Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Οι γκερίλλες - Monique Wittig

Προετοιμαζόμουν γι' αυτό το βιβλίο, δεν το ήξερα αλλά συνέβαινε, πάλι τα κλισέ περί ρηγμάτων στον ορθολογισμό, πάλι αυτά, πάλι επίσης πως το κάθε βιβλίο έρχεται την κατάλληλη στιγμή, αλλιώς προσπερνάει και χάνεται καθώς υποχωρεί χαμηλά στη στοίβα, συνέβη (και) με τις Γκερίλλες. Δεν ήταν μόνο το πρότζεκτ Μαργκερίτ Ντυράς που συμβαίνει παράλληλα με ό,τι άλλο διαβάζω από τις αρχές Αυγούστου, ήταν και το νήμα διαμέσου του Αλέν Ρενέ, εκείνος, το Χιροσίμα αγάπη μου για την ακρίβεια, ταινία πάντοτε παρούσα εδώ και χρόνια στο τοπ τρία μου, ήταν υπεύθυνος, σε εισαγωγικά ή όχι, για τη σκέψη/επιθυμία να διαβάσω Ντυράς, τίποτα δικό της δεν είχα διαβάσει, ούτε τον Εραστή που είναι το πλέον δημοφιλές βιβλίο της, ωστόσο, υπάρχει ακόμα μία ταινία του Ρενέ που υπερβολικά αγαπώ και όποτε μπορώ τη βλέπω ξανά και ξανά, το Πέρυσι στο Μάριενμπαντ, σε σενάριο Αλέν Ρομπ-Γκριγιέ, που επίσης ποτέ δεν είχα διαβάσει, ένα από τα σημαίνοντα μέλη του Νέου μυθιστορήματος, τον Αύγουστο διάβασα Το σπίτι των ραντεβού.

Πριν ακόμα εκδοθεί, όταν τα δικαιώματα είχαν αγοραστεί και η μετάφραση είχε ανατεθεί, η συζήτηση γι' αυτό το βιβλίο ήταν έντονη, στους κύκλους που συχνάζω τουλάχιστον, το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο των εκδόσεων Εκτός Γραμμής, ο ενθουσιασμός εκδοτών και μεταφράστριας, με ταυτόχρονη επίγνωση των δυσκολιών. Πέρασαν κάποια κύματα, το βιβλίο κυκλοφόρησε, Οι γκερίλλες της Μονίκ Βιττίγκ ήταν μεταξύ μας. Ήθελα πολύ να διαβάσω το βιβλίο αυτό, όσα άκουγα από άτομα με τα οποία νιώθω αναγνωστική συγγένεια επέτειναν την επιθυμία αυτή, τη μεγιστοποιούσαν, άγνωστο γιατί, θα μπορούσα να δοκιμάσω κάποιες πιθανές αιτίες, δεν έχει νόημα τώρα, ωστόσο, ανέβαλλα διαρκώς την ανάγνωση, το ένα ή το άλλο βιβλίο έκοβε πρώτο το νήμα. Και όσο ανεξήγητα το ανέβαλλα, άλλο τόσο το έπιασα στα χέρια μου, ήταν Παρασκευή και διάλεγα βιβλίο, από την πρώτη σελίδα ένιωσα πως προετοιμαζόμουν γι' αυτό το βιβλίο, δεν το ήξερα αλλά συνέβαινε.

Και με κάποιο τρόπο η συνειρμική σκέψη, η αόριστα δοσμένοι χαρακτήρες, η ποιητικότητα, εκείνο που διαρκώς διέφευγε είχε γίνει κομμάτι των παράλληλων διαβασμάτων μου. Όταν κάποιος συνηθίζει να γράφει για τα βιβλία που διάβασε, αυτό κάνω εγώ, αποκτά με τον καιρό μια υποσυνείδητη αυτοπεποίθηση, έναν ιδιότυπο εγωισμό, πως ξέρει πώς το εκάστοτε βιβλίο λειτούργησε αναγνωστικά, πώς μπήκε και βγήκε στην καθημερινότητά του, ποια τα νήματα, ποιες οι συγγένειες, ποιες οι ενστάσεις, αλλά τι συμβαίνει όταν το άτομο αυτό νιώθει πως δεν μπορεί να μιλήσει ή να γράψει, ακόμα χειρότερα δηλαδή, για το βιβλίο που διάβασε, για το βιβλίο που διάβασε και τον καθήλωσε και τον έκανε να αφήσει στην άκρη το παράλληλο ανάγνωσμα, να το επιλέγει για να αρχίσει και να κλείσει τη μέρα του, να νιώθει πως δεν έχει ακριβώς τις λέξεις για να πει έστω δύο πράγματα για την πλοκή, για τους χαρακτήρες, όσο δευτερεύοντα και αν τα νιώθει αυτά, έστω, θα ήταν μια κάποια προβλήτα για να σταθεί.

Ένα πολυφωνικό επικό ποίημα. Ας πούμε πως αυτό περιγράφει εύστοχα και συνοπτικά το βιβλίο της Βιττίγκ, όπως η ίδια άλλωστε το προσδιόρισε, προσθέτοντας πως έχουμε να κάνουμε επίσης με ένα κολάζ σπαραγμάτων με καθοριστική τη διακειμενικότητα. Το βιβλίο κυκλοφορεί το 1969. Είναι ακόμα ένα παιδί του Μάη, του φεμινισμού, της αμφισβήτησης, της ελπίδας, του σκεπτικισμού. Στο επίμετρο, εκεί που η ίδια η συγγραφέας παίρνει τον λόγο, γίνεται αναφορά στο Νεο μυθιστόρημα, ονοματίζει τον Μπέκετ και τον Ρομπ-Γκριγιέ, μεταξύ άλλων, αποτίει έναν φόρο τιμής, ονοματίζει μια επιρροή. Αυτό που κάνει διαφορετικές τις Γκερίλλες είναι το πολιτικό, το έντονα πολιτικό, εκείνο για το οποίο το αντίπαλο δέος, ο Υπαρξισμός, κατηγορούσε, μεταξύ άλλων, το Νέο μυθιστόρημα ή Αντιμυθιστόρημα, για την αναχωρητικότητα, για την ποιητικότητα, για το όχι εδώ και όχι τώρα, για το απροσδιόριστο. Στις Γκερίλλες, ασχέτως αν κάποιος συμφωνεί με τον τρόπο ή τη φόρμα, ακόμα και ο μεγαλύτερος εχθρός οφείλει να παραδεχτεί πως είναι ένα κείμενο έντονα πολιτικό, που διαφεύγει των ορίων του φεμινισμού, ενώ ταυτόχρονα τον τοποθετεί στο επίκεντρο των ευρύτερων διεκδικήσεων, δεν είναι αντρική υπόθεση η πολιτική η επανάσταση η ζωή.

Προετοιμασμένος, όπως αποδείχτηκε, είχα την ευτυχία να μην χρειαστώ χρόνο προσαρμογής, «Όταν βρέχει, αυτές μένουν μέσα στο κιόσκι. Ακούγεται το νερό που χτυπά στα κεραμίδια και κατρακυλά στις κατωφέρειες της στέγης. Κροσσοί βροχής κυκλώνουν το περίπτερο του κήπου, στις γωνίες το νερό κατεβαίνει με πιο ταχύ ρυθμό, κι είναι σαν τις πηγές που σκάβουν το χαλίκι όπου αγγίζουν το έδαφος. Κάποια στιγμή, μία από αυτές λέει πως της θυμίζει ήχο ούρησης, πως δεν μπορεί να κρατηθεί, και κάθετα ανακούρκουδα. Τότε οι άλλες κάνουν κύκλο γύρω της για να κοιτάξουνε τις νύμφες να αποδιώχνουνε τα ούρα», να μην αναρωτιέμαι διαρκώς τι και πώς, να αφεθώ δείχνοντας εμπιστοσύνη, νιώθοντας πως ένα κείμενο χαοτικό και μια γραφή άναρχη, φαινομενικά και τα δύο, μπορούσε να ακινητοποιήσει την προσοχή μου, να επιτρέψει στο βλέμμα να πηγαίνει από τα αριστερά προς τα δεξιά και ύστερα πίσω και κάτω σαν μια γραφομηχανή, ένας μηχανισμός καλά λαδωμένος. Προείπα, δεν έχω τις ακριβείς λέξεις, ούτε εκείνες που θα ικανοποιούσαν εμένα, που θα έβγαζαν νόημα εν είδει σημειώσεων για μένα, αναρωτιέμαι αν διέθετα περισσότερα εργαλεία γνώσης σχετικά με τη φεμινιστική θεωρία αν θα ξεκλείδωναν περαιτέρω αίθουσες, αν η κάμερα θα συνέχιζε να κάνει τράβελινγκ όπως στο Πέρυσι στο Μάριενμπαντ, άλλωστε, η προετοιμασία μου δεν έχει να κάνει με την εις βάθος ανάγνωση, παρά με την απόλαυση της ανάγνωσης.

Και αυτή η ακούσια και δίχως κόπο προετοιμασία ταυτόχρονα αφαιρεί και προσθέτει την έννοια της δυσκολίας, ίσως, για την ακρίβεια, απλώς επεκτείνει το ανάπτυγμα του φάσματος της έννοιας της δυσκολίας, πώς να πεις δύσκολο ένα τόσο απολαυστικό κείμενο, πώς όμως να είναι απολαυστικό ένα τέτοιο κείμενο όταν οι περιρρέουσα αναγνωστική ατμόσφαιρα δεν είναι η ιδανική, όμως ταυτόχρονα, η ζοφερή πραγματικότητα που μας περιβάλει, κυρίως όλες εκείνες που ακόμα παλεύουν για τα αυτονόητα, όπως να μην δολοφονηθούν, να μην βιαστούν, να μην κακοποιηθούν, να μην αδικηθούν, γεμίζει με ενοχή το αίσθημα της αναγνωστικής απόλαυσης, αλλά ταυτόχρονα γεμίζει με θάρρος τα άδεια δοχεία, και ό,τι και αν πει κανείς, εκτός από πολιτικό, το ποίημα αυτό, γιατί για μένα ποίημα είναι, είναι διαχρονικό, ίσως επειδή ακριβώς αποτελεί προϊόν ποίησης της υψηλοτάτης στάθμης, ίσως γιατί κάθε λέξη ή φράση δική της ή δανεισμένη που μοιάζει τυχαία να βρέθηκε εκεί ή να μη βγάζει νόημα σε ένα πρώτο επίπεδο είναι ή αποδεικνύεται μια πέτρα για να πατήσεις πάνω της ή για να οπλίσει το χέρι της και ίσως αυτό και μόνο να είναι αρκετό όταν κανείς διαβάζει ή μιλάει για τις Γκερίλλες.

Όσα άτομα ασχολήθηκαν με αυτή την έκδοση, καθένα για διαφορετικούς λόγους, αξίζουν τουλάχιστον συγχαρητήρια, γιατί καμιά φορά το ρίσκο δεν είναι άψυχο.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 

Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις Εκτός Γραμμής