Όταν ήμουνα μικρός μπερδευόμουν με διάφορα, ακόμα μπερδεύομαι, βέβαια, απλώς με άλλα, έλεγα, λοιπόν, πως μπερδευόμουν με διάφορα, όπως για παράδειγμα τα δύο φαν, εγώ φαν τα ακούω και τα δύο, το ξεκαθαρίζω, τη διασκέδαση και το οπαδιλίκι, ποιο με α και ποιο με υ, ήμουν φανατικός οπαδός τότε και χρειαζόμουν τη λέξη και στην αγγλική, τότε ακόμα δεν ήξερα πως και ο ανεμιστήρας λέγεται φαν. Όταν είδα πως επρόκειτο να κυκλοφορήσει το Είμαι φαν, της άγνωστης σε μένα Πέιτελ, αυτή η ανάμνηση/αμφιβολία αναδύθηκε, είμαι ευχάριστος ή είμαι οπαδός, γραμμένο στα ελληνικά το παιχνίδι είναι πιο έντονο.
Ίσως εξαιτίας του εξωφύλλου, ίσως γιατί κάπου είχα ακούσει για μια σύνδεση των δύο, ίσως γιατί η εγκεφαλικότητα της γραφής ήταν κάπως έντονη, ίσως γιατί το I love Dick μου είχε φανεί πολύ παράξενο, με την καλή την έννοια, το σκεφτόμουν διαρκώς διαβάζοντας το Είμαι φαν. Ας πιάσω ωστόσο το νήμα από την αρχή.
«Στο διαδίκτυο κατασκοπεύω μια γυναίκα που κοιμάται με τον ίδιο άντρα με μένα. Καμιά φορά, επειδή κοιτάζω τις ιστορίες της αμέσως μόλις τις ανεβάζει, την αποκλείω προσωρινά για να μην ξέρει ότι ανανεώνω αφηρημένα τη σελίδα της δεκαπέντε φορές το λεπτό, με το Νέτφλιξ να παίζει στο λάπτοπ από πίσω και το στομάχι μου ν' ανακατεύεται από χαρά κάθε φορά που η φωτογραφία του προφίλ της αποκτά ένα κόκκινο κυκλάκι γύρω γύρω».
Τέσσερα πρόσωπα· η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, η γυναίκα με την οποία έχει πάθει εμμονή, ο άντρας με τον οποίο θέλει να είναι και το αγόρι της. Η γυναίκα με την οποία έχει πάθει εμμονή είναι μία από τις δύο ερωμένες του παντρεμένου άντρα με τον οποίο η φαν θέλει να είναι. Η αφηγήτρια είναι μια stalker, στα ελληνικά ίσως να τη λέγαμε εμμονική θαυμάστρια, αλλά η αλήθεια είναι πως ακριβής λέξη, με όλο το βάρος που η πρωτότυπη φέρει, μάλλον δεν υπάρχει. Το διαρκές ψηφιακό αποτύπωμα που αφήνει η γυναίκα με την οποία έχει πάθει εμμονή της επιτρέπει να ικανοποιεί διαρκώς τη δίψα της.
Η ιστορία μιας παρακολούθησης, μια εμμονή ετερόφωτη της εμμονής για τον άντρα με τον οποίο θέλει να είναι, αλλά δεν είναι, παρότι έχουν μια κάποια επικοινωνία, πότε πότε συναντιούνται, έχουν καιρό να κάνουν σεξ, και αυτό είναι κάτι που εκείνης της λείπει, της λείπει πολύ, μια παράνομη σχέση, αν δεχτούμε τη νομιμότητα του γάμου του και της σχέσης της, που σύντομα έκατσε από πλευράς του, η κατάκτηση έσβησε τον πόθο, αν μπορούμε να μιλήσουμε για τον ποιητικό πόθο και όχι για μια απλή καύλα, αλλά ακόμα και αυτή έσβησε.
Μια ιστορία αγάπης σε μια εποχή ψηφιακή. Υποσχόμενος, ίσως και όχι, τίτλος/σύνοψη. Κάτι παραπάνω ή κάτι απλά διαφορετικό. Η πρόζα της Πέιτελ είναι εκείνη που με αγκίστρωσε στην ανάγνωση, διάβασα τις πρώτες αρκετές σελίδες με μανία. Μια ιστορία εμμονής, μια ιστορία ήττας. Υποσχόμενος, ίσως και όχι, δεύτερος τίτλος/σύνοψη. Αρκεί όντως να παραδεχτείς πως νιώθεις κάτι; Και αν υποθέσουμε πως ναι, τότε σε τι συνίσταται αυτή η επάρκεια; Αν κάτι αντίστοιχο μου συνέβαινε, σκέφτομαι, δεν θα ήθελα να το μοιραστώ με κανέναν, αναγνωρίζω μια επίμονη ντροπή σε αυτή την πιθανότητα. Ποιος δεν έχει πάθει κάτι αντίστοιχο με το αντικείμενο του πόθου του; Ποιος δεν έχει περάσει ώρες σκρολάροντας το προφίλ, ποιος δεν έχει αναστατωθεί με μια καινούρια ιστορία, μια φωτογραφία απλή, ένα στάτους;
Τα γνώριμα συστατικά είναι εδώ. Μια γυναίκα που θέλει έναν άντρα και δεν μπορεί να τον έχει. Μια παράνομη σχέση κάποιων βραδιών, μηνύματα φλογερά με το θάρρος που η απόσταση δίνει, φαντασιώσεις ριζώνουν, τρέφονται και μεγαλώνουν. Εκείνη, η αφηγήτρια, παίζει με τα χαρτιά ανοιχτά πάνω στο τραπέζι. Είμαι φαν, δηλώνει εξαρχής. Η ειλικρίνειά της είναι αφοπλιστική, δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το πώς φαίνεται στους άλλους, δεν ενδιαφέρεται καν για το πώς δείχνει στον ίδιο της τον εαυτό. Ένα μπουκέτο με συναισθήματα στο χέρι, το πάθος, η εμμονή, η λαχτάρα, ο (αυτο)εξευτελισμός, ανάμεσα τους. Καταστρώνει στρατηγικές, φαντάζεται εναλλακτικές, κολυμπάει στα δύσκολα νερά της ελπίδας. Γιατί, ναι, είναι μια ιστορία αγάπης αυτή.
Υπάρχει μια λογοτεχνία εκεί έξω, τέτοια είναι η περίπτωση του Είμαι φαν, που στην επιφάνεια είναι κάπως ανάλαφρη, διασκεδαστική, χαλαρή, αφελής ίσως, από κάτω το υποθαλάσσιο κοχλάζει. Ένας ρεαλισμός προσαρμοσμένος στο σήμερα, στην ψηφιακή εγγύτητα, πίσω από μια οθόνη, το θάρρος με το οποίο η απόσταση οπλίζει τη δειλία, η αμηχανία όταν συναντάς εκείνον που έχεις βομβαρδίσει με μηνύματα, υποσχέσεις, υπονοούμενα, έχοντας χρησιμοποιήσει το πλέον βρώμικο λεξιλόγιο και τις δυνατότητες της κάμερας. Η αφήγηση, μαζί και η βίωση, ενός πάθους ζει από την απόσταση, απ' όσα η ασφάλεια της ποτίζει. Δεν με ενδιαφέρει η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από μόνη της, αλλά η χρηστικότητα, ο τρόπος με τον οποίο η Πέιτελ την εντάσσει στην πλοκή της.
Ίσως το λογοτεχνικά ρεαλιστικό να μη συμβαδίζει με τον εν γένει ρεαλισμό, ίσως αρχικά αυτό να ξενίζει κάπως. Όμως, ποιος δεν θα παραδεχόταν, πως το ερωτικό παιχνίδι πια παίζεται με αυτούς τους όρους;
Αναφέρθηκα και παραπάνω σε αυτή την ιδιότυπη αυτογνωσία που η αφηγήτρια διαθέτει, κυρίως ως προς το παθέτικ του πράγματος, να θέλει κάποιον που δεν την θέλει, να θέλει, για την ακρίβεια, κάποιον με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που εκείνος τη θέλει, να κατασκοπεύει μια αντίζηλο, που πιθανότατα αγνοεί ή αδιαφορεί πλήρως για την παρουσία της, να διαχειρίζεται, εντυπωσιακό το πώς, την εμμονή της με μια λογική, δεν παρασύρεται, δεν μοιάζει να παρασύρεται, απλώς ακολουθεί τα νερά του ποταμού, τα ρεύματα, τις στροφές και τους καταρράκτες του, ζει την ιστορία αυτή κυρίως κατά μόνας, πώς αλλιώς, άραγε, θα μπορούσε να συμβεί.
Η πρόζα της Πέιτελ με κράτησε μέχρι τέλους. Δεν είναι μάλλον ορθό να χρησιμοποιήσω τον όρο τρέλα, να την προσδιορίσω ως τρελή την πρόζα, δεν θα το κάνω, παρότι το σκέφτομαι και το κατά κάποιο τρόπο το κάνω. Στη λογοτεχνία αυτή, στο υποείδος αυτό για την ακρίβεια, ένα από τα πράγματα που με ιντριγκάρουν είναι το πώς στέκονται οι συγγραφείς απέναντι στον κεντρικό, συνήθως πρωτοπρόσωπο, αφηγητή τους, άραγε τον αγαπούν, τον κοροϊδεύουν, τον κρατούν απλώς σε μια απόσταση ωσότου ολοκληρώσει αυτό που έχει αναλάβει να κάνει, πότε τον αγκαλιάζουν και πότε τον δείχνουν και γελούν, γελούν δυνατά, με κομμένη την ανάσα από τα γέλια, και μετά να πάλι μια υποψία αγκαλιάς, μια απόπειρα ενσυναίσθησης, και δώσε του πάλι από την αρχή.
Αυτή η αμφιθυμία, τόσο έντονη στην καθημερινότητά μας, άραγε από πάντα ή μόλις πριν λίγο άρχισε να εμφανίζεται, απέναντι στους ανθρώπους γύρω μας, τώρα που το πώς δείχνουμε στους άλλους, να τα κοινωνικά δίκτυα, έχει αποκτήσει νέες δυνατότητες, η απόσταση στο ποιοι είμαστε, στο ποιοι είμαστε πίσω από την οθόνη, ποιοι δείχνουμε πως είμαστε είναι κάτι που σαφέστατα επηρεάζει την καθημερινότητα που οι ατομικότητές μας συνθέτουν.
Και αναφερόμενος παραπάνω σε ένα υποθαλάσσιο κοχλασμό, ήθελα να πω για το κοινό έδαφος που νιώθει ο αναγνώστης πως ίσως μοιράζεται με ένα άτομο όπως η αφηγήτρια, που στην επιφάνεια και χαλαρά μπορεί να την κοροϊδέψει ή να την παινέψει ψεύτικα, όπως κάνουμε συλλήβδην στα παιδιά, αλλά τι συμβαίνει όταν στο άτομο εκείνο, στη συνθήκη εκείνη αν προτιμάτε, αναγνωρίζουμε κάτι δικό μας, κάτι που δεν είμαστε ίσως έτοιμοι να παραδεχτούμε, κάτι που με κόπο καταχωνιάζουμε και αρνούμαστε, κάτι που μας γαργαλάει, κάτι που μας δοκιμάζει, κάτι που μας αναστατώνει, μας θυμώνει, μας εξοβελίζει από την ασφαλή ράγα επί της οποίας θέλουμε να πιστεύουμε πως κινούμαστε, όλα οργανωμένα, καλώς αποφασισμένα και εκτελεσμένα.
Το περιβάλλον εντός του οποίου κινείται το μυθιστόρημα, ψηφιακό ή αναλογικό, είναι εκείνο που είναι γνώριμο, όχι τόσο όσα συμβαίνουν, σκέφτεται ή κάνει η αφηγήτρια, ποτέ οι αναλογίες δεν είναι απόλυτα μία προς μία, συνήθως όταν διαβάζουμε κάτι από το οποίο νιώθουμε ασφαλώς απομακρυσμένοι, δεν μας αφορά σκεφτόμαστε, τότε ίσως η χαλάρωση ποδοπατά την όποια άμυνα, δεν το βλέπουμε να έρχεται. Θέλω να πω πως διαβάζοντας το βιβλίο της Πέιτελ, ή το I love Dick, για παράδειγμα, ένιωσα μια αναστάτωση αδιευκρίνιστη, κάτι υπάρχει εκεί που αναστατώνει, ανάμεσα και πίσω από τις λέξεις, κάτι γνώριμο, οικείο, όπως τα ρούχα που έχουν χρόνια να βγουν από τη ντουλάπα και κάνουμε πως τα ξεχνάμε κάθε φορά που λέμε δεν έχω τι να φορέσω και βγούμε για ψώνια και τα τοποθετήσουμε και εκείνα στη ντουλάπα σπρώχνοντας ακόμα βαθύτερα τα άλλα, ελπίζω να έχω βάλει ναφθαλίνη, ποιος θέλει τον σκόρο να του φάει τα αγαπημένα του ρούχα;








