σας λέω. Αυτό ναι, είναι παρέκβαση και παρεκτροπή, και για να την ολοκληρώσω με επιτυχία επισυνάπτω το τραγούδι.





Πίσω στο μπαλκόνι, περιμένοντας τη συναυλία να αρχίσει, σκεπτόμενος μάλλον καταναλωτικά, επηρεασμένος ίσως από το κλίμα των ημερών, την πιθανότητα κάποιος - σχήμα λόγου, εμένα εννοώ - να αγόραζε ένα διαμέρισμα, ή για την ακρίβεια ένα πρώην γραφείο και να το διαμόρφωνε σε ένα διαμέρισμα όπως εκείνα τα οποία χάζευα, μου πέρασε γρήγορα και ένιωσα το κρύο, ίσως και γι' αυτό να μου πέρασε, όπως και να έχει μπήκα πάλι μέσα. Το σκηνικό, ταπεινό μα ιδιαίτερης αισθητικής, θύμιζε κάτι από ταινία του Ταραντίνο, μάλλον το Pulp Fiction, σαν αίσθηση περισσότερο από οτιδήποτε άλλο δηλαδή, και έχει καιρό να κάνει μια ταινία που να μας ξεσηκώσει ο άτιμος, αν και πάντα μου αρέσει να τον σκέπτομαι πίσω από τον πάγκο του video club να προτείνει ταινίες ψαγμένες και να λιώνει βλέποντας b-movies εξ ανατολών. Ο κόσμος πύκνωνε και η συναυλία ξεκίνησε, επιτέλους. Κλισέ αλέρτ, η αναμονή άξιζε τον κόπο, έστω και αν κόπος δε μαρτυρήθηκε εντούτοις η αναμονή τον άξιζε. Ένα απλό φωτορυθμικό, έσπαγε το σκοτάδι και δημιουργούσε σκιές μουσικών σε μονοχρωματικά φόντα, γεγονός που αρκούσε, υποστηριζόμενο και από τη μουσική, για να μου γεννήσει την επιθυμία να αποτυπώσω ψηφιακά τη στιγμή, έβγαλα το κινητό από την τσέπη και έκανα κάτι το οποίο υποτίθεται πως μισώ βαθιά και εκ πεποιθήσεως και ιδού το αποτέλεσμα.

  

                                



Η κόπωση της ημέρας λειτουργούσε εις βάρος μου με το πέρας της ώρας, η ψυχή - ας μου επιτραπεί ο διαχωρισμός για χάρη της αφήγησης έστω - γούσταρε, βιώνοντας συναισθήματα αντιδιαμετρικώς αντίθετα με το σώμα, για το οποίο η μόνη αποδεκτή εναλλακτική, πλην ύπνου, ήταν η στάση για σουβλάκι στο δρόμο της επιστροφής, κάτι το οποίο έγινε, έστω και αν τελικώς επικράτησε η ψυχή, δοκιμάζοντας λίγο ακόμα τα όρια του δοχείου της. Κάπως έτσι τελείωσε εκείνη η βραδιά, παρέα με μια απροσδιόριστη σκέψη σχετικά με τα υπόγεια του παρελθόντος και τους ορόφους του σήμερα, μη σας μπερδεύω όμως, αν ποτέ το κάνω λιανά, ίσως επανέλθω.

Όλα τα παραπάνω τα έγραψα θαρρώ, μόνο και μόνο, για να επισυνάψω το παρακάτω τραγούδι.




Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Ανασυσκότιση







του Α.



Βήμα (το)


Μέρες (οι)



I

Νιώθω την ανάγκη να σκύψω προς το μέρος σου, πίσω από την προσεχτικά και ανάστροφα προτεταμένη παλάμη, να σου ψιθυρίσω: τα καταφέραμε.


 ΙΙ

Αργήσαμε ίσως λίγο μα καταφέραμε να κάνουμε το ελάχιστο αυτό βήμα, ύστερα από χρόνια, σκέψεων και υπολογισμών, μετρήσεων ως την τελευταία λεπτομέρεια, συνεχών αναβολών, όριο λεπτό, δυσδιάκριτο, ανάμεσα στη δικαιολογία και την υπεκφυγή, όνειρο κούφιο, λειψό στα μάτια των άλλων, που, κορεσμένοι από τη χρόνια επανάληψη, αδυνατούσαν να ταυτιστούν, νάζι φάνταζε στα μάτια τους, σχεδιασμός εκστρατείας εν στάσει, περιστροφή γύρω από τον ίδιο πάντα άξονα, καταφύγιο ασφάλειας, κρυψώνα της αδυναμίας, μνημείο κακής τύχης, διαλυτικό προσωπικής ευθύνης.


 ΙΙΙ

Το βήμα έγινε, κοίτα τη θέα που απλώνεται, όσο καθαρίζει η εικόνα τόσο διαγράφονται με ευκρίνεια όλα εκείνα για τα οποία συνηθίζαμε να περνάμε την ώρα αναλύοντας, μια συζήτηση προσευχή, με διαρκείς επαναλήψεις, μέρες αισιοδοξίας διαδέχονταν συννεφιασμένοι ουρανοί, η λογική απέναντι στο συναίσθημα μα κυρίως αντιμέτωπη με τον ίδιο της τον εαυτό, αντίπαλος ισάξιος, αντικατοπτρικός.


 IV

Ένα βήμα, ελάχιστο, από μακρινή απόσταση απαρατήρητο, ο εχθρός κοιμάται και ξυπνάει ήσυχος. Σου είπα να καλέσουμε τους συντρόφους, να ανοίξουμε ένα μπουκάλι, να γεμίσουμε τα ποτήρια μας, ό,τι στάξει τη γη να δροσίσει, μου είπες να περιμένουμε, να πάρουμε μιαν ανάσα, να συνηθίσουμε λίγο, είναι και το μάτι, πρόσθεσες χαμηλώνοντας τη φωνή. Το μάτι. Μα είναι χαρά, είναι η πραγμάτωση του ονείρου μας, είναι το τέρμα της γκρίνιας και του παράπονου. Η γκρίνια δε σώνεται ποτέ, είπες. 


 V

Αμελήσαμε όμως να στεριώσουμε την έννοια της μετάβασης, του προσωρινού, της ορμής. Στεκόμαστε τώρα, εδώ - παρέα με τη σχετικότητα -, υπερήφανοι για όλα όσα καταφέραμε, δίχως ανάσα από την προσπάθεια, ήρωες σε έναν τόπο δίχως ανθρώπους, έτοιμοι να υψώσουμε προσωπικά μνημεία ανδρείας, να σμιλέψουμε πέτρες, να επικαλεστούμε τη μνήμη και τη λήθη ως άξιοι απόγονοι της ράτσας μας, να παραχώσουμε κενά και να λειάνουμε επιφάνειες.


 VI

Να θυμηθούμε να φορέσουμε κουρέλια στα ηρώα και στα κορμιά μας.




του Β.



Βήμα (τα)


 Νύχτες (και οι)


 
Το πρώτο βράδυ επιχειρήσαμε επανάληψη, ανάγκη χρόνων για τακτικό επαναπροσδιορισμό, πιάσαμε την ιστορία ξανά από την αρχή, περιγράψαμε ξανά τα χρόνια. Κάποιος παρατηρητής θα διέκρινε μία βιάση, μια λαχτάρα να φτάσουμε στις τελευταίες σελίδες, να αφήσουμε πίσω το ζοφερό παρελθόν, να βρεθούμε στο ένδοξο τώρα, μακριά από τις δυσκολίες της γης στην απόλαυση του καρπού. Το δεύτερο βράδυ παραλείψαμε κεφάλαια ολόκληρα, και τα λοιπά και τα λοιπά, είπαμε, ύλη γνώριμη, κατακτημένη. Το τρίτο βράδυ απομείναμε να ατενίζουμε μακριά, κατακάθησε η σκόνη του βήματος, η εικόνα ικανοποίησε τις αισθήσεις μας, ταιριαστή της φαντασίας. Αντιστρέψαμε την κίνηση, από εδώ προς τα πίσω, από το τέλος στην αρχή. Το επόμενο βράδυ, τέταρτο μετά το βήμα, παραλίγο να σκαρώσουμε μια γιορτή, τελικά όχι, φοβηθήκαμε την τύχη μας, αναλογιστήκαμε την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, νιώσαμε νότα φάλτσα στην κακορίζικη μελωδία. Καθώς αποκλείσαμε τους πάντες πλην ημών, κινήσαμε να δοξάσουμε εαυτούς, μάταια αναζητήσαμε καθρέπτες, πέτρα μονάχα τριγύρω.

Τώρα, συζητάμε τις επιπτώσεις της επιτυχίας μας, αναζητούμε μάταια - προς το παρόν - αρνητικά και ελαττώματα, μαύρα σύννεφα που τάχα σκιάζουν τη χαρά, κρύβουν τον ήλιο και απειλούν με βροχή. Αναλογιζόμαστε τα μελλοντικά εκείνα τραπέζια, πάνω στα οποία πρέπει να απλώσουμε τη δυστυχία μας, ο καθένας τη δική του, να τις συγκρίνουμε, να δούμε ποιος την έχει μεγαλύτερη, να διαφωνήσουμε για τις μετρήσεις, να επιστρέψουμε ηττημένοι με τη μικρή μας δυστυχία στην τσέπη, να περιμένουμε να κλείσει η πόρτα πριν βγάλουμε τα κουρέλια μας, θα το θυμηθούμε άραγε;