Τα ονόματα της Φελίσας είναι το έβδομο μυθοπλαστικό βιβλίο του Κολομβιανού Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες που κυκλοφορεί στα ελληνικά, πάντα από τις εκδόσεις Ίκαρος και σε μεταφραστική φροντίδα του ακάματου Αχιλλέα Κυριακίδη. Έντεκα χρόνια πριν, Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν, ένα από τα πρώτα βιβλία της νεοσύστατης τότε σειράς μεταφρασμένης λογοτεχνίας, έκανε αρκετή εντύπωση, διαβάστηκε ευρέως και αγαπήθηκε πολύ από το εγχώριο αναγνωστικό κοινό.
Η αφηγηματική άνεση είναι εκείνο που περισσότερο από κάθε τι άλλο χαρακτηρίζει τη γραφή του, κάτι το φαινομενικά απλό και εύκολο, μόνο για κάποιον που δεν έχει επιχειρήσει να το κάνει να φανεί τόσο αβίαστο και ρέον, απαραίτητες αρετές, πέρα του αδιαμφισβήτητου ταλέντου, η επιμονή στη λεπτομέρεια και η υπομονή μέχρι η κάθε λέξη να πάρει τη θέση της στην τελική κατασκευή. Ο Βάσκες συνεχίζει στο ευδιάκριτο λογοτεχνικό μονοπάτι των σημαντικών εκπροσώπων της Λατινικής Αμερικής, κυρίως εκείνου που αποκαλέστηκε Μπουμ, διασχίζοντας τον Ατλαντικό Ωκεανό και κατακτώντας την Ευρώπη τις δεκαετίες του '60 και του '70, με κύριους εκπροσώπους τον Κορτάσαρ από την Αργεντινή, τον Λιόσα από το Περού, τον Φουέντες από το Μεξικό και τον Μάρκες από την Κολομβία.
Κάθε Κολομβιανός συγγραφέας, αναπόφευκτα, φέρει στις πλάτες του το βάρος της κληρονομιάς του Γκάμπο, το ιερό τέρας στο οποίο χρωστάει η τοπική λογοτεχνία το μεγαλύτερο μέρος της εξωστρέφειάς της, αλλά, ταυτόχρονα, παλεύει να βρει τη δική του ανεξάρτητη μη μιμητική φωνή. Ο Βάσκες συνηθίζει να γράφει βιβλία στα οποία η ατομική ιστορία ενός προσώπου, που, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, κυρίευσαν τη φαντασία του κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, σε παραλληλία με τη νεότερη ιστορία της Κολομβίας, γεμάτης, όπως κάθε χώρας της Λατινικής Αμερικής, με αιματηρές σελίδες και απουσία οποιασδήποτε μορφής σταθερότητας.
Στις 8 Ιανουαρίου του 1982, η Κολομβιανή γλύπτρια Φελίσα Μπουρστίν πεθαίνει ξαφνικά σ' ένα παρισινό εστιατόριο. Ο Μάρκες ήταν παρών στο τραπέζι εκείνο, η Μερσέντες το είχε κανονίσει κατά τη σύντομη παραμονή τους στη γαλλική πρωτεύουσα, και αργότερα, σ' ένα άρθρο του, θα αναφερθεί σε εκείνο που καμιά νεκροψία δεν θα μπορούσε να συνοψίσει ως αίτιο θανάτου, Πέθανε από θλίψη, θα γράψει και ο Βάσκες, διαβάζοντας αργότερα το κείμενο αυτό, θα καταληφθεί από τη φράση αυτή, φράση απλή, τρεις λέξεις όλες και όλες, μα αινιγματική και καθηλωτική, Πέθανε από θλίψη, και δεν θα σταματήσει να τη σκέφτεται για όλα τα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι που το βιβλίο αυτό γράφτηκε, η έρευνα φώτισε και ανέδειξε, ανασυνθέτοντας την ιστορία της Φελίσας, που αρχικά της δόθηκε άλλο όνομα, εβραϊκό και δύσκολο στην ορθογραφία, αντί αυτού οι γονείς τελικά επέλεξαν το Φελίσια, αργότερα εκείνη το διαμόρφωσε ως Φελίσα.
Είναι μια διαδεδομένη φράση κλισέ εκείνη που χαρακτηρίζει τη ζωή κάποιου ως μυθιστορηματική (κινηματογραφική ή παραμυθένια, επίσης), φράση που παραμερίζει τη σημασία του ενδιάμεσου αφηγητή, που η αφήγησή του είναι εκείνη που δίνει μυθιστορηματική υφή και όψη, καθώς είναι εκείνος που θα τοποθετήσει, αφού πρώτα τα εντοπίσει, τα κομμάτια στη θέση τους, θα ανασκάψει και θα εκτιμήσει, θα προβεί σε απαραίτητες υποθέσεις και συνδέσεις, θα ενδύσει βεβαιότητες και συσχετίσεις που κάποιος όσο ζει αδυνατεί να το κάνει, μην μπορώντας να έχει ξεκάθαρη θέαση του εαυτού και της εποχής, παρά μόνο ίσως όταν αυτές οι δύο γραμμές πλησιάζουν ή και τέμνονται, όταν σημαντικά γεγονότα της ατομικής ιστορίας διαπλέκονται με κρίσιμες στιγμές της αντίστοιχης συλλογικής.
Αυτό συμβαίνει και εδώ. Με βασικό πληροφοριοδότη και συνεργάτη τον τελευταίο σύντροφό της, ο Βάσκες θα επιχειρήσει και θα καταφέρει να μετατρέψει την ιστορία της Φελίσας σε μυθοπλαστική σύνθεση, να καλύψει τα κενά με συγκολλητική ουσία τον στοχασμό πάνω στα περασμένα, τελικώς να παραδώσει ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται με μανία, ακόμα και από εκείνους, όπως εγώ, που δεν γνώριζαν τη Φελίσα ούτε κατ' όνομα, πόσο μάλλον την ταραχώδη ζωή της μέχρι τον θάνατο από θλίψη μια βραδιά που στο Παρίσι έκανε ένα λυσσασμένο κρύο και η πρόσχαρη παρέα έτρεχε να προλάβει ανοιχτή την κουζίνα του ρωσικού εστιατορίου. Ο Βάσκες, όπως υπέροχα το κάνει και ο Ισπανός Θέρκας, εντάσσει στην αφήγηση και τη διαδικασία έρευνας και συγγραφής και με τον τρόπο αυτό δικαιολογείται πλήρως το γιατί επέλεξε να αφηγηθεί την ιστορία αυτή, θέτοντας εις γνώση του αναγνώστη το πάθος από το οποίο καταβλήθηκε απ' όταν πρωτοδιάβασε τη φράση εκείνη.
Τα ονόματα της Φελίσας θα ικανοποιήσουν τους φανατικούς αναγνώστες του Βάσκες, ενώ θα περιμένουν στον χώρο υποδοχής εκείνους που θα δοκιμάσουν να χτυπήσουν από περιέργεια την πόρτα.
(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)






