Δευτέρα 29 Ιουλίου 2024

Τα δέντρα - Percival Everett

Λαχταρούσα πώς και τι την κυκλοφορία αυτή. Ο Έβερετ είναι ένας από τους πλέον αγαπημένους μου συγγραφείς και όταν οι εκδόσεις Πόλις σταμάτησαν να εκδίδουν τα έργα του, ήδη κάποια από τα προηγούμενα, αν όχι όλα, είναι από καιρό εξαντλημένα, στεναχωρήθηκα πολύ. Η είδηση πως ένα μυθιστόρημα του Αφροαμερικανού συγγραφέα θα εντασσόταν στη σειρά Aldina των εκδόσεων Gutenberg με έκανε να αναθαρρήσω. Ο όποιος αναγνωστικός προγραμματισμός πήγε περίπατο μόλις έπιασα στα χέρια μου Τα δέντρα, πώς αλλιώς.

Το έργο τού Έβερετ, το μεταφρασμένο στα ελληνικά τουλάχιστον, διαθέτει ένα ιδιαίτερα πολυποίκιλο χαρακτήρα, δεν γράφει, θέλω να πω, ξανά και ξανά το ίδιο βιβλίο, ούτε καν ειδολογικά, κινούμενος με χάρη ανάμεσα σε διάφορα λογοτεχνικά παρακλάδια, αλλά και ανάμεσα στα ρεύματα και τις υφές της γραφής, με τη βία, ωστόσο, να είναι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, λιγότερο ή περισσότερο εμφανώς, στο επίκεντρο. Έτσι, κάθε φορά είναι κατά μία έννοια μια έκπληξη. Τα δέντρα δεν θα μπορούσαν να αποτελούν εξαίρεση.

Μια σκληρή δολοφονία ενός λευκού ρατσιστή στο Χρήμα του Μισισίπι θα αποτελέσει την αρχή από μια σειρά δολοφονιών λευκών από άκρη σε άκρη της χώρας υπό την προεδρία Τραμπ. Ένα κοινό μοτίβο επαναλαμβάνεται: υπερβολική βία, ξερίζωμα των όρχεων και ένα ακόμα πτώμα μη λευκού άντρα το οποίο λίγο αργότερα εξαφανίζεται από το νεκροτομείο.

Έχουμε, λοιπόν, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, αστυνομικοί, άλλωστε, από διάφορες υπηρεσίες ασχολούνται με τη διαλεύκανση των δολοφονιών, με μια εσάνς μεταφυσικού χαρακτήρα και ένα ξεκάθαρο πολιτικό υπόβαθρο. Ένα παράδοξο άθροισμα συστατικών, που από μόνο του μόνο αναγνωστικές επιφυλάξεις θα μου γεννούσε, ευρήματα με χαρακτήρα πυροτεχνήματος και απόπειρα λάθος εντυπωσιασμού, όχι λογοτεχνικού, τουλάχιστον. Ωστόσο, όταν τα γκέμια τα κρατάει ένας συγγραφέας του επιπέδου και της χαμαιλεόντιας ταυτότητας του Έβερετ, τότε ναι, θέλω να διαβάσω το βιβλίο αυτό και μάλιστα με προσδοκίες υψηλές.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες θυμήθηκα ένα πολύ καλό μυθιστόρημα που αναγνωρίστηκε χρόνια μετά την κυκλοφορία του και εκδόθηκε πριν λίγα χρόνια και στα ελληνικά, χωρίς να γνωρίσει, δυστυχώς, κάποια σπουδαία υποδοχή. Αναφέρομαι στο Ένας διαφορετικός τυμπανιστής του Γουίλιαμ Μέλβιν Κέλι (μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδόσεις Μεταίχμιο), εκεί όπου ξαφνικά μια μέρα οι μαύροι κάτοικοι μιας φανταστικής πολιτείας του αμερικανικού νότου αποφασίζουν να την εγκαταλείψουν μαζικά, αφήνοντας πίσω τους απορημένους τούς λευκούς.

Η Μαμά Ζήτα, ένας αρχικά δευτερεύων χαρακτήρας, πάνω από εκατό ετών, έχει, με περισσή υπομονή και επιμονή, αρχειοθετήσει όλες τις περιπτώσεις λιντσαρίσματος μαύρων από λευκούς, αρχίζοντας από τον ίδιο της τον πατέρα που δολοφονήθηκε χωρίς να αποδοθεί ποτέ δικαιοσύνη. Ένα αρχείο φρίκης, όμοιο με το κεφάλαιο με τις γυναικοκτονίες στο 2666 του Ρομπέρτο Μπολάνιο, ένα ιστορικό ντοκουμέντο μιας γενοκτονίας κρυμμένης και απλωμένης καλά μέσα στα χρόνια, όταν η δικαιοσύνη και η ισότητα είχαν, θεωρητικά πάντα, θεσμοθετηθεί, όταν, θεωρητικά πάντα, ομάδες όπως η Κου Κλουξ Κλαν είχαν επιχειρησιακά ατονήσει. Γύρω από το αρχείο αυτό περιστρέφεται το μυθιστόρημα.

Η γραφή του Έβερετ διακρίνεται για το χαμηλό της βαρομετρικό, την αποφυγή φωνασκίας και κραυγών, την πολιτική διάσταση χωρίς να την κοκορεύεται, για την αυτοπεποίθηση που ο καλός γραφιάς νιώθει, για τις ξεκάθαρες επιδιώξεις του, για την αποδοχή, κυρίως αυτό, πως αυτή η χαμηλόφωνη λογοτεχνία ίσως και να περάσει απαρατήρητη από το κυρίως σώμα του αναγνωστικού κοινού αλλά και των κριτικών, σε μια εποχή που η ανάγκη για τράβηγμα της προσοχή βασιλεύει.

Διαθέτει, επίσης, και την αίσθηση πως ανάμεσα στις σελίδες του εκάστοτε μυθιστορήματός του βρίσκεται κανείς σε ένα καλοσχηματισμένο λογοτεχνικό περιβάλλον, η ησυχία της καλής λογοτεχνίας επικρατεί σε αντίστιξη με το ανησυχαστικό κοινωνικοπολιτικό υπόβαθρο, οι σελίδες γυρίζουν γρήγορα αν και όχι αβίαστα, ο Έβερετ δεν φιλοδοξεί να πει κάτι που ο μέσος αναγνώστης δεν γνωρίζει, πως οι μειονότητες στην Αμερική, αλλά και αλλού, καθημερινά δολοφονούνται, καθημερινά δεν μπορούν να αναπνεύσουν, παρά τις εκστρατείες πως η μαύρη ζωή αξίζει, τι υποκρισία. Εδώ, περισσότερο από τα άλλα βιβλία του, καταφέρνει κάτι σπουδαίο: να κάνει λογοτεχνία το διαχρονικό αίσθημα της μη απόδοσης δικαιοσύνης και, επαναλαμβάνω, χωρίς φωνασκίες και κραυγές, χωρίς να επιθυμεί κάποιου είδους άγονη και ξεπερασμένη πια στράτευση.

Ο φόβος που νιώθουν οι μη φυλετικά προνομιούχοι, ο φόβος για την ίδια τους τη ζωή, αντιστρέφεται, περνά στο απέναντι στρατόπεδο, αυτό που, θαρρείς, ήταν ένα γονιδιακό χαρακτηριστικό, σύμφυτο της μη λευκής καταγωγής, παύει να είναι τέτοιο, αλλά γίνεται ξανά αυτό που πάντα ήταν, κάτι το επίκτητο, αποτέλεσμα της κοινωνικής, και πολιτικοοικονομικής βέβαια, κατασκευής. Πώς θα ήταν, μοιάζει να αναρωτιέται ο Έβερετ, αν και εμείς οι λευκοί φοβόμασταν; Και δεν αναφέρεται στον φόβο που οι ρατσιστές ισχυρίζονται πως τους διακατέχει εντός πολυφυλετικών κοινωνιών, που μόνο απώλεια προνομίου ζέχνει.

Ο συγγραφέας ξέρει καλά πως δεν κάνει κάποια πρωτοπορία, δεν φέρει κάτι που ανανεώνει ούτε τη λογοτεχνία αλλά ούτε και την κοινωνιολογία, προσθέτει απλώς τη φωνή του σε μια σειρά από φωνές, οι περισσότερες εκ των οποίων δεν ακούστηκαν ποτέ. Παρότι χρησιμοποιεί την αστυνομική και μεταφυσική διάσταση της πλοκής ως όχημα, δεν τις παραμελεί, με αποτέλεσμα Τα δέντρα να διακρίνονται από το απαιτούμενο σασπένς και τον γρήγορο αφηγηματικό ρυθμό, αλλά, στοχεύοντας σε κάτι άλλο, έξω από τους ειδολογικούς περιορισμούς, δεν εξωθείται σε μια σειρά από ανατροπές και ευρήματα, ώστε να παραπλανήσει τον αναγνώστη. Γράφοντας αυτό θυμήθηκα ένα ακόμα καλό βιβλίο, το Εξ αίματος της Οκτάβια Μπάτλερ (μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής, εκδόσεις Αίολος), όπου το εύρημα του ταξιδιού στον χρόνο απλώνει τον απαραίτητο χώρο για την κοινωνικοπολιτική διάσταση του μυθιστορήματος, επίσης χωρίς φωνασκίες και κραυγές.

Σκέφτομαι την ανάγκη ενός ευρήματος στη μαύρη λογοτεχνία στην οποία αναφέρομαι παραπάνω, σκέφτομαι, λοιπόν, πως ίσως είναι απαραίτητο εξαιτίας της παγιωμένης συνθήκης της μη δικαιοσύνης, ένα μονοπάτι που κόβοντας δρόμο οδηγεί ξανά και ξανά στο διόλου ακίνδυνο κλισέ, ίσως για να αποφύγει την πρώτη γραμμή άμυνας της κυρίαρχης λογοτεχνίας που θα σπεύσει να πει: πάλι τα ίδια θα μας πείτε, πάλι για τα ίδια θα μας πείτε, πάνε όλα αυτά, πέρασαν. Που σε δεύτερη γραμμή άμυνας δεν θα ντραπούν να μιλήσουν για το προνόμιο του να μην είσαι λευκός στη λογοτεχνία, πως αυτό, μαζί με το φεμινιστικό, κουήρ, μεταποικιακό είναι που πουλάνε πια. Και η αμέσως επόμενη γραμμή θα ουρλιάζει: δεν είναι καλή λογοτεχνία αυτό, γράψε καλή λογοτεχνία και ύστερα μίλα μου για ό,τι θες. Και είναι, τάχα μου, πρωτότυπο πώς γίνεται πάντα και ένας λευκός στρέητ άντρας τα έχει καταφέρει καλύτερα.

Παρασύρθηκα σε φωνές, συγγνώμη Πέρσιβαλ.

υγ. Για το Ένας διαφορετικός τυμπανιστής περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Εξ αίματος εδώ. Για τα βιβλία του Έβερετ που προηγήθηκαν: Αμερικάνικη έρημος (εδώ), Το σβήσιμο (εδώ), Πληγωμένοι (εδώ) και Η θεραπεία του νερού (εδώ).

Μετάφραση Πάνος Τομαράς
Εκδόσεις Gutenberg  

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2024

Τέκνα, Γονείς και Χιμπατζήδες - Jon Bilbao

Οι καλαίσθητες εκδόσεις Carnívora, εξειδικευμένες στην ισπανόφωνη λογοτεχνία και κυρίως στην σκοτεινή της πλευρά, σύστησαν πρόσφατα στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό μια ακόμα ενδιαφέρουσα λογοτεχνική φωνή, τον γεννημένο το 1972 Γιον Μπιλμπάο, μέσα από το μυθιστόρημα Τέκνα, Γονείς και Χιμπατζήδες.

Ο Γιοάνες, ικανοποιώντας το καπρίτσιο του πεθερού του, βρίσκεται στο Μεξικό με τη σύζυγο και την κόρη τους για τον γάμο του ηλικιωμένου ζωγράφου με μια νεαρή γυναίκα. Όλα κυλούσαν αναμενόμενα βαρετά και οικογενειακά, όταν η προειδοποίηση για έναν επικείμενο τυφώνα έθεσε σε συναγερμό τις τοπικές αρχές με τη σύσταση για καταφυγή στην ενδοχώρα να είναι ισχυρή. Ενώ ετοιμάζουν τα πράγματά τους, ο πεθερός του θα επιμείνει για μια επίσκεψη των δυο τους στο χαμάμ τού υπό εγκατάλειψη ξενοδοχείου. Αργότερα, έχοντας εκπληρώσει και αυτή την υποχρέωση, ο Γιοάνες θα κάνει μια βόλτα με το αυτοκίνητο και επιστρέφοντας στο δωμάτιο θα επιμείνει να παραμείνει για να διευθετήσει κάποιες αναπάντεχες επαγγελματικές υποχρεώσεις. Οι υπόλοιποι αναχωρούν και εκείνος μένει μόνος στο άδειο πια ξενοδοχείο. Την επόμενη μέρα το πρωί θα ξεκινήσει για να τους συναντήσει. Η κυρίως πλοκή του μυθιστορήματος πυροδοτείται από μια σειρά απροόπτων στη διαδρομή αυτή.

Για την αναγνωστική πρόσληψη και την κατανόηση των συγγραφικών προθέσεων, έχει ενδιαφέρον η εξής θέση του Μπιλμπάο: «Μια ιστορία μου αρέσει όταν σε κάνει να νιώθεις σαν να έχεις πάει στην παραλία, το νερό σου φτάνει μέχρι τους αστραγάλους, να αισθάνεσαι ασφαλής και ξάφνου ν' ανοίγει μια τρύπα μπροστά σου και να βυθίζεσαι». Το Τέκνα, Γονείς και Χιμπατζήδες ακολουθεί αυτό ακριβώς το μονοπάτι. Μια ιστορία που αρχίζει κάπως χαλαρά και διαθέτει κάποια στοιχεία μάλλον κωμικά, γεμάτη καθώς είναι από γνώριμες οικογενειακές στιγμές αποπληξίας, εξελίσσεται σ' ένα θρίλερ επιβίωσης, εκεί όπου το ένστικτο της αυτοσυντήρησης έρχεται να αναλάβει πρωτεύοντα ρόλο, χωρίς τίποτα να προϊδεάζει για τα όσα θα ακολουθήσουν οδεύοντας προς τις απανωτές εκρήξεις στο φινάλε της αφήγησης. Η δίνη που θα δημιουργηθεί θα φέρει στην επιφάνεια συμβάντα, τραύματα και απωθημένα του παρελθόντος, λογαριασμούς που δεν ικανοποιήθηκαν ποτέ, αλλά καταχωνιάστηκαν βιαστικά και τσαπατσούλικα, καθώς η ζωή συνεχιζόταν, αποπροσανατολίζοντας και δημιουργώντας νέες προκλήσεις.

Η ανάγνωση επιβεβαιώνει, έστω και υποκειμενικά, αν όχι αυθαίρετα, την πεποίθηση πως ο συγγραφέας ικανοποίησε τις αρχικές του επιδιώξεις, πως η ιστορία, ή καλύτερα ο τρόπος που ο Μπιλμπάο επέλεξε να αφηγηθεί την ιστορία αυτή ήταν ο ενδεδειγμένος. Έτσι, η εξέλιξη της πλοκής, παρά τον παράλογο χαρακτήρα της, δεν ξενίζει τον αναγνώστη, που καθηλωμένος αφήνεται στα χέρια του παντογνώστη αφηγητή να τον οδηγήσει προς τις τελευταίες σελίδες. Ο συγγραφέας πετυχαίνει να ξεπεράσει δύο επικίνδυνους σκοπέλους: πρώτα, εκείνο των ευρημάτων και των ανατροπών, καθιστώντας τα λειτουργικά και απαραίτητα για την αφήγηση εργαλεία, και ακολούθως, εκείνο της ευκολίας στο γύρισμα των σελίδων, μετατρέποντάς το σε πλεονέκτημα, χωρίς να προβαίνει σε λογοτεχνικές εκπτώσεις. Ο Μπιλμπάο διατηρεί μέχρι τέλους τον πλήρη έλεγχο, χτίζει με υπομονή την κορύφωση, ποντάρει επιτυχώς μεγάλο μέρος της προσπάθειάς του στην καλλιέργεια της ολοένα και πιο ασφυκτικής συνθήκης, οδηγεί αργά και βασανιστικά τον Γιοάνες, αλλά και τον αναγνώστη, στην τρύπα που ανοίγεται μπροστά του.

Η απόσταση που διατηρεί ο παντογνώστης αφηγητής είναι τέτοια που του επιτρέπει την αποστασιοποίηση, την αποφυγή της κρίσης, της ηθικολογίας και του διδακτισμού, απαλλάσσοντας την ιστορία από περιττά βάρη και ευκολίες, υπηρετώντας με συνέπεια τον ρόλο του, επιτρέποντας στον αναγνώστη να έχει απρόσκοπτη θέα στην απανθρωποίηση των προσώπων. Η αβίαστη ύπαρξη, μοιάζει να ισχυρίζεται ο Μπιλμπάο, δεν αποτελεί το κατάλληλο έδαφος για την αποκάλυψη των καλά κρυμμένων πίσω από τις κοινωνικές συμβάσεις ζοφερών συστατικών που διαχωρίζουν τον άνθρωπο από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο, ένα αναπάντεχο συμβάν είναι ωστόσο αρκετό για τον πλήρη εκτροχιασμό.

Αν και η επιρροή του Σιμενόν, για τον τρόπο με τον οποίο οι ήρωές του, που μάλλον τίποτα το ηρωικό δεν διαθέτουν, εγκλωβίζονται και αυτό τους οδηγεί στα πιο σκοτεινά κομμάτια του εαυτού τους, μέρη τα οποία ακόμα και οι ίδιοι αγνοούσαν την ύπαρξή τους, είναι ορατή, ήταν τελικά το Τέκνο του θεού του Κόρμακ ΜακΚάρθυ εκείνο που μου ήρθε στον νου διαβάζοντας αυτό το καλό μυθιστόρημα.

υγ. Για το Τέκνο του θεού περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υγ.2 Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών.
 
Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2024

Νικήτρια σκόνη - Κώστας Καλτσάς

Ανέμενα αυτό το βιβλίο με προσδοκίες και επιφυλάξεις. Υπήρξε για καιρό ένα κοινό και ευρέως διαδεδομένο στη βιβλιοφιλική κοινότητα μυστικό, η Νικήτρια σκόνη, ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε στα αγγλικά ως διδακτορική διατριβή στη Δημιουργική Γραφή και αναζητούσε τον δρόμο της έκδοσης, από έναν συγγραφέα συνώνυμο του τρομερού (ανα-)γνώστη της λογοτεχνίας και της θεωρίας της, που μεταξύ άλλων έχει αναλάβει και τη μετάφραση του magnus opus του τεράστιου Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Infinite jest. Ο λόγος φυσικά για τον Κώστα Καλτσά.

Και αν οι προσδοκίες με συνέπεια απορρέουν από τα στοιχεία ταυτότητας του συγγραφέα, οι επιφυλάξεις είχαν να κάνουν με δύο σκέλη. Πρώτο εκείνο της ακαδημαϊκής κατασκευής, αν δηλαδή μπορεί να σταθεί λογοτεχνικά ένα μυθιστόρημα που υποβλήθηκε ως πρόταση για την εκπόνηση μιας διατριβής, αν η αναπόφευκτη εγκεφαλικότητα θα σημάδευε την αναγνωστική εμπειρία. Δεύτερο, εκείνο του περιεχομένου. Ακόμα ένα βιβλίο για τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο, τι θα μπορούσε άραγε να προσθέσει στην ήδη πλούσια λογοτεχνική βιβλιογραφία, αλλά και η πρόσφατη ιστορία, το καλοκαίρι του δημοψηφίσματος, πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει η ελάχιστη περίοδος που μεσολάβησε έκτοτε, πόσο καλά χωνεμένη θα αποδεικνυόταν.

Ο Καλτσάς πετυχαίνει να αντιστρέψει τον προβληματισμό σε αναγνωστικό θαυμασμό, υπενθυμίζοντας έμμεσα πως ακόμα και το πιο κοινότοπο θέμα μιας εθνικής λογοτεχνίας στα χέρια ενός ικανού γραφιά δύναται να μετατραπεί σε απόλαυση. Ο τίτλος, δάνειο από το ανυπέρβλητο Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ του Φόκνερ, εκτός από εμπνευσμένος αποδεικνύεται άκρως ταιριαστός έτσι όπως αποτυπώνει το πνεύμα που διαπνέει το σύνολο των σελίδων αυτού του ολοκληρωμένου μυθιστορήματος. Ο Καλτσάς χρησιμοποιεί ένα σύνηθες αφηγηματικό εργαλείο, επικεντρώνεται στην ατομική ιστορία μιας οικογένειας για να συνθέσει παράλληλα και ταυτόχρονα τη μεγάλη εικόνα. Το τραύμα, οι ήττες και η σιωπή κυριαρχούν, πώς αλλιώς, όταν μιλάμε για τη νεότερη ελληνική ιστορία, ενώ ταυτόχρονα δοκιμάζονται από την άρνηση των επόμενων γενιών να εμπλακούν προσωπικά, να θεωρήσουν την ιστορία των προγόνων τους δική τους ιστορία, αναζητώντας εαυτούς σε αυτή.

Χωρισμένο ευφυώς σε τρία κεφάλαια –τα Δεκεμβριανά, το καλοκαίρι του 1995 και την παραμονή του δημοψηφίσματος– το μυθιστόρημα διατρέχει μια περίοδο εβδομήντα χρόνων. Είναι η απόπειρα του Μιχάλη Ξενίδη να συνθέσει και να αφηγηθεί την ιστορία του πατέρα του, απόπειρα που κληροδοτείται, ως προθανάτια επιθυμία,  στον γιο του, Αντρέα. Ένα τεράστιο και υπό διαμόρφωση αρχείο έρευνας ενός ερασιτέχνη που, με έντονη την αγωνία, επιχειρεί να μπει στα παπούτσια του ιστορικού, μεταβιβάζεται στον επαγγελματία ερευνητή γιο, που εδώ και χρόνια ζει στο εξωτερικό. Και στις δύο απόπειρες, οι επίδοξοι συγγραφείς επιδιώκουν την άπιαστη αντικειμενικότητα, την όσο το δυνατόν πληρέστερη τεκμηρίωση, που ελπίζουν να δώσει φωνή και περιεχόμενο σε όσα διαδραματίστηκαν, προσδοκώντας, έστω και ασυνείδητα, να λάβουν απαντήσεις για το ποιοι είναι οι ίδιοι, από τι υλικό και συνθήκες είναι φτιαγμένοι.

Ο Καλτσάς έχει την απαραίτητη οξυδέρκεια να υπηρετήσει αφηγηματικά την ιστορία του, αποφεύγοντας να καταφύγει με βουλιμία στην υπερεπαρκή θεωρητική σκευή και διαφεύγει πλήρως του ορατού ενδεχομένου να αποπειραθεί να εντυπωσιάσει τεχνικά με τρόπο αταίριαστο και εις βάρος του ίδιου του μυθιστορήματος. Αυτό δεν σημαίνει πως ακολουθεί το πλέον συμβατό αφηγηματικό μονοπάτι, θέτοντας εξ αρχής τον πήχη ιδιαιτέρως ψηλά, με έντονα παρούσα τη συγγραφική φιλοδοξία, πήχη που καταφέρνει με άνεση να υπερκεράσει προς ενθουσιώδη ικανοποίηση του αναγνώστη. Η αφηγηματική σύνθεση του μυθιστορήματος προσιδιάζει, αν και κάπως λοξά, στην κατασκευή μιας ακαδημαϊκής εργασίας, όχι μόνο επειδή στηρίζεται κατά ένα μεγάλο της μέρος στην έρευνα και τις πηγές, αλλά και ως προς την ίδια της τη φύση, τον εκρηκτικό συνδυασμό προσωπικής και επιστημονικής εμμονής. Ωστόσο, εκείνο που την καθιστά λογοτεχνία είναι το συναίσθημα αγωνίας και υποχρέωσης που διαπνέει τους δυο τους, καθώς επιχειρούν να αφηγηθούν μια προσωπική ιστορία αφαιρώντας τον αναπόφευκτο υποκειμενισμό, εκκινώντας από μια μεταχρονολογημένη αφετηρία, αυτή η ιστορία πρέπει να ειπωθεί για όλους τους λόγους του κόσμου τους.

Στη Νικήτρια σκόνη υπάρχουν κάποιες –αρκετές– σελίδες πολύ υψηλής λογοτεχνικής στάθμης, με αποκορύφωμα όσες αφιερώνονται στην Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου του 1944, και το αιματοκύλισμα της συγκέντρωσης στην πλατεία Συντάγματος. Αυτό δεν είναι ένα ακόμα μυθιστόρημα για την περίοδο εκείνη, ο Καλτσάς, με την αγαστή συνεργασία του Γιώργου Μαραγκού στη μετάφραση, υπογράφει ένα εκκωφαντικής αρτιότητας και απόλαυσης λογοτεχνικό έργο.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ανοιχτό βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών.

Μετάφραση Γιώργος Μαραγκός
Εκδόσεις Ψυχογιός

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2024

Καιρός - Jenny Erpenbeck

Η Τζέννυ Έρπενμπεκ, γεννημένη το 1967 στην Ανατολική Γερμανία, είναι ιδιαιτέρως αγαπητή στη χώρα μας και το όνομά της συχνά ψιθυρίζεται ως ευχή κάθε που η απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας πλησιάζει. Στις 21 Μαΐου 2024 το μυθιστόρημά της Καιρός και η αγγλική του μετάφραση τιμήθηκαν με το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ. Λίγο αργότερα, πάντοτε σε μεταφραστική φροντίδα του Αλέξανδρου Κυπριώτη, κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Αυτή είναι μια ερωτική ιστορία. Βερολίνο, Ιούλιος 1986. Μια ξαφνική μπόρα και μια σειρά από λοιπές, εν πολλοίς αδιόρατες, μικροσυμπτώσεις θα φέρουν τη δεκαεννιάχρονη Καταρίνα και τον πενηντατριάχρονο συγγραφέα Χανς στο ίδιο λεωφορείο. Έτσι θα ξεκινήσει η σχέση τους. Όταν εκείνος θα πεθάνει, χρόνια μετά, η Καταρίνα θα είναι χιλιόμετρα μακριά, δεν θα τηρήσει την υπόσχεσή της να παραβρεθεί στην κηδεία του. Έξι μήνες μετά μια γυναίκα θα παραδώσει στο σπίτι της Καταρίνα δύο κούτες, δύο μαύρα κουτιά της σχέσης τους, εκείνη, μαζί με δικά της αναμνηστικά φυλαγμένα σε μια βαλίτσα, θα τα ανασύρει, ο τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής θα μεσολαβήσει στην ανασύσταση της ιστορίας τους.

Ένα βασικό, αν όχι το κυρίαρχο, συστατικό της εργογραφίας της Έρπενμπεκ είναι ο πολιτικός και ιστορικός χαρακτήρας ως περιβάλλον εντός του οποίου διαδραματίζεται η εκάστοτε πλοκή, σχηματίζοντας ένα σφιχτοδεμένο ζευγάρι. Έτσι κι εδώ. Η ερωτική ιστορία, με όλες τις ιδιαιτερότητές της, εξελίσσεται όταν η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας πνέει τα λοίσθια, όταν το Τείχος, τι και αν ακόμα δεν έχει υποχωρήσει, θρυμματίζεται κιόλας.

Την ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Αυτή είναι μια από τις ελάχιστες αρχές της ανθρώπινης ιστορίας που δεν διαθέτει εξαιρέσεις. Και νικητές ήταν οι Δυτικοί, καμία ισονομία στη μετάβαση δεν υπήρξε, και έτσι έγραψαν την ιστορία κατά το δικό τους δοκούν, παρουσιάζοντας την απέναντι όχθη σαν ένα άθροισμα τεράτων εντός ενός διάχυτου ζόφου. Το μηδέν ένα είναι που περισσότερο απ' όλα ενοχλεί, αυτή η απλοϊκή διάκριση την οποία ενστερνίζονται επιστήμονες και μελετητές, οι άκρες του δόρατος της προπαγάνδας, όταν ήδη η συζήτηση για το τέλος της ιστορίας ολοένα και περισσότερο έδαφος κέρδιζε.

Τα προηγούμενα μυθοπλαστικά έργα αλλά και οι δημόσιες τοποθετήσεις της Έρπενμπεκ χαρακτηρίζονται από θυμό για την επικρατούσα στρέβλωση. Δυτικά όλα ήταν καλά, ανατολικά όλα άσχημα, τελεία και παύλα, ναι καλά. Αν επιχειρούσε κανείς να προσδιορίσει συνοπτικά την κύρια συγγραφική φιλοδοξία εδώ, αυτή θα ήταν η απόπειρα να δειχτεί πως η καθημερινότητα εκεί δεν περιοριζόταν στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν, πως οι άνθρωποι ζούσαν. Ονειρεύονταν, ερωτεύονταν, γλεντούσαν, έκλαιγαν και τα λοιπά και τα λοιπά ανθρώπινα πάθη τούς χαρακτήριζαν.

Η Έρπενμπεκ συνεχίζει τη σημαντική λογοτεχνία της μη λήθης, που ως κύριο εκφραστή της είχε τον σπουδαίο Χάινριχ Μπελ, χωρίς απλοϊκές και ψευδείς ωραιοποιήσεις, μια απόπειρα αποτύπωσης των αποχρώσεων μεταξύ λευκού και μαύρου, μια υψηλής στάθμης πολιτική λογοτεχνία, διαχρονικής και οικουμενικής, που στον πυρήνα της φέρει την υποκρισία με την οποία το παρελθόν αντιμετωπίστηκε και αντιμετωπίζεται, τη γραμμή εκείνη που διέκρινε το ναζιστικό προηγούμενο, τη συνέχεια του κράτους και της πατρίδας, μιας εκ θαύματος μετάβασης και ήττας του τέρατος, για το οποίο κανείς δεν μιλάει, αντίθετα με ό,τι συνέβη, και καλώς συνέβη ως ένα βαθμό, μετά την πτώση του Τείχους, όταν όλα τα αρχεία ήρθαν στο φως.

Ο Καιρός δεν είναι το αποτέλεσμα μιας στρατευμένης λογοτεχνίας, όσο και αν κάποιοι επωφελούνται αντιμετωπίζοντάς το, όπως και την ευρύτερη λογοτεχνική παρουσία της Έρπενμπεκ, ως τέτοιο, παρακάμπτοντας την απάντηση σε πλήθος ερωτημάτων και αμελώντας να αναφερθούν στη δεδομένη λογοτεχνική αξία του έργου της. Η υψηλή λογοτεχνία πάντοτε θα αντιμετωπίζεται και ως ένα ενοχλητικό πετραδάκι που δυσκολεύει το αγέρωχο βάδισμά των εκάστοτε νικητών, θέτοντας τη βεβαιότητα εν αμφιβόλω.

Ο πολιτικός χαρακτήρας του έργου διόλου δεν υποτάσσει τη λογοτεχνική αξία, την αφηγηματική ικανότητα της Έρπενμπεκ στο χτίσιμο και τη λειτουργία του μυθιστορήματος. Ο τρόπος με τον οποίο μπλέκει τις ιστορίες των δύο εραστών, αλλά και αυτές με την Ιστορία, κυρίως, και η ομοιόμορφη από άκρη σε άκρη αφηγηματική φωνή, επίσης. Ιδιαίτερα στο καταιγιστικό τελευταίο τρίτο του μυθιστορήματος, μετά την πτώση του Τείχους, όταν για κάποιους το να αγοράσουν ένα παντελόνι τζιν δεν ήταν η απάντηση σε όλα τα ερωτήματα, όταν η Κρίστα Βολφ πίστευε πως ακόμα υπήρχε η καύσιμη ύλη για να οικοδομηθεί μια σοσιαλιστική κοινωνία, δίκαιη και όχι υποταγμένη στην ατομική κατανάλωση και ιδιοκτησία.

Ο Καιρός αποτελεί μαζί με την Ιστορία του γερασμένου παιδιού και τη Δοκιμασία τις ψηλότερες κορυφές μιας σπουδαίας συγγραφέως, μιας από τις σπουδαιότερες της εποχής μας, της Τζέννυ Έρπενμπεκ.

υγ. Για τα προηγούμενα έργα της Έρπενμπεκ: Ιστορία ενός γερασμένου παιδιού (εδώ), Σκύβαλα (εδώ), Παιχνίδι με τις λέξεις (εδώ), Δοκιμασία (εδώ), Περαστικοί (εδώ), Η συντέλεια του κόσμου (εδώ).

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

Η δική μας πλευρά της νύχτας - Mariana Enriquez

Η Μαριάνα Ενρίκες, γεννημένη στο Μπουένος Άιρες το 1973, συστήθηκε στο ελληνικό κοινό μέσα από δύο συλλογές διηγημάτων, το Όσα χάσαμε στις φλόγες και το Οι κίνδυνοι του να καπνίζεις στο κρεβάτι. Και οι δυο αυτές συλλογές έκαναν μια κάποια εντύπωση, διαβάστηκαν και αγαπήθηκαν, το όνομά της καταγράφηκε στις σημειώσεις των αναγνωστών ως υπενθύμιση παρακολούθησης κάθε επόμενου βιβλίου της. Και να που το επόμενο βήμα πραγματοποιήθηκε με την κυκλοφορία στα ελληνικά του σχεδόν οχτακοσίων σελίδων μυθιστορήματος Η δική μας πλευρά της νύχτας σε μετάφραση Χριστίνας Θεοδωροπούλου.

Είχα διαβάσει κι εγώ τις δύο εκείνες συλλογές διηγημάτων σημειώνοντας το όνομά της περιμένοντας ακριβώς αυτό, ένα μυθιστόρημα. Πολλάκις έχω επαναλάβει στις ψηφιακές αυτές σελίδες την αναγνωστική προτίμησή μου στη μεγάλη φόρμα. Δεν είχα καταγράψει την αναγνωστική εμπειρία εκείνων των δύο συλλογών, όχι γιατί δεν μου άρεσαν, το αντίθετο μάλλον συνέβη, αλλά γιατί δεν ήξερα πώς να πιάσω το νήμα, πώς να μιλήσω γι' αυτές. Ωστόσο, η πρότερη αυτή γεύση του έργου της συνετέλεσε τα μέγιστα τόσο στη σκιαγράφηση του ορίζοντα προσδοκιών που αναπόφευκτα σκιαγράφησα με το που έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου όσο και στην αίσθηση οικειότητας που ένιωσα ήδη από τις πρώτες σελίδες. Έμενε, ανάμεσα σε άλλα, να εξακριβώσω πώς θα λειτουργούσε η κατασκευαστική μηχανική τής Ενρίκες στην πολύ μεγάλη φόρμα.

Η αφήγηση ξεκινά με το ταξίδι ενός πατέρα, του Χουάν, και του μοναχογιού του, του Γκασπάρ, μακριά από το Μπουένος Άιρες, με προορισμό το σπίτι τής οικογένειας της νεκρής από ατύχημα μητέρας του αγοριού. Εκείνη καταγόταν από μια πλούσια οικογένεια, μια από τις πλέον πλούσιες οικογένειες της Αργεντινής, που στην κατοχή της είχε χιλιάδες στρέμματα καλλιεργήσιμης γης, μεταξύ άλλων υπαρχόντων, όπως καταθέσεων σε σκληρό νόμισμα και μετοχών σε επιχειρήσεις. Όμως, ακόμα και οι πιο πλούσιοι του κόσμου αυτού έρχονται από νωρίς αντιμέτωποι με την προοπτική του θανάτου, παρότι θεωρούν δεδομένα τα προνόμιά τους, σκιάζονται από την αντιμετώπιση της μοναδικής φιλοσοφικής βεβαιότητας, εκεί που ακόμα και οι καλύτεροι μεταξύ των γιατρών στέκουν ανήμποροι.

Κάποτε, στόχος της αλχημείας ήταν ο χρυσός, για κάποιους, τους περισσότερους ακόμα είναι. Για τους πάμπλουτους, όμως, που μοιάζει να έχουν από γενεές ανακαλύψει τη φόρμουλα του πλουτισμού, της ολοένα αύξησης του πλούτου τους, το διακύβευμα άλλο δεν είναι παρά η αθανασία, η υλική αθανασία και όχι η απλή ανάμνηση του περάσματός τους από τη γη. Μια σέκτα προνομιούχων γυρεύει τη νίκη επί του θανάτου, πρόθυμη για οποιαδήποτε θυσία, ακόμα και των πλέον προσφιλών τους προσώπων. Η δίψα για την αθανασία απανθρωποιεί τον καθένα, δεν είναι δύσκολο να το φανταστεί αυτό κανείς, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για ανθρώπους που θεωρούν δεδομένα τα προνόμια τους, την αδικία στο μοίρασμα των χαρτιών της παρτίδας αυτής.

Λανθασμένα, κατά τη γνώμη μου, κάποιοι, μάλλον βιαστικά και επιφανειακά, εντάσσουν τη λογοτεχνία της Ενρίκες στους παραπόταμους του μαγικού ρεαλισμού, την ώρα που, χωρίς αντικειμενική δυσκολία, η συγγένεια με το γοτθικό μυθιστόρημα είναι πρόδηλη ή, σε πιο γενικές γραμμές, με τη λογοτεχνία του τρόμου.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει τη διάχυτη φιλοδοξία στην πένα της Ενρίκες, φιλοδοξία που δεν έγκειται αποκλειστικά και μόνο στην κατασκευή ενός τεράστιου σε έκταση μυθιστορήματος, αλλά, στον τρόπο που αυτό θα λειτουργήσει συνολικά, τόσο ως προς τη λογοτεχνία, όσο και ως προς το κοινωνικοπολιτικό κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας της Αργεντινής. Η σκοτεινή ατμόσφαιρα, παρούσα επίσης από την αρχή, δεν περιορίζεται στην πρόκληση τρόμου και ούτε, σε καμία περίπτωση, στο ανοίκειο. Εδώ έγκειται η μαστοριά και το όραμα της συγγραφέως, στην αφήγηση μιας ιστορίας με διάχυτο το μεταφυσικό στοιχείο, ωστόσο, ταυτόχρονα άρρηκτα συνδεδεμένης με το ρεαλιστικό πλαίσιο εντός του οποίου λαμβάνει χώρα.

Μέσα στη χρονιά είχε προηγηθεί η ανάγνωση της τριλογίας της Μπουραζοπούλου, επίσης μια πολιτική αλληγορία ντυμένη με τον μανδύα του φανταστικού.

Το Η δική μας πλευρά της νύχτας, με τον τόσο ταιριαστό και περιληπτικό χαρακτήρα του τίτλου, μπορεί να ιδωθεί από αρκετές πλευρές, για παράδειγμα ως μια ιστορία ενηλικίωσης ή της σχέσης πατέρα γιου ή μιας οικογενειακής σάγκας ή, όπως προείπα, μια λοξή και ως ένα βαθμό υπαινικτική αφήγηση της σύγχρονης ιστορίας της Αργεντινής.

Μια από τις επιφυλάξεις που πάντοτε έχω όταν πρόκειται να διαβάσω ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα όπως αυτό, επιφυλάξεις που εμπεριέχουν ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο μέρος των προσδοκιών ή των ελπίδων μου, έχει να κάνει με το αν η ανάγνωση θα μπορέσει να λειτουργήσει ως μια παράλληλη πραγματικότητα, ως ένα μπούνκερ διαφυγής από το πραγματικό. Αυτό αποτελεί το κυρίως ζητούμενο για μένα. Και η Ενρίκες αποδείχθηκε μαστόρισσα ικανή και πρόσφερε αυτή την καταφυγή, δημιουργώντας έναν κόσμο σκοτεινό, μάγευσης και απομάγευσης ταυτόχρονα, εκεί που οι διαστάσεις και τα όρια διαστέλλονται και συστέλλονται κατά βούληση, πέρα από τις ανθρώπινες αισθήσεις και την πρόσληψη του περιβάλλοντος κόσμου. Αυτό επιβεβαιωνόταν κάθε φορά που λαχταρούσα να επιστρέψω στην ανάγνωση.

Καθόλου δεν νιώθω την επιθυμία να αναλωθώ στην περίληψη της υπόθεσης, είναι κάτι που το θεωρώ άσκοπο και βαρετό συνάμα.

Είναι μάλλον αδύνατο, απέναντι σε ένα έντονα πολιτικό πολυσέλιδο μυθιστόρημα προερχόμενο από τη νέα γενιά λατινοαμερικάνων συγγραφέων, το μυαλό να μην επισκεφθεί η αναζήτηση σχέσης με τον σπουδαιότερο ύστερο εκπρόσωπό της, τον Ρομπέρτο Μπολάνιο φυσικά. Είναι επίσης αδύνατον να μην υπάρχει έστω και η υποψία επιρροής του. Και εδώ, επιστρέφοντας στην άστοχη μάλλον συσχέτιση με τον μαγικό ρεαλισμό, γίνεται εμφανής η ανάγκη εύρεσης ενός τρόπου πλεύσης απέναντι στο ζοφερό κοινωνικοπολιτικό σκηνικό των χωρών της Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής, και η αναζήτηση αυτή αναζωπυρώνει διαρκώς την εκεί λογοτεχνική παραγωγή.

Κάποιος άλλος συγγραφέας, άλλης σχολής και άλλων προνομίων, θα επέλεγε ίσως το όχημα του κωμικού, κάποιος άλλος, πιο στρατευμένος, ή επιθυμώντας να φανεί ως τέτοιος, τον σκληρό ρεαλισμό, κάποιος άλλος την ποιητική αλληγορία, τη χωροχρονική μετατόπιση, κάποιος άλλος, κακώς, θα κατέφευγε στον εξωτισμό, η Ενρίκες επιλέγει τον τρόμο ως το κυρίως όχημα, ίσως γιατί αυτό το συναίσθημα την καταβάλλει απέναντι στην πραγματικότητα, μέσα στην οποία παλεύει να δημιουργήσει και να μην παραδοθεί.

Και το κάνει αυτό με έναν τρόπο υπέροχο, υποβλητικό και ταυτόχρονα καταβλητικό, εγκλωβίζοντας τον αναγνώστη στον περίτεχνο ιστό που επί σελίδες υφαίνει. Ένα από τα βιβλία της χρονιάς μου.

Μετάφραση Χριστίνα Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2024

Ελσίνκι - Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Η Ελλάδα αποτελεί, για τη μεγάλη πλειοψηφία μεταναστών και προσφύγων, ένα αναγκαστικό πέρασμα, ένα απαραίτητο χωρικό κομμάτι του δρόμου που ελπίζουν να διανύσουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, μέχρι κάποια πλούσια ευρωπαϊκή χώρα αναζητώντας και ελπίζοντας σ' ένα καλύτερο αύριο. Συχνά, σχεδόν πάντα, αποδεικνύεται για εκείνους ένας μη τόπος εγκλωβισμού. Κάτι παράδοξο συμβαίνει τότε, με κάθε τρόπο, είτε από την κεντρική διοίκηση είτε από τα μεμονωμένα άτομα, τους γίνεται κατανοητό πως δεν είναι καλοδεχούμενοι σε έναν τόπο που, εδώ έγκειται το παράδοξο, οι ίδιοι οι μετανάστες και πρόσφυγες διόλου δεν επιθυμούν να εγκατασταθούν και να κατοικήσουν, δηλαδή, όσο δεν τους θέλουν εδώ τόσο κι εκείνοι δεν θέλουν αυτό το εδώ, ένα πέρασμα είναι γι' αυτούς η Ελλάδα, ένα πέρασμα προσδοκούν να είναι και τίποτα παραπάνω. Και αν η κεντρική διοίκηση φέρει ακέραια την ευθύνη για τις διακρατικές συμφωνίες που έχει συνάψει, οι οργισμένοι κάτοικοι διεκδικούν τη μη παραμονή των ξένων εδώ και εμπλέκονται σε μια σύγκρουση, καθίστανται, έτσι, το μακρύ χέρι της εξωτερικής πολιτικής τρίτων χωρών. Πολλοί από «εμάς» δεν τους θέλουν, οι περισσότεροι από εκείνους δεν μας θέλουν.

Το «προσφυγικό», ένα σύνθετο από κάθε άποψη ζήτημα που δεν επιδέχεται εύκολες και μονοσήμαντες ερμηνείες, ονομάστηκε έτσι το καλοκαίρι του '15, όταν ο πόλεμος στη Συρία συνέβαινε και είχε ως αποτέλεσμα μεγάλα μέρη του πληθυσμού να εξαναγκαστούν σε μια βίαιη φυγή προς τη σωτηρία. Η μετακίνηση πληθυσμών είναι, ωστόσο, τόσο παλιά όσο και η ανθρώπινη ιστορία, μια από τις μήτρες του πολιτισμού, μια διαδικασία που δεν πρόκειται να σταματήσει να λαμβάνει χώρα, ιδιαίτερα όσο οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες θα θεριεύουν την αδικία και την πείνα, όσο η κλιματική αλλαγή θα καθιστά ακατοίκητα ολοένα και περισσότερα εδάφη. Όσο και αν η διαχρονική μετακίνηση πληθυσμών διαθέτει κάποια κοινά στοιχεία και χαρακτηριστικά, δεν παύει να αποτελεί τη σύνθεση εκατοντάδων χιλιάδων ατομικών συμβάντων και ιστοριών.

Μια από αυτές τις ιστορίες είναι και εκείνη του Αβίρ, ενός Κούρδου που ξεκίνησε από το Ιράκ αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο. Βρέθηκε στην Ελλάδα, εγκλωβίστηκε εδώ, είδε τα μεροκάματα να πέφτουν και τις δουλειές να μειώνονται, τη γραφειοκρατία να τον κρατά δέσμιο, το όνειρο για ένα καλύτερο αύριο να ξεφτίζει μέρα με τη μέρα. Γνώρισε τον Αντώνη, έναν μεσήλικα συγγραφέα, που είχε πια αποδεχτεί τη μοναχικότητα του βίου, εκείνος του πρόσφερε το σπίτι του και την ελεύθερη από πάντα θαρρείς μεριά του κρεβατιού του. Τον άκουγε να ονειρεύεται ένα καλύτερο αύριο μακριά από την Ελλάδα και μακριά από εκείνον άρα, η αγάπη του γι' αυτόν τον όπλιζε με συναισθηματική αντοχή, όσο περισσότερο αγαπάς κάποιον, τόσο λιγότερο σκέφτεσαι τον ίδιο σου τον εαυτό, ακόμα και αν αυτό σημαίνει μια βουτιά στην παγωμένη θάλασσα της μοναξιάς και της στενοχώριας που η απώλεια επιφέρει καίρια και σκληρά.

Το Ελσίνκι είναι η ιστορία του Αβίρ πρωτίστως, αλλά και του Αντώνη δευτερευόντως, ο πρώτος ρόλος είναι του Αβίρ, του συγγραφέα ο δεύτερος, ο συμπληρωματικός. Ο Γρηγοριάδης αφηγείται μια πολύ ωραία ιστορία αγάπης και πάντα θα υπάρχει χώρος για μια ακόμα καλή ιστορία αγάπης χωρίς κανείς, ή σχεδόν κανείς, να νοιάζεται για την έξωθεν πρωτοτυπία της, μην ξεχνώντας πως κάθε ερωτική ιστορία είναι από τη φύση της μοναδική και ανεπανάληπτη, ή τουλάχιστον ως τέτοια βιώνεται από τα εμπλεκόμενα μέρη. Με διαρκή μπρος πίσω στον χρόνο, από την άφιξη του Αβίρ στην Ελλάδα και τη γνωριμία του με τον Αντώνη, μέχρι και το αφηγηματικό παρόν, μετά την επιστροφή του συγγραφέα από το ταξίδι του στο Ελσίνκι, εκεί όπου πια ζούσε ο Αβίρ, έχοντας καταφέρει να ξεπεράσει τις δυσκολίες που συνάντησε στον δρόμο του, όταν πια η ιστορία αυτή είχε με κάποιο τρόπο ολοκληρωθεί, όταν ο Αντώνης μπορούσε πια να κάτσει μπροστά από την άδεια σελίδα και να πληκτρολογήσει όλα όσα συνέβησαν.

Μικρή, κατά τη γνώμη μου, σημασία έχει εάν η ιστορία αυτή διαθέτει κάτι το αυτοβιογραφικό. Η δύναμή της δεν εδράζεται διόλου στην όποια φαινομενική αλήθεια της, στο αν συνέβη στην πραγματικότητα ή όχι δηλαδή. Ο Γρηγοριάδης εξοπλίζει τον αφηγητή-συγγραφέα με το απαραίτητο συναίσθημα ώστε η ανάγκη για την αφήγηση αυτή να είναι απόλυτη και καθηλωτική, από την πρώτη μέχρι την τελευταία της λέξη, αυτό κάνει την ιστορία αυτή αληθινή στο συναίσθημά της, στον τρόπο με τον οποίο πέρασε από τους όποιους μυθοπλαστικούς μύλους για να βρεθεί αποτυπωμένη στο χαρτί. Ωστόσο, η συναισθηματική αυτή αλήθεια δεν σπάει τον αυχένα της κατασκευής, παρότι διαπερνά κάθε σημείο της έκτασής της. Ο Γρηγοριάδης, έμπειρος και ικανός γραφιάς, καταφέρνει να σταθεί έστω και μισό εκατοστό έξω από την ιστορία αυτή, η αποστασιοποίηση, πλήρης και αποστειρωμένη, είναι αδύνατη, αυτό το μισό εκατοστό ωστόσο είναι απαραίτητο ώστε να αναμετρηθεί με το συναίσθημα του αφηγητή του, όχι να το μετριάσει, ούτε να το χειριστεί, αλλά να αναμετρηθεί μαζί του και να μαζέψει τις λέξεις, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και να τα εντάξει σ' αυτή την ιστορία αγάπης.

Εκτός από το να περιπέσει το μυθιστόρημα αύτανδρο στον βούρκο του μελοδραματικού, ένας ακόμα κίνδυνος υπήρχε στο Ελσίνκι και αυτός άλλος δεν ήταν παρά η διαχείριση του «προσφυγικού». Συμβαίνει σε μεγάλο μέρος της σύγχρονης κάθε εποχής λογοτεχνίας ο εκάστοτε δημιουργός να νιώθει την ανάγκη να αφηγηθεί μια ιστορία του παρόντος, οδηγημένος από πλήθος ετερόκλητων επιθυμιών και επιδιώξεων. Εδώ ελοχεύει ο κίνδυνος το τικ στο κουτάκι να μπει αλλά αυτό να μην σημαίνει ταυτόχρονα και καλή λογοτεχνία, αλλά να ξενίζει τον σύγχρονο αναγνώστη, να μοιάζει ψεύτικο και τοποθετημένο επί τούτου, όχι γιατί εξυπηρετεί την ίδια την ιστορία, αλλά γιατί ο συγγραφέας, για τους δικούς του λόγους, επέλεξε να το εντάξει. Το «προσφυγικό» είναι ένα από τα σύγχρονα ζητήματα που συμβαίνουν και απασχολούν, ένα μέρος στο οποίο συναντούνται υπέρμαχοι και πολέμιοι, ανθρωπιστές και μισάνθρωποι, και στην αρένα του πολλοί νιώθουν, από την ασφάλεια που το προνόμιό τους τους χαρίζει, την ευκαιρία να φανούν ανθρωπιστές και να βιάσουν το συναίσθημα. Πόσο γαμάτος, μοιάζει να λένε, είμαι που ασχολούμαι με τους κολασμένους της γης.

Ο Γρηγοριάδης όχι μόνο δεν πέφτει στην παγίδα της γενίκευσης και του στερεότυπου, αλλά δείχνει να γνωρίζει καλά τα τεχνικά κομμάτια της μετανάστευσης, το πώς λειτουργεί αυτή η εμπορία ανθρώπινων ψυχών, και πάνω σε αυτό μπολιάζει, τόσο πετυχημένα, το συναίσθημα της ατομικής ιστορίας του Αβίρ, χωρίς να το απαλλάσσει από το ανθρώπινο σε άγρα ενός απάνθρωπου ιδεαλισμού. Το ίδιο ακριβώς επιχειρεί και κατορθώνει και με τον Αντώνη. Ασχέτως αν η ιστορία αυτή συνέβη ή όχι, θα μπορούσε να έχει συμβεί και αυτό είναι το καθοριστικό κατά τη διάρκεια της αναγνωστικής διαδικασίας, εκείνο που δίνει ένα ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα σε αυτή την ιστορία αγάπης σε σχέση με δεκάδες άλλες παρόμοιες. Και είπαμε, πάντα θα υπάρχει χώρος, αλλά και επιθυμία, για μια ακόμη καλή ιστορία αγάπης, και ο Γρηγοριάδης με το Ελσίνκι μας χαρίζει μια πραγματικά καλή ιστορία αγάπης, χωρίς να δημιουργεί την ανάγκη αυτή να διαχωριστεί από το ίδιο το μυθιστόρημα. Το Ελσίνκι είναι, πρωτίστως, ένα πολύ καλό μυθιστόρημα. 

Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2024

Χωλ - Κατερίνα Χανδρινού

Το σπίτι αυτό,  παρότι μικρό στο μέγεθος, είχε κάποτε χωλ. Όταν το είπα σπίτι μου, το χωλ, η κουζίνα, το σαλόνι είχαν ήδη γίνει ένα, μόνο το υπνοδωμάτιο διατήρησε την ανεξαρτησία του. Είχε, βέβαια, από καιρό απλοποιηθεί ορθογραφικά, ακόμα πιο πριν είχε καταδικαστεί ως αρχιτεκτονικά παρωχημένο, ένα ενοχλητικό κατάλοιπο άλλων δεκαετιών, οι επόμενες γενιές έσπευδαν να ρίξουν τοίχους και να ενώσουν χώρους, χωρίς δεύτερη σκέψη, ρωτώντας απλώς: πόσο θα κοστίσει όλο αυτό το παίδεμα, ποιος θα σκουπίσει τη σκόνη του σοβά. Στο σπίτι αυτό, χωρίς χωλ —ο ορθογράφος επιμένει να υπογραμμίζει την ανορθόγραφη πια λέξη—, διάβασα την Κόρκυρα, πριν το θεωρήσω ακόμα σπίτι μου, αυτό έγινε μήνες αργότερα, και, μόλις μια σελίδα μετά, αυτό που μέχρι πριν λίγο ήταν ένα όμορφο κόκκινο μικρό βιβλίο με όνομα παράξενο που δεν ήξερα πού να το τονίσω, έγινε κάτι που αχόρταγα, σχεδόν απεγνωσμένα, ήθελα να διαβάσω, ελπίζοντας πως θα έχω τον απαραίτητα ποθητό χώρο και χρόνο να επιστρέψω με υπομονή, το ίδιο κιόλας βράδυ, αχόρταγα αλλά και αυστηρά, γιατί όποιος υπόσχεται πρέπει να κρατά τον λόγο του, και εκείνη η μόλις μια σελίδα είχε ήδη υποσχεθεί πολλά, εκείνη η συγγραφέας, που συστήθηκε ως ποιήτρια, είχε ήδη υποσχεθεί πολλά.

Και τήρησε μέχρι τέλους την υπόσχεση εκείνη, που δεν ξέρω αν έδωσε ποτέ ευθέως ή αν επέστρεψε αργότερα για να την υλοποιήσει, όταν πια το βασίλειο των ζώντων είχε μείνει, παρότι ιδιαιτέρως πολυπληθές, λειψό, την ανακαίνιση σε εκείνο το σπίτι στο νησί, κάνοντας όλα εκείνα που δεν πίστευε ποτέ πως θα μπορούσε, δεν χωράει αμφιβολία πως δεν ήθελε, να κάνει, τις συνεννοήσεις με τους μαστόρους, τις αθετημένες διαβεβαιώσεις, τα απρόοπτα, τη γραφειοκρατία που συναντά το χειρωνακτικό. Και όλα αυτά, βαρετά και ιδιαιτέρως εν γένει ενοχλητικά, να αποτυπωθούν στο χαρτί με τρόπο τέτοιο που κάθε σελίδα να μυρίζει χώμα και σκόνη, που κάθε λεπτομέρεια να φουσκώνει και να σκάει ως άλλη στερεοσκοπική εικόνα, εκείνη που συστήθηκε ως ποιήτρια και με τους όρους της έκανε το πέρασμα σε λόγο πιο πεζό, με ένα θέμα άκρως πεζό, την ανακαίνιση ενός σπιτιού με έωλους συναισθηματικούς και πρακτικούς δεσμούς να την ενώνουν μαζί του. 

Από τότε πέρασαν κάτι λιγότερο από πέντε χρόνια, οι εκδόσεις Κείμενα, που με εκείνο το βιβλίο επανασυστήθηκαν μετά από χρόνια σιωπής, εν τω μεταξύ έβγαλαν και άλλα καλά βιβλία, η Χανδρινού επανεμφανίστηκε με το παλιομοδίτικα —για τους ρομαντικούς— ορθογραφημένο Χωλ και εγώ —πώς αλλιώς— ήμουν πολύ χαρούμενος γι' αυτή την κυκλοφορία.

Δεν υπάρχει πια χωλ. Τα παπούτσια των καλεσμένων βρίσκονται σε παράταξη στον κοινόχρηστο χώρο. Κάποιες φορές μάλιστα φτάνουν και ως τα πρώτα σκαλοπάτια. Έτσι η διαδικασία της προσέλευσης, αλλά και, κυρίως, το κατευόδιο κρατάνε πολύ·

Στο οπισθόφυλλο, με ακρίβεια, αναγράφεται: Το Χωλ, ιδιότυπο θρίλερ δωματίου, συνεχίζει να πραγματεύεται το θέμα του οίκου που άνοιξε με το αφήγημα, Κόρκυρα. Η Χανδρινού, πάντοτε με την οξυδέρκεια και το ποιητικό ένστικτο παρά πόδας, "επιστρέφει" στο σπίτι που ζει, μοιάζει με αντίφαση αυτό, αλλά αυτό συμβαίνει, κάπου στην Καλλιθέα, με τις υποσχέσεις του εργολάβου πως τίποτα δεν θα κρύψει την πρόσβαση σε μια φλούδα θάλασσας από καιρό παραβιασμένες, επιστρέφει στην αδιέξοδη εκείνη πάροδο, κοιτάζει τα κουδούνια, ελπίζει να αποφύγει το βλέμμα του διαχειριστή, παρίσταται υποχρεωτικά στις συνελεύσεις για όσα πρέπει να γίνουν και για εκείνους που παρκάρουν όπως θέλουν, στέκεται στο χωλ, εκεί που κάποτε, σε ελάχιστο χώρο, τόσα πράγματα συνέβαιναν και χωρούσαν, ενώ από τον φωταγωγό φτάνουν φωνές και μουσικές, ρουτίνες επαναλαμβανόμενες και κραυγές που χαράσσουν ξάφνου τη νύχτα. 

Ο χώρος, πρώτα, και ο χρόνος, ακολούθως, προΐστανται της επιστροφής αυτής, τα δεύτερα και τρίτα πρόσωπα της πλοκής, ύστερα. Η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, σπιθαμή παραπάνω απ' όσα ο ρόλος της παρατήρησης και της καταγραφής της επιτρέπει δεν καταλαμβάνει, σχεδόν δεν ανασαίνει, παρατηρεί, σκέφτεται και καταγράφει, χωρίς να ανοίγει την πόρτα, παρά μια χαραμάδα μόνο, στο από καιρό στριμωγμένο στο κλιμακοστάσιο συναίσθημα, σφιχταγκαλιασμένο με τα υφάδια της μνήμης, αναπόφευκτα στο μεγαλύτερο βαθμό της επινοημένης. Αυτή η απουσία χαμηλώνει το φως στο κάδρο, η σκόνη που αιωρείται γίνεται ορατή, ο χώρος, μοιάζει να λέει η Χανδρινού, συνεχίζει να υπάρχει και χωρίς εμάς, ακόμα και όταν εμείς είμαστε εκεί, παρόντες και με αυτοπεποίθηση πως αυτός ο χώρος μάς ανήκει, πως είναι το βασίλειό μας, έστω και από πάντα, θαρρείς, γυμνοί.

Δεν είναι απλό και ακριβές να εντάξει κανείς το Χωλ ειδολογικά ή μορφολογικά, ίσως λέγοντας πως πρόκειται για μια ιδιότυπη σύνθεση από εικόνες σε λεπτό χαρτί, τοποθετημένες η μια πάνω στην άλλη, πεζοποιήματα και μικρά θεατρικά, που ο χώρος τα συνέχει, όπως το τσιγαρόχαρτο τον καπνό, ίσως να είχε, λέγοντας κάτι τέτοιο, μια ελπίδα ευστοχίας, μια υποψία ακρίβειας. Δεν είναι ζήτημα πρωτοπορίας ή πρωτοτυπίας κυνήγι. Η Χανδρινού ελέγχει απόλυτα ένα υλικό ανομοιογενές και σε σημεία ετερόκλητο, και όμως, κάθε ψηφίδα είναι τοποθετημένη στην κατάλληλη θέση, παρότι ο αναγνώστης δυσκολεύεται και μάλλον αδυνατεί να εντοπίσει τον ακριβή μηχανισμό, στην έμπνευση, ναι στην έμπνευση, στην υψηλή έμπνευση που χαρακτηρίζει τη σπουδαία ποίηση μπορεί να εναποθέσει ο αναγνώστης την όποια απόπειρα να ξεδιψάσει την απορία του πώς το κάνει. Και αυτό το αίσθημα, πως σε ένα άναρχο περιβάλλον, ελάχιστα ελεγχόμενο όχι μόνο δημιουργικά αλλά και σε επίπεδο καθημερινής διαβίωσης, όλα μοιάζουν γεμάτα από νόημα και πρόθεση, αποπνέει μια ηρεμία, ακόμα και όταν οι κραυγές χαράσσουν τη νύχτα ξάφνου, ακόμα και όταν το βάρος της μνήμης και του συναισθήματος, παρότι στο κλιμακοστάσιο στοιβαγμένα, κόβει την ανάσα.

Η ποιήτρια παραχωρεί τη θέση της στον αναγνώστη, τον καλωσορίζει, του επιτρέπει να αφήσει τα πράγματά του, ιδανικά και τα παπούτσια του, στο χωλ, και ας μην υπάρχει πια, να κλείσει την πόρτα πίσω του, να δοκιμάσει να αναπαυτεί στον καναπέ, βλέποντας μια ταινία ή πηγαινοερχόμενος διαρκώς στο ψυγείο, να γίνεται μάρτυρας, και ας μην το θέλει και ας τον ενοχλεί ίσως, των μικρών σκηνών που διαδραματίζονται γύρω τριγύρω και από τους αεραγωγούς φτάνουν ως εκείνον. Η ποιήτρια γνωρίζει καλά πως οι λέξεις, και δη οι επιτηδευμένες, εκείνες που χαρακτηρίζονται χωρίς σκέψη ποιητικές, δεν κάνουν την ποίηση, πως είναι άλλα πράγματα εκείνα που κάνουν την ποίηση, τα περισσότερα εκ των οποίων βρίσκονται στα σκοτεινά, ανάμεσα στις λέξεις και τα σημεία στίξης, πίσω από τον τίτλο μιας ταινίας που δίνεται ως υποσημείωση. Και αυτή η ελευθερία, όσο φαινομενική ή στρατηγικά υλοποιημένη ως αίσθηση και αν είναι, επιτρέπει στον αναγνώστη να περάσει στο εσωτερικό του σπιτιού, με τις αντηχήσεις της έξω ζωής, της εργασίας και της τριβής με την καθημερινότητα, να περιμένουν, σαν φαντάσματα, την ευκαιρία τους να τρυπώσουν μέσα.

Η Χανδρινού δεν βιάζει, δεν χειραγωγεί, δεν επιζητά το επιφώνημα θαυμασμού, δεν σηματοδοτεί το μονοπάτι. Πρόσφατα, σε μια παρουσίαση ποιητικής συλλογής, άκουσα την ποιήτρια να λέει πως θα ευγνωμονεί στο διηνεκές εκείνους τους ανθρώπους που δεν της έβαλαν εμπόδια, όχι εκείνους που της άνοιξαν δρόμους, σκέφτομαι εγώ, γιατί εκείνοι άλλοι από τους δικούς τους δρόμους δεν θα ήταν, αλλά, επιστρέφω στην ποιήτρια, εκείνους που δεν έβαλαν εμπόδια. Και η Χανδρινού κάνει αυτό ακριβώς, δεν τοποθετεί εμπόδια ή αυστηρή οδική σήμανση στο μονοπάτι, γιατί δεν υπάρχει ένα και μόνο μονοπάτι, ούτε καν για εκείνη την ίδια, τη δημιουργό, πόσο μάλλον για τον υποψήφιο ένοικο αυτού του βιβλίου.

Πάνω από χίλιες λέξεις, ενώ θα μπορούσα απλώς να πω: τι βιβλίο!

υγ. Για την Κόρκυρα είχα γράψει αυτό.

Εκδόσεις Κείμενα