Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή - Joan Didion

(Η χρονιά της μαγικής σκέψης, για χρόνια εξαντλημένη κυκλοφορεί ξανά σε νέα μετάφραση, να μια καλή αφορμή για το κείμενο αυτό.) 

Τέσσερα χρόνια πριν, διάβασα ένα βιβλίο που έμελλε να αποδειχτεί καθοριστικό στον μηχανισμό της μνήμης, που, άγνωστο τις περισσότερες φορές πώς, επιτρέπει σε μια παλιά μυρωδιά να αναδυθεί και να καταλάβει τον χώρο, κάτι σαν την προυστική μαντλέν, το βιβλίο αυτό ήταν το αυτοφροντιστικό ή αυτοβοηθητικό Η χρονιά της μαγικής σκέψης, εκεί όπου η Ντιντιόν αφηγείται τον πρώτο χρόνο μετά την απώλεια του συζύγου της, βιβλίο που δυστυχώς δεν διαβάστηκε όσο του αναλογούσε και πλέον είναι εξαντλημένο. Η εγγύτητα και η διαχείριση του πένθους που ο θάνατος εγείρει, η ανάγνωση ως επαφή με την ανθρώπινη εμπειρία, η διαπλάτυνση μέσω της χαρτογράφησης των ποικίλων ατομικών οδών, η σύνθεση ενός περίπλοκου και χαοτικού οδικού χάρτη. Δεν ξέρω αν σχετίζεται με τη βάδιση στη μέση ηλικία αλλά τον τελευταίο αρκετό καιρό υποκύπτω σε αυτό το φλερτ, μια επιθυμία για κάτι ακόμα του ενός ή της άλλης συγγραφέα γεννιέται, βρίσκομαι να ψάχνω βαθιά στα ράφια, στην καλύτερη περίπτωση, ή στα άδυτα της επικράτειας των μεταχειρισμένων.

Τελευταία φορά που συνειδητά «επέστρεψα» σε εκείνο το βιβλίο ήταν όταν μια κοπέλα, που πρόσφατα έχασε τον πατέρα της, μου το ζήτησε στο βιβλιοπωλείο, ένα κοινό εμβαδό απλώθηκε αναμεταξύ μας, το δικό της βίωμα και η δική μου ανάγνωση, σχεδόν απολογητικά της είπα πως το βιβλίο δεν κυκλοφορεί πια, η εισαγωγή του πρωτότυπου θα απαιτούσε πάνω από ένα μήνα, ας το αφήσουμε, θα δω τι θα κάνω, είπε, και εγώ πίστεψα πως άκουσα μια ελπίδα, σ' ένα μήνα ίσως να είναι αργά, πίστη που αρχικά προσημοποιήθηκε με συν, θα είμαι καλά, αργότερα με πλην, δεν έχω έναν μήνα, έμεινε να αιωρείται αμφίσημη εν τέλει. Εκείνη έφυγε και εγώ, αφού πρώτα αναρωτήθηκα σε ποιο να χάρισα το βιβλίο αυτό έχοντας την ανάγκη να νιώσω πως μια σύντομη ανάκτηση θα ήταν εφικτή, όμως δεν τα κατάφερα, έμεινα να αναζητώ κάποιο άλλο δικό της βιβλίο, ο,τι πιο κοντινό δηλαδή στην ικανοποίηση της πρόσφατης —ξαφνικής και αναπάντεχης, καθηλωτικής— ανάγκης μου. Το 1985, σε μετάφραση Έλλης Μαρμαράς και από τις εκδόσεις Οδυσσέας, κυκλοφόρησε το Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή. Ήμουν δύο ετών τότε.

Δεν ήταν με λίγα φορτωμένη η ανάγνωση αυτή παρότι δεν ήξερα τίποτα για το βιβλίο αυτό. Ένας φλου ορίζοντας προσδοκιών αναπτύχθηκε καθώς η ανάγκη για την αναβίωση ενός γνώριμου συναισθήματος κατά την ανάγνωση κυριαρχούσε.

«Μάρτυράς της εγώ. Αυτό θα μεταφραζόταν seré su testigo, και δε θα το βρείτε στο ταξιδιωτικό σας βιβλιαράκι με τους χρήσιμους διαλόγους γιατί δεν πρόκειται για πρόταση χρήσιμη στο φρόνιμο ταξιδιώτη.

Να τι έγινε: άφησε έναν άντρα, άφησε κι ένα δεύτερο. Ταξίδεψε πάλι με τον πρώτο· τον άφησε να πεθάνει μόνος. Έχασε ένα παιδί από την "ιστορία" και ένα άλλο από επιπλοκές (μεταφέρω της εκτιμήσεις άλλων), φαντάστηκε πως θα ήταν ικανή να απαλλαγεί απ' αυτές της τις αποσκευές και ήρθε στην Μπόκα Γκράντε, για τουρισμό. Una turista. Έτσι είπε. Στην πραγματικότητα ήρθε περισσότερο ως προσωρινή κάτοικος παρά ως τουρίστρια, αλλά δεν έκανε αυτή τη διάκριση.

Δεν έκανε όσες διακρίσεις χρειάζονταν. Έζησε τη ζωή της σαν την ονειρευόταν. Πέθανε ελπίζοντας. Εν περιλήψει. Τη μάθατε λοιπόν την ιστορία».

Σκέφτομαι συχνά πως μια καλή περιγραφή του μυθιστορήματος, αλλά και του γιατί μας αρέσει να τα διαβάζουμε, είναι πως πρόκειται για την αφήγηση μιας ιστορίας που θα μπορούσε να δοθεί σε ελάχιστες γραμμές και όμως ο συγγραφέας την απλώνει σε σελίδες επί σελίδων και εμείς συχνά δεν θέλουμε να τελειώσει, όχι ακόμα τουλάχιστον. Και αν η ανυπομονησία χαρακτηρίζει τους μη πιστούς, δεν είναι το αντίθετό της, αλλά το μάγεμα, εκείνο που παρασύρει τους πιστούς, που δεν παύουν να γυρεύουν την επόμενη ιστορία, όπως κάποτε καθισμένοι γύρω από τη φωτιά, κάτω από τον έναστρο ουρανό. Η Ντιντιόν, μέσω της αφηγήτριας της, Γκρέις Στράσερ-Μεντάνα, μιας ανθρωπολόγου που παρότι έχει πια χάσει την πίστη της στην ίδια της τη μέθοδο ταξιδεύει συχνά ανά τον κόσμο, μοιάζει να δίνει τη δυνατότητα στον βιαστικό αναγνώστη να ικανοποιηθεί πως έμαθε και αυτή την ιστορία, με το ελάχιστο ενδιάμεσα στη γέννηση και τον θάνατο, τώρα μπορεί να αποχωρήσει όπως ο τουρίστας που επισκέφθηκε με οργανωμένη εκδρομή ένα εξωτικό μέρος και τώρα δεν σταματά να αφηγείται με ύφος ταξιδιώτη τις εμπειρίες του, έχοντας χώσει την πινέζα στον χάρτη, τσέκ, τα ξέρει όλα πια.

Η Μπόκα Γκράντε, το Μεγάλο Στόμα, είναι η πρωτεύουσα μιας φανταστικής κεντροαμερικανικής χώρας, εκεί που ταξίδεψε η Σάρλοτ, ένα επεισόδιο σε εκείνη τη ζωή που η ίδια αντιμετώπιζε ως μια ιστορία παρατεταμένου πάθους, γνωρίστηκε και συνδέθηκε με διάφορους Βορειοαμερικανούς, ο καθένας εκεί για δικό του λόγο, είμαστε στη δεκαετία του '70, οι Ηνωμένες Πολιτείες πότε λιγότερο και πότε περισσότερο πατάνε το πόδι τους στα νότια, μπλέκονται με την πολιτική, ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις, στήνουν και υποστηρίζουν πραξικοπήματα, απομυζούν φυσικούς πόρους, έχουν στα χέρια τους το πολύτιμο διαβατήριο που θα τους επιτρέψει να πάρουν το τελευταίο αεροπλάνο πριν η κατάσταση βγει εκτός του ελέγχου τους.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες αντιλήφθηκα πως το Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή ετοιμαζόταν να πάρει τη θέση του σε μια ειδική κατηγορία αναγνωστικού ενδιαφέροντος, εκεί όπου στέκουν στην κορυφή ο Μπόουλς, ο Γκριν και ο Λόουρυ, γεννημένοι όλοι τους στις αρχές του περασμένου αιώνα, που στο επίκεντρο της λογοτεχνίας τους στέκει αυτό το ιδιότυπο ταξιδιωτικό-μεταποικιακό είδος λογοτεχνικής γραφής, λευκοί που βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά από τις πατρίδες τους, ταξιδιώτες από απόλαυση ή επαγγελματική υποχρέωση, με ευγενείς ή οχί προθέσεις, αποτελούν έμμεσα ή άμεσα το μακρύ χέρι των ισχυρών χωρών σε εκείνα τα εξωτικά μέρη, εξωτικά για να μην πουν υπανάπτυκτα, ενώ οι αποικίες σιγά σιγά παραδίνονται, ποικίλως πώς, στους αυτόχθονες, η εκμετάλλευση αλλάζει πρόσωπο, η πολιτική γίνεται πια αλλιώς, τουλάχιστον έτσι μοιάζει.

Η έννοια του ξένου, του ταξιδευτή που στις αποσκευές του μεταφέρει πράγματα ανοίκεια για τον τόπο, τις δικές του ιδέες και απόψεις, τον τρόπο να ζει, ανάμεσα σε τόσα άλλα, και βρίσκεται σε εκείνα τα μέρη, συγχρωτίζεται κυρίως με ομοίους του, φέρει διαρκώς και εμφανώς ένα προνόμιο που κατά τη δεδομένη περίοδο έχει ισχύ, γίνεται δεκτός από φόβο ή φιλοδοξία χρήματος, με όρους ιδιότυπου κατακτητή, υποτέλεια και αντάρτικο, τα μάτια των ντόπιων, έστω και φαινομενικά χαμηλωμένα, πάντα στραμμένα στον ξένο. Και η λογοτεχνία αυτή, όχι πρόδηλα και αποκλειστικά πολιτική, αναδεικνύει κάτι νέο, που η παλιά λογοτεχνία δεν το έκανε, εγείρει, θέλω να πω, την αμφιβολία σε σχέση με την παλιότερη βεβαιότητα για το πώς είναι και (πρέπει να) λειτουργεί ο κόσμος έξω και πέρα από τα σύνορα της δικής μας πραγματικότητας. Τα πρόσωπα διαλύονται μέσα σε αυτό το άγνωστο περιβάλλον, βυθίζονται στην εκεί συνθήκη, απολύουν τις βεβαιότητες και τις σταθερές τους, οι οποίες τίθενται εν αμφιβόλω, ακόμα και όχι σε συνειδητό επίπεδο, η πολυσημία και η συνθετότητα του κόσμου απλώνεται μπροστά τους.

Το Ένα βιβλίο για κοινή προσευχή αποδεικνύεται πειστικό σε κάτι που θα μπορούσε η συγγραφέας του να αποδειχτεί πειστική και αυτό έχει να κάνει με τη ματιά του ξένου, με τη συνθήκη της παρουσίας μακριά από το γνώριμο, έγκαιρα και φαινομενικά αποκωδικοποιημένο κόσμο, πειστικό για αυτό το βύθισμα στη νέα συνθήκη. Αυτός είναι ένας κόσμος υπό εξαφάνιση, τώρα πια η αποεξωτικοποίηση είναι σε πλήρη ανάπτυξη, κάθε γωνιά έχει πατηθεί και γίνει προσβάσιμη στην κίνηση του τουρισμού και της επιχειρηματικότητας, οι κώδικες γίνονται ολοένα και πιο κοινοί, η φούσκα στην οποία θα τοποθετηθεί ο κάθε επόμενος εκπατρισμένος αποδεικνύεται ολοένα και πιο ασφαλής στη διάρρηξή της, τώρα πια ούτε τα προσχήματα τηρούνται, πηγαίνουμε για να επιβάλλουμε, να δείξουμε, να τους πάρουμε μέτρα για το βεστιάριο της ομοιομορφίας.

Ο αφηγηματικός τρόπος της Ντιντιόν, η κατακερματισμένη χρονικά αφήγηση, τα διάφορα επεισόδια που διαπλέκονται, η προγραμματική σύγχυση που αποτυπώνει καθοριστικά το πώς η αφηγήτρια με τον καιρό περισυνέλλεξε αλλά και φαντάστηκε, γεμίζοντας τα όποια κενά, κατασκευάζοντας την ιδιότυπη αυτή βιογραφία, που, χωρίς φωνές και φανφάρες, είναι σαφέστατα πολιτική, σύγχρονη της εποχής και της κατάστασης που επικρατούσε τότε στον διαιρεμένο κόσμο αποτελούμενο από υπερδυνάμεις και μάχη για διαπλάτυνση των ζωνών επιρροής, ένας κόσμος ακόμα ευμετάβλητος και άρα ανοιχτός στην ελπίδα για κάτι καλύτερο. 

Τι και αν κάτι άλλο φαινομενικά γύρευα στην ανάγνωση, το απόλαυσα το βιβλίο αυτό, η εξ αρχής κατάρρευση του ορίζοντα προσδοκιών και η ανάδειξη ενός νέου εντελώς διαφορετικού ήταν κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη.

υγ. Λίγο namedropping: Για το Η χρονιά της μαγικής σκέψης εδώ, για το Ψηλά πάνω από τον κόσμο εδώ, για το Κάτω από το ηφαίστειο εδώ και για τους Θεατρίνους εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Έλλη Μαρμαρά
Εκδόσεις Οδυσσέας 

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

American darling - Russell Banks

(αύριο κυκλοφορεί Το μαγικό βασίλειο του σπουδαίου Ράσελ Μπανκς, πέρυσι το καλοκαίρι διάβασα το εξαντλημένο δυστυχώς American darling, να μια ευκαιρία να ανεβεί αυτό το κείμενο) 

Επιστροφή στο νησί, δύο χρόνια μετά, στο φιλόξενο σπίτι. Μια από τις τελετουργίες η επανεξέταση της βιβλιοθήκης, τι προστέθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, πώς αναδιαμορφώθηκε, τι θα δανειζόμουν, πόσο άλλαξα από την τελευταία φορά, οι βιβλιοθήκες είναι καθρέφτης. Τον Ράσελ Μπανκς τον γνώρισα αργά, ο Κ. είχε επιμείνει να διαβάσω Το γλυκό πεπρωμένο, τον ευγνωμονώ συχνά πυκνά (και) γι' αυτό. Το Oh, Canada ήταν ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα πέρυσι. Στη θέα του American darling δεν αντιστάθηκα, ήταν πρωί, το προηγούμενο βράδυ είχα τελειώσει τα υπέροχα Φωτεινά μονοπάτια της σπουδαίας Μάργκαρετ Ντραμπλ, γύρευα επόμενο βιβλίο, το είχα βρει, βγήκα στο μπαλκόνι.

Μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση ποταμός, μια τεράστια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος, χρωστούμενα που ζητάνε την ικανοποίησή τους, κομμάτια που σιγά σιγά ενώνονται για να δώσουν μια πλήρη εικόνα της ζωής της Χάνα Μάσγκρεϊβ, που πλέον διευθύνει μια μεγάλη φάρμα πίσω στην αμερικανική επαρχία μετά από χρόνια που έζησε στη Λιβερία, ένας απολογισμός ζωής.

Ένας τέτοιος απολογισμός ελάχιστη αιτιοκρατία μπορεί να προσφέρει, μια άναρχη διαδοχή γεγονότων και καταστάσεων, εκεί που στην ιστορία ενός μικρού αφρικανικού κράτους διακλαδώνεται η ατομική ιστορία μιας Αμερικάνας, που βρέθηκε στην Αφρική εγκαταλείποντας τη χώρα της στην οποία ήταν καταζητούμενη λόγω της πολιτικής της δράσης, γόνος μιας εύπορης οικογένειας με πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση σε μια περίοδο που το καζάνι έβραζε, που ένα καλύτερο αύριο ήταν υπό διεκδίκηση, όταν ακόμα η παρτίδα ήταν ανοιχτή σε όλα τα αποτελέσματα, εκείνη άλλαξε όνομα, απέκτησε διαβατήριο, διέφυγε στην Αφρική, πέρασε τα σύνορα της Λιβερίας, γνώρισε, ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια με έναν υπουργό του τότε αμερικανόφιλου δικτάτορα, είδε τα κόζια να αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη ζωή της εκεί, για να επιστρέψει ξανά εκεί από όπου έφυγε, κάποιες στιγμές ο προσανατολισμός απολύεται. Και ανάμεσα σε όλα, σε περίοπτη θέση οι χιμπατζήδες, οι ονειρευτές όπως εκείνη τους αποκαλούσε.

Φιλόδοξο και χορταστικό, να μια συνοπτική αποτίμηση. Είναι το τρίτο βιβλίο του Μπανκς που διαβάζω, το πλέον φιλόδοξο όλων, το πλέον μαξιμαλιστικό, το πλέον σύνθετο στην κατασκευή, τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς τη μορφή. Μια ιστορία μυθοπλασίας που αποτελείται από κομμάτια πραγματικότητας, το αληθοφανές ως προσδιορισμός δεν είναι αρκετός, εδώ έγκειται ο συγκλονισμός της πλοκής, όχι στη φαντασία του συγγραφέα, αλλά στον τρόπο σύνθεσης διάφορων υποϊστοριών, πραγματικών συμβάντων, ώστε να παραχθεί μυθοπλασία, λογοτεχνία υψηλής στάθμης και όχι απλώς ένα άλμπουμ από διαφάνειες της αφρικανικής ιστορίας, της νέας μορφής της αποικιοκρατίας μετά τη φαινομενική λήξη της με την ανεξαρτητοποίηση χωρών όπως η Λιβερία.

Και για να λειτουργήσει όλος αυτός ο μηχανισμός σύνθεσης η Χάνα, ως κυρίως πρόσωπο της πλοκής, αλλά ταυτόχρονα και αφηγηματικό υποκείμενο, οφείλει να είναι πειστική, πειστικός και ο τρόπος με τον οποίο το σώμα της μεταποιήθηκε κάτω από την πίεση της ιστορίας, των συμβάντων και των γεγονότων που ξεπερνούν το ανθρώπινο, η βαριά μπότα που αδιαφορεί για το πού πατάει, τα όρια που ξεπέρασε χωρίς να ξέρει πώς, είπαμε, εδώ η αιτιοκρατία αδυνατεί να ανταποκριθεί. Και ο Μπανκς, άψογα, κατασκευάζει τη Χάνα με κατάλληλες δόσεις ποικιλομορφίας, μια σύνθεση από ζεύγη αντιθέτων, μια αντίστιξη ανθρώπινη ακόμα και σε καταστάσεις μη ανθρώπινες, ένα πρόσωπο τσαλακωμένο αλλά ζωντανό που στο τέλος της διαδρομής αναθυμάται και ανασυνθέτει το μονοπάτι, απίστευτο πώς, έφτασε ως εδώ, χωρίς να χάνει το μέγεθος που αναλογεί στο ανθρώπινο, χωρίς να υπερβαίνει την ιστορία, χωρίς να την ελέγχει, χωρίς να την κατανοεί πλήρως, χωρίς να νιώθει ηρωικά, χωρίς την ανάγκη να απολογηθεί ή να διδάξει, απλά να ανασυνθέσει, αυτή η ανάγκη της είναι που προσδίδει την πειστικότητα, παρέα με την άγνοια, την τυχαιότητα, τις τύψεις, την παραδοχή πως κυρίως ακολούθησε τη ροή των γεγονότων, την ανάγκη για ύπαρξη δρόμων μονής και υποχρεωτικής κατεύθυνσης, το μέγεθός της, το ελάχιστο αποτύπωμα στην ιστορία, ένας αδιάφορος παραπόταμος.

Παρότι το εγώ κυριαρχεί αφηγηματικά, παρότι η Χάνα είναι διαρκώς παρούσα στην αφήγηση, δεν υπερβαίνει την ιστορία, είναι ένα απλό πιόνι, ασχέτως αν διατηρήθηκε σε μεγάλο μέρος της παρτίδας στο ταμπλό, ασχέτως αν φαινομενικά κάποιες στιγμές οι κινήσεις της έμοιαζαν να είναι σημαντικές για την κατάληξη, δεν ήταν. Σκέφτομαι πως σε ένας αντίστοιχης θεματικής μυθιστόρημα, χαμηλής στάθμης, η Χάνα θα υπερέβαινε την ιστορία, είναι σαν να διαβάζω το οπισθόφυλλο: μια απλή γυναίκα που υπερέβη την ιστορία· έτσι θα έλεγε ο κειμενογράφος και έτσι θα ήταν, αλλά αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα μια κακή λογοτεχνία, απόπειρα εντυπωσιασμού, ακόμα και αν επρόκειτο για αληθινή ιστορία, για πραγματικό πρόσωπο, ακόμα και έτσι θα ήταν κίβδηλο και διόλου πειστικό. Άλλωστε, αν επιχειρήσει κανείς να κατατάξει ειδολογικά το American darling, αναπόφευκτα θα το κατέτασσε στο ιστορικό μυθιστόρημα, λογοτεχνικό είδος που πάσχει από διάφορες παθογένειες εν γένει, υβρίδιο καθώς είναι, μια απόπειρα μίξης, διαδεδομένη δυσανάλογα με τη δυσκολία στην υλοποίηση.

Ταυτόχρονα, και ευφυώς, ωστόσο, ο Μπανκς αναμειγνύοντας το ατομικό στο συλλογικό, καταφέρνει να δώσει τη μεγάλη εικόνα υπό το πρίσμα της ατομικής εμπλοκής, η Χάνα ως υποκείμενο και η Χάνα ως παρατηρήτρια, προσφέροντας έτσι μια προσομοίωση του μεγέθους, ασύλληπτου κατά τα άλλα, παρά μόνο με όχημα την ατομική ιστορία μέσα στο πυκνό κυκλοφορικό σύστημα. Θα ήταν αφελές και μειωτικό κάποιος αναγνώστης-κριτικός να ισχυριστεί πως ο Μπανκς καταφέρνει να αποδώσει με ακρίβεια την πρόσφατη ιστορία της Λιβερίας, κάτι τέτοιο θα ήταν ενάντιο στη συγγραφική πρόθεση, μια προσομοίωση μόνο θα μπορούσε να είναι και αυτό είναι, ένα εμβαδό στο οποίο μπόρεσε να στήσει μια σύνθετη, σε μέτρα ανθρώπινα ωστόσο, πλοκή, τη ζωή της Χάνα, μια σύνθεση που όσο σύνθετη και να μοιάζει, δεν είναι παρά μια απλοποιημένη υποεκδοχή της μεγάλης εικόνας, μια παράδοξη και ιδιότυπη δήλωση άγνοιας, μια παραδοχή του πεπερασμένου της ατομικής αντίληψης ακόμα και από ένα τέτοιο λογοτεχνικό μυαλό, όπως αυτό του Μπανκς.

Όπως, επίσης, μειωτικό θα ήταν να ισχυριστεί κάποιος πως το μυθιστόρημα είναι ένα κατηγορώ απέναντι στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, μειωτικό γιατί θα ήταν απλοϊκό και προφανές, ένα στρατευμένο μυθιστόρημα που θα αναδείκνυε τον βρώμικο ρόλο της υπερδύναμης, ο Μπανκς διαθέτει και πετυχαίνει μεγαλύτερη φιλοδοξία από το απλοϊκό και προφανές, εδώ, είπαμε, έχουμε να κάνουμε με λογοτεχνία από το ψηλό ράφι.

Χορταστικό και φιλόδοξο, κατά διαστήματα φρικώδες αλλά καθηλωτικό, το American darling δύσκολα μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, δυστυχώς εξαντλημένο, γαμώτο.

υγ. Προηγήθηκαν: Το γλυκό πεπρωμένο (εδώ) και το Oh, Canada (εδώ).
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Τάκης Κιρκής
Εκδόσεις Πόλις

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Τασμανία - Paolo Giordano

Τα τελευταία χρόνια η ιταλική λογοτεχνία, εκείνη τουλάχιστον που φτάνει στα χέρια μας μεταφρασμένη στα ελληνικά, γνωρίζει σπουδαία άνθιση, κερδίζοντας ολοένα και μεγαλύτερο αναγνωστικό κοινό. Η γεωγραφική εγγύτητα, η συγγενής κουλτούρα, η αλλεπάλληλη διαδοχή περιόδων ανάπτυξης και ύφεσης, η βαριά σκιά του παρελθόντος, μια νέα γενιά, γύρω στα σαράντα σήμερα, πιο εξωστρεφής, όλα αυτά, μεταξύ άλλων, συνθέτουν ένα κοινό εμβαδό λογοτεχνικής συνδιαλλαγής.

Στο βιβλίο του Τζορντάνο αρχικά με τράβηξε η εξωτικότητα του τίτλου, Τασμανία, ακαριαία φαντάστηκα έναν προορισμό διακοπών γεμάτων από ανοίκεια περιπέτεια, το οπισθόφυλλο ήρθε ωστόσο να θέσει τα όρια της απομάγευσης, επισημαίνοντας πως η Τασμανία θα ήταν, σε περίπτωση συντέλειας, ένας προορισμός καταφυγής από τον όλεθρο, γιατί, ας μη γελιόμαστε, η σκέψη της συντέλειας, του ολέθρου, του τέλους του κόσμου, κερδίζει ολοένα έδαφος, η αναζήτηση ενός καταφυγίου, επίσης, ποτέ άλλοτε η ανθρωπότητα δεν συζητούσε ως ενδεχόμενο τον αφανισμό της για τον έναν ή τον άλλο λόγο.

Ο Τζορντάνο, πρωτοπρόσωπος αφηγητής, λίγο μετά τα σαράντα, συνεργάζεται με μια εφημερίδα, στέλνοντας διάφορα κείμενα υπό το πρίσμα των σπουδών του στη φυσική, τη στιγμή που τα τελευταία χρόνια δουλεύει πάνω στην ιδέα της συγγραφής ενός βιβλίου για την ατομική βόμβα και τους επιζώντες στη Χιροσίμα, γυρεύοντας τι το νέο μια τέτοια αφήγηση έχει να φέρει, όχι με ιδιαίτερη επιτυχία είναι η αλήθεια. Η αφήγηση ξεκινά όταν επισκέπτεται το Παρίσι λίγες μόνο μέρες μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Μπατακλάν, τον Νοέμβριο του 2015.

Το Τασμανία ανήκει στο αυτομυθοπλαστικό κόρπους, που τόσο συχνά συναντάμε στις μέρες μας. Και σε κάθε μόδα, έτσι και στην περίπτωση της αυτομυθοπλασίας, λίγα είναι τα βιβλία που ξεχωρίζουν. Η πρόζα και η αφηγηματική άνεση του Τζορντάνο είναι δύο τεχνικά χαρακτηριστικά που όντως καθιστούν το βιβλίο λογοτεχνικά άρτιο, αυτό ωστόσο από μόνο του δεν είναι αρκετό, υπάρχουν πολλά άρτια βιβλία άλλωστε, που περιορίζονται σε αυτό. Το σημαντικότερο ίσως διακύβευμα στην αυτομυθοπλασία είναι ο τρόπος χρήσης του εαυτού. Και σε αυτό ο Τζορντάνο ανταποκρίνεται παραπάνω από ικανοποιητικά. Ο Τζορντάνο, ως αφηγηματικό υποκείμενο, δεν συμπεριφέρεται σαν ο κόσμος να γυρίζει γύρω από αυτόν, όπως θα συνέβαινε σε ένα κακό δείγμα λογοτεχνίας, όχι απαραίτητα αποκλειστικά και μόνο του υποείδους της αυτομυθοπλασίας· η περιβόητη ιδιωτεία στην τέχνη.

Ο αφηγητής θα μπορούσε να είναι ένας ουελμπεκικός μη-ήρωας, τα στοιχεία ταυτότητας, λευκός, δυτικός, λίγο μετά τα σαράντα, επαγγελματικά επιτυχημένος αλλά ανικανοποίητος, με ένα κάποιο προνόμιο αλλά αδυναμία πλήρους χρήσης του, ενώ και ο χαρακτήρας του, αρκετά σκεπτικιστής και καχύποπτος απέναντι στην όποια άκριτη αισιοδοξία, σε διαρκή διαμάχη και χαμένος γύρω από το νόημα της ζωής και την ευτυχία ως πιθανότητα. Ίσως, αυτό που τον διαχωρίζει να είναι ως ένα βαθμό ο φόβος ή για να το θέσω με μεγαλύτερη ακρίβεια η ανάγκη του να εναποθέσει κάπου τις ελπίδες του, έστω σε κάποιον ειδικό που θα μοιραστεί μαζί του το κατάλληλο μέρος καταφυγής μετά τη συντέλεια, ένα ένστικτο επιβίωσης το οποίο ο Ουελμπέκ μοιάζει να αρνείται στους χαρακτήρες του.

Το πλέον αυθεντικό, κατά τη γνώμη μου, στοιχείο της αφήγησης είναι η αμηχανία απέναντι σε ένα ισχυρό ενδεχόμενο συντέλειας, αυτή η διαρκής εναλλαγή ανάμεσα στο κράτημα και το άφημα, ανάμεσα στο πάγωμα και την κατάστρωση σχεδίων για το μέλλον, αυτή η αμηχανία μοιάζει να είναι το συνεκτικό υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο το βιβλίο αυτό, η αλήθεια του, αν προτιμάτε, το κοινό εμβαδόν με τον αναγνώστη, πέρα από τα πιο συγκεκριμένα και διακριτά χαρακτηριστικά. Και αυτή η αμηχανία, έχοντας αναφερθεί παραπάνω στο διακύβευμα της μη ιδιωτείας, είναι που καθιστά τη λογοτεχνία του Τζορντάνο παιδί της εποχής της, σύγχρονη και επίκαιρη, χωρίς να προτείνει ή να υπόσχεται λύσεις, αλλά χτίζοντας πάνω σ' ένα λεπτό, ελάχιστο στρώμα πάγου που ανά πάσα στιγμή μπορεί να υποχωρήσει.

(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Σταύρος Παπασταύρου
Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Το αγόρι από τη θάλασσα - Garret Carr

Λίγους μήνες πριν, διάβασα ένα ωραίο μυθιστόρημα, ήταν το Τέσσερα ερωτικά γράμματα του Ιρλανδού Νάιαλ Ουίλλιαμς, κλασσικότροπο, καλώς εννοούμενο παλιακό, με επικέντρωση στην πλοκή και τη γλώσσα, αργού ρυθμού που πρόσφερε χρόνο για βύθιση κατά την ανάγνωση, σημείωνα τότε πως «λογοτεχνία ίσως να είναι η τέχνη με την οποία μια ιστορία, που μπορεί να συνοψίσει κανείς σε μερικές μόλις γραμμές, να απλώνεται σε δεκάδες σελίδες. Και ίσως αναγνωστική απόλαυση να είναι όταν η ανυπομονησία για το τι συνέβη τελικά να παραμερίζεται για να δώσει τη θέση της στο πώς συνέβησαν τα πράγματα, στην απόλαυση της διαδρομής, στην ανάγκη για λεπτομέρειες, αναλήψεις, παρεκβάσεις και εσωτερικούς μονολόγους, λεπτομέρειες για ανθρώπους και τοπία. Και ακόμα παραπέρα, όταν το τέλος του βιβλίου αφήνει τον αναγνώστη με την επιθυμία για έστω λίγο ακόμη, για μια αναγνωστική παράταση. Αν τα παραπάνω όντως ισχύουν, τότε η λογοτεχνία του Ουίλλιαμς είναι σπουδαία».

Μόλις κυκλοφόρησε Το αγόρι από τη θάλασσα, διαισθητικά σκέφτηκα το Τέσσερα ερωτικά γράμματα, η ανάμνηση της ανάγνωσης εκείνης ξύπνησε μέσα μου ένα όμορφο συναίσθημα, μια νοσταλγία, για το σαββατοκύριακο προβλέπονταν βροχές, η συνθήκη έμοιαζε ιδανική.

Μια μικρή, παραθαλάσσια, σχετικά απομονωμένη πόλη, στη Δυτική Ιρλανδία, εκεί όπου όσοι κάτοικοι παρέμεναν και δεν μετανάστευαν για την Αγγλία ή το Δουβλίνο ασχολούνταν κατά κύριο λόγο με την αλιεία. Μια μέρα, ένας σαλός, από αυτούς που κάθε μικρός τόπος διαθέτει, και όπου μόλις χαθεί κάποιος άλλος βρίσκεται να πάρει τη θέση του, εμφανίζεται με ένα μωρό στην αγκαλιά, το οποίο, κατά δήλωσή του, το βρήκε μέσα σε ένα σχισμένο στα δύο πλαστικό βαρέλι να επιπλέει στη θάλασσα κοντά στην ακτή. Η τοπική κοινωνία το υποδέχεται με διάθεση φροντιστική. Ο Άμπροουζ, ψαράς, πατέρας ήδη ενός αγοριού, σύζυγος της Κριστίν, το φέρνει μια μέρα στο σπίτι, το υιοθετούν, τα γραφειοκρατικά εμπόδια ξεπερνιούνται σύντομα, το ονομάζει Μπρένταν, βρισκόμαστε στο 1973.

Ο Καρ, δάσκαλος δημιουργικής γραφής και συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας, με Το αγόρι από τη θάλασσα κάνει το ντεμπούτο του στην ενήλικη λογοτεχνία. Επιλέγει μια αφήγηση σε πρώτο πληθυντικό, έναν συλλογικό παντογνώστη αφηγητή, μια απόφαση που λειτουργεί τόσο αφηγηματικά, όσο και ως μια υπενθύμιση πως σε τόπους μικρούς οι πάντες γνωρίζουν τα πάντα και μάλιστα με λεπτομέρειες. Η πλοκή δεν έχει κάποια ιδιαίτερη πρωτοτυπία, μια ιστορία ενηλικίωσης δύο παιδιών που η μοίρα τα χαρακτήρισε αδέρφια, το εύρημα της άφιξης του αγοριού απλώς λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης της αφήγησης. Πότε επιταχύνοντας και πότε επιβραδύνοντας, ο Καρ διανύει διάφορες χρονικές περιόδους σε διάστημα δύο δεκαετιών, όπου, παράλληλα με την ιστορία των δύο αγοριών και της οικογένειάς τους, αφηγείται και την ιστορία του τόπου, τη χρυσή εποχή της αλιείας, την είσοδο στην ευρωπαϊκή ένωση, το επαγγελματικό άνοιγμα των συνόρων και τους διάφορους περιορισμούς. Με έναν τρόπο συνοπτικό, κάθε τόσο, αναφέρει διάφορα γεγονότα στη ζωή των υπόλοιπων κατοίκων, μικρές μεταβολές, αρρώστιες, θάνατοι και χρεοκοπίες, μεταξύ άλλων.

Το εύρημα της άφιξης του Μπρένταν από τη θάλασσα, η ροπή του στο να διανύει περπατώντας μεγάλες αποστάσεις και να επισκέπτεται κατοίκους με δυσκολίες ώστε να τους παρηγορήσει με έναν τρόπο μάλλον παιδικό παρά μεταφυσικής υφής, σε συνδυασμό με το μέτωπο του τόπου στον Ατλαντικό Ωκεανό και τον καιρό του, αλλά και τον απόηχο της ιρλανδικής ροπής προς το μαγικό παρέα με τον βαθύ χριστιανισμό, συντελούν στη δημιουργία μιας ατμοσφαιρικής συνοχής, στην οποία ο αναγνώστης, ακόμα και εκείνος που δεν γνωρίζει τα μέρη από πρώτο χέρι, βρίσκεται να πατάει αργά και σταδιακά.

Μια αφήγηση χαμηλού τόνου και ρυθμού, παλιακή και κλασικότροπη, χωρίς διάθεση για πειραματισμούς και πρωτοτυπίες, επιτρέπει στη συνολική κατασκευή να λειτουργήσει, δημιουργώντας τις κατάλληλες αναγνωστικές συνθήκες για τον αναγνώστη εκείνο που επιθυμεί να χωθεί μέσα σε μια αφήγηση και να χαλαρώσει, ελάχιστα είναι απαιτητά από εκείνον, μια ρέουσα αφήγηση, ολοένα και πιο αναμενόμενη, με την καλή έννοια, κάποιες λίγες ανατροπές, όχι βεβιασμένες, μια επιτυχής ισορροπία ανάμεσα στο λυρικό και το ρεαλιστικό, ανάμεσα σε μια λογοτεχνία παραμυθένια και σε μια αντίστοιχη κοινωνικοπολιτική, χωρίς βεβιασμένες γέφυρες αναλογίας, με ελάχιστη ως καθόλου πρόθεση συναισθηματικής καθοδήγησης, χωρίς περιττές εξάρσεις. Και αυτό το αφηγηματικό εμείς υποστηρίζει πλήρως όσα μοιάζει να αποτελούν συγγραφική πρόθεση.

Υπάρχει, και αναφέρομαι συχνά πυκνά σ' αυτό, μια λογοτεχνία που την χαρακτηρίζω τίμια, μια λογοτεχνία που δεν υπόσχεται περισσότερα απ' όσα μπορεί να εκπληρώσει, που στέκεται αντίκρυ στο εξεζητημένο, που δεν στοχεύει στην έκπληξη, παρότι η εποχή δείχνει να το ζητά, καθώς ολοένα και περισσότερο ακούγεται η φράση απόρριψης δεν ήταν κάτι το ξεχωριστό. Αυτή η τίμια λογοτεχνία, που οι Ιρλανδοί ξέρουν να παράγουν με αξιοσύνη, είναι μια λογοτεχνία καταφύγιο, που δεν επιθυμεί να τα κάνει όλα άνω κάτω, αλλά πετυχαίνει να χαρίσει μια όμορφη παράλληλη πραγματικότητα στον αναγνώστη, τον κουρασμένο αναγνώστη από τη ζωή και την καθημερινότητα, εκεί όπου η απομάγευση, και ας μείνω σε αυτήν, κυριαρχεί κατασπαράζοντας κάθε τι στο διάβα της.

Μου άρεσε πολύ αυτό το μυθιστόρημα, εκτίμησα την απλότητά του, τον ομαλό τρόπο με τον οποίο ενέταξε στοιχεία γνώριμα, και συχνά λάφυρα εξωτισμού, όπως τη ζωή του ναυτικού-ψαρά στην καθημερινότητα ενός τόπου πάνω στον Ατλαντικό, ίσως γιατί μου θύμισε πως χρειάζεται κάποια δεξιότητα ώστε να μπορέσεις να αντικρίσεις κάτι ελάχιστα μαγικό μέσα σε έναν κόσμο σκληρό, να χαλαρώσεις και να διαβάσεις για την ιστορία ενός παιδιού, πόσα παραμύθια δεν ξεκινούν έτσι, που ήρθε από τη θάλασσα.

Όπως συνέβη και με τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα, έτσι και Το αγόρι από τη θάλασσα μου έφερε ξανά στην μνήμη την ανάγνωση ενός από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα πέρυσι, την Υδάτινη χώρα του Γκράχαμ Σουίφτ.

υγ. Για τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα περισσότερα θα βρείτε εδώ, για την Υδάτινη χώρα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ιωάννα Ηλιάδη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Στα τέσσερα - Miranda July

Είκοσι ένα χρόνια πριν, στον Δαναό της Κηφισίας, είδα μια ταινία. Ήταν το Εγώ, εσύ και όλοι μας οι γνωστοί, της άγνωστης τότε σε μένα, Μιράντα Τζουλάι, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθέτησε. Θυμάμαι ακόμα κάποια καρέ, το συναίσθημα τρέλας και χρώματος, τόσες και τόσες ταινίες μεσολάβησαν έκτοτε, λίγες θυμάμαι με αντίστοιχη λαχτάρα. Τέτοια λαχτάρα που δεν έχω τολμήσει να επαναλάβω τη θέαση μέσα στα χρόνια.

Πριν από δέκα χρόνια σε μετάφραση Χαράς Γιαννακοπούλου και από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος κυκλοφόρησε, πέρασε και δεν ακούμπησε, Ο πρώτος κακός, το πρώτο μυθιστόρημα της Τζουλάι, ελάχιστα πράγματα θυμάμαι από εκείνη την ανάγνωση, πρακτικά τίποτα, τη λαχτάρα μόνο να διαβάσω το βιβλίο εκείνο λόγω της ανάμνησης της ταινίας.

Τα χρόνια πέρασαν όπως συνηθίζουν με μανία να κάνουν.

Το 2024 κυκλοφόρησε το All fours, από διάφορες πλευρές αντιλήφθηκα πως υπήρχε ένα χάιπ για το βιβλίο αυτό, χάρηκα όταν είδα πως οι εκδόσεις Αλεξάνδρεια το ενέταξαν στο ανανεωμένο εκδοτικό τους πρόγραμμα μεταφρασμένης λογοτεχνίας. Το Στα τέσσερα κυκλοφόρησε στα τέλη της περασμένης χρονιάς.

Όταν διάβαζα το Ο πρώτος κακός, σε κάποια αναγνωστική ανασκόπηση εντόπισα πως εκείνη την περίοδο με απασχολούσε διακαώς και απολάμβανα πολύ μυθιστορήματα που στο επίκεντρο της πλοκής υπήρχε ένας μεσήλικας ή κάπως μεγαλύτερος άντρας πρωταγωνιστής ο οποίος από τη μια μέρα στην άλλη ένιωσε (τι ρήμα και αυτό για τους λευκούς μεσήλικες άντρες ε;) το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια του, ο κόσμος όπως τον ήξερε, εξαιτίας ενός ελάχιστου σφάλματος στο σύστημα της ύπαρξης, να καταρρέει. Η τριλογία του Φορντ και το Ένα κάποιο τέλος του Μπαρνς βρίσκονται στην κορυφή εκείνων των αναγνωσμάτων.

Η Τζουλάι, σε κάθε ευκαιρία, αρνείται την όποια αυτοβιογραφική συσχέτιση με την πλοκή, την οποιαδήποτε ταύτιση με την πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια. 

Πετυχημένη σε διάφορες καλλιτεχνικές επικράτειες, μετά τα σαράντα, η αφηγήτρια αποφασίζει κάπως εν θερμώ να διασχίσει την Αμερική, ξεκινώντας από το Λος Άντζελες, όπου μένει με τον άντρα και το παιδί της, για να πάει στη Νέα Υόρκη, με το αυτοκίνητο, θυσιάζοντας την ευκολία που το αεροπορικό εισιτήριο θα της χάριζε, ελπίζοντας σε μια εμπειρία αυτογνωσίας, εκεί που το σώμα ενεργεί μια συγκεκριμένη συνεχή λειτουργία επιτρέποντας στο μυαλό να κινηθεί αυτόνομα. Μισή ώρα από τη στιγμή που θα βγει στον δρόμο θα σταματήσει σε μια μικρή πόλη, θα περιηγηθεί, θα κλείσει εν τέλει δωμάτιο για μια νύχτα σε ένα μοτέλ ξεχασμένο από τον θεό της ανακαίνισης.

Αυτή η ελάχιστη παράκαμψη από το σχεδιασμένο με αρκετή λεπτομέρεια ταξίδι αποδεικνύεται ικανή να το εξοβελίσει πλήρως, μαζί με αυτό και το γενικότερο μονοπάτι στο οποίο βάδιζε ως τότε. Η αφήγηση έχει τον χαρακτήρα ενός ημερολογίου καταγραφής της έκκεντρης αυτής ανακατεύθυνσης. Όταν κάτι το ελάχιστο δημιουργήσει ρήγμα στην κυρίως κατασκευή, η υπονόμευσή της σύντομα γενικεύεται, αποκτά όρους ανταρσίας, περνώντας σε άλλους ορόφους και δωμάτια, δοκιμάζοντας τη στατικότητα συνολικά, τα ίδια τα θεμέλια επίσης. Είναι εκείνο το χρονικό σημείο μιας στροφής μέχρι να εμφανιστεί ξανά μπροστά ο ορίζοντας, αυτό το τόσο κρίσιμο σημείο, εκεί κάπου στη μέση ηλικία, όπως ο Καμύ με ενάργεια το όρισε. Δεν συμβαίνει κάτι άξιο αναφοράς, δεν συμβαίνει κάτι το οποίο με ακρίβεια να μπορεί να περιγραφεί, το παράλογο ενδύεται ρουχισμού ποικιλόμορφου, ξεγελώντας τη λογική χωρίς δυσκολία.

Αναρωτιέμαι αν μπορώ να ανασύρω από τη μνήμη κάποιο αντίστοιχο βιβλίο, κάποια ιστορία κρίσης μέσης ηλικίας με πρωταγωνίστρια γυναίκα, δυσκολεύομαι αν και μάλλον αποκλείω την πιθανότητα να μην έχει συμβεί μια τέτοια ανάγνωση. Ανεξέλεγκτοι οι μηχανισμοί της μνήμης, δεν υπακούν σε καμία μηχανή αναζήτησης.

Σύντομα εμφανίστηκε μια γνώριμη αμφιθυμία. Απολάμβανα και δυσανασχετούσα την ίδια στιγμή, ή, μάλλον καλύτερα, μέχρι κάποια στιγμή, αφού τελικά η ανάγνωση με απορρόφησε και με κράτησε υπάκουο δέσμιο της. Απολάμβανα την πρόζα, την άνεση, την άγνωστη επικράτεια, τη διάθεση για αυτοϋπονόμευση, το φλερτάρισμα με το παράλογο, ακόμα και το προνόμιο της αφηγήτριας. Δυσανασχετούσα με πολλά από αυτά, κυρίως με κάτι που θα το ονομάζαμε προβλήματα του πρώτου κόσμου. Η γοητεία που η αφήγηση μου ασκούσε με τοποθετούσε κάπου ανάμεσα στην απόλαυση και την ενοχή. Μέρες μετά την ανάγνωση νιώθω πως δεν είμαι σίγουρος για τις συγγραφικές προθέσεις. Πρόσφατα το έπαθα αυτό και με τη νουβέλα Οι Άγγλοι καταλαβαίνουν το μαλλί. Δεν μπορώ με βεβαιότητα να σταθώ και να υποστηρίξω αν η αφήγηση υπονομεύεται σκόπιμα, αν οι συγγραφείς ειρωνεύονται τα πρόσωπα που οι ίδιες κατασκεύασαν ή αν είναι μια δική μου ιδέα, μια δικαιολογία για την έλξη που ένιωσα για τις αφηγήσεις αυτές.

Είναι κλισέ, είναι προφανές, δεν είναι πάντα εύκολο, ωστόσο, να διαχωρίσει κανείς τη μορφή από το περιεχόμενο, να τραβήξεις μια ευδιάκριτη γραμμή ανάμεσα στον μύθο και τη ζωή, ακόμα και αν ο μύθος διαπραγματεύεται κάτι που συνέβη, άπαξ και αυτό περάσει στην επικράτειά του διαχωρίζεται από τη ζωή. Είναι κλισέ, είναι προφανές, όμως εγώ δεν μπορώ να εξαιρέσω την αφηγήτρια από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζω, την ίδια στιγμή διάβασα αχόρταγα την αφήγησή της. Αν με βεβαιότητα μπορούσα να υποθέσω τις συγγραφικές προθέσεις, τότε θα είχα περισσότερα στοιχεία στα χέρια μου, ίσως ακόμα στην αμφιθυμία μου να είχα σύμμαχο την ίδια τη συγγραφέα.

Όταν διάβαζα και απολάμβανα τόσο τις αφηγήσεις αποτυχίας διαφόρων μεσήλικων αντρών, απείχα αρκετά από εκείνη την επικράτεια. Ήμουν νέος και σίγουρος πως θα τα κάνω καλύτερα τα πράγματα, το αντιπαράδειγμα με οδηγούσε με ασφάλεια πίστευα. Εκείνο που δεν ήξερα, που δεν μπορούσα να ξέρω σε εκείνη την αναγνωστική φάση ζωής, ήταν αυτό που συνειδητοποίησα μέσα στα χρόνια, πως όσο πιο ασφαλής και εκτός νιώθω σε μια ιστορία ανθρώπινης εμπειρίας, τόσο πιο πιθανό είναι να χαλαρώσω τις άμυνες και να βρεθώ σε δυσχερή θέση, να λυγίσω κάτω από το βάρος μιας αφήγησης που αρχικά ένιωθα πως δεν με αφορά, πως τίποτα δεν έχει να κάνει με μένα. Τελευταία φορά η πανωλεθρία αυτή συνέβη όταν έπιασα να διαβάσω με περισσή αυτοπεποίθηση το Η μητέρα μου γελάει της Άκερμαν.

Τώρα που είμαι μεσήλικας, διαβάζω λιγότερες τέτοιες ιστορίες. Όταν έπιασα το Στα τέσσερα στα χέρια μου δεν είχα ιδιαίτερα σχεδιάσει τον ορίζοντα προσδοκιών, ήθελα απλά να διαβάσω αυτό το βιβλίο για διάφορους λόγους. Όσο η ανάγνωση προχωρούσε και η αμφιθυμία θέριευσε, η λογική ενάντια στο συναίσθημα, τόσο ένιωθα ευάλωτος, ανοιχτός, παρότι η επικράτεια εκείνη είναι μη επισκέψιμη, οι ορμόνες και το πάρτυ τους, η ίδια η γυναικεία φύση με τις αποσκευές της στο σύνολό της. Το προνόμιο, ωστόσο, μου ήταν οικείο, και αυτό επέτεινε τον θυμό με τον οποίο σκεφτόμουν το προνόμιο της αφηγήτριας να μπορεί να αφεθεί και να δράσει εκτός σχεδιασμού, να αναστείλει, να ξοδέψει, να επαναδιαπραγματευτεί όρους και συμφωνίες, να αφεθεί στο συναίσθημά της, να ακούσει την εαυτή της, να την υπακούσει ακόμα-ακόμα. Ξέρετε, το ξέρετε είμαι σίγουρος, πως το προνόμιο είναι κάτι το σχετικό, από τη φύση του συγκριτικό, που μπορεί να έρθει και να κολλήσει σε διάφορα σχήματα και μορφές, δεν απαιτείται μια αναλογία ένα προς ένα, δεν χρειάζεται και εγώ να μπορώ να ταξιδέψω από το Λος Άντζελες ως τη Νέα Υόρκη διαθέτοντας ένα τεράστιο μπάτζετ, για να νιώσω την οικεία όψη του προνομίου. Ο θυμός, αυτό το δεν με αφορά, το εδώ ο κόσμος καίγεται, το αν είναι δυνατόν να συμμερίζομαι συναισθηματικά μια γυναίκα λευκή και πλούσια που κάνει ό,τι της κατέβει στο κεφάλι, είναι μια άρνηση να κοιτάξουμε το δικό μας προνόμιο, ο καθένας το δικό του. Είναι ένα σχήμα η κάθε ιστορία που διαβάζουμε.

Αποσύρω όλο το στράτευμα από το μέτωπο της λογικής επεξεργασίας. Υπογράφω τη συνθήκη αναγνώρισης των λογοτεχνικών αρετών. Το στράτευμα δεν εξυπηρετούσε την προώθηση, αλλά την εσωτερική επιβολή, την αμφισβήτηση του συναισθήματος, την αποτροπή διερεύνησης κοινών πηγών, την αποδοχή της ανεπάρκειας της άμυνας, την ευαλωτότητά της, την αδυναμία να ορίσω με ακρίβεια το συναίσθημα, την αιτία του, τη διαδρομή του, τη φοβία να ψηλαφήσω και να αναζητήσω στα σκοτεινά, την παραδοχή, κυρίως αυτή, πως το Στα τέσσερα μου άρεσε πολύ, το απόλαυσα με τον τρόπο που μπορούσα να το απολαύσω, με τον τρόπο που λειτούργησε μέσα μου αναλογικά, όχι διακριτά, και γι' αυτό τόσο δυναμικά.

Διαρκώς, από ένα σημείο και ύστερα, σκεφτόμουν το I love Dick, τις αναλογίες των δύο βιβλίων μέσα μου.

υγ. Για την τριλογία του Φορντ περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για το Ένα κάποιο τέλος εδώ. Για το συγκλονιστικό Η μητέρα μου γελάει εδώ. Για το I love Dick εδώ. Για το προηγούμενο μυθιστόρημα της Τζουλάι, Ο πρώτος κακός, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Νατάσα Σίδερη
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Πραγματεία μιας εξημέρωσης - Camila Sosa Villada

Πριν από δύο χρόνια περίπου, κυκλοφόρησαν στα ελληνικά Τα παλιοκόριτσα (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Opera) της Καμίλα Σόσα Βιγιάδα, ένα βιβλίο που έκανε ιδιαίτερη αίσθηση, διαβάστηκε και συζητήθηκε ευρέως, μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, έντονα αυτοβιογραφική, με σκηνικό τη νύχτα, μια διαδικασία μεταμορφωτικής ενηλικίωσης, ένα μονοπάτι κακοτράχαλο γεμάτο ωστόσο από ομορφιές και πίστη, σκληρό μα πασπαλισμένο από χρυσόσκονη.

Πρόσφατα, πάντα από τις εκδόσεις Opera, σε μετάφραση της Μαρίας Μπεζαντάκου, κυκλοφόρησε η Πραγματεία μιας εξημέρωσης, το δεύτερο βιβλίο της Καμίλα Σόσα Βιγιάδα, που γεννήθηκε ως Κριστιάν Ομάρ το 1982 και προτιμάει τον όρο τραβεστί έναντι του τρανς γυναίκα ή τρανσέξουαλ, αφού έτσι μεγάλωσε όπως δηλώνει σε κάθε ευκαιρία.

Εδώ, η συγγραφέας αφήνει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση κατά μέρος, για να αφηγηθεί την ιστορία της τραβεστί θεατρίνας, πρώην πόρνης, όπως ο πατέρας της είχε προβλέψει, και νυν σταρ, όπως μόνο εκείνη πίστεψε πως θα μπορούσε να γίνει, που έχει αφήσει πια πίσω της τον δρόμο και τις σκοτεινές του γωνιές· επιτυχία και οικονομική ευμάρεια, να το προνόμιο της. Το προνόμιο είναι στο κέντρο της αφήγησης, λειτουργώντας διττά, από τη μια, η αποδοχή του άλλοτε τέρατος, η λάμψη που η επιτυχία και το χρήμα εκπέμπουν, από την άλλη, η αναπόφευκτη εξημέρωση, η κανονικοποίηση των επιθυμιών και των αναγκών.

Αποφασίζει να ανεβάσει, με κάθε κόστος και παρά τις περί του αντιθέτου συμβουλές, το θεατρικό του Κοκτώ, Η ανθρώπινη φωνή, έτσι ξεκινά η αφήγηση αυτή, «Μια θεατρίνα. Μόνη πάνω στη σκηνή. Στα θεωρεία, στην πλατεία, στον εξώστη, το κενό που την κοιτάζει. Ούτε μια θέση κενή». Η σύσταση του κοινού μεσοαστική, εκείνοι που άλλοτε θα αποστρέφαν το βλέμμα τώρα γυρεύουν ένα εισιτήριο. Ο γκέι σύζυγός της, επιτυχημένος δικηγόρος από πλούσια οικογένεια, την περιμένει σπίτι μαζί με τον υιοθετημένο γιο τους, που διαρκώς βανδαλίζει με μπογιές και χρώματα τους κοινόχρηστους χώρους της υπερπολυτελούς πολυκατοικίας στην οποία μένουν, προκαλώντας την οργή των γειτόνων. Την επομένη, αφού πρώτα εκείνη καθαρίσει τον καθρέφτη στην είσοδο, θα ξεκινήσουν για την πόλη που μεγάλωσε, εκεί ζει η οικογένειά της, οι χωρισμένοι γονείς της και ο αδερφός της, παντρεμένος με παιδί.

Η αφηγηματική φωνή· αποστασιοποιημένη, απόμακρη, κυνική, ειρωνική, δεικτική και επιτηδευμένη· υποστηρίζει έξοχα ως ένα ιδιότυπο voice over το τράβελινγκ της κάμερας διαμέσου της καθημερινότητας της διάσημης θεατρίνας, που όλοι πια την αγαπούν και τη φθονούν, όπως είθισται να συμβαίνει. Η Βιγιάδα στήνει μια καλοσχεδιασμένη παγίδα, αφήνοντας να αιωρείται το ερώτημα: ποιος φαντάστηκε τη ζωή αυτή, εμείς ή εκείνη, ποιος έφερε ποιον στα μέτρα του, ποιος εγκλωβίστηκε στο κυρίαρχο σχήμα της επιτυχίας, του προνομίου, ποιος εξημερώνει και ποιος εξημερώνεται, η θεατρίνα ή οι θεατές, είναι η επιθυμία εκείνου του αγοριού να ζήσει όπως θέλησε, που πάλεψε για όλα αυτά και κυρίως για την αποδοχή και την έξοδο από την οικονομική ανέχεια, ή είναι η μοναδική δίοδος της μεσοαστικής ετεροκανονικότητας να πλησιάσει και να θεωρητικοποιήσει, να απενοχοποιηθεί, να νιώσει προοδευτική και ανοιχτόμυαλη, σχεδιάζοντας εκείνη το πώς φαντάζεται την επιτυχία μιας τραβεστί θεατρίνας;

Σε ένα σύμπαν που αναπόφευκτα φέρνει στο νου τον Αλμοδόβαρ, η Βιγιάδα δεν εγκλωβίζεται στον στερεοτυπικό ιστό με τον οποίο πλέκει την κατασκευή της, πετυχαίνει να προσδώσει στην αφήγησή της, εκτός των λογοτεχνικών περγαμηνών, ένα ενδιαφέρον δοκιμιακό πλαίσιο, κινούμενη στο όριο της πρόκλησης, όχι της αναμενόμενης, εκείνης που ένας ανυποψίαστος αναγνώστης θα εκλάμβανε ως τέτοια, αλλά περισσότερο στις επικράτειες που διέσχισε ο Πολ Πρεθιάδο στο Είμαι το τέρας που σας μιλά (μτφρ. Αναστασία Μελία Ελευθερίου, εκδόσεις Αντίποδες), συνεχίζοντας το νήμα της αφήγησης των διάφορων μεταμορφωτικών ενηλικιώσεων, μη βάζοντας την τελεία στο ίδιο σημείο, προχωρώντας σε κάτι που μοιάζει με μια ιδιότυπη ονειροφαντασία.

Σε μια περίοδο, που οι προοδευτικές κοινωνικές ομάδες μιλούν για τρανς ορατότητα, γενικά και αόριστα στην πλειοψηφία των εκδοχών, μέσα από τα δικά τους προνόμια και εργαλεία, η Βιγιάδα έρχεται να δοκιμάσει περαιτέρω την (αν)ελαστικότητά μας με όρους καλής λογοτεχνίας.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Μιλώντας για μεταμορφωτικές ενηλικιώσεις, δύσκολες, σκληρές, μα πασπαλισμένες με χρυσόσκονη, δεν θα μπορούσα παρά, ανάμεσα σε άλλα, να αναφέρω και τα: Λόλα Καραμπόλα και Κακή συνήθεια, τα βρίσκετε εδώ και εδώ. Για το Είμαι το τέρας που σας μιλά περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Μαρία Μπεζαντάκου
Εκδόσεις Opera

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν - Lucie Rico

Η Πολ, λίγο μετά τα τριάντα πέντε, έχει εγκαταλείψει το χωριό όπου μεγάλωσε, εκεί που η οικογένειά της εκτρέφει και πουλάει πουλερικά, για τη μεγάλη πόλη. Επιστρέφει σπάνια, αυτή τη φορά για τον επικείμενο θάνατο της μητέρας της. Εκείνη, λίγο πριν ξεψυχήσει, θα της ζητήσει/επιβάλει μια τελευταία επιθυμία. Να σφάξει τον Τεοντόρ, το μονόματο κοτόπουλο. «Θα πρέπει κάποιος να σκοτώσει τον Τεοντόρ. Τον μονόματο. Θα ήθελα να το αναλάβεις εσύ». Εκείνη δέχεται, είναι πιο εύκολο να δεχτεί παρά να αρνηθεί, ο θάνατός της, πιστεύει, θα την απαλλάξει από την υποχρέωση αυτή, τότε η μητέρα δεν θα υπάρχει. «Είναι, αναμφίβολα, δύσκολο να πει κάποιος στα παιδιά του τι στ' αλήθεια προσδοκά εκ μέρους τους». Και τα παιδιά, από μικρά ακόμα, κουβαλούν αυτό το ανείπωτο παράπονο σταυρό στις πλάτες, το ανικανοποίητο των γεννητόρων, τη διαρκή μομφή που αιωρείται, ακόμα και όταν τα παιδιά μεγαλώσουν και απογαλακτιστούν και αποκτήσουν βάδισμα και εγκαταλείψουν την οικογενειακή στέγη και πάρουν, πιστεύουν, τη ζωή στα χέρια του, εκείνη η μομφή διαρκώς αιωρείται. Έτσι συμβαίνει.

«Η Πολ έκλεισε, για την επομένη, ένα πάγκο στην αγορά. Θα μοσχοπουλήσει τον Τεοντόρ και, στη συνέχεια, θα αποδεσμευτεί. Λέει και ξαναλέει: έτσι πρέπει να γίνεται με τα νεκρά κοτόπουλα». Πάνε είκοσι χρόνια τώρα που εκείνη δεν τρώει κρέας. Ήταν τα δέκατα έκτα γενέθλιά της, έφαγε μια μπριζόλα καπνιστή, κάπνισε το πρώτο της τσιγάρο, είδε τη μητέρα της να κάνει κάτι που έκανε σε όλη της τη ζωή, να πιάνει ένα κοτόπουλο που με τόση αγάπη και φροντίδα είχε μεγαλώσει και να το στραγγαλίζει με τα γυμνά της χέρια, της φάνηκε ξάφνου παράλογο. Τώρα όμως βρίσκεται εδώ, η τέφρα της μητέρας της σε ένα βάζο πάνω στο τραπέζι, ο Τεοντόρ ανύποπτος στην αγκαλιά της. Μια τελευταία υπόσχεση, να σφάξει τον Τέοντορ, και ύστερα θα είναι ελεύθερη να γυρίσει στη μεγάλη πόλη να συνεχίσει τη ζωή που επέλεξε για εκείνη, το τελευταίο νήμα θα έχει κοπεί. Παίρνει μολύβι και χαρτί. Σημειώνει ό,τι της έρχεται στο κεφάλι για τον Τεοντόρ. «Κοτόπουλο εύρωστο και γλυκό, μαθημένο στην προσήλωση και την τρυφερότητα, κοτόπουλο που αξίζει την αγάπη. Κι ύστερα "κοτόπουλο-κλόουν". Θα ήθελε εκείνοι που θα το καταβροχθίσουν να έχουν συνείδηση της κατάστασής του».

Την επομένη θα πάει στην αγορά. Θα πουλήσει τον Τεοντόρ. Γυρίζοντας στο σπίτι των παιδικών της χρόνων έχει ξοφλήσει το τελευταίο γραμμάτιο που σύναψε με τη μητέρα. Είναι πια ελεύθερη. Είναι πια ελεύθερη; «Είναι, αναμφίβολα, δύσκολο να πει κάποιος στα παιδιά του τι στ' αλήθεια προσδοκά εκ μέρους τους». Η αντίδραση των παιδιών είναι συνήθης, επί αυτής σφυρηλατείται ο προθάλαμος της ενήλικης ζωής. Αρκεί μια ελάχιστη, στο μάτι του παρατηρητή τέτοια, για το υποκείμενο τεράστια και καθοριστική, διαφοροποίηση. Θα το κάνω, σκεφτόμαστε, με τους δικούς μου όρους. Έτσι όπως εγώ το θέλω. Καμία σχέση με όσα έκαναν εκείνοι. Καμία σχέση. Οι νεκρολογίες σε μορφή βιογραφικού σημειώματος, ξεχωριστή για κάθε πτώμα, είναι η καθοριστική διαφοροποίηση, μια πράξη αγάπης που έρχεται να ρίξει καθησυχαστικό μανδύα στη δολοφονία και την πώληση της νεκρής, ξεπουπουλιασμένης σάρκας. Η Πολ, χωρίς να το σχεδιάσει, χωρίς να το καταλάβει καλά-καλά, συνεχίζει την οικογενειακή επιχείρηση, είπαμε όμως, με τους δικούς της όρους, ιδία επιλογή και βούληση, αναβάλει ολοένα και περισσότερο την επιστροφή, ο αγαπητικός απαντά στα τηλέφωνα, δείχνει κατανόηση σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως πένθος.

Η Ρικό, γεννημένη το 1988 στο Περπινιάν της Γαλλίας, κάνει το λογοτεχνικό της ντεμπούτο με το μυθιστόρημα αυτό, το οποίο με μια πρώτη ματιά θα μπορούσε να το κατατάξει κανείς στην οικολογική πεζογραφία, άλλωστε το 2021 το Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν τιμήθηκε με το βραβείο οικολογικού μυθιστορήματος. Όμως, με κάθε αυστηρή κατάταξη συμβαίνει αυτό, δεν είναι μόνο ένα οικολογικό μυθιστόρημα. Σε μια εποχή που στη Γαλλία, όπως και στη χώρα μας, η κτηνοτροφία βρίσκεται στο επίκεντρο, ένας κλάδος που τις τελευταίες δεκαετίες έχει πλήρως βιομηχανοποιηθεί, η Πολ, χορτοφάγος από επιλογή, νιώθει πως βιογραφώντας το κάθε κοτόπουλο διαφεύγει του αιματοβαμμένου μοτίβου. Το εύρημα αυτό, παιχνιδιάρικο περισσότερο παρά πρωτότυπο, επιτρέπει στη Ρικό να γλεντήσει τους τρόπους με τους οποίους πείθουμε εαυτούς σχετικά με την ηθική μας υπεροχή, τις δικαιολογίες που μετερχόμαστε για να αναδυθούμε ξεχωριστοί και ακέραιοι. Μαύρο χιούμορ, όπως το αίμα από τα σφαγμένα κοτόπουλα, στο όριο της φάρσας. Η συγγραφέας αξιοποιεί το εύρημά της, το εντάσσει σε μια πλοκή ολοένα και πιο αποκαλυπτική για την τύχη που η αυτοπειθώ αναπόφευκτα έχει.

Το εύρημα, ωστόσο, εξαρχής ταυτίζεται με την ικανοποίηση της γονεϊκής επιθυμίας, καίτοι ανείπωτη, γενική και ανικανοποίητη, παγίδα, παρότι εμφανής, δύσκολο να αποφευχθεί κατά την αυτόνομη βάδιση. Θυμήθηκα ένα μικρό μυθιστόρημα που διάβασα πριν από δώδεκα χρόνια και ακόμα το θυμάμαι, το Δείπνο με μύδια, της Μπιργκίτ Βαντερμπέκε, τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύτηκε τον πόλεμο εντός της οικογενειακής εστίας πίσω από ένα ξεχωριστό δείπνο με μύδια. Σίγουρα το Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν ικανοποιεί τις συμβατικές υποχρεώσεις του οικολογικού μυθιστορήματος, με τρόπο ευφυώς πλάγιο αναφέρεται στην βιολογική κτηνοτροφία, στις αρετές με τις οποίες ενδύονται οι οικογενειακές, μικρές φάρμες, το πλεονέκτημα που διαθέτουν έναντι της βιομηχανοποιημένης κτηνοτροφίας, όχι μόνο σε επίπεδο ποιότητος αλλά και ηθικής. Και το κάνει με ένα τρόπο έξυπνο, αποφεύγοντας το προφανές που όλοι γνωρίζουμε ή απλώς κάνουμε πως δεν γνωρίζουμε, δεν στοχεύει να ενημερώσει το καταναλωτικό κοινό για τις συνθήκες διαβίωσης, εκτροφής και θανάτωσης των πτηνών, το πώς η αγορά καιροφυλακτεί να εκμεταλλευτεί το όποιο πλεονέκτημα, αλλά κυρίως, όπως κάνει με την ίδια την Πολ, έτσι και με τον αναγνώστη, η Ρικό τοποθετεί στο επίκεντρο όλες αυτές τις δικαιολογίες, όλα αυτά τα κομμάτια γαματοσύνης που μας κάνουν να νιώθουμε ξεχωριστοί, και σε αυτή την επικράτεια.

Δεν εξαντλείται όμως σε αυτό το μυθιστόρημα αυτό. Με τη μητέρα πια νεκρή και απενεργοποιημένη, η Πολ θεωρητικά, έτσι πρόσμενε, είναι πλέον ελεύθερη και απαλλαγμένη από όλο αυτό το βάρος που εν ζωή οι δικοί της άφηναν με τα χρόνια στους ώμους της. Η φυγή και η χάραξη μιας ζωής εντελώς διαφορετικής δεν ήταν, ποτέ δεν είναι, αρκετή. Το κομμάτι της αυτογνωσίας απαιτεί πολλά περισσότερα, η απλή ερώτηση, ποια είμαι, μόνο απλή δεν είναι. Το αντιπαράδειγμα, το οποίο οι γονείς συχνά προσωποποιούν, αποδεικνύεται δυσκολοκατάβλητο, μοιάζει απλό το να μην γίνω σαν αυτούς αλλά μόνο απλό δεν είναι. Η Ρικό, εκτός από το οικολογικό κομμάτι, με το οποίο έρχεται να επιτεθεί στην αυτοεικόνα μας ως καταναλωτές, διαπραγματεύεται, σε δεύτερο αλλά καθοριστικό επίπεδο, την προαιώνια διαμάχη γονέα-τέκνου, και δη νεκρού γονέα-τέκνου.

Η συγγραφέας με τρόπο ευφάνταστο, χωρίς να απολύει τον βηματισμό, δίνοντας την απαραίτητη προσοχή στις μικρές λεπτομέρειες της πλοκής, διατηρώντας ένα διαολεμένο κέφι να κανιβαλίσει και να δει το γέλιο να παγώνει στο πρόσωπο του αναγνώστη, χωρίς να έχει και να εκφράζει πρόθεση να διδάξει, άλλωστε, κάποια που γράφει ένα τέτοιο μυθιστόρημα θα έπρεπε να είναι η πρώτη που γνωρίζει πόσο τρωτή είναι η αυτοεικόνα μας στην εποχή της ιδιώτευσης και της ατομικής ευθύνης, παραδίδει ένα χορταστικό μυθιστόρημα, που διαφεύγει με άνεση των ειδολογικών του περιορισμών, μια ευχάριστη έκπληξη.

υγ. Για το Δείπνο με μύδια περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Μαρία Γυπαράκη
Εκδόσεις Στίλβη