Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

Στάλαγκ VI C - Όμηρος Πέλλας

Δεν θυμάμαι ποιος, δεν θυμάμαι πού, δεν θυμάμαι πώς έφτασα στο βιβλίο αυτό, στον συγγραφέα αυτόν, τίποτα δεν γνώριζα μέχρι που κάποιος μου μίλησε για τον Όμηρο Πέλα, μέχρι που κάπου διάβασα για το Στάλαγκ VI C, το έψαξα και το βρήκα μεταχειρισμένο, ταλαιπωρημένο και διαβασμένο, μοιάζει να είναι εξαντλημένο πια. Αυτή η μη ανάμνηση ήταν που το τράβηξε από τη στοίβα, διέξοδος αποκατάστασης του σεβασμού η άμεση ανάγνωσή του.

«Δώδεκα μέρες μετά την απελευθέρωση, πέθανε ο φίλος που μαζί του πέρασα όλον εκείνον το δύσκολο καιρό μέχρι τελευταία που έφυγε από το νοσοκομείο. Εγώ έμεινα και εκεί με βρήκε η απελευθέρωση.

»Όταν, λίγο αργότερα, πριν φύγουμε για το γυρισμό, βρήκα την ομάδα του, ένας, εκτελώντας την τελευταία του παραγγελία, μου παράδωσε ένα πακέτο. Χρόνια τώρα το κρατούσα κλειστό. Φοβόμουν να τ' ανοίξω όπως φοβόμαστε ν' ανοίξουμε μια πληγή».

Ο ανώνυμος συγκρατούμενος –φίλος του θανόντα, που τόσο άτυχα απεβίωσε, δώδεκα μέρες μετά την απελευθέρωση, δεν άντεξε, όταν η επιστροφή έφεγγε λιγότερο αχνά πια– χρόνια κρατούσε το πακέτο κλειστό, ανάμεσα στα υπάρχοντα του νεκρού, μια μεταλλική ταυτότητα και ένα κομμάτι κουβέρτα, ένα πιστοποιητικό θανάτου και αρκετά χαρτάκια γεμάτα χειροποίητα γράμματα, η ζωή τους εκεί, η μη ζωή τους, μάλλον, ο εγκλεισμός σε στρατόπεδο συγκέντρωσης λόγω ιδεολογικού αδικήματος εκείνοι, λόγω φυλής, λόγω διαφορετικότητας άλλοι, η φρίκη.

Ο Οδυσσέας Γιαννόπουλος, το επίσημο πίσω από το ψευδώνυμο, ο συγκρατούμενος στον οποίο παραδόθηκε το δέμα, ο Όμηρος Πέλας εκείνος που δεν πρόκαμε να ζήσει τη λευτεριά. Δεν είναι απλά ένα αφηγηματικό παιχνίδι αυτό, ο μεσάζων που στα χέρια του φτάνει ένα χειρόγραφο, τέχνασμα πολλάκις χρησιμοποιημένο, για πλείστους λόγους, εντυπωσιασμού ή λειτουργικότητας, εδώ, που το κείμενο ξερνάει φρίκη βιώματος, που το πρώτο ενικό και το πρώτο πληθυντικό έρχονται να γίνουν ένα, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα απλό αφηγηματικό τερτίπι, αλλά με την απαλοιφή του όποιου ίχνους ηρωισμού θα μπορούσαν να φέρουν ψευδώς και αποπροσανατολιστικά αυτές οι σελίδες. Δεν είναι μια ιστορία ηρωική αυτή, μόνο από σύμπτωση και συγκυρία ο Γιαννόπουλος δεν πέθανε εκεί, αυτό το χρονικό είναι μια μη μυθοπλαστική λογοτεχνία, αυτή η πρώτη διευκρινιστική σελίδα, ένα ελάχιστο και διάφανο περίβλημα έρχεται να τυλίξει τη φρίκη, αλλά και τη μνήμη όσων δεν επέστρεψαν ποτέ.

Το Στάλαγκ VI C ανήκει στο σώμα της στρατοπεδικής λογοτεχνίας, εξέχον μέλος της λογοτεχνίας της μη λήθης, εκεί όπου το βίωμα και το ντοκουμέντο ηγούνται της τεχνικής, αλλά τελικά, εξαιτίας εκείνης ξεχωρίζουν, επιζούν και εντάσσονται και στο σώμα της λογοτεχνίας και όχι μόνο της ιστορίας, διπλοί πράκτορες. Σε μια εποχή που η αφήγηση του εαυτού γνωρίζει άνθηση, βιβλία όπως αυτό μοιάζουν με προπομπούς γραμμένους με αίμα κάπου ανάμεσα στα πρώτα πρόσωπα, στο εγώ και στο εμείς, σε ένα εγώ που ένιωθε μέρος ενός εμείς, που το χρειαζόταν για να επιζήσει και να ελπίσει, σε ένα εμείς που γύρευε να έρθει και να αθροιστεί σε ένα ακόμα μεγαλύτερο, που μαρτύρησε ή δεν μαρτύρησε, δεν έχει σημασία, δεν θα έπρεπε να έχει σημασία, ένα εμείς που θα φέρει ζωή και όχι θάνατο.

Η απλότητα, η ευθύτητα, η αγωνία και η λαχτάρα, ανάμεσα σε άλλα αντίστοιχα ουσιαστικά, χαρακτηρίζει τη γραφή, αμφιταλαντεύτηκα να μιλήσω ή όχι για τη γραφή, για τη λογοτεχνία πέρα από το ντοκουμέντο, αποφάσισα πως καλό θα ήταν να γίνει αναφορά, όχι για ποιότητες φιλολογικές, όχι για φιοριτούρες, αλλά για το πώς περιγράφεται η φρίκη, πώς συντίθεται το βίωμα, πώς η γραφίδα ακριβής και αληθινή αθροίζει στην ελπίδα την πιο σκοτεινή στιγμή, λίγο πριν χαράξει, πριν η ιστορία πει πως ο ναζισμός νικήθηκε, πώς η συνθήκη εγκλεισμού και βασανισμού και αφανισμού διαθέτει ομοιότητες με έναν κόσμο επιβολής και εξουσίας, έξω από τα στρατόπεδα εκείνα, η μη λήθη δεν έγκειται μόνο στο γεγονός ως γεγονός, αλλά και στο πώς ξημέρωσε η επόμενη μέρα, πώς κύλησαν οι μέρες ως τα σήμερα, η ανάμνηση ως ενεργητική συνθήκη επιφυλακής για το ποτέ ξανά, τώρα που η νύχτα πέφτει και το σκοτάδι γίνεται ολοένα και πιο βαθύ, εκεί που σκέφτεσαι πόσο ακόμα, πολύ, έρχεται να σου πει.

«Τούτη τη στιγμή που έπιασα να γράψω, σκέφτηκα πάλι τούτο το γραφτό. Έχω βέβαια πάντα τη συναίσθηση ενός χρέους που εκτελώ όταν γράφω. Αναρωτιέμαι όμως: θα μπορέσει κανείς απ' όσους το διαβάσουν –αν το διαβάσουν ποτέ– να καταλάβει την κατάστασή μας; Μου φαίνεται κάπως δύσκολο. Θα διαβάζει, π.χ., κάτι σχετικό με βομβαρδισμό, θα ξεχνάει την πείνα· θα διαβάζει για ξύλο, θα ξεχνάει την κούραση· θα διαβάζει πως κρυώνουμε, θα ξεχνάει τις ψείρες και τη διάρροια· θα διαβάζει για τη δουλειά, θα ξεχνάει τη βροχή, το βομβαρδισμό, τις πληγές στα πόδια. Ύστερα πώς να πεις για την πείνα και την κούραση; Είναι ένα συνεχές, ασταμάτητο πράγμα, χωρίς διακοπές η δυνατότητα φυγής ή λήθης. Βάνει τη σφραγίδα του σ' όλα: Ξυπνάμε πεινάμε, παίρνουμε συσσίτιο και το τρώμε πεινάμε, πάμε στο μέρος πεινάμε, ξαπλώνουμε πεινάμε, γελάμε πεινάμε, μας ξυπνούν για το καταφύγιο πεινάμε, κλαίμε πεινάμε, τρώμε ξύλο πεινάμε, στο αναρρωτήριο πεινάμε, πεινάμε, πεινάμε. Λέω τούτη τη λέξη πολλές φορές και μου φαίνεται άχρωμη, αδειανή. Μπορεί μια λέξη να χωρέσει κείνο το άδειο που νιώθουμε ανάμεσα στα πλευρά και στη λεκάνη σαν να μην είναι δεμένα με τ' άλλο κορμί, κείνη την ασύλληπτη λάμψη που 'χουν τα μάτια;» 

Ξέρω δεν θα πει θυμάμαι.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Εκδόσεις Νεφέλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου