Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Τα διηγήματα - Daniele del Giudice

Θα το θυμάμαι αυτό, ποια υπόσχεση/πρόβλεψη πιο αποτυχημένη, λες και είναι στο χέρι σου. Ξανά και ξανά συμβαίνει, δεν μαθαίνεις, ξεχνάς, ξανά και ξανά. Σίγουρα το είχα πει, με αυτοπεποίθηση, πάντοτε με αυτοπεποίθηση, θα το θυμάμαι αυτό, πώς έφτασα μέχρι Το στάδιο του Ουίμπλεντον, και τώρα δεν θυμάμαι. Θυμάμαι, ωστόσο, πως ένιωσα έκπληξη όταν λίγους μήνες μετά που διάβασα εκείνο το παράξενα γοητευτικό και υποβλητικό βιβλίο οι εκδόσεις Κείμενα ανακοίνωσαν πως επρόκειτο να κυκλοφορήσουν μια ανθολογία διηγημάτων του Ιταλού Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, ωραίες που είναι αυτές οι συμπτώσεις.

Δεκατρία διηγήματα, ποικίλου μεγέθους, άλλα από προηγούμενες συλλογές, άλλα ως τότε αδημοσίευτα και άλλα φιλοξενούμενα σε εφημερίδες ή περιοδικά, συνθέτουν αυτή την ανθολόγηση που κυκλοφόρησε το 2016 και στα ελληνικά μεταφράστηκε από τον Αλέξανδρο Λαβράνο. Παρότι τα διηγήματα δεν υπήρξαν εξ αρχής προορισμένα για να συνθέσουν μια συλλογή, κάτι που πάντοτε αναζητώ ως μια απαραίτητη συγκολλητική ουσία αιτιολόγησης, η ανθολόγηση πέτυχε εμφανώς κανένα από τα διηγήματα να μην μοιάζει παράταιρο, παρά την όποια αναγνωστική προτίμηση για το ένα ή το άλλο, αυτό δεν είναι θέμα της έκδοσης αλλά της ανάγνωσης.

Είναι, επίσης, επίφοβο όταν ένας συγγραφέας χαρακτηρίζεται απόγονος του, κάποιου σπουδαίου παλιότερου, όπως στην περίπτωση του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε ο Ίταλο Καλβίνο, είναι επίφοβο, όπως το κάθε αντίγραφο για το κάθε πρωτότυπο, άτιμο πράγμα η διαχείριση της επιρροής, ανέφικτη η πανομοιότυπη συνέχιση του μονοπατιού, το κακέκτυπο ον παραφυλά. Η κληρονομιά, καταλαβαίνω, είναι σημαντική για την χαρτογράφηση, για τη διευκρίνιση, για την αναλογία, αλλά και για την υπερβολή που το μάρκετινγκ, ήπιο ή επιθετικό, μετέρχεται, μαζί με τα αποκόμματα κριτικών, να διαλαλήσει την πραμάτεια.

Παρθενογένεση, ωστόσο, δεν υπάρχει, το ποτάμι ρέει.

Τα τελευταία χρόνια, πια αρκετά, εντυπωσιάζομαι από τα δείγματα ιταλικής λογοτεχνίας που μεταφράζονται και κυκλοφορούν στα ελληνικά. Είναι μια λογοτεχνία που, πέρα από τους κλασικούς της, δεν είχα σε ιδιαίτερη εκτίμηση, δεν την ξεχώριζα. Αυτό, ωστόσο, έχει ανατραπεί πλήρως. Ίσως αυτή η πρόσφατη εκτίμηση να ήταν εκείνη που με οδήγησε ως Το στάδιο του Ουίμπλεντον, βιβλίο από καιρό εξαντλημένο. Αν και μάλλον, πέρα της γλωσσικής συγγένειας, η συμπερίληψη μιας γραφής όπως αυτή, σε ένα τόσο μεγάλο και διευρυμένο σύνολο, να είναι άτοπη.

Δεκατρία διηγήματα, λοιπόν, και παρότι εγώ μόνο ένα δείγμα έργου, και δη πρωτόλειου, είχα υπόψη μου, μπόρεσα να διακρίνω ένα ευδιάκριτο στίγμα γραφής. Το επίθετο εγκεφαλικό είναι το πρώτο που μου έρχεται αναζητώντας προσδιορισμούς, το ουσιαστικό κατασκευή ακολουθεί και λαμβάνει θέση δίπλα του. Στοιχεία που είχε και η γραφή του Καλβίνο, στοιχεία, ωστόσο, που δεν είχε μόνο η γραφή του Καλβίνο, που προλόγισε με ενθουσιασμό το πρωτόλειο έργο του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, διακρίνοντας μια λογοτεχνία του γούστου του, αλλά πολλοί ακόμα, τότε και τώρα. Αναπόφευκτα ο αναγνώστης, ακόμα και αν δεν είναι φιλόλογος με ειδίκευση στη συγκριτική της λογοτεχνίας, σε ένα ανοίκειο περιβάλλον, όπως η λογοτεχνία αυτή, γυρεύει τοπόσημα και λοιπά αναγνωριστικά στοιχεία, απαραίτητα για την περιήγησή του, μια οριοθέτηση του χάους ή, καλύτερα έτσι, ενός δυνατού μυαλού.

Εγκεφαλικές κατασκευές, λοιπόν, να ένας χαρακτηρισμός, που όσα λέει άλλα τόσο αποκρύπτει ή αποκλείει, μάλλον αποκλείει, όπως για παράδειγμα το συναίσθημα ή τον ρεαλισμό, το πρώτο διήγημα, Στο μουσείο της Ρενς, αποτελεί ένα χαρακτηριστικότατο παράδειγμα περί αυτού. Τα τοπόσημα της ανάγνωσής μου εκτείνονταν από τον Μπόρχες, τον Καλβίνο και τον Μπολάνιο, μέχρι τον Λαμπατούτ και τον Κεχαγιά. Το τόσο διευρυμένο πλαίσιο αναλογιών αποτυπώνει, ή δοκιμάζει να το κάνει, το συναίσθημα εντός των εγκεφαλικών αυτών κατασκευών, των διηγημάτων του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, μέχρι που κάποια στιγμή, αυτά αυτονομήθηκαν επαρκώς.

Η βιοποικιλότητα, το ανοίκειο, αυτό κυρίως, αμφισβητούν ευθέως τη δυναμική ενός τόσο στενού και συνάμα αφηρημένου προσδιορισμού όπως το εγκεφαλικές κατασκευές. Θα επιχειρήσω να διαπλατύνω, όπως μπορώ, τα δύο μέρη του. Εγκεφαλικές γιατί διαθέτουν μια καθαρότητα, παρά την πολυπλοκότητά τους, γιατί δοκιμάζουν τα όρια της αντίληψης, γιατί αποτυπώνουν το εύρος της σύλληψης και της εκτέλεσης, αλλά και την ακρίβειά τους, γιατί καθιστούν τόσο οικείο το ανοίκειο, γιατί φλερτάρουν με μια σειρά επιστημονικών κλάδων, τη φιλοσοφία, τη φυσική ή την τεχνολογία γενικότερα, ιδιαίτερα, για την τελευταία, αν συγκριθεί με τον χρόνο συγγραφής, τι και αν σχετικά πρόσφατος, με τα άλματα που σημειώνει η ανάπτυξη και η διάχυση της ψηφιακής συνθήκης, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί σχεδόν αρχαιολογικός, και άρα, εκ του αποτελέσματος, να μιλήσουμε για μια οξυδερκή και διορατική ικανότητα, γι' αυτό και η επιμονή με το εγκεφαλικό της γραφής.

Κατασκευές γιατί αποτελούν τέλειες υπάρξεις, με έναν ευδιάκριτο εσωτερικό μηχανισμό λειτουργίας, αποκομμένα στιγμιότυπα ενός παράλληλου και σύγχρονου κόσμου, γρανάζια ενός συγγραφικού σύμπαντος. Και αυτή η ύπαρξη ενός σύμπαντος, μιας διακριτής αρχής πρόσληψης και αποτύπωσης στη γραφή, είναι ο πλέον σύντομος δρόμος για να οδηγήσω και να εναποθέσω τον Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε μεταξύ των πραγματικά σπουδαίων, εκείνων που παρότι οδηγούν στα άκρα τη γραφή και αμφισβητούν την ικανότητα κατανόησης, το κάνουν με έναν τρόπο γοητευτικό, γιατί τι πιο γοητευτικό από το να στέκεις μονάχος απέναντι σε ένα τέτοιο καθαρό και δυνατό μυαλό, να επαναλαμβάνεις και να δοκιμάζεις νέους βηματισμούς περιήγησης. Η συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων αποδίδει το αίσθημα θέασης ενός σύμπαντος, με κύριους και δευτερεύοντες πλανήτες, με μακρινούς ήλιους, με δορυφόρους και αστερισμούς, επιτρέποντας την υπόθεση πως Τα διηγήματα είναι μια ιδανική αφετηρία γνωριμίας μαζί του.

Το συστατικό της συγχρονίας, εκείνο που περισσότερα από τα υπόλοιπα, αποδεικνύεται καθοριστικό είναι ο χρόνος, ο χρόνος που τελειώνει, ο χρόνος που δεν επαναλαμβάνεται, ο χρόνος που το πέρασμά του συμβαίνει πριν ιδωθεί, πριν αποτελέσει υλικό προς επεξεργασία, που κάθε τώρα είναι κιόλας πριν. Και είναι συστατικό συγχρονίας, και όχι διαχρονικότητας, γιατί πλέον ο χρόνος συστήνεται ακόμα λιγότερο γραμμικός, πολυδιασπασμένος. Η διαχείριση του χρόνου είναι εκείνη που δεν επιτρέπει τον πλήρη και χωρίς επιστροφή εξοστρακισμό της λογοτεχνίας του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε στην επικράτεια του αναχωρητισμού.

Εκείνος που ξέρει πως θα χάσει την όρασή του και παλεύει να προλάβει να σταθεί απέναντι σε κάποιους πίνακες. Εκείνη που τον συνόδευσε. Εκείνος που πίστεψε πως υπήρξε αυτήκοος μάρτυρας αγοραπωλησίας χρόνου. Εκείνος που αφήνει μουσικές να εκπέμπουν τυχαία σε κάποια συχνότητα. Εκείνος που επιστρέφει σπίτι και περιμένει να βρει τη συνέχεια του διηγήματος ενός ψηφιακού ανώνυμου άβαταρ. Εκείνος που βρέθηκε στο μέτωπο μιας μάχης. Εκείνος που γράφει μια επιστολή ενώ πηγαίνει στον Νότιο Πόλο. Εκείνος που θα φωτογραφήσει ένα πτώμα μήνες μετά την ταφή του για τις ανάγκες ενός σόου. Εκείνος που επισημαίνει την τεχνική αρτιότητα του μοντέλου απέναντι στον ζωγράφο και δίνει ενδελεχείς οδηγίες επί αυτού. Εκείνος που αναζητά την αναβίωση των πρώτων πτήσεων. Εκείνος που γυρεύει το ιδανικό θύμα για μια τυχαία δολοφονία. Είναι κάποια από τα πρόσωπα.

Το ανοίκειο συναίσθημα συνοδεύεται και από μια ανησυχαστική αίσθηση, επίμονη και διαρκώς παρούσα, ένα κακό που δεν κατονομάζεται πάντα, ένα κακό που υπάρχει εκεί ως πρώτη ύλη, ακόμα και όταν ο προβολέας δεν το επισημαίνει. Επίσης, στη μηχανική του συγγραφέα έχει τεράστιο ενδιαφέρον το πώς πετυχαίνει ένα ακριβές και απαλλαγμένο από το περιττό αποτέλεσμα, τη στιγμή που καθιστά το πεδίο, τις συνθήκες και τα πρόσωπα σαφή, πώς, δηλαδή, καταφέρνει να συμπεριλάβει τα απαραίτητα για τη λειτουργία του κάθε διηγήματος, χωρίς να καταφεύγει μήτε στην πολυλογία μήτε στη στείρα και ύποπτη αφαιρετικότητα. Είναι δείγμα ευφυίας, ταλέντου επίσης και σκληρής δουλειάς, για έναν συγγραφέα να μην υποκύπτει ναρκισσιστικά στην γοητεία της ίδιας του της γραφής, να μην απομένει να τη θαυμάζει αλλά να επιμένει να την οδηγεί στα άκρα, να δοκιμάζει τα δικά του όρια.

Η περίπτωση του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε είναι από εκείνες που ο αναγνωστικός συγκλονισμός και η ηδονή, ήδη από τις πρώτες σελίδες, οδηγούν στην ανάδυση του ερωτήματος: θα βρει άραγε το κοινό του; Ερώτημα που κρύβει την αγωνία: θα κυκλοφορήσει άραγε ακόμα κάποιο βιβλίο του στα ελληνικά;

υγ. Για Το στάδιο του Ουίμπλεντον περισσότερα θα βρείτε εδώ, για την επιρροή που η γραφή του Καλβίνο μπορεί να γεννήσει εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αλέξανδρος Λαβράνος
Εκδόσεις Κείμενα 

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Το βιβλίο της εξαφάνισης - Ιπτισάμ Άζεμ

Το 1962 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα του Αφροαμερικανού Γουίλιαμ Μέλβιν Κέλι, Ένας διαφορετικός τυμπανιστής. Οι μαύροι κάτοικοι μιας πόλης του νότου αρχίζουν ξαφνικά να την εγκαταλείπουν, αφήνοντας τους λευκούς να αναρωτιούνται το γιατί. Ο αναγνώστης παρακολουθεί την εξέλιξη της φυγής αποκλειστικά μέσα από τα μάτια των λευκών που μένουν πίσω. Χρειάστηκαν κάποια χρόνια ώστε να αναγνωριστεί και να χαρακτηριστεί ως ένα σύγχρονο κλασικό μυθιστόρημα.

Πενήντα χρόνια μετά, μια Παλαιστίνια συγγραφέας, η Ιπτισάμ Άζεμ, γεννημένη το 1985, κατασκευάζει Το βιβλίο της εξαφάνισης, επιδιώκοντας να εξετάσει τη λειτουργία του ερωτήματος: τι θα συνέβαινε αν, από τη μια στιγμή στην άλλη, κατά τη διάρκεια μιας και μόνο νύχτας, όλοι οι Παλαιστίνιοι εξαφανίζονταν από το Ισραήλ, χωρίς κανένα ίχνος και καμία προφανή εξήγηση του πώς και γιατί. Το μυθιστόρημα πρωτοκυκλοφόρησε το 2014, μεταφράστηκε στα αγγλικά το 2024 και βρέθηκε στη λίστα υποψηφιοτήτων για το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ του 2025.

Δύο είναι τα βασικά πρόσωπα της πλοκής, ο Αριέλ, Ισραηλινός ανταποκριτής μιας αμερικάνικης εφημερίδας, και ο Αλάα, φίλος του Αριέλ, που μετά την εξαφάνισή του αφήνει πίσω του ένα ημερολόγιο. Μέχρι εξαφανίσεως του Αλάα, ήταν φίλοι μεταξύ τους, ζούσαν στην ίδια πολυκατοικία, ο ένας είχε κλειδιά του άλλου. Ο Αριέλ, όπως το σύνολο του ισραηλινού πληθυσμού, αλλά και από επαγγελματικής σκοπιάς, επιχειρεί να εξηγήσει την παράξενη τροπή των γεγονότων, εγκαθίσταται στο διαμέρισμα του Αλάα και μελετάει τις σελίδες του ημερολογίου. Τα δύο αυτά πρόσωπα, ο τρόπος με τον οποίο μετέχουν της πλοκής, καθίστανται καταλυτικά για την εφαρμογή της κεντρικής ιδέας-ευρήματος.

Μέσω αυτών, ο αναγνώστης αντικρίζει τόσο την επόμενη μέρα της εξαφάνισης των Παλαιστινίων, μέσα από τη δημοσιογραφική έρευνα του Αριέλ, την αρχική επιφυλακτικότητα πως πρόκειται για κάποιο εφιαλτικό σενάριο εμπλοκής του ισραηλινού στρατού, τον φόβο άλλων πως η εξαφάνιση αποτελεί τον προπομπό μιας γενικευμένης επίθεσης, αλλά και την ανακούφιση, ή την υποψία της, από όποια ιδεολογική μπάντα και αν προέρχονται τα υποκείμενα, πως δόθηκε επιτέλους μια οριστική λύση στο ζήτημα, οι Παλαιστίνιοι απλώς εξαφανίστηκαν. Μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου, ενός προσωπικού κειμένου που δεν είχε βλέψεις πολιτικού μανιφέστου αλλά έκφρασης του τραύματος της απώλειας της γιαγιάς του, ενός προσώπου καθοριστικού για τον Αλάα, διαβάζουμε την ατομική ιστορία της και μέσω αυτής την ιστορία ενός ολόκληρου λαού, που είδε όλους της τους συγγενείς να διαφεύγουν, χρόνια πριν, και να μένει μόνη της, έγκυος στη μητέρα του Αλάα, αρνούμενη να εγκαταλείψει την πόλη της, παρά τον διαρκή εποικισμό και την καταπίεση.

Το βιβλίο της εξαφάνισης είναι ένα καλό βιβλίο, το εύρημα από μόνο του θέτει εξ αρχής το πολιτικό στο επίκεντρο, η Άζεμ πετυχαίνει να δώσει μια (φαινομενικά τουλάχιστον) ακριβή εικόνα της πολυπλοκότητας και του αδιεξόδου της εκεί συνθήκης, και μέρος της πολυπλοκότητας είναι η επισήμανση πως παρά τα όσα συμβαίνουν η ζωή συνεχίζει να συμβαίνει, και από τις δύο πλευρές, με ιλιγγιώδη δυσκολία σίγουρα, ωστόσο συμβαίνει. Το εύρημα δεν καταπλακώνει τη συνολική κατασκευή αλλά την υπηρετεί μέχρι τέλους, δεν είναι απλώς μια πρωτότυπη ιδέα, είναι ίσως η σκέψη πολλών, μια πιθανή, μεταφυσικής προέλευσης, λύση ενός περίπλοκου ζητήματος, ένας γόρδιος δεσμός που λύνεται. Συνομιλεί με τον τρόπο του με το Απειρόγωνο, το βιβλίο του Κόλουμ ΜακΚάν, γραμμένο μετά από εκείνο της Άζεμ. Εκεί, επίσης, δύο κεντρικά πρόσωπα, ένας Ισραηλινός και ένας Παλαιστίνιος, παλεύουν, όχι ως αντίπαλοι, αλλά ως σύμμαχοι, για ένα καλύτερο αύριο.

Είναι κάπως πολυτέλεια, σε μια στιγμή που στη Δυτική Όχθη συνεχίζουν να συμβαίνουν όλα αυτά τα τερατώδη, να μιλάει κανείς για τη λογοτεχνική αξία ενός έργου, αφήνοντας (προσωρινά) στην άκρη την πολιτική διάσταση, όμως, η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, επιτελεί έναν σύνθετο ρόλο, που δεν εξαντλείται στο ένα ή το άλλο πεδίο. Δεν πρέπει να πατάει μονόμπαντα στο αισθητικό ή το πολιτικό, και αυτό ίσως είναι το πλέον παρεμβατικό που οι αναγνώστες, εκ του ασφαλούς και εξ αποστάσεως, μπορούμε να ζητήσουμε. Καλό θα ήταν, επίσης, να μείνουμε μακριά από σχόλια του στυλ πως μέσα στα χαλάσματα των βομβαρδισμών είναι δυνατή η σπουδαία γραφή, ας αρκεστούμε να πούμε πως Το βιβλίο της εξαφάνισης είναι ένα πολύ καλό βιβλίο για πολλούς λόγους.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Για το Ένα διαφορετικός τυμπανιστής περισσότερα μπορεί κανείς να βρει εδώ, για το αριστουργηματικό Απειρόγωνο εδώ. Θυμήθηκα ακόμα ένα βιβλίο που διάβασα σχετικά πρόσφατα, το Ασήμαντη λεπτομέρεια, περισσότερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Πέρσα Κουμούτση
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Δεν Υπάρχει Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων - Qntm

Μου αρέσει αυτός ο τρόπος μάρκετινγκ, ξυπνάς ένα πρωί, ανανεώνεις τη σελίδα σε κάποιο κοινωνικό δίκτυο, βλέπεις μπροστά σου μια νέα έκδοση, δεν το ήξερες και δεν το περίμενες το βιβλίο αυτό. Αυτό συνέβη.

Δεν Υπάρχει Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων

Ο τρελός τίτλος, αυτό το δεν υπάρχει σαν να φέρνει στην επιφάνεια την πιθανότητα κάτι τέτοιο να υπήρχε δηλαδή, μια Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων, όποιο και αν είναι το αντικείμενο μιας τέτοιας υποδιεύθυνσης, ο,τι και αν είναι τα αντιμιμίδια.

Το οπισθόφυλλο ελάχιστα σοφότερο με έκανε, όξυνε ωστόσο την περιέργεια, σε τέτοιο βαθμό που πήρε τη θέση του πάνω πάνω στη στοίβα με τα προσεχώς, αναταράσσοντας τον όποιο, εδώ γελάμε, αναγνωστικό προγραμματισμό.

Να ένα δείγμα: «Τα αντιμιμίδια είναι οντότητες που διαγράφουν κάθε ίχνος της παρουσίας τους. Τα αντιμιμίδια μπορεί να τρέφονται από τις πιο αγαπημένες σου αναμνήσεις, από τα πράγματα που σε κάνουν να είσαι αυτός που είσαι».

Σκέφτηκα: αυτό εδώ ή θα είναι τρομερά γαμάτο εγκεφαλικό κάψιμο ή τρελή φλόμπα, που ήταν της μόδας ως λέξη στη γειτονιά τη δεκαετία που μεγάλωσα, εναλλακτικά ακυριά ή μπαρούφα, ακόμα ακόμα. 

Λόγω συνύπαρξης στο Δώμα, το μυαλό μου πήγε στον Λαμπατούτ, σε μια συγγένεια με το υβριδικό του έργο στο οποίο η επιστήμη συνυπάρχει με έναν ιδιαίτερο αφηγηματικό τρόπο, αλλά και την τόσο γοητευτική ευστροφία του, η έλξη που η ευφυΐα γεννά.

Τα παράδοξα, η σειρά που τρέχει ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, απέκτησε το τέταρτο μέλος της, το πιο πρόσφατο, το πιο σύγχρονο, το πιο φιλόδοξο ίσως, εξαιτίας της υπεραιχμής στην οποία κινείται.

Αν και οι καιροί έχουν ανεπιστρεπτί περάσει, ακόμα κάτι από τη ρετσινιά της παραλογοτεχνίας διατηρείται, όταν κανείς αναφέρεται στην επιστημονική φαντασία, τι και αν τόσα και τόσα στελέχη της έχουν πια περάσει στο πάνθεον του κλασικού και του κανόνα.

Όταν κάποιος διαβάζει από την προβλήτα του σήμερα για κόσμους μελλοντικούς με βάσεις εκτόξευσης το μακρινό παρελθόν, μπορεί με ασφάλεια να τα αντιμετωπίζει, κάποια αφελή, κάποια προφητικά, πόσο θα μισούσαν οι συγγραφείς αυτό τον τελευταίο χαρακτηρισμό.

Τι συμβαίνει όμως με τη συγχρονία; Μπορεί στη λογοτεχνία, γενικά και αόριστα, το σύγχρονο να φωτίζει αυτό που τώρα συμβαίνει, στην επιστημονική φαντασία, ωστόσο, τα πράγματα μοιάζουν και είναι διαφορετικά.

Θέλω να πω πως σε τέτοιους αλματώδεις τεχνολογικά καιρούς, χρειάζεται εξειδικευμένη γνώση, παρέα με την οξυδέρκεια, ώστε κάποιος να μπορεί να έχει ικανή επιστασία των εξελίξεων, των συμβάντων, των συνεπειών που αυτά φέρνουν.

Αν προσθέσει κανείς και τη φαντασία, τότε το μείγμα γίνεται, ή μπορεί να γίνει, εκρηκτικά οριακό στη σύλληψη, στην εκτέλεση και, κυρίως, στην πρόσληψη. Αυτό το: μα, πώς το σκέφτηκε αυτό; Μοιάζει και ίσως και να είναι αφελές.

Μα, πώς το σκέφτηκε αυτό; Είναι το σημείο αφετηρίας της προσέγγισης. Εν συνεχεία ακολουθεί: το έχει ξεκάθαρο στο μυαλό του, ένα ολόκληρο σύμπαν παράλληλο, δεν μας ταξιδεύει σε μια μελλοντικά αόριστη εποχή, βρισκόμαστε εδώ, θεωρητικά όλοι, στην ίδια σελίδα, και όμως.

Αυτό το παιχνίδι με το μυαλό προϋποθέτει μια ταυτόχρονη της φαντασίας και της επιστημονικής γνώσης αφηγηματική ικανότητα, να χτίσεις τον κόσμο, να υποδεχτείς τον αναγνώστη, να τον ξεναγήσεις. Αν εκείνος χαθεί, η παρτίδα σταματά να παίζεται.

Συμβαίνει, με βιβλία όπως αυτό, το εξής: όσο διαβάζεις όλα μοιάζουν με κάποιο παράδοξο τρόπο εξηγήσιμα και ξεκάθαρα, δοκίμασε τώρα να κλείσεις το βιβλίο και να πεις περί τίνος πρόκειται, μάλλον θα νιώσεις, εγώ νιώθω, χαζός, τουλάχιστον.

Ο Κουάντουμ (ψηφιακό ψευδώνυμο του Σαμ Χιουζ) άρχισε να ανεβάζει αυτή την ιστορία σε κάποια διαδικτυακή πλατφόρμα, η επιτυχία ήταν σχετικά μεγάλη, συνέχισε να εμπλουτίζει το περιεχόμενο, μέχρι που έγινε αναλογικό βιβλίο και κυκλοφόρησε.

Τον άθλο της μετάφρασης, η απόδοση ενός νεογνού σύμπαντος στα ελληνικά, ανέλαβε η ικανή Δέσποινα Κανελλοπούλου, την επιμέλεια ο Δημοσθένης Παπαμάρκος με τον Θάνο Σαμαρτζή, πάντοτε πρέπει να μνημονεύονται οι συντελεστές, πόσο μάλλον στην περίπτωση αυτή.

Οι νεολογισμοί, κυρίως αυτοί, που οφείλουν να είναι ακριβείς και ευκρινείς, να μην δημιουργούν περαιτέρω τριβή ανάμεσα στον αναγνώστη και το βιβλίο, η απλότητα με την οποία γίνεται η περιφορά του σύνθετου κόσμου οφείλει να υπηρετείται. 

Η επιστημονική φαντασία, συνήθως, διακρίνεται για τον παραβολικό, έντονα κοινωνικοπολιτικό, χαρακτήρα της, η καλή επιστημονική φαντασία δεν το κάνει αυτό με έναν τρόπο προφανή, στρώνει πολλά στρώματα κάτω από την κειμενική επιφάνεια, επιτρέπει στα ενδεχόμενα να (συν)υπάρξουν. 

Ένα δυνατό μυαλό, μια τρελή φαντασία ή μια οξυδερκής ματιά στον κόσμο γύρω μας, τι από τα δύο άραγε, μάλλον και τα δύο, ταυτόχρονα και σε υψηλό βαθμό, οι φιλόλογοι συχνά αποδεικνύονται ανεπαρκείς, θα πω και θα το αφήσω εδώ.

Βιβλία όπως αυτό αναδεικνύουν τα όρια της σκέψης και της αντίληψης του αναγνώστη, κάποιους αυτό τους ενοχλεί, αμύνονται επιτιθέμενοι, κάποιους άλλους τους γοητεύουν, τους έλκουν.

Σκέφτομαι τους ήρωες των ιστοριών όπως αυτή, η Μαρί Κιουρί, επικεφαλής της Υποδιεύθυνσης Αντιμιμιδίων του Οργανισμού Αγνώστων για το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, που δεν έχουν παρά αναλήψεις από τον παρελθοντικό ταμιευτήρα προσωπικών στιγμών, διαρκώς βρίσκονται στο καθήκον.

Ήρωες γιατί ενεργούν με βάση μια ηθική δέσμευση απέναντι στο κακό, γιατί είναι έτοιμοι να θυσιαστούν στον αγώνα αυτό, τι και αν ελάχιστα ορατός ένας τέτοιος αγώνας είναι. Ήρωες σε μια εποχή, κάθε εποχή, απομάγευσης.

Η φυσική, κυρίως αυτή, είναι μια δεξαμενή εναλλακτικού ανορθολογισμού, κυρίως γιατί δοκιμάζει τα όρια του ορθού λόγου, της σχέσης αιτίου αιτιατού, κύμα που γλύφει τις ακτές του αντιληπτού κόσμου, οι εξισώσεις και η παρατήρηση κάπου χτυπάνε σε τοίχο, ως εδώ φτάνουμε, αναφωνούν, διόλου ηττημένες δεν ακούγονται.

Ο χρόνος είναι σχετικός, η πραγματικότητα επίσης, αυτό ως θεωρία είναι εύκολο να το παπαγαλίσει κανείς, έχει όμως ρίζες μέσα μας μια τέτοια διατύπωση, σημαίνει κάτι ή είναι απλά λόγος κενός;

Η μνήμη και η λήθη, ακόμα και εδώ, στην υπεραιχμή των πραγμάτων, στην οριακότητα της σκέψης, στο προκεχωρημένο φυλάκιο της φαντασίας, η μνήμη και η λήθη, μαζί ίσως με την αγάπη, ακόμα χορεύουν στην πίστα, γύρω τους εμείς.

Ίσως αυτό να μοιάζει επαναστατικό, ίσως αυτό να είναι προκλητικά επιθυμητό, η δυνατότητα να ξεχνάμε όσα ζήσαμε, να επιστρέφουμε ξανά στην πρώτη μέρα πριν από κάτι, ο Καιρός να έχει μαλλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, ακόμα και αν μας προσπεράσει να μπορούμε να τον τραβήξουμε πίσω, διατεθειμένοι να καταβάλουμε το τίμημα της λήθης. 

Είναι τρελό, είναι τρελό, είναι τρελό, σκεφτόμουν/έλεγα/ένιωθα όσο διάβαζα το βιβλίο αυτό. Είναι τρελό, είναι τρελό, είναι τρελό σκέφτομαι/γράφω/νιώθω όσο αποπειρώμαι να γράψω κάτι σε αυτή την ψηφιακή γωνιά, κάτι που να διατηρήσει κάτι από την εμπειρία, τουλάχιστον.

Δηλαδή, σκέφτομαι ακόμα, ο τύπος αυτός έχει όλο αυτό το σύμπαν χαρτογραφημένο στο μυαλό του, έχει φωτογραφίες από τα τρομερά αντιμιμίδια που εδώ και ανυπολόγιστους αιώνες κατατρώνε τις αναμνήσεις, επιβιώνοντας μέσα από τη διαγραφή κάθε ίχνους παρουσίας τους;

Η ανάγνωση ενός βιβλίου όπως το Δεν Υπάρχει Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων αναλογικά είναι ένα τριπάρισμα ψυχότροπο, ο παραβολικός του χαρακτήρας δεν παρουσιάζεται ολόκληρος, απέναντι, ακίνδυνος στην απόσταση του προφανούς διδύμου καλό κακό, αντίθετα, ανακινεί, ανασύρει, παρεμβάλει.

Να υπάρχεις χωρίς τη μαρτυρία κάποιου παρατηρητή, να είσαι ο παρατηρητής που καταβροχθίζει αυτό που τον παρατηρεί, να επιβιώνεις με τον τρόπο αυτό, είσαι ικανοποιημένος, έχεις, άραγε, συνείδηση αυτού;

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Μπράβο Μαρία, φτιάχνεις ωραίες σαλάτες - Μαντώ Παπαρρηγοπούλου, Μαρία Θάνου

Για διάφορους λόγους το περίμενα το βιβλίο αυτό.

Η Μαντώ, κόρη της Μαρίας, εγκαταλείπει έγκαιρα το εξοχικό στον Νέο Βουτζά εξαιτίας της πυρκαγιάς του 2018, το σπίτι της μητέρας της, που ήταν το όνειρό της, εκείνη είχε πεθάνει ήδη από το 2015, δεν το είδε να καίγεται, μπορείς να πεις ευτυχώς που κάποιο άτομο πρόλαβε και πέθανε, μπορεί και να μπορείς και να βγάζει νόημα. Όταν η φωτιά τελείωσε το έργο της, η κόρη επέστρεψε να επιθεωρήσει, στάχτες και αποκαΐδια, πιο δίπλα θρηνούσαν θύματα, τα σπίτια φτιάχνονται ξανά, λένε, τι και αν ποτέ ξανά δεν θα γίνουν τα σπίτια που ήταν, των παιδικών χρόνων, των καλοκαιρινών διακοπών. Ανάμεσα σε έπιπλα που με κάποια φροντίδα θα μπορούσαν να διασωθούν, να μετακομίσουν, να συνεχίσουν να επιτελούν χρήση, ένα πάκο με επιστολές, που η Μαρία έστειλε στον μετέπειτα σύζυγό της όταν εκείνος σπούδαζε στην Αμερική και εκείνη πάλευε με την ψυχογενή ανορεξία, ήταν άθικτο.

Αυτό το υβριδικό κείμενο αποτελείται από δύο μέρη, το ντοκουμέντο, οι ερωτικές επιστολές, είκοσι δύο συνολικά, στέκουν στη μια πλευρά, δίπλα τους, το κείμενο της κόρης, που κυοφορεί δίδυμα και παλεύει να κρατήσει τις διάφορες τιμές του αίματος σε ακίνδυνες επικράτειες, η Μαντώ διαβάζει ξανά και ξανά τα γράμματα της Μαρίας, κάνει την έρευνά της για την ψυχογενή ανορεξία, διαπραγματεύεται γραμμάτια της λήθης και του θανάτου.

Η διακριτότητα των δύο μερών είναι καθοριστική στη λειτουργία της σύνθεσης αυτής, καθοριστική γιατί επιτρέπει στα γράμματα να λειτουργήσουν αυτόνομα, χωρίς παρεμβολές, χωρίς ανακοπές για σχολιασμό, την ώρα που επιτρέπουν στην κόρη να συνδιαλλαγεί μαζί τους, αλλά και στο κείμενο της κόρης, επιτρέπουν να σταθεί στην απαραίτητη εκείνη απόσταση που απαιτείται. Ο κοινός τόπος συνάντησης είναι ένα πολύβουο κενό, η Μαρία, που γράφει στον σύντροφό της, δεν είναι ακόμα μητέρα και εκείνος είναι χιλιόμετρα πολλά μακριά, η Μαντώ, που διαβάζει τις επιστολές, είναι μια κόρη χωρίς μάνα, μια κόρη που ετοιμάζεται να γίνει μάνα. Αυτό το κενό, η απουσία, αποτυπώνεται αβίαστα, χωρίς προσπάθεια, ως είναι.

Και αν τα γράμματα, χωρίς τη φιλοδοξία της περαιτέρω κοινοποίησης, διαθέτουν μια μυχιότητα, εκείνη που οι εραστές μεταξύ τους μοιράζονται, καθώς προσπαθούν να οικοδομήσουν ένα εμείς, παλεύοντας με το εγώ τους, το ολιγοσέλιδο σημείωμα της κόρης αποδεικνύεται εξίσου αβίαστο, παρότι αναδύεται με την προοπτική μιας έκδοσης/έκθεσης. Μητέρα και κόρη, από το στασίδι της η καθεμιά, παλεύουν με τις δικές τους προκλήσεις. Η Μαρία παλεύει με την ψυχογενή ανορεξία, παλεύει όμως και με την επιθυμία να μοιραστεί με εκείνον στιγμές, να προσφέρει το βλέμμα της φιλόξενο για τη δική του ζωή, για την πέρα του Ατλαντικού εμπειρία, με τις δυσκολίες και τις προκλήσεις της. Η κόρη παλεύει να μείνει όσο μπορεί έξω από τις επιστολές, να αφήσει στο περιθώριο τη θλίψη που η απώλεια του γονέα καλλιεργεί, να επιτρέψει στη Μαρία να ακουστεί, να επιτρέψει στην ασθενή να ακουστεί, να αναδυθεί και να αποκοπεί από την απλή στατιστική της ιατρικής επιστήμης, να πάψει να είναι απλώς ένα νούμερο, ένα περιστατικό. Εγώ θα σε ακούσω, Μαρία.

Η διαπραγμάτευση της ψυχικής νόσου, από πλείστες οπτικές γωνίες, αποτελεί αναπόφευκτα τον κυρίως πυρήνα τού Μπράβο Μαρία, φτιάχνεις ωραίες σαλάτες. Οι επιστολές είναι ένα ντοκουμέντο συγχρονίας, οι απογοητεύσεις, οι ελπίδες, οι μικρές νίκες, η ασθένεια ως συνοδοιπόρος μιας ζωής που συνεχίζεται, ως αυτό που είναι δηλαδή, ένα αδιαχώριστο κομμάτι. Η θεραπεία είναι ένα κομμάτι μόνο. Οι αόρατες ασθένειες, εκτός των άλλων, απαιτούν από την ασθενή να πείσει πως δεν είναι μια απλή παραξενιά, ένα καπρίτσο, πως δεν είναι στο μυαλό της, που στο μυαλό της είναι, στην αφετηρία και την απόληξη όλου του νευρικού κυκλώματος, αλλά τέλος πάντων, πως δεν είναι μόνο κατά φαντασία ασθενής. Η αγωνία που ο πόνος γεννά δεν επιτρέπει στον ορθολογισμό να επικρατήσει, οπουδήποτε δίνεται υπόσχεση θεραπείας, και κατανόησης, η ασθενής προσέρχεται με ελπίδα, με μια τελευταία ικμάδα κουράγιου και δύναμης. Μία ασθενής που δεν παραιτείται στέκεται, ή επιθυμεί με νύχια και με δόντια να σταθεί, στην πλευρά της ζωής.

Οι επιστολές στάλθηκαν το πρώτο εξάμηνο του 1983. Σαράντα τόσα χρόνια πριν. Έκτοτε η επιστήμη έκανε άλματα, ερωτήματα απαντήθηκαν, πρωτόκολλα θεραπείας θεσπίστηκαν, μελέτες γράφτηκαν, φάσματα απέκτησαν άκρα, δωμάτια ευρύχωρα, μια ιδιότυπη συμπερίληψη αναδύθηκε. Ωστόσο, λίγα πράγματα μοιάζουν να έχουν αλλάξει. Η περιορισμένη πρόσβαση στην ακριβή ψυχική θεραπεία, η αορατότητα, η γενίκευση, το στίγμα, η ευθύνη που φορτώνεται στους ώμους της ασθενούς, το ένα ακόμα κοριτσάκι που επιθυμεί να είναι αδύνατο, θεωρία και κόντρα θεωρία, και η γνώμη του καθενός μας, αυτό το τελευταίο, δε, έχει γιγαντωθεί.

Το πρίσμα που προσφέρουν αυτές οι επιστολές, κυρίως για τη Μαντώ, είναι ωστόσο πολυποίκιλο, μια περαιτέρω γνωριμία με τη νεκρή μητέρα της, γωνίες και πλευρές εν πολλοίς άγνωστες, τώρα πια κάποιες εξηγήσιμες, διαφορετικές πλέον, αυτή η επικράτεια ερωτημάτων του ποιοι ήταν οι γονείς μας πριν να τους γνωρίσουμε απλώνεται αχανής, εκείνη τότε ήταν η Μαρία, όχι η μαμά της, μια νεαρή κοπέλα. Απλώνεται, αθόρυβα και υπόγεια, όχι ύπουλα και όχι βεβιασμένα, εδώ ένα κοινό έδαφος μεταξύ της κόρης και της αναγνώστριας. Και αν η κόρη απουσιάζει γιατί ακόμα δεν έχει συμβεί, στο παρασκήνιο, ένας παραλήπτης σκιώδης, που μόνο μέσα από την πένα της Μαρίας γνωρίζουμε, βρίσκεται ο σύντροφός της.

Οι επιστολές θα έστεκαν και από μόνες τους, μια μαρτυρία, ένα ντοκουμέντο δυνατό. Η Μαντώ αποφασίζει να προσθέσει κάτι δικό της, παίρνει ένα ρίσκο, να παραπατήσει, να μπερδευτεί και να τραβήξει το καλώδιο, ο προβολέας να φωτίσει εκείνη. Σε μια εποχή που το βίωμα βρίσκεται στο επίκεντρο, και όπως κάθε τι που βρίσκεται στο επίκεντρο βρίσκεται εκεί με πλείστους τρόπους και ποιότητες. Από την εγωπάθεια και την αδιαφορία μέχρι εκείνο που η καλή λογοτεχνία προσφέρει. Από ένα κείμενο ψυχρό, απλά εισαγωγικό και επεξηγηματικό του τι είναι αυτές οι επιστολές, η Μαντώ επιλέγει κάτι πιο προσωπικό. Οι λογοτεχνικές αρετές είναι πάντοτε απαραίτητες, ωστόσο εδώ υπάρχουν και άλλες απαιτήσεις. Η Μαντώ πετυχαίνει κάτι που στα μάτια μου μοιάζει ιδιαιτέρως δύσκολο, να φανερωθεί τόσο όσο, να μην παραμείνει στη σκιά μιας αφηγήτριας που βρήκε αυτές τις επιστολές, ένα τυχαίο γεγονός δηλαδή, αλλά να επιτρέψει στον συναισθηματικό συσχετισμό να εισχωρήσει, χωρίς να τραβήξει το καλώδιο, μια υπενθύμιση πως οι επιστολές αυτές είναι της Μαρίας που μόνο κάποια χρόνια αργότερα έγινε μητέρα της. Κάπου εκεί, με κάποιο τρόπο, μια αίσθηση φροντίδας αναδύεται, δύο γυναίκες, η Μαντώ και η Μαρία, συνομιλούν χωρίς η μία να παραλαμβάνει τις επιστολές της άλλης, και αυτή η αίσθηση είναι λυτρωτική.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Εκδόσεις Yusra

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Μεσοτοιχίες - Μισέλ Φάις

Το έργο του Μισέλ Φάις, ως ένας σημαντικός, ιδιοσυγκρασιακός και πολυσχιδής συγγραφέας, συγκροτεί ένα συγκεκριμένο και ευρύχωρο σύμπαν. Αποτελείται από μικρότερους και μεγαλύτερους πλανήτες, αυτόφωτα και ετερόφωτα σωματίδια, ένα ολόκληρο σύστημα που διέπεται από κάποιες ενιαίες γενικές αρχές ως προς την κοσμογονία και την κίνηση. Έτσι, κάθε υπό παρατήρηση μεμονωμένο έργο οφείλει να εξεταστεί σε σχέση με αλλά και ανεξάρτητα από το όλο, απαλλαγμένο από κάθε υπόνοια τυχαιότητας. Με όρους συγγραφικούς, παρά αστρονομικούς, κάθε επόμενο θραύσμα δημιουργίας συνομιλεί ευθέως ή πλαγίως με όσα προηγήθηκαν. Την ίδια στιγμή, κάθε τέτοιο θραύσμα δύναται να αποτελέσει την πρώτη επιφάνεια προσγείωσης για τον αναγνώστη.

Τον περασμένο Νοέμβρη, κυκλοφόρησαν οι Μεσοτοιχίες, συνοδευόμενες από τον υπότιτλο Αθέατοι συγκάτοικοι. Με αυτή τη συλλογή κειμένων, μικρών ή μεσαίων διηγημάτων/στιγμιοτύπων/κατόψεων χώρου ολοκληρώνεται μια άτυπη τριλογία που περιστρέφεται γύρω από τους μηχανισμούς της απώλειας στο πέρασμα του χρόνου. Των Μεσοτοιχιών είχαν προηγηθεί: Εξουθένωση. Ντοκιμαντέρ ονείρων (2022) και Αμήν. Προσευχές στο Κενό (2024).

Ο εξοικειωμένος, με το φαϊσικό σύμπαν, αναγνώστης διακρίνει κάποιες σταθερές, με κύρια εκείνη της ενίοτε επαναλαμβανόμενης προλογικής σκηνοθετικής οδηγίας γύρω από τον χωροχρόνο, συνοδευόμενης από απαραίτητες σκηνογραφικές σημειώσεις. 

Παράδειγμα: «Άντρας γύρω στα εβδομήντα, κορίτσι γύρω στα δέκα. Ο άντρας μπροστά στο λάπτοπ, το κορίτσι βλέπει ταινία στην τηλεόραση» ή «Ένα οποιοδήποτε δωμάτιο, οπουδήποτε. Στο κέντρο υπάρχει ένας μικρός τύμβος από παπούτσια». Σε κάθε ένα από τα εκατό δωμάτια, όπως για παράδειγμα: της αγάπης, της εξαφάνισης, του αποτυχημένου, του αφανιστή ιστοριών, του χρόνου, του ντετέκτιβ, των προσευχών, των μετακομίσεων, του λογιστή· ένα μικρό σύμπαν τίθεται σε λειτουργία, ένα ελάχιστο στιγμιότυπο, περιγραφικό ή διαλογικό, ικανό ωστόσο να λειτουργήσει ως η κορυφή του παγόβουνου, παρότι τα κρόσσια με το παρελθόν δεν είναι ορατά, έτσι όπως το δωμάτιο είναι λουσμένο σε ένα εκτυφλωτικό φως ενός προβολέα. Κάθε δωμάτιο, επίσης, γειτνιάζει με τα υπόλοιπα, συνθέτουν όλα μαζί ένα ιδιότυπο συγκρότημα υπαρξιακών δωματίων, ταυτόχρονα αυτόνομα και άρρηκτα συγκοινωνούντα. Αυτή, όμως, είναι η κάτοψη της υπαρξιακής συνθήκης, της γειτνίασης, του εγκιβωτισμού, ακόμη και της παραπλάνησης του ατομικού, του συλλογικού, του φαντασιακού και του ρεαλιστικού, του μέσα και του έξω, του εγώ, του εμείς και του εσείς οι άλλοι, του ονείρου και της γραφειοκρατίας, της κόλασης, της μνήμης, της αμνησίας, του ενθάδε και του επέκεινα.

Η εξοικείωση διόλου δεν επιβάλλει την επανάληψη, τη στείρα και την ανέμπνευστη εκδοχή της, η εξοικείωση με το ανοίκειο της πρόσληψης του κόσμου από τον Φάις ασκεί μια τρομακτική σαγήνη. Τρομακτική η γοητεία, καθώς η επίδρασή της περνά μέσα από κανάλια τρόμου, υπαρξιακής αγωνίας, νεφελωμάτων των οποίων το φιλτράρισμα στο φως δεν είχαμε καν φανταστεί. Αν τα όνειρα τρέφονται από το ασυνείδητο και οι προσευχές ταυτόχρονα από αγωνία και ελπίδα, τα δωμάτια τα ενοικούμε (ή μήπως μας κατοικούν;) βρισκόμαστε εκεί, παρατηρητές και πρωταγωνιστές, αντιμέτωποι παρά τον όποιο ισχυριζόμενο ορθολογισμό με το ανορθολογικό, το ξαφνικό, το αναπάντεχο, το παραισθητικό, το ανεξήγητο. Δωμάτια στα οποία παρότι μόνοι μας, ή σχεδόν μόνοι μας, παρά την αίσθηση οικειότητας και στέρεου, γνώριμου εδάφους, βαθιά μέσα μας γνωρίζουμε καλά πως είναι δωμάτια μεταμορφώσεων, εκδοχές και ομοιώματα άλλων αντίστοιχων δωματίων, αλλά και σε τι βοηθάει άραγε αυτή η διαπίστωση της αέναης ετερότητας...

Παρότι η εμφάνιση του Φάις στα λογοτεχνικά πράγματα, το 1994 με την Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου, ήταν ακριβώς αυτό για το οποίο ο τίτλος προσιδιάζει, ένα μυθιστόρημα αυτοβιογραφικό, αλλά και μεταμοντέρνο, χαρακτηριστικά που δεν έπαψαν να ενυπάρχουν στην περαιτέρω διαδρομή του, ακόμα και όταν η φόρμα μίκραινε ή τα πρόσωπα έμοιαζαν άλλα από το συγγραφικό εγώ, έχω την αίσθηση πως στις Μεσοτοιχίες έχουμε ίσως την πλέον μύχια εκδοχή του δημιουργικού καμβά του Φάις. Μην πάει ωστόσο το μυαλό σας σε μια μοδάτη αυτομυθοπλαστική συνθήκη ή σε μια παραδοσιακή φόρμα αυτοβιογραφίας.

Τα δωμάτια, προείπα, έχουν μια συλλογική, πανανθρώπινη μνήμη, παρά την όποια εσωτερική, μινιμαλιστική σκηνογραφία παρά την όποια φαινομενικά διαφορετική χρήση και βίωση του αφηγηματικού υποκειμένου εντός τους.

Ταυτόχρονα, εκτός από έντονα αυτοβιογραφικές και αυτομυθοπλαστικές, οι Μεσοτοιχίες διαθέτουν μια ιδιότυπη εξωστρέφεια, μια σύνδεση με τον έξω και γύρω ρευστό και δυσοίωνο κόσμο, παρότι αυτός δεν ονοματίζεται, δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια, δεν στριμώχνεται, ο Φάις τα καταφέρνει να μετεωρίζεται σε ένα διπλό ταμπλό: στο μέσα και το έξω, στο από μέσα και το απέξω, αν προτιμάτε, στο εγώ του δημιουργού και το εσύ του αναγνώστη. Ο εγκλωβισμός στις Μεσοτοιχίες υπάρχει, αλλά δεν είναι του δημιουργού που άτεχνα χτίστηκε μέσα στο εύρημά του, αλλά του αναγνώστη, που παρότι παρακολουθεί εκ του μακρόθεν και νιώθοντας ασφαλής μια συνθήκη δωματίου, με όρους αρκούντως θεατρικούς, στην οποία η πόρτα, το παράθυρο, η όποια έξοδος δεν εμφανίζεται ποτέ, νιώθει γνώριμα και οικεία, νιώθει κάποιες στιγμές ένα καθρέφτισμα εαυτού και κόσμου, την αντανάκλασή του.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή)

υγ. Για την Εξουθένωση. Ντοκιμαντέρ ονείρων περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για το Αμήν. Προσευχές στο Κενό εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Όλα τα δέντρα - Μαρία Φακίνου

Η Κλίμακα Μπόγκαρτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια, το πουλί που δεν βλέπει το τζάμι, συγκρούεται και πέφτει νεκρό στα πόδια ενός άντρα, μια σκηνή που συχνά τη σκέφτομαι, για κάποιο λόγο, συνήθως όταν κάθομαι στο λεωφορείο και κοιτάζω έξω την πόλη. Ευχή και κατάρα για το επόμενο βιβλίο, ανυπομονησία να το πιάσεις στα χέρια σου, να το ανοίξεις, να το διαβάσεις, το συγκριτικό πλαίσιο, ωστόσο, είναι κιόλας διαμορφωμένο, αυστηρό.

Στις τελευταίες σκηνές του In the mood for love, ο άντρας ψιθυρίζει το μυστικό του στον κορμό ενός δέντρου, ύστερα φράζει την τρύπα. Στο εξώφυλλο του Όλα τα δέντρα, ένα ζευγάρι χέρια αγκαλιάζουν έναν κορμό.

Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο, κυρίως γιατί, σπάνια συμβαίνει, μεταφέρει το ιδιαίτερο αφηγηματικό κλίμα του βιβλίου, εκτός από την περίληψη της υπόθεσης: «Μια γνωριμία σε ένα πάρτι που θα γίνει φλερτ που θα γίνει μια πτώση που θα γίνει μια σχέση που θα γίνει μια εκδρομή που θα γίνει ένα αρχείο που θα γίνει ένα βιβλίο που θα γίνει ένας τρόπος να σκεφτούμε την επιθυμία, την προσέγγιση και την απόσταση, το χωρισμό, την ανάμνηση, την αφήγηση».

Μέχρι το βράδυ της γνωριμίας το ποτάμι κυλούσε, πότε βάλτωνε και πότε έρεε γάργαρο, πότε βράχοι ανέκοπταν την πορεία, πότε κλίσεις την επιτάχυναν, πότε τσαλαβουτήματα και πότε μακροβούτια, πότε ηλιόλουστο και πότε συννεφιασμένο, πράγματα του ποταμού, όπως και να έχει, της ζωής και του έρωτα, επίσης, πιο πέρα ανοίγεται η θάλασσα, μετά το δέλτα και τα υφάλμυρα ύδατα. Το ποταμόπλοιο, με το έμπειρο πια πλήρωμα, πηγαίνει και έρχεται, μαζί ή σε κόντρα με τη ροή, οι βάρδιες αλλάζουν με το ρολόι, τα λιμάνια περνάν και φεύγουν, το εμπόρευμα αλλάζει, το ποταμόπλοιο αντέχει αρκεί να γίνεται η φόρτωση ισομερώς και με σχέδιο, το φως του προβολέα στο κατάστρωμα σχίζει το σκοτάδι εντείνοντάς το.

Μια ιστορία αγάπης, λοιπόν. Ένα ποτάμι που εγκαταλείφθηκε για ένα άλλο, ένα ποταμόπλοιο που άλλαξε σχέδιο πλεύσης, παρά τη συνήθεια και την ευκολία. Η συνήθεια και η ευκολία, το λεξικό δίνει ορισμούς, όχι συναισθηματικό φορτίο, δεν αναφέρεται σε όρια κόπωσης, πότε η συνήθεια γίνεται ρουτίνα και πότε η ρουτίνα γίνεται ασφυκτική, αυτά το λεξικό δεν τα λέει, δεν λέει επίσης και για παλμούς, για ανατρίχιασμα, για σφιξίματα χαμηλά στο στομάχι, το λεξικό δεν λέει για την παγίδα, τον εγκλωβισμό, την παραίτηση, την ηττοπάθεια, το έτσι είναι. Μέχρι το βράδυ της γνωριμίας αυτά.

Ο έρωτας και τα κλισέ του, θα σκεφτείς. Η γραφή και τα κλισέ της, επίσης. Το διάβασμα και τα κλισέ του, επίσης. Πάμε για μια σειρά από κλισέ: σημασία δεν έχει το τι αλλά το πώς της γραφής, πάντα θα υπάρχει χώρος για ακόμα μια ιστορία αγάπης, το βίωμα και το κοινό έδαφος ανάμεσα σε συγγραφέα και αναγνώστη, η ιδιωτικότητα και η ομοιομορφία, η συγχρονία και η σημασία της, να μερικά από δαύτα.

Ο έρωτας και τα κλισέ του, θα σκεφτείς, το μεγαλύτερο κλισέ το συναίσθημα πως κάθε έρωτας για το υποκείμενό του είναι ξεχωριστός, παρά τα κλισέ, ενίοτε δεν τα βλέπει, δεν τα διακρίνει. Ούτε εμείς τα βλέπουμε, ούτε τα διακρίνουμε, να ακόμα ένα κλισέ, όχι σε σχέση με εμάς, στους άλλους όχι μόνο τα βλέπουμε, όχι μόνο τα διακρίνουμε, αλλά τα βαριόμαστε πια, όπως όλα των άλλων, έτσι κι αυτό.

Κλισέ ακόμα και η περιβόητη πολυσημία, οι άπειρες εκδοχές της χρωματικής διακύμανσης της ανθρώπινης εμπειρίας. Κλισέ και πως ο έρωτας μόνο μπορεί να πλήξει την απομάγευση, να της επιφέρει ένα οδυνηρό πλήγμα, να προσφέρει μια συνθήκη εξαίρεσης στην εμπειρία, κλισέ στο οποίο η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, καταφεύγει από αρχαιοτάτων χρόνων.

Τα κλισέ, όπως όλα τα πράγματα, καταρρέουν, αργά ή γρήγορα, από το ίδιο τους το βάρος. Κάθε στερεοτυπική μονοσημία βάλλεται από το βίωμα, την ενέργεια της ανάγνωσης, στην προκειμένη περίπτωση. Αυτή είναι η ιστορία ενός έρωτα, ενός ακόμα έρωτα, θα σκεφτείς και δύο δρόμοι θα διαφανούν, το ναι και το όχι της ανάγνωσης.

Η Φακίνου γράφει με ένα τρόπο που, χωρίς να ξέρω να το υποστηρίξω θεωρητικά, τον αισθάνομαι ως μια πύκνωση λεπτομερειών. Η Φακίνου, ο αφηγηματικός της τρόπος, καταφέρνει αυτό το συχνά αταίριαστο ζεύγος να το καταστήσει κάτι παραπάνω από απλώς λειτουργικό, γοητευτικό ή μαγνητικό, σκέφτομαι ως εναλλακτικό χαρακτηρισμό, εκεί που πια δεν σκέφτεσαι με διλήμματα με ενδιαφέρει δεν με ενδιαφέρει, εκεί που πια έχεις απομακρυνθεί από το ακόμα μια ιστορία αγάπης, εκεί που πια ελάχιστα σε ενδιαφέρει αν η ιστορία είναι πραγματική, επιμέρους ή καθολικά, ή μυθοπλαστική, επιμέρους ή καθολικά, γιατί, τι υπέροχο κλισέ, αυτό δεν έχει κανένα νόημα τελικά, ποτέ δεν είχε έξω από την επικράτεια του κοινού, αγαπημένου και προσφιλούς κουτσομπολιού, έξω και πέρα από την ανάγνωση λογοτεχνίας.

Εκτός από λεπτομέρειες, η γραφή της Φακίνου έχει και επαναληπτικά μοτίβα, μικρές φράσεις που επανέρχονται, σκηνικά που υποδέχονται ξανά και ξανά τη δράση, τα πρόσωπα ίδια μα διαφορετικά, για τα ποτάμια τα έλεγε και ο Ηράκλειτος. Επαναληπτικά μοτίβα που δίνουν έναν εσωτερικό ρυθμό στην αφήγηση, λειτουργούν ως ένα σύνολο οστών πέριξ και επί των οποίων η ιστορία συμβαίνει. Η ιστορία αυτού του έρωτα δεν πραγματώνεται εν κενώ, αποκομμένη από ό,τι άλλο συμβαίνει, είναι η συγχρονία στην οποία αναφέρθηκα απαριθμώντας κλισέ παραπάνω, η Αθήνα των τελευταίων χρόνων, της πανδημίας, της δολοφονίας στις ράγες του σιδηροδρόμου, της παρατεταμένης κρίσης, της εργασιακής επισφάλειας, της συναισθηματικής απομόνωσης, αποστείρωσης, της ψηφιακής εγγύτητας, της ετεροντροπής, της ενοχής του προνομίου, ακόμα και του πλέον ελάχιστου. Η συγχρονία δεν πραγματώνεται βεβιασμένα, δεν τοποθετούνται τα τοπόσημα απλά για να τοποθετηθούν, δεν λαμβάνουν διαστάσεις υπερβολικές. Η συγχρονία, βλέπετε, έχει (κυρίως) να κάνει από τον τρόπο με τον οποίο κινούμαστε εντός της, από το ίδιο το γεγονός της κίνησης ίσως, από το γεγονός πως παρ' όλο που, εμείς συνεχίζουμε.

Ο έρωτας πλήττει ποικιλοτρόπως την απομάγευση. Η ματιά της συγγραφέα, επίσης. Η ματιά της συγγραφέα εντός του ερωτικού πλαισίου επιτρέπει στις λεπτομέρειες να αναδυθούν, επιβραδύνει τον χρόνο, επιμένει με ένα πείσμα που ολοένα και χάνεται, το ιδιωτικό καθίσταται απαραίτητο, το ξένο ιδιωτικό δοκιμάζει το υποκειμενικό αντίστοιχό του.

Ο τρόπος της Φακίνου, ο πλήρης και οικειοποιημένος αβίαστα έλεγχος επί της επιτήδευσης στη σύνταξη συγκεκριμένα, λειτουργεί σε διάφορα επίπεδα πέραν της ίδιας της κατασκευής, λειτουργεί, θα έλεγα, και ως ένας πομπός και δέκτης του συναισθήματος, ένα φίλτρο που επιτρέπει στο συναίσθημα να είναι ποικίλο και σύνθετο, άρα ρεαλιστικό, αληθοφανές και οικείο, επιτρέπει τη ροή, τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις, το ταυτόχρονο, το αντιστικτικό, τη λογική και το συναίσθημα, τον έλεγχο και την απώλειά του, την αποτύπωση ενός μονόδρομου, παρά τις τόσες παρακαμπτηρίους, τη λούπα και τα κλισέ, τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η βίωση και η εκ των υστέρων επεξεργασία, εκεί φωλιάζει, ως αίσθηση περισσότερο και όχι ως βεβαιότητα, το γιατί της γραφής και από εκεί πηγάζει το γιατί της ανάγνωσης, εκεί εντοπίζεται και η έλξη που ακόμα μια ιστορία αγάπης προκαλεί, ενάντια σε προγνωστικά και αυθαίρετους ορίζοντες προσδοκιών, ένας ανακλαστήρας που αποτυπώνει το από πού και το προς τα πού του βλέμματος.

υγ. Για την Κλίμακα Μπόγκαρτ περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Εκδόσεις Αντίποδες

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Οι κοπέλες της Παρασκευής

Έρχονται Παρασκευή, μετά τη δουλειά, η εβδομάδα έχει περάσει από πάνω τους τρένο, τα νιώθεις στο βλέμμα τους, τα μεταφορικά, τα υπερωριακά, τα αναπάντεχα, τα σεξιστικά, τα αξιολογητικά, τα ραντεβού, τα νούμερα, τα νούμερα, τα νούμερα, τα ίδια και τα ίδια, η ζαλάδα της πυγμάχου που κατεβαίνει από το ρινγκ, που δεν θυμάται αν σήκωσαν ψηλά το δικό της χέρι, αν αυτό που τρέχει είναι ιδρώτας ή αίμα, στον δρόμο για το σπίτι, επιτέλους, σταματούν στο βιβλιοπωλείο, είναι από τριάντα μέχρι σαράντα πέντε, συνήθως, με το βλέμμα αναζητούν το γατί, γυρεύουν ένα βιβλίο, όχι, όχι για δώρο, απαντούν, πληρώνουν και παίρνουν την τσάντα, χαιρετούν, κατευθύνονται στην έξοδο, μένουν κάποια βήματα για να ολοκληρωθεί η επιστροφή, κλείνουν την πόρτα πίσω τους, η επιθυμία τού δευτεριάτικου πρωινού εκπληρώθηκε, ο ορίζοντας σίμωσε, το κεφάλι αναδύθηκε, μια ανάσα βαθιά, λίγο πριν σκάσουν.

Τις φαντάζομαι.

Έχουν ένα πλάνο κατά νου, να βγάλουν τα παπούτσια, άτακτα να προσγειωθούν εκείνα, να παραγγείλουν κόμφορτ φουντ από κάποια εφαρμογή ή απλά να αφήσουν στο τραπέζι το τάπερ με το μεσημεριανό, να περιμαζέψουν λίγο το χάος, αν και σύντομα θα παραδοθούν στο ανέφικτο του πλάνου, να βάλουν μουσική, ποτέ τηλεόραση, να ανοίξουν την πόρτα οι πρώτες, να χαρίσουν ένα τελευταίο χαμόγελο ή όχι, πουρμπουάρ σίγουρα, να αφήσουν τη σακούλα στον πάγκο της κουζίνας, όλες τους να κάνουν ένα καυτό ντους, να στεγνώσουν όπως όπως, να βάλουν πιτζάμες, να χωθούν στον καναπέ, να φάνε, στην αρχή με βουλιμία, αργότερα σχεδόν διεκπεραιωτικά, κάποιες βάζουν και ένα ποτήρι κρασί, άλλες ανάβουν και ένα τσιγάρο, οι συσκευασίες ισορροπούν στο τραπεζάκι μπροστά τους, σκρολάρισμα στο κινητό από κεκτημένη ταχύτητα, λίγο ή περισσότερο φόμο, πολλή κούραση, δεν μπορούν να σκεφτούν καθαρά, οδηγίες για αυτοφροντίδα σε ριλς, κατεβάζουν το μενού, ενεργοποιούν το αεροπλανάκι, πετάνε το κινητό κάπου δίπλα στις συσκευασίες ή ανάμεσα στις μάλλινες πτυχώσεις της κουβέρτας, είναι Παρασκευή βράδυ, πάλι, κάνε να είναι το βιβλίο καλό και τη Δευτέρα βλέπουμε, φόκο όλα ή ακόμα μια βδομάδα.