Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Και τι να πεις

α 

Το άγχος πριν από τις διακοπές. Πλησιάζουν, ολοένα και πλησιάζουν, μετράς αντίστροφα, κάτι θα γαμηθεί τελευταία στιγμή, κάτι θα το πάρει και θα το εξαπολύσει ίσα με τον διάβολο, σκέφτεσαι, ενάντια σε όποιον ορθολογισμό, σε κάθε μην αγχώνεσαι, σε κάθε όλα καλά θα πάνε, θα δεις τι θα κάνεις όταν συμβεί, θα έχω χάσει τις διακοπές μου, αντέτεινα, σε μένα κυρίως. Έτσι μετράω την ανάγκη μου για διακοπές, κάποια χρόνια τώρα, με βαθμίδες άγχους, αυτό δείχνει πόσο ανάγκη τις έχω, φέτος πολύ, τις είχα, για την ακρίβεια, τώρα γύρισα και σχεδόν τίποτα δεν συνέβη, τζάμπα το άγχος δηλαδή, ναι καλά, εκ των υστέρων σάπια λόγια. Το πρώτο θύμα του άγχους είναι οι προσδοκίες, μειούμενες σχεδόν αδιόρατες, απλώς να μη δουλεύω, απλώς να διαβάσω, απλώς να κοιμηθώ χωρίς ξυπνητήρι, απλώς να κάνω ένα δύο μπάνια, απλώς να μη σκάσει καμιά χειροβομβίδα στα χέρια μου, τέτοια πράγματα, όσο λιγότερα, όσο ταπεινότερα, ίσως κάτω απ' το ραντάρ, όχι συναγερμοί και όχι εκπλήξεις, παρακαλώ, αυτό ήταν το τραγούδι που έβαλα πρώτο ν' ακούσω την τελευταία μέρα στη δουλειά, ένα ξόρκι.

β

Εσείς, από τι θέλετε να διακόψετε, παρακαλώ; Η κοπέλα, σφιχτογελαστή, πίσω από το γκισέ, μια τεράστια ουρά απλώνεται μπροστά της, την παρατηρώ, δεν χαλαρώνει ποτέ το στόμα της, ούτε όταν μιλάει, σφιχτό και μαρμάρινο, πληκτρολογεί τις απαντήσεις, δεν ζητάει διευκρινίσεις, ευχαριστώ, ο επόμενος, εσείς από τι θέλετε να διακόψετε, παρακαλώ; Φτάνει η σειρά μου, είναι δύο τρία πράγματα, διστάζω να πω, σφικτό και μαρμάρινο εκείνο, να, ξέρετε, συνεχίζω, ενώ νιώθω κιόλας το βάρος της ουράς στην πλάτη μου, μα εσείς ζητάτε ένα μόνο, σωστά, λογοκρίνομαι, σφιχτό και μαρμάρινο εκείνο, αλλά δεν είναι απλό, είναι κάπως σύνθετο το ερώτημά σας, γιατί ξέρετε εμένα η δουλειά μου μου αρέσει, δουλεύω σε βιβλιοπωλείο, η ρουτίνα μου μου αρέσει, αν και θα ήθελα να γράφω λίγο παραπάνω, έχω και ένα μπλογκ ξέρετε, γράφω κυρίως για βιβλία που διάβασα, είναι κάποια χρόνια τώρα, τον Αύγουστο συνηθίζω να μην ανανεώνω το περιεχόμενό του, φέτος σκεφτόμουν μήπως διαβάσω αποκλειστικά και μόνο βιβλία παλιά, ακόμα και εξαντλημένα, τόσα έχουν πια μαζευτεί στο σπίτι, ροχαλίζεις, αγάπη μου.

γ

Πού τη θυμήθηκες/Πώς σου ήρθε. Κάπου την άνοιξη το πρωτοσκέφτηκα, έτσι ξαφνικά, δεν έχω διαβάσει Ντιράς/Ντυράς, έχω δει, και αν έχω δει, το Χιροσίμα, αγάπη μου, σίγουρα στην κορυφαία τριάδα μου, μιλώντας για ταινίες, αλλά δικό της τίποτα δεν έχω διαβάσει, σκέφτηκα έτσι ξαφνικά, όπως συνηθίζω να σκέφτομαι, γεγονός, η ξαφνικότητα, που με κάνει ν' αμφιβάλλω αν πρόκειται πραγματικά για σκέψη, αν η σκέψη για να οριστεί ως τέτοια απαιτεί κάποια συνειδητά στάδια και όχι αναλαμπές, άλλη συζήτηση όμως αυτή. Ξεκίνησα την αναζήτηση, η μισή χαρά είναι εδώ, ένα σωρό βιβλία της στα ελληνικά, τελευταίος ασχολήθηκε μαζί της ο Μαραγκόπουλος, το 2017 επανεκδόθηκε η μετάφρασή του στο Moderato Cantabile, όλα τα άλλα χανόντουσαν πίσω στα βάθη, αυτό το κενό ενίσχυσε την επιθυμία μου, άρχισα σιγά σιγά να μαζεύω βιβλία της, ένα από εδώ και ένα από εκεί, όπως όλα τα φιλόδοξα σχέδια, το άφησα για αργότερα. Τον Αύγουστο ξεκίνησα ένα παράλληλο αναγνωστικό πρότζεκτ, το βιβλίο που διαβάζω και ένα δικό της βιβλίο.

δ

8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ξεκούραση, 8 ώρες ελεύθερος χρόνος. Που ποτέ δεν είναι 8 ώρες η δουλειά, που ποτέ δεν είναι 8 ώρες η ξεκούραση, άσε ήσυχο τον ελεύθερο χρόνο. 8 ώρες διάβασμα. Να μια μαθηματική αποτύπωση των διακοπών, μια απλή αντικατάσταση, μια λέξη αλλάζει και ακούγεται διαφορετικό, σχεδόν ποθητό, αν και τα σλόγκαν σπάνια βγαίνουν σε καλό, τα μικρά γράμματα, ο σύνδεσμος που ποτέ δεν επισκέφτηκες, η συναίνεση που βιάστηκες μέσα στην απελπισία σου να δώσεις. Ίσως στις διακοπές σου καταφέρεις να μην είσαι μονόχνοτος αλλά ούτε και μίζερος, όταν δεν διαβάζεις είσαι μίζερος, αγάπη μου, ας είμαστε ειλικρινείς. Έπαιζα, κάποτε, εκείνο το παιχνίδι που αδειάζεις χρωματιστά υγρά μέχρι να διαχωριστούν, ίσως κάπως έτσι να αποτύπωνα τη διαδικασία πίσω από τα μαθηματικά, η κάθε επόμενη πίστα ήταν όλο και πιο δύσκολη, αλλά δεν ήταν αυτό το πρόβλημα, η επίγνωση της τυχαιότητας στην επίλυση, αυτό ήταν που στερούσε τη χαρά, που δεν έχτιζε αυτοπεποίθηση, απλά βάραινε, ήλπιζες, τα βλέφαρα.

ε

Με κοίταξε καχύποπτα, είδα στα μάτια τον τρόμο, αλήθεια σας λέω, ωχ τι με περιμένει, αναβόσβηνε η ρεκλάμα, θα διακόψω της είχα πει, αυτή είναι η τελευταία φορά, αν άθροιζα τις τελευταίες φορές, ένα λοφάκι στον κάμπο θα το είχα, θα διακόψω, δεν είμαι σίγουρος γιατί, πέρα από τα προφανή, χαίρω πολύ, Γιάννης, υπάρχει αυτό το δυσδιάκριτο όριο, μέχρι πιο σημείο με φροντίζω και από πιο σημείο με κακοποιώ, μια συζήτηση περί εξαρτήσεων και νηφαλιότητας, ήταν άδεια η Αθήνα και εμείς περπατούσαμε, άνοιξε μια ελάχιστη ρωγμή, πόσο φως θα τρύπωνε, έμενε να φανεί, σκέφτηκα, πάλι ξαφνικά, ακόμα κάτι, χρειαζόμουν οτιδήποτε δεν είχε γλιστερή επιφάνεια για να πιαστώ, η σχέση με τον χρόνο, αυτό είναι, η διακοπή που κάνει τα πάντα έναν παχύρρευστο χυλό, ο χρόνος μένει κολλημένος, τι καλύτερο δηλαδή για διακοπές, μια ανάμνηση παιδική, η βαρεμάρα στο τέλος του καλοκαιριού, σχεδόν να πεθαίνεις για να ανοίξει το σχολείο, ενδοκαπιταλιστικές μανούβρες, σκέφτηκα, αλλά η παγίδα ήταν εκεί, τι έχω να κερδίσω, τι κερδίζω τώρα που το κάνω, ποια είναι η ανταμοιβή μου, τη θέλω τώρα στο χέρι, μη μου μιλάς για μεσομακροπρόθεσμα λουκουμάκια, μια δεύτερη παγίδα, οι διακοπές τελείωσαν, με τη διακοπή τι θα γίνει, το σώμα λέει πλέον αδιαφορεί, αλλά δεν είμαστε μόνο σώμα, τα χούγια μας ρε γαμώτο.

ζ

Ό,τι καλύτερο μου συνέβη είναι πως αυτός ο Αύγουστος ήταν ο λιγότερος Αύγουστος που θυμάμαι. Συνήθιζε να είναι: μεταβατικός, πολύβουος, αγχώδης. Όσα δεν θα έπρεπε δηλαδή. Έτσι ήταν. Βάραινε από σχέδια, δεσμεύσεις, μεταθέσεις. Τώρα είναι η αλλαγή του έτους, είμαι από αυτούς, σχεδόν με καμάρι το έλεγα. Και έσκαγε το τέλος του στα μούτρα μου. Έμενα να δίνω μεταθέσεις, να λύνω δεσμεύσεις, να επανασχεδιάζω. Ήταν κάθε μήνας, κάθε βδομάδα, κάθε μέρα λίγο Αύγουστος, τώρα το σκέφτομαι αυτό, έπασχα από Αύγουστο, ήθελα τόσα να κάνω, αφηρημένα, γενικά και αόριστα, να κάνω, να σταματήσω και να αρχίσω, να βάλω τελείες και να αλλάξω παραγράφους, ο χρόνος ερχόταν μετωπικά, πάντα έτσι έρχεται. Έλεγα στην Κ., όταν κάτι πάει καλά, έχω πλέον τη σοφία και την τύχη να μην το ξεψαχνίζω, να μην σκάβω μέσα στον μηχανισμό του, να μην μπλέκω με βίδες και ελατήρια, αν λειτουργεί, καλώς, λες και δεν έχουμε βλάβες να ξεκοιλιάσουμε. Δεν ξέρω, λοιπόν, θέλω να πω, γιατί αυτός ο Αύγουστος ήταν ο λιγότερο Αύγουστος, παρά την αγωνία που νιώθω αν θα συνεχίσει να λειτουργεί ή αν στην επόμενη στροφή η μετωπική σύγκρουση θα είναι οδυνηρή.

η

Για ποιο βιβλίο θα γράψεις, με ρώτησε, δεν ξέρω, της απάντησα, έχουμε καιρό, σκέφτηκα, ας ανοίξω λίγο να αεριστεί ο χώρος. Σεπτέμβρης.