Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Τα ονόματα της Φελίσας - Juan Gabriel Vásquez

Τα ονόματα της Φελίσας είναι το έβδομο μυθοπλαστικό βιβλίο του Κολομβιανού Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες που κυκλοφορεί στα ελληνικά, πάντα από τις εκδόσεις Ίκαρος και σε μεταφραστική φροντίδα του ακάματου Αχιλλέα Κυριακίδη. Έντεκα χρόνια πριν, Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν, ένα από τα πρώτα βιβλία της νεοσύστατης τότε σειράς μεταφρασμένης λογοτεχνίας, έκανε αρκετή εντύπωση, διαβάστηκε ευρέως και αγαπήθηκε πολύ από το εγχώριο αναγνωστικό κοινό.

Η αφηγηματική άνεση είναι εκείνο που περισσότερο από κάθε τι άλλο χαρακτηρίζει τη γραφή του, κάτι το φαινομενικά απλό και εύκολο, μόνο για κάποιον που δεν έχει επιχειρήσει να το κάνει να φανεί τόσο αβίαστο και ρέον, απαραίτητες αρετές, πέρα του αδιαμφισβήτητου ταλέντου, η επιμονή στη λεπτομέρεια και η υπομονή μέχρι η κάθε λέξη να πάρει τη θέση της στην τελική κατασκευή. Ο Βάσκες συνεχίζει στο ευδιάκριτο λογοτεχνικό μονοπάτι των σημαντικών εκπροσώπων της Λατινικής Αμερικής, κυρίως εκείνου που αποκαλέστηκε Μπουμ, διασχίζοντας τον Ατλαντικό Ωκεανό και κατακτώντας την Ευρώπη τις δεκαετίες του '60 και του '70, με κύριους εκπροσώπους τον Κορτάσαρ από την Αργεντινή, τον Λιόσα από το Περού, τον Φουέντες από το Μεξικό και τον Μάρκες από την Κολομβία.

Κάθε Κολομβιανός συγγραφέας, αναπόφευκτα, φέρει στις πλάτες του το βάρος της κληρονομιάς του Γκάμπο, το ιερό τέρας στο οποίο χρωστάει η τοπική λογοτεχνία το μεγαλύτερο μέρος της εξωστρέφειάς της, αλλά, ταυτόχρονα, παλεύει να βρει τη δική του ανεξάρτητη μη μιμητική φωνή. Ο Βάσκες συνηθίζει να γράφει βιβλία στα οποία η ατομική ιστορία ενός προσώπου, που, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, κυρίευσαν τη φαντασία του κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, σε παραλληλία με τη νεότερη ιστορία της Κολομβίας, γεμάτης, όπως κάθε χώρας της Λατινικής Αμερικής, με αιματηρές σελίδες και απουσία οποιασδήποτε μορφής σταθερότητας.

Στις 8 Ιανουαρίου του 1982, η Κολομβιανή γλύπτρια Φελίσα Μπουρστίν πεθαίνει ξαφνικά σ' ένα παρισινό εστιατόριο. Ο Μάρκες ήταν παρών στο τραπέζι εκείνο, η Μερσέντες το είχε κανονίσει κατά τη σύντομη παραμονή τους στη γαλλική πρωτεύουσα, και αργότερα, σ' ένα άρθρο του, θα αναφερθεί σε εκείνο που καμιά νεκροψία δεν θα μπορούσε να συνοψίσει ως αίτιο θανάτου, Πέθανε από θλίψη, θα γράψει και ο Βάσκες, διαβάζοντας αργότερα το κείμενο αυτό, θα καταληφθεί από τη φράση αυτή, φράση απλή, τρεις λέξεις όλες και όλες, μα αινιγματική και καθηλωτική, Πέθανε από θλίψη, και δεν θα σταματήσει να τη σκέφτεται για όλα τα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι που το βιβλίο αυτό γράφτηκε, η έρευνα φώτισε και ανέδειξε, ανασυνθέτοντας την ιστορία της Φελίσας, που αρχικά της δόθηκε άλλο όνομα, εβραϊκό και δύσκολο στην ορθογραφία, αντί αυτού οι γονείς τελικά επέλεξαν το Φελίσια, αργότερα εκείνη το διαμόρφωσε ως Φελίσα.

Είναι μια διαδεδομένη φράση κλισέ εκείνη που χαρακτηρίζει τη ζωή κάποιου ως μυθιστορηματική (κινηματογραφική ή παραμυθένια, επίσης), φράση που παραμερίζει τη σημασία του ενδιάμεσου αφηγητή, που η αφήγησή του είναι εκείνη που δίνει μυθιστορηματική υφή και όψη, καθώς είναι εκείνος που θα τοποθετήσει, αφού πρώτα τα εντοπίσει, τα κομμάτια στη θέση τους, θα ανασκάψει και θα εκτιμήσει, θα προβεί σε απαραίτητες υποθέσεις και συνδέσεις, θα ενδύσει βεβαιότητες και συσχετίσεις που κάποιος όσο ζει αδυνατεί να το κάνει, μην μπορώντας να έχει ξεκάθαρη θέαση του εαυτού και της εποχής, παρά μόνο ίσως όταν αυτές οι δύο γραμμές πλησιάζουν ή και τέμνονται, όταν σημαντικά γεγονότα της ατομικής ιστορίας διαπλέκονται με κρίσιμες στιγμές της αντίστοιχης συλλογικής.

Αυτό συμβαίνει και εδώ. Με βασικό πληροφοριοδότη και συνεργάτη τον τελευταίο σύντροφό της, ο Βάσκες θα επιχειρήσει και θα καταφέρει να μετατρέψει την ιστορία της Φελίσας σε μυθοπλαστική σύνθεση, να καλύψει τα κενά με συγκολλητική ουσία τον στοχασμό πάνω στα περασμένα, τελικώς να παραδώσει ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται με μανία, ακόμα και από εκείνους, όπως εγώ, που δεν γνώριζαν τη Φελίσα ούτε κατ' όνομα, πόσο μάλλον την ταραχώδη ζωή της μέχρι τον θάνατο από θλίψη μια βραδιά που στο Παρίσι έκανε ένα λυσσασμένο κρύο και η πρόσχαρη παρέα έτρεχε να προλάβει ανοιχτή την κουζίνα του ρωσικού εστιατορίου. Ο Βάσκες, όπως υπέροχα το κάνει και ο Ισπανός Θέρκας, εντάσσει στην αφήγηση και τη διαδικασία έρευνας και συγγραφής και με τον τρόπο αυτό δικαιολογείται πλήρως το γιατί επέλεξε να αφηγηθεί την ιστορία αυτή, θέτοντας εις γνώση του αναγνώστη το πάθος από το οποίο καταβλήθηκε απ' όταν πρωτοδιάβασε τη φράση εκείνη.

Τα ονόματα της Φελίσας θα ικανοποιήσουν τους φανατικούς αναγνώστες του Βάσκες, ενώ θα περιμένουν στον χώρο υποδοχής εκείνους που θα δοκιμάσουν να χτυπήσουν από περιέργεια την πόρτα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Για τα προηγούμενα βιβλία του Βάσκες με αντίστροφη χρονολογική σειρά: Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω (εδώ), Τραγούδια για την πυρκαγιά (εδώ), Οι υπολήψεις (εδώ), Η μορφή των λειψάνων (εδώ), Οι πληροφοριοδότες (εδώ), Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν (εδώ).
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

ΣούπερΤεξ - Leon de Winter

 

Κάπου τυχαία έπεσα πάνω στον Λέον ντε Βίντερ, κάποια αναφορά, δεν θυμάμαι πού, κακή συνήθεια να μην επισημαίνω με τρόπο ασφαλή απέναντι στη λήθη τα νήματα, δεν έχει και τόση σημασία ίσως, όχι πια τουλάχιστον, το αναγνωστικό μονοπάτι διαμορφώνεται εν πολλοίς από την τύχη και τη διαίσθηση, άλλωστε. Εν ολίγοις, γύρεψα και βρήκα το ΣούπερΤεξ, βιβλίο που εκδόθηκε το 1995 και μεταφράστηκε από την Ινώ Μπαλτά για τις εκδόσεις Πόλις το 1999, εδώ και καιρό εξαντλημένο. Να πώς προετοιμάστηκε αυτή η ανάγνωση, εκτός οποιουδήποτε προγραμματισμού.

«Το ιατρείο της Δρ. Γιάνσεν βρισκόταν στον τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας στη γωνιά της λεωφόρου Απόλλο με την πλατεία Ολύμπια. Η περιφραγμένη πλατεία είχε χωριστεί σε γήπεδα με χλοοτάπητα, κι αργότερα εκείνο το ίδιο Σάββατο τα ξεφωνητά των εξαντλημένων αθλητών θα ανέβαιναν ως τα μεγάλα παράθυρα του ιατρείου. Το δωμάτιο ήταν φωτεινό, ένα τριμμένο περσικό χαλί κάλυπτε μέρος του παρκέ, χρέη τραπεζιού έκανε ένα παλιό μεταλλικό γραφείο με επιφάνεια από μαύρο πλαστικό που φωτιζόταν από μια απλή λευκή λάμπα γραφείου από το Χέμα –σου θύμιζε γραφείο σε στρατώνα– και όταν μπήκα, είδα πίσω του μια απλή πολυθρόνα γραφείου γυρισμένη στο πλάι. Το ντιβάνι βρισκόταν δίπλα στο παράθυρο».

Στο αρχικό απόσπασμα προσθέτω και το οπισθόφυλλο: Ο Μαξ Μπρεσλάουερ κληρονομεί από τον πατέρα του τη μεγάλη αλυσίδα καταστημάτων ΣούπερΤεξ. Οδηγεί Πόρσε και διατηρεί ένα πολυτελές διαμέρισμα στο κέντρο του Άμστερνταμ. Είναι όμως υπέρβαρος και δυστυχισμένος. Καταφεύγει στην ψυχανάλυση και στη διάρκεια μιας συνεδρίας που κρατά μια ολόκληρη μέρα επανεξετάζει το παρελθόν του: τα παιδικά του χρόνια, τις σχέσεις με τον μικρότερο αδερφό του, τον Μπεν, αλλά και τον ρόλο της εβραϊκής θρησκείας στη ζωή του· κυρίως όμως τη σχέση με τον πατέρα του, ένα αγράμματο, αυτοδημιούργητο, πολυεκατομμυριούχο Εβραίο από την Κεντρική Ευρώπη, που επέζησε του ολοκαυτώματος.

Τα δύο αποσπάσματα δίνουν τις απαραίτητες πληροφορίες κυρίως επί της πλοκής και της ατμόσφαιρας, δευτερευόντως επί της μορφής και της γλώσσας, και είναι αρκετά ώστε κάποιος να απορρίψει ή να επιλέξει να διαβάσει το βιβλίο αυτό, ο ορίζοντας προσδοκιών είναι εν πολλοίς ακριβής. Συχνά πυκνά, επαναλαμβάνω την αναγνωστική ροπή για ιστορίες μεσήλικων αντρών που για τον έναν ή τον άλλο λόγο χάνουν τον όποιο έλεγχο και περνούν σε επικράτεια κρίσης. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω περαιτέρω για την επιλογή μου να διαβάσω το βιβλίο του Λέον ντε Βίντερ, ούτε καν ως υποβοήθημα για την ασθενή μου μνήμη.

Μια τέτοια λογοτεχνία, κάποτε κραταιά, που έχει να κάνει με το αντρικό προνόμιο έστω και σε πλήρη κρίση, μοιάζει να ανήκει στο παρελθόν, ίσως να γράφεται ακόμα, ίσως να εκδίδεται και να διαβάζεται, αλλά δεν είναι πια κραταιά, δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης, παρότι το αντρικό, λευκό προνόμιο ως προνόμιο εξακολουθεί να είναι κυρίαρχο εις βάρος της υπόλοιπης ανθρωπότητας, η τέχνη, ωστόσο, είναι ένα καταφύγιο για το διαφορετικό, ένα ρήγμα στα θεμέλια ενός μονοσήμαντου και παγιωμένου εδώ και αιώνες κόσμου. Υπάρχει ακόμα αρκετή τέτοια λογοτεχνία εκεί έξω, οι λάτρεις της δεν θα πεινάσουν.

Ο Μαξ αφηγείται το Σάββατο εκείνο που ένιωσε την επιθυμία να επιστρέψει στο ντιβάνι, το οποίο είχε εγκαταλείψει αμέσως μετά τον θάνατο του πατέρα του, να επιστρέψει και να προσφέρει μια αμοιβή τέτοια στην άλλοτε ψυχαναλύτρια του ώστε να ακυρώσει όλα τα υπόλοιπα ραντεβού της και να του διαθέσει ολόκληρη τη μέρα. Η αφήγηση, επομένως, αποτελείται από όσα ειπώθηκαν μεταξύ θεραπεύτριας και θεραπευόμενου και από όσα ο Μαξ σκέφτηκε τότε αλλά και μετέπειτα.

Η χρήση του προνομίου, το πόσα λεφτά θες για να αγοράσω τη μέρα σου, καμία εντύπωση δεν προκαλεί στον αναγνώστη, είναι κάτι που άμεσα περνά στο «έξυπνο εύρημα» ώστε ο αφηγηματικός χρόνος να συμπυκνωθεί σε μία μέρα. Εκείνο που κάνει εντύπωση είναι το αίτημα για βοήθεια, βρισκόμαστε στη δεκαετία του ενενήντα, άντρες όπως ο Μαξ δεν συνηθίζουν να ζητούν βοήθεια, καταφύγιο στο αλκοόλ, στο σεξ και στα ναρκωτικά ναι, να αρθρώσουν όμως αίτημα για βοήθεια όχι. Είναι μια ρωγμή και αυτή στην αντρική πανοπλία, ρωγμή που σημαίνει μια πρώτη επικοινωνία του ισχυρού αρσενικού με το συναίσθημά του, μια αχίλλειος πτέρνα για κάποιους, μια προσαρμογή για κάποιους άλλους, αδιάφορο για τους λοιπούς κατά αντιστοιχία με το άσμα σύμφωνα με το οποίο «και οι άντρες κλαίνε».

Και εμείς οι λοιποί, βάζω και τον εαυτό μου μέσα σε μια απόπειρα να στερεώσω τη γαματοσύνη μου σε πόδια δυνατά, όσο και αν στεναχωριόμαστε για τα δεινά που ένας προνομιούχος αντιμετωπίζει, δίνοντάς του τον χώρο και τον χρόνο να τα αφηγηθεί, δεν νιώθουμε την ανάγκη ή και την υποχρέωση να τον πάρουμε μια παρηγορητική αγκαλιά, να του ψιθυρίσουμε στο αυτί πως όλα καλά θα πάνε, να του συμπαρασταθούμε, σκεφτόμαστε ακριβώς αυτό που επέλεξε και ο Μαξ να κάνει, διέθεσε μέρος του πλούτου σου και κατέφυγε σε έναν ειδικό. Κρίμα αλλά και τι να κάνεις, όταν ο κόσμος τριγύρω υποφέρει και αδυνατεί να  ανταποκριθεί στην ίδια την επιβίωση. Ταυτόχρονα, ωστόσο, ξέρουμε αρκετούς σαν τον Μαξ, ίσως όχι τόσο πλούσιους, αλλά πιο πλούσιους και προνομιούχους από τον μέσο όρο, που μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους. Και το σκέφτομαι αυτό κάθε φορά που διαβάζω τις ιστορίες των χαρακτήρων του Ουελμπέκ, τον ορατό κόσμο μας εν πολλοίς κατοικούν τέτοιοι άνθρωποι, αλλά δεν μπορούμε να νιώσουμε την απαραίτητη ενσυναίσθηση και δεν νιώθουμε ενοχή γι' αυτό. Και ένα βήμα παραπέρα, στέκει η ταύτιση, η μάχη με τον εαυτό μας πως δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου, δεν είμαστε οι αδύναμοι που έχουμε ανάγκη να μας συντρέξουν, πως είναι δικό μας το προνόμιο δική μας και η υποχρέωση αν θέλουμε να ζητήσουμε βοήθεια, είναι κάτι που μας τοποθετεί με τρόπο ίσως παράδοξο στην άκρη της σκηνής, μας μαθαίνει κάτι αν είμαστε διατεθειμένοι να το ακούσουμε.

Ίσως να είμαστε, να είμαι, πιο ευαίσθητοι να διακρίνουμε μια ειρωνεία πίσω από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, τον συγγραφέα να πετάει τον χαρακτήρα στην αρένα, γυμνό και τρωτό, έρμαιο στις ορέξεις ομοίων και εχθρών, οι πρώτοι θα σκεφτούν τι φλώρος θεέ μου, οι δεύτεροι θα τον περιγελάσουν, ενώ εκείνος θα εκλιπαρεί για τον χρόνο της ψυχαναλύτριας, μέσα στο χοντρό και δυστυχισμένο σαρκίο του, εκείνος που συχνά ένιωσε βασιλιάς του κόσμου, δυνατός και άτρωτος, κυρίαρχος των πάντων, τώρα θέλει έναν ώμο να κλάψει, ένα αυτί να ακούσει όσα έχει να πει προς υπεράσπισή του. Και ίσως αυτό να είναι που με έλκει στις ιστορίες αυτές, γραμμένες από άντρες για άντρες, ρωγμές στο προνόμιο που όμως δεν είναι θανατηφόρες, ακόμα και μια αυτοκτονία, πάντοτε υπάρχει αυτό το διακύβευμα στη σκηνή, είναι μια επιλογή προνομίου, ακόμα μια επιβεβαίωση αυτού.

Η παρατεταμένη και ποικιλόμορφη έκθεση σε λογοτεχνία όπως αυτή του ΣούπερΤεξ μου επιτρέπει να νιώθω σίγουρος για το λογοτεχνικό μου βλέμμα και ένστικτο, πως μπορώ να διακρίνω την αξία, κάτι που στη λογοτεχνία του μη προνομίου ακόμα βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση, αφού η φωνή «άσε και κανένα άλλο να μιλήσει επιτέλους» είναι έμπλεη ενοχής για τον χώρο που τους στερήθηκε, οι φωνές αυτές πρέπει πρώτα να ακουστούν και ύστερα να κριθούν με όρους υψηλής λογοτεχνίας, ίσως, επιτρέποντας στις φωνές αυτές να ακουστούν, η πρόσληψη του κόσμου και ακολούθως και της λογοτεχνίας να αλλάξει, να μεταβληθεί, να μετατοπιστεί, να ανοικοδομηθεί, κάτι νέο να ανατείλει, ίσως. Το ΣούπερΤεξ παρότι το διάβασα σε ένα πρωινό κατέλαβε ένα σημαντικό εμβαδό μέσα μου, μυθιστόρημα κατά τόπους καθηλωτικό, όταν η πρόζα του Λέον ντε Βίντερ συγχρονιζόταν με το συναίσθημα του Μαξ, με τα ίχνη του συναισθήματος για την ακρίβεια, όταν ένιωθε πως δεν ήταν αυτός που πίστευε, όταν ένιωθε αμφιβολία, έστω και σε ελάχιστο βαθμό για άντρες όπως αυτός είναι αρκετό και το ελάχιστο ρίχτερ ώστε η κατασκευή να ταρακουνηθεί σύγκορμα.

Με τον τρόπο τους, βιβλία όπως αυτό, υπονομεύουν τον ίδιο τους τον εαυτό, γι' αυτό ίσως ακόμα να μπορούν να σταθούν αναγνωστικά, παρότι σε μεγάλο βαθμό, προείπα, παρωχημένα, χτεσινά, ίσως γιατί το αντρικό προνόμιο έχει αντικατασταθεί από άλλα προνόμια, ανεξαρτήτως φύλου, θα μπορούσε να είναι η Μαξ που μας αφηγείται την ιστορία αυτή, θα μπορούσε να είναι ο Μαξ εκείνος ο αναγνώστης που θα έλεγε πως μια τέτοια ιστορία δεν με ενδιαφέρει, ας βρει τη λύση μόνη της, δεν μπορώ να ασχοληθώ μαζί της. 

υγ.Ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει είναι Ολλανδού συγγραφέα, οι Ιεροτελεστίες του Νόοτεμποομ, περισσότερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ» μπορείτε εδώ.
 
Μετάφραση Ινώ Μπαλτά
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Σκηνές από τη ζωή ενός νέου - J. M. Coetzee

Το Σκηνές από τη ζωή ενός νέου βρισκόταν στη ψηφιακή στοίβα με τα προς αναζήτηση βιβλία, εξαντλημένο από χρόνια καθώς ήταν, απόρροια μιας συγκυρίας που περιελάμβανε το Ημερολόγιο ενός χειμώνα, το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Όστερ, και τη μεταξύ τους αλληλογραφία, που δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, συνεπικουρούμενη από την αναγνωστική μου τάση για βιβλία με ήρωες συγγραφείς, που αναπόφευκτα πέρα από την αυτομυθοπλασία περιλαμβάνει και το μεμουάρ, και όλα αυτά έστεκαν για καιρό στο βάθος της αναγνωστικής επιθυμίας, τέρας αχόρταγο που ολοένα και θεριεύει, και ίσως να μην ενεργοποιείτο ο μηχανισμός άμεσης αναζήτησης και ακόλουθης ανάγνωσης αν δεν διάβαζα το Η ιστορία της σεξουαλικότητάς μου, του Τόμπι Λακμάκερ, στο οποίο γίνεται μια πλάγια αναφορά στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Κούτσι. Ακόμα μια ιστορία ανάγνωσης, νημάτων και ικανοποιημένων γραμματίων.

Του Σκηνές από τη ζωή ενός νέου είχε προηγηθεί το Σκηνές από τη ζωή ενός παιδιού, αδιάβαστο για κάποιο λόγο που μάλλον έχει να κάνει με την υπό αναδρομή και εξέταση της τότε ηλικίας του Κούτσι, που δεν μου τραβάει το ενδιαφέρον, όχι ακόμα τουλάχιστον. Το παρόν βιβλίο εκδόθηκε λίγους μήνες πριν από τη βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2003, λίγο αφού ο συγγραφέας είχε κλείσει τα εξήντα του χρόνια. Είναι η ανάληψη από τον ταμιευτήρα μιας προ πολλού περασμένης ζωής, όταν ήταν φοιτητής μαθηματικών στο πανεπιστήμιο, πριν ακόμα εγκαταλείψει τη Νότιο Αφρική, αρχικά για την Αγγλία και εν συνεχεία για την Αμερική, όταν το λογοτεχνικό ωάριο επωαζόταν ακόμα, κάποιες ποιητικές απόπειρες, σε μια ηλικία που το να είσαι ή να νιώθεις ή να φαίνεσαι δυστυχής ποτίζει τον κήπο των στίχων, προσδίδοντάς τους μια ειλικρίνεια, ένα συναίσθημα, άσχετα από την όποια λογοτεχνική αξία (δεν) έχουν. Φεύγοντας από τη χώρα του, αφήνοντας πίσω μια ανικανοποίητη μητέρα που ήταν σίγουρη πως δεν θα τα καταφέρει να σταθεί στα πόδια του, εκείνος έπρεπε να αποδείξει ακριβώς αυτό, πως θα τα κατάφερνε σε μια μητρόπολη όπως το Λονδίνο, η ενασχόληση με τη λογοτεχνία δεν ήταν, δεν μπορούσε να είναι σε καμία περίπτωση προσοδοφόρα, άσχετα που δουλεύοντας ως προγραμματιστής για την IBM, με εφόδιο το πτυχίο των μαθηματικών, κατάφερε να κερδίσει μια μικρή υποτροφία για μια διατριβή πάνω στο έργο του Φορντ Μάντοξ Φορντ.

Ο Κούτσι, έμπειρος γραφιάς πια, διαχωρίζει και τοποθετεί απόσταση ανάμεσα στα δύο υποκείμενα, το τρίτο ενικό πρόσωπο με το οποίο ο ώριμος Κούτσι αφηγείται τη ζωή του νεαρού Κούτσι, πριν να αρχίσει να αφηγείται τις ιστορίες που τον κατέκλυζαν, αφού πρώτα εγκατέλειψε την ποίηση, αφού πρώτα είδε πώς είναι να σε στεγνώνει η καθημερινή ρουτίνα της δουλειάς, αφού πρώτα αντιλήφθηκε πως η ποίηση για εκείνον ήταν μια απόπειρα να λάβει θέση στον κόσμο, να μιλήσει για όλα εκείνα που τον βασάνιζαν, ακόμα και αν δεν τον βασάνιζαν, ενώ κατέφευγε ολοένα και συχνότερα στη λογοτεχνία ως αναγνώστης και επίδοξος μελετητής, όταν ένιωσε για παράδειγμα πως πέρα από κάποια σημαντικά και άξια λόγου δείγματα πρόζας η υπόλοιπη εργογραφία του Φορντ Μάντοξ Φορντ δεν είχε κάτι το ξεχωριστό, γεγονός που τον έκανε να σταθεί σκεπτικός απέναντι στα ιερά τέρατα που τον αποθέωναν, μια πρώτη πρόκληση πως μπορούσε να χαράξει μια δική του διαδρομή, μια πορεία πιο έντονα υποκειμενική σε υπό διαμόρφωση επικοινωνία με τη δική του πρώτη ύλη από την οποία και θα κατασκεύαζε τη δική του αφηγηματική ταυτότητα.

Σε βιβλία όπως αυτό, ελάχιστα με ενδιαφέρει το περιεχόμενο που έχει να κάνει με αυτοβιογραφικά στοιχεία, ακόμα λιγότερο τα τριγύρω ιστορικά περιστατικά, είναι σίγουρα σημαντικά ως προς τη διαμόρφωση, αλλά δεν με έλκουν όπως το κάνουν τα διάφορα καλέσματα, οι πρώτες απόπειρες συγγραφής, οι σκέψεις επί αυτής, η αναζήτηση και η πρώτη διαμόρφωση της μετέπειτα φωνής, όπως επίσης και η κατασκευή της αφήγησης του προσωπικού, η επιλογή εδώ του Κούτσι να διαχωρίσει τον σύγχρονο και τον τότε εαυτό του, να πάρει την απόσταση εκείνη του παρατηρητή, να αναστοχαστεί έτσι χωρίς την υποχρέωση της ακριβής περιγραφής του τότε ανείπωτου, να νιώσει και να λάβει από τον εαυτό του την ελευθερία να σταθεί λιγότερο ή περισσότερο στο ένα ή το άλλο, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την ακρίβεια, υπενθυμίζοντάς του/μας πως ακόμα και η πιο αυστηρή αυτοβιογραφική αφήγηση δεν παύει να είναι αφήγηση, δεν γίνεται να μείνει έξω από τη μυθοπλασία, και αυτό, εκτός από το όποιο λογοτεχνικό ενδιαφέρον, είναι μια χρήσιμη υπενθύμιση για τον καθέναν μας όταν επιχειρεί να ανασυστήσει το παρελθόν, να συνδιαλλαγεί με το ποιος ήταν, αποδεχόμενος δυνάμεις όπως οι μηχανισμοί της μνήμης αλλά και η ασυνείδητη συχνά διαδικασία μέσω της οποίας χτίζουμε και συντηρούμε την εικόνα μας, και ένα καλό παράδειγμα είναι η αναφορά του καθένα μας σε παλαιότερες ερωτικές σχέσεις, στο πώς με τα χρόνια έχει αρχειοθετήσει την κάθε ιστορία, αμελώντας, ας χρησιμοποιήσω αυτό το ρήμα ανάμεσα σε τόσα άλλα, κάτι που τότε υπήρξε καθοριστικό, ίσως διαβρωτικό, αν του επιτρέπαμε την παρουσία μέσα στα χρόνια, για την εικόνα που θέλουμε να έχουμε για τον εαυτό μας.

Κανείς δεν μπορεί, ούτε ο ίδιος ο αφηγητής, να βεβαιώσει την απόλυτη πιστότητα της ανάληψης αυτής, και μάλλον ελάχιστη σημασία έχει κάτι τέτοιο, όχι λογοτεχνική και όχι αναγνωστική, ίσως για τους μελετητές του έργου και της ζωής του Κούτσι ναι, ίσως να έχει. Η απόπειρα σύνθεσης, η απόπειρα απάντησης για το πώς ένας νεαρός άντρας, φοιτητής του μαθηματικού, χωρίς ιδιαίτερη κλίση στην ανάλυση και τη μελέτη της γλώσσας αυτής, βρέθηκε στο Λονδίνο, με στόχο πρωταρχικότερο και της ίδιας της επιβίωσης την απόδειξη στη μητέρα του πως θα τα κατάφερνε, και αυτό τον οδήγησε στον προγραμματισμό, η απόπειρα να διακρίνει μέσα στον ορυμαγδό της ζωής, μια σύνθεση όπου κάθε τι είναι σημαντικό, τα ορόσημα εκείνα που καθόρισαν τη διαδρομή, διακριτά εκ των υστέρων και με δεδομένο τον αναπόδεικτο χαρακτήρα τους, στέκομαι περισσότερο στα όχι εκείνα που είπε, όχι ηρωικά αλλά σίγουρα θαρραλέα, τις παραιτήσεις από μια ζωή στρωμένη, δουλειά, δάνειο για σπίτι, γυναίκα, οικογένεια, σύνταξη, θάνατος, αυτά εν ολίγοις, και όλο και περισσότερο να στομώνει με το μαξιλάρι κάθε που ξάπλωνε, πριν τον πάρει ο ύπνος στην ανησυχαστική ησυχία της νύχτας, την όποια φωνή μέσα του ζητούσε κάτι διαφορετικό, κάτι αλλιώτικο από αυτό που τελικά συνέβη, και αυτό, λέω ξανά, δεν είναι ηρωικό, ο καθένας μας για τον εαυτό του το ξέρει, μάλλον τυχαίο είναι αν είναι, απόρροια του ενός ή του άλλου προνομίου, είναι μια ανάληψη που αποκτά έντονο χαρακτήρα μεταφυσικό ή έστω μια υπό διαμόρφωση, χωρίς κριτική επιτροπή, διατριβή στη θεωρία των πιθανοτήτων.

Η αφηγηματική φωνή πρώτιστα και δευτερευόντως η σπορά της λογοτεχνίας, αυτό το υπό κατασκευή πάθος, αλλά και η μη ηρωική επίστρωση του παρελθόντος, μια ψύχραιμη και από σχετική απόσταση αφήγηση, διαμόρφωσαν ένα λογοτεχνικό σύνολο ικανό να προσφέρει αναγνωστική απόλαυση, όχι ως μελέτη αλλά ως λογοτεχνική ανάγνωση, εκεί που δεν έχει σημασία αν κάτι συνέβη ή όχι, έτσι ή διαφορετικά, δεν κρίνεται η ακρίβεια, καθόλου κάτι τέτοιο δεν απασχολεί τον αναγνώστη, και αυτή η απόλαυση είναι που καθιστά το βιβλίο σημαντικό ως ανάγνωσμα και όχι ως κάποιου είδους κοίταγμα μέσα από την κλειδαρότρυπα.

υγ. Για το Ημερολόγιο ενός χειμώνα, το τρομερό αυτό βιβλίο, περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για το Η ιστορία της σεξουαλικότητάς μου εδώ. Για υπόλοιπα έργα του Κούτσι, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Εύη Βαγγελάτου
Εκδόσεις Διήγηση 

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Καθένας με το βάσανό του - Mariana Leky

Πριν από δύο χρόνια, περίπου, διάβασα Το όνειρο της Ζέλμα και στην κατακλείδα του αντίστοιχου κειμένου σημείωνα: «Το όνειρο της Ζέλμα είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, που διαθέτει όλες τις αρετές ενός ευπώλητου ποιοτικού βιβλίου, κάτι το οποίο ήδη αποτυπώνεται στις διάφορες λίστες. Δεν ενδείκνυται ωστόσο για αναγνώστες που παίρνουν υπέρμετρα σοβαρά τον ενήλικα εαυτό τους».

Με χαρά υποδέχτηκα την κυκλοφορία του νέου βιβλίου της Γερμανίδας Μαριάνα Λέκι, χαρά που τη διαδέχτηκε ο σκεπτικισμός από το γεγονός πως επρόκειτο για μια συλλογή διηγημάτων. Έπιασα στη δουλειά να ξεφυλλίσω το βιβλίο και να διατρέξω κάποιες από τις ιστορίες, το απόγευμα έφυγα και το πήρα μαζί μου.

Ένας δείκτης που σε βάθος χρόνου ίσως να δείχνει πόσο μου άρεσε ένα βιβλίο να έχει να κάνει με την επίμονη παρουσία του στην αδύναμη μνήμη μου, και το βιβλίο αυτό το θυμάμαι ακόμα, κυρίως για εκείνη τη γλυκιά αίσθηση που μου άφησε η ανάγνωση και το πέρας της. Και αν σ' εκείνο το πρόσκαιρο συναίσθημα καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε το ευπώλητο που σημείωσα στην αποφώνηση, η αντοχή στον χρόνο κάτι βαθύτερο δείχνει.

Η πιο δύσκολη ερώτηση που μπορεί να μου κάνει ένας πελάτης στο βιβλιοπωλείο είναι πιθανότατα εκείνη για ένα γλυκό, αισιόδοξο βιβλίο, αλλά όχι κακογραμμένο, όχι στέλεχος της παραλογοτεχνίας. Πάρτε δύο λεπτά και σκεφτείτε, πόσα τέτοια βιβλία σας έρχονται στον νου; Υποθέτω λίγα, αν όχι ελάχιστα. Το όνειρο της Ζέλμα είναι εκείνο που πρώτα μου έρχεται κατά νου, πρόταση που συμπληρώνεται από την επιθυμία να είχα έναν θείο σαν τον οπτικό φίλο της Ζέλμα.

Το όνειρο της Ζέλμα θα ήταν το υπέρτατο μπεστ σέλερ σ' έναν κόσμο που η ανάγνωση θα ήταν κανόνας και όχι εξαίρεση, ένας κοινός τόπος συνάντησης αναγνωστών που κατά τα λοιπά θα ακολουθούσαν διαφορετικά αναγνωστικά μονοπάτια. Δεν είναι πως το βιβλίο δεν πήγε καλά από άποψη πωλήσεων και διάδρασης, αλλά θα μπορούσε να έχει πάει πολύ καλύτερα. Για να κλείσω την αναφορά μου σε αυτό θα προσθέσω: αν ψάχνετε ένα γλυκό βιβλίο, αν ακόμα θυμάστε το συναίσθημα βγαίνοντας από την αίθουσα όπου προβαλλόταν το Αμελί, τότε αναζητείστε αυτό το βιβλίο.

Ο σκεπτικισμός μου για το Καθένας με το βάσανό του εντάθηκε από το γεγονός πως τα κείμενα/διηγήματα που αποτελούν τη συλλογή αυτή πρωτοδημοσιεύτηκαν στη στήλη που κρατούσε η συγγραφέας στο περιοδικό Psychologie Heute (Ψυχολογία σήμερα). Έχω μια δυσανεξία σε αυτό το κομμάτι της επιστήμης της ψυχολογίας, την εκλαϊκευμένη πτέρυγά του, μέρος καθώς είναι μιας γενικότερης συνταγογράφησης ευζωίας, οδηγίες διέλευσης ενός περίπλοκου κόσμου, ευαγγελιστές της υπέρτατης αλήθειας. Ένα λογοτεχνικό υποείδος έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια, εκεί που τα βιβλιοπωλεία είναι φαρμακεία και οι ιστορίες μπορούν να μας σώσουν, ποιος όμως θα μας σώσει από την κακή λογοτεχνία;

Αναπόσπαστο μέρος της κακής λογοτεχνίας είναι ο αναχωρητισμός της, αυτό συμβαίνει ακόμα και αν φαινομενικά είναι στρατευμένη πολιτικά, αλλά αυτό είναι κάτι που τη θετική ενέργεια, που ισχυρίζονται πως έχουμε ανάγκη και πως έτσι όλα θα πάνε καλύτερα, δεν την αγγίζει. Καταλαβαίνετε πως διόλου προσδοκίες δεν είχα τελικά από το βιβλίο αυτό, η αρχική χαρά είχε ξεπεράσει τον απλό σκεπτικισμό, η απογοήτευση χτυπούσε δυνατά την πόρτα.

Και όμως.

Ήταν κάτι που είχε διαφανεί και από Το όνειρο της Ζέλμα, ο τρόπος της συγγραφέως να κοιτάζει τον κόσμο μέσα από τα μάτια της νεαρής αφηγήτριάς της είχε κάτι το καθαρό και συνάμα λοξό. Στα ιδιότυπα αυτά διηγήματα μικρού μήκους η ματιά της κεντρικής αφηγήτριας, που κάθε λόγο έχουμε να την ταυτίσουμε με τη συγγραφέα, διατηρεί τόσο την καθαρότητα όσο και εκείνη τη λοξότητα. Παρατηρώντας τον στενό της περίγυρο, αφηγείται ιστορίες μικρής κλίμακας, στιγμιότυπα από μια απλή, αληθοφανή καθημερινότητα, μέσα στην οποία οι χαρακτήρες επιδιώκουν να επιζήσουν, χωρίς να διαθέτουν υπερδυνάμεις, πέρα από τη λογική και το συναίσθημα. Ο μικρόκοσμός μας είναι κάτι που μπορούμε να το ελέγξουμε, ως ένα βαθμό τουλάχιστον.

Η Λέκι πετυχαίνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο μελό και το γλυκό, στο απλό και το απλοϊκό, το σοβαρό και το σοβαροφανές, χωρίς να θυσιάσει τη λογοτεχνικότητα στον βωμό ενός κειμένου που θα φιλοξενηθεί στις σελίδες ενός περιοδικού ψυχολογίας. Μια ευδιάκριτη, κοινή αφηγηματική φωνή συνέχει τα διηγήματα αυτά, επί της οποίας στερεώνεται και υψώνεται η συνολική κατασκευή με τις όποιες ιδιαιτερότητές της. Δεν ξέρω αν τα διηγήματα αυτά, ως λογοτεχνία ή ως μια στήλη, δύνανται να βοηθήσουν κάποιους από τους αναγνώστες να νιώσουν καλύτερα, να τους προσφέρουν εργαλεία πρόσληψης και αντιμετώπισης της καθημερινότητας, εγώ δεν αναζητούσα αυτό, αν και ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τα όσα λαμβάνουν χώρα στο υποσυνείδητό του. Άλλωστε, εδώ για λογοτεχνία κάνουμε λόγο.

Προγραμματικά και με βάση την αρχική τους χρησιμότητα, τα διηγήματα αυτά δεν θα ανατρέψουν την παράδοση, δεν θα εκτρέψουν το λογοτεχνικό ποτάμι, θα προσφέρουν, ωστόσο, μια ικανή ανάπαυση στις κοιλότητες που το ρεύμα αδύναμο εγκλωβίζεται. Η ησυχία είναι μια αδικημένη λειτουργία της λογοτεχνίας, και η ησυχία εδώ προκύπτει από την αποφυγή, την υπονόμευση ακόμα ακόμα, της ψυχολογικής υποστήριξης, έξω από ένα απαραίτητο πλαίσιο θεραπείας. Μπορεί κανείς, επίσης, να αντιμετωπίσει τα διηγήματα αυτά ως μια ιδιότυπη άσκηση συγγραφής, ένα εργαστήριο μελέτης του κόσμου τριγύρω και της μετατροπής του σε λογοτεχνία.

Το ο Καθένας με το βάσανό του σε συνδυασμό με Το όνειρο της Ζέλμα μας προσφέρουν μια ικανοποιητική θέα στον λογοτεχνικό τρόπο της Λέκι. Η φαινομενική αφέλεια με την οποία τον παρατηρεί και μέσω της οποίας αρχικώς στήνει και ακολούθως καθοδηγεί τους χαρακτήρες της. Η αφέλεια αυτή είναι ωστόσο φαινομενική, υπάρχει ο κίνδυνος κάποιος αναγνώστης να μη μπορέσει να το διακρίνει αυτό, τότε για εκείνον η κατασκευή δεν θα λειτουργήσει, μια αίσθηση λιγώματος θα εμφανιστεί στον ουρανίσκο εκείνο. Εδώ η αφέλεια είναι το αντίπαλο δέος της σοβαροφάνειας.

Διάβασα τα διηγήματα αυτά ευχάριστα. Δεν είμαι ωστόσο σίγουρος πως αργότερα θα θυμάμαι πολλά πέρα από την αίσθηση γλυκύτητας που μου άφησαν. Δεν είναι κάτι λίγο αυτό, σίγουρα δεν είναι κάτι άχρηστο εντός του ζόφου που κινούμαστε. Η λογοτεχνία της Λέκι, ακόμα και σε αυτή την εκδοχή που εκκινώντας από το ιδιωτικό επιχειρεί να γενικεύσει, δημιουργώντας, ή ελπίζοντας πως δημιουργεί, τον απαραίτητο κοινό τόπο ανάμεσα σε εκείνη, τους ήρωές της και τον αναγνώστη, δεν είναι μια λογοτεχνία αναχωρητική, αλλά μάλλον πολιτική, χωρίς να το φωνάζει άναρθρα, επισημαίνοντας με τον τρόπο της πως η κύρια πηγή των ατομικών προβλημάτων είναι κοινωνικοπολιτική. Δεν επιχειρεί να δώσει συνταγές ευτυχίας και παλέματος, δεν αμελεί πως αυτό που ξέρει και θέλει να κάνει είναι λογοτεχνία, αλλά η λογοτεχνία, όταν είναι καλή, ναι, μπορεί να αποδειχτεί μια συνταγή ευτυχίας και σίγουρα παλέματος.

Θυμήθηκα την αίσθηση που Το όνειρο της Ζέλμα μου άφησε, αυτό σίγουρα συνέβη, και αυτό καθόλου λίγο δεν είναι.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για Το όνειρο της Ζέλμα περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Σάρκα - David Szalay

Τα βραβεία, τα λογοτεχνικά και τα λοιπά, είναι μια σύμβαση, τη δέχεσαι ή την απορρίπτεις, δικαίωμά σου είναι, προφανέστατα. Προβληματικό είναι όταν τα δέχεσαι, αν συμφωνείς, και τα  απορρίπτεις, αν διαφωνείς, που και αυτό δικαίωμά σου είναι, προφανέστατα, αλλά καταλαβαίνετε, θαρρώ, τι θέλω να πω. Το Βραβείο Μπούκερ για το 2025 το κέρδισε η Σάρκα του Ντέιβιντ Σόλοϊ. Αναμενόμενα συζητήθηκε το βιβλίο αυτό, κάποιοι αρκετοί έσπευσαν να το διαβάσουν στα αγγλικά, σε άλλους άρεσε και σε άλλους όχι, είθισται να συμβαίνει και αυτό, κάποιοι, όπως εγώ, περίμεναν την ελληνική εκδοχή του.

Αν δέχεσαι τα βραβεία, έχεις κάθε δικαίωμα να κρίνεις ένα βραβευμένο με βάση τη βράβευσή του, σε σχέση, κυρίως, με τα άλλα υποψήφια, αλλά και με παλαιότερους νικητές του θεσμού. Αν δεν τα δέχεσαι, τότε και πάλι μπορείς να κρίνεις αλλά όχι με βάση τη βράβευση ή μη, ακριβώς γιατί δεν δέχεσαι τα βραβεία.

Το Μπούκερ, αντίθετα με το Νόμπελ, αφορά συγκεκριμένα βιβλία, που εκδόθηκαν την ίδια χρονιά, είναι γραμμένα πρωτότυπα στα αγγλικά, μια πρώτη μακρά λίστα ανακοινώνεται, ύστερα μια τελική πεντάδα, από την οποία προκύπτει το νικητήριο. Από τη βραχεία λίστα μόνο το Οντισιόν της Κιταμούρα έχω διαβάσει και μόνο ως προς αυτό δύναμαι να κρίνω τη Σάρκα συγκριτικά, αν έχει, που δεν έχει, νόημα μια τέτοια σύγκριση.

Η βράβευση και, κυρίως, η μετέπειτα συζήτηση σίγουρα αποτελεί μια αφορμή ανάγνωσης, ιδιαίτερα από τη στιγμή που το βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά και βρέθηκε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, η επίσπευση της ανάγνωσης υπήρξε δικαιολογημένη και αναμενόμενη. Χωρίς την ανάγνωση πέφτει στο κενό η όποια κρίση. Προείπα, ωστόσο, μόνο άλλο ένα ακόμα έχω διαβάσει από τη λίστα, επομένως η αξιολόγηση, η αίσθηση αν προτιμάτε, της ανάγνωσης είναι ανεξάρτητη των γύρω τριγύρω στοιχείων.

Εκείνο που περισσότερο με ιντρίγκαρε δεν ήταν τόσο η πόλωση των απόψεων, όσο το γεγονός πως και τα δύο μέρη στέκονταν στο ίδιο τεχνικό γνώρισμα, στον τρόπο του Σόλοϊ να αφηγηθεί την ιστορία του Ίστβαν, ενός προσώπου με μηδενικό βάθος χαρακτήρα, που άγεται και φέρεται με όσα η ζωή του φέρνει, και με έναν αφηγηματικό τρόπο αρκετά στεγνό, απλό και περιγραφικό. Κάποιοι ενθουσιάστηκαν, άλλοι απογοητεύτηκαν, αμφότερα τα μέρη, ωστόσο, επεσήμαναν το ίδιο χαρακτηριστικό. Ένα πρώτο ερώτημα είναι: υπάρχει στο βυθό κάτω από την επιφάνεια κάτι που βράζει; 

Δεν είχα προσδοκίες, μόνο επιθυμία να διαβάσω το βιβλίο αυτό.

«Στα δεκαπέντε του, μετακομίζει με τη μητέρα του σε καινούργια πόλη και πηγαίνει σε καινούργιο σχολείο. Δεν είναι εύκολη ηλικία για κάτι τέτοιο, η κοινωνική ιεραρχία του σχολείου είναι ήδη εδραιωμένη, και δυσκολεύεται να κάνει φίλους. Ύστερα από λίγο, όμως, κάνει ένα φίλο, ένα άλλο μοναχικό άτομο. Μερικές φορές, μετά το σχολείο πηγαίνουν παρέα στο καινούργιο εμπορικό κέντρο δυτικού τύπου που μόλις έχει ανοίξει στην πόλη».

Η πρώτη παράγραφος λειτουργεί εισαγωγικά και κατατοπιστικά, θέτει τις συνθήκες, τη μετακόμιση, την ηλικία, τον χαρακτήρα, τη μεταβατική εποχή στην Ουγγαρία, περιλαμβάνει και τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας, μέσω του αφηγητή του, θα πει την ιστορία αυτή, στεγνά, απλά και περιγραφικά.

Ο τρόπος του Σόλοϊ με μαγνήτισε, δεν μπορούσα να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου, αναζητούσα το οποιοδήποτε κενό ώστε να διαβάσω λίγες ακόμα σελίδες, ένα ακόμα επεισόδιο από τη ζωή του. Η λογοτεχνία, είτε ως μορφή είτε ως περιεχόμενο, πλέει σε ένα μικρό μέρος της ανθρώπινης συνθήκης, αναπόφευκτα ίσως, ανακουφιστικά, επίσης, μια συνθήκη εξαίρεσης που μονώνει το μπούνκερ του καθενός μας. Ο Σόλοϊ λέει πως ήθελε να γράψει ένα μυθιστόρημα με δύο πλευρές, μια αγγλική και μια ουγγρική, για τη ζωή ενός μετανάστη τη στιγμή που η Ουγγαρία μπαίνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για τη ζωή ως σωματική εμπειρία.

Πριν από ό,τι άλλο: ο Σόλοϊ, συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις προθέσεις ή το αποτέλεσμα, έχει ένα ξεκάθαρο πλάνο γραφής, οι αποφάσεις έχουν ληφθεί και διατηρούνται μέχρι το τέλος. Είναι σημαντικό να λεχθεί κάτι τέτοιο, η τυχαιότητα βασανίζει εξόχως την τέχνη, ένα απλό εύρημα δεν θα προμήθευε με ικανό καύσιμο την κατασκευή. Ο τρόπος του, στεγνός, απλός και περιγραφικός, δεν στοχεύει στον αναγνωστικό εντυπωσιασμό, μάλλον διακινδυνεύει το αντίθετο, προείπα ήδη για τις ενστάσεις και τις κατηγορίες που πατούν ακριβώς εκεί που πατάει και ο θαυμασμός (μου).

Πάνε χρόνια, είχα δει την ταινία του Τζάρμους, ίσως την πλέον υποτιμημένη της εργογραφίας του, Στα όρια του ελέγχου (Limits of control, 2009), μια ταινία δράσης χωρίς καθόλου δράση, μια ταινία δράσης στα διαλείμματα της δράσης, ένας επαγγελματίας δολοφόνος που περιφέρεται στη Μαδρίτη, αργά και νωχελικά, βαρετά ίσως να σκεφτεί κάποιος, στοιχειωτικά θα έλεγα εγώ. Τη σκεφτόμουν αυτή την ταινία, την αίσθηση που χρόνια μετά έχει διατηρηθεί για εκείνη μέσα μου.

Επεισόδια από τη ζωή του Ίστβαν, που τίποτα ξεχωριστό δεν έχει ως χαρακτήρας, που όλο οκ απαντά στις ερωτήσεις που του γίνονται, που ακολουθεί τη ροή χωρίς να αναρωτιέται πολλά πολλά. Ένας άνθρωπος της εποχής του, ένας απλός, συνηθισμένος άνθρωπος, διαμορφωμένος σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, χωρίς θεωρία, χωρίς βάθος σκέψης, χωρίς ενεργή σύνδεση με το συναίσθημά του, χωρίς ιδιαίτερο πλάνο και σχεδιασμό. Ο Ίστβαν είναι ιδιαίτερα γνώριμος, οικείος, αν και ίσως να μην ανήκει στον μικρόκοσμό μας, στην πλάνη μας, και όμως αντιπροσωπεύει μια ισχυρή πλειοψηφία, μια σιωπηλή πλειοψηφία, μια ακατανόητη, ίσως, πλειοψηφία.

Ο Σόλοϊ παρουσιάζει έναν μη λογοτεχνικό χαρακτήρα, έναν μη συνηθισμένο λογοτεχνικό χαρακτήρα, και τον υποστηρίζει άψογα γλωσσικά και αφηγηματικά, του φτιάχνει το πλαίσιο εντός του οποίου κινούνται οι πολλοί Ίστβαν του καιρού μας, επίπεδοι και μονοδιάστατοι. Ο Σόλοϊ προγραμματικά κατασκευάζει κάτι το οποίο αποτελεί συνήθη ανώμαλη προσγείωση για μια λογοτεχνία υψηλών βλέψεων. Η Σάρκα οφείλει να κριθεί και με βάση τις ορατές συγγραφικές επιδιώξεις, αν τα κατάφερε ο συγγραφέας σε αυτό που θέλησε να κάνει.

Η κάμερα καδράρει διαρκώς στον Ίστβαν, αφήνοντας έξω τον υπόλοιπο κόσμο, μόνο ό,τι φτάνει ως αυτόν γίνεται ορατό. Αυτή η αποκοπή ενισχύει/αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο ο Ίστβαν ζει, παρ' όλες τις εξωτερικές συνθήκες. Μα πώς γίνεται, αναρωτιόμαστε εμείς οι σκεπτόμενοι, ο κόσμος να μην αντιδρά στο ένα ή στο άλλο, πώς γίνεται να συνεχίζουν με ό,τι κάνουν. Αναρωτιόμαστε και αρνούμαστε να στρέψουμε το βλέμμα προς τα εκεί.

Θα μπορούσε το μυθιστόρημα να έχει μια πιο έντονη κριτική προσέγγιση, να επιχειρήσει μια κοινωνιολογική προσέγγιση, όμως αυτό δεν συμβαίνει, όχι στην επιφάνεια τουλάχιστον, όχι ως μασημένη τροφή, όχι ως μια σύνθεση από κλισέ, όπως ο φτωχός μη προνομιούχος που παλεύει να επιβιώσει, για παράδειγμα. Ο αφηγητής κρατάει μια απόσταση σταθερή, απόσταση που αποτυπώνεται στον τρόπο του, δεν κρίνει και δεν συναισθάνεται, δεν επιχειρεί να εξηγήσει και να δικαιολογήσει, όχι γιατί δεν τον ενδιαφέρει αλλά γιατί δεν υπάρχει κάτι που να γεννά την ανάγκη στην ιστορία του Ίστβαν, ο αφηγητής προσαρμόζεται στα μέτρα του ήρωα της ιστορίας του.

Αν κάποιος αναζητά το βάθος και το υψηλό, ό,τι και αν αυτό σημαίνει πραγματικά, στη λογοτεχνία, ας προσπεράσει, εδώ δεν θα βρει το αγαπημένο του φλιτζάνι με τσάι, θα βαρεθεί και θα δυσανασχετήσει. Συμβαίνει σπάνια, εδώ συμβαίνει, ωστόσο, να μπορώ να φανταστώ να μην αρέσει καθόλου σε κάποιον ένα βιβλίο που εμένα μου άρεσε πολύ, με ενθουσίασε για την ακρίβεια, και μάλιστα, για τους ίδιους λόγους.

Η απάντηση στο ερώτημα, υπάρχει στο βυθό κάτω από την επιφάνεια κάτι που βράζει;, είναι θετική, η στεγνή, απλή και περιγραφική αφήγηση διαθέτει κάτι το ανησυχαστικό, κάτι το τρομακτικό, κάτι το σκληρά ρεαλιστικό, κάτι που αφήνει το προνόμιο της σκέψης, της ιδεολογίας, της αισθητικής, και όποιο ακόμα αντίστοιχο, αμήχανο και κατατροπωμένο. Η ιδιώτευση του Ίστβαν στέκει στον αντίποδα της δικής μας, εκείνος, τουλάχιστον, δεν επιχειρεί να τη θεωρητικοποιήσει.

Η Σάρκα μού άρεσε πολύ, ο Ίστβαν, πού να το φανταζόταν, με καθήλωσε και με στοίχειωσε, ο Σόλοϊ κατασκεύασε ένα αριστούργημα με τα πλέον απλά συστατικά. 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Ψυχογιός

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Σαν νερό που κυλάει

Η μαγική ιδιότητα της λογοτεχνίας, της ανάγνωσης, μικρά, διαρκή, καθοριστικά πλήγματα στον ορθολογισμό, να διαβάζεις κάτι που απαντά/συναντά/συνομιλεί/επιχειρηματολογεί με κάτι που σε απασχολεί, η μαγική ιδιότητα της λογοτεχνίας να προσαρμόζεται σ' αυτό που έχεις ανάγκη και όλα αυτά υπό το πρίσμα μιας φαινομενικής τυχαιότητας, μιας υπερβολικά χαλαρής αιτιοκρατικής συσχέτισης μεταξύ επιλογής και αποτελέσματος. Η γενέθλια επέτειος, αναπόφευκτα, ευτυχώς ή δυστυχώς, σέρνει μαζί της ως την άφιξή της μια διάθεση αυτοελέγχου, απλά, ναι καλά, ευσύνοπτα ερωτήματα: ποιος είμαι, πού πάω, τι κάνω κ.τ.λ.

«Φυσικά, όσο συνεχίζω να φαντάζομαι τι φαντάζονται οι άλλοι, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ στη δική μου φαντασία, να συλλάβω τα σενάρια, να επισπεύσω τους χρόνους, να καταλάβω αβίαστα τι πρέπει να κάνω, να κάνω εκείνο που όλοι αυτοί περιμένουν από μένα»*.

Κάθε απόσπασμα, κλαδάκι αποκομμένο από τον κορμό, έτσι και αυτό, αυτόνομα χαρίζει/χαράζει μονοπάτια σκέψης/πρόσληψης. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να επιχειρηματολογεί ενάντια στον εαυτό του, στη λειτουργία του ως απεύθυνση σε έναν άγνωστο αναγνώστη, να υπονομεύεται. Δοκιμάστε να το διαβάσετε ξανά, εγώ το έκανα ήδη. Θα μπορούσε, για παράδειγμα να επιχειρηματολογεί ενάντια σ' αυτό που κάνω σ' αυτή την ψηφιακή γωνιά. Να φαντάζομαι, όσα οι συγγραφείς φαντάζονται, να μην ακούω τη φαντασία μου, να μένω απέξω. Δοκιμάστε να το διαβάσετε ξανά, εγώ το έκανα ήδη. Θα μπορούσε, νιώθω εγώ, να επιχειρηματολογεί ενάντια στο έξω σύστημα, στο πέρα από το κάδρο του αναγνώστη που κρατά το βιβλίο στα χέρια του, να θέτει με επιμονή ερωτήματα/ενστάσεις για την περιχαράκωση, για την περαιτέρω οχύρωση του οχυρού, του μπούνκερ.

Δεκαέξι χρόνια, λοιπόν.

Έχω ένα ποστ ιτ σε περίοπτη θέση στο γραφείο μου, που την υπόλοιπη μέρα είναι ένα τίμια λειτουργικό τραπέζι κουζίνας, το ποστ ιτ αυτό λέει μην ξεχνάς. Με πεζά γράμματα, ένας ψίθυρος. Το ξεχνάω συχνά, όταν κάθομαι να γράψω είναι, ωστόσο, εκεί. Ψιθυρίζει. Θα μπορούσε να λέει να θυμάσαι όμως λέει μην ξεχνάς. Η μνήμη της μη λήθης, όπως η κάθε μνήμη, ενδύεται το σύγχρονο, προσαρμόζεται ο χαμαιλέοντας χρωματικά, δεν ξεχωρίζει από την επιφάνεια εκείνης της στιγμής, απαντά διαρκώς στο επικαιροποιημένο διακύβευμα. Έτσι και τώρα. Μην ξεχνάς πως κάποιοι κόκκοι άμμου, σβόλοι ολόκληροι ενίοτε, θα διαφεύγουν από τη χούφτα. Μην ξεχνάς πως κάποια αντιπαραδείγματα, στρατοί ολόκληροι ενίοτε, θα αποπροσανατολίζουν την πορεία. Μην ξεχνάς, επίσης, τη ματαιότητα, το άγχος της ύπαρξης, την απουσία νοήματος ενίοτε/συνήθως, την απόλαυση, τη διαφυγή. Μην ξεχνάς πως τα κείμενα αυτά, ενταγμένα στη συγχρονία σου, ενέχουν, εκτός της ημερολογιακής τους διάστασης και των αλλεπάλληλων στρωμάτων εαυτού, μικρές, συχνές, υποδόριες συνήθως θέσεις μανιφέστου, απαντήσεων σε ερωτήματα που τέθηκαν ή δεν τέθηκαν.

Τελευταία το πρώτο που θυμάμαι να μην ξεχνάω είναι το προνόμιο να μπορώ να κάνω αυτό που κάνω, με τους όρους που το κάνω, με τη συχνότητα και την ελευθερία, επίσης. Ακολούθως θυμάμαι να μην ξεχνάω πως το κάνω μεν για μένα αλλά με απεύθυνση, το επικοινωνώ, το μοιράζομαι, το διαλαλώ, κοιτάξτε τι κάνω λέω. Ύστερα θυμάμαι να μην ξεχνάω πως η ματαιοδοξία είναι ένα συστατικό, ο θυμός του να νιώθεις πως οι άλλοι δεν σε καταλαβαίνουν, δεν σε αποθεώνουν, επίσης. Θυμάμαι να μην ξεχνάω πως η ετεροαποδοχή απαιτεί ως πρώτο βήμα την αυτοαποδοχή. Εδώ εμφανίζονται να παρελάσουν τα παραπάνω απλά, ναι καλά, ευσύνοπτα ερωτήματα: ποιος είμαι, πού πάω, τι κάνω κ.τ.λ.

Δεκαέξι χρόνια, λοιπόν. Κάτι παραπάνω από χίλια επτακόσια κείμενα. Πόσες άραγε λέξεις το σύνολο; Σκοπίμως τοποθετώ το ποσοτικό, που σε μια λίστα αποφυγής θα ήταν πρώτο, άλλωστε περί αυτού πρόκειται και στο γενέθλιο, η πρόσθεση μιας ακόμα χαρακιάς στον τοίχο του χρόνου, σωστά;

Η χρονιά που μεσολάβησε έδωσε μια καίρια απάντηση. Είναι ένα ερώτημα που εδώ και χρόνια ακούω, τόσο έντονα που από κάποια στιγμή και έπειτα άρχισε να με απασχολεί προσωπικά, έντονα, καθισμένο σε μια θέση λεωφορείου, σε μια καρέκλα με το βλέμμα στη γωνιά ενός χαλιού, στο τραπέζι αυτό, πριν κοιμηθώ, όταν διαβάζω· γιατί διαβάζω; Ερώτημα που σε πλήρες ανάπτυγμα μετατρέπεται σε γιατί διαβάζω με τέτοια μανία και αυτό είναι κάτι το τόσο έντονα προσδιοριστικό της καθημερινότητάς μου;

Η απάντηση, ξεκίνησε από ένα δεν ξέρω, συνέχισε στο παιδικό κρεβάτι μετά την καληνύχτα, έγινε απλά ένα χόμπι, κατέληξε και σταθεροποιήθηκε στο: είναι ο τρόπος μου να αντιλαμβάνομαι την ανθρώπινη εμπειρία, είναι τα βέλη που προσθέτω στη φαρέτρα ενάντια σε έναν κόσμο μονοσήμαντο/μονόδρομο. Γι' αυτό διαβάζω. Έχω πια αφαιρέσει το ίσως/μάλλον/μπορεί και να είναι αυτός ο λόγος.

Δεκαέξι χρόνια, λοιπόν. Από το ποίημα του Λειβαδίτη μέχρι τον Μεγάλο Ρέι. Από τα δεκαεπτά χτυπήματα, ίσως όλα δικά μου, της πρώτης ανάρτησης, μέχρι τα σημερινά πολλαπλάσια που ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ.

Τι θα μπορούσα να έχω φανταστεί τότε, όταν απλά πάτησα δημοσίευση, έχοντας πρώτα αντιγράψει εκείνο το ποίημα; Πόσο χαριτωμένα αστείες μοιάζουν εκείνες οι ψηφίδες που ανακαλώ σήμερα; Για να μη μιλήσω για το πόσο εκτεθειμένος ένιωθα τότε, μετά τα δεκαεπτά εκείνα χτυπήματα, ίσως όλα δικά μου.

Συχνά σκέφτομαι ένα αυτόνομο αυτομυθοπλαστικό αφήγημα, κείμενα, σκέψεις, αναμνήσεις, φιλοδοξίες, απογοητεύσεις, γνωριμίες, δουλειές, βιβλία και αναγνώσεις να εγκολπώνονται στο αφήγημα αυτό, δεν το τολμώ, τι βαρυσήμαντο ρήμα χρησιμοποίησα μόλις ε; Δεν το τολμώ, ίσως αυτό να είναι το πλέον ευδιάκριτο νήμα που ενώνει εκείνο το τότε με αυτό το τώρα, η αίσθηση τόλμης, ένας στίχος του Παυλίδη κάπου λέει «ποτέ δεν ήμουν έτοιμος για τίποτα, απόφαση δεν έπαιρνα καμία, και όσα ίσως κάποτε κατάφερα, τα έχω κάνει από απερισκεψία», αν με ρωτάτε, δεν θα περιοριζόμουν σε παρελθοντικό χρόνο, κατά τα άλλα ναι.

Δεκαέξι χρόνια, λοιπόν. Η διατήρηση του ιστολογίου, η ιερή τήρηση της ρουτίνας, οι όποιες νέες προ(σ)κλήσεις, εγώ στο πέρασμα του χρόνου αποτελούν μια δυναμική συνθήκη αυτοπροσδιορισμού, συνεχούς και επίμονου, συχνά επίπονου, παίζοντας με την παρήχηση, καθοριστικού ωστόσο αδιαμφισβήτητα.

Πρόσφατα, παίζοντας με τις λέξεις, σκέφτηκα τον όρο αυτοκριτική, μια πιθανή ειδολογική τοποθέτηση των κειμένων αυτών, ως μονάδες και ως σώμα. Η χρονιά που μεσολάβησε έφερε ακόμα ένα βήμα, που για καιρό δεν τολμούσα, τον σύνδεσμο εκείνο που επιτρέπει στον αναγνώστη που επιθυμεί να με κεράσει έναν καφέ να το κάνει. Το δημιουργικό τμήμα της διαφημιστικής εταιρείας ίσως να λάνσαρε την εκστρατεία αυτή με το σλόγκαν: βοήθησε τον No One For Him να κάνει την αυτοκριτική του.

Μετά από κάποιο σημείο, όταν η γραφή γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας, τα όρια μεταξύ μυχιότητας και εξωστρέφειας συγχέονται, γίνονται δυσδιάκριτα, όπως συμβαίνει και με την εμφάνιση και την κάλυψη, ως προς τις συνειδητές αποφάσεις, δεν καλύπτομαι μόνο από το άλλο βλέμμα αλλά και από το δικό μου, συχνά παίζοντας παιχνίδια στον εαυτό μου, δοκιμάζοντάς τον. Στην επικράτεια της αυτοκριτικής αναδύονται κομμάτια μυθοπλασίας. Πάλι θα καταφύγω σε ένα απόσπασμα: «Είμαι πεπεισμένος ότι ο καλύτερος τρόπος για να θυμόμαστε αυτό που δεν ζήσαμε είναι να το επινοήσουμε»**.

Δεκαέξι χρόνια, λοιπόν. Ποιος ήμουν και ποιος είμαι, πού ήμουν και πού είμαι, πώς έγραφα και πώς γράφω, πώς διάβαζα και πώς διαβάζω, πώς κρύβομαι και πώς φανερώνομαι. Λες και τα ερωτήματα δεν ήταν ήδη αρκετά: Πώς κλείνει ένα κείμενο όπως αυτό;

* [Dillon Bay - Daniele Del Giudice ( Διηγήματα, μτφρ. Αλέξανδρος Λαβράνος, εκδόσεις Κείμενα)]
** [Εξομολογήσεις - Sergio Blanco (μτφρ. Δέσποινα Σαραφείδου, εκδόσεις Ροές)]
 
υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Ο Μεγάλος Ρέι - Michael Kimball

Στα τέλη της περασμένης χρονιάς, στα χασομέρια της εκδοτικής πλημμυρίδας πριν από τις γιορτές, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο το οποίο είχα κυκλώσει από τότε που διάβασα για την επικείμενη έκδοσή του, ο λόγος για το μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Μάικλ Κίμπαλ, Ο Μεγάλος Ρέι, σε μετάφραση Άκη Παπαντώνη από τις εκδόσεις Κίχλη. Δύο ήταν οι λόγοι της προσμονής. Ο πρώτος είχε να κάνει με τα όσα ενθουσιαστικά λόγια είχα διαβάσει για το προηγούμενο βιβλίο του, που είχε κυκλοφορήσει παλιότερα στα ελληνικά, το Αγαπητοί όλοι σε μετάφραση Παλμύρας Ισμυρίδου από τις εκδόσεις Οκτώ. Ο δεύτερος λόγος είχε να κάνει με το θέμα του, ανασύρω από το οπισθόφυλλο: «Ο Μεγάλος Ρέι είναι παράφορος, μεγαλόσωμος και νοσηρά παχύσαρκος· μια κολοσσιαία παρουσία στη ζωή τού γιου του Ντάνι. Όταν πεθαίνει, ο Ντάνι προσπαθεί να σηκώσει το βάρος της απουσίας τού πατέρα του, αλλά και να διαλύσει το σκοτάδι που εκείνος είχε αφήσει πίσω του».

Το πένθος, η αντιμετώπιση της συνθήκης απουσίας ενός γονέα, οι τελευταίες μέρες, τα ανοιχτά γραμμάτια, οι συγκρούσεις, το συνολικό παλίμψηστο της σχέσης, το μαύρο κουτί που αναπόδραστα εμφανίζεται, τρομακτικό και μόνο στη θέα, πόσο μάλλον στο περιεχόμενό του, όσο καλά και αν πιστεύει καθένας μας πως προετοιμάστηκε γι' αυτή την απουσία, όλα αυτά είναι θέματα που διαχρονικά απασχολούν την τέχνη και εν γένει την ανθρώπινη εμπειρία. Αυτό που μοιάζει να μεταβάλλεται τα τελευταία κάποια χρόνια, με την επικράτηση της αυτομυθοπλασίας και τη βασιλεία της ταύτισης των εγώ του δημιουργού, του αφηγητή και του κεντρικού ήρωα, είναι η κατάλυση της μυθοπλαστικής σύμβασης.

Ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, όπως αυτό, ο συγγραφέας που γράφει για τον νεκρό πατέρα του, ακόμα και αν, όπως στην περίπτωσή μου, δεν προκαλεί κάποια κόπωση, αναπόφευκτα προσφέρει μια πανοπλία στον αναγνώστη, μια αίσθηση δύναμης, ξέρω τι να περιμένω, σκέφτομαι/σκέφτεται. Και αυτή η αίσθηση, η ψευδαίσθηση καλύτερα ειπωμένο, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ίδια τη λειτουργία της καλής λογοτεχνίας, στο μονοπάτι της οποίας ο αναγνώστης (θα έπρεπε να) νιώθει να εκτίθεται ολοένα και περισσότερο στο πέλαγος των άπειρων ενδεχομένων, αντιμέτωπος με το τεράστιο γκρι εμβαδόν του πολύπλοκου φαινομένου της ύπαρξης συνολικά. Η απώλεια ενός γονέα είναι ένα θέμα που με έλκει αναγνωστικά, έλξη που προφανώς και φανερώνει αρκετά για μένα τον ίδιο. Έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο αυτό με δύο βεβαιότητες, που σύντομα κατέρρευσαν με πάταγο, η πρώτη είχε να κάνει με τον αυτομυθοπλαστικό χαρακτήρα της αφήγησης, η δεύτερη με την αυτοπεποίθηση πως ήμουν προετοιμασμένος γι' αυτή.

Το πέπλο της αυτομυθοπλασίας έπεσε πρώτο, ήδη από την περίληψη στο οπισθόφυλλο, το πρώτο πρόσωπο ήταν απλώς και μόνο αφηγηματική επιλογή και όχι μια πύλη για το προσωπικό. Η αυτοπεποίθηση υποχωρούσε μέχρι να αφανιστεί και να παραδοθώ πλήρως συναισθηματικά. Η φύση της αφήγησης, προσωπική και μύχια, ακόμα και αν κατασκευασμένη στο συγγραφικό εργαστήρι, καθιστά τη συναισθηματική πρόσληψη επιπλέον του συνηθισμένου υποκειμενική. Η τεχνική του Κίμπαλ, ωστόσο, μπορεί να αναγνωριστεί ως ευφυής και με αντικειμενικά κριτήρια. Ο συγγραφέας, μέσω του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, πετυχαίνει να κατασκευάσει μια αφήγηση εγκεφαλική, αλλά όχι αποστειρωμένη και ψυχρή, αυτό είναι το σημαντικότερο στο βιβλίο αυτό, η άψογη κατασκευή, η χρονική σύνθεση του παρόντος και των αναλήψεων, η σε εύρος διερεύνηση της επικράτειας του πένθους, οι αποχρώσεις, η αμηχανία της πολυπλοκότητας του συναισθήματος του γιου, από την ανακούφιση ως την απόλυτη θλίψη. Ανασύρω από το κείμενο: «Εξακολουθώ να μη συμπαθώ τον πατέρα μου, αλλά εξακολουθεί να μου λείπει». Η ελάχιστη αυτή ψηφίδα συνοψίζει άψογα τα παραπάνω. Ο Μεγάλος Ρέι είναι μια καλοσχεδιασμένη και άρτια υλοποιημένη κατασκευή που, ταυτόχρονα, έχει παλμό, έχει ζωή και θάνατο.

Αλλά και πιο πριν, ένα θραύσμα αναρώτησης, ταυτόχρονα προσωπικό και τεχνικό: «Η ζωή του πατέρα μου ήταν συνηθισμένη με πάρα πολλούς τρόπους. Αναρωτιέμαι αν τον μετατρέπω σε κάτι περισσότερο από αυτό που ήταν μόνο και μόνο επειδή ήταν πατέρας μου». Εκτός από καθοριστικό ερώτημα, το παραπάνω απόσπασμα δείχνει την απουσία ενεργού συναισθηματικού εκβιασμού, η συνθήκη, ο γιος που γράφει για τον νεκρό πατέρα του από ανάγκη πρώτιστα προσωπική, συντηρείται άψογα από την αρχή μέχρι το τέλος, έτσι, η πρόσληψη του έργου γίνεται και με όρους λογοτεχνίας, που εκτείνονται πέρα από την επικράτεια της συγκεκριμένης απώλειας, εκεί που βρίσκεται η καλή λογοτεχνία.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Έκλεψα και πρόσθεσα το μυθιστόρημα αυτό στα αγαπημένα μου του '25, παρότι το διάβασα την πρώτη μέρα της νέας χρονιάς. Τα βρίσκετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Άκης Παπαντώνης
Εκδόσεις Κίχλη